ΜΕΤΑΦΟΡΕΣ ΕΜΠΟΡΕΥΜΑΤΩΝ

 

Παράδοση των πραγμάτων από τον μεταφορέα στον αγοραστή προς θαλάσσια μεταφορά χωρίς την χρήση φορτωτικής, ενεχύραση φορτωτικής.

 

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ   1029/2010

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Οι συμβάσεις πωλήσεως και μεταφοράς, που συνάπτονται από τον πωλητή - αποστολέα με τον αγοραστή και τον μεταφορέα αντιστοίχως, διατηρούν την αυτοτέλειά τους, όσον αφορά τις προϋποθέσεις συνδρομής και δικαιοπαραγωγικών περιστατικών, την ανώμαλη εξέλιξη της ενοχής και την απόσβεση των εκατέρωθεν δικαιωμάτων και υποχρεώσεων για καθεμία από αυτές τις συμβάσεις, χωρίς να επηρεάζονται αναγκαίως και οι λοιπές.

Έτσι η παράδοση των πραγμάτων από τον μεταφορέα στον αγοραστή, χωρίς την χρήση φορτωτικής, δεν καθιστά την προς τον αγοραστή παροχή του πωλητή  μη προσήκουσα, ώστε να απαλλάσσεται ο αγοραστής από την υποχρέωση καταβολής του τιμήματος στον πωλητή, εφ όσον ο εκδοχέας της σχετικής αξίωσης τούτου ενεχυρούχος δανειστής της φορτωτικής, κατά την παράδοση των πραγμάτων, δεν έχει καταστήσει ενεργό το από το ενέχυρο δικαίωμά του έναντι του αγοραστή.

Η από την πώληση συμβατική υποχρέωση του αγοραστή, χωρίς την παρεμβολή αξίωσης από το ενέχυρο της φορτωτικής, παραμένει αναλλοίωτη έναντι του πωλητή, που εκπληρώνει τη συμβατική υποχρέωσή του με την παράδοση των πραγμάτων στον αγοραστή.

Στην περίπτωση αυτή δημιουργείται ανάλογη ευθύνη απόδοσης στον πωλητή από τον μεταφορέα του τυχόν ληφθέντος, από τον αγοραστή, τιμήματος.

Η αξίωση απόδοσης του ληφθέντος τιμήματος δεν υπόκειται στην ετήσια παραγραφή, γιατί δεν δημιουργήθηκε κατά την άσκηση δικαιωμάτων από την φορτωτική και τη σύμβαση ενεχύρασης.  

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ   1029/2010

Απόσπασμα……Από τις διατάξεις των άρθρων 1, 3, 5, 6 και 10 της Διεθνούς Συμβάσεως για την ενοποίηση ορισμένων νομικών Κανόνων σχετικώς με τις φορτωτικές, που κυρώθηκε με το Ν. 2107/1992, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 125 και 168-173 του ΚΙΝΔ συνάγεται ότι οι κανόνες Χάγης-Βίσμπυ έχουν αναγκαστικό χαρακτήρα και εφαρμόζονται αποκλειστικώς σε ναυλώσεις, οι οποίες συνιστούν συμβάσεις θαλάσσιας μεταφοράς πραγμάτων και καλύπτονται από φορτωτική ή παρόμοιο τίτλο. Η έκδοση φορτωτικής όχι μόνον δημιουργεί δικαιώματα, αλλά αποτελεί αποκλειστικό αποδεικτικό μέσο για το "αξιογραφικό" περιεχόμενό του. Επί συμβάσεως θαλάσσιας μεταφοράς πραγμάτων αποδεικνύει τη σύμβαση μεταφοράς, ενώ το "ενσωματωμένο" δικαίωμα εξαρτάται από την τύχη του εγγράφου της φορτωτικής, η κατοχή της οποίας είναι απαραίτητη για την ενάσκησή του. Ο οικονομικός δεσμός της συμβάσεως πωλήσεως με τη σύμβαση μεταφοράς γίνεται ιδιαιτέρως στενός και η σύμβαση ναυλώσεως-μεταφοράς καθίσταται βοηθητική της πωλήσεως, την οποία συνήθως ακολουθεί η τραπεζική σύμβαση προς είσπραξη του τιμήματος ή το άνοιγμα πιστώσεως μέσω ενεχυράσεως της φορτωτικής. Το περιεχόμενο της φορτωτικής δεν αφορά μόνον τις σχέσεις του εκναυλωτή - εκδότη αυτής και μεταφορέα προς τον ναυλωτή, αλλά αφορά και τις σχέσεις του πρώτου με τον κομιστή του τίτλου, ο οποίος είναι ο παραλήπτης του φορτίου και ως εκ τούτου υπηρετεί την ασφάλεια των συναλλαγών. Ο καθορισμός του εκναυλωτή, του ναυλωτή, του παραλήπτη, του πλοίου και του πλοιάρχου γίνονται δια της αναγραφής του ονόματος ή της επωνυμίας αυτών στη φορτωτική, η οποία μετά την παράδοση των εμπορευμάτων στον παραλήπτη επιστρέφεται στον εκδότη. Κατά, το άρθρο 32 παρ. 1 του ν. 559/1977 "περί κυρώσεως της εν Γενεύη την 19 Μαΐου 1956 υπογραφείσης διεθνούς συμβάσεως επί του συμβολαίου περί των διεθνών μεταφορών εμπορευμάτων οδικώς (G.M.R) και του Πρωτοκόλλου υπογραφής", ο χρόνος παραγραφής των αξιώσεων για την έγερση αγωγών συνεπεία μεταφοράς, δυνάμει της συμβάσεως αυτής, είναι ένα έτος και επί ηθελημένης κακής διαχειρίσεως τρία έτη, εφαρμοστέα δε είναι η εν λόγω σύμβαση, κατά το άρθρο 2 παρ. 1 αυτής και όταν τα εμπορεύματα μεταφέρονται για μέρος του ταξιδιού δια θαλάσσης, εφόσον δεν εκφορτώνονται από το μεταφέρον αυτά όχημα. Από δε τις διατάξεις των άρθρων 1247, 1248 1254 ΑΚ συνάγεται ότι η σύσταση ενεχύρου απαιτήσεως γίνεται με συμφωνία ενεχυράζοντος και δανειστού, η οποία καταρτίζεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο η με ιδιωτικό βεβαίας χρονολογίας και γνωστοποιείται στον οφειλέτη από τον ενεχυραστή. Το ενέχυρο αυτό χορηγεί στο δανειστή το δικαίωμα είτε να εισπράξει την ενεχυρασθείσα απαίτηση, είτε να απαιτήσει να του εκχωρηθεί αυτή αντί καταβολής. Παρόμοιο ενέχυρο προβλέπεται και από τα άρθρα 36 και 39 του ν.δ της 17-7/13-8-1923, που διατηρήθηκε σε ισχύ αρχικά με το άρθρο 41 Εισ ΝΑΚ και ακολούθως με το άρθρο 52 παρ. 3 Εισ. Ν.Κ.Πολ.Δ. Το τελευταίο αυτό ενέχυρο διαφέρει του πρώτου κατά το ότι: (Α) το περί της συστάσεώς του έγγραφο μπορεί να είναι απλό, τουτέστιν να μη φέρει βεβαία χρονολογία, β) η ενεχύραση γνωστοποιείται στον τρίτο από οποιονδήποτε εκ των συμβαλλομένων και όχι μόνον από τον ενεχυραστή, γ)η γνωστοποίηση αυτή συντελείται με ειδικό τρόπο, ήτοι με την επίδοση αντιγράφου της συμβάσεως ενεχυράσεως ή με άλλον ισοδύναμο τρόπο, όπως είναι η επίδοση της αγωγής ή η αναγγελία σε πλειστηριασμό και δ) από της επιδόσεως του αντιγράφου επέρχεται εκ του νόμου εγχώρηση της ενεχυρασθείσης απαιτήσεως στο δανειστή, που σημαίνει ότι αποκόπτεται έκτοτε κάθε δεσμός του ενεχυραστή με την ενεχυρασθείσα απαίτηση, την οποία, στην έκταση που εκχωρήθηκε, δεν μπορεί ούτε να εισπράξει (αν καταστεί ληξιπρόθεσμη πριν από την ασφαλισμένη απαίτηση), ούτε να την μεταβιβάσει περαιτέρω. Από δε τα άρθρα 297, 298,330, 1224 εδ. Α, 1235 αριθ. 1, 1243 αριθ. 1 και 1256 ΑΚ συνάγεται ότι ο ενεχυρούχος δανειστής έχει υποχρέωση να διαφυλάσσει την ενοχική απαίτηση του ενεχυραστή κατά τρίτου, στην οποία έχει συσταθεί το ενέχυρο, έτσι ώστε να μην επέλθει μερική ή ολική απόσβεση ή αποδυνάμωση αυτής, αν δε από πταίσμα του προκαλέσει την εν λόγω απόσβεση ή αποδυνάμωση και εντεύθεν ζημία στον ενεχυραστή, αυτός δικαιούται αποζημιώσεως, η αξίωσή του όμως παραγράφεται μετά έξι μήνες από την απόσβεση του ενεχύρου, η οποία επέρχεται, πλην άλλων, συνεπεία αποσβέσεως της απαιτήσεως. Συνέπεται από τις ανωτέρω διατάξεις, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 287 επ, 361, 513 και 416- 417 του ΑΚ, ότι οι συναπτόμενες, από τον πωλητή-αποστολέα των δια θαλάσσης διαμετακομιζομένων πραγμάτων με τον αγοραστή αυτών και τον μεταφορέα, συμβάσεις πωλήσεως και μεταφοράς αντιστοίχως, όπως και η περιέχουσα εκχώρηση της απαιτήσεως για το τίμημα των πραγμάτων ενεχύραση της φορτωτικής από τον πωλητή, διατηρούν την αυτοτέλειά τους όσον αφορά τις προϋποθέσεις συνδρομής και δικαιοπαραγωγικών περιστατικών, την ανώμαλη εξέλιξη της ενοχής και την απόσβεση των εκατέρωθεν δικαιωμάτων και υποχρεώσεων για καθεμία από αυτές τις συμβάσεις, χωρίς να επηρεάζονται αναγκαίως και οι λοιπές. Έτσι η για λόγους αναγόμενους στον ενεχυρούχο δανειστή και τον μεταφορέα παράδοση των πραγμάτων, χωρίς τη χρήση του αξιογράφου της φορτωτικής, προς τον αγοραστή δεν καθιστά την προς τον τελευταίο παροχή του πωλητή, από αυτόν και μόνο το λόγο, μη προσήκουσα, ώστε να απαλλάσσεται ο αγοραστής από την υποχρέωση καταβολής του τιμήματος προς τον αντισυμβαλλόμενό του πωλητή, εφόσον ο εκδοχέας της σχετικής αξίωσης τούτου ενεχυρούχος δανειστής της φορτωτικής, κατά την παράδοση των πραγμάτων, δεν έχει καταστήσει ενεργό το από το ενέχυρο δικαίωμά του έναντι του αγοραστή και έτσι δεν διαταράσσεται η ασφάλεια της συναλλαγής, που υπηρετεί η χρήση της φορτωτικής, η δε από την πώληση συμβατική υποχρεώση του αγοραστή, χωρίς την παρεμβολή αξίωσης από το ενέχυρο της φορτωτικής, παραμένει αναλλοίωτη έναντι του πωλητή, που εκπληρώνει τη συμβατική υποχρέωσή του με την παράδοση των πωληθέντων πραγμάτων στον αγοραστή. Στην περίπτωση αυτή δημιουργείται επίσης ανάλογη ευθύνη αποδόσεως στον πωλητή από τον ως εντολοδόχο (επιτετραμένο) αυτού, τυχόν λαβόντα το τίμημα από τον αγοραστή, μεταφορέα των εμπορευμάτων, χωρίς να εμπίπτει η αξίωση αυτή στην ειδική ενιαύσια παραγραφή του άρθρου 32 ν. 559/1977, αφού δεν δημιουργήθηκε κατά την ενάσκηση δικαιωμάτων από το αξιόγραφο της φορτωτικής και τη σύμβαση ενεχύρασής του. 

 

Απαιτήσεις από ζημία προσωπικών αντικειμένων, αποσκευών από ναυάγιο πλοίου εντός της ελληνικής επικράτειας και η παραγραφή της απαίτησης.

 

ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ   162/2004

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Απαιτήσεις από ζημία προσωπικών αντικειμένων, αποσκευών από ναυάγιο πλοίου εντός της ελληνικής επικράτειας, είτε στηρίζονται στη σύμβαση μεταφοράς, είτε στην αδικοπραξία, ρυθμίζονται αποκλειστικά και ενιαία από την Διεθνή Σύμβαση των Βρυξελλών (Κανόνες Χάγης - Βίσμπυ).

Από την ίδια σύμβαση ρυθμίζεται και το θέμα της παραγραφής. Δηλαδή ισχύει η ετήσια παραγραφή αυτής και όχι εκείνης των διατάξεων των άρθρων 289, 291 ΚΙΝΔ, ή των άρθρων 914, 937 ΑΚ, ή της Δ.Σ. των Αθηνών.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ   162/2004

Απόσπασμα……..Με τη διάταξη του άρθρου 148 ΚΙΝΔ προβλέπεται ότι το δικαίωμα προς αποζημίωση για μερική απώλεια ή ζημία των φορτωθέντων πραγμάτων αποσβέννυται μετά παρέλευση έτους από της παραλαβής τους. Για τις υπόλοιπες αξιώσεις του παραλήπτη κατά του θαλάσσιου μεταφορέα από τη σύμβαση ναυλώσεως, ή για μη προσήκουσα εκτέλεση της συμβάσεως, ισχύει η ετήσια παραγραφή του άρθρου 289 παρ. 4 σε συνδυασμό με το άρθρο 291 ΚΙΝΔ, η οποία αρχίζει από το τέλος του έτους κατά την οποία συμπίπτει η αφετηρία της αξιώσεως (βλ. σχετ. ΑΠ 836/2002, ΕΝΔ 30.277, Ε.Π. 654/99 ΕΝΔ 27.436, ΕΠ 1130/98 ΕΝΔ 27.442, ΕφΠειρ 769/02 ΕΝΔ 30.455 και εκεί νμλγ κ.α.). Στη περίπτωση κατά την οποία συρρέει και αξίωση από αδικοπραξία (914 ΑΚ), η αξίωση αυτή υπόκειται στην παραγραφή του άρθρου 937 ΑΚ (ΑΠ 836/2002 ο.π.). Εξάλλου με τον Ν. 2107/1992 επικυρώθηκε η Διεθνής Σύμβαση των Βρυξελλών της 25/8/1924 "για την ενοποίηση ορισμένων νομικών κανόνων σχετικά με τις φορτωτικές και τα τροποποιητικά αυτής πρωτόκολλα της 23/2/1968 και της 21/12/1979 (Κανόνες του Χάγης -Βίσμπυ). Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1 περ.β', 2 παρ.1 και 2, 3 παρ.1, 5 παρ.2 και 10 παρ.2, προκύπτει ότι οι διατάξεις της εν λόγω ΔΣ που εφαρμόζεται στην Ελλάδα από 2/6/1993, έχουν ισχύ στις θαλάσσιες μεταφορές που τα λιμάνια φορτώσεως και εκφορτώσεως βρίσκονται σε διαφορετικά κράτη, με την προϋπόθεση ότι οι παραπάνω μεταφορές καλύπτονται από φορτωτική ή άλλο παρόμοιο έγγραφο που αποτελεί τίτλο για τη θαλάσσια μεταφορά πραγμάτων. Επίσης εφαρμόζονται και στις θαλάσσιες μεταφορές μεταξύ ελληνικών λιμένων είτε εκδόθηκε φορτωτική είτε όχι. (βλ. σχ. Α.Κιάντου-Παμπούκη Κύρωση Κανόνων Χάγης-Βίσμπυ και Δίκαιο Ναυλώσεως , στην ΕΝΔ 21.287επ. και ιδία σελ.290, Κοροτζή, Η ευθύνη του θαλάσσιου μεταφορέα σύμφωνα με τους κανόνες Χάγης-Βίσμπυ, 1994, σελ. 13, Σωτηροπούλου, Οι κανόνες του "Βίσμπυ" ΕΕμπΔ 1994 σελ.309- 310). Κατά το άρθρο 4 παρ.5 εδ.α και β' των παραπάνω Κανόνων Χάγης-Βίσμπυ, καθορίζεται το συνολικό ποσό αποζημιώσεως που οφείλεται στον μεταφορέα για οποιαδήποτε απώλεια ή ζημία σε εμπορεύματα και ο τρόπος υπολογισμού του. Επιπλέον οι αυτοί Κανόνες Χάγης-Βίσμπυ ερρύθμισαν ειδικώς και ρητώς στο άρθρο 4β (που προστέθηκε με το άρθρο 3 του πιο πάνω πρωτοκόλλου της 23/2/1968) και τις περιπτώσεις στις οποίες εγείρεται αγωγή από αδικοπραξία είτε κατά του μεταφορέως είτε κατά του προστηθέντος αυτού. (βλ. σχετ. Κοροτζή ο.π. σελ. 41-43, 59-60, Π.Σωτηροπούλου ο.π. Α, Κιάντου-Παμπούκη ο.π., Θεοχαρίδη, Η αδικοπρακτική ευθύνη του θαλάσσιου μεταφορέα, 260-288, ΕΠ 1203/00 αδημ.,ΕΠ 160/2003 ΕΝΔ 31.261 κ.α.). Περαιτέρω με τη διάταξη του άρθρου 3 παρ.6 εδ.4, της Δ.Σ., όπως αυτό τροποποιηθέν διαμορφώθηκε από το άρθρο 1 του Πρωτοκόλλου της 23/2/1968, ορίζεται ότι ο μεταφορέας και το πλοίο θα απαλλάσσεται σε κάθε περίπτωση από οποιαδήποτε ευθύνη σχετικά με τα εμπορεύματα, εφόσον δεν έχει εγερθεί αγωγή εντός έτους από την παράδοση τους ή από την ημερομηνία που θα έπρεπε να έχουν παραδοθεί. Με τη διάταξη αυτή καθιερώνεται ετήσια παραγραφή του δικαιώματος του παραλήπτη για αποζημίωση του απωλεσθέντος ή βλαβέντος φορτίου. Η προθεσμία αυτή αρχίζει από της παραλαβής η παραδόσεως των πραγμάτων ή από την ημερομηνία που θα έπρεπε να είχαν παραδοθεί. Παράδοση-παραλαβή νοείται η στιγμή κατά την οποία τα εμπορεύματα τίθενται στην ελεύθερη διάθεση του παραλήπτη η οποία καθιστά σ' αυτόν δυνατή την πραγματοποίηση της σωματικής παραλαβής τους. Η παραγραφή αυτή , μετά την ισχύ των Κανόνων της πιο πάνω Δ.Σ. ρυθμίζεται ενιαίως τόσο επί συμβατικής όσο και επί εξωσυμβατικής αξιώσεως και στην περίπτωση που συρρέουν οι σχετικές αξιώσεις, οι περιορισμοί που ισχύουν για τη συμβατική ευθύνη ισχύουν και για την ευθύνη από αδικοπραξία, σύμφωνα με τα όσα σαφώς ορίζονται στη διάταξη του άρθρου 4β παρ.1 της Δ.Σ. (Κοροτζή ο.π. σελ. 59-60, και Π.Σωτηροπούλου ο.π. πρβλ ΑΠ 1002/02 ο.π.). Εξάλλου με την αναφερόμενη στην προηγούμενη παράγραφο (III) από 13/12/1974 Δ.Σ. των Αθηνών και το Πρωτόκολλο αυτής του έτους 1976, σχετικά με τη θαλάσσια μεταφορά επιβατών και των αποσκευών τους, καθορίστηκαν με τις διατάξεις των άρθρων 8 -10 τα όρια ευθύνης του μεταφορέα για απώλεια ή ζημία των αποσκευών των επιβατών με την έννοια του άρθρου 1 παρ.2 της Δ.Σ. ρυθμίστηκε το όριο ευθύνης και οι αξιώσεις των επιβατών, καθώς και τα περί παραγραφής των σχετικών αγωγών (άρθρο 10 βλ. ΑΠ 1002/2002 ΕΝΔ 30.273, ΕφΠειρ 181/01 αδημ.). Η εν λόγω Δ.Σ. για τους αναφερόμενους στην προηγούμενη παράγραφο λόγους δεν βρίσκει έδαφος εφαρμογής στην προκειμένη περίπτωση. Κατά τη διάταξη του άρθρου 187 του ΚΙΝΔ ως προς τη φόρτωση, μεταφορά και εκφόρτωση των αποσκευών του εκναυλωτή, εφαρμόζονται αναλόγως οι περί συμβάσεως ναυλώσεως διατάξεις και ειδικότερα οι περί μεταφοράς πραγμάτων διατάξεις, ενώ κατά την επομένη διάταξη του άρθρου 188, εάν ο επιβάτης διατήρησε την παραφυλακή των αποσκευών του, ο εκναυλωτής ευθύνεται μόνο στην περίπτωση υπαιτίου ως προς αυτές πράξεις του πλοιάρχου ή του πληρώματος. Σύμφωνα επομένως με όσα έγινα δεκτά πιο πάνω οι διατάξεις του ΚΙΝΔ που αφορούν μεταφορές πραγμάτων μεταξύ ελληνικών λιμένων, διατάξεις οι οποίες έχουν σχέση με τα κυρούμενα κείμενα από της πιο πάνω αναφερόμενης Δ.Σ. των Βρυξελλών του 1924 και τα δύο τροποποιητικά Πρωτόκολλα αυτής (1968/1979), έχουν καταργηθεί από τη τελευταία και ρυθμίζονται έκτοτε από την ισχύ του ν. 2107/92 από τις διατάξεις της Διεθνούς αυτής Συμβάσεως. Επομένως η εν λόγω Διεθνής Σύμβαση ρυθμίζει, πλην άλλων, τις αξιώσεις των επιβατών κατά του μεταφορέα για αποζημίωση λόγω απώλειας των αποσκευών τους, καθώς και τα της παραγραφής των αξιώσεων αυτών, εφόσον τα ζητήματα αυτά δεν ρυθμίζονται από την ειδικότερη Δ.Σ. των Αθηνών, (όπως δεν ρυθμίζονται στην προκειμένη περίπτωση, η οποία, όπως πιο πάνω έχει αναπτυχθεί, δεν αφορά διεθνή μεταφορά). 

 

Οι κατά του ΟΛΠ αγωγές για ζημία  ή απώλεια μεταφερομένων εμπορευμάτων.

 

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ  950/2006

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Ο ΟΛΠ απολαμβάνει όλων των προνομίων, απαλλαγών και ατελειών, των οποίων απολαμβάνει το Δημόσιο σε όλες τις δημόσιες και ιδιωτικές σχέσεις και συναλλαγές του.

Κατά του ΟΛΠ οι αγωγές για ζημίες ή απώλειες μεταφερομένων εμπορευμάτων είναι απαράδεκτες εφόσον κοινοποιηθούν σε αυτή μετά την πάροδο τριμήνου, από τότε που ο ενδιαφερόμενος παρέλαβε το εμπόρευμα,  ή έλαβε οπωσδήποτε γνώση ότι υπάρχει οποιαδήποτε ζημία ή απώλεια.

Η αποσβεστική αυτή προθεσμία δεν αναστέλλεται από τις ειδικές ή γενικές  διατάξεις περί αναστολής.

Εντός της αυτής αποσβεστικής προθεσμίας πρέπει να ασκηθεί και η αγωγή του υποκατασταθέντος ασφαλιστή.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ  950/2006

Απόσπασμα……Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 2688/1999 ορίζεται ότι το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία «Οργανισμός Λιμένος Πειραιώς» που ιδρύθηκε με το ν. 4748/1930 και αναμορφώθηκε με τον α.ν. 1559/1950, που κυρώθηκε με το ν. 1630/1951, όπως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε μεταγενέστερα, μετατρέπεται σε ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «Οργανισμός Λιμένος Πειραιώς Ανώνυμη Εταιρία» και με διακριτικό τίτλο «ΟΛΠ ΑΕ» και ότι η ΟΛΠ ΑΕ είναι ανώνυμη εταιρεία κοινής ωφέλειας με σκοπό την εξυπηρέτηση του δημόσιου συμφέροντος, λειτουργεί κατά τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας, απολαμβάνει διοικητικής και οικονομικής αυτοτέλειας, τελεί υπό την εποπτεία του Υπουργείου Εμπορικής Ναυτιλίας και διέπεται από τον παρόντα νόμο και τον κ.ν.2190/1920 και συμπληρωματικά από τις διατάξεις του ν. 2414/1996, καθώς και του α.ν. 1559/1950 , όπως κάθε φορά ισχύουν. Επίσης, κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 περ. α΄ του ίδιου ν. 2688/1999, οι διατάξεις του α.ν. 1559/1950 εφαρμόζονται αναλόγως στην εταιρεία ΟΛΠ ΑΕ, εκτός εκείνων που αναφέρονται σε θέματα τα οποία ρυθμίζονται διαφορετικά από τις διατάξεις του παρόντος νόμου που αφορούν την ΟΛΠ ΑΕ, κατά δε τη διάταξη του αυτού άρθρου 2 παρ. 2 εδ. α΄ του ίδιου ν. 2688/1999, οι διατάξεις του άρθρου 3 του α.ν. 1559/1950 εφαρμόζονται στην εταιρεία ΟΛΠ ΑΕ , η οποία υπόκειται μόνο σε φόρο εισοδήματος. Επομένως, η εταιρεία αυτή (ΟΛΠ ΑΕ), σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 3 του ως άνω α.ν.1559/1950 απολαύει όλων των προνομίων, απαλλαγών και ατελειών , των οποίων απολαύει το Δημόσιο σε όλες τις δημόσιες και ιδιωτικές σχέσεις και συναλλαγές του, εφαρμοζομένων εν γένει όλων των σχετικών διατάξεων εξαιρετικού δικαίου που ισχύουν εκάστοτε για το Δημόσιο, σύμφωνα δε με την παρ. 2 περ. ε΄ του αυτού άρθρου 3 του ίδιου α.ν. 1559/1950 οι κατά της εταιρείας αυτής αγωγές για ζημίες ή απώλειες εμπορευμάτων είναι απαράδεκτες εφόσον κοινοποιηθούν σ' αυτή μετά την πάροδο τριμήνου αφ' ης ο ενδιαφερόμενος παρέλαβε το εμπόρευμα ή αφ' ης έλαβε οπωσδήποτε γνώση ότι υπάρχει οποιαδήποτε ζημία ή απώλεια, η δε προθεσμία αυτή δεν αναστέλλεται υπό του δικαιοστασίου ή άλλων ειδικών ή γενικών διατάξεων. Όπως προκύπτει από την αδιάστικτη διατύπωση της τελευταίας αυτής διάταξης του άρθρου 3 παρ. 2 περ. ε΄ του α.ν. 1559/1950 και τη σκοπούμενη από το νομοθέτη ταχεία εκκαθάριση των διαφορών μετά της ΟΛΠ ΑΕ από ζημίες ή απώλειες εμπορευμάτων, η θεσπιζόμενη με τη διάταξη αυτή τρίμηνη αποσβεστική προθεσμία καταλαμβάνει κάθε αγωγή αποζημίωσης από ζημίες ή απώλειες εμπορευμάτων, επομένως και την πηγάζουσα από συμπεριφορά προστηθέντων από την ΟΛΠ ΑΕ, συγκεντρώνουσα τους όρους της αδικοπραξίας (βλ. σχετ. ΑΠ 634/1993 για τον ΟΛΠ).

 

 

Ενσωμάτωση στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο των ρητρών του Ινστιτούτου Ασφαλιστών του Λονδίνου.

 

ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ 5636/2003

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Στους κλάδους του εμπορίου, των μεταφορών και των ασφαλίσεων, η υπαγωγή στο αγγλικό δίκαιο είναι εύλογη και φυσική.

Ετσι μπορεί να συμπεριληφθούν στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο έντυποι όροι εκ των προτέρων διατυπωμένοι για απροσδιόριστο αριθμό μελλοντικών συμβάσεων όπως είναι αυτοί του Ινστιτούτου Ασφαλιστών του Λονδίνου της 1-11-1985 με την κωδικοποιημένη ονομασία Institute Yacht Clauses.

Οι γενικοί αυτοί όροι έχουν την ίδια νομική αξία και σημασία, με τους ειδικούς όρους και το περιεχόμενο του ασφαλιστηρίου, είναι δε υποχρεωτικοί, έστω και αν δεν καλύπτονται με την υπογραφή των συμβαλλομένων, αρκεί να γίνεται σαφής παραπομπή σε αυτούς στη σύμβαση θαλάσσιας ασφάλισης, γιατί θεωρούνται αναπόσπαστο μέρος αυτής

Οι όροι αυτοί πρέπει να επισημανθούν κατά τρόπο ρητό. Ρητή επισήμανση σημαίνει ρητή παραπομπή σε αυτούς και όχι παράθεση και ανάλυση του κειμένου των όρων συναλλαγής στην ασφαλιστική σύμβαση.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ  

ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ 5636/2003

Απόσπασμα…….Όπως προκύπτει από την διάταξη του άρθρου 25 ΑΚ, οι ενοχές από σύμβαση ρυθμίζονται από το δίκαιο στο οποίο έχουν υποβληθεί τα μέρη. Με την διάταξη αυτή καθιερώνεται η αρχή της αυτονομίας της βούλησης ως προς την υποβολή μιας σύμβασης, που αναφέρεται σε διεθνή συναλλαγή, στο δίκαιο ορισμένης Πολιτείας. Η αυτονομία, όμως, αυτή δεν είναι απόλυτη, με την έννοια ότι δεν μπορεί να επιλεγεί δίκαιο προς το οποίο δεν συνδέεται κάποιο από τα στοιχεία της σύμβασης, έστω και χαλαρά. Δηλαδή, δεν έχει σημασία αν ο σύνδεσμος, κρινόμενος αντικειμενικά, είναι πολύ ασθενέστερος από τους συνδέσμους, που παρουσιάζει η σύμβαση με άλλα δίκαια, διότι αξία έχει η ύπαρξη του συνδέσμου και όχι η εγγύτητα αυτού (Έλλη Κρίσπη-Νικολετοπούλου: Ενοχαί εκ συμβάσεως, κατά το Ιδιωτικόν Διεθνές Δίκαιον, σελ. 61-62). Άλλωστε, υπάρχει η τάση για μέγιστη δυνατή διεύρυνση της έννοιας του συνδέσμου, ώστε να διευρύνεται και ο κύκλος των δικαίων, μεταξύ των οποίων μπορεί να γίνει η επιλογή. Όπως, μάλιστα, παρατηρείται σχετικά, σε ορισμένους κλάδους του εμπορίου, των μεταφορών, αλλά και των ασφαλίσεων, υπάρχει η τάση για διεθνή τυποποίηση ή ενοποίηση, ο σκοπός, δε, επιτυγχάνεται εκτός από τις διεθνείς συμβάσεις, με την υποβολή των σπουδαιότερων τύπων των σχετικών συμβάσεων στο ίδιο δίκαιο, ανεξάρτητα από την ιθαγένεια ή κατοικία των συμβαλλομένων ή του τόπου σύναψης ή εκτέλεσης της σύμβασης. Στους πιο πάνω κλάδους του εμπορίου, των μεταφορών και των ασφαλίσεων, η υπαγωγή στο αγγλικό δίκαιο είναι εύλογη και φυσική. Επομένως, ένας εσωτερικός σύνδεσμος μιας τέτοιας σύμβασης με το Αγγλικό δίκαιο δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί απαράδεκτος (Ε. Κρίσπη-Νικολετοπούλου, ο.π. σελ. 65 - βλ. σημ. 25). Η πιο πάνω τάση έχει ήδη κατοχυρωθεί με το άρθρο 3 § 1 της Κοινοτικής Σύμβασης της Ρώμης του 1980 «για το εφαρμοστέο δίκαιο στις συμβατικές ενοχές», πού κυρώθηκε με το Ν. 1792/1988, με το οποίο θεσπίζεται η απόλυτη ελευθερία των συμβαλλομένων για την επιλογή του εφαρμοστέου στη σύμβαση δικαίου. Και είναι μεν αληθές ότι ικανός αριθμός συμβάσεων, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ασφαλιστικές εξαιρείται του πεδίου εφαρμογής της πιο πάνω Κοινοτικής Σύμβασης της Ρώμης (αρθρ. 1 § 3) και, ως εκ τούτου, εξακολουθούν να υπάγονται στον κανόνα του άρθρου 25 Α.Κ. η εξαίρεση, όμως, αυτή έγινε (ειδικά για τις ασφαλιστικές συμβάσεις) για το λόγο ότι αποτελούν το αντικείμενο ειδικότερων συμφωνιών και συμβάσεων στα πλαίσια των προσπαθειών εναρμόνισης των δικαίων των Κρατών-Μελών της Ε.Ε. (Ζ. Παπασιώπη-Πασιά: Η Κοινοτική Σύμβαση της Ρώμης του 1980 σελ. 13, 16 και 17 σημ. 32). Η επιλογή του εφαρμοστέου δικαίου μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο ειδικότερης δικαιοπρακτικής ρύθμισης, κατά την σύναψη της βασικής έννομης σχέσης (π.χ. σύμβαση θαλάσσιας ασφάλισης) αλλά και μεταγενέστερα (μετασυμβατικός καθορισμός του εφαρμοστέου δικαίου), με την επίκληση διατάξεων του δικαίου αυτού, ακόμη και σιωπηρά, με το να μην αντιλέγει κανένα μέρος σε μια τέτοια επίκληση (Ζ. Παπασιώπη-Πασιά: ο.π. σελ. 9 επ. και σελ. 23, Δ. Ευρυγένης: Ι.Δ.Δ.Δ. εκδ. 1968 § 136, σελ. 175, μελέτη του ίδιου σε Αρμ. 24. 1066, Γ. Μαριδάκης: Ιδ.Δ.Δ. εκδ. β', τομ. Β' σελ. 28 σημ. 17)". Περαιτέρω, είναι δυνατό να περιλαμβάνονται στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο έντυποι όροι εκ των προτέρων διατυπωμένοι για απροσδιόριστο αριθμό μελλοντικών συμβάσεων όπως είναι αυτοί του Ινστιτούτου Ασφαλιστών του Λονδίνου της 1-11-1985 με την κωδικοποιημένη ονομασία Institute Yacht Clauses, στην περίπτωση ασφάλισης σκαφών κατά των θαλάσσιων κινδύνων. Οι γενικοί αυτοί όροι έχουν την ίδια νομική αξία και σημασία, με τους ειδικούς όρους και το περιεχόμενο του ασφαλιστηρίου, είναι, δε, υποχρεωτικοί, έστω και αν δεν καλύπτονται με την υπογραφή των συμβαλλομένων αρκεί να γίνεται σαφής παραπομπή σε αυτούς στη σύμβαση θαλάσσιας ασφάλισης, διότι θεωρούνται αναπόσπαστο μέρος αυτής (Αναστασιάδης: Εμπ. Δ.Τ.Α. § 1, 3, 218 σημ. 8, Α.Π. 840/1978 ΝοΒ 26. 682, Α.Π. 449/1964 ΝοΒ 12. 678, Εφ.ΑΘ. 4038/1984 Ε.Εμπ.Δ. 26, 265, Εφ.ΓΙειρ. 815/2000 ΕΝΔ 29. 166, Εφ.Πειρ. 564/1986 Ε.Εμπ.Δ. Μ. 620). Οι όροι αυτοί, οι οποίοι έχουν το χαρακτήρα γενικών όρων, πρέπει να επισημανθούν, και μάλιστα κατά τρόπο ρητό, από την ασφαλιστική εταιρεία που αντιμετωπίζεται ως «προμηθευτής» προς τον ασφαλισμένο, ο, οποίος αντιμετωπίζεται ως «καταναλωτής», κατά τη σύναψη της ασφαλιστικής σύμβασης, και συγκεκριμένα ότι η σύμβαση πρέπει να καταρτισθεί με τους προτεινόμενους όρους καθώς ο ασφαλισμένος, ως καταναλωτής εμπίπτει στις προστατευτικές διατάξεις του - Ν. 2251/1994 «Περί προστασίας των καταναλωτών». Ρητή επισήμανση σημαίνει ρητή παραπομπή σε αυτούς και όχι παράθεση και"" ανάλυση του κειμένου των όρων συναλλαγής στην ασφαλιστική σύμβαση. Έτσι, ο ασφαλιστής πρέπει να εξασφαλίσει στον εναγόμενο τη δυνατότητα να λάβει πραγματική γνώση του περιεχομένου τους, ο δε ασφαλισμένος να λάβει γνώση αυτών (Α.Π. 843/2001 Ελλ.Δνη 43 (2002) 751), και αυτό επιτυγχάνεται με την διατύπωση του συνόλου των όρων (γενικών και ειδικών) του ασφαλιστηρίου συμβολαίου στην ίδια γλώσσα και, κατά προτίμηση, σε γλώσσα, την οποία γνωρίζει ο ασφαλισμένος. Η υποχρέωση αυτή του ασφαλιστή απορρέει από την αρχή της διαφάνειας των συμβατικών όρων, που δεν αποτέλεσαν αντικείμενο διαπραγμάτευσης (Principle of clarity, transparezgebot) [βλ. Μεντή, ΓΟΣ (2000), 65 επ., Borges Inhaltskontrolle (2000), 125 επ., Ηeinrichs, Fs Trinkner (1995), 157 επ., ν. Hoyningen-Juene, FS Trinkner (1995), 179 επ., Βernreuther, BB 1993, 1823 επ., Pflug, Die AG 1992, i επ., 1 Lindacher Der topos der Transparenz, Vortrage (1991)]. Η ως άνω αρχή διακηρύσσεται γενικά στην 20η αιτιολογική σκέψη, του Προοιμίου της Οδηγίας 93/13 και θεμελιώνεται στα άρθρα 4 II (τελ.εδ.) («εφόσον οι ρήτρες αυτές είναι διατυπωμένες, κατά τρόπο σαφή και κατανοητό»), (βλ. σχετ. Micklitz Zeup 1993. 528) και ιδίως 5 εδ. 1 της Οδηγίας. Η αρχή αυτή αποτελεί έκφραση του λεγόμενου «πρότυπου πληροφόρησης» (Information model), το οποίο διατρέχει το σύνολο της κοινοτικής νομοθεσίας για τους καταναλωτές [Νassall, JZ 1995. 692 επ. (υπό VI και C)] και προωθείται ιδιαίτερα από τη Νομολογία του Δικαστηρίου Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων [Dreher JZ 1997. 167 επ. (170 επ.) Wolf Horn/Lindacher, Rili Art 5 Rdnr 1 EuGH, EuZW 1990, 222 επ.] και αποσκοπεί στην ενίσχυση της αυτοευθύνης του καταναλωτή, με την παροχή σ' αυτόν προστασίας, πρωταρχικά, μέσα από ένα επίπεδο πληροφόρησης, που θα τον καθιστά υπεύθυνο φορέα λήψης αποφάσεων [Bunte, FS Schimansky (1999) 27]. Συνεπώς, κατ' άρθρο 2 § 1 του Ν. 2251/1994, οι γενικοί όροι αυτοί, κατά τα παραπάνω, δεν δεσμεύουν τον ασφαλισμένο, εφόσον τους αγνοούσε, ανυπαίτια. Επιπλέον, η υποχρέωση αυτή του ασφαλιστή καθιερώνεται και από τις διατάξεις των άρθρων 2 § 4, που ορίζει: «όταν η σύμβαση διέπεται από γενικούς ή ειδικούς όρους (ασφαλιστικούς), ο ασφαλιστής οφείλει να μνημονεύσει τούτο στο τμήμα του ασφαλιστηρίου, που αναγράφονται τα εξατομικευμένα στοιχεία της σύμβασης και να τους παραδώσει στον ασφαλισμένο μαζί με το ασφαλιστήριο» και § 8, που ορίζει: «όλοι οι όροι του ασφαλιστηρίου πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τα εύλογα συμφέροντα του λήπτη της ασφάλισης και του ασφαλισμένου και να γράφονται με σαφήνεια και με ευδιάκριτα στοιχεία». 

 

Η διεθνής σύμβαση των Βρυξελλών και οι διατάξεις περί φορτωτικής του ΚΙΝΔ.

 

ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΑ 703/2006

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Οι διατάξεις της διεθνούς σύμβασης των Βρυξελλών έχουν ισχύ στις θαλάσσιες μεταφορές, που τα λιμάνια φορτώσεως και εκφορτώσεως βρίσκονται σε διαφορετικά κράτη, με την προϋπόθεση ότι οι παραπάνω μεταφορές καλύπτονται από φορτωτική, ή άλλο παρόμοιο έγγραφο που αποτελεί τίτλο για τη θαλάσσια μεταφορά πραγμάτων, καθώς και στις θαλάσσιες μεταφορές μεταξύ ελληνικών λιμένων.

Τα θέματα των εκ και επί της φορτωτικής δικαιωμάτων και της μεταβιβάσεως τούτων εξακολουθούν να διέπονται από τον ΚΙΝΔ.

Η φορτωτική που εκδίδεται από τον Πλοίαρχο μετά τη φόρτωση αποτελεί πλήρη απόδειξη μεταξύ όλων όσων ενδιαφέρονται για το φορτίο και επιπλέον μεταξύ αυτών και των ασφαλιστών, για την ποσότητα, την κατάσταση και το είδος του φορτίου.

Η φορτωτική αποτελεί τίτλο με τον οποίο νομιμοποιείται στην παραλαβή των πραγμάτων, που αφορά αυτή και στην έγερση αγωγής αποζημίωσης για βλάβη ή απώλεια του φορτίου, ο κάτοχος αυτής, εφ όσον είναι νόμιμος διάδοχος των αρχικών δικαιούχων της φορτωτικής, είτε με οπισθογράφηση, είτε με εκχώρηση, εφ όσον εγχειρισθεί στον εκδοχέα το έγγραφο της φορτωτικής.

Νομιμοποιείται επομένως για την παραλαβή των πραγμάτων και την έγερση της σχετικής αγωγής αποζημίωσης στην περίπτωση βλάβης ή απώλειας αυτών, ο αναφερόμενος στη φορτωτική ως δικαιούχος (ονομαστική φορτωτική) ή όταν πρόκειται για φορτωτική εις διαταγή, ο νόμιμος εξ οπισθογραφήσεως κομιστής αυτής.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ 

ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΑ 703/2006

Απόσπασμα…..Με το νόμο 2107/1992, κυρώθηκαν στην Ελλάδα και αποτελούν κατ' άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος εσωτερικό κανόνα δικαίου με υπερνομοθετική ισχύ, η Σύμβαση των Βρυξελλών της 24.8.1924 για την ενοποίηση ορισμένων Κανόνων σχετικά με τις φορτωτικές (Κανόνες της Χάγης) και τα Τροποποιητικά Πρωτόκολλα των Βρυξελλών της 23ης Φεβρουαρίου 1968 (Κανόνες Βίσμπυ) και της 21ης Δεκεμβρίου 1979. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1 περ. β', 2 παρ. 1 και 2, 3 παρ. 1, 5 παρ. 2 και 10 παρ. 2, προκύπτει ότι οι διατάξεις της εν λόγω διεθνούς συμβάσεως που εφαρμόζεται στην Ελλάδα από 2.6.1993, έχουν ισχύ στις θαλάσσιες μεταφορές που τα λιμάνια φορτώσεως και εκφορτώσεως βρίσκονται σε διαφορετικά κράτη, με την προϋπόθεση ότι οι παραπάνω μεταφορές καλύπτονται από φορτωτική, όπως στην προκειμένη περίπτωση, ή άλλο παρόμοιο έγγραφο που αποτελεί τίτλο για τη θαλάσσια μεταφορά πραγμάτων, καθώς και στις θαλάσσιες μεταφορές μεταξύ ελληνικών λιμένων. Κατά τη ρητή όμως διάταξη του άρθρου 2 παρ. 2 του ως άνω κυρωτικού νόμου (ν. 2107/1992), τα θέματα των εκ και επί της φορτωτικής δικαιωμάτων και της μεταβιβάσεως τούτων εξακολουθούν να διέπονται από τα άρθρα 168-173 του ΚΙΝΔ, καθόσον οι Κανόνες του ως άνω κυρωτικού νόμου δεν περιέχουν σχετικές διατάξεις. Περαιτέρω, από τις συνδυασμένες διατάξεις των ως άνω άρθρων 168, 169, 170, 171, 172 και 173 του ΚΙΝΔ και 78 παρ. 2 του ν.δ. της 17.7.1923 «περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιριών», σαφώς προκύπτει ότι η φορτωτική που εκδίδεται από τον Πλοίαρχο μετά τη φόρτωση αποτελεί πλήρη απόδειξη μεταξύ όλων όσων ενδιαφέρονται για το φορτίο και επιπλέον μεταξύ αυτών και των ασφαλιστών, για την ποσότητα, την κατάσταση και το είδος του φορτίου. Η φορτωτική αποτελεί τίτλο δια του οποίου νομιμοποιείται στην παραλαβή των πραγμάτων που αφορά αυτή και στην έγερση αγωγής αποζημιώσεως για βλάβη ή απώλεια του φορτίου, ο κάτοχος αυτής, εφόσον είναι νόμιμος διάδοχος των αρχικών δικαιούχων της φορτωτικής, είτε δια οπισθογραφήσεως, είτε δια εκχωρήσεως, εφόσον εγχειρισθεί στον εκδοχέα το έγγραφο της φορτωτικής. Νομιμοποιείται επομένως για την παραλαβή των πραγμάτων και την έγερση της σχετικής αγωγής αποζημιώσεως στην περίπτωση βλάβης ή απώλειας αυτών, ο αναφερόμενος στη φορτωτική ως δικαιούχος (ονομαστική φορτωτική) ή όταν πρόκειται για φορτωτική εις διαταγή, ο νόμιμος εξ οπισθογραφήσεως κομιστής αυτής (βλ. σχετ. Α. Κιάντου - Παμπούκη, Ναυτ. Δίκ. Εκδ. Γ' σελ. 305-309, Δ. Καμβύση, Ιδιωτ. Ναυτ. Δικ. εκδ. 1982 στο άρθρο 171 σελ. 476). 

Αναζήτηση

Χρίστος Καραμπάγιας | Μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών