ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΩΝ

Διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου με το Δημόσιο. 

Σύμφωνα με την ΑΠ 104/2016.

«…Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 και 669 Α.Κ. προκύπτει ότι σύμβαση εργασίας αόριστου χρόνου υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ορισμένη διάρκεια για την παροχή της εργασίας ούτε η χρονική αυτή διάρκεια συνάγεται από το είδος και το σκοπό της εργασίας. Αντίθετα η σύμβαση εργασίας είναι ορισμένου χρόνου όταν συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρι ορισμένο χρονικό σημείο ή μέχρι την επέλευση ορισμένου μέλλοντος και βέβαιου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου ή την επέλευση του βέβαιου γεγονότος ή του χρονικού σημείου παύει να ισχύει αυτοδικαίως. Επομένως η διάρκεια της συμβάσεως εργασίας ορισμένου χρόνου είναι σαφώς καθορισμένη είτε γιατί συμφωνήθηκε ρητά ή σιωπηρά είτε γιατί προκύπτει από το είδος και το σκοπό της σύμβασης εργασίας. Χαρακτηριστικό της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι ότι τα μέρη γνωρίζουν επακριβώς το χρονικό σημείο της λήξης της. Η σύμβαση αυτή, σύμφωνα με το άρθρο 669 παρ.1 Α.Κ., παύει αυτοδικαίως όταν λήξει ο χρόνος για τον οποίο συνομολογήθηκε, χωρίς να χρειάζεται καταγγελία της και καταβολή αποζημίωσης. Ο ορθός δε νομικός χαρακτηρισμός της σύμβασης, ως κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο, μη δεσμευόμενο από το χαρακτηρισμό που προσέδωσαν τα συμβαλλόμενα μέρη, κρίνει, ερμηνεύοντας το περιεχόμενό της, όπως απαιτούν η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη και οι περιστάσεις υπό τις οποίες συνήφθη η σύμβαση. Εξάλλου κατά τις διατάξεις του άρθρου 8 παρ.1 εδ.α και 3 του ν.2112/1920, όπως αυτό έχει τροποποιηθεί και αυθεντικώς ερμηνευθεί (ν.4558/1920, άρθρο 11 α.ν.547/1937), "Είναι άκυρος οιαδήποτε σύμβασις αντικειμένη εις τον παρόντα νόμον, πλην αν είναι μάλλον ευνοϊκή διά τον υπάλληλον" (παρ.1 εδ.α) και "Αι διατάξεις του νόμου τούτου εφαρμόζονται ωσαύτως και επί συμβάσεων εργασίας με ωρισμένην χρονικήν διάρκειαν, εάν ο καθορισμός της διαρκείας ταύτης δεν δικαιολογήται εκ της φύσεως της συμβάσεως, αλλ' ετέθη σκοπίμως προς καταστρατήγησιν των περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής συμβάσεως διατάξεων του παρόντος νόμου" (παρ.3). Από τις διατάξεις αυτές, με τις οποίες επιδιώχθηκε η αντιμετώπιση των καταχρήσεων σε βάρος των εργαζομένων με τη σύναψη συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, προκύπτει ότι όταν συνάπτονται αλλεπάλληλες συμβάσεις εργασίας ορισμένης χρονικής διάρκειας, αν ο καθορισμός της διάρκειάς τους δεν δικαιολογείται από τη φύση ή το είδος ή το σκοπό της εργασίας ή δεν υπαγορεύεται από ειδικό λόγο που ανάγεται ιδίως στις ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας της επιχειρήσεως αλλά έχει τεθεί με σκοπό την καταστρατήγηση των διατάξεων περί υποχρεωτικής καταγγελίας των αόριστου χρόνου συμβάσεων (άρθρα 1, 2, 3 ν.2112/1920 ή 1, 3, 5 β.δ.16/18-7-1920), ανακύπτει ακυρότητα ως προς τον καθορισμό ορισμένης χρονικής διάρκειας της συμβάσεως και θεωρείται ότι τότε καταρτίστηκε ενιαία σύμβαση αόριστου χρόνου, επί της οποίας δεν είναι δυνατή η απόλυση του εργαζομένου χωρίς καταγγελία και καταβολή της νόμιμης αποζημιώσεως. Επακολούθησε ο ν.2190/1994, στο άρθρο 21 του οποίου ορίζονται τα εξής: "Οι δημόσιες υπηρεσίες και τα νομικά πρόσωπα της παρ. 1 του άρθρου 14 του παρόντος νόμου επιτρέπεται να απασχολούν προσωπικό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου για αντιμετώπιση εποχιακών ή άλλων περιοδικών ή πρόσκαιρων αναγκών, με τις προϋποθέσεις και τη διαδικασία των επόμενων παραγράφων" (παρ.1). "Η διάρκεια της απασχόλησης του προσωπικού της παρ.1 δεν μπορεί να υπερβαίνει τους οκτώ (8) μήνες μέσα σε συνολικό χρόνο δώδεκα (12) μηνών. Στις περιπτώσεις προσωρινής πρόσληψης προσωπικού για αντιμετώπιση, κατά τις ισχύουσες διατάξεις, κατεπειγουσών αναγκών, λόγω απουσίας προσωπικού ή κένωσης θέσεων, η διάρκεια της απασχόλησης δεν μπορεί να υπερβαίνει τους τέσσερις (4) μήνες για το ίδιο άτομο. Παράταση ή σύναψη νέας σύμβασης κατά το αυτό ημερολογιακό έτος ή μετατροπή σε σύμβαση αορίστου χρόνου είναι άκυρες" (παρ.2 εδ.α, β και γ). Στην παράγραφο 4 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι τα αρμόδια για την εκκαθάριση των αποδοχών όργανα υποχρεούνται να παύσουν να καταβάλλουν τις αποδοχές στο προσωπικό που συμπλήρωσε την κατά τις προηγούμενες παραγράφους διάρκεια απασχόλησης, άλλως καταλογίζονται στα ίδια οι αποδοχές που καταβλήθηκαν, ενώ στην παράγραφο 5 του ίδιου άρθρου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8 παρ.10ε ν.2225/1994, ορίζεται ότι οι προϊστάμενοι ή άλλα αρμόδια όργανα που ενεργούν κατά παράβαση των προηγούμενων παραγράφων διώκονται για παράβαση καθήκοντος κατά το άρθρο 259 Π.Κ. και πειθαρχικά. Σύμφωνα δε με την παρ.1 του άρθρου 14 του ίδιου ν.2190/ 1994, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 ν.2527/1997, στις διατάξεις του άρθρου αυτού υπάγονται μεταξύ άλλων και οι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης. Εξάλλου στις διατάξεις του άρθρου 103 παρ.2 και 3 του Συντάγματος με τις οποίες επιβάλλεται η νομοθετική πρόβλεψη οργανικών θέσεων για την κάλυψη των πάγιων και διαρκών αναγκών του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των άλλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, ορίζονται τα εξής: "Κανένας δεν μπορεί να διοριστεί υπάλληλος σε οργανική θέση που δεν είναι νομοθετημένη. Εξαιρέσεις μπορεί να προβλέπονται από ειδικό νόμο, για να καλυφθούν απρόβλεπτες και επείγουσες ανάγκες με προσωπικό που προσλαμβάνεται για ορισμένη χρονική περίοδο με σχέση ιδιωτικού δικαίου" (παρ.2). "Οργανικές θέσεις ειδικού επιστημονικού καθώς και τεχνικού ή βοηθητικού προσωπικού μπορούν να πληρούνται με προσωπικό που προσλαμβάνεται με σχέση ιδιωτικού δικαίου. Νόμος ορίζει τους όρους για την πρόσληψη, καθώς και τις ειδικότερες εγγυήσεις τις οποίες έχει το προσωπικό που προσλαμβάνεται" (παρ.3). Με την αναθεώρηση του Συντάγματος που έγινε με το από 6-4-2001 ψήφισμα της Ζ Αναθεωρητικής Βουλής (ΦΕΚ Α 84/17-4-2001) και με σκοπό τη μέγιστη δυνατή διασφάλιση των συνταγματικών αρχών της ισότητας ενώπιον του νόμου, της αξιοκρατίας και της διαφάνειας κατά τις προσλήψεις στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, προστέθηκε στο άρθρο 103 του Συντάγματος παράγραφος 7, που προβλέπει ότι η πρόσληψη υπαλλήλων στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, γίνεται είτε με διαγωνισμό είτε με επιλογή σύμφωνα με προκαθορισμένα και αντικειμενικά κριτήρια και υπάγεται στον έλεγχο ανεξάρτητης αρχής. Επίσης στο ίδιο πιο πάνω άρθρο προστέθηκε παράγραφος 8 που προβλέπει ότι: "Νόμος ορίζει τους όρους και τη χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, για την κάλυψη είτε οργανικών θέσεων και πέραν των προβλεπομένων στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου 3 είτε πρόσκαιρων είτε απρόβλεπτων και επειγουσών αναγκών κατά το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 2. Νόμος ορίζει επίσης τα καθήκοντα που μπορεί να ασκεί το προσωπικό του προηγούμενου εδαφίου. Απαγορεύεται η από το νόμο μονιμοποίηση προσωπικού που υπάγεται στο πρώτο εδάφιο ή η μετατροπή των συμβάσεών του σε αορίστου χρόνου. Οι απαγορεύσεις της παραγράφου αυτής ισχύουν και ως προς τους απασχολουμένους με σύμβαση έργου". Έτσι με την αναθεώρηση του άρθρου 103 του Συντάγματος η Ζ Αναθεωρητική Βουλή επέβαλε στον κοινό νομοθέτη και στη διοίκηση αυστηρούς όρους σχετικά με την πρόσληψη προσωπικού για την κάλυψη των λειτουργικών αναγκών του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα. Στους προαναφερόμενους κανόνες, τους οποίους πρώτος διατύπωσε ο κοινός νομοθέτης με τις πιο πάνω διατάξεις του ν.2190/1994 και οι οποίοι κατέστησαν ήδη συνταγματικού επιπέδου, υπάγεται, ενόψει της αδιάστικτης διατύπωσης του άρθρου 103 παρ.7 και 8 του Συντάγματος, τόσο το προσωπικό που συνδέεται με το Δημόσιο, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης και τα άλλα νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα με υπαλληλική σχέση δημόσιου δικαίου, όσο και το προσωπικό που προσλαμβάνεται με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου για την πλήρωση οργανικών θέσεων σύμφωνα με το άρθρο 103 παρ.3 και 8 του Συντάγματος. Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου συναπτόμενες με το Δημόσιο, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης και τους λοιπούς φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα υπό την ισχύ των πιο πάνω διατάξεων του άρθρου 103 παρ.7 και 8 του Συντάγματος (ήτοι από τις 17-4-2001 και εφεξής) δεν μπορούν να μετατραπούν σε συμβάσεις αόριστου χρόνου, έστω και αν καλύπτουν πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες. Ούτε καταλείπεται πεδίο εκτίμησης των συμβάσεων αυτών, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσης κατά τη δικαστική διαδικασία, ως συμβάσεων αόριστου χρόνου στην περίπτωση που αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες αφού, έστω και αν τούτο συμβαίνει, βάσει των πιο πάνω διατάξεων ο εργοδότης δεν έχει ευχέρεια για τη σύναψη σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου.

Συνεπώς στις συμβάσεις αυτές δεν είναι δυνατή η εφαρμογή της προαναφερόμενης διάταξης του άρθρου 8 παρ.3 ν.2112/1920 (Ολ.Α.Π.19 και 20/2007). Αντίθετα η τελευταία αυτή διάταξη μπορεί να εφαρμοσθεί σε διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου που καταρτίσθηκαν με το Δημόσιο, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης και τους λοιπούς φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα πριν από την έναρξη της ισχύος των τροποποιημένων διατάξεων του άρθρου 103 παρ.7 και 8 του Συντάγματος. Τούτο διότι οι συμβάσεις αυτές, παρά την τυχόν απαγόρευση από το νόμο της σύναψής τους ως τέτοιων (αορίστου χρόνου), είχαν ήδη πριν από την έναρξη της ισχύος των πιο πάνω συνταγματικών διατάξεων προσλάβει το χαρακτήρα της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου, τον οποίο διατήρησαν και μετά ταύτα (Ολ.Α.Π.7/2011 και 8/2011). Περαιτέρω, στις 10-7-1999 δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων η Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999, στο άρθρο 2 της οποίας ορίζεται ότι στα κράτη-μέλη παρέχεται προθεσμία συμμορφώσεως προς το περιεχόμενο της Οδηγίας αυτής έως τις 10-7-2001, με δυνατότητα παράτασης της εν λόγω προθεσμίας έως τις 10-7-2002, της οποίας δυνατότητας έκανε χρήση η Ελλάδα. Στη ρήτρα 5 της πιο πάνω οδηγίας ορίζεται ότι τα κράτη-μέλη ύστερα από διαβουλεύσεις με τους κοινωνικούς εταίρους ή/και οι κοινωνικοί εταίροι καθορίζουν, όταν χρειάζεται, τις συνθήκες υπό τις οποίες συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου θεωρούνται "διαδοχικές" και χαρακτηρίζονται συμβάσεις ή σχέσεις αορίστου χρόνου. Ήδη ο εθνικός νομοθέτης έχει εξειδικεύσει τις συνθήκες αυτές με τα προεδρικά διατάγματα 81/2003 και 164/2004, η ισχύς των οποίων άρχισε από τη δημοσίευσή τους στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (2-4-2003 και 19-7-2004 αντίστοιχα) και το δεύτερο από τα οποία αναφέρεται στους εργαζομένους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στο δημόσιο τομέα. Το άρθρο 5 του τελευταίου αυτού προεδρικού διατάγματος ορίζει τα εξής: "1. Απαγορεύονται οι διαδοχικές συμβάσεις, που καταρτίζονται και εκτελούνται μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζόμενου με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους η παρεμφερείς όρους εργασίας, εφόσον μεταξύ των συμβάσεων αυτών μεσολαβεί χρονικό διάστημα μικρότερο των τριών μηνών. 2. Η κατάρτιση των συμβάσεων αυτών επιτρέπεται κατ' εξαίρεση, εφόσον δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους. Αντικειμενικός λόγος υφίσταται, όταν οι επόμενες της αρχικής συμβάσεως συνάπτονται για την εξυπηρέτηση ειδικών ομοειδών αναγκών που σχετίζονται ευθέως και αμέσως με τη μορφή ή το είδος ή τη δραστηριότητα της επιχείρησης. 3... 4. Σε κάθε περίπτωση, ο αριθμός των διαδοχικών συμβάσεων δεν επιτρέπεται να είναι μεγαλύτερος των τριών, με την επιφύλαξη των διατάξεων της παραγράφου 2 του επόμενου άρθρου". Ως κύρωση για την περίπτωση της παράνομης, ήτοι κατά παράβαση των ως άνω κανόνων, κατάρτισης διαδοχικών συμβάσεων προβλέφθηκε από το άρθρο 7 του ίδιου προεδρικού διατάγματος η αυτοδίκαιη ακυρότητά τους και η καταβολή στην εργαζόμενο τόσο των αποδοχών για την εργασία που παρέσχε, εφόσον οι άκυρες συμβάσεις εκτελέστηκαν εν όλω ή εν μέρει, όσο και αποζημίωσης ίσης με το ποσό "το οποίο δικαιούται ο αντίστοιχος εργαζόμενος αόριστου χρόνου σε περίπτωση καταγγελίας της συμβάσεώς του", ενώ θεσπίστηκε ποινική και πειθαρχική ευθύνη για την παράβαση των κανόνων αυτών. Όμως, ενόψει του ότι οι πιο πάνω διατάξεις του π.δ.164/2004 άρχισαν να ισχύουν από τις 19-7-2004, το διάταγμα αυτό έπρεπε να περιλάβει και ρυθμίσεις που να εξασφαλίζουν οπωσδήποτε από τις 10-7-2002, οπότε έληξε η προθεσμία προσαρμογής της ελληνικής νομοθεσίας στην πιο πάνω Οδηγία, την προσαρμογή αυτή. Έτσι με το άρθρο 11 παρ.1 περ.α, 2 εδ.α και β, 3 και 5 του πιο πάνω προεδρικού διατάγματος ορίζονται τα εξής: "Διαδοχικές συμβάσεις κατά την παρ.1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, οι οποίες έχουν συναφθεί πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος και είναι ενεργές έως την έναρξη ισχύος αυτού, συνιστούν εφεξής σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου εφόσον συντρέχουν αθροιστικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις: α) Συνολική χρονική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων τουλάχιστον είκοσι τεσσάρων (24) μηνών έως την έναρξη ισχύος του διατάγματος, ανεξαρτήτως αριθμού ανανεώσεων συμβάσεων ή τρεις τουλάχιστον ανανεώσεις πέραν της αρχικής σύμβασης κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, με συνολικό ελάχιστο χρόνο απασχόλησης δέκα οκτώ (18) μηνών, μέσα σε συνολικό χρονικό διάστημα είκοσι τεσσάρων (24) μηνών από την αρχική σύμβαση" (παρ.1 περ.α). "Για τη διαπίστωση της συνδρομής των κατά την προηγούμενη παράγραφο προϋποθέσεων, ο εργαζόμενος υποβάλλει, εντός αποκλειστικής προθεσμίας δύο (2) μηνών από την έναρξη της ισχύος του παρόντος, αίτηση προς τον οικείο φορέα, στην οποία αναφέρει τα στοιχεία από τα οποία προκύπτει η συνδρομή των προϋποθέσεων αυτών. Αρμόδιο όργανο να κρίνει αιτιολογημένα εάν συντρέχουν, κατά περίπτωση, οι προϋποθέσεις της προηγούμενης παραγράφου, είναι το οικείο Υπηρεσιακό Συμβούλιο ή το όργανο που εξομοιώνεται με αυτό και όπου δεν υπάρχει, το Διοικητικό Συμβούλιο ή το διοικούν όργανο του οικείου νομικού προσώπου ή το όργανο που εξομοιώνεται με αυτό κατά την κείμενη νομοθεσία" (παρ.2 εδ.α και β). "Οι κατά την παρ.2 κρίσεις του αρμόδιων οργάνων, θετικές ή αρνητικές, διαβιβάζονται αμέσως στο Ανώτατο Συμβούλιο Επιλογής Προσωπικού (Α.Σ.Ε.Π.), το οποίο αποφαίνεται εντός τριών (3) μηνών από τη διαβίβαση σε αυτό των σχετικών κρίσεων" (παρ.3). "Στις διατάξεις της παρ.1 του παρόντος άρθρου συμπεριλαμβάνονται και οι συμβάσεις οι οποίες έχουν λήξει κατά το χρονικό διάστημα των τελευταίων τριών μηνών πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος διατάγματος λογιζόμενες ως ενεργές διαδοχικές συμβάσεις ως την έναρξη ισχύος του παρόντος. Η προϋπόθεση του εδ.α της παρ.1 του παρόντος άρθρου πρέπει να συντρέχει κατά το χρόνο λήξης της σύμβασης" (παρ.5).

Συνεπώς, εφόσον δεν συντρέχουν οι πιο πάνω προϋποθέσεις, μετατροπή των συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου δεν μπορεί να γίνει (Ολ.Α.Π.19 και 20/2007)…».

Απόφαση 538/2011Εφετείου Πειραιώς.

TO ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ (ΝΑΥΤΙΚΟ ΤΜΗΜΑ)

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές Ασπασία Μαγιάκου, Πρόεδρο Εφετών, Αρετή Παπαδιά και Χρήστο Τζανερρίκο, Εισηγητή, Εφέτες και από τη Γραμματέα….Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Μαίου 2011, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ των: Α) ΕΚΚΑΛΟΥΣΑΣ:Ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία…….που εδρεύει στην……και διατηρεί υποκατάστημα στην….και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό της δικηγόρο…..ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΟΥ….κατοίκου….ο οποίος παραστάθηκε μετά της πληρεξούσιας του δικηγόρου…..ΚΟΙΝΟΠΟΙΟΥΜΕΝΗ ΠΡΟΣ:….κατοίκου….Β) ΚΑΛΟΥΝΤΟΣ-ΕΝΑΓΟΝΤΟΣ: κατοίκου….οποίος παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου του δικηγόρου…..ΚΑΘΗΣ Η ΚΛΗΣΗ-ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ:Ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία…..η οποία εδρεύει στην…και διατηρεί υποκατάστημα στην….και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό της δικηγόρο….

Ο υπό στοιχείο Α εφεσίβλητος άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς την από…..και με αριθ. έκθ. κατάθ…αγωγή του, επί της οποίας εκδόθηκε η ….απόφασή του παραπάνω Δικαστηρίου  που δέχθηκε εν μέρει την αγωγή. κην απόφαση αυτή προσέβαλε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου η εναγομένη και ήδη εκκαλούσα με την από…..και με αριθ. έκθ. κατάθ…έφεσή της. Ομοίως ενώπιον του ίδιου πιο πάνω Δικαστηρίου άσκησε και ο υπό στοιχείο Β καλών-ενάγων την από….και με αριθ. έκθ. κατάθ….παρεμπίπτουσα αγωγή, της οποίας δικάσιμος ορίστηκε…..κατά την οποία η συζήτησή της ματαιώθηκε.

Ήδη με την από…..κλήση του υπό στοιχείο Β καλούντος-ενάγοντος επαναφέρεται προς συζήτηση η προκείμενη υπόθεση στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας. Η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου και συζητήθηκε. Η πληρεξούσια δικηγόρος της καλούσας- εφεσίβλητης ανέπτυξε τις απόψεις της με τις προτάσεις που κατέθεσε.

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ ΚΑΙ ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΝΌΜΟ.

Ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου έχουν εισαχθεί προς κρίση, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο: α) Η από…(αύξ. αριθμ. κατ. …..) έφεση της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία…..κατά του ενάγοντος….και της υπ’ αριθμόν…..οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς (τακτικής διαδικασίας). Και, β) η από….(αρ. εκθ. κατ. ….), παρεμπίπτουσα, αγωγή κατά της ως άνω ασφαλιστικής εταιρείας του, ασφαλισμένου σ’ αυτή, ..., και συνεναγομένου της στην αγωγή του παραπάνω εφεσίβλητου- νάγοντος, επί της οποίας εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση. Επομένως, η ένδικη έφεση και η παρεμπίπτουσα, αγωγή, οι οποίες εκκρεμούν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, πρέπει να ενωθούν και συνεκδικασθούν, λόγω της, πρόδηλης, συνάφειας, μεταξύ τους (άρθρο 246 του ΚΠολΔ).

Επί της εφέσεως:

Η έφεση αυτή, η οποία έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα, αφού οι διάδικοι δεν επικαλούνται, ούτε προκύπτει επίδοση της εκκαλουμένης αποφάσεως (άρθρο 518 παρ. 2 ΚΠολΔ), πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή.

Περαιτέρω, το άρθρο 528 του ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 16§4 του ν. 2915/2001, ορίζει ότι «αν ασκηθεί έφεση από διάδικο που δικάστηκε σαν να ήταν παρών, η εκκαλούμενη απόφαση εξαφανίζεται μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους. Ο εκκαλών δικαιούται να προβάλει όλους τους ισχυρισμούς που μπορούσε να προτείνει πρωτοδίκως».

Από τη διάταξη αυτή, σαφώς, προκύπτει ότι, παρά την κατάργηση των τεκμηρίων εκ της ερημοδικίας των διαδίκων, που θέσπιζαν τα άρθρα 271 και 272 ΚΠολΔ, μετά την οποία εξέλιπαν, πλέον, οι λόγοι για τη χορήγηση αναιτιολόγητης ανακοπής και, κατ’ επέκταση, εφέσεως με όμοιο αποτέλεσμα, εν τούτοις, η παραπάνω διάταξη διατήρησε ευθέως την έφεση κατά ερήμην αποφάσεως, ως υποκατάστατο της αναιτιολόγητης ανακοπής ερημοδικίας. Έτσι, για την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, εφόσον αυτή εκδόθηκε σαν να ήταν παρών ο διάδικος, δεν απαιτείται να ευδοκιμήσει, προηγουμένως, κάποιος λόγος της εφέσεως, αλλά αρκεί η τυπική παραδοχή της, καθόσον αυτή έχει τα αποτελέσματα της καταργηθείσας αναιτιολόγητης ανακοπής (ΑΠ 829/2008, ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 884/2007, ΧΡΙΔ 2008, 52, ΑΠ 1015/2005 ΕλλΔνη 46.1100, ΕΑ 683/2008, ΝΟΜΟΣ, ΕΔωδ 152/2008, ΝΟΜΟΣ, ΕΑ 5224/2003 ΕλλΔνη 45, 555, Σ. Σαμουήλ, η έφεση, έκδ. ΣΤ', παρ. 228δ', 228ε).

Στην προκειμένη περίπτωση, με την ένδικη έφεσή της, η εκκαλούσα ζητεί, για τους αναφερομένους σ’ αυτή λόγους, την εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως, η οποία έχει εκδοθεί ερήμην της και, στη συνέχεια, την, κατ’ ουσίαν, απόρριψη της, από….(αριθμ. εκθ. κατ….), εναντίον της, αγωγής του ήδη εφεσίβλητου - ενάγοντος, που έχει γίνει, με αυτή (εκκαλουμένη απόφαση), εν μέρει, δεκτή. Επομένως, σύμφωνα με τις προηγηθείσες νομικές σκέψεις, η έφεση αυτή, μετά την, κατά τα παραπάνω, τυπική παραδοχή της, πρέπει να γίνει δεκτή, ως βάσιμη και κατ’ ουσίαν. Ακολούθως, η εκκαλουμένη απόφαση, πρέπει να εξαφανιστεί, ως προς την ως άνω εκκαλούσα - εναγομένη, ασφαλιστική εταιρεία, και, περαιτέρω, να κρατηθεί η υπόθεση στο παρόν Δικαστήριο, προκειμένου να ερευνηθεί το παραδεκτό, καθώς και η (νομική και ουσιαστική) βασιμότητα της, πιο πάνω αναφερόμενης, εναντίον της, αγωγής, δεδομένου ότι, όπως εκτέθηκε, αυτή ζητεί την, κατ’ ουσίαν, απόρριψη αυτής, στο σύνολό της.

Στο άρθρο 26 του ν. 2496/1997 ορίζονται τα εξής: «Όταν η ασφάλιση αστικής ευθύνης είναι κατά νόμο υποχρεωτική, ο τρίτος έχει ευθεία αξίωση και πέρα από το ασφαλιστικό ποσό, μέχρι το όριο για το οποίο η ασφάλιση είναι υποχρεωτική ... 3. Γεγονός που οδηγεί στην άρση ή τη λήξη της ασφαλιστικής σχέσης, δεν αντιτάσσεται κατά του τρίτου ζημιωθέντα παρά μόνο μετά πάροδο ενός (1) μηνός από τότε που ο ασφαλιστής το κοινοποιήσει στην υπηρεσία ή στο νομικό πρόσωπο που έχει ορισθεί για το σκοπό αυτόν ... 5. Με αποφάσεις του Υπουργού Ανάπτυξης και του κατά περίπτωση συναρμόδιου Υπουργού, που δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, μπορούν να καθορίζονται οι υπηρεσίες ή τα νομικά πρόσωπα που θα δέχονται τις κοινοποιήσεις των ασφαλιστών, η διαδικασία ελέγχου τήρησης της υποχρεωτικής ασφάλισης, καθώς και οι αναγκαίες λεπτομέρειες λειτουργίας υποχρεωτικών ασφαλίσεων αστικής ευθύνης. Οι διατάξεις αυτού του άρθρου δεν εφαρμόζονται, αν δεν έχει προσδιορισθεί η υπηρεσία ή το νομικό πρόσωπο». Κοινή υπουργική απόφαση, που να προσδιορίζει την εν λόγω υπηρεσία ή το νομικό πρόσωπο δεν έχει, ακόμη, εκδοθεί και, επομένως, οι ως άνω διατάξεις, που προβλέπουν ευθεία αξίωση του τρίτου σε περιπτώσεις υποχρεωτικής ασφαλίσεως αστικής ευθύνης δεν εφαρμόζονται (ΑΠ 1502/2008, ΕΕΜΠΔ 2009, 77).

Επομένως, εφόσον, σύμφωνα με τα παραπάνω, ο παθών τρίτος δεν έχει κατά της ασφαλιστικής εταιρείας, ευθεία αξίωση περί αποζημιώσεώς του για ζημιές, τις οποίες υπέστη αυτός, συνεπεία ατυχήματος, που προκλήθηκε από υπαιτιότητα ασφαλισμένου της, η τυχόν ασκηθείσα, εκ μέρους του, εναντίον αυτής ευθεία αγωγή, με την οποία επιδιώκει τέτοιου είδους αποζημίωσή του, είναι απαράδεκτη, λόγω ελλείψεως, στο πρόσωπο της (ευθέως) εναγομένης, ασφαλιστικής εταιρείας, της, κατ’ άρθρο 68 του ΚπολΔ, απαιτούμενης διαδικαστικής προϋποθέσεως της παθητικής νομιμοποιήσεως, για την άσκηση, εναντίον της, μιας τέτοιας, αγωγής.

Στην προκειμένη περίπτωση, με την ένδικη, από….(αριθμ. εκθ. κατ….), αγωγή του, ο ήδη εφεσίβλητος - ενάγων, ζητούσε, μετά, από παραδεκτό, περιορισμό του αιτήματος της, να αναγνωρισθεί ότι η ήδη εκκαλούσα - εναγομένη, ασφαλιστική εταιρεία, του οφείλει, συνολικά, …..ευρώ, νομιμοτόκως, ως αποζημίωσή του, για τον, αναλυτικά, ιστορούμενο σ’ αυτή, τραυματισμό του και την, εξ αυτού, σωματική βλάβη, την οποίαν αυτός υπέστη, σε θαλάσσιο ατύχημα, που συνέβη στην περιοχή του λιμένα αλιέων……, στις ….., και που, όπως αυτός επικαλείται, προκλήθηκε, υπαίτια, από τον, συνεναγόμενό της, .., ο οποίος οδηγούσε το, αναφερόμενο στην υπόψη αγωγή, ταχύπλοο σκάφος της ιδιοκτησίας του και ήταν, κατά το χρόνο της επελεύσεώς του, ασφαλισμένος σ’ αυτή, για την έναντι τρίτων αστική του ευθύνη, από την κυκλοφορία αυτού του σκάφους.

Η αγωγή αυτή, όμως, με την οποίαν ο ενάγων, κατά το, συνοπτικά, προαναφερθέν, περιεχόμενό της, αξιώνει, ως ζημιωθείς τρίτος, ευθέως, από την εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία, ν’ αποζημιωθεί για τις ζημιές του, συνεπεία ατυχήματος, που προκλήθηκε από υπαιτιότητα ασφαλισμένου της, πρέπει, σύμφωνα με την παραπάνω νομική σκέψη, να απορριφθεί ως απαράδεκτη, λόγω ελλείψεως, στο πρόσωπο της εναγομένης, ασφαλιστικής εταιρείας, της παθητικής της νομιμοποιήσεως, προς τούτο.

Επί της παρεμπίπτουσας αγωγής:

Ο πρώτος εναγόμενος στην πιο πάνω αναφερομένη αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση, αλλά μη διάδικος στην προκειμένη, έκκλητη, δίκη, …., άσκησε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου το πρώτον, με αυτοτελές δικόγραφο, την προαναφερθείσα, παρεμπίπτουσα, αγωγή, κατά της συνεναγομένης του, στην πρώτη, ως άνω, αγωγή, ασφαλιστικής εταιρείας, με την οποία, αφού επαναλαμβάνει τα διαλαμβανόμενα στην πρώτη (εναντίον τους) αγωγή, περί του αναφερομένου σ’ αυτή τραυματισμού του ενάγοντος, σ’ αυτή (πρώτη αγωγή),…..,με το ταχύπλοο σκάφος του, που οδηγούσε αυτός (παρεμπιπτόντως ενάγων), στον αναφερόμενο στην ως άνω, εναντίον τους, αγωγή τόπο και χρόνο, ιστορεί, περαιτέρω, ότι καθ’ ον χρόνο συνέβη το ένδικο ατύχημα ήταν ασφαλισμένος σ’ αυτή (εναγομένη), για την έναντι τρίτων αστική του ευθύνη, από την κυκλοφορία του προαναφερθέντος σκάφους του, δυνάμει του υπ’ αριθμόν….ασφαλιστηρίου συμβολαίου. Με βάση το ιστορικό αυτό, ο εν λόγω ενάγων, ζητεί να υποχρεωθεί η εναγομένη, ασφαλιστική εταιρεία, να του καταβάλει όποιο ποσό θα υποχρεωνόταν αυτός να καταβάλει στον παθόντα τρίτο, ενάγοντα, μετά την παραδοχή της (πρώτης) εναντίον τους αγωγής του.

Σημειώνεται ότι, με την εκκαλουμένη, κατά τ’ ανωτέρω, από την εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία, απόφαση, αναγνωρίσθηκε ότι ο ενάγων στην ως άνω, παρεμπίπτουσα, αγωγή οφείλει να καταβάλει στον ενάγοντα στην κύρια αγωγή, ζημιωθέντα τρίτο, και εις ολόκληρον με αυτή (παρεμπιπτόντως εναγομένη), το ποσό των ….ευρώ, συνολικά, ως αποζημίωσή του, λόγω του ενδίκου ατυχήματος. Σημειώνεται, ακόμη, ότι κατά της αποφάσεως αυτής, η οποία, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, εξαφανίζεται μόνον ως προς την ως άνω εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της παρούσας δίκης, ο ως άνω εναγόμενος, ήδη παρεμπιπτόντως ενάγων, δεν έχει ασκήσει έφεση, πλην, όμως η εν λόγω απόφαση δεν έχει καταστεί, ως προς αυτόν, τελεσίδικη, διότι δεν του έχει επιδοθεί αυτή και δεν έχει παρέλθει, ακόμη, από τη δημοσίευσή της, στις 19-01-2010, η τριετής, αποσβεστική, προθεσμία της παρ. 2 του άρθρου 518 του ΚπολΔ.

Κατόπιν των ανωτέρω, η προκειμένη, παρεμπίπτουσα, αγωγή πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό αυτής, καθώς και τη νομική και την ουσιαστική της βασιμότητα. Για το παραδεκτό της συζήτησης της ως άνω, παρεμπίπτουσας, αγωγής, έχει τηρηθεί η απαιτούμενη, κατ’ άρθρο 214Α του ΚπολΔ, προδικασία (βλ. την από 24-09-2010 μονομερή δήλωση διαπιστώσεως της αποτυχίας για συμβιβαστική επίλυση της διαφοράς του πληρεξουσίου δικηγόρου του ενάγοντος …) και έχει καταβληθεί το, ανάλογο, δικαστικό ένσημο, (άρθρο 2 του ν. ΓΠΟΗ/1911, όπως ερμηνεύθηκε αυθεντικά με το ν. δ. 1544/1942 και τροποποιήθηκε με το ν. δ. 4189/1961), με τα υπέρ τρίτων δικαιώματα (βλ. υπ’ αριθμούς: 12794452, 12794459 διπλότυπα είσπραξης της Γ’ ΔΟΥ Πειραιώς, με τα επικολλημένα σ’ αυτά κινητά δικαστικά ένσημα του ΤΝ, αξίας 16.000, 50 ευρώ και τις αποδείξεις 6360 και 6363/2011 του Ε. Τ. A. Α., που προσκόμισε ο ενάγων).

Κατά το άρθρο 283 ΚΠολΔ, «1. η παρεμπίπτουσα αγωγή ανάμεσα στους ίδιους διαδίκους στο ίδιο δικαστήριο πρέπει να περιέχει μεταγενέστερη αίτηση του ενός ή του άλλου διαδίκου. 2. Οι παρεμπίπτουσες αγωγές μπορούν να ασκηθούν σε κάθε στάση της δίκης και κατ’ έφεση, εκτός αν περιέχουν αυτοτελή αίτηση». Από τις διατάξεις αυτές, συνδυαζόμενες προς τις διατάξεις των άρθρων 223 και 224 του ίδιου Κώδικα, κατά τις οποίες είναι απαράδεκτη η μεταβολή, αντίστοιχα, του αιτήματος και της βάσεως της αγωγής, σαφώς, συνάγεται ότι, απαραδέκτως ασκείται, για πρώτη φορά, παρεμπίπτουσα αγωγή, που περιέχει αυτοτελή αίτηση, μετά την πρώτη συζήτηση στο ακροατήριο της κύριας αγωγής. Μη αυτοτελής αίτηση είναι εκείνη που κατατείνει απλώς σε ενίσχυση της κύριας αιτήσεως, προστιθέμενη σ’ αυτήν. Κάθε άλλη αίτηση, που μπορεί να ερευνηθεί και ανεξάρτητα από την κύρια δίκη είναι αυτοτελής (βλ. σχ. ΑΠ 1168/2007, ΑΠ 1305/1983, ΝΟΜΟΣ). Έτσι, αυτοτελής είναι και η αγωγή του ασφαλισμένου, για την έναντι τρίτων αστική του ευθύνη, εναντίον της, συνεναγομένης του, ασφαλιστικής εταιρείας, με την οποίαν αυτός ζητεί, από την τελευταία, στα πλαίσια της υφισταμένης μεταξύ τους συμβάσεως ασφαλίσεως, το ποσό, που, τυχόν, θα υποχρεωθεί αυτός να καταβάλει στον ενάγοντα, ζημιωθέντα, από υπαιτιότητά του, τρίτο (πρβλ. ΕΑ 9404/2000 ΕλλΔνη 2003, 508, ΕφΠ 476/89 ΝοΒ 1999, 1957-1959).

Επομένως, με βάση, τα νομικά δεδομένα, που αναφέρθηκαν στην προηγούμενη σκέψη της παρούσας αποφάσεως, η ένδικη, παρεμπίπτουσα, αγωγή, με το προαναφερθέν περιεχόμενο και αίτημα αυτής, πρέπει να απορριφθεί, αυτεπαγγέλτως, αλλά και κατά παραδοχή της σχετικής ενστάσεως, την οποία, παραδεκτώς, προέβαλε, με τις, ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, προτάσεις της, η (παρεμπιπτόντως) εναγομένη, ως απαράδεκτη, αφού, αφενός, έχει ασκηθεί, το πρώτον, ενώπιον του παρόντος, δευτεροβαθμίου, Δικαστηρίου, από μη διάδικο στην παρούσα, έκκλητη, δίκη και, αφετέρου, εισάγεται, με αυτή, προς κρίση, ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, αυτοτελής αίτηση, που δεν κατατείνει, δηλαδή, απλώς, στην ενίσχυση της κύριας αγωγής, προστιθεμένη σ’ αυτή, αλλά μπορεί να ερευνηθεί και ανεξάρτητα από την κύρια δίκη.

 

Τέλος, τα δικαστικά έξοδα της δίκης επί των ενδίκων εφέσεως ( του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας, λόγω της ερημοδικίας της εκκαλούσας στον πρώτο βαθμό)και, παρεμπίπτουσας, αγωγής πρέπει να συμψηφιστούν, στο σύνολό τους, μεταξύ των διαδίκων, σ’ αυτές, γιατί η ερμηνεία των παραπάνω κανόνων δικαίου, που εφαρμόσθηκαν, στην προκειμένη περίπτωση, και συγκεκριμένα, αναφορικά με την ισχύ του άρθρου 26 του ν. 2496/1997 και το χαρακτήρα της παρεμπίπτουσας αγωγής, ως εισάγουσας αυτοτελή αίτηση, ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (άρθρα 179, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως, ορίζεται, ειδικότερα, στο διατακτικό.

Αυτοκινητικό ατύχημα από ρυμουλκό όχημα, που συνδέεται με ρυμουλκούμενο.

 

ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ 1827/2013

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Στο άρθρο 6α παρ. 4 ν. 489/1976 «περί υποχρεωτικής ασφαλίσεως της εξ ατυχημάτων αυτοκινήτων αστικής ευθύνης», το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 4 ν. 3557/2007 προβλέπεται ότι «αν προκληθεί ατύχημα από ρυμουλκό όχημα που συνδέεται με ρυμουλκούμενο, οι ασφαλιστές του ρυμουλκού και του ρυμουλκούμενου οχήματος, αντίστοιχα, ευθύνονται εις ολόκληρον έναντι των ζημιωθέντων τρίτων και η ευθύνη αυτών περιορίζεται μέχρι του ασφαλιστικού ποσού των σχετικών συμβάσεων, επιφυλασσομένου σε αυτούς του δικαιώματος της εκατέρωθεν αναγωγής για την κατανομή της ζημίας».

Η εις ολόκληρον ευθύνη του ασφαλιστή του ρυμουλκού και του ασφαλιστή του ρυμουλκούμενου, η οποία προβλέπεται με την πιο πάνω διάταξη, τελεί υπό την αυτονόητη προϋπόθεση της ύπαρξης αστικής ευθύνης (παράνομη και υπαίτια πράξη ή παράλειψη), τόσο των προσώπων που συνδέονται με το ρυμουλκό, όσο και των προσώπων που συνδέονται με το ρυμουλκούμενο, αφού ο νομοθέτης δεν θέλησε την οπωσδήποτε ευθύνη αμφοτέρων των ασφαλιστών, ανεξάρτητα από την ύπαρξη αστικής ευθύνης των προσώπων που συνδέονται με τα αντίστοιχα τμήματα (ρυμουλκό - ρυμουλκούμενο).

Γενικότερα, η θεμελίωση της κατά το άρθρ. 926 ΑΚ εις ολόκληρον ευθύνης περισσότερων προσώπων απέναντι στο ζημιωθέντα - και συνακόλουθα της αναγωγής μεταξύ τους κατά το άρθρ. 927 ΑΚ - απαιτεί προηγουμένως ότι υπάρχει ευθύνη των προσώπων αυτών θεμελιωμένη ήδη σε άλλες διατάξεις

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ 1827/2013

Αποτελούμενο από το Δικαστή Ιωάννη Παπαϊωάννου, Πρόεδρο Πρωτοδικών, τον οποίο όρισε ο Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Πρωτοδικείου και από τη Γραμματέα Αικατερίνη Γεωργακοπούλου. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 4.3.2013, για να δικάσει την υπόθεση: Της ενάγουσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία….Της εναγομένης: Ανώνυμης Ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία… Η ενάγουσα ζητεί να γίνει δεκτή η από 20.11.2012 αγωγή της, η οποία κατατέθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου με αριθ.....προσδιορίστηκε προς συζήτηση στην παραπάνω δικάσιμο και γράφτηκε στο πινάκιο. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στις προτάσεις τους.

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αγωγή (αριθ. Κατάθεσης…), η ενάγουσα (ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία…..Εκθέτει τα ακόλουθα: Σε τροχαίο ατύχημα που έγινε στις 16.4.2011, επί της ανώνυμης δημοτικής οδού από….προς….της……και ειδικότερα σε σύγκρουση φορτηγού αυτοκίνητου (ρυμουλκού) και ρυμουλκού μενού με μοτοποδήλατο, τραυματίστηκε θανάσιμα ο οδηγός του μοτοποδήλατου……Κατόπιν αγωγής των συγγενών του θανόντος εκδόθηκε η…απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (ειδικής διαδικασίας άρθρ. 681Α ΚΠολΔ), η οποία υποχρέωσε την ενάγουσα (εκεί δεύτερη των εναγομένων), που είχε ασφαλίσει το φορτηγό για την αστική ευθύνη προς τρίτους από την κυκλοφορία του, καθώς και τον οδηγό και ιδιοκτήτη του φορτηγού…..(εκεί πρώτο των εναγομένων), τον καθένα εις ολόκληρον, να καταβάλουν σε ορισμένους των εναγόντων χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, ενώ για τους λοιπούς των εναγόντων, που ήταν ανήλικοι, το Δικαστήριο ανέβαλε την έκδοση οριστικής απόφασης για τυπικούς λόγους. Η πιο πάνω απόφαση - το περιεχόμενο της οποίας παρατίθεται αυτούσιο στην κρινόμενη αγωγή - έκρινε ότι ο…..τραυματίστηκε θανάσιμα από αποκλειστική υπαιτιότητα (αμέλεια) του οδηγού του φορτηγού, ο οποίος οδηγούσε απρόσεκτα και με μεγάλη για τις περιστάσεις ταχύτητα, με αποτέλεσμα σε μία δεξιά στροφή να απωλέσει τον έλεγχο του φορτηγού και το τελευταίο, εξαιτίας της ολισθηρότητας του οδοστρώματος λόγω βροχής, να πλαγιολισθήσει και να εισέλθει στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, όπου και επέπεσε με σφοδρότητα, με το οπίσθιο αριστερό μέρος του ρυμουλκούμενου, στο μοτοποδήλατο που οδηγούσε ο…..Κατά την ίδια απόφαση, την αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού του φορτηγού δεν αμφισβήτησαν και εμμέσως συνομολόγησαν οι εναγόμενοι στη δίκη εκείνη. Στη συνέχεια, η ενάγουσα εκθέτει ότι η ίδια, καθώς και οι συγγενείς του θανόντος για τους οποίους η απόφαση είχε κρίνει οριστικά, αποδέχθηκαν την παραπάνω απόφαση και τα επιδικασθέντα με αυτή ποσά, καθώς επίσης η ενάγουσα εκθέτει ότι στη συνέχεια συμβιβάστηκε και με τους γονείς των λοιπών εναγόντων-ανήλικων συγγενών του θανόντος, για τους οποίους η απόφαση δεν είχε κρίνει οριστικά και ότι έτσι κατέβαλε σε όλους τους προαναφερομένους το συνολικό ποσό των 113.383,69 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης (κεφάλαιο, τόκοι, δικαστικά έξοδα). Περαιτέρω, η ενάγουσα εκθέτει ότι το φορτηγό (ρυμουλκό) ήταν μεν ασφαλισμένο στην ίδια, πλην όμως το ρυμουλκούμενο ήταν ασφαλισμένο στην εναγομένη……και ισχυρίζεται έτσι, με επίκληση του άρθρ. 6α § 4 ν. 489/1976, το οποίο προστέθηκε με το άρθρ. 4 ν. 3557/2007 και προβλέπει την εις ολόκληρον ευθύνη των ασφαλιστών του ρυμουλκού και του ρυμουλκούμενου έναντι των ζημιωθέντων τρίτων, ότι έχει δικαίωμα να ζητήσει την κατανομή της ζημίας σε βάρος της εναγομένης και να αξιώσει αναγωγικά από την τελευταία το 50% του ποσού που κατέβαλε στους συγγενείς του θανόντος. Με βάση το ιστορικό αυτό, η ενάγουσα ζητεί, μετά από παραδεκτό περιορισμό του αιτήματος της αγωγής από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, να αναγνωριστεί ότι η εναγομένη είναι υποχρεωμένη να της καταβάλει το ποσό των (113.383,69 X 50% =) 56.691,84 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και να καταδικαστεί η εναγομένη στη δικαστική δαπάνη της. Η αγωγή αρμοδίως εισάγεται προς συζήτηση στο Δικαστήριο αυτό (άρθρ. 9, 10, 14 § 2, 16 αρ. 12, 25 § 2 ΚΠολΔ), κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο καθώς και από τη σύμβαση της ασφάλισής του (άρθρ. 681Α σε συνδ. με τα άρθρ. 666, 667, 670 - 676 ΚΠολΔ). Περαιτέρω, όμως, η αγωγή είναι αόριστη (άρθρ. 216 § 1 στοιχ. α' ΚΠολΔ), αφού δεν γίνεται στο δικόγραφο αυτής επίκληση της συνυπαιτιότητας της εναγομένης, των περιστατικών της συνυπαιτιότητάς της και σε τί συνίσταται αυτή, καθώς και της αιτιώδους συμβολής της τυχόν συνυπαιτιότητάς της στην πρόκληση της ζημίας των δικαιούχων της αποζημίωσης [βλ. ΕφΛαρ 646/2006 ΤΝΠΔΣΑ, ΕφΛαρ 26/2004 Αρμ 2004/992, γενικότερα βλ. Γεωργιάδη στον ΑΚ Γεωργιάδη/Σταθόπουλου, άρθρ. 927 αριθ. 29, Βαθρακοκοίλη, ΕρμΝομΑΚ, τόμος Ρ, ημίτομ. Γ, ΕιδΕνοχ, έκδ. 2006, άρθρ. 927 αριθ. 16]. Δηλαδή η ενάγουσα δεν επικαλείται περιστατικά τα οποία να θεμελιώνουν ότι το αίτιο του ατυχήματος συνδέεται με το ρυμουλκούμενο που ασφάλιζε η εναγομένη και ότι αφορά συνυπαιτιότητα των προσώπων που σχετίζονται με το ρυμουλκούμενο (λ.χ. τυχόν ρήξη του συνδέσμου του ρυμουλκούμενου με το ρυμουλκό λόγω ελαττώματος του ρυμουλκούμενου, τυχόν κακή στοιβασία του φορτίου του ρυμουλκούμενου). Αντιθέτως, μάλιστα, η ενάγουσα εκθέτει στην κρινόμενη αγωγή ότι αποδέχθηκε την….απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία έκρινε ότι η εκτροπή και πρόσκρουση του ρυμουλκούμενου στο μοτοποδήλατο του…..και ο θανάσιμος τραυματισμός του τελευταίου οφείλονταν αποκλειστικά σε υπαιτιότητα (αμέλεια) του οδηγού του ρυμουλκού (φορτηγού), το οποίο και ήταν ασφαλισμένο σε εκείνη για την αστική ευθύνη προς τρίτους από την κυκλοφορία του. Εξάλλου, το πιο πάνω συμπέρασμα, της αοριστίας της αγωγής, δεν αναιρείται από το γεγονός ότι το άρθρ. 6α § 4 ν. 489/1976 «περί υποχρεωτικής ασφαλίσεως της εξ ατυχημάτων αυτοκινήτων αστικής ευθύνης», το οποίο προστέθηκε με το άρθρ. 4 ν. 3557/2007 - καταργώντας την μέχρι τότε ισχύουσα, από το άρθρ. 21 της Κ4/585/1978 Α.Υ.Ε., αρχή της επικουρικότητας της ασφάλισης του ρυμουλκούμενου έναντι της ασφάλισης του ρυμουλκού [βλ. Κρητικό, Αποζημίωση από αυτοκινητικά ατυχήματα, έκδ. 2008, § 25 αριθ. 36 και αριθ. 40 υποσημ. 36, ΑΠ 6/2010 ΝοΒ 2010/1477, ΑΠ 309/2005 ΕλΔ 2006/1360] - προβλέπει ότι «αν προκληθεί ατύχημα από ρυμουλκό όχημα που συνδέεται με ρυμουλκούμενο, οι ασφαλιστές του ρυμουλκού και του ρυμουλκούμενου οχήματος, αντίστοιχα, ευθύνονται εις ολόκληρον έναντι των ζημιωθέντων τρίτων και η ευθύνη αυτών περιορίζεται μέχρι του ασφαλιστικού ποσού των σχετικών συμβάσεων, επιφυλασσομένου σε αυτούς του δικαιώματος της εκατέρωθεν αναγωγής για την κατανομή της ζημίας». Και τούτο διότι, η εις ολόκληρον ευθύνη των ασφαλιστή του ρυμουλκού και του ασφαλιστή του ρυμουλκούμενου, η οποία προβλέπεται με την πιο πάνω διάταξη (άρθρ. 6α § 4 ν. 489/1976), τελεί υπό την αυτονόητη προϋπόθεση της ύπαρξης αστικής ευθύνης (παράνομη και υπαίτια πράξη ή παράλειψη) τόσο των προσώπων που συνδέονται με το ρυμουλκό όσο και των προσώπων που συνδέονται με το ρυμουλκούμενο, αφού ο νομοθέτης δεν θέλησε την οπωσδήποτε ευθύνη αμφοτέρων των ασφαλιστών ανεξάρτητα από την ύπαρξη αστικής ευθύνης των προσώπων που συνδέονται με τα αντίστοιχα τμήματα (ρυμουλκό - ρυμουλκούμενο) του ενιαίου συρμού [βλ. Κρητικό ο.π, § 25 αριθ. 40]. Γενικότερα, η θεμελίωση της κατά το άρθρ. 926 ΑΚ εις ολόκληρον ευθύνης περισσότερων προσώπων απέναντι στο ζημιωθέντα - και συνακόλουθα της αναγωγής μεταξύ τους κατά το άρθρ. 927 ΑΚ - απαιτεί προηγουμένως ότι υπάρχει ευθύνη των προσώπων αυτών θεμελιωμένη ήδη σε άλλες διατάξεις [βλ. Κορνηλάκη, ΕιδΕνοχΔ I, έκδ. 2002, § 95 αριθ. 1]Κατόπιν των παραπάνω η αγωγή πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη (λόγω της αοριστίας αυτής), ενώ τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων θα συμψηφιστούν στο σύνολό τους, επειδή η ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόστηκαν ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (άρθρ. 179 ΚΠολΔ).

Ολοσχερής καταστροφή αυτοκινήτου. Ορισμένο αγωγής. Συνυπολογισμός αξίας υπολειμμάτων.

ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ 139/2013

ΑΠΟΦΑΣΗ

Απόσπασμα……Σύμφωνα με την απολύτως κρατούσα άποψη, σε περίπτωση ολοσχερούς καταστροφής του αυτοκινήτου, συνεπεία τροχαίου αυτοκινητικού ατυχήματος, ο κύριος αυτού δικαιούται να ζητήσει από τον ζημιώσαντα να του καταβάλει ποσό που αντιστοιχεί στην αξία που είχε το αυτοκίνητό του πριν από την επέλευση της ζημίας (βλ. ενδ. ΑΠ 183/1991, ΕλλΔνη (1992), 810, ΑΠ 2060/1983, ΝοΒ (33), 25, ΑΠ 1007/1977, ΝοΒ (26), 907, ΕφΑΘ 1291/1993, ΕπΣυγκΔ (1993), 255, ΕφΑΘ 2469/1993, ΕπΣυγκΔ (1994), 33, ΕφΑΘ 10613/1990, ΕΕΝ (1990), 512, Α.Κρητικό, Αποζημίωση από αυτοκινητικά ατυχήματα, δ' έκδ. (2008), σελ. 466 επ.). Εξάλλου, ως ολοσχερής καταστροφή του αυτοκινήτου νοείται τόσο η περίπτωση εκείνη κατά την οποία μετά το ατύχημα δεν είναι τεχνικά δυνατή η αποκατάσταση των ζημιών όσο και εκείνη κατά την οποία η αποκατάσταση των ζημιών αυτών είναι οικονομικά ασύμφορη, κυρίως διότι υπερβαίνει το κόστος για την απόκτηση ενός άλλου ισάξιου με το ζημιωμένο αυτοκίνητο (βλ. έτσι ΕφΠατρ 187/2005, ΑχΝομ (2006), 694, ΕφΠατρ 348/2004, ΑχΝομ (2005), 609, ΕφΠατρ 688/2002, ΑχΝομ (2003), 638, ΕφΑθ 220/1994, ΕπΣυγκΔ (1994), 427, ΕφΑθ 5613/1993, ΕπΣυγκΔ (1995), 186, ΕφΑθ 6879/1989, ΕπΣυγκΔ (1990), 187, Α.Κρητικό, ό.π., σελ. 466). Τέλος, για το ορισμένο της αγωγής, με την οποία διώκεται αποζημίωση για την ολοσχερή καταστροφή αυτοκινήτου, αρκεί η αναγραφή του συνόλου της ζημίας (ήτοι της αξίας του αυτοκινήτου πριν το ατύχημα και επίκληση ότι το αυτοκίνητο καταστράφηκε ολοσχερώς για ένα από τους προαναφερόμενους λόγους) η περαιτέρω εξειδίκευση της ζημίας, όπως περιγραφή των επιμέρους βλαβών, της δαπάνης επισκευής, των σωζόμενων υπολειμμάτων και της αξίας αυτών δεν ανάγονται στο ορισμένο της σχετικής αγωγής, αλλά αφορούν την ουσιαστική βασιμότητά της και είναι ζητήματα αποδείξεως (ΑΠ 1051/1988, ΕΕΝ (1999), 877, ΑΠ 1006/1977, ΝοΒ (26), 907, ΕφΑθ 138/2006, ΕπΣυγκΔ (2006), 646, ΕφΠατρ 519/2005, ΑχΝομ (2006), 716, ΕφΘεσ 1694/2003, Αρμ (2004), 66, ΕφΑθ 220/1994, ΕπΣυγκΔ (1994), 427, Α. Κρητικός, ό.ττ., σελ. 481-482). Εξάλλου, σύμφωνα με την ορθότερη και κρατούσα άποψη σε περίπτωση ολοσχερούς καταστροφής αυτοκινήτου λόγω τροχαίου ατυχήματος, ο υπόχρεος σε αποζημίωση, εφόσον ο δικαιούχος της αποζημίωσης δεν συνυπολογίζει-προαφαιρεί την αξία των υπολειμμάτων του καταστραφέντος ούτε προσφέρεται στην αυτούσια απόδοση των υπολειμμάτων αυτών, δικαιούται να ζητήσει κατ’ ένσταση τον συνυπολογισμό της αξίας των υπολειμμάτων. Σε καμία περίπτωση, όμως, δεν μπορεί να ζητήσει την αυτούσια απόδοση των ίδιων των υπολειμμάτων (βλ. σχετικά Α. Κρητικό, ό.π., σελ. 475, Ι. Κατρά, ευθύνη από τροχαία ατυχήματα, 2003, σελ. 110). Εξάλλου, σε περίπτωση που ο ίδιος ο ενάγων-δανειστής υπολογίζει στην αγωγή του και προαφαιρεί την αξία των υπολειμμάτων ο ισχυρισμός του εναγομένου σχετικά με το ύψος της αξίας των υπολειμμάτων συνιστά αιτιολογημένη άρνηση αυτού.

Ολοσχερής καταστροφή αυτοκινήτου. Ορισμένο αγωγής. Συνυπολογισμός αξίας υπολειμμάτων.

 

ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ 139/2013

ΑΠΟΦΑΣΗ

 

Απόσπασμα……Σύμφωνα με την απολύτως κρατούσα άποψη, σε περίπτωση ολοσχερούς καταστροφής του αυτοκινήτου, συνεπεία τροχαίου αυτοκινητικού ατυχήματος, ο κύριος αυτού δικαιούται να ζητήσει από τον ζημιώσαντα να του καταβάλει ποσό που αντιστοιχεί στην αξία που είχε το αυτοκίνητό του πριν από την επέλευση της ζημίας (βλ. ενδ. ΑΠ 183/1991, ΕλλΔνη (1992), 810, ΑΠ 2060/1983, ΝοΒ (33), 25, ΑΠ 1007/1977, ΝοΒ (26), 907, ΕφΑΘ 1291/1993, ΕπΣυγκΔ (1993), 255, ΕφΑΘ 2469/1993, ΕπΣυγκΔ (1994), 33, ΕφΑΘ 10613/1990, ΕΕΝ (1990), 512, Α.Κρητικό, Αποζημίωση από αυτοκινητικά ατυχήματα, δ' έκδ. (2008), σελ. 466 επ.). Εξάλλου, ως ολοσχερής καταστροφή του αυτοκινήτου νοείται τόσο η περίπτωση εκείνη κατά την οποία μετά το ατύχημα δεν είναι τεχνικά δυνατή η αποκατάσταση των ζημιών όσο και εκείνη κατά την οποία η αποκατάσταση των ζημιών αυτών είναι οικονομικά ασύμφορη, κυρίως διότι υπερβαίνει το κόστος για την απόκτηση ενός άλλου ισάξιου με το ζημιωμένο αυτοκίνητο (βλ. έτσι ΕφΠατρ 187/2005, ΑχΝομ (2006), 694, ΕφΠατρ 348/2004, ΑχΝομ (2005), 609, ΕφΠατρ 688/2002, ΑχΝομ (2003), 638, ΕφΑθ 220/1994, ΕπΣυγκΔ (1994), 427, ΕφΑθ 5613/1993, ΕπΣυγκΔ (1995), 186, ΕφΑθ 6879/1989, ΕπΣυγκΔ (1990), 187, Α.Κρητικό, ό.π., σελ. 466). Τέλος, για το ορισμένο της αγωγής, με την οποία διώκεται αποζημίωση για την ολοσχερή καταστροφή αυτοκινήτου, αρκεί η αναγραφή του συνόλου της ζημίας (ήτοι της αξίας του αυτοκινήτου πριν το ατύχημα και επίκληση ότι το αυτοκίνητο καταστράφηκε ολοσχερώς για ένα από τους προαναφερόμενους λόγους)· η περαιτέρω εξειδίκευση της ζημίας, όπως περιγραφή των επιμέρους βλαβών, της δαπάνης επισκευής, των σωζόμενων υπολειμμάτων και της αξίας αυτών δεν ανάγονται στο ορισμένο της σχετικής αγωγής, αλλά αφορούν την ουσιαστική βασιμότητά της και είναι ζητήματα αποδείξεως (ΑΠ 1051/1988, ΕΕΝ (1999), 877, ΑΠ 1006/1977, ΝοΒ (26), 907, ΕφΑθ 138/2006, ΕττΣυγκΔ (2006), 646, ΕφΠατρ 519/2005, ΑχΝομ (2006), 716, ΕφΘεσ 1694/2003, Αρμ (2004), 66, ΕφΑθ 220/1994, ΕττΣυγκΔ (1994), 427, Α.Κρητικός, ό.ττ., σελ. 481-482). Εξάλλου, σύμφωνα με την ορθότερη και κρατούσα άποψη σε περίπτωση ολοσχερούς καταστροφής αυτοκινήτου λόγω τροχαίου ατυχήματος, ο υπόχρεος σε αποζημίωση, εφόσον ο δικαιούχος της αποζημίωσης δεν συνυπολογίζει-προαφαιρεί την αξία των υπολειμμάτων του καταστραφέντος ούτε προσφέρεται στην αυτούσια απόδοση των υπολειμμάτων αυτών, δικαιούται να ζητήσει κατ’ ένσταση τον συνυπολογισμό της αξίας των υπολειμμάτων. Σε καμία περίπτωση, όμως, δεν μπορεί να ζητήσει την αυτούσια απόδοση των ίδιων των υπολειμμάτων (βλ. σχετικά Α.Κρητικό, ό.π., σελ. 475, Ι. Κατρά, ευθύνη από τροχαία ατυχήματα, 2003, σελ. 110). Εξάλλου, σε περίπτωση που ο ίδιος ο ενάγων-δανειστής υπολογίζει στην αγωγή του και προαφαιρεί την αξία των υπολειμμάτων ο ισχυρισμός του εναγομένου σχετικά με το ύψος της αξίας των υπολειμμάτων συνιστά αιτιολογημένη άρνηση αυτού.

Αναζήτηση

Χρίστος Καραμπάγιας | Μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών