ΑΣΤΙΚΕΣ - ΕΜΠΟΡΙΚΕΣ ΔΙΑΦΟΡΕΣ ΚΑΙ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΚΠολΔ

 

Η αρχή της αναλογικότητας, στο πεδίο των αδικοπρακτικών σχέσεων και στο ζήτημα του μέτρου της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποίησης.

 

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ (ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ)   6/2009

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Η αρχή της αναλογικότητας, ως κανόνας δικαίου που θέτει όρια στον περιοριστικό του ατομικού δικαιώματος νόμο, απευθύνεται κατ' αρχήν στο νομοθέτη.

Στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου, ήτοι στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών, επίκληση της αρχής της αναλογικότητας μπορεί να γίνει, αν ο κοινός νομοθέτης, είτε έχει παραβιάσει την αρχή αυτή, θεσπίζοντας με νόμο υπέρμετρους περιορισμούς ατομικών δικαιωμάτων, οπότε ο δικαστής μπορεί, ελέγχοντας τη συνταγματικότητα του νόμου, να μην εφαρμόσει αυτόν, είτε έχει παραλείψει να ασκήσει τις συνταγματικές του υποχρεώσεις, καταλείποντας κενό, οπότε η αρχή της αναλογικότητας καλείται επικουρικώς σε εφαρμογή.

Στο πεδίο των αδικοπρακτικών σχέσεων και στο ζήτημα του μέτρου της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποίησης έχει ληφθεί υπ όψιν η αρχή της αναλογικότητας και η ευθεία επίκλησή της κατά τον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης στερείται εννόμου σημασίας, αφού δεν θα οδηγήσει σε διαφορετικά, σε σχέση με τον κατ' εφαρμογή του άρθρου 932 ΑΚ προσδιορισμό αυτής, αποτελέσματα.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ (ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ)   6/2009

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές της Πλήρους Ολομελείας: Βασίλειο Νικόπουλο, Πρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Καλαμίδα, Ιωάννη Παπανικολάου, Δημήτριο Κανελλόπουλο, Κωνσταντίνο Κούκλη, Ηλία Γιαννακάκη, Γρηγόριο Μάμαλη, Εμμανουήλ Καλούδη, Γεώργιο Πετράκη, Αντιπροέδρους, Ρένα Ασημακοπούλου, Αιμιλία Λίτινα, Ιωάννη Ιωαννίδη, Ειρήνη Αθανασίου, Ιωάννη-Σπυρίδωνα Τέντε- Εισηγητή, Μίμη Γραμματικούδη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Δημήτριο Πατινίδη, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Χαράλαμπο Δημάδη, Αθανάσιο Κουτρομάνο, Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Θεοδώρα Γκοϊνη, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό, Γεώργιο Γιαννούλη, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Ζαίρη, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Νικόλαο Λεοντή, Βιολέττα Κυτέα, Ελένη Σπίτσα, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση, Αντώνιο Αθηναίο, Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Δημήτριο Μουστάκα, Δημήτριο Μαζαράκη, Χαράλαμπο Αθανασίου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ανδρέα Δουλγεράκη, Σαράντη Δρινέα και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες, (κωλυομένων των λοιπών Δικαστών της σύνθεσης). ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 25 Σεπτεμβρίου 2008, με την παρουσία του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σανιδά και της Γραμματέως Σουλτάνας Κουφιάδου, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27.3.2002 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις….οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και…..του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 09.02.2006 αίτησή τους και τους από 05.07.2006 με ιδιαίτερο δικόγραφο πρόσθετους λόγους αυτής. Στη συνέχεια εκδόθηκε η ….. απόφαση του Α1' Πολιτικού Τμήματος, η οποία παρέπεμψε στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου τον πρώτο λόγο του δικογράφου των προσθέτων λόγων αναίρεσης. Εκδόθηκε η 41/2007 απόφαση του Δικαστηρίου η οποία παραπέμπει τον παραπεμφθέντα στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου πρόσθετο λόγο αναιρέσεως στην Πλήρη Ολομέλεια του Δικαστηρίου αυτού. Μετά την παραπάνω απόφαση και την από 29.02.2008 κλήση των αναιρεσειόντων η προκείμενη υπόθεση φέρεται στην Πλήρη Ολομέλεια του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους ανέπτυξαν και προφορικά τους σχετικούς ισχυρισμούς τους, που αναφέρονται στις προτάσεις τους, και ζήτησαν οι μεν των αναιρεσειόντων την παραδοχή του παραπεμφθέντος στο Δικαστήριο αυτό προσθέτου λόγου αναιρέσεως, ο δε των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή του και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. Ο Εισαγγελέας, αφού έλαβε τον λόγο από τον Πρόεδρο, πρότεινε ότι ο λόγος αναιρέσεως είναι προεχόντως απαράδεκτος και θα πρέπει να απορριφθεί. Κατόπιν αυτών, ο Πρόεδρος έδωσε εκ νέου το λόγο στους πιο πάνω πληρεξουσίους των διαδίκων, οι οποίοι αναφέρθηκαν σε όσα προηγούμενα είχαν αναπτύξει. Κατά την 20η Νοεμβρίου 2008, ημέρα που συγκροτήθηκε το παρόν δικαστήριο προκειμένου να διασκεφθεί την ανωτέρω υπόθεση ήταν απόντες οι Αρεοπαγίτες Χαράλαμπος Δημάδης και Ευτύχιος Παλαιοκαστρίτης, παρισταμένων πλέον των είκοσι εννέα (29) μελών εκ των συμμετασχόντων στη συζήτηση της υπόθεσης, κατ' άρθρο 23 παρ.2 του ν.1756/1988, όπως ισχύει μετά την τροποποίηση με το άρθρο 44 του ν.3659/2008.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την…..απόφαση του Α1 Πολιτικού Τμήματος του Δικαστηρίου τούτου παραπέμφθηκε στην Τακτική Ολομέλεια, κατ'άρθρο 563 παρ. 2 ΚΠολΔ, ο πρώτος πρόσθετος λόγος της από 9-2-2006 αιτήσεως αναιρέσεως κατά της 2/2206 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης, γιατί με το λόγο αυτό τίθεται ζήτημα γενικοτέρου ενδιαφέροντος. Σημειώνεται ότι με την ίδια απόφαση του Α1 Τμήματος απορρίφθηκαν οι λοιποί λόγοι της αναιρέσεως. Ακολούθως η Τακτική Ολομέλεια, με την 41/2007 απόφασή της, έκρινε ότι το τιθέμενο ζήτημα είναι εξαιρετικής σημασίας και, επομένως, επιβάλλεται η παραπομπή του λόγου στην πλήρη Ολομέλεια του Δικαστηρίου τούτου, σύμφωνα με το άρθρο 23 παρ.2 του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων (ν. 1756/1988). Με το άρθρο 25 παρ.1 εδ. τέταρτο του Συντάγματος, όπως αυτό ισχύει μετά τη συνταγματική αναθεώρηση του έτους 2001, τίθεται ο κανόνας ότι οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν να επιβληθούν στα ατομικά δικαιώματα "πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού, και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας". Κατά την αρχή αυτή, η οποία ως γενική αρχή του δικαίου ίσχυε και προ της ρητής αποτυπώσεώς της στο Σύνταγμα κατά την προαναφερθείσα αναθεώρησή του, οι νομίμως επιβαλλόμενοι περιορισμοί των ατομικών δικαιωμάτων πρέπει να πληρούν τα ακόλουθα τρία κριτήρια, πρέπει δηλαδή να είναι α)κατάλληλοι, ήτοι πρόσφοροι για την πραγμάτωση του επιδιωκόμενου σκοπού, β) αναγκαίοι, ήτοι να συνιστούν μέτρο το οποίο, σε σχέση με άλλα δυνάμενα να ληφθούν μέτρα, επάγεται τον ελάχιστο δυνατό περιορισμό για τον ιδιώτη ή το κοινό, και τέλος γ) εν στενή εννοία αναλογικοί, να τελούν δηλαδή σε εύλογη σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό, ώστε η αναμενόμενη ωφέλεια να μην υπολείπεται της βλάβης που προκαλούν. (Ολ.ΑΠ 43/2005). Η αρχή της αναλογικότητας, ως κανόνας δικαίου που θέτει όρια στον περιοριστικό του ατομικού δικαιώματος νόμο, απευθύνεται κατ' αρχήν στο νομοθέτη. Στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου, ήτοι στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών, επίκληση της αρχής της αναλογικότητας μπορεί να γίνει αν ο κοινός νομοθέτης είτε έχει παραβιάσει την αρχή αυτή, θεσπίζοντας με νόμο υπέρμετρους περιορισμούς ατομικών δικαιωμάτων, οπότε ο δικαστής μπορεί, ελέγχοντας τη συνταγματικότητα του νόμου, να μην εφαρμόσει αυτόν (άρθρο 93 παρ. 4 του Συντάγματος), είτε έχει παραλείψει να ασκήσει τις συνταγματικές του υποχρεώσεις, καταλείποντας κενό, οπότε η αρχή της αναλογικότητας καλείται επικουρικώς σε εφαρμογή. Στο πεδίο των αδικοπρακτικών σχέσεων (άρθρο 914 επ ΑΚ) και ειδικότερα στο ζήτημα του μέτρου της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποιήσεως ο νόμος προβλέπει στο άρθρο 932 ΑΚ ότι το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση, δηλαδή χρηματική ικανοποίηση ανάλογη με τις περιστάσεις της συγκεκριμένης περιπτώσεως. Με τη διάταξη αυτή ο κοινός νομοθέτης έλαβε υπόψη του την αρχή της αναλογικότητας, εξειδικεύοντάς την στο ζήτημα του προσδιορισμού του ύψους της χρηματικής ικανοποιήσεως. Επομένως, σύμφωνα με τα ανωτέρω, δεν υπάρχει έδαφος άμεσης εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 25 παρ. 1 εδάφιο τέταρτο του Συντάγματος, η ευθεία δε επίκλησή της κατά τον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποιήσεως στερείται σημασίας, αφού δεν θα οδηγούσε σε διαφορετικά, σε σχέση με τον κατ' εφαρμογή του άρθρου 932 ΑΚ προσδιορισμό αυτής, αποτελέσματα. Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσίβλητοι, ως ασκούντες τη γονική μέριμνα επί των δύο ανηλίκων τέκνων τους με την από 27.3.02 αγωγή τους κατά των αναιρεσειόντων, ισχυριζόμενοι ότι με την εκπομπή του πανελληνίας εμβέλειας τηλεοπτικού σταθμού της πρώτης αναιρεσείουσας, στο δελτίο ειδήσεων της 26.7.2000, που συνέταξε ο δεύτερος αναιρεσείων, και με ρεπορτάζ της τρίτης, ως δημοσιογράφου, προσεβλήθη η τιμή και υπόληψή τους, εζήτησαν, μετά τον παραδεκτώς γενόμενο περιορισμό του αγωγικού αιτήματος από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, την αναγνώριση της υποχρεώσεως των αναιρεσειόντων να καταβάλουν εις ολόκληρον, μεταξύ άλλων, στο καθένα από τα ανήλικα τέκνα το ποσό των 293.470,28 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Η αγωγή έγινε εν μέρει δεκτή με την 6178/2005 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης για το ποσό ειδικότερα των 105.000 ευρώ για κάθε ανήλικο τέκνο. Την απόφαση αυτή προσέβαλαν με έφεση οι εναγόμενοι, επ' αυτής δε εκδόθηκε η….απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, που απέρριψε την έφεση ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Κατά της τελευταίας οι εκκαλούντες άσκησαν αναίρεση, με τον πρώτο δε εκ του άρθρου 559 αρ.1 και 19 λόγο του δικογράφου των προσθέτων λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου η αιτίαση ότι με το να επιδικάσει τα προαναφερόμενα χρηματικά ποσά, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης για την προσβολή της προσωπικότητας των ανηλίκων, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου την αρχή της αναλογικότητας, που καθιερώνεται με το άρθρο 25 του Συντάγματος. Σύμφωνα όμως με τα όσα αναπτύχθηκαν στη σκέψη που προηγήθηκε, η εν λόγω διάταξη του Συντάγματος δεν εφαρμόζεται ευθέως στην προκείμενη περίπτωση και, συνεπώς, η πληττόμενη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας δεν μπορεί να ελεγχθεί αναιρετικώς, με βάση το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ., για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίασή της. Κατ' ακολουθίαν, ο εξεταζόμενος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Τέσσερα μέλη όμως του Δικαστηρίου, οι Αρεοπαγίτες Ρένα Ασημακοπούλου, Ειρήνη Αθανασίου, Χαράλαμπος Παπαηλιού και Αθανάσιος Κουτρομάνος έχουν την ακόλουθη γνώμη: Με βάση το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος καθιερώνεται επιταγή όχι μόνον προς το νομοθέτη, αλλά και προς τον δικαστή (ΟλΑΠ 43,44 και 45/2005) στο μέτρο που έχει ανατεθεί στον τελευταίο διακριτική εξουσία να προβαίνει σε σταθμίσεις και κρίσεις, χωρίς να δεσμεύεται από το κοινό νομοθέτη, ο οποίος δεν έχει την εξουσία να θέσει εκποδών μια αυξημένης τυπικής ισχύος συνταγματική επιταγή, που έχει τη θέση της πλέον, κατά τη ρητή διατύπωση του αναθεωρημένου κειμένου του άρθρου 25 παρ. 1 εδ. γ' και "στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών στις οποίες προσιδιάζει". Έτσι δεν βρίσκει έρεισμα στο σύνταγμα η εκδοχή ότι πρέπει να γίνεται διάκριση ως προς την εξουσία, αλλά και την υποχρέωση των δικαστηρίων να σέβονται την αρχή αυτή, ανάλογα με το αν οι περιορισμοί των δικαιωμάτων τίθενται απευθείας από το Σύνταγμα ή από το νόμο κατά πρόβλεψη του Συντάγματος. Ειδικότερα τα δικαστήρια πρέπει να εφαρμόζουν την αρχή της αναλογικότητας κατά την ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων που συνεπάγονται περιορισμούς των δικαιωμάτων, ιδιαίτερα δε κατά των άσκηση της διακριτικής εξουσίας που τους παρέχει σχετική διάταξη του Συντάγματος ή του νόμου. Το αποτέλεσμα της εφαρμογής αυτής δεν επιτρέπεται να συνιστά μέτρο που θίγει προστατευόμενο από το σύνταγμα δικαίωμα κατά τέτοιο τρόπο ώστε η σχετική προσβολή να αντιβαίνει στην αρχή της αναλογικότητας, διότι τότε υπάρχει παραβίαση από το δικαστήριο του άρθρου 25 παρ. 1 του Συντάγματος. Σε σχέση δε με δικαιώματα του ανθρώπου που κατοχυρώνονται από την ΕΣΔΑ, οπότε ως κριτήριο για τη συμβατότητα των περιορισμών τους προς τη διεθνή αυτή σύμβαση λαμβάνεται και η αναγκαιότητα του μέτρου που συνιστά τον περιορισμό για την επίτευξη του επιδιωκόμενου με αυτόν νόμιμου σκοπού, έχει κριθεί από το ΕΔΔΑ ότι με την τήρηση της συνυφασμένης προς την αναγκαιότητα αρχής της αναλογικότητας είναι επιφορτισμένοι όχι μόνο οι νομοθέτες των επί μέρους κρατών, αλλά και τα δικαστήρια τους, όπως και όλα τα λοιπά κρατικά όργανά τους (βλ μεταξύ άλλων απόφαση της 5-7-2007, υπόθεση Λιοναράκης κατά Ελλάδος, απόφαση της 16-2-2005,υπόθεση Selisto κατά Φιλανδίας, απόφαση 26-4-1979, υπόθεση Sunday Times κατά Ηνωμένου Βασιλείου, απόφαση της 9-12-1979, υπόθεση Handyside κατά Ηνωμένου Βασιλείου). Συνεπώς και τα Ελληνικά δικαστήρια στις περιπτώσεις περιορισμών που κατοχυρώνονται από την ΕΣΔΑ, είναι υποχρεωμένα όχι μόνο να ελέγξουν αν οι περιορισμοί που επιβάλλει ο νομοθέτης είναι συμβατοί με αυτήν, αλλά και να εφαρμόσουν τις σχετικές νομοθετικές διατάξεις, κατά τρόπο ώστε το μέτρο που λαμβάνεται στη συγκεκριμένη περίπτωση όχι μόνο να προβλέπεται από το νόμο, αλλά και να είναι αναγκαίο, κατ'εφαρμογή της αρχής της αναλογικότητας. Η έννοια της αναγκαιότητας και συνεπώς της αναλογικότητας είναι αυστηρότερη και από την έννοια "του ευλόγου", που σε ορισμένες περιπτώσεις χρησιμοποιεί ο νόμος, αφήνοντας την εξειδίκευσή της στη συγκεκριμένη περίπτωση στη διακριτική εξουσία του δικαστηρίου. Κατά την άσκηση της διακριτικής αυτής εξουσίας περιορίζεται το Δικαστήριο από την αρχή της αναλογικότητας και εφόσον δεν τηρήσει την αρχή αυτή, παραβιάζει τη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 του Συντάγματος, σε συνδυασμό με την οικεία διάταξη του Συντάγματος, της ΕΣΔΑ, που προστατεύει το σχετικό δικαίωμα, καθώς και εκείνη που επιτρέπει τον περιορισμό του. Εξάλλου στα θεμελιώδη δικαιώματα που προστατεύονται τόσο από το Σύνταγμα (άρθρο 14), όσο και από την ΕΣΔΑ (άρθρο 10 παρ. 1) περιλαμβάνεται και το δικαίωμα στην ελεύθερη έκφραση των στοχασμών. Περιορισμός του δικαιώματος αυτού επιτρέπεται για την προστασία της υπόληψης ή των αναγνωριζομένων δικαιωμάτων τρίτων (άρθρα 2 παρ. 1 του Συντάγματος, 10 § 2 της ΕΣΔΑ, 57 του ΑΚ). Επιτρεπόμενο δε μέτρο περιορισμού του δικαιώματος έκφρασης προκειμένου να προστατευθεί το δικαίωμα στην προσωπικότητα, αποτελεί και η επιδίκαση, σύμφωνα με τα άρθρα 59 και 932 του ΑΚ, εύλογης, κατά την κρίση του δικαστηρίου, χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης υπέρ εκείνου που προσβλήθηκε η τιμή ή η υπόληψή του από εκφράσεις οι οποίες διατυπώθηκαν είτε προφορικά είτε δια του τύπου ή άλλου μέσου. Τα δικαστήριο, κατ'εφαρμογή της αρχής της αναλογικότητας, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλους τους παράγοντες που απαιτούνται για την άσκηση της διακριτικής εξουσίας κατά τον καθορισμό της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης, αλλά και περαιτέρω να εξετάσει αν, ενόψει του δικαιώματος έκφρασης που περιορίζεται και του νομίμου σκοπού της προστασίας της προσωπικότητας που επιδιώκεται, είναι αναγκαία και πρόσφορη για την επίτευξη του σκοπού αυτού η επιδίκαση (και μέχρι ποίου ποσού) χρηματικής ικανοποίησης και αν ο περιορισμός με αυτή του δικαιώματος έκφρασης είναι ανάλογος προς την προσβολή του δικαιώματος της προσωπικότητας εκείνου υπέρ του οποίου γίνεται η επιδίκαση. Εάν, κατά παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας, το δικαστήριο επιδίκασε δυσανάλογα μεγάλο ή μικρό ποσό χρηματικής ικανοποίησης, παραβιάζει, με εσφαλμένη εφαρμογή την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 του Συντάγματος, λαμβανομένη σε συνδυασμό με τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 10 της ΕΣΔΑ, 59 και 932 του ΑΚ. Περαιτέρω από τον Αρεοπαγίτη της μειοψηφίας Αθανάσιο Κουτρομάνο διατυπώθηκε, σε ενίσχυση της γνώμης της μειοψηφίας και διάφορη επιχειρηματολογία, όπως αυτή καταχωρείται στα πρακτικά της παρούσας. Επομένως, κατά την μειοψηφούσα γνώμη, η παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας ιδρύει τους αναιρετικούς λόγους του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ και έπρεπε να θεωρηθούν παραδεκτοί και νόμιμοι οι λόγοι αναίρεσης που έχουν παραπεμφθεί στην Ολομέλεια. Κατόπιν τούτων, σύμφωνα με τη γνώμη που επικράτησε, εφόσον οι λοιποί λόγοι της αναιρέσεως έχουν ήδη απορριφθεί με την 196/2007 απόφαση του Α1 Πολιτικού Τμήματος, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως.

 

Επάρκεια αιτιολογίας καταδικαστικής απόφασης, εσφαλμένη ερμηνεία, εσφαλμένη εφαρμογή ποινικής διάταξης.

 

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ  285/2009

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει.

Εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει όταν ο δικαστής δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία δέχτηκε, στη διάταξη που εφαρμόστηκε.

Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, γιατί στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μη καθίσταται εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο για την ορθή ή όχι εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.

Ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία υπάρχει, όταν εκτίθενται στην δικαστική απόφαση με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης, καθώς και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε το δικαστήριο την υπαγωγή τους στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις.  

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ  285/2009

Απόσπασμα……Ι. Κατά το άρθρο 314 παρ.1 εδάφ. α' του Π.Κ., "όποιος από αμέλεια προκαλεί σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας άλλου τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών". Από το συνδυασμό της διατάξεως αυτής με εκείνη του άρθρου 28 του Π.Κ., κατά την οποία από αμέλεια πράττει όποιος, από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλλει, είτε δεν πρόβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα, που προκάλεσε η πράξη του, είτε το πρόβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν, προκύπτει ότι, για τη θεμελίωση του αδικήματος της σωματικής βλάβης από αμέλεια, απαιτείται να διαπιστωθεί, αφενός, ότι ο δράστης δεν κατέβαλε την απαιτούμενη, κατά αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία οφείλει να καταβάλει κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος, κάτω από τις ίδιες πραγματικές καταστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές, την κοινή πείρα, τη λογική και τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων και αφετέρου, ότι είχε τη δυνατότητα να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, της σωματικής βλάβης, το οποίο πρέπει να τελεί σε αντικειμενικό αιτιώδη σύνδεσμο με την πράξη ή την παράλειψη. Η παράλειψη ως έννοια, ενυπάρχει σε κάθε είδος αμέλειας, εφόσον το ένα σκέλος της ευθύνης συνίσταται, στην μη καταβολή της προσοχής, δηλαδή σε παράλειψη. 'Όταν όμως η αμέλεια δεν συνίσταται σε ορισμένη παράλειψη, αλλά σε σύνολο συμπεριφοράς που προηγήθηκε του αποτελέσματος, τότε για τη θεμελίωση της σωματικής βλάβης, ως εγκλήματος που τελείται με παράλειψη, απαιτείται η συνδρομή και των όρων του άρθρου 15 του Π.Κ. Από την τελευταία διάταξη συνάγεται ότι αναγκαία προϋπόθεση της εφαρμογής της, είναι η ύπαρξη ιδιαίτερης (δηλαδή ειδικής και όχι γενικής) υποχρέωσης του υπαιτίου προς ενέργεια, που τείνει στην παρεμπόδιση του αποτελέσματος, για την επέλευση του οποίου ο νόμος απειλεί ορισμένη ποινή. Η υποχρέωση αυτή μπορεί να πηγάζει από ρητή διάταξη νόμου ή από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, που συνδέονται με ορισμένη έννομη σχέση του υπόχρεου ή από σύμβαση ή από ορισμένη συμπεριφορά του υπαιτίου, από την οποία δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επέλευσης του εγκληματικού αποτελέσματος. Σ' αυτή την περίπτωση, πρέπει στην αιτιολογία να αναφέρεται και η συνδρομή αυτής της υποχρέωσης και να προσδιορίζεται ο επιτακτικός κανόνας δικαίου, από τον οποίο πηγάζει. Περαιτέρω, με τις διατάξεις του άρ. 9 ("Προσάρτηση παραρτημάτων") του ΠΔ 395/1994: "Προδιαγραφές εξοπλισμού ασφάλεια εργαζομένων" (89/655/ΕΟΚ) παράρτημα Ι παρ. 2.3. Ο χειριστής πρέπει να μπορεί, από την κύρια θέση χειρισμού, να βεβαιώνεται ότι δεν υπάρχουν άτομα εκτιθέμενα στις επικίνδυνες ζώνες. Εάν αυτό είναι αδύνατο, κάθε φορά που ο εξοπλισμός τίθεται σε λειτουργία πρέπει αυτομάτως να προηγείται ένα ασφαλές σύστημα, όπως ένα ηχητικό ή οπτικό προειδοποιητικό σήμα. Ο εκτιθέμενος εργαζόμενος πρέπει να έχει το χρόνο και τα μέσα να αποφεύγει τους κινδύνους που δημιουργεί εκκίνηση ή η παύση λειτουργίας του εξοπλισμού εργασίας. Κατά το άρθρο 2 του ίδιου ΠΔ : " Για τους σκοπούς του παρόντος νοείται ως: 1. Εξοπλισμός εργασίας: Κάθε μηχανή, συσκευή, εργαλείο ή εγκατάσταση που χρησιμοποιείται κατά την εργασία. 2. Χρησιμοποίηση εξοπλισμού εργασίας: Κάθε δραστηριότητα σχετική με τον εξοπλισμό εργασίας, όπως η θέση σε λειτουργία ή εκτός λειτουργίας, η χρήση, η μεταφορά, η επισκευή, η μετατροπή, ο προληπτικός έλεγχος και η συντήρηση, συμπεριλαμβανομένου και του καθαρισμού. 3. Επικίνδυνη ζώνη: Κάθε ζώνη εντός ή και πέριξ του εξοπλισμού εργασίας στην οποία εκτιθέμενος ο εργαζόμενος υπόκειται σε κίνδυνο, όσον αφορά την ασφάλεια ή την υγεία του. 4. Εκτιθέμενος εργαζόμενος: Κάθε εργαζόμενος που βρίσκεται εξ ολοκλήρου ή εν μέρει σε επικίνδυνη ζώνη. 5. Χειριστής: Ο εργαζόμενος που είναι επιφορτισμένος με τη χρήση εξοπλισμού εργασίας" . Εξάλλου, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ λόγο αναίρεσης αποτελεί η εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης, όταν ο δικαστής αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει επίσης λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο δικαστής δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία δέχτηκε, στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, γιατί στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μη καθίσταται εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο για την ορθή ή όχι εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. 

 

Αγωγή κακοδικίας κατά δικηγόρου.

 

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ    1744/2008

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Η αγωγή κακοδικίας κατά δικηγόρου υπόκειται σε εξάμηνη αποσβεστική προθεσμία από της γνώσεως από τον εντολέα της πράξεως, ή της παραλείψεως του δικηγόρου.

Στην εξάμηνη προθεσμία υπόκειται, τόσο η αποζημιωτική αγωγή λόγω των πράξεων ή παραλείψεων του δικηγόρου, που συνιστούν την κακοδικία, όσο και η εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού αξίωση κατ' αυτού, που συνδέεται με τις ως άνω πράξεις ή παραλείψεις.

Συνεπώς, δεν υπάρχει έδαφος εφαρμογής του άρθρου 938 ΑΚ, κατά το οποίο, όποιος οφείλει αποζημίωση από αδικοπραξία έχει την υποχρέωση, κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, να αποδώσει ό,τι περιήλθε σ' αυτόν, ακόμη και αν η απαίτηση από την αδικοπραξία έχει παραγραφεί.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ    1744/2008

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Ρήγα, Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε και Γεώργιο Χρυσικό Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Σεπτεμβρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8 Δεκεμβρίου 2003 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείου Λάρισας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 259/2004 του ιδίου Δικαστηρίου, 596/2007 οριστική του Εφετείου Αθηνών και 519/2006 εν μέρει οριστική του ιδίου. Την αναίρεση των τελευταίων αποφάσεων ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 21 Ιανουαρίου 2008 κοινή αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης - Σπυρίδων Τέντες, ανέγνωσε την από 10 Σεπτεμβρίου 2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Όπως προκύπτει από το άρθρο 73 §§ 1 και 5 ΕισΝ ΚΠολΔ, δεν επιτρέπεται αγωγή κακοδικίας κατά δικηγόρου όταν περάσουν έξι μήνες από την πράξη ή παράλειψη, που επικαλείται ο ενάγων. Εξάλλου, κατά το άρθρο 20 § 1 του Συντάγματος "καθένας έχει δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια και μπορεί να αναπτύξει σ' αυτά τις απόψεις του για τα δικαιώματα ή συμφέροντά του, όπως νόμος ορίζει". Κατά την έννοια της συνταγματικής αυτής διατάξεως, ο κοινός νομοθέτης δεν κωλύεται να θεσπίζει προϋποθέσεις και περιορισμούς για την άσκηση της αγωγής, με την οποία ζητείται η δικαστική προστασία. Τέτοιος περιορισμός είναι και η υποχρέωση για την άσκηση της πιο πάνω αγωγής κακοδικίας, κατά δικηγόρου, μέσα σε σύντομη αποσβεστική προθεσμία και δικαιολογείται από ιδιαίτερους λόγους και μάλιστα κοινωνικού και δημόσιου συμφέροντος, ενόψει της ιδιότητας των δικηγόρων, ως άμισθων δημόσιων λειτουργών (άρθρο 1 και 38 του ν.δ. 3026/1954), προκειμένου αυτοί να ενεργούν ανεπηρέαστοι και απερίσπαστοι κατά την άσκηση των καθηκόντων τους. Οι περιορισμοί όμως στην άσκηση της αγωγής και οι συνέπειες που επισύρει η παράβασή τους πρέπει να αποβλέπουν στο να καταστήσουν προσεκτικό τον ενάγοντα και να περιφρουρήσουν το γενικότερο συμφέρον, που επιβάλλει ασφαλή και ταχεία εκκαθάριση τέτοιων δικών αλλά να μην είναι υπέρμετροι σε σημείο, που να καταλύουν το δικαίωμα σε παροχή έννομης προστασίας, το οποίο καθιερώνει η πιο πάνω συνταγματική διάταξη. Έτσι η εν λόγω εξάμηνη προθεσμία συνιστά υπέρμετρο περιορισμό στο σημείο που τοποθετεί την έναρξή της στο χρόνο της ζημιογόνου συμπεριφοράς του δικηγόρου και όχι στο χρόνο γνώσεως από τον εντολέα, με αποτέλεσμα, στις περισσότερες περιπτώσεις, να επέρχεται απόσβεση του δικαιώματος, πολύ πριν λάβει γνώση ο εντολέας, που ζημιώθηκε. Ο περιορισμός αυτός, καθόσον συναρτάται με το χρόνο της ζημιογόνου συμπεριφοράς, δεν είναι αναγκαίος ούτε πρόσφορος για την απονομή της δικαιοσύνης σύμφωνα με τις συνταγματικές επιταγές, τις κρατούσες αντιλήψεις και την ιδιαίτερη φύση του προστατευόμενου ουσιαστικού δικαιώματος (Ολ.ΑΠ 20/2000). Εξάλλου, η καθιερούμενη με το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος γενική αρχή της ισότητας απαγορεύει στο νομοθέτη, κατά τη ρύθμιση ουσιωδώς ομοίων πραγμάτων ή σχέσεων ή καταστάσεων ή κατηγοριών προσώπων, να προβαίνει σε διαφορετική μεταχείριση, εκτός αν αυτή ανταποκρίνεται σε λόγους γενικότερου (κοινωνικού ή δημοσίου) συμφέροντος, η συνδρομή των οποίων ελέγχεται δικαστικώς. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η θέσπιση εξάμηνης προθεσμίας α) υπό την προϋπόθεση ότι η έναρξη της προθεσμίας τοποθετείται στο χρόνο γνώσεως από τον εντολέα της πράξεως ή της παραλείψεως, δεν αντίκειται στο άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος, αλλ' ούτε και στο άρθρο 6 παρ. 1 ΕΣΔΑ, που καθιερώνει το δικαίωμα της ελεύθερης προσβάσεως σε δικαστήριο, β) δεν αντίκειται στο άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος, δεδομένων των κατά τα άνω ιδιαιτέρων λόγων κοινωνικού ενδιαφέροντος από τους οποίους επιβλήθηκε. Τέλος, ενόψει του κατά τα άνω σκοπού της θεσπίσεως της εν λόγω προθεσμίας, υπόκειται σε αυτήν τόσο η αποζημιωτική αγωγή, λόγω των πράξεων ή παραλείψεων του δικηγόρου, που κατ' α'ρθορ 73 παρ. 4 ΕισΝΚΠολΔ συνιστούν την κακοδικία, όσο και η εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού αξίωση κατ' αυτού, που συνδέεται με τις ως άνω πράξεις ή παραλείψεις. Συνεπώς, δεν υπάρχει έδαφος εφαρμογής του άρθρου 938 ΑΚ, κατά το οποίο, όποιος οφείλει αποζημίωση από αδικοπραξία έχει την υποχρέωση, κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό (ΑΚ 904 επ.), να αποδώσει ό,τι περιήλθε σ' αυτόν, ακόμη και αν η απαίτηση από την αδικοπραξία έχει παραγραφεί. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη 596/2007 οριστική απόφαση του Εφετείου έγιναν ανελέγκτως δεκτά τα ακόλουθα: Στις 22.7.1993 στο πέμπτο χιλιόμετρο της Ε.Ο……συνέβη τροχαίο αυτοκινητικό ατύχημα κατά το οποίο τραυματίστηκε θανάσιμα ο…. υπήκοος Ρουμανίας, σύζυγος της πρώτης ενάγουσας, πατέρας του δεύτερου έως πέμπτου των εναγόντων και γαμπρός από θυγατέρα του έκτου τούτων. Η πρώτη ενάγουσα, εκπροσωπώντας τα ανήλικα τέκνα της και τον πατέρα της, ήλθε σε συμφωνία με τους εναγομένους δικηγόρους Λαρίσης, όπως αυτοί, ενεργούντες κατ' εντολή όλων των εναγόντων, ασκήσουν αγωγή κατά του υπαιτίου οδηγού…. και του Επικουρικού Κεφαλαίου, ζητώντας αποζημίωση για την αποκατάσταση της ζημίας, καθώς και χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, που υπέστησαν από τον θάνατο του οικείου τους. Προς τούτο καταρτίσθηκε το από 10.7.1995 ιδιωτικό συμφωνητικό "εργολαβικό δίκης" με τους αναφερόμενους σ' αυτό όρους. Το συμφωνητικό αυτό συντάχθηκε στην ελληνική γλώσσα, αφού όμως διερμηνεύθηκε από την ελληνική στην ρουμανική, από τον επίσημο διερμηνέα της ρουμανικής…..επειδή η ενάγουσα δεν εγνώριζε την Ελληνική. Οι εναγόμενοι, σε εκτέλεση της εντολής αυτής, κατέθεσαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας την υπ' αριθ. 4135/95 αγωγή, με την οποία εζητείτο ως αποζημίωση το ποσό της διατροφής που αποστερήθηκαν η πρώτη ενάγουσα και τέκνα της από τον θάνατο του συζύγου και πατέρα τους βάσει των εισοδημάτων του θανόντος που αποκέρδαινε στην Ελλάδα, όπου εργαζόταν, καθώς και χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης που υπέστησαν από τον θάνατο του οικείου τους. Επί της αγωγής εκδόθηκε η υπ' αριθ…..οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, με την οποία, αφού κρίθηκε ότι αποκλειστικά υπαίτιος του ατυχήματος ήταν ο οδηγός του ζημιογόνου αυτοκινήτου…..έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή ως ουσία βάσιμη και υποχρεώθηκε ο άνω εναγόμενος και το Επικουρικό Κεφάλαιο (διότι το ζημιογόνο αυτοκίνητο δεν ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη) να καταβάλουν, εις ολόκληρον ο καθένας, το συνολικό ποσό των 27.160.000 δρχ., νομιμοτόκως από της επιδόσεως της αγωγής στους ενάγοντες, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, ενώ απορρίφθηκαν τα αγωγικά κονδύλια της αποζημιώσεως για την απώλεια διατροφής. Η άνω απόφαση κηρύχθηκε προσωρινά εκτελεστή για το ποσό των 5.000.000 δρχ. το οποίο εισέπραξε ο πρώτος των εναγομένων στις 24-1-1997 από το Επικουρικό Κεφάλαιο, κατέβαλε δε στην πρώτη ενάγουσα, που ενεργούσε και για λογαριασμό των λοιπών εναγόντων, το ποσό των 2.000.000 δρχ. Μετά την έκδοση της άνω αποφάσεως, ετέθη θέμα συμβιβαστικής επιλύσεως της διαφοράς με το Επικουρικό Κεφάλαιο. Γι' αυτό η πρώτη ενάγουσα μετέβη στην.....με φιλικό της πρόσωπο……για να υπογράψει τα έγγραφα συμβιβασμού με το Επικουρικό Κεφάλαιο. Επειδή αυτή δεν είχε άδεια του Δικαστηρίου για να εκπροσωπήσει τα ανήλικα τέκνα της στον συμβιβασμό, ούτε έγγραφο πληρεξούσιο από τον πατέρα της, προσήλθε ενώπιον του συμβολαιογράφου Αθηνών……καθ' υπόδειξη του πρώτου εναγομένου, και έδωσε εντολή και πληρεξουσιότητα στον τελευταίο να προβεί στην συμβιβαστική επίλυση της διαφοράς και να εισπράξει το ποσό που θα συμφωνηθεί συμβιβαστικά. Προς τούτο συντάχθηκε το υπ' αριθ…... πληρεξούσιο του άνω συμβολαιογράφου. Το πληρεξούσιο συντάχθηκε στην Ελληνική, πλην όμως τα διαλαμβανόμενα σ' αυτό διερμηνεύοντο από τον……ο οποίος ήταν φιλικό της πρόσωπο. Η ενάγουσα μάλιστα εφιλοξενείτο στην οικία του πατέρα του …….ο οποίος και αυτός γνώριζε την Ρουμανική. Έτσι οι εναγόμενοι, ήλθαν σε εξώδικο συμβιβασμό με το Επικουρικό Κεφάλαιο. Κατά τις διαπραγματεύσεις και την υπογραφή του εγγράφου του συμβιβασμού, που έλαβε χώρα την 20-5-1997, παρευρίσκονταν η πρώτη ενάγουσα, συνοδευόμενη από τον……ο οποίος εκτελούσε χρέη διερμηνέως, και έλαβε κατά τον τρόπο αυτό γνώση των συμφωνηθέντων. Το ποσό του συμβιβασμού, με τον οποίο καταργήθηκε η δίκη, ανερχόταν σε 27.150.000 δρχ., πλέον τόκων υπερημερίας 4.312.500 δρχ. και δικαστικών εξόδων 1.050.000 δρχ., ήτοι συνολικά ανερχόταν σε 32.512.500 δρχ. Σε εκτέλεση του συμβιβασμού, το Επικουρικό Κεφάλαιο εξέδωσε τραπεζική επιταγή ποσού 27.512.500 δρχ. σε εξόφληση της όλης οφειλής (27.512.500 + 5.000.000 προσωρινώς εκτελεστό), την οποία εισέπραξε ο πρώτος εναγόμενος. Στις 23-5-1997 και μετά την είσπραξη της επιταγής από τον πρώτο εναγόμενο, έλαβε χώρα συνάντηση της πρώτης ενάγουσας και του πρώτου εναγομένου στο γραφείο του τελευταίου. Κατά την συνάντηση αυτή παρίσταντο και τα φιλικά της ενάγουσας πρόσωπα…..και…..οι οποίοι εκτελούσαν χρέη διερμηνέως, όπως και ο δεύτερος εναγόμενος. Κατ' εκείνη την συνάντηση, ο πρώτος εναγόμενος της κατέβαλε μετρητά 3.750.000 δρχ. και της ενεχείρησε βιβλιάριο της Τράπεζας Εργασίας στο οποίο είχε καταθέσει το ποσό των 12.000.000 δρχ. Έτσι η ενάγουσα την ημέρα εκείνη εισέπραξε 15.750.000 δρχ. Μετά την καταβολή αυτή συντάχθηκε η από 23-5-1997 "απόδειξη πληρωμής δραχμών 15.750.000 - Δήλωσις", στην οποία η πρώτη ενάγουσα δηλώνει ότι έλαβε το άνω ποσό, ότι έκλεισε συμβιβαστικώς η διαφορά, ότι εξοφλείται κάθε απαίτηση των εναγόντων που απορρέει από το άνω ατύχημα και δηλώνει ότι, λαμβάνοντας συνολικά 17.750.000 δρχ. (2.000.000 + 12.000.000 + 3.750.000), δεν έχει καμία απαίτηση από τους δικηγόρους της. Την άνω απόδειξη δήλωση υπέγραψαν η πρώτη ενάγουσα και οι εναγόμενοι, προσυπέγραψαν δε ως μάρτυρες και οι……και….. Κατά τα ανωτέρω, αποδεικνύεται ότι η πρώτη ενάγουσα, η οποία ενεργούσε και για λογαριασμό των λοιπών εναγόντων, εγνώριζε πλήρως τις πράξεις ή παραλείψεις των εντολοδόχων δικηγόρων της και ήταν πλήρως ικανοποιημένη και ευχαριστημένη. Από τον Ιούλιο 1998, όταν εκδικάστηκε η υπόθεση της εξ αμελείας ανθρωποκτονίας στο Εφετείο Λάρισας, και μέχρι τον Μάρτιο του 2002 οι διάδικοι δεν είχαν πλέον καμία επικοινωνία ούτε η ενάγουσα όχλησε ποτέ τους εναγομένους, για περαιτέρω αξιώσεις της. Τον Μάρτιο όμως του 2002, οι εναγόμενοι έλαβαν τηλεομοιοτυπία (FAX) από Ιταλικό δικηγορικό γραφείο, με την οποία ζητούνταν πληροφορίες για την τύχη της υποθέσεως. Έκτοτε ανακινήθηκε η υπόθεση από τους εγκατεστημένους στην Ιταλία ενάγοντες, οι οποίοι και ζήτησαν πλέον εγγράφως από το Επικουρικό Κεφάλαιο πληροφορίες για την εξέλιξη της αστικής υποθέσεως. Οι ενάγοντες επικαλούνται ότι έλαβαν γνώση των πράξεων και παραλείψεων των εναγομένων την 10-7-2003, όταν έλαβαν έγγραφα από το Επικουρικό Κεφάλαιο. Όμως, κατά τα προεκτεθέντα, η πρώτη ενάγουσα, που ενεργούσε πάντοτε και για λογαριασμό των λοιπών εναγόντων, είχε πλήρη γνώση των πράξεων και τυχόν παραλείψεων των εναγομένων από 20-5-1997, όταν και έλαβε χώρα ο εξώδικος συμβιβασμός με το Επικουρικό Κεφάλαιο, μετά τον οποίο και υπέγραψε την από 23-5-1997 απόδειξη. Κατόπιν των παραπάνω, δέχεται περαιτέρω το Εφετείο, η αγωγή που ασκήθηκε την 15.12.2003, προδήλως ασκήθηκε μετά την πάροδο εξαμήνου από της γνώσεως των πράξεων και παραλείψεων των εναγομένων, αφού η πρώτη ενάγουσα, η οποία ενεργούσε και για λογαριασμό των λοιπών, έλαβε γνώση αυτών την 20.5.1997. Κατ' ακολουθίαν των παραδοχών αυτών, το Εφετείο απέρριψε την κρινόμενη αγωγή, κακοδικίας, λόγω της παρόδου της αποκλειστικής προθεσμίας εντός της οποίας έπρεπε κατά νόμο να ασκηθεί το δικαίωμα, τόσο κατά την κύρια εκ του αδικήματος (υπεξαίρεση), όσο και κατά την επικουρική εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού βάση της. Κρίνοντας έτσι το δικαστήριο της ουσίας α) δεν παραβίασε τα άρθρα 20 και 4 παρ. 1 του Συντάγματος και 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, ούτε τα άρθρα 938 και 904 επ. ΑΚ και συνεπώς είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι οι σχετικοί εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, κατ' ορθήν υπαγωγή, εικοστός δεύτερος και εικοστός τέταρτος λόγοι της αναιρέσεως και β) διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον έλεγχο της ορθής υπαγωγής των γενομένων δεκτών πραγματικών περιστατικών στους εφαρμοστέους, αναφερόμενους στη σκέψη που προηγήθηκε, κανόνες δικαίου των παραγράφων 1 και 5 του άρθρου 73 του ΕισΝΚΠολΔ σχετικώς με τον χρόνο της γνώσεως των πράξεων των εναγομένων και την πάροδο της αποκλειστικής προθεσμίας, οι δε αντίθετοι εκ του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ δωδέκατος, εικοστός τρίτος και εικοστός πέμπτος λόγοι της αναιρέσεως είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, ως "ζητήματα" επί των οποίων η απουσία πλήρους αιτιολογίας ή η ύπαρξη ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών ιδρύει λόγο αναιρέσεως, νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και θεμελιώνουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, όχι δε και τα απλά πραγματικά επιχειρήματα, τα οποία προβάλλουν οι διάδικοι, προς υποστήριξη των απόψεών τους ή γεγονότα που στηρίζουν τεκμήρια υπό την έννοια των αποδεικτικών λόγων. Στην προκειμένη περίπτωση, με τους έβδομο μέχρι και ενδέκατο και δέκατο τρίτο εκ του άρθρου 559 αριθ. 19 λόγους της αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς αιτιολογίες για τα ακόλουθα ζητήματα, ήτοι α) πότε οι αναιρεσείοντες έλαβαν αντίγραφο και γνώση του περιεχομένου των εξής εγγράφων ή γνώση των εξής γεγονότων, ήτοι αα) του...... πληρεξουσίου του συμβολαιογράφου Αθηνών…..ββ) του συμβιβασμού με το Επικουρικό Κεφάλαιο και τους όρους αυτού, καθώς και του σχετικού από 20.5.1997 ιδιωτικού συμφωνητικού, γγ) της από 23.5.1997 αποδείξεως καταβολής και β) αν η πρώτη από τους αναιρεσείοντες, κατά τον χρόνο της υπογραφής της από 23.5.1997 αποδείξεως, ήταν αντικειμενικώς σε θέση να αντιληφθεί τη σημασία και το νόημα των αριθμητικώς αναγραφομένων σ' αυτή (απόδειξη) ποσών. Τα ζητήματα όμως αυτά δεν αποτελούν αυτοτελείς ισχυρισμούς των διαδίκων κατά την προδιαληφθείσα έννοια, αλλά πραγματικά επιχειρήματα ή γεγονότα που στηρίζουν τεκμήρια, υπό την έννοια των αποδεικτικών λόγων, προβαλλόμενα σε σχέση με το ουσιώδες ζήτημα του χρόνου της γνώσεως εκ μέρους των αναιρεσειόντων της ζημιογόνου συμπεριφοράς των εναγομένων δικηγόρων. Επομένως, οι λόγοι αυτοί αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ως προς την αγωγή των αναιρεσειόντων, έλαβε υπόψη του τα εκατέρωθεν επικαλούμενα και νομίμως προσκομιζόμενα έγγραφα, καθώς και ειδικώς αναφερόμενες ένορκες βεβαιώσεις, μεταξύ των οποίων και η...... ένορκη βεβαίωση που συντάχθηκε ενώπιον της Προξενικής Αρχής της Ελλάδας στη Ρώμη. Από τη διατύπωση αυτή, αλλά και από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει, χωρίς καμιά αμφιβολία, ότι το Εφετείο, μαζί με όλα τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τα ακόλουθα, ήτοι την ...... ένορκη βεβαίωση του…..ενώπιον του αναπληρούντος τον διευθύνοντα το Προξενικό γραφείο της Ελληνικής Δημοκρατίας στη Ρώμη Ιταλίας, την από 16.7.2003 εξώδικη πρόσκληση της πρώτης αναιρεσείουσας με τις...... και ...... εκθέσεις επιδόσεως, το από 11.3.2002 έγγραφο (φαξ) του δικηγόρου Ρώμης Ιταλίας…..την από 23.5.1997 απόδειξη πληρωμής - δήλωση, την από 21.9.2004 ένορκη εξέταση του…..στην Πταισματοδίκη Λάρισας, καθώς και την ένορκη εξέταση του μάρτυρα….. στην ανακρίτρια του Α' Τμήματος του Πρωτοδικείου Λάρισας, το….βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Λάρισας και τις από….προτάσεις των αναιρεσιβλήτων ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λάρισας. Επομένως οι δέκατος τέταρτος έως και εικοστός πρώτος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους προσάπτεται στο Εφετείο η αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη του τα προαναφερόμεν αποδεικτικά μέσα και έτσι υπέπεσε στην πλημμέλεια του αναιρετικού λόγου του άρθρου 559 αριθ. 11 Κ.Πολ.Δ., είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ, έγγραφα, η παραμόρφωση του περιεχομένου των οποίων ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, είναι εκείνα που χαρακτηρίζονται ως αποδεικτικά μέσα στα άρθρα 339 και 432 επ. του ίδιου Κώδικα. Ως εκ τούτου, δεν είναι έγγραφα εκείνα που αποτυπώνουν στο περιεχόμενό τους άλλα αποδεικτικά μέσα, όπως είναι τα πρακτικά των δικαστηρίων και οι εκθέσεις του εισηγητή δικαστή, κατά το μέρος που περιέχουν τις καταθέσεις των μαρτύρων αποδείξεων και ανταποδείξεως, καθώς και οι ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου. Συνεπώς, ο έκτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση διότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο των….και….. ενόρκων βεβαιώσεων ενώπιον του Ειρηνοδικείου Λάρισας, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως άν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που διαλαμβάνονται σ' αυτό. Από την ανωτέρω διάταξη προκύπτει ότι η πλημμέλεια υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας από εσφαλμένη ανάγνωση αποδεικτικού εγγράφου αποδίδει σ' αυτό περιεχόμενο καταδήλως διαφορετικό από το αληθινό και όχι όταν, από την αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, καταλήγει, από λανθασμένη εκτίμηση, σε συμπέρασμα διαφορετικό από εκείνο, το οποίο θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, διότι τότε πρόκειται για αιτίαση που ανάγεται στην εκτίμηση πραγμάτων, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη, κατά το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ. Συνακολούθως, οι πρώτος, δεύτερος, τρίτος, τέταρτος και πέμπτος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια της παραμορφώσεως αντιστοίχως του από 11.3.2002 εγγράφου (φαξ) του δικηγόρου Ρώμης…..του..... πληρεξουσίου του συμβολαιογράφου Αθηνών ……της από 23.5.1997 αποδείξεως πληρωμής - δηλώσεως του πρώτου των αναιρεσιβλήτων, του από 20.5.1997 ιδιωτικού συμφωνητικού μεταξύ του πικουρικού Κεφαλαίου και των αναιρεσιβλήτων και της από 31.5.2003 αιτήσεως πρώτης αναιρεσείουσας προς το Επικουρικό Κεφάλαιο, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Διότι όπως διατυπώνεται το αναιρετήριο, οι αποδιδόμενες στην απόφαση πλημμέλειες συνίστανται όχι σε διαγνωστικό λάθος κατά την προεκτεθείσα έννοια, αλλά σε σφάλμα εκτιμήσεως του περιεχομένου των εν λόγω εγγράφων. 

 

Προσβολή της προσωπικότητας δια του τύπου.

 

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ  614/2009

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Ο άδικος χαρακτήρας των πράξεων της εξύβρισης και της απλής δυσφήμησης (άρθρα 361 και 362 Π.Κ.) αίρεται στην περίπτωση που οι σχετικές εκδηλώσεις γίνονται για διαφύλαξη δικαιώματος, ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον.

Τέτοιο ενδιαφέρον, που πηγάζει από την ελευθερία και την κοινωνική αποστολή του τύπου και ειδικότερα των εφημερίδων, που προστατεύονται από το σύνταγμα και τους νόμους, έχουν και τα πρόσωπα που αμέσως συνδέονται με τη λειτουργία των μέσων ενημέρωσης για τη δημοσίευση ειδήσεων και καταχώριση γεγονότων, ως και σχολίων σχετικών με τη συμπεριφορά προσώπων για τα οποία ενδιαφέρεται το κοινωνικό σύνολο.

Είναι επιτρεπτά δημοσιεύματα για την πληροφόρηση, ενημέρωση και κατατόπιση του κοινού, συνοδευόμενα και από οξεία ακόμη κριτική και δυσμενείς χαρακτηρισμούς των προσώπων στα οποία αναφέρονται.

Στην περίπτωση αυτή όμως ο άδικος χαρακτήρας της εξυβριστικής, ή δυσφημιστικής εκδήλωσης δεν αίρεται και συνεπώς παραμένει η παρανομία ως συστατικό στοιχείο της αδικοπραξίας, όταν η άνω εκδήλωση αποτελεί συκοφαντική δυσφήμηση, ή όταν από τον τρόπο και από τις περιστάσεις που έγινε προκύπτει σκοπός εξύβρισης, δηλαδή σκοπός που κατευθύνεται ειδικώς σε προσβολή της τιμής άλλου με αμφισβήτηση της ηθικής, ή κοινωνικής αξίας του προσώπου του, ή με περιφρόνηση αυτού.

Ο σκοπός της εξύβρισης υπάρχει στον τρόπο εκδήλωσης της προσβλητικής συμπεριφοράς, όταν αυτός δεν είναι αντικειμενικά αναγκαίος για τη απόδοση του περιεχομένου της σκέψης εκείνου που φέρεται ότι ενεργεί από δικαιολογημένο ενδιαφέρον και ο οποίος, μολονότι γνωρίζει τούτο, χρησιμοποιεί τον τρόπο αυτόν για να προσβάλει την τιμή του άλλου.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ  614/2009

Απόσπασμα……Περαιτέρω, κατά το άρθρο 14 παρ. 1 του Συντάγματος καθένας μπορεί να εκφράζει και να διαδίδει προφορικά, γραπτά και δια του τύπου τους στοχασμούς του, τηρώντας του νόμους του Κράτους. Κατά δε το άρθρο 10 παρ. 1 εδ. α' και β' της Ευρωπαικής Συμβάσεως της Ρώμης για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (κυρ. ν.δ. 53/1974) "παν πρόσωπον έχει δικαίωμα εις την ελευθερίαν εκφράσεως. Τα δικαίωμα τούτο περιλαμβάνει την ελευθερίαν της γνώμης ως και την ελευθερίαν λήψεως ή μεταδόσεως πληροφοριών ή ιδεών, άνευ επεμβάσεως των δημοσίων αρχών και ασχέτως συνόρων. Τέλος, το άρθρο 367 του Π.Κ. ορίζει στην 1η παράγραφο ότι "δεν αποτελούν άδικη πράξη α) οι δυσμενείς κρίσεις... καθώς και γ) οι εκδηλώσεις που γίνονται για την εκτέλεση νόμιμων καθηκόντων, την άσκηση νόμιμης εξουσίας ή για την διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον" και στην 2η παράγραφο ότι "η προηγούμενη διάταξη δεν εφαρμόζεται: α) όταν οι παραπάνω κρίσεις και εκδηλώσεις περιέχουν τα συστατικά στοιχεία της πράξης του άρθρου 363 καθώς και β) όταν από τον τρόπο εκδήλωσης ή από τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέσθηκε η πράξη προκύπτει σκοπός εξύβρισης". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι ο άδικος χαρακτήρας των πράξεων της εξυβρίσεως και της απλής δυσφημήσεως (άρθρα 361 και 362 Π.Κ.) αίρεται και στην περίπτωση που οι σχετικές εκδηλώσεις γίνονται για διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον. Τέτοιο ενδιαφέρον, που πηγάζει από την ελευθερία και την κοινωνική αποστολή του τύπου και ειδικότερα των εφημερίδων που προστατεύονται από το σύνταγμα και τους νόμους, έχουν και τα πρόσωπα που αμέσως συνδέονται με τη λειτουργία των άνω μέσων ενημερώσεως για τη δημοσίευση ειδήσεων και καταχώριση γεγονότων, ως και σχολίων σχετικών με τη συμπεριφορά προσώπων για τα οποία ενδιαφέρεται το κοινωνικό σύνολο. Έτσι, είναι επιτρεπτά δημοσιεύματα για την πληροφόρηση, ενημέρωση και κατατόπιση του κοινού, συνοδευόμενα και από οξεία ακόμη κριτική και δυσμενείς χαρακτηρισμούς των προσώπων στα οποία αναφέρονται. Και στην περίπτωση όμως αυτή ο άδικος χαρακτήρας της εξυβριστικής ή δυσφημιστικής εκδηλώσεως δεν αίρεται και συνεπώς παραμένει η παρανομία ως συστατικό στοιχείο της αδικοπραξίας, όταν η άνω εκδήλωση αποτελεί συκοφαντική δυσφήμηση ή όταν από τον τρόπο και από τις περιστάσεις που έγινε αυτή προκύπτει σκοπός εξυβρίσεως, δηλαδή σκοπός που κατευθύνεται ειδικώς σε προσβολή της τιμής άλλου με αμφισβήτηση της ηθικής ή κοινωνικής αξίας του προσώπου του ή με περιφρόνηση αυτού. Ειδικός σκοπός εξυβρίσεως, που ως νομική έννοια ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, υπάρχει στον τρόπο εκδηλώσεως της προσβλητικής της τιμής του άλλου συμπεριφοράς, όταν αυτός δεν ήταν αντικειμενικά αναγκαίος για τη δέουσα απόδοση του περιεχομένου της σκέψης εκείνου που φέρεται ότι ενεργεί από δικαιολογημένο ενδιαφέρον και ο οποίος, μολονότι γνώριζε τούτο, χρησιμοποίησε τον τρόπο αυτόν για να προσβάλει την τιμή του άλλου. 

 

Στην προστασία του καταναλωτή δεν συμπεριλαμβάνεται η αξίωση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης.

 

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ  1051/2004

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Στο προστατευτικό πεδίο του νόμου για την προστασία των καταναλωτών δεν συμπεριλαμβάνεται η αξίωση χρηματικής ικανοποίησης του καταναλωτή λόγω ηθικής του βλάβης κατά του παραγωγού ελαττωματικού προϊόντος.

Αυτή θεμελιώνεται μόνο στις κοινές διατάξεις για τις αδικοπραξίες, εφ όσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής των.

Για επιδίκαση τέτοιας ικανοποίησης ο καταναλωτής βαρύνεται με την επίκληση και απόδειξη της παραβίασης της συναλλακτικής υποχρέωσης του παραγωγού, δηλαδή της αντικειμενικής βλαπτικής ελαττωματικότητας του προϊόντος κατά το χρόνο της κατά τον προορισμό αυτού χρήσης του, της ζημίας που επήλθε και της αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της χρήσης αυτής και της ζημίας.

Δεν απαιτείται επίκληση και απόδειξη πταίσματος του παραγωγού.

Στον παραγωγό εναπόκειται να επικαλεστεί και να αποδείξει προς απαλλαγή του, ότι δεν τον βαρύνει πταίσμα ως προς την παραβίαση της συναλλακτικής του υποχρέωσής από την οποία προήλθε η ηθική βλάβη και συγκεκριμένα, ότι η ελαττωματικότητα του προϊόντος δεν οφείλεται σε πλημμελή κατασκευή, ή συντήρησή του μέχρι την έξοδό του από την επιχείρηση αυτού, ή ότι η τυχόν πλημμέλεια κατασκευής, ή συντήρησής του δεν οφείλεται σε πταίσμα δικό του, ή των προσώπων για τα οποία αυτός ευθύνεται σε όλα τα στάδια της κατασκευής.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ  1051/2004

Απόσπασμα……2. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1 παρ. 4 περ. α' και 6 παρ. 1 και 7 του ν. 2251/1994, για την προστασία των καταναλωτών, με την τελευταία από τις οποίες ορίζεται ότι η ικανοποίηση της ηθικής βλάβης του καταναλωτή από ελάττωμα του προϊόντος του παραγωγού διέπεται από τις διατάξεις που ισχύουν για τις αδικοπραξίες, το ίδιο δε ισχύει και για την ψυχική οδύνη λόγω θανάτου, προκύπτει ότι δεν περιλαμβάνεται στο προστατευτικό πεδίο του εν λόγω νόμου και η αξίωση χρηματικής ικανοποίησης του καταναλωτή, λόγω ηθικής του βλάβης, κατά του παραγωγού ελαττωματικού προϊόντος, η οποία μπορεί να θεμελιωθεί μόνο επί των κοινών διατάξεων του ΑΚ για τις αδικοπραξίες (άρθρα 914, 932 αυτού), εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής αυτών. Περαιτέρω, σύμφωνα με το γενικό κανόνα του άρθρου 338 παρ. 1 ΚΠολΔ, που ρυθμίζει το υποκειμενικό βάρος απόδειξης, με βάση την αρχή ότι κάθε διάδικος οφείλει να αποδείξει τα πραγματικά γεγονότα που είναι αναγκαία για τη θεμελίωση της αυτοτελούς αίτησης ή ανταίτησής του, επί αγωγής για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης για ηθική βλάβη από αδικοπραξία, ο ενάγων οφείλει, κατ' αρχήν, να επικαλεστεί όλα τα στοιχεία του κανόνα δικαίου του άρθρου 914 ΑΚ, δηλαδή, εκτός από άλλα, και την υπαιτιότητα του εναγομένου ή των προστηθέντων του. Ειδικά, όμως, επί αγωγής καταναλωτή κατά του παραγωγού ελαττωματικού προϊόντος για επιδίκαση τέτοιας ικανοποίησης, ενόψει του ότι αυτός είναι ξένος προς τη διαδικασία παραγωγής του ελαττωματικού προϊόντος και, για τον λόγο αυτόν, δεν είναι σε θέση να αποδείξει αιτία του ελαττώματος, που εμπίπτει στη σφαίρα ευθύνης του παραγωγού, ο ίδιος (ο καταναλωτής), κατ' ανάλογη εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 925 ΑΚ, βαρύνεται με την επίκληση και απόδειξη της παραβίασης της συναλλακτικής υποχρέωσης του τελευταίου, δηλαδή της αντικειμενικής βλαπτικής ελαττωματικότητας του προϊόντος, κατά το χρόνο της κατά τον προορισμό αυτού χρήσης του, της ζημίας που επήλθε, και της αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της χρήσης αυτής και της ζημίας, χωρίς να απαιτείται επίκληση και απόδειξη και πταίσματος αυτού, στον παραγωγό δε εναπόκειται να επικαλεστεί και να αποδείξει, προς απαλλαγή του, ότι δεν τον βαρύνει πταίσμα ως προς την παραβίαση της συναλλακτικής του υποχρέωσής, από την οποία προήλθε η ηθική βλάβη και, συγκεκριμένα, ότι η, κατά τον παραπάνω χρόνο, ελαττωματικότητα του προϊόντος δεν οφείλεται σε πλημμελή κατασκευή ή συντήρησή του μέχρι την έξοδό του από την επιχείρηση αυτού ή ότι η τυχόν πλημμέλεια κατασκευής ή συντήρησής του δεν οφείλεται σε πταίσμα δικό του ή των προσώπων για τα οποία αυτός ευθύνεται σε όλα τα στάδια της κατασκευής. Επομένως, η υπαιτιότητα (πταίσμα) του παραγωγού δεν αποτελεί, σύμφωνα με το νόμο (δηλαδή τις διατάξεις του ν. 2251/1994, που προαναφέρθηκαν, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 914 και 932 ΑΚ), στοιχείο της νομικής βάσης της εν λόγω αγωγής.

Αναζήτηση

Χρίστος Καραμπάγιας | Μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών