ΕΡΓΑΤΙΚΕΣ ΔΙΑΦΟΡΕΣ

Διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου με το Δημόσιο. 

Σύμφωνα με την ΑΠ 104/2016.

«…Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 και 669 Α.Κ. προκύπτει ότι σύμβαση εργασίας αόριστου χρόνου υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ορισμένη διάρκεια για την παροχή της εργασίας ούτε η χρονική αυτή διάρκεια συνάγεται από το είδος και το σκοπό της εργασίας. Αντίθετα η σύμβαση εργασίας είναι ορισμένου χρόνου όταν συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρι ορισμένο χρονικό σημείο ή μέχρι την επέλευση ορισμένου μέλλοντος και βέβαιου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου ή την επέλευση του βέβαιου γεγονότος ή του χρονικού σημείου παύει να ισχύει αυτοδικαίως. Επομένως η διάρκεια της συμβάσεως εργασίας ορισμένου χρόνου είναι σαφώς καθορισμένη είτε γιατί συμφωνήθηκε ρητά ή σιωπηρά είτε γιατί προκύπτει από το είδος και το σκοπό της σύμβασης εργασίας. Χαρακτηριστικό της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι ότι τα μέρη γνωρίζουν επακριβώς το χρονικό σημείο της λήξης της. Η σύμβαση αυτή, σύμφωνα με το άρθρο 669 παρ.1 Α.Κ., παύει αυτοδικαίως όταν λήξει ο χρόνος για τον οποίο συνομολογήθηκε, χωρίς να χρειάζεται καταγγελία της και καταβολή αποζημίωσης. Ο ορθός δε νομικός χαρακτηρισμός της σύμβασης, ως κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο, μη δεσμευόμενο από το χαρακτηρισμό που προσέδωσαν τα συμβαλλόμενα μέρη, κρίνει, ερμηνεύοντας το περιεχόμενό της, όπως απαιτούν η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη και οι περιστάσεις υπό τις οποίες συνήφθη η σύμβαση. Εξάλλου κατά τις διατάξεις του άρθρου 8 παρ.1 εδ.α και 3 του ν.2112/1920, όπως αυτό έχει τροποποιηθεί και αυθεντικώς ερμηνευθεί (ν.4558/1920, άρθρο 11 α.ν.547/1937), "Είναι άκυρος οιαδήποτε σύμβασις αντικειμένη εις τον παρόντα νόμον, πλην αν είναι μάλλον ευνοϊκή διά τον υπάλληλον" (παρ.1 εδ.α) και "Αι διατάξεις του νόμου τούτου εφαρμόζονται ωσαύτως και επί συμβάσεων εργασίας με ωρισμένην χρονικήν διάρκειαν, εάν ο καθορισμός της διαρκείας ταύτης δεν δικαιολογήται εκ της φύσεως της συμβάσεως, αλλ' ετέθη σκοπίμως προς καταστρατήγησιν των περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής συμβάσεως διατάξεων του παρόντος νόμου" (παρ.3). Από τις διατάξεις αυτές, με τις οποίες επιδιώχθηκε η αντιμετώπιση των καταχρήσεων σε βάρος των εργαζομένων με τη σύναψη συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, προκύπτει ότι όταν συνάπτονται αλλεπάλληλες συμβάσεις εργασίας ορισμένης χρονικής διάρκειας, αν ο καθορισμός της διάρκειάς τους δεν δικαιολογείται από τη φύση ή το είδος ή το σκοπό της εργασίας ή δεν υπαγορεύεται από ειδικό λόγο που ανάγεται ιδίως στις ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας της επιχειρήσεως αλλά έχει τεθεί με σκοπό την καταστρατήγηση των διατάξεων περί υποχρεωτικής καταγγελίας των αόριστου χρόνου συμβάσεων (άρθρα 1, 2, 3 ν.2112/1920 ή 1, 3, 5 β.δ.16/18-7-1920), ανακύπτει ακυρότητα ως προς τον καθορισμό ορισμένης χρονικής διάρκειας της συμβάσεως και θεωρείται ότι τότε καταρτίστηκε ενιαία σύμβαση αόριστου χρόνου, επί της οποίας δεν είναι δυνατή η απόλυση του εργαζομένου χωρίς καταγγελία και καταβολή της νόμιμης αποζημιώσεως. Επακολούθησε ο ν.2190/1994, στο άρθρο 21 του οποίου ορίζονται τα εξής: "Οι δημόσιες υπηρεσίες και τα νομικά πρόσωπα της παρ. 1 του άρθρου 14 του παρόντος νόμου επιτρέπεται να απασχολούν προσωπικό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου για αντιμετώπιση εποχιακών ή άλλων περιοδικών ή πρόσκαιρων αναγκών, με τις προϋποθέσεις και τη διαδικασία των επόμενων παραγράφων" (παρ.1). "Η διάρκεια της απασχόλησης του προσωπικού της παρ.1 δεν μπορεί να υπερβαίνει τους οκτώ (8) μήνες μέσα σε συνολικό χρόνο δώδεκα (12) μηνών. Στις περιπτώσεις προσωρινής πρόσληψης προσωπικού για αντιμετώπιση, κατά τις ισχύουσες διατάξεις, κατεπειγουσών αναγκών, λόγω απουσίας προσωπικού ή κένωσης θέσεων, η διάρκεια της απασχόλησης δεν μπορεί να υπερβαίνει τους τέσσερις (4) μήνες για το ίδιο άτομο. Παράταση ή σύναψη νέας σύμβασης κατά το αυτό ημερολογιακό έτος ή μετατροπή σε σύμβαση αορίστου χρόνου είναι άκυρες" (παρ.2 εδ.α, β και γ). Στην παράγραφο 4 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι τα αρμόδια για την εκκαθάριση των αποδοχών όργανα υποχρεούνται να παύσουν να καταβάλλουν τις αποδοχές στο προσωπικό που συμπλήρωσε την κατά τις προηγούμενες παραγράφους διάρκεια απασχόλησης, άλλως καταλογίζονται στα ίδια οι αποδοχές που καταβλήθηκαν, ενώ στην παράγραφο 5 του ίδιου άρθρου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8 παρ.10ε ν.2225/1994, ορίζεται ότι οι προϊστάμενοι ή άλλα αρμόδια όργανα που ενεργούν κατά παράβαση των προηγούμενων παραγράφων διώκονται για παράβαση καθήκοντος κατά το άρθρο 259 Π.Κ. και πειθαρχικά. Σύμφωνα δε με την παρ.1 του άρθρου 14 του ίδιου ν.2190/ 1994, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 ν.2527/1997, στις διατάξεις του άρθρου αυτού υπάγονται μεταξύ άλλων και οι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης. Εξάλλου στις διατάξεις του άρθρου 103 παρ.2 και 3 του Συντάγματος με τις οποίες επιβάλλεται η νομοθετική πρόβλεψη οργανικών θέσεων για την κάλυψη των πάγιων και διαρκών αναγκών του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των άλλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, ορίζονται τα εξής: "Κανένας δεν μπορεί να διοριστεί υπάλληλος σε οργανική θέση που δεν είναι νομοθετημένη. Εξαιρέσεις μπορεί να προβλέπονται από ειδικό νόμο, για να καλυφθούν απρόβλεπτες και επείγουσες ανάγκες με προσωπικό που προσλαμβάνεται για ορισμένη χρονική περίοδο με σχέση ιδιωτικού δικαίου" (παρ.2). "Οργανικές θέσεις ειδικού επιστημονικού καθώς και τεχνικού ή βοηθητικού προσωπικού μπορούν να πληρούνται με προσωπικό που προσλαμβάνεται με σχέση ιδιωτικού δικαίου. Νόμος ορίζει τους όρους για την πρόσληψη, καθώς και τις ειδικότερες εγγυήσεις τις οποίες έχει το προσωπικό που προσλαμβάνεται" (παρ.3). Με την αναθεώρηση του Συντάγματος που έγινε με το από 6-4-2001 ψήφισμα της Ζ Αναθεωρητικής Βουλής (ΦΕΚ Α 84/17-4-2001) και με σκοπό τη μέγιστη δυνατή διασφάλιση των συνταγματικών αρχών της ισότητας ενώπιον του νόμου, της αξιοκρατίας και της διαφάνειας κατά τις προσλήψεις στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, προστέθηκε στο άρθρο 103 του Συντάγματος παράγραφος 7, που προβλέπει ότι η πρόσληψη υπαλλήλων στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, γίνεται είτε με διαγωνισμό είτε με επιλογή σύμφωνα με προκαθορισμένα και αντικειμενικά κριτήρια και υπάγεται στον έλεγχο ανεξάρτητης αρχής. Επίσης στο ίδιο πιο πάνω άρθρο προστέθηκε παράγραφος 8 που προβλέπει ότι: "Νόμος ορίζει τους όρους και τη χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, για την κάλυψη είτε οργανικών θέσεων και πέραν των προβλεπομένων στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου 3 είτε πρόσκαιρων είτε απρόβλεπτων και επειγουσών αναγκών κατά το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 2. Νόμος ορίζει επίσης τα καθήκοντα που μπορεί να ασκεί το προσωπικό του προηγούμενου εδαφίου. Απαγορεύεται η από το νόμο μονιμοποίηση προσωπικού που υπάγεται στο πρώτο εδάφιο ή η μετατροπή των συμβάσεών του σε αορίστου χρόνου. Οι απαγορεύσεις της παραγράφου αυτής ισχύουν και ως προς τους απασχολουμένους με σύμβαση έργου". Έτσι με την αναθεώρηση του άρθρου 103 του Συντάγματος η Ζ Αναθεωρητική Βουλή επέβαλε στον κοινό νομοθέτη και στη διοίκηση αυστηρούς όρους σχετικά με την πρόσληψη προσωπικού για την κάλυψη των λειτουργικών αναγκών του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα. Στους προαναφερόμενους κανόνες, τους οποίους πρώτος διατύπωσε ο κοινός νομοθέτης με τις πιο πάνω διατάξεις του ν.2190/1994 και οι οποίοι κατέστησαν ήδη συνταγματικού επιπέδου, υπάγεται, ενόψει της αδιάστικτης διατύπωσης του άρθρου 103 παρ.7 και 8 του Συντάγματος, τόσο το προσωπικό που συνδέεται με το Δημόσιο, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης και τα άλλα νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα με υπαλληλική σχέση δημόσιου δικαίου, όσο και το προσωπικό που προσλαμβάνεται με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου για την πλήρωση οργανικών θέσεων σύμφωνα με το άρθρο 103 παρ.3 και 8 του Συντάγματος. Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου συναπτόμενες με το Δημόσιο, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης και τους λοιπούς φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα υπό την ισχύ των πιο πάνω διατάξεων του άρθρου 103 παρ.7 και 8 του Συντάγματος (ήτοι από τις 17-4-2001 και εφεξής) δεν μπορούν να μετατραπούν σε συμβάσεις αόριστου χρόνου, έστω και αν καλύπτουν πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες. Ούτε καταλείπεται πεδίο εκτίμησης των συμβάσεων αυτών, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσης κατά τη δικαστική διαδικασία, ως συμβάσεων αόριστου χρόνου στην περίπτωση που αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες αφού, έστω και αν τούτο συμβαίνει, βάσει των πιο πάνω διατάξεων ο εργοδότης δεν έχει ευχέρεια για τη σύναψη σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου.

Συνεπώς στις συμβάσεις αυτές δεν είναι δυνατή η εφαρμογή της προαναφερόμενης διάταξης του άρθρου 8 παρ.3 ν.2112/1920 (Ολ.Α.Π.19 και 20/2007). Αντίθετα η τελευταία αυτή διάταξη μπορεί να εφαρμοσθεί σε διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου που καταρτίσθηκαν με το Δημόσιο, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης και τους λοιπούς φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα πριν από την έναρξη της ισχύος των τροποποιημένων διατάξεων του άρθρου 103 παρ.7 και 8 του Συντάγματος. Τούτο διότι οι συμβάσεις αυτές, παρά την τυχόν απαγόρευση από το νόμο της σύναψής τους ως τέτοιων (αορίστου χρόνου), είχαν ήδη πριν από την έναρξη της ισχύος των πιο πάνω συνταγματικών διατάξεων προσλάβει το χαρακτήρα της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου, τον οποίο διατήρησαν και μετά ταύτα (Ολ.Α.Π.7/2011 και 8/2011). Περαιτέρω, στις 10-7-1999 δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων η Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999, στο άρθρο 2 της οποίας ορίζεται ότι στα κράτη-μέλη παρέχεται προθεσμία συμμορφώσεως προς το περιεχόμενο της Οδηγίας αυτής έως τις 10-7-2001, με δυνατότητα παράτασης της εν λόγω προθεσμίας έως τις 10-7-2002, της οποίας δυνατότητας έκανε χρήση η Ελλάδα. Στη ρήτρα 5 της πιο πάνω οδηγίας ορίζεται ότι τα κράτη-μέλη ύστερα από διαβουλεύσεις με τους κοινωνικούς εταίρους ή/και οι κοινωνικοί εταίροι καθορίζουν, όταν χρειάζεται, τις συνθήκες υπό τις οποίες συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου θεωρούνται "διαδοχικές" και χαρακτηρίζονται συμβάσεις ή σχέσεις αορίστου χρόνου. Ήδη ο εθνικός νομοθέτης έχει εξειδικεύσει τις συνθήκες αυτές με τα προεδρικά διατάγματα 81/2003 και 164/2004, η ισχύς των οποίων άρχισε από τη δημοσίευσή τους στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (2-4-2003 και 19-7-2004 αντίστοιχα) και το δεύτερο από τα οποία αναφέρεται στους εργαζομένους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στο δημόσιο τομέα. Το άρθρο 5 του τελευταίου αυτού προεδρικού διατάγματος ορίζει τα εξής: "1. Απαγορεύονται οι διαδοχικές συμβάσεις, που καταρτίζονται και εκτελούνται μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζόμενου με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους η παρεμφερείς όρους εργασίας, εφόσον μεταξύ των συμβάσεων αυτών μεσολαβεί χρονικό διάστημα μικρότερο των τριών μηνών. 2. Η κατάρτιση των συμβάσεων αυτών επιτρέπεται κατ' εξαίρεση, εφόσον δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους. Αντικειμενικός λόγος υφίσταται, όταν οι επόμενες της αρχικής συμβάσεως συνάπτονται για την εξυπηρέτηση ειδικών ομοειδών αναγκών που σχετίζονται ευθέως και αμέσως με τη μορφή ή το είδος ή τη δραστηριότητα της επιχείρησης. 3... 4. Σε κάθε περίπτωση, ο αριθμός των διαδοχικών συμβάσεων δεν επιτρέπεται να είναι μεγαλύτερος των τριών, με την επιφύλαξη των διατάξεων της παραγράφου 2 του επόμενου άρθρου". Ως κύρωση για την περίπτωση της παράνομης, ήτοι κατά παράβαση των ως άνω κανόνων, κατάρτισης διαδοχικών συμβάσεων προβλέφθηκε από το άρθρο 7 του ίδιου προεδρικού διατάγματος η αυτοδίκαιη ακυρότητά τους και η καταβολή στην εργαζόμενο τόσο των αποδοχών για την εργασία που παρέσχε, εφόσον οι άκυρες συμβάσεις εκτελέστηκαν εν όλω ή εν μέρει, όσο και αποζημίωσης ίσης με το ποσό "το οποίο δικαιούται ο αντίστοιχος εργαζόμενος αόριστου χρόνου σε περίπτωση καταγγελίας της συμβάσεώς του", ενώ θεσπίστηκε ποινική και πειθαρχική ευθύνη για την παράβαση των κανόνων αυτών. Όμως, ενόψει του ότι οι πιο πάνω διατάξεις του π.δ.164/2004 άρχισαν να ισχύουν από τις 19-7-2004, το διάταγμα αυτό έπρεπε να περιλάβει και ρυθμίσεις που να εξασφαλίζουν οπωσδήποτε από τις 10-7-2002, οπότε έληξε η προθεσμία προσαρμογής της ελληνικής νομοθεσίας στην πιο πάνω Οδηγία, την προσαρμογή αυτή. Έτσι με το άρθρο 11 παρ.1 περ.α, 2 εδ.α και β, 3 και 5 του πιο πάνω προεδρικού διατάγματος ορίζονται τα εξής: "Διαδοχικές συμβάσεις κατά την παρ.1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, οι οποίες έχουν συναφθεί πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος και είναι ενεργές έως την έναρξη ισχύος αυτού, συνιστούν εφεξής σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου εφόσον συντρέχουν αθροιστικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις: α) Συνολική χρονική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων τουλάχιστον είκοσι τεσσάρων (24) μηνών έως την έναρξη ισχύος του διατάγματος, ανεξαρτήτως αριθμού ανανεώσεων συμβάσεων ή τρεις τουλάχιστον ανανεώσεις πέραν της αρχικής σύμβασης κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, με συνολικό ελάχιστο χρόνο απασχόλησης δέκα οκτώ (18) μηνών, μέσα σε συνολικό χρονικό διάστημα είκοσι τεσσάρων (24) μηνών από την αρχική σύμβαση" (παρ.1 περ.α). "Για τη διαπίστωση της συνδρομής των κατά την προηγούμενη παράγραφο προϋποθέσεων, ο εργαζόμενος υποβάλλει, εντός αποκλειστικής προθεσμίας δύο (2) μηνών από την έναρξη της ισχύος του παρόντος, αίτηση προς τον οικείο φορέα, στην οποία αναφέρει τα στοιχεία από τα οποία προκύπτει η συνδρομή των προϋποθέσεων αυτών. Αρμόδιο όργανο να κρίνει αιτιολογημένα εάν συντρέχουν, κατά περίπτωση, οι προϋποθέσεις της προηγούμενης παραγράφου, είναι το οικείο Υπηρεσιακό Συμβούλιο ή το όργανο που εξομοιώνεται με αυτό και όπου δεν υπάρχει, το Διοικητικό Συμβούλιο ή το διοικούν όργανο του οικείου νομικού προσώπου ή το όργανο που εξομοιώνεται με αυτό κατά την κείμενη νομοθεσία" (παρ.2 εδ.α και β). "Οι κατά την παρ.2 κρίσεις του αρμόδιων οργάνων, θετικές ή αρνητικές, διαβιβάζονται αμέσως στο Ανώτατο Συμβούλιο Επιλογής Προσωπικού (Α.Σ.Ε.Π.), το οποίο αποφαίνεται εντός τριών (3) μηνών από τη διαβίβαση σε αυτό των σχετικών κρίσεων" (παρ.3). "Στις διατάξεις της παρ.1 του παρόντος άρθρου συμπεριλαμβάνονται και οι συμβάσεις οι οποίες έχουν λήξει κατά το χρονικό διάστημα των τελευταίων τριών μηνών πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος διατάγματος λογιζόμενες ως ενεργές διαδοχικές συμβάσεις ως την έναρξη ισχύος του παρόντος. Η προϋπόθεση του εδ.α της παρ.1 του παρόντος άρθρου πρέπει να συντρέχει κατά το χρόνο λήξης της σύμβασης" (παρ.5).

Συνεπώς, εφόσον δεν συντρέχουν οι πιο πάνω προϋποθέσεις, μετατροπή των συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου δεν μπορεί να γίνει (Ολ.Α.Π.19 και 20/2007)…».

 

Σύμβαση απλής ετοιμότητας προς εργασία

 

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ  1102/2009

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Σύμβαση απλής ετοιμότητας προς εργασία, είναι η σύμβαση  εργασίας με την οποία ένας από τους συμβαλλόμενους αναλαμβάνει την υποχρέωση να περιορίσει μερικώς την ελευθερία των κινήσεών του υπέρ του άλλου, χωρίς όμως να διατηρεί σε εγρήγορση τις σωματικές ή πνευματικές δυνάμεις του, ώστε να είναι στη διάθεση του αντισυμβαλλομένου κάθε στιγμή.

Δεν υπόκειται στις διατάξεις των ειδικών νόμων και των συλλογικών συμβάσεων εργασίας, που ορίζουν ελάχιστο όριο αμοιβής και προσαυξήσεις για παροχή νυχτερινής ή υπερωριακής εργασίας ή άλλης εργασίας σε ημέρες εορτής ή αργίες, εκτός αν έχει συμφωνηθεί ειδικά το αντίθετο.

Οφείλεται μόνο ο μισθός που συμφωνήθηκε και αν δεν έχει συμφωνηθεί ο συνηθισμένος μισθός, δηλαδή ο μισθός που καταβάλουν συνήθως οι εργοδότες στην ίδια περιοχή για όμοιες εργασίες σε εργαζόμενους με τα ίδια προσόντα και κάτω από τις ίδιες συνθήκες.

Τα παραπάνω εναρμονίζονται με τις διατάξεις του άρθρου 2 §1 του ΠΔ 88/1999, το οποίο εκδόθηκε προς εναρμόνιση της Ελληνικής νομοθεσίας με τις οδηγίες 89/361/ΕΚ, 93/104/ΕΚ και 2000/34/ΕΚ, το οποίο τροποποιήθηκε με το ΠΔ 76/2005.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ  1102/2009

Απόσπασμα…….Ι.- Όπως συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρων 648, 649 και 653 ΑΚ, η σύμβαση με την οποία ένας από τους συμβαλλόμενους αναλαμβάνει την υποχρέωση να περιορίσει μερικώς την ελευθερία των κινήσεών του υπέρ του άλλου, χωρίς όμως να διατηρεί σε εγρήγορση τις σωματικές ή πνευματικές δυνάμεις του, ώστε να είναι στη διάθεση του αντισυμβαλλομένου κάθε στιγμή, έχει μεν το χαρακτήρα συμβάσεως εργασίας, αλλά εξαιτίας της ιδιομορφίας της δεν υπόκειται στις διατάξεις των ειδικών νόμων και των συλλογικών συμβάσεων εργασίας που ορίζουν ελάχιστο όριο αμοιβής και προσαυξήσεις για παροχή νυχτερινής ή υπερωριακής εργασίας ή άλλης εργασίας σε ημέρες εορτής ή αργίες, εκτός αν έχει συμφωνηθεί ειδικά το αντίθετο, διότι οι πιο πάνω διατάξεις εφαρμόζονται σε περίπτωση πλήρους απασχολήσεως και πάντως διατηρήσεως σε εγρήγορση των σωματικών και πνευματικών δυνάμεων του μισθωτού στις καθορισμένες για κάθε περίπτωση ώρες. Για το λόγο αυτό, στην περίπτωση απλής ετοιμότητας προς εργασία, οφείλεται μόνο ο μισθός που συμφωνήθηκε και αν δεν έχει συμφωνηθεί, ο συνηθισμένος μισθός σύμφωνα με το άρθρο 563 ΑΚ, ήτοι ο μισθός που καταβάλουν συνήθως οι εργοδότες στην ίδια περιοχή, για όμοιες εργασίες, σε εργαζόμενους με τα ίδια προσόντα και κάτω από τις ίδιες συνθήκες. Αντίθετο συμπέρασμα, ως προς τη φύση και τον τρόπο αμοιβής της εργασίας που προσφέρεται υπό τις παραπάνω περιστάσεις απλής ετοιμότητας προς εργασία, δεν μπορεί να συναχθεί, από τις διατάξεις του άρθρου 2 §1 του ΠΔ 88/1999, το οποίο εκδόθηκε προς εναρμόνιση της Ελληνικής νομοθεσίας με τις οδηγίες 89/361/ΕΚ, 93/104/ΕΚ και 2000/34/ΕΚ και το οποίο τροποποιήθηκε με το ΠΔ 76/2005. Σύμφωνα με τους ορισμούς του ΠΔ 88/1999 " Για την εφαρμογή του παρόντος διατάγματος νοούνται ως: 1) Χρόνος εργασίας: Κάθε περίοδος κατά τη διάρκεια της οποίας ο εργαζόμενος ευρίσκεται, στην εργασία, στη διάθεση του εργοδότη και ασκεί δραστηριότητα ή τα καθήκοντά του σύμφωνα με τις ισχύουσες ρυθμίσεις για κάθε κατηγορία εργαζομένων. 2) Περίοδος ανάπαυσης: Κάθε περίοδος που δεν είναι χρόνος εργασίας (άρθρο 2 §§ 1,2 αυτού και της 93/104/ΕΚ οδηγίας). Από την αναφορά στο προοίμιο της οδηγίας ότι το άρθρο 118 Α της Συνθήκης προβλέπει ότι το Συμβούλιο θεσπίζει, με οδηγία, τις ελάχιστες προδιαγραφές για να προωθήσει την καλυτέρευση, ιδίως, του χώρου της εργασίας, με στόχο την εξασφάλιση υψηλότερου επιπέδου προστασίας της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων και στις διατάξεις της 89/391/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 12ης Ιουνίου 1989 σχετικά με την εφαρμογή μέτρων για την προώθηση της βελτίωσης της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένωνκατά την εργασία, τον γενικό τίτλο αυτής ( "σχετικά με ορισμένα στοιχεία της οργάνωσης του χρόνου εργασίας") και το όλο περιεχόμενο των λοιπών διατάξεων αυτής, στις οποίες γίνεται λόγος, κατ' ενδεικτική αναφορά, για ημερήσια και εβδομαδιαία ανάπαυση, διαλείμματα, ετήσια άδεια και διάρκεια της νυκτερινής εργασίας, προκύπτει ότι με τις οδηγίες αυτές ο κοινοτικός νομοθέτης αποβλέπει στην εξασφάλιση της καλύτερης προστασίας της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων με τη χορήγηση σ' αυτούς των καθοριζομένων κατ' ελάχιστο όριο περιόδων ημερήσιας και εβδομαδιαίας αναπαύσεως και επαρκών διαλειμμάτων και τον ορισμό κατ' ανώτατο όριο των οκτώ ωρών νυκτερινής εργασίας ανά εικοσιτετράωρο και των 48 ωρών ργασίας κατά μέσο όρο ανά επταήμερο, χωρίς παράλληλα με τις ρυθμίσεις αυτές να συνδέεται και η οφειλόμενη για το χρόνο εργασίας του μισθωτού αμοιβή του (Ολ ΑΠ 10/2009). 

 

Πρόσθετες παροχές εργοδότη, που δίνονται εκουσίως και από ελευθεριότητα.

 

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ  546/2007

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Δεν έχουν χαρακτήρα μισθού οι πρόσθετες παροχές, που δίδονται από τον εργοδότη στον εργαζόμενο εκουσίως και από ελευθεριότητα και όχι από νόμιμη υποχρέωση ή με πρόθεση, εκδηλούμενη και από τα δύο μέρη, να αποτελέσουν αντάλλαγμα για την παρεχόμενη εργασία.

Δεν δημιουργείται υποχρέωση και αντίστοιχο δικαίωμα αναφορικά με τις παροχές αυτές, με αποτέλεσμα ο εργοδότης να έχει τη δυνατότητα να τις ανακαλέσει οποτεδήποτε και να παύσει τη χορήγησή τους.

Οι οικειοθελείς αυτές παροχές δεν είναι δυνατόν να μετατραπούν σε συμβατικές υποχρεώσεις του εργοδότη, ανεξαρτήτως του μακροχρονίου, του αδιαλείπτου ή του γενικευμένου της καταβολής τους, ιδίως αν ο εργοδότης κατά την έναρξη της χορηγήσεώς τους ή έστω, πριν δημιουργηθούν οι συνθήκες της δεσμευτικότητάς τους, επιφύλαξε για τον εαυτό του το δικαίωμα να τις διακόψει ελευθέρως και μονομερώς οποτεδήποτε.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ  546/2007

Απόσπασμα…….1.- Επειδή, η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως, που απορρέει από το άρθρο 288 του ΑΚ και στηρίζεται στα άρθρα 22 παρ. 1 εδ. β΄ του Συντάγματος και 141 (πρώην άρθρο 119) της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, επιβάλλει στον εργοδότη, όταν προβαίνει σε οικειοθελή παροχή σε ορισμένους εργαζομένους, να μην εξαιρεί από αυτήν άλλους μισθωτούς του, που ανήκουν στην ίδια κατηγορία και παρέχουν τις ίδιες υπηρεσίες, κάτω από τις ίδιες συνθήκες, εκτός αν η εξαίρεση είναι, κατά την καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, δίκαιη και εύλογη. Βασική προϋπόθεση για την εφαρμογή της ανωτέρω αρχής είναι η παροχή του εργοδότη να είναι εκούσια και οικειοθελής, δηλαδή να χορηγείται από δική του πρωτοβουλία και χωρίς να υπάρχει σχετική υποχρέωση. Διαφορετικά, αν ο εργοδότης έχει υποχρέωση από διάταξη νόμου ή από όρο Σ.Σ.Ε. ή Δ.Α. ή από δικαστική απόφαση να χορηγήσει κάποια παροχή σε ορισμένους μισθωτούς, δεν πρόκειται για οικειοθελή παροχή και η εξαίρεση από αυτήν άλλων μισθωτών, που τελούν υπό τις ίδιες συνθήκες, δεν παραβιάζει την αρχή της ισότητας. Για την εφαρμογή, πάντως, της ανωτέρω αρχής δεν αρκεί η παροχή να έχει οικειοθελή χαρακτήρα, αλλά θα πρέπει και η χορήγηση αυτής να έγινε νόμιμα. Η παρά το νόμο χορήγηση οικειοθελούς παροχής σε ορισμένους μισθωτούς δεν δικαιολογεί ανάλογη αξίωση των μισθωτών που δεν την έλαβαν, αφού η αξίωση από την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως δεν μπορεί να θεμελιωθεί στην εργοδοτική παρανομία (ΑΠ 1400/2002). Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 648, 649, 653 και 361 του ΑΚ, 3 παρ. 2 του ν. 2112/1920, 5 παρ. 1 του ν. 3198/1955 και 1 της υπ΄ αριθ. 95 διεθνούς Συμβάσεως "περί προστασίας του ημερομισθίου", που κυρώθηκε με το ν. 3248/1955, συνάγεται ότι ως μισθός στη σύμβαση εργασίας θεωρείται κάθε παροχή, την οποία με βάση το νόμο ή τη συμφωνία καταβάλλει ο εργοδότης στον εργαζόμενο ως αντάλλαγμα της παρεχόμενης εργασίας. Επομένως, δεν έχουν το χαρακτήρα μισθού οι πρόσθετες παροχές, που δίδονται από τον εργοδότη στον εργαζόμενο εκουσίως από ελευθεριότητα και όχι από νόμιμη υποχρέωση ή με πρόθεση, εκδηλούμενη και από τα δύο μέρη, να αποτελέσουν αντάλλαγμα για την παρεχόμενη εργασία και ως εκ τούτου δεν ιδρύονται υποχρέωση και αντίστοιχο δικαίωμα αναφορικά με τις παροχές αυτές, με αποτέλεσμα ο εργοδότης να έχει τη δυνατότητα να τις ανακαλέσει οποτεδήποτε και να παύσει τη χορήγησή τους. Οι οικειοθελείς αυτές παροχές δεν είναι δυνατόν να μετατραπούν σε συμβατικές υποχρεώσεις του εργοδότη, ανεξαρτήτως του μακροχρονίου, του αδιαλείπτου ή του γενικευμένου της καταβολής τους, ιδίως αν αυτός (εργοδότης) κατά την έναρξη της χορηγήσεώς τους ή έστω, πριν δημιουργηθούν οι συνθήκες της δεσμευτικότητάς τους, επιφύλαξε για τον εαυτό του το δικαίωμα να τις διακόψει ελευθέρως και μονομερώς οποτεδήποτε (ΑΠ 699/2002, 1202/2002).  Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμη βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που είναι αναγκαία, για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της διατάξεως του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς ή αντιφατικές ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Αντιθέτως, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως όταν πρόκειται για ελλείψεις, που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, εφόσον αυτό διατυπώνεται στην απόφαση σαφώς. 

 

Συγχώνευση εταιριών με απορρόφηση και οι εργασιακές σχέσεις.

 

ΠΑΓΟΣ   1100/2009

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Με την συγχώνευση εταιριών με απορρόφηση οι εργασιακές σχέσεις, όπως και όλες οι εκκρεμείς συμβατικές σχέσεις, τις οποίες είχαν συνάψει οι απορροφώμενες εταιρίες δεν λύονται, αλλά συνεχίζονται από την απορροφώσα εταιρία, που ως διάδοχος εργοδότρια υποκαθίσταται στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των απορροφωμένων εταιριών, ως δικαιοπαρόχων εργοδοτριών.

Η απορροφώσα επιχείρηση αναλαμβάνει τις εργασιακές σχέσεις του προσωπικού των απορροφωμένων επιχειρήσεων, όπως είχαν διαμορφωθεί κατά το χρόνο της συγχώνευσης και υποχρεούται να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις, που απορρέουν από ΣΣΕ, ΔΑ, κανονισμό ή ατομική σύμβαση εργασίας.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ   1100/2009

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Θεμέλη, Ειρήνη Αθανασίου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-11-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις….του ίδιου Δικαστηρίου και…..του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 5-2-2007 αίτησή του και τους από 17-7-2007 πρόσθετους λόγους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πάσσος διάβασε την από 28-2-2008 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία Αρεοπαγίτη Μάριου - Φώτιου Χατζηπανταζή, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων του κύριου δικογράφου της αναιρέσεως και εκείνων του δικογράφου των προσθέτων λόγων αυτής. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων, οι πληρεξούσιοι της αναιρεσίβλητης την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά το άρθρο 6 παρ.1 του Ν. 2112/1920, η μεταβολή του προσώπου του εργοδότη, η οποία επέρχεται οπωσδήποτε, δεν επηρεάζει καθόλου την εφαρμογή των διατάξεων υπέρ του υπαλλήλου του νόμου αυτού. Ο ίδιος κανόνας περιέχεται στο άρθρο 9 παρ.1 του Β.Δ. 16/-18-7-1920, προκύπτει δε και από το άρθρο 9 παρ.1 του Ν. 3514/1928. Όμοιο κανόνα περιέχει και το άρθρο 3 παρ. 2 του Π.Δ. 572/1988, με το οποίο η ελληνική νομοθεσία εναρμονίσθηκε προς την οδηγία του Συμβουλίου της ΕΟΚ 77/187/14-2-1977. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, η μεταβολή του προσώπου του εργοδότη, εφόσον διατηρείται η ταυτότητα της επιχειρήσεως και η οικονομική δραστηριότητα αυτής, συνεπάγεται, ανεξάρτητα από τη νομική αιτία και τη μορφή της μεταβιβάσεως, αυτοδίκαιη υποκατάσταση του νέου εργοδότη στις υφιστάμενες με τον προηγούμενο εργοδότη εργασιακές σχέσεις. Το εν λόγω αποτέλεσμα επέρχεται ανεξάρτητα από οποιαδήποτε συναίνεση των εργαζομένων. Συνεπώς, ο νέος εργοδότης υπεισέρχεται στις υποχρεώσεις, που απορρέουν από τις προϋφιστάμενες έννομες σχέσεις, χωρίς να επηρεάζονται τα δικαιώματα των μισθωτών, ενώ με την καθιέρωση της αυτοδίκαιης μεταβιβάσεως της εργασιακής σχέσεως διασώζεται αυτή ως προς όλο το περιεχόμενό της, η δε ως άνω διάταξη του άρθρου 6 του Ν.2112/1920 διασφαλίζει τη συνέχεια στην απασχόληση και την αποφυγή της χειροτερεύσεως της θέσεως των μισθωτών. Εξάλλου, στην ειδική περίπτωση της μεταβιβάσεως επιχειρήσεων και της διαδοχής εργοδοτών, που επέρχονται διά της συγχωνεύσεως των εταιριών με απορρόφηση (άρθρ. 68 επ. Π.Δ. 498/1987), οι εργασιακές σχέσεις, όπως και όλες οι εκκρεμείς συμβατικές σχέσεις, τις οποίες είχαν συνάψει οι απορροφώμενες εταιρίες, δεν λύονται, αλλά συνεχίζονται από την απορροφώσα εταιρία, που, ως διάδοχος εργοδότρια, υποκαθίσταται στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των απορροφωμένων εταιριών, ως δικαιοπαρόχων εργοδοτριών. Έτσι, σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ.1-2 του Π.Δ. 572/1988, σε περίπτωση συγχωνεύσεως επιχειρήσεων, η απορροφώσα επιχείρηση αναλαμβάνει τις εργασιακές σχέσεις του προσωπικού των απορροφωμένων επιχειρήσεων, όπως είχαν διαμορφωθεί κατά το χρόνο της συγχωνεύσεως και υποχρεούται να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις, που απορρέουν από ΣΣΕ, ΔΑ, κανονισμό ή ατομική σύμβαση εργασίας. Μετά τη μεταβίβαση αυτή οι ειδικές ΣΣΕ του προϊσχύσαντος Ν. 3239/1955, που αντιστοιχούν στις επιχειρησιακές ΣΣΕ του ισχύοντος Ν. 1876/1990 και συνδέονται από τη φύση τους με μία επιχείρηση ή εκμετάλλευση, αφού αφορούν τους εργαζομένους συγκεκριμένης εκμεταλλεύσεως ή επιχειρήσεως (άρθρ. 3 παρ.1γ του Ν. 1876/1990), λήγουν είτε ταυτόχρονα με τη λήξη του ορισμένου χρόνου διάρκειας αυτών, είτε με την καταγγελία τους, ως αόριστης διάρκειας, από την απορροφώσα εταιρία μετά την παρέλευση ενός έτους από την έναρξη της ισχύος τους, ενώ πριν από την πάροδο ενός έτους ή πριν από τη λήξη τους μπορούν να καταγγελθούν, αν έχουν μεταβληθεί σημαντικά οι συνθήκες, που υπήρχαν κατά την υπογραφή τους (άρθρ.12 παρ. 1-2 του Ν. 1876/1990). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ανέλεγκτα τα εξής: Ο αναιρεσείων στις 3-8-1981 προσλήφθηκε από την Τράπεζα Εργασίας με έγγραφη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας εξάμηνης διάρκειας, προκειμένου να εργασθεί ως υπάλληλός της. Η σύμβαση αυτή κατά τη λήξη της ανανεώθηκε για ένα ακόμη εξάμηνο και στη συνέχεια ο αναιρεσείων εντάχθηκε με προφορική συμφωνία στο τακτικό προσωπικό της εν λόγω Τράπεζας, ενώ η σύμβαση εργασίας του διεπόταν πλέον από τους όρους του Κανονισμού του προσωπικού αυτής, που θεσπίσθηκε με την καταρτισθείσα μεταξύ της Τράπεζας και του συλλόγου των υπαλλήλων της από 20-1-1978 ειδική ΣΣΕ, η οποία κατατέθηκε αρμοδίως στις 17-2-1978. Περαιτέρω δέχθηκε το Εφετείο ότι στις 7-9-2000 ολοκληρώθηκε η συγχώνευση της Τράπεζας Εργασίας με απορρόφησή της από την αναιρεσίβλητη Τράπεζα, η οποία με τον τρόπο αυτό υπεισήλθε αυτοδικαίως, καθόσον αφορά τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις από τις υφιστάμενες εργασιακές σχέσεις, στη θέση της εργοδότριας του αναιρεσείοντος ως άνω Τράπεζας. Έτσι, ο τελευταίος μετά τις 7-9-2000 εξακολούθησε να παρέχει τις υπηρεσίες του στην αναιρεσίβλητη νέα εργοδότριά του, δυνάμει της συμβάσεως εργασίας, που είχε συνάψει με την αρχική εργοδότριά του και με τους όρους και τις προϋποθέσεις της συμβάσεως αυτής. Ακολούθως δέχθηκε το Εφετείο ότι η αναιρεσίβλητη μετά την απορρόφηση της Τράπεζας Εργασίας βρέθηκε με δύο διαφορετικούς κανονισμούς και με προσωπικό, το οποίο υπαγόταν σε δύο διαφορετικά νομικά καθεστώτα, αφού οι εργαζόμενοι σ' αυτή και πριν τη συγχώνευση συνδέονταν μαζί της με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ενώ οι εργαζόμενοι πριν τη συγχώνευση στην Τράπεζα Εργασίας συνδέονταν πλέον με αυτή με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου. Το καθεστώς αυτό δημιούργησε ανισότητες μεταξύ του προσωπικού της αναιρεσίβλητης, αφού οι συμβάσεις εργασίας των υπαλλήλων, που προέρχονταν από την Τράπεζα Εργασίας, μπορούσαν να καταγγελθούν, ως ορισμένου χρόνου, μόνο για σπουδαίο λόγο, ενώ οι συμβάσεις εργασίας των εργαζομένων σ' αυτή και πριν τη συγχώνευση μπορούσαν να καταγγελθούν, ως αορίστου χρόνου, χωρίς κανένα λόγο. Οι εν λόγω ανισότητες είχαν δυσμενείς συνέπειες στις σχέσεις μεταξύ του προσωπικού αυτής και στην εύρυθμη λειτουργία της. Προς αποτροπή των δυσμενών αυτών συνεπειών η αναιρεσίβλητη, ως καθολική διάδοχος της Τράπεζας Εργασίας, στις 12-9-2000 προέβη στην καταγγελία της ως άνω από 20-1-1978 ειδικής ΣΣΕ, με βάση την οποία είχε θεσπισθεί ο εσωτερικός κανονισμός προσωπικού, προς το σκοπό, ύστερα από διαπραγματεύσεις, να συναφθεί νέα ΕΣΣΕ, με την οποία θα θεσπιζόταν νέος εσωτερικός κανονισμός-οργανισμός ενιαίος για το σύνολο του προσωπικού αυτής. Με την επίδοση κατά την αυτή ημερομηνία προς το "Σωματείο Εργαζομένων Τραπεζικής Επιχείρησης EFG EUROBANK" προσκλήσεως για την έναρξη διαπραγματεύσεων προς σύναψη νέας ΣΣΕ προς κατάρτιση νέου εσωτερικού κανονισμού καταγγέλθηκε και η ΣΣΕ, με την οποία είχε καταρτισθεί ο εσωτερικός κανονισμός του προσωπικού της αναιρεσίβλητης πριν από τη συγχώνευσή της με την Τράπεζα Εργασίας. Με το εν λόγω σωματείο, που ήταν το πλέον αντιπροσωπευτικό επιχειρησιακό σωματείο στο χώρο της επιχειρήσεως της αναιρεσίβλητης, η τελευταία υπέγραψε τελικά την από 12-9-2000 ΕΣΣΕ, με την οποία θεσπίσθηκε ο νέος εσωτερικός κανονισμός του προσωπικού αυτής και η οποία κατατέθηκε αυθημερόν στην Επιθεώρηση Εργασίας. Έτσι, μετά την κατάρτιση του νέου Οργανισμού Υπηρεσίας, ο οποίος ρυθμίζει αποκλειστικά όλα τα θέματα, που αφορούν τις σχέσεις της αναιρεσίβλητης με το προσωπικό της, έπαυσε πλέον η ισχύς των παλιών εσωτερικών κανονισμών, ήτοι και εκείνου που ίσχυε μέχρι τότε στην Τράπεζα Εργασίας. Με τη λήξη της ισχύος της από 20-1-1978 ειδικής ΣΣΕ έπαυσε η άμεση και αναγκαστική ισχύς των κανονιστικών όρων της, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και ο όρος του άρθρου 21 αυτής, κατά τον οποίο οι συμβάσεις εργασίας του άρρενος προσωπικού έληγαν με τη συμπλήρωση του 65ου έτους της ηλικίας του, ενώ με το άρθρο 19 του νέου Οργανισμού Υπηρεσίας ορίσθηκε πλέον ότι οι ατομικές συμβάσεις εργασίας των υπαλλήλων της τράπεζας είναι και οι υπάρχουσες καθίστανται αορίστου χρόνου. Η νέα ΕΣΣΕ αφορά και δεσμεύει πλέον και όλους τους μισθωτούς της Τράπεζας Εργασίας , έστω καν αν περιέχει δυσμενέστερους όρους για το προσωπικό αυτής, εφόσον βέβαια με την ατομική σύμβαση εκάστου εργαζομένου στην τελευταία δεν είχε γίνει ειδική και ρητή παραπομπή στους κανονιστικούς όρους της ως άνω από 20-1-1978 εδικής ΣΣΕ. Κατόπιν αυτών το Εφετείο απέρριψε την ένδικη από 19-11-2003 αγωγή του αναιρεσείοντος περί καταβολής σ' αυτόν της προβλεπόμενης από το άρθρο 8 εδ. α' του Ν. 3198/1955 αποζημιώσεως, λόγω προώρου λύσεως της εργασιακής του σχέσεως με την αναιρεσίβλητη Τράπεζα μετά τη συμπλήρωση σ' αυτή 15ετούς υπηρεσίας με καταγγελία του, γεγονός που είχε καταστεί όρος της ατομικής του συμβάσεως και εντεύθεν μετατροπής αυτής από την αρχή σε αορίστου χρόνου, συνεπεία πληρώσεως της ενυπάρχουσας στον Οργανισμό Προσωπικού της αρχικής εργοδότριάς του σχετικής διαλυτικής αιρέσεως, ως εκ του ότι υπήρχε δεσμευτικώς για την αναιρεσίβλητη η συγκατάθεσή της εκ των προτέρων για την καταγγελία της συμβάσεως από μέρους αυτού, ως ουσιαστικά αβάσιμη. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, αφού η ανωτέρω από 20-1-1978 ειδική ΣΣΕ δεν καταγγέλθηκε από την αναιρεσίβλητη Τράπεζα πριν από την πάροδο ενός έτους από το χρόνο ενάρξεως της ισχύος της ή πριν από τη λήξη της, ώστε να απαιτείται για την καταγγελία της σημαντική μεταβολή των συνθηκών, που υπήρχαν κατά την υπογραφή της. Επομένως, ο πρώτος λόγος του κύριου δικογράφου της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ.1 και 19 Κ.Πολ.Δ. είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. 

 

Προθεσμία άσκησης αγωγής μισθωτού από άκυρη καταγγελία της σχέσης εργασίας, προθεσμία λόγω ποινικού αδικήματος μισθωτού.

 

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ   80/2009

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Κάθε αξίωση του μισθωτού, που πηγάζει από άκυρη καταγγελία σχέσης εξαρτημένης εργασίας, πρέπει να ασκηθεί και η αγωγή να κοινοποιηθεί εντός τριών μηνών από τη λύση της σχέσης εργασίας (αποσβεστική προθεσμία ).

Αφορά κάθε καταγγελία της σχέσης εργασίας, είτε αορίστου, είτε ορισμένου χρόνου, από οποιαδήποτε παράβαση και αν προέρχεται η ακυρότητα.

Στην περίπτωση όμως, που κατά του μισθωτού υποβλήθηκε μήνυση για αξιόποινη πράξη που τέλεσε κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας του, η τρίμηνη αποσβεστική προθεσμία αρχίζει από την επομένη ημέρα της κοινοποίησης στον εργοδότη της αθωωτικής απόφασης, ή του απαλλακτικού βουλεύματος.

Ο εργοδότης στην περίπτωση απαλλαγής του μισθωτού της ποινικής κατηγορίας για αξιόποινη πράξη που τέλεσε κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας του, οφείλει μέσα σε εύλογο χρόνο από την κοινοποίηση σ' αυτόν του απαλλακτικού βουλεύματος, ή της αθωωτικής αποφάσεως, να καταβάλει στον απολυθέντα την προβλεπόμενη αποζημίωση, αλλιώς η καταγγελία της σύμβασης εργασίας καθίσταται άκυρη. Ο εργοδότης που αποκρούει τις εκ νέου προσηκόντως προσφερόμενες από τον μισθωτό υπηρεσίες, περιέρχεται σε υπερημερία αποδοχής και οφείλει μισθούς υπερημερίας.  

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ   80/2009

Απόσπασμα……Κατά το άρθρο 6 παρ. 1 του Ν. 3198/1955, όπως η διάταξη αυτή συμπληρώθηκε με το άρθρο 19 του Ν. 435/1976, κάθε αξίωση του μισθωτού που πηγάζει από άκυρη καταγγελία σχέσης εξαρτημένης εργασίας, είναι απαράδεκτη αν η σχετική αγωγή δεν κοινοποιηθεί εντός ανατρεπτικής προθεσμίας τριών μηνών από τη λύση της σχέσης εργασίας. Από τη διάταξη αυτή, στην οποία γίνεται λόγος για αξίωση από άκυρη καταγγελία της σχέσης εργασίας και σχετική αγωγή, προκύπτει ότι η αγωγή με την οποία ασκείται αξίωση από άκυρη καταγγελία της σύμβασης δεν ταυτίζεται με την αγωγή με την οποία ζητείται η κήρυξη της καταγγελίας ως άκυρης. Η ακυρότητα της καταγγελίας επέρχεται αυτοδικαίως και υπάρχει πριν απαγγελθεί με δικαστική απόφαση, η οποία, όταν εκδοθεί, αναγνωρίζει απλώς την υφισταμένη κατάσταση. Για τον λόγο αυτό, η αγωγή με την οποία διώκεται μόνο αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας, χωρίς να ασκείται αξίωση, δεν υπόκειται καθεαυτή, ως αναγνωριστική, στην πιο πάνω αποκλειστική προθεσμία, όταν όμως, κατά το χρόνο ασκήσεώς της, έχει παρέλθει η άνω προθεσμία για τις αξιώσεις που πρόκειται να προπαρασκευάσει, απορρίπτεται για έλλειψη εννόμου συμφέροντος (Α.Π. 1435/2002, Α.Π. 1452/1997). Η προαναφερόμενη διάταξη έχει εφαρμογή σε κάθε καταγγελία της σχέσης εργασίας, είτε αορίστου είτε ορισμένου χρόνου είναι αυτή και από οποιαδήποτε παράβαση και αν προέρχεται η ακυρότητα, δηλαδή έχει εφαρμογή όχι μόνον για τους μισθωτούς που υπάγονται στις ρυθμίσει του ρηθέντος νόμου και για ακυρότητα της καταγγελίας λόγω παραβάσεως των διατάξεών του, αλλά και στις περιπτώσεις ακυρότητας της καταγγελίας λόγω παραβάσεως άλλων διατάξεων ή και κανονισμών του εργοδότη που έχουν ισχύ νόμου (Α.Π. 21/2004). Αν υπάλληλος, κατά του οποίου υποβλήθηκε μήνυση για αξιόποινη πράξη που τέλεσε κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας του, απαλλαγεί της ποινικής κατηγορίας, ο εργοδότης που είχε καταγγείλει την εργασιακή σύμβαση για το λόγο αυτό, χωρίς να καταβάλει την νόμιμη αποζημίωση οφείλει, μέσα σε εύλογο χρόνο από την κοινοποίηση σ' αυτόν του απαλλακτικού βουλεύματος ή της αθωωτικής αποφάσεως, να καταβάλει στον απολυθέντα την αποζημίωση του Ν. 2112/1920, αλλιώς η καταγγελία της συμβάσεως καθίσταται άκυρη και συνακόλουθα ο εργοδότης που αποκρούει τις εκ νέου προσηκόντως προσφερόμενες από τον μισθωτό υπηρεσίες, περιέρχεται σε υπερημερία αποδοχής και οφείλει μισθούς υπερημερίας (άρθρο 556 ΑΚ). Στην περίπτωση αυτή, η τρίμηνη αποσβεστική προθεσμία του άρθρου 6 παρ. 1 Ν. 3198/1995 για την άσκηση της αγωγής με την οποία προβάλλονται αξιώσεις του μισθωτού από την άκυρη καταγγελία αρχίζει από την επομένη ημέρα της κοινοποίησης στον εργοδότη της αθωωτικής απόφασης ή του απαλλακτικού βουλεύματος. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με επάλληλη αιτιολογία απέρριψε τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας ότι η ένδικη αγωγή, με την οποία ο αναιρεσίβλητος ζήτησε να αναγνωρισθεί ότι η αναιρεσείουσα οφείλει σ' αυτόν το εκεί αναφερόμενο χρηματικό ποσό για μισθούς υπερημερίας, επιδόματα ισολογισμού και επιδόματα εορτών από 7-7-1988 μέχρι 31-12-1999, είναι απαράδεκτη επειδή δεν ασκήθηκε εντός της τρίμηνης αποσβεστικής προθεσμίας του άρθρου 6 παρ. 1 του Ν. 3198/1955, δεχόμενο τα εξής : "... Ο ισχυρισμός αυτός της εναγομένης είναι αβάσιμος, αφού η λύση της συμβάσεως εργασίας του ενάγοντος δεν επήλθε με καταγγελία αυτής εκ μέρους της εναγομένης, που αποτελεί προϋπόθεση για την εφαρμογή της ανωτέρω διατάξεως, αλλά με την επιβολή στον ενάγοντα της πειθαρχικής ποινής της απόλυσης με βάση τον ισχύοντα Κανονισμό της εναγομένης, με αποτέλεσμα να μην έχει εφαρμογή στη συγκεκριμένη περίπτωση η ανωτέρω διάταξη, αφού μάλιστα δεν προέκυψε, ότι με τον Κανονισμό γίνεται σχετική παραπομπή. Σε κάθε περίπτωση, όμως, η υπό κρίση αγωγή δεν υπόκειται στην προβλεπομένη από το άρθρο 6 παρ.1 του Ν. 3198/1955 προθεσμία, αφού, όπως προαναφέρθηκε, της εν λόγω αγωγής προηγήθηκε η άσκηση, εντός της ως άνω τρίμηνης προθεσμίας της από 7-10-1988 αγωγής του ενάγοντος, με την οποία ο τελευταίος ζήτησε να αναγνωρισθεί, ότι είναι άκυρη η επιβληθείσα σ' αυτόν πειθαρχική ποινή της απόλυσης, και επί της οποίας, μετά την έκδοση αρχικά της 2685/1999 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και την άσκηση διαδοχικών ένδικων μέσων, εκδόθηκε τελικά η….αμετάκλητη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που την έκανε δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη ... . Σε κάθε περίπτωση, εφόσον η ως άνω αγωγή έγινε δεκτή με την 4984/2002 αμετάκλητη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, υφίσταται δεδικασμένο για το ζήτημα της εμπρόθεσμης άσκησης αυτής. Επομένως.... η υπό κρίση αγωγή, η οποία αφορά την καταβολή μισθών υπερημερίας και η οποία έχει ως βάση την ως άνω αναγνωριστική απόφαση, καίτοι ασκήθηκε εκτός της τρίμηνης προθεσμίας, δεν είναι απαράδεκτη, αφού το ουσιαστικό απαράδεκτο που καθιερώνει η διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 του Ν. 3198/1955, αποκλείεται όχι μόνο με την κοινοποίηση στον εργοδότη μέσα στην τρίμηνη αποσβεστική προθεσμία της καταψηφιστικής αγωγής για τις αξιώσεις που πηγάζουν από την άκυρη απόλυση, αλλά και με την κοινοποίηση της αναγνωριστικής αγωγής, με την οποία ζητείται απλώς η αναγνώριση της ακυρότητας της απόλυσης, οπότε η επακολουθούσα αγωγή για τις χρηματικές αξιώσεις από την άκυρη απόλυση δεν είναι αναγκαίο να ασκείται και αυτή εντός της ως άνω τρίμηνης προθεσμίας ...". Με αυτά που δέχθηκε το εφετείο δεν παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 του Ν. 3198/1955. Πρέπει, συνεπώς, ο πρώτος από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης να απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατά το άρθρο 656 Α.Κ., το οποίο ορίζει ότι "αν ο εργοδότης έγινε υπερήμερος ως προς την αποδοχή της εργασίας ή αν η αποδοχή της εργασίας είναι αδύνατη από λόγους που τον αφορούν και δεν οφείλονται σε ανώτερη βία, ο εργαζόμενος έχει δικαίωμα να απαιτήσει το μισθό, χωρίς να είναι υποχρεωμένος να παράσχει την εργασία σε άλλο χρόνο. Ο εργοδότης, όμως έχει δικαίωμα να αφαιρέσει από το μισθό καθετί που ο εργαζόμενος ωφελήθηκε από τη ματαίωση της εργασίας ή από την παροχή της αλλού", το δικαίωμα του εργαζομένου να αξιώσει μισθούς υπερημερίας, λόγω άκυρης καταγγελίας της εργασιακής του σύμβασης, υπόκειται, όπως και κάθε άλλο δικαίωμα, στους περιορισμούς του άρθρου 281 Α.Κ., δηλαδή απαγορεύεται η άσκησή του αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Τέτοια υπέρβαση υπάρχει όταν ο εργαζόμενος παραμένει θεληματικά άνεργος, αποφεύγοντας αδικαιολόγητα και κακόβουλα να επιδιώξει την εξεύρεση εργασίας την οποία μπορεί να ανεύρει και να παράσχει ευχερώς, κατά το διάστημα της υπερημερίας του εργοδότη του, για να εισπράττει από αυτόν, χωρίς να εργάζεται, τους μισθούς υπερημερίας. Για να θεωρηθεί, δηλαδή, καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος του εργαζομένου να ζητήσει μισθούς υπερημερίας, απαιτείται δόλια και κακόβουλη αποφυγή της απασχολήσεώς του, και δεν αρκεί ότι δεν βρήκε άλλη εργασία από αμέλεια. Επομένως, το Εφετείο, που έκρινε ότι δεν αποδείχθηκε ότι ο αναιρεσίβλητος μπορούσε ευχερώς να εργαστεί σε άλλη παρόμοια εργασία και να λαμβάνει τις ίδιες περίπου αποδοχές, που ελάμβανε από την αναιρεσείουσα, και ότι παρ' όλα αυτά δόλια και κακόβουλα απέφυγε να εργασθεί, κατά το διάστημα της υπερημερίας της αναιρεσείουσας με αποκλειστικό σκοπό να εισπράξει από αυτή μισθούς εργασίας, χωρίς να έχει εργαστεί, και στη συνέχεια επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση που έκρινε ομοίως και απέρριψε τη σχετική ένσταση της αναιρεσείουσας περί καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος του αναιρεσίβλητου προς είσπραξη μισθών υπερημερίας, δεν παραβίασε την ανωτέρω διάταξη. Επομένως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο πέμπτος από το άρθρο 559 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης.- Με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως, επίσης από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, προβάλλεται η παραβίαση της ίδιας διάταξης του άρθρου 656 ΑΚ, επειδή το Εφετείο επιδίκασε στον αναιρεσίβλητο μισθούς υπερημερίας, κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-1994 μέχρι 15-2-1994, κατά το οποίο ο αναιρεσίβλητος δεν μπορούσε να προσφέρει την εργασία του, αφού ήταν φυλακισμένος. Ο εργαζόμενος, όμως, δικαιούται μισθούς υπερημερίας, όταν κατά τη διάρκεια της υπερημερίας του εργοδότη, φυλακίζεται ανυπαίτια και για λόγο που ενάγεται στη σφαίρα ευθύνης του εργοδότη, δηλαδή για αξιόποινη πράξη που φέρεται ότι τέλεσε κατά την παροχή της εργασίας του και στη συνέχεια ... ... Επομένως το Εφετείο που δέχθηκε ότι, εφόσον ο αναιρεσίβλητος κηρύχθηκε αθώος της αποδιδόμενης αξιόποινης πράξης, η οποία άλλωστε υπήρξε και η αιτία της απόλυσής του, δεν μπορεί να γίνει λόγος για υπαίτια εκ μέρους αυτού αδυναμία παροχής της εργασίας του από μόνο το γεγονός ότι αυτός κρατήθηκε προσωρινά και ακολούθως φυλακίστηκε, αλλά αντίθετα πρόκειται για ανυπαίτια αδυναμία παροχής, δεν παραβίασε την πιο πάνω διάταξη και ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Το Εφετείο δέχθηκε, περαιτέρω, ότι ουδόλως αποδείχθηκε ότι η αναιρεσείουσα είχε εύλογες αμφιβολίες ως προς την ύπαρξη της οφειλής της και ως εκ τούτου μόνο το γεγονός ότι εκκρεμούσε η δικαστική αναγνώριση της ακυρότητας της απόλυσης του αναιρεσιβλήτου δεν είναι ικανό να άρει την υπερημερία της και με βάση τις παραδοχές αυτές επιδίκασε με την προσβαλλόμενη απόφαση στον αναιρεσίβλητο νομίμους τόκους από την επομένη της τελευταίας ημέρας του μήνα που οι μισθοί υπερημερίας ήσαν καταβλητέοι και τα επιδόματα εορτών κλπ από τότε που ήταν καταβλητέοι κατά νόμο και όχι από την επίδοση της αγωγής. 'Ετσι, που έκρινε δεν παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 342 Α.Κ. και ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως, από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται η παραβίαση της διάταξης αυτής, είναι, επίσης, αβάσιμος και απορριπτέος.

Αναζήτηση

Χρίστος Καραμπάγιας | Μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών