ΝΑΥΤΕΡΓΑΤΙΚΑ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ

 

Αξιώσεις παθόντος από ναυτεργατικό ατύχημα.

 

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ  804/2008

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Ο παθών επί ναυτεργατικού ατυχήματος έχει το επιλεκτικό δικαίωμα να αξιώσει έναντι του κυρίου της επιχείρησης, είτε την περιορισμένη αποζημίωση κατ' αποκοπή, του άρθρου 3 του Ν. 551/1915, είτε την πλήρη αποζημίωση του κοινού δικαίου, εφ όσον στη δεύτερη περίπτωση το ατύχημα οφείλεται στην μη τήρηση των διατάξεων ισχυόντων νόμων, διδαγμάτων και κανονισμών περί ειδικών όρων ασφαλείας των εργαζομένων, ή σε δόλο του εργοδότη ή των προστηθέντων του, εφ όσον δηλαδή το βίαιο συμβάν είναι συγχρόνως και αδικοπραξία.

Ο παθών έχει επιλεκτικό δικαίωμα να ασκήσει την μία, ή την άλλη αξίωση, που συρρέουν διαζευκτικά, με την έννοια ότι σε περίπτωση επιλογής της μίας απ' αυτές τις αξιώσεις αποζημίωσης (κοινού δικαίου ή του Ν. 551/1995) αποκλείεται να ζητήσει ο δικαιούχος ταυτόχρονα, ή διαδοχικά, την άλλη.

Δεν αποκλείεται όμως η επικουρική άσκηση της μίας σε σχέση με την άλλη, που ασκείται κυρίως, εφόσον δεν έχει γίνει η επιλογή αυτή, που είναι αμετάκλητη.

Η επιλογή αυτή, η οποία μπορεί να γίνει και με την άσκηση της σχετικής αγωγής, είναι μονομερής, απευθυντέα, διαπλαστική δικαιοπραξία, ανεπίδεκτη αίρεσης και προθεσμίας, είναι δε και αμετάβλητη ή αμετάκλητη, αφ ότου δηλαδή περιέλθει στο άλλο μέρος δεν μπορεί να ανακληθεί μονομερώς από τον δικαιούχο και επιφέρει την ανάλωση των λοιπών αξιώσεων, που συρρέουν διαζευκτικά, αφού με την επιλογή η διαζευκτική ενοχή γίνεται απλή.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ  804/2008

Απόσπασμα……..Επειδή, ο παθών, επί ναυτεργατικού ατυχήματος, έχει το επιλεκτικό δικαίωμα να αξιώσει έναντι του κυρίου της επιχειρήσεως, είτε την περιορισμένη αποζημίωση, κατ' αποκοπή, του άρθρου 3 του Ν. 551/1915, είτε την πλήρη αποζημίωση του κοινού δικαίου κατά τα άρθρα 297, 298, 914, 922, 928 έως 932 Α.Κ., εφόσον, όμως, στη δεύτερη περίπτωση το ατύχημα οφείλεται στην μη τήρηση των διατάξεων ισχυόντων νόμων, διδαγμάτων και κανονισμών περί ειδικών όρων ασφαλείας των εργαζομένων ή σε δόλο του εργοδότη ή των προστηθέντων του, εφόσον δηλαδή το βίαιο συμβάν είναι συγχρόνως και αδικοπραξία. Εξ αυτών παρέπεται ότι ο παθών έχει επιλεκτικό δικαίωμα να ασκήσει την μία ή την άλλη αξίωση, που συρρέουν διαζευκτικά, με την έννοια ότι σε περίπτωση επιλογής της μίας απ' αυτές τις αξιώσεις αποζημιώσεως (κοινού δικαίου ή του Ν. 551/1995) αποκλείεται να ζητήσει ο δικαιούχος ταυτόχρονα ή διαδοχικά την άλλη, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 306 Α.Κ., που αφορά την διαζευκτική ενοχή. 'Ομως, δεν αποκλείεται η επικουρική άσκηση της μίας σε σχέση με την άλλη, που ασκείται κυρίως, εφόσον δεν έχει γίνει η επιλογή αυτή, που είναι αμετάκλητη.. Η επιλογή αυτή, η οποία μπορεί να γίνει και με την άσκηση της σχετικής αγωγής, είναι μονομερής, απευθυντέα, διαπλαστική δικαιοπραξία, ανεπίδεκτη αίρεσης και προθεσμίας, είναι δε και αμετάβλητη ή αμετάκλητη (άρθρ. 306 Α.Κ.), αφότου δηλαδή περιέλθει στο άλλο μέρος δεν μπορεί να ανακληθεί μονομερώς από τον δικαιούχο και επιφέρει την ανάλωση των λοιπών αξιώσεων, που συρρέουν διαζευκτικά, αφού, κατά το άρθρου 307 Α.Κ., με την επιλογή η διαζευκτική ενοχή γίνεται απλή. Επίσης, εάν η επιλογή ασκήθηκε από τον δικαιούχο δανειστή με την σχετική αγωγή, που άσκησε κατά του οφειλέτη, η από μέρους του δανειστή ανάκληση ή παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής κατ' άρθρο 295 ΚΠολΔ, που αποτελεί διαδικαστική πράξη, περιορίζεται στο δικονομικό πεδίο και δεν επεκτείνεται και σ' αυτή την ανάκληση του δικαιώματος επιλογής, που ασκήθηκε, διότι, διαφορετικά, θα ήταν ευχερής, ανάλογα με τις εκάστοτε διαθέσεις του δανειστή, η καταστρατήγηση της διάταξης του άρθρου 306 Α.Κ., σύμφωνα με την οποία, όπως προεκτίθεται, η επιλογή μίας από τις διαζευκτικά συρρέουσες αξιώσεις είναι αμετάκλητη. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε περαιτέρω με την προσβαλλόμενη απόφασή του ότι η επικουρική βάση της αγωγής, που στηρίζεται στις διατάξεις του Ν .551/1915, ήταν απαράδεκτη, διότι ο αναιρεσείων με την προγενέστερη με αριθμό καταθέσεως 2225/2002 αγωγή του, περιέχουσα τα αυτά με την κρινόμενη κατά βάση πραγματικά περιστατικά και δη ως προς τις συνθήκες του ατυχήματος, είχε επιλέξει να ασκήσει κατά της πλοιοκτήτριας δεύτερης αναιρεσίβλητης τις αξιώσεις, που βασίζονται στο κοινό δίκαιο, δηλαδή στον Αστικό Κώδικα, και έτσι επήλθε ανάλωση των υπολοίπων αξιώσεων, η δε έννομη αυτή συνέπεια δεν επηρεάζεται, ούτε αίρεται, λόγω της παραίτησης του αναιρεσείοντος από το δικόγραφο της αγωγής αυτής, διότι η εν λόγω επιλογή είναι κατά το νόμο αμετάβλητη και αμετάκλητη. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1, 3, 16 του Ν. 551/1915 και 306 Α.Κ.. Επομένως, ο τέταρτος λόγος του δικογράφου των προσθέτων λόγων της αναιρέσεως, με τον οποίο, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ., υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. 

 

Ναυτεργατικό ατύχημα με αφορμή την εργασία, το ατύχημα που συνέβη σε ναυτικό που εξήλθε στην ξηρά για ψυχαγωγία.

 

ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΑ 721/2007

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Εργατικό ατύχημα είναι και ο τραυματισμός του ναυτικού, που υπήρξε αποτέλεσμα έκτακτης και αιφνίδιας επενέργειας εξωτερικού αιτίου, άσχετου προς τη σύσταση του οργανισμού του παθόντα και προς τη βαθμιαία και προοδευτική εξασθένηση και φθορά του από την παρεχόμενη εργασία, το οποίο συνδέεται με την εργασία, είτε γιατί  συνέβη κατά την εκτέλεση της, είτε γιατί επήλθε με αφορμή την εργασία.

Θεωρείται ότι επήλθε με αφορμή τη ναυτική εργασία ατύχημα, το οποίο, χωρίς να είναι άμεσο επακόλουθο της και μολονότι συνέβη εκτός του χώρου και του χρόνου της απασχόλησης του ναυτικού, οφείλεται σε ιδιαίτερες και έκτακτες ανάγκες εξ αιτίας της ναυτικής εργασίας, που δεν θα ανέκυπταν χωρίς αυτή.

Ετσι, ατύχημα που συνέβη σε ναυτικό, ο οποίος είχε εξέλθει στην ξηρά για ψυχαγωγία, θεωρείται ότι επήλθε με αφορμή την εργασία, όταν αυτός είχε παραμείνει επί σχετικά μακρό χρόνο εντός του πλοίου, στερούμενος της απαραίτητης ψυχαγωγίας, με αποτέλεσμα να προκληθεί σ' αυτόν ανάγκη ψυχαγωγίας, που δεν μπορούσε να ικανοποιηθεί εντός του πλοίου.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΑ 721/2007

Απόσπασμα……..Κατά την έννοια του άρθρου 1 Ν. 551/1914, όπως κωδικοποιήθηκε με το Β.Δ. της 24.7/25.8.1920, ισχύει δε και για τους ναυτικούς σύμφωνα με το άρθρο 66 του Κ.Ι.Ν.Δ., εργατικό ατύχημα αποτελεί και ο τραυματισμός του ναυτικού, που υπήρξε αποτέλεσμα έκτακτης και αιφνίδιας επενέργειας εξωτερικού αιτίου, άσχετου προς τη σύσταση του οργανισμού του παθόντα και προς τη βαθμιαία και προοδευτική εξασθένηση και φθορά του από την παρεχόμενη εργασία, το οποίο συνδέεται με την εργασία, είτε διότι συνέβη κατά την εκτέλεση της είτε διότι επήλθε με αφορμή την εργασία. Θεωρείται ότι επήλθε με αφορμή τη ναυτική εργασία ατύχημα, το οποίο, χωρίς να είναι άμεσο επακόλουθο της και μολονότι συνέβη εκτός του χώρου και του χρόνου της απασχολήσεως του ναυτικού, οφείλεται σε ιδιαίτερες και έκτακτες ανάγκες εξ αιτίας της ναυτικής εργασίας, που δεν θα ανέκυπταν χωρίς αυτή. Ετσι, ατύχημα που συνέβη σε ναυτικό, ο οποίος είχε εξέλθει στην ξηρά για ψυχαγωγία, θεωρείται ότι επήλθε με αφορμή την εργασία, όταν αυτός είχε παραμείνει επί σχετικά μακρό χρόνο εντός του πλοίου, στερούμενος της απαραίτητης ψυχαγωγίας, με αποτέλεσμα να προκληθεί σ' αυτόν ανάγκη ψυχαγωγίας, που δεν μπορούσε να ικανοποιηθεί εντός του πλοίου (βλ. σχετικά Ολ.Α.Π. 1287/ 1986 Νο.Β. 35 σελ. 1605, Α.Π. 1521/ 1991 Ε.Ν.Δ. 19 σελ. 485, Α.Π. 1078/ 1985 Νο.Β. 34 σελ. 848). Στην προκειμένη περίπτωση, από τις καταθέσεις των μαρτύρων….. και …..που εξετάσθηκαν ενόρκως, με επιμέλεια του ενάγοντος η πρώτη και των εναγομένων ο δεύτερος, ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, περιλαμβάνονται δε στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεως του, από τις υπ' αριθμ... ένορκες βεβαιώσεις του Ειρηνοδίκη Πειραιώς, ενώπιον του οποίου εξετάσθηκαν οι μάρτυρες…..και……με επιμέλεια των εναγομένων, κατόπιν προηγούμενης, νομότυπης και εμπρόθεσμης, κλητεύσεως του ενάγοντος (υπ' αριθμ. 10550/22.4.2005 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Πειραιώς……) και από όλα τα έγγραφα, που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, αποδεικνύονται τα εξής: Ο ενάγων…..δυνάμει προφορικής συμβάσεως ναυτικής εργασίας, που κατάρτισε στον Πειραιά μετά της πρώτης εναγομένης, ενταύθα εδρεύουσας, ημεδαπής ναυτικής εταιρίας με την επωνυμία……διά του νόμιμου εκπροσώπου της δεύτερου εναγομένου…… ναυτολογήθηκε από 7.6.2002 ως ναυτόπαις για αόριστο χρόνο στο επιβατικό - οχηματαγωγό πλοίο…..πλοιοκτησίας της παραπάνω εταιρίας, το οποίο προοριζόταν να δρομολογηθεί από του τέλους Ιουνίου 2002 στην πορθμιακή γραμμή Αρκίτσας - Αιδηψού. Για τη ναυτολόγηση του αυτή συμφωνήθηκε να ισχύουν οι όροι και οι αμοιβές, που θα προβλέπονταν εκάστοτε από τις σχετικές Σ.Σ.Ν.Ε. Το παραπάνω πλοίο, κατά το χρόνο ναυτολόγησεως του ενάγοντος, βρισκόταν αγκυροβολημένο στα ναυπηγεία της…… στο Πέραμα και δεν εκτελούσε ακόμη πλόες, αλλά μόνον ορισμένες δοκιμαστικές πλεύσεις και διάφορες εργασίες προσαρμογής του πληρώματος, διότι ήταν καινούργιο και, όπως προαναφέρθηκε, προοριζόταν να δρομολογηθεί μετ' ολίγες ημέρες, αφού υποβαλλόταν στις αναγκαίες επιθεωρήσεις. Ορισμένα από τα μέλη του πληρώματος, που η κατοικία τους βρισκόταν μακριά, διανυκτέρευαν στο πλοίο, μεταξύ αυτών δε και ο ενάγων, του οποίου η κατοικία βρισκόταν στα…….και έτσι διανυκτέρευε συνήθως στο πλοίο ή στο σπίτι της μνηστής του στον …….Την 22α Ιουνίου 2002, ημέρα Σάββατο και περί ώρα 18.00, ο ενάγων μαζί με τους συναδέλφους του, ναυτικούς στο ίδιο πλοίο, ….(β' μηχανικό) και……(ναύτη), αφού είχαν τελειώσει την εργασία τους σ' αυτό και με δεδομένο ότι την επόμενη ημέρα ήταν Κυριακή (αργία) και δεν θα εκτελούνταν εργασίες, όπως τούτο προκύπτει και από το ημερολόγιο γέφυρας, μετέβησαν πεζή σε εγγύς ευρισκόμενη ταβέρνα, όπου δείπνησαν, συνοδεύοντας τα εδέσματα τους με ικανή ποσότητα οίνου. Ακολούθως ο ενάγων επικοινώνησε με το κινητό του τηλέφωνο με τον φίλο του……περί του οποίου στην αγωγή και στις προτάσεις του κατά την πρωτοβάθμια δίκη ουδέν αναφέρει για τυχόν ύπαρξη εργασιακής σχέσεως του με την πρώτη εναγομένη. Ο τελευταίος μετέβη στον τόπο, όπου βρισκόντουσαν οι παραπάνω, οδηγώντας το υπ' αριθμό κυκλοφορίας…..ιδιωτικής χρήσεως επιβατικό αυτοκίνητο του, στο οποίο επιβιβάσθηκαν όλοι μαζί και, αφού έκαναν μία βόλτα γύρω από τα αγκυροβολημένα πλοία, μετέβησαν σε μπαρ περί ώρα 22.00 και κατανάλωσαν εκ νέου αλκοολούχα ποτά. Από το μπαρ απεχώρησαν περί ώρα 00.30 - 01.00 και ο…..επέστρεψε στο πλοίο πεζή, φοβούμενος να επιβιβασθεί στο αυτοκίνητο για το λόγο ότι ο……«είχε πιει πολύ», όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο ίδιος στην ένορκη βεβαίωση του, στην οποία γίνεται επίσης λόγος για επικίνδυνη οδήγηση του παραπάνω……και κατά τη διάρκεια της μικρής βόλτας, πριν καταλήξουν στο μπαρ. Από τους υπόλοιπους, που επιβιβάσθηκαν στο αυτοκίνητο, ο…….ζήτησε και αποβιβάσθηκε τούτου μετ' ολίγο, όταν βρέθηκαν εγγύς του πλοίου, στο οποίο κατευθύνθηκε για να διανυκτερεύσει, αρνούμενος να συνεχίσει τη βόλτα με το αυτοκίνητο, διότι διαπίστωσε ότι ο…..οδηγούσε επικίνδυνα, παραβιάζοντας μάλιστα και ερυθρό σηματοδότη. Κατά την αποβίβαση του ο οδηγός…..και ο ενάγων του είπαν ότι θα συνεχίσουν τη βόλτα τους «μέχρι πιο κάτω». Περί ώρα 01.30' της 23ης Ιουνίου 2002, καθώς το παραπάνω αυτοκίνητο έβαινε επί της λεωφόρου Δημοκρατίας έναντι της διασταυρώσεως με την οδό Καβάλας, με κατεύθυνση από Πέραμα προς Κερατσίνι, ο οδηγός του απώλεσε τον έλεγχο, με αποτέλεσμα να παρεκκλίνει της πορείας του και να επιπέσει σε στύλο φωτεινού σηματοδότη. Συνεπεία της προσκρούσεως αυτής τραυματίσθηκε σοβαρά ο επιβαίνων τούτου ενάγων, ο οποίος υπέστη εκτεταμένα θλαστικά τραύματα του τριχωτού της κεφαλής, θλαστικά τραύματα προσώπου, ιδίως της υπογενείδιας χώρας, των χειλέων, αλλά και του ενδοστοματικού βλεννογόνου, καθώς επίσης εκφατνίωση επτά δοντιών της κάτω γνάθου, συντριπτικό κάταγμα της κάτω γνάθου και κρανιοεγκεφαλική κάκωση, όπως πιστοποιείται με την υπ' αριθμό πρωτοκόλλου…….ιατρική γνωμάτευση του Γενικού Νοσοκομείου Αττικής «Κ.Α.Τ.», στο οποίο διακομίσθηκε και υποβλήθηκε σε επέμβαση οστεοσύνθεσης. Όλα τα παραπάνω προκύπτουν από τη διήγηση, για την εξέλιξη των γεγονότων, που κάνουν στις καταθέσεις τους οι συμμετασχόντες σ' αυτά μάρτυρες……..και…….αλλά και ο πλοίαρχος του πλοίου……Με τις καταθέσεις αυτές βεβαιώνεται από προσωπική αντίληψη των παραπάνω προσώπων ότι δεν ήσαν υποχρεωμένοι να εκτελούν βάρδιες φυλακής ανά δύο ώρες εναλλάξ οι ……., ……και ενάγων, όπως υποστηρίζει ο τελευταίος με την ένδικη αγωγή του, ισχυριζόμενος, προς ενίσχυση της απόψεως ότι ο τραυματισμός του συνιστά εργατικό ατύχημα, ότι θα επέστρεφε στο πλοίο μετά την ολιγόωρη, χάριν αναψυχής και επικοινωνίας με τους οικείους του, απουσία του, για να εκτελέσει προγραμματισμένη υπηρεσία φυλακής. Η άποψη αυτή του ενάγοντος, εξ άλλου, διαψεύδεται και από τα πράγματα, αφού δεν είναι δυνατό να γίνει λογικά δεκτό ότι εκτελούσαν οι τρεις δίωρες υπηρεσίες φυλακής εναλλάξ, με δεδομένο ότι αυτοί απουσίαζαν, κατά τα ανωτέρω, συνεχώς από ώρας 18.00 της 22ας Ιουνίου έως ώρας 01.30' της 23ης Ιουνίου, που συνέβη το ατύχημα. Αντίθετο συμπέρασμα δεν μπορεί να εξαχθεί από όσα, χωρίς δική της αντίληψη αλλ' εκ πληροφοριών του ενάγοντος, καταθέτει η μάρτυρας αδελφή του στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο. Με βάση τις παραπάνω ουσιαστικές παραδοχές δεν στοιχειοθετείται εν προκειμένω η κατ' άρθρο 1 Ν. 551/1914 έννοια του εργατικού ατυχήματος, όπως αυτή αναλύθηκε στην αμέσως προηγούμενη σκέψη της παρούσας αποφάσεως. Ειδικότερα, ο τραυματισμός του ενάγοντος δεν προκλήθηκε ως άμεση συνέπεια της εργασίας του ούτε εξ αφορμής αυτής. Σημειώνεται ιδιαίτερα ότι η παραμονή του ενάγοντος στο πλοίο δεν ήταν παρατεταμένη, αφού μπορούσε καθημερινά να εξέρχεται τούτου, δεδομένου ότι δεν είχε αρχίσει να εκτελεί πλόες ούτε ήταν επιβεβλημένη η διανυκτέρευση του στο πλοίο, ώστε να ανακύπτει ανάγκη ειδικής εξόδου του χάριν ψυχαγωγίας, η οποία, εξ άλλου, όπως και η σίτιση, αλλά και η επικοινωνία με τους οικείους του, μπορούσε ευχερώς να επιτευχθεί χωρίς ιδιαίτερη και πολύωρη απομάκρυνση από το χώρο, όπου ήταν αγκυροβολημένο το πλοίο, διότι στην περιοχή αυτή υπάρχουν ταβέρνες, μπαρ, περίπτερο και τηλεφωνικός θάλαμος, πέραν του ότι ο ενάγων διέθετε κινητό τηλέφωνο, με το οποίο μάλιστα επικοινώνησε κατά το βράδυ του ατυχήματος με τον φίλο του……Σε συνέπεια προς όλα τα παραπάνω η ένδικη αγωγή, κατά το μέρος που στρέφεται εναντίον του δεύτερου εναγομένου…..είναι απορριπτέα ως μη νόμιμη, διότι, εφ' όσον η πρώτη εναγομένη ναυτική εταιρία είναι ημεδαπή με έδρα τον Πειραιά, αυτός, ως νόμιμος εκπρόσωπος της, δεν ευθύνεται προσωπικά και εις ολόκληρο για τις εργατικές αξιώσεις των ναυτικών κατ' αυτής, όπως εξαιρετικά προβλέπει ο Ν. 762/1978 προκειμένου περί αλλοδαπών ναυτιλιακών εταιριών, που συνάπτουν συμβάσεις ναυτικής εργασίας στην Ελλάδα διά του ενταύθα αντιπροσώπου τους. 

 

Αλλοδαπή ναυτιλιακή εταιρία. Ικανότητα δικαίου.

 

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ   186/2008

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Οι ναυτιλιακές εταιρίες, των οποίων η σύσταση έγινε κατά τους νόμους αλλοδαπής πολιτείας, εφ όσον είναι, ή ήσαν, πλοιοκτήτριες, ή διαχειρίστριες, πλοίων υπό Ελληνική σημαία, ή είναι εγκατεστημένες, ή ήθελαν εγκατασταθεί στην Ελλάδα, δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 25 του ν.27/1975, ή του αν 89/1967 και 378/1968, διέπονται ως προς τη σύσταση και ικανότητα δικαίου από το δίκαιο της χώρας στην οποία βρίσκεται κατά το καταστατικό τους η έδρα τους, ανεξαρτήτως του τόπου από τον οποίο διευθύνονται, ή διευθύνονταν εξ ολοκλήρου, ή εν μέρει οι υποθέσεις τους.

Η εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 1 του ν. 791/1978 επεκτάθηκε και στις αλλοδαπές εταιρίες πλοιοκτήτριες με ξένη σημαία, εφόσον τα πλοία των, διαχειρίζονταν γραφεία, ή υποκαταστήματα εταιρειών του άρθρου 25 του ν. 27/1975, ως έχει αντικατασταθεί με το άρθρο 28 του ν.814/1978, τροποποιηθεί με το άρθρο 75 παρ. 5 του ν. 1892/1990 και αντικατασταθεί εκ νέου με το άρθρο 4 του ν. 2234/1994.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ   186/2008

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Αρείου Πάγου Αναστασίου - Φιλητά Περίδη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως), Ειρήνη Αθανασίου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αλέξανδρο Νικάκη και Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Δεκεμβρίου 2007, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-6-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις…..του ίδιου Δικαστηρίου και….του Εφετείου Πειραιώς, όπως αυτή διορθώθηκε με την υπ' αριθ….απόφαση του ιδίου ως άνω Δικαστηρίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 5-2-2007 αίτησή της και τους από 30-10-2007 πρόσθετους λόγους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αλέξανδρος Νικάκης, διάβασε την από 19-11-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου, δεύτερου του κυρίου δικογράφου, του δεύτερου των προσθέτων λόγων της αναιρέσεως και την απόρριψη των υπολοίπων. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 10 ΑΚ, η ικανότητα του νομικού προσώπου ρυθμίζεται από το δίκαιο της έδρας του. Τα επί μέρους ζητήματα που ρυθμίζονται από το δίκαιο της έδρας του νομικού προσώπου είναι, μεταξύ άλλων, η ίδρυση του νομικού προσώπου, η έναρξη και η έκταση της ικανότητας δικαίου, η λύση του, η επωνυμία, η διαχείριση, η αντιπροσωπευτική εξουσία και η ευθύνη των οργάνων του. Ως "έδρα" νοείται στη διάταξη αυτή η πραγματική και όχι η καταστατική, δηλαδή ο τόπος, όπου είναι εγκαταστημένα τα όργανα που κινητοποιούν τον οργανισμό του νομικού προσώπου, δηλαδή ο τόπος, στον οποίο συντελούνται οι σπουδαιότερες εκδηλώσεις της υποστάσεώς του, στον οποίο ασκείται πραγματικά η διοίκηση και λαμβάνονται οι βασικές για τη λειτουργία του αποφάσεις. Απόκλιση από τον θεσπιζόμενο με το άρθρο 10 ΑΚ κανόνα της πραγματικής έδρας του νομικού προσώπου εισάγεται με το άρθρο 1 του Ν. 791/1978, σύμφωνα με το οποίο ναυτιλιακές εταιρίες, των οποίων η σύσταση έγινε κατά τους νόμους αλλοδαπής πολιτείας, εφόσον είναι ή ήσαν πλοιοκτήτριες ή διαχειρίστριες πλοίων υπό Ελληνική σημαία ή είναι εγκατεστημένες ή ήθελαν εγκατασταθεί στην Ελλάδα δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 25 του Ν.27/1975 ή του ΑΝ 89/1967 και 378/1968, διέπονται ως προς τη σύσταση και ικανότητα δικαίου από το δίκαιο της χώρας, στην οποία βρίσκεται κατά το Καταστατικό τους η έδρα τους, ανεξαρτήτως του τόπου από τον οποίο διευθύνονται ή διευθύνονταν εξ ολοκλήρου ή εν μέρει οι υποθέσεις τους. Η εφαρμογή των διατάξεων τούτων του άρθρου 1 του Ν. 791/1978 επεκτάθηκε και στις αλλοδαπές εταιρίες πλοιοκτήτριες με ξένη σημαία, εφόσον τα πλοία του, διαχειρίζονταν γραφεία ή υποκαταστήματα εταιρειών του άρθρου 25 του Ν. 27/1975 (που έχει αντικατασταθεί με το άρθρο 28 του Ν.814/1978, τροποποιηθεί με το άρθρο 75 παρ. 5 του Ν.1892/1990 και αντικατασταθεί εκ νέου με το άρθρο 4 του Ν.2234/1994) (Ολ.ΑΠ 2/2003, ΑΠ 2/1999). Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε τα εξής: Η αναιρεσείουσα - εναγομένη εταιρεία με την επωνυμία…….είναι ναυτιλιακή εταιρεία συμφερόντων του……η οποία έχει και εκμεταλλεύεται τριάντα τρία (33) πλοία. Η εταιρεία αυτή τυπικά εδρεύει στη Λιβερία, πλην όμως η διοίκησή της ασκείται στην πραγματικότητα στον Πειραιά, όπου από το έτος 1989 έχει εγκαταστήσει γραφεία επί της… και…. Ο αναιρεσίβλητος - ενάγων είναι πλοίαρχος του Εμπορικού Ναυτικού και από το έτος 1987, που συνταξιοδοτήθηκε, μέχρι και το έτος 1993 εργάζονταν σε πλοία της αγγλικής ναυτιλιακής εταιρείας με την επωνυμία…….που έχει την έδρα της στο Λονδίνο και αποτελεί και αυτή επιχείρηση των συμφερόντων του … Μετά από προφορική συμφωνία, η οποία καταρτίστηκε στα γραφεία της εταιρείας……στον Πειραιά το Σεπτέμβριο του έτους 1998, μεταξύ του ενάγοντος και του…..ο οποίος ενεργούσε εν τοις πράγμασι ως εκπρόσωπος της ανωτέρω εταιρείας, ιδιότητα την οποία αυτός απέκτησε και τυπικά από τις 8.11.2002, ο ενάγων μετέβη στην Κούβα, ως αντιπρόσωπος της εταιρείας……για να προσφέρει τις υπηρεσίες ως Αρχιπλοίαρχος α) στην ιδρυθείσα από την εταιρεία…….και την Κυβέρνηση της Κούβας αγγλική ναυτιλιακή εταιρεία με την επωνυμία……και β) την εταιρεία …… θυγατρική της πρώτης, και προσέφερε τις υπηρεσίες του ως αντιπρόσωπος της εταιρείας αυτής μέχρι τον Ιούλιο του έτους 2003. Τον Ιούνιο του έτους 2003 ο ….γνωστοποίησε στον ενάγοντα το κλείσιμο των εταιρειών….και …….και του πρότεινε να παραμείνει εργαζόμενος στην Αβάνα της Κούβας μέχρι και την 31.10.2003 με μισθό 2.000 δολλάρια, ο οποίος θα του καταβάλλονταν από το μήνα Αύγουστο του 2003. Ο ενάγων αποδέχθηκε σιωπηρώς την πρόταση αυτή και εξακολούθησε να προσφέρει τις υπηρεσίες του στην εταιρεία……αντί μηνιαίου μισθού 2.000 δολλαρίων μέχρι και στις 27.3.2004, που περατώθηκε η εκκαθάριση της…….και επετράπη σ' αυτόν η αναχώρησή του από την Κούβα. Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε, ότι μεταξύ της αναιρεσείουσας και του αναιρεσιβλήτου καταρτίστηκε έγκυρη σύμβαση εργασίας και αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, η οποία απέρριψε την αγωγή του αναιρεσιβλήτου, υποχρέωσε την αναιρεσείουσα εταιρεία να καταβάλει στον τελευταίο για δεδουλευμένες αποδοχές, Δώρα Χριστουγέννων και Πάσχα, αποδοχές αδείας, επιδόματα αδείας και αποζημίωση απόλυσης το ισάξιο σε ευρώ κατά την ημέρα της εξόφλησης ποσό των 60.178 δολλαρίων ΗΠΑ. Με την κρίση του αυτή το εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1 του Ν. 791/1978, διότι η προσβαλλομένη απόφαση διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς το ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αν ο …. με τον οποίο ο αναιρεσίβλητος κατήρτισε την επίδικη σύμβαση εργασίας, ήταν σύμφωνα με το καταστατικό, νόμιμος εκπρόσωπος της αναιρεσείουσας εταιρείας. Ειδικότερα, ενώ η προσβαλλομένη απόφαση δέχεται ότι η αναιρεσείουσα είναι αλλοδαπή ναυτιλιακή εταιρεία, που έχει την έδρα της στη Λιβερία και έχει εγκαταστήσει γραφεία στον Πειραιά με το ειδικό καθεστώς των ναυτιλιακών εταιρειών, όμως δεν διευκρινίζεται αν αυτή στερείται νομικής προσωπικότητας, οπότε θεωρείται "εν τοις πράγμασι" εταιρεία, ή αν έχει συσταθεί κατά τους νόμους της Λιβερίας, οπότε ως προς τη σύσταση και την ικανότητα δικαίου, αλλά και την αντιπροσωπευτική εξουσία των οργάνων της διέπεται από το δίκαιο της χώρας αυτής. Επομένως οι από το άρθρο 559 αριθμ 1 και 19 ΚΠολΔ πρώτος και δεύτερος του δικογράφου των προσθέτων λόγοι της αναιρέσεως είναι βάσιμοι και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο με άλλη σύνθεση.

 

Ευθύνη πλοιοκτήτη από αδικοπραξία πληρώματος πλοίου.

 

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ   864/2009

Ο πλοιοκτήτης ευθύνεται, όταν η αδικοπραξία μέλους του πληρώματος δεν είναι άσχετη ή ξένη με την εκτέλεση της υπηρεσίας, που του έχει ανατεθεί, αλλά βρίσκεται σε εσωτερική αιτιώδη σχέση με την υπηρεσία αυτή, με την έννοια ότι η αδικοπραξία δεν ήταν δυνατόν να υπάρξει χωρίς την πρόστηση, ή όταν η τελευταία υπήρξε το αναγκαίο μέσο για την τέλεση της αδικοπραξίας.

Δεν ευθύνεται ο πλοιοκτήτης, όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του προστηθέντος οφείλεται σε προσωπικούς λόγους του δράστη, άσχετους με την υπηρεσία που του έχει ανατεθεί, αφού η ύπαρξη των λόγων αυτών διακόπτει την αιτιώδη συνάφεια ανάμεσα στη βλαπτική πράξη του προστηθέντος και την άσκηση ή την κατάχρηση της υπηρεσίας του.

Αυτό συμβαίνει και στην περίπτωση που υπάρχει μεν τοπικός ή χρονικός σύνδεσμος της επιβλαβούς συμπεριφοράς του προστηθέντος με την υπηρεσία του, δηλαδή η συμπεριφορά αυτή εκδηλώθηκε με την ευκαιρία της υπηρεσίας, οφείλεται όμως σε αίτια ανεξάρτητα απ' αυτή και συγκεκριμένα σε προσωπικό πταίσμα του προστηθέντος, τον κίνδυνο του οποίου δεν μπορεί να φέρει ο πλοιοκτήτης.

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ   864/2009

Απόσπασμα…….Εξάλλου, κατά το άρθρο 84 εδ. β' του Κώδικα Ιδιωτικού Ναυτικού Δικαίου (ΚΙΝΔ), ο πλοιοκτήτης ευθύνεται από τις αδικοπραξίες που διέπραξε ο πλοίαρχος ή το πλήρωμα κατά την εκτέλεση των καθηκόντων που τους έχουν ανατεθεί. Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό με τις γενικές διατάξεις των άρθρων 914 και 922 ΑΚ συνάγεται ότι ο πλοιοκτήτης (προστήσας) ευθύνεται, όταν η αδικοπραξία μέλους του πληρώματος (προστηθέντος) δεν είναι άσχετη ή ξένη με την εκτέλεση της υπηρεσίας που του έχει ανατεθεί αλλά βρίσκεται σε εσωτερική αιτιώδη σχέση με την υπηρεσία αυτή υπό την έννοια ότι η αδικοπραξία δεν ήταν δυνατόν να υπάρξει χωρίς την πρόστηση ή όταν η τελευταία υπήρξε το αναγκαίο μέσο για την τέλεση της αδικοπραξίας. Αντιθέτως, δεν ευθύνεται ο προστήσας όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του προστηθέντος οφείλεται σε προσωπικούς λόγους του δράστη, άσχετους με την υπηρεσία που του έχει ανατεθεί, αφού η ύπαρξη των λόγων αυτών διακόπτει την αιτιώδη συνάφεια ανάμεσα στη βλαπτική πράξη του προστηθέντος και την άσκηση ή την κατάχρηση της υπηρεσίας του. Αυτό συμβαίνει και στην περίπτωση που υπάρχει μεν τοπικός ή χρονικός σύνδεσμος της επιβλαβούς συμπεριφοράς του προστηθέντος με την υπηρεσία του, δηλαδή η συμπεριφορά αυτή εκδηλώθηκε με την ευκαιρία της υπηρεσίας, οφείλεται όμως σε αίτια ανεξάρτητα απ' αυτή και συγκεκριμένα σε προσωπικό πταίσμα του προστηθέντος, τον κίνδυνο του οποίου δεν μπορεί να φέρει ο προστήσας. Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ επιτρέπεται αναίρεση, αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ανεπάρκεια αιτιολογιών κατά την έννοια της διάταξης αυτής υπάρχει, όταν δεν προκύπτουν από την απόφαση σαφώς και επαρκώς τα περιστατικά που είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε.

 

 

Ευθύνη πλοιοκτήτη σε αποζημίωση ναυτικού από αδικοπραξία πληρώματος.

 

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ   864/2009

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Ο παθών σε ναυτεργατικό ατύχημα, ή  τα μέλη της οικογένειας του, δικαιούνται, να εγείρουν την αγωγή του κοινού αστικού δικαίου και να ζητήσουν  αποζημίωση για περιουσιακή ζημία, όταν το ατύχημα μπορεί να αποδοθεί σε δόλο του πλοιοκτήτη, ή των προστηθέντων του, ή όταν επήλθε σε εργασία στην οποία δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών για τους όρους ασφαλείας των εργαζομένων και εξ αιτίας της μη τήρησης αυτών.

Χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, ή ψυχικής οδύνης, δικαιούνται να ζητήσουν, όταν στην επέλευση του ατυχήματος συντέλεσε πταίσμα του πλοιοκτήτη, ή των προστηθέντων απ' αυτούς, με την έννοια της αδικοπραξίας, δηλαδή οποιασδήποτε υπαίτιας και παράνομης πράξης, ή παράλειψης.

Ο πλοιοκτήτης ευθύνεται, όταν η αδικοπραξία μέλους του πληρώματος δεν είναι άσχετη, ή ξένη, με την εκτέλεση της υπηρεσίας που του έχει ανατεθεί, αλλά βρίσκεται σε εσωτερική αιτιώδη σχέση με την υπηρεσία αυτή, με την έννοια ότι η αδικοπραξία δεν ήταν δυνατόν να υπάρξει χωρίς την πρόστηση, ή όταν η τελευταία υπήρξε το αναγκαίο μέσο για την τέλεση της αδικοπραξίας.

Δεν ευθύνεται ο πλοιοκτήτης, όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά μέλους του πληρώματος οφείλεται σε προσωπικούς λόγους του, άσχετους με την υπηρεσία που του έχει ανατεθεί, αφού η ύπαρξη των λόγων αυτών διακόπτει την αιτιώδη συνάφεια ανάμεσα στη βλαπτική πράξη του μέλους του πληρώματος και την άσκηση, ή την κατάχρηση, της υπηρεσίας του.

Αυτό συμβαίνει και στην περίπτωση που υπάρχει μεν τοπικός ή χρονικός σύνδεσμος της επιβλαβούς συμπεριφοράς του μέλους του πληρώματος με την υπηρεσία του, δηλαδή η συμπεριφορά αυτή εκδηλώθηκε με την ευκαιρία της υπηρεσίας, οφείλεται όμως σε αίτια ανεξάρτητα απ' αυτή και συγκεκριμένα σε προσωπικό πταίσμα του μέλους του πληρώματος, τον κίνδυνο του οποίου δεν μπορεί να φέρει ο πλοιοκτήτης.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ   864/2009

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Θεμέλη, Ειρήνη Αθανασίου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη και Παναγιώτη Κομνηνάκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-3-2002 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις…..του ίδιου Δικαστηρίου, …….μη οριστική και…..οριστική του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 12-4-2007 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Κομνηνάκης διάβασε την από 17-4-2008 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτη Αλέξανδρου Νικάκη, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου και δευτέρου λόγου της αναιρέσεως και την απόρριψη των υπολοίπων. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τα άρθρα 914, 932 του ΑΚ και 1, 16 του ν. 551/1915 προκύπτει ότι χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη οφείλεται και επί εργατικού ατυχήματος, όταν συντρέχουν οι όροι της αδικοπραξίας. Οι διατάξεις του άρθρου 16 § 1 του ν. 551/1915, κατά τις οποίες ο παθών σε εργατικό ατύχημα ή τα κατά το άρθρο 6 αυτού πρόσωπα δικαιούνται να εγείρουν την αγωγή του κοινού αστικού δικαίου και να ζητήσουν πλήρη αποζημίωση μόνον όταν το ατύχημα μπορεί να αποδοθεί σε δόλο του εργοδότη ή των προστηθέντων του ή όταν επήλθε σε εργασία στην οποία δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών για τους όρους ασφαλείας των εργαζομένων και εξαιτίας της μη τηρήσεως αυτών, αναφέρονται στην επιδίκαση αποζημιώσεως για περιουσιακή ζημία και όχι στη χρηματική ικανοποίηση για ηθική ζημία, για την οποία δεν υπάρχει πρόβλεψη στον ανωτέρω νόμο και εφαρμόζονται γι' αυτό μόνο οι γενικές διατάξεις. Επομένως, για να δικαιούται η οικογένεια του θανατωθέντος σε εργατικό ατύχημα χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης αρκεί, να συντέλεσε στην επέλευση του ατυχήματος πταίσμα του εργοδότη του θανατωθέντος ή του κυρίου του έργου ή των προστηθέντων απ' αυτούς (άρθρ. 922 ΑΚ) με την έννοια της διάταξης του άρθρου 914 ΑΚ, δηλαδή της υπαίτιας και παράνομης πράξης ή παράλειψης. Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋποθέσεις της ευθύνης προς αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υποχρέου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, το παράνομο της πράξης ή παράλειψης αυτού και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της πράξης ή της παράλειψης κα της επελθούσας ζημίας. Η παράνομη έναντι του ζημιωθέντος συμπεριφορά μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία περίπτωση ο υπαίτιος ήταν υποχρεωμένος να ενεργήσει, η υποχρέωσή του δε αυτή σε πράξη μπορεί να επιβάλλεται από δικαιοπραξία, από το νόμο ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη, πράγμα που υπάρχει ιδίως, όταν ο υπαίτιος με ενέργειές του δημιούργησε μια επικίνδυνη κατάσταση από την οποία είναι δυνατό να προκύψει ζημία σε τρίτους. Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στο έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι νομική αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας. Εξάλλου, κατά το άρθρο 84 εδ. β' του Κώδικα Ιδιωτικού Ναυτικού Δικαίου (ΚΙΝΔ), ο πλοιοκτήτης ευθύνεται από τις αδικοπραξίες που διέπραξε ο πλοίαρχος ή το πλήρωμα κατά την εκτέλεση των καθηκόντων που τους έχουν ανατεθεί. Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό με τις γενικές διατάξεις των άρθρων 914 και 922 ΑΚ συνάγεται ότι ο πλοιοκτήτης (προστήσας) ευθύνεται, όταν η αδικοπραξία μέλους του πληρώματος (προστηθέντος) δεν είναι άσχετη ή ξένη με την εκτέλεση της υπηρεσίας που του έχει ανατεθεί αλλά βρίσκεται σε εσωτερική αιτιώδη σχέση με την υπηρεσία αυτή υπό την έννοια ότι η αδικοπραξία δεν ήταν δυνατόν να υπάρξει χωρίς την πρόστηση ή όταν η τελευταία υπήρξε το αναγκαίο μέσο για την τέλεση της αδικοπραξίας. Αντιθέτως, δεν ευθύνεται ο προστήσας όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του προστηθέντος οφείλεται σε προσωπικούς λόγους του δράστη, άσχετους με την υπηρεσία που του έχει ανατεθεί, αφού η ύπαρξη των λόγων αυτών διακόπτει την αιτιώδη συνάφεια ανάμεσα στη βλαπτική πράξη του προστηθέντος και την άσκηση ή την κατάχρηση της υπηρεσίας του. Αυτό συμβαίνει και στην περίπτωση που υπάρχει μεν τοπικός ή χρονικός σύνδεσμος της επιβλαβούς συμπεριφοράς του προστηθέντος με την υπηρεσία του, δηλαδή η συμπεριφορά αυτή εκδηλώθηκε με την ευκαιρία της υπηρεσίας, οφείλεται όμως σε αίτια ανεξάρτητα απ' αυτή και συγκεκριμένα σε προσωπικό πταίσμα του προστηθέντος, τον κίνδυνο του οποίου δεν μπορεί να φέρει ο προστήσας. Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ επιτρέπεται αναίρεση, αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ανεπάρκεια αιτιολογιών κατά την έννοια της διάταξης αυτής υπάρχει, όταν δεν προκύπτουν από την απόφαση σαφώς και επαρκώς τα περιστατικά που είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε ανελέγκτως τα εξής: Ο…. σύζυγος της πρώτης, πατέρας της δεύτερης και τρίτης και πεθερός του τετάρτου των εναγόντων, στις 2-1-1999, ναυτολογήθηκε με την ειδικότητα του προσοντούχου ναύτη στο υπό ελληνική σημαία επιβατηγό-οχηματαγωγό πλοίο της εναγομένης με το όνομα….., το οποίο εκτελούσε δρομολόγια στη γραμμή ..., απασχολούμενος, ως ημερεργάτης, στη φόρτωση και εκφόρτωση των μεταφερομένων με το πλοίο οχημάτων. Στις 25-12-1999 και ώρα 08.00 το πλοίο κατέπλευσε στο λιμάνι της..... και την 15.00 ώρα απέπλευσε με προορισμό την .... Την 22.00 ώρα ο ανωτέρω ναυτικός, μετά το φαγητό επισκέφθηκε στην καμπίνα του τον συνάδελφο του ..., όπου άρχισαν να καταναλώνουν ουίσκι και να ακούν μουσική, ενώ περί την 00.20 ώρα της επομένης (26-12-1999) αυτός είχε ήδη περιέλθει σε κατάσταση μέθης. Τότε ο….., που διέμενε με τον ….. στην ίδια καμπίνα, όταν αντελήφθη την κατάσταση της μέθης του τον οδήγησε στην καμπίνα τους για να κοιμηθούν. Μετά από λίγη ώρα ο…..εγκατέλειψε την καμπίνα του και μετέβη σ' αυτή των υπολοστρόμων του πλοίου…… και..., προκειμένου να συνεχίσει την διασκέδασή του, καταναλώνοντας ποτά. Εκεί παρέμεινε μέχρι την 01.15 περίπου, οπότε ο……ύστερα από τηλεφωνική κλήση του…… τον οδήγησε και πάλι στην καμπίνα τους, με δυσκολία όμως αυτή τη φορά, λόγω της καταστάσεως της μέθης του, η οποία είχε επιδεινωθεί σοβαρά, συνεπεία της κατανάλωσης απ' αυτόν και νέων ποσοτήτων αλκοολούχων ποτών (ουίσκι). Αφού ο συνάδελφός του αυτός τον βοήθησε να κατακλιθεί, μετέβη στην καμπίνα του Υπάρχου του πλοίου και τον ενημέρωσε για την κατάσταση, στην οποία είχε περιέλθει ο συνάδελφός του. Κατόπιν επέστρεψε πάλι στην καμπίνα τους και αφού ξάπλωσε έβλεπε τηλεόραση. Περί την 02.10 ώρα ο …….άκουσε δυνατό ρόγχο από τον……., όταν δε πλησίασε στο κρεβάτι του διαπίστωσε ότι είχε κάνει εμετό, ενώ στο πρόσωπο και στο μαξιλάρι του διέκρινε αίμα. Αμέσως ειδοποίησε τον…….., ο οποίος έσπευσε μαζί με τους ναύτες... και ... για να τον περιποιηθούν. Οι ανωτέρω ναυτικοί, αφού καθάρισαν τον …… τον τοποθέτησαν πάλι στο κρεβάτι του για να κοιμηθεί με την πλευρά και στήριξαν το κεφάλι του με δύο μαξιλάρια, ώστε αυτό να είναι ψηλότερα από το υπόλοιπο σώμα του και να προληφθεί ο κίνδυνος πνιγμού του σε περίπτωση νέου εμετού. Ύστερα από λίγο και στην προσπάθειά του να αλλάξει πλευρό, ο….. έπεσε από το κρεβάτι στο δάπεδο. Οι συνάδελφοί του τότε, προτίμησαν να τον αφήσουν εκεί, ώστε να αποφευχθεί νέα πτώση του με ενδεχόμενο κίνδυνο τραυματισμού του. Ο υπολοστρόμος …… αποχώρησε περί ώρα 02.30, αφήνοντας κοντά στον …..τους προαναφερθέντες δύο ναύτες. Την 2.50 ώρα επέστρεψε και ο ……. Η κατάσταση όμως του …..άρχισε να επιδεινώνεται, τελικά αυτός απώλεσε τις αισθήσεις του. Αμέσως οι προαναφερθέντες ναύτες, ο υπολοστρόμος, καθώς και ο Ύπαρχος του πλοίου ..., ο οποίος είχε σπεύσει και αυτός εκεί , ειδοποιηθείς , εντωμεταξύ, από τον ….., κατέβαλαν προσπάθειες να επαναφέρουν τις αισθήσεις του με μαλάξεις στο στήθος, χωρίς επιτυχία, όμως, διότι, εντωμεταξύ αυτός είχε αποβιώσει από οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου και οξύ πνευμονικό οίδημα. Περαιτέρω, το Εφετείο δέχθηκε, ότι ο θάνατος του ….. δεν προκλήθηκε από βίαιο συμβάν, οφειλόμενο σε αιφνίδιο και απρόβλεπτο γεγονός, ούτε προκλήθηκε από την εκδήλωση ή την επιδείνωση προϋπάρχουσας πάθησης ή νοσηρής γενικά κατάστασής του, ως συνέπεια της εκτελέσεως της εργασίας που ανέλαβε με την ένδικη σύμβαση και των σύμφυτων με αυτή δυσμενών επαγγελματικών όρων, δεδομένου ότι αυτός παρείχε την εργασία του στο πλοίο της εναγομένης με κανονικές και προσιδιάζουσες στη φύση της συγκεκριμένης εργασίας του στο πλοίο της εναγομένης συνθήκες, ούτε, περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο θάνατός του συνδέεται αιτιωδώς με την παράβαση εκ μέρους της εναγομένης και των προστηθέντων της διατάξεων ισχυόντων νόμων, διαταγμάτων και κανονισμών για τους όρους ασφαλείας των εργαζομένων ναυτικών στο πλοίο της και δεν συνιστά, ως εκ τούτου, εργατικό ατύχημα. Τα προαναφερθέντα, όμως, μέλη του πληρώματος παρέλειψαν να προβούν σε ενέργειες, προκειμένου να αντιμετωπισθεί η βαριά κατάσταση της μέθης, στην οποία είχε περιέλθει ο αποβιώσας συνάδελφός τους, ώστε να αποτραπεί η εκδήλωση του οξέος εμφράγματος του μυοκαρδίου και του απότοκου αυτού οξέος πνευμονικού οιδήματος. Ειδικότερα, αρκέστηκαν να τον μεταφέρουν στην καμπίνα του και να τον τοποθετήσουν επί της κλίνης, ο δε ….. τον άφησε χωρίς να τον επιτηρεί, αφού η προσοχή του ήταν εστραμμένη στο πρόγραμμα της τηλεόρασης που παρακολουθούσε, κινητοποιήθηκε μόνον όταν άκουσε το δυνατό ρόγχο (ένδειξη της σοβαρής επιδείνωσης της καταστάσεως της υγείας του), ενώ, όταν, στην προσπάθειά του να αλλάξει πλευρό, ο αποβιώσας έπεσε στο δάπεδο, προτίμησαν να τον αφήσουν εκεί για να αποτραπεί ο κίνδυνος τραυματισμού του από ενδεχόμενη νέα πτώση του. Επίσης, αν και ήταν σε θέση να το πράξουν, δεν του χορήγησαν δυνατό καφέ, καφεΐνη, καρδιοτονωτικά, ούτε παρακολούθησαν με μετρήσεις την αρτηριακή πίεση, ελέγχοντας ταυτόχρονα την κατάσταση της νηφαλιότητάς του, ειδικά μετά την εκδήλωση του ρόγχου, ώστε να διατυπώσουν εγκαίρως την επικείμενη περιέλευσή του σε κωματώδη κατάσταση και να ζητήσουν ιατρική συνδρομή από ιατρό, που ενδεχομένως να υπήρχε μεταξύ των επιβατών του πλοίου, ή να επικοινωνήσουν με τον Ερυθρό Σταυρό προς παροχή ιατρικών οδηγιών για την αντιμετώπιση της κατάστασής του. Έτσι, τα παραπάνω μέλη του πληρώματος του πλοίου, προστηθέντες από την εναγομένη, βαρύνονται με αμέλεια, διότι αντιμετώπισαν πλημμελώς τη βαριά μέθη, στην οποία περιήλθε ο αποβιώσας ναυτικός και ειδικότερα από έλλειψη επιμέλειας και προσοχής, την οποία αυτοί ως μέσοι συνετοί άνθρωποι και ναυτικοί της δικής τους κατάστασης και ειδικότητας όφειλαν και μπορούσαν να καταβάλουν, παρέλειψαν να προβούν στις ανωτέρω ενέργειες, με αποτέλεσμα την εκδήλωση του οξέος εμφράγματος του μυοκαρδίου και του απότοκου αυτού οξέος πνευμονικού οιδήματος. Με τις παραδοχές αυτές εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, η οποία είχε απορρίψει την αγωγή κατ' ουσίαν, δέχθηκε αυτήν εν μέρει και επιδίκασε στους αναιρεσιβλήτους, μέλη της οικογένειας του παθόντος, χρηματική ικανοποίηση λόγω της ψυχικής τους οδύνης. Κρίνοντας κατά τα ανωτέρω το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες για τα ζητήματα του παρανόμου της παράλειψης των μελών του πληρώματος του πλοίου της αναιρεσείουσας και της ύπαρξης αιτιώδους συνάφειας μεταξύ των παραλείψεων αυτών και του επελθόντος θανάτου του…. Ειδικότερα, στην προσβαλλόμενη απόφαση, ενώ αναφέρονται οι ενέργειες τις οποίες από αμέλεια παρέλειψαν τα άνω μέλη του πληρώματος, δεν αναφέρονται, τα περιστατικά που συνιστούν την παράνομη έναντι του αποβιώσαντος συμπεριφορά με τη μορφή της παράλειψης, κατά την οποία αυτά ήταν υποχρεωμένα να ενεργήσουν, από πού επιβάλλεται η υποχρέωσή τους, δηλαδή αν επιβάλλεται από το νόμο ή την καλή πίστη κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη. Ακόμη, δεν αναφέρεται αν η υπαίτια συμπεριφορά των άνω μελών του πληρώματος ήταν σχετική με την υπηρεσία που τους είχε ανατεθεί ή οφείλεται σε προσωπικό πταίσμα τους. Και, ακόμη, κρίνοντας ,όπως παραπάνω, το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες για το ζήτημα αν η παράλειψή τους να προβούν στις άνω ενέργειες βρίσκεται σε αιτιώδη συνάφεια με το θάνατο του ….., υπό την έννοια ότι, κατά διδάγματα της κοινής πείρας, ήταν ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων το ανωτέρω αποτέλεσμα, ενόψει της βαριάς μέθης του ανωτέρω, η οποία συνδέεται, κατά τις παραδοχές του Εφετείου, με το οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου αυτού, του μικρού χρόνου που είχαν στη διάθεσή τους και της ενδοιαστικής παραδοχής στην προσβαλλόμενη απόφαση σχετικά με την ύπαρξη στο πλοίο ιατρού, ένεσης καφεΐνης, καρδιοτονωτικών φαρμάκων και ιατρικού οξυγόνου. Κατ' ακολουθίαν, εφόσον δεν προκύπτουν σαφώς και επαρκώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση των διατάξεων των άρθρων 297, 298, 914, 922 και 932 ΑΚ που εφαρμόστηκαν από το Εφετείο, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, επομένως, ιδρύεται ο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης. Πρέπει, συνεπώς, κατά παραδοχή ως βάσιμου του δεύτερου λόγου της κρινόμενης αίτησης, με τον οποίο προβάλλεται κατά της εν λόγω απόφασης η από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ πλημμέλεια, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος μόνο που δέχθηκε την αγωγή, δηλαδή κατά το κεφάλαιο της χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ψυχικής οδύνης. Στη συνέχεια, πρέπει, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο δύναται να συγκροτηθεί από δικαστές άλλους από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση (580 § 3 ΚΠολΔ). Μετά από αυτά παρέλκει η εξέταση των άλλων λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως. 

Αναζήτηση

Χρίστος Καραμπάγιας | Μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών