ΠΤΩΧΕΥΣΕΙΣ

 

Προϋποθέσεις για την κήρυξη σε πτώχευση εμπόρου.

 

ΕΦΕΤΕΙΟ ΛΑΡΙΣΗΣ 715/2007 

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Για την κήρυξη σε πτώχευση εμπόρου απαιτούνται δύο κυρίως ουσιαστικές προϋποθέσεις,

α) η πτωχευτική ικανότητα εκείνου του οποίου ζητείται η πτώχευση και β) η παύση των πληρωμών των ληξιπρόθεσμων εμπορικών του χρεών.

Πτωχευτική ικανότητα έχουν τα πρόσωπα που έχουν την εμπορική ιδιότητα, την οποία αποκτούν τα φυσικά πρόσωπα κυρίως κατά το υποκειμενικό σύστημα, δηλαδή όταν ενεργούν κατά σύνηθες επάγγελμα εμπορικές πράξεις.

Ως παύση πληρωμών νοείται ο κλονισμός της εμπορικής πίστης του εμπόρου που επήλθε από τη μη πληρωμή των ληξιπρόθεσμων εμπορικών του χρεών. Δηλαδή των εκκαθαρισμένων και άμεσα απαιτητών εμπορικών του χρεών, η οποία (μη πληρωμή) προδίδει μόνιμη πραγματική αδυναμία για τη συνέχιση της εμπορίας του και μπορεί να συναχθεί, κατά τις περιστάσεις και από μη πληρωμή ενός μόνο εμπορικού χρέους, εφόσον λόγω της σημασίας του, ή του χαρακτήρα του, εμφανίζει τα στοιχεία της μονιμότητας και γενικότητας. Η παύση των πληρωμών πρέπει να υφίσταται κατά το χρόνο που κηρύσσεται η πτώχευση. Ως τέτοιος χρόνος πρέπει να θεωρείται αυτός της συζήτησης στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, σε κάθε δε περίπτωση ο χρόνος της δημοσίευσης της πρωτόδικης απόφασης.

Η κατ αρέσκεια του οφειλέτη εμπόρου πληρωμή μερικών μόνο χρεών του δεν εμποδίζει την πτώχευσή του, διότι τούτο αντίκειται σε έναν από τους σκοπούς της πτώχευσης, ήτοι τη σύμμετρη και ίση ικανοποίηση των δανειστών του

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΕΦΕΤΕΙΟ ΛΑΡΙΣΗΣ 715/2007 

Απόσπασμα……..Από τις διατάξεις των άρθρων 525 και 528 του ΕμπΝ προκύπτει ότι για την κήρυξη της πτώχευσης απαιτούνται δύο κυρίως ουσιαστικές προϋποθέσεις, ήτοι : α) η πτωχευτική ικανότητα εκείνου του οποίου ζητείται η πτώχευση και β) η παύση των πληρωμών των ληξιπρόθεσμων εμπορικών του χρεών. Πτωχευτική ικανότητα έχουν τα πρόσωπα που έχουν την εμπορική ιδιότητα, την οποία αποκτούν τα φυσικά πρόσωπα κυρίως κατά το υποκειμενικό σύστημα, όταν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 1 του ΕμπΝ, δηλαδή όταν ενεργούν κατά σύνηθες επάγγελμα εμπορικές πράξεις, ενώ η ανώνυμη εταιρία είναι εμπορική και αν ο σκοπός αυτής δεν είναι εμπορική επιχείρηση (βλ. άρθρο 1 του ν. 2190/1920 «περί ανωνύμων εταιρειών»). Ως παύση πληρωμών νοείται ο κλονισμός της εμπορικής πίστης του εμπόρου που επήλθε από τη μη πληρωμή των ληξιπρόθεσμων εμπορικών του χρεών. Δηλαδή των εκκαθαρισμένων και άμεσα απαιτητών εμπορικών του χρεών, η οποία (μη πληρωμή) προδίδει μόνιμη πραγματική αδυναμία για τη συνέχιση της εμπορίας του και μπορεί να συναχθεί , κατά τις περιστάσεις και από μη πληρωμή ενός μόνο εμπορικού χρέους, εφόσον λόγω της σημασίας του ή του χαρακτήρα του, εμφανίζει τα στοιχεία της μονιμότητας και γενικότητας. Η παύση των πληρωμών πρέπει να υφίσταται κατά το χρόνο που κηρύσσεται η πτώχευση. Ως τέτοιος χρόνος πρέπει να θεωρείται αυτός της συζήτησης στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, σε κάθε δε περίπτωση ο χρόνος της δημοσίευσης της πρωτόδικης απόφασης. Η κατ αρέσκεια του οφειλέτη εμπόρου πληρωμή μερικών μόνο χρεών του δεν εμποδίζει την πτώχευσή του, διότι τούτο αντίκειται σε έναν από τους σκοπούς της πτώχευσης, ήτοι τη σύμμετρη και ίση ικανοποίηση των δανειστών του (βλ. ΑΠ 829/2003 Ελλ Δνη 45.171- ΕφΑθ 1572/2001 Ελλ Δνη 42. 1418-9038/2000 Ελλ Δνη 44.561-2407/2006 Ελλ Δνη 47.1114-ΕφΙωαν 294/2005 Αρμ 60.261). 

 

Πτωχευτική αποκατάσταση λόγω παρόδου δεκαετίας.

 

ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ  11654/2009

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Η αίτηση εισάγεται στο Μονομελές Πρωτοδικείο κατά την διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων (άρθρα 686 επ. ΚΠολΔ).

Ο αιτών πρέπει να έχει κηρυχθεί νομίμως σε κατάσταση πτωχεύσεως και να έχει παρέλθει δεκαετία από τότε και να μην  έχει καταδικασθεί, ούτε διωχθεί, για δολία ή απλή χρεωκοπία.

Για το παραδεκτό της συζήτησης πρέπει να δημοσιευθεί περίληψή της  με αναφορά στην δικάσιμο στο Δελτίο Δικαστικών Δημοσιεύσεων του Ταμείου Νομικών.

Αν έχει αποποιηθεί ο διορισθείς σύνδικος της πτωχεύσεως δεν συντρέχει περίπτωση κοινοποίησης της αίτησης προς αυτόν.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ  11654/2009

Απόσπασμα……Με την κρινομένη αίτησή του ο αιτών, που έχει κηρυχθεί νομίμως σε κατάσταση πτωχεύσεως, ζητά, ως εκ της παρόδου, εν τω μεταξύ, δεκαετίας και του γεγονότος ότι δεν έχει καταδικασθεί, ούτε διώκεται για δολία ή απλή χρεωκοπία, να διαταχθεί η πτωχευτική του αποκατάσταση. Με αυτό το περιεχόμενο η ένδικη αίτηση αρμοδίως φέρεται ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, κατά την προκειμένη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων (άρθρα 686 επόμ. του ΚΠολΔ  Παρμ. Τζίφρα, Ασφαλιστικά μέτρα, 1985, σελ. 560 επ.) και είναι νόμιμη, στηριζομένη στις διατάξεις των άρθρων 14 - 18 του Α.Ν. 635/1937, που αντικατέστησαν τα άρθρα 696 - 706 του ΕμπΝ και οι οποίες είναι, εν προκειμένω, εφαρμοστέες, σύμφωνα με την μεταβατικού χαρακτήρα διάταξη του άρθρου 182 του νέου Πτωχευτικού Κώδικα (Ν. 3588/2007) οι αντίστοιχες διατάξεις του οποίου, πάντως, δεν διαφοροποιούνται σε σχέση με το ένδικο, εν προκειμένω, ζήτημα). Εξ άλλου, για το παραδεκτό της συζητήσεώς της δημοσιεύθηκε περίληψή της, με αναφορά στην παρούσα δικάσιμο, στο Δελτίο Δικαστικών Δημοσιεύσεων του Ταμείου Νομικών (σχετικό το υπ αριθμ. 9088 φύλλο του προαναφερομένου δελτίου της 2ας Φεβρουαρίου 2009), ενώ, λόγω αποποιήσεως, κατά τα κατωτέρω αναφερόμενα, των διορισθέντων συνδίκων της ενδίκου πτωχεύσεως, δεν συνέτρεξε περίπτωση κοινοποιήσεώς της και προς αυτούς (άρθρο 17 παρ. 4 ΑΝ 635/1937). Συνακολούθως, πρέπει η ένδικη αίτηση να εξετασθεί περαιτέρω κατ ουσία. Από την εκτίμηση των εγγράφων που προσκομίζονται, πιθανολογούνται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Δυνάμει της υπ αριθμ.…..αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης ο αιτών κηρύχθηκε σε κατάσταση πτωχεύσεως. Εν συνεχεία, με την υπ αριθμ…..απόφαση του ιδίου δικαστηρίου κηρύχθηκε η παύση των εργασιών της πτωχεύσεως, ελλείψει ενεργητικού και ο πτωχός μη συγγνωστός. Εξ άλλου, ο διορισθείς αρχικά προσωρινός σύνδικος της πτωχεύσεως…..αποποιήθηκε τον διορισμό του, όπως επίσης αποποιήθηκε τον διορισμό της και η προσωρινή σύνδικος της πτωχεύσεως……που αντικατέστησε τον παραπάνω. Από της δημοσιεύσεως της πιο πάνω υπ αριθ…. αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης που κήρυξε τον αιτούντα σε κατάσταση πτωχεύσεως, έχει παρέλθει δεκαετία και πλέον και ο αιτών, σύμφωνα με το εισαχθέν στη δικογραφία αντίγραφο του ποινικού του μητρώου και το προσκομιζόμενο υπ αριθμ. Πρωτ....πιστοποιητικό της ενταύθα Εισαγγελίας Πρωτοδικών, δεν έχει καταδικασθεί, ούτε διώκεται για δολία ή απλή χρεωκοπία. Συνεπώς, συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις για την αποκατάσταση του αιτούντος και πρέπει να γίνει δεκτή η αίτησή του και ως κατ' ουσία βάσιμη και να διαταχθεί η δημοσίευση της αποφάσεως, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

 

Άσκηση κυρίας παρέμβασης και πρόσθετης παρέμβασης στην αίτηση για άνοιγμα της διαδικασίας συνδιαλλαγής.

 

ΠΟΛΥΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ   120/2010

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 3588/2007 στην αίτηση για άνοιγμα της διαδικασίας συνδιαλλαγής παραδεκτώς ασκείται κυρία παρέμβαση και πρόσθετη παρέμβαση προφορικά στο ακροατήριο με δήλωση που καταχωρείται στα πρακτικά και επακολουθήσει υποβολή προτάσεων.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΠΟΛΥΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ   120/2010

Απόσπασμα …….Με τις διατάξεις των άρθρων 99 έως 106 του Πτωχευτικού Κώδικα (Ν. 3588/2007), ο οποίος ισχύει από 16.9.2007 και εφαρμόζεται επί των διαδικασιών που αρχίζουν μετά την έναρξη της ισχύος του (άρθρ. 180 και 182 παρ. 1 αυτού), ρυθμίζεται η διαδικασία συνδιαλλαγής, η οποία είναι το προβλεπόμενο στο νόμο σύνολο δικαστικών και εξώδικων ενεργειών με δικαστική εποπτεία, που αποβλέπει στην κατάρτιση και δικαστική επικύρωση μιας περί ρυθμίσεως οφειλών συμφωνίας, ενός έχοντος πτωχευτική ικανότητα και ευρισκόμενου σε κατάσταση παρούσας ή προβλέψιμης οικονομικής αδυναμίας προσώπου, με τους διαθέτοντες την πλειοψηφία των απαιτήσεων πιστωτές του, ώστε να αποφευχθεί η κήρυξη της πτώχευσης και να διασωθεί η επιχείρησή του. Το διαθέτον λοιπόν πτωχευτική ικανότητα φυσικό ή νομικό πρόσωπο, ευρισκόμενο ενώπιον καταστάσεως «επαπειλούμενης παύσης πληρωμών», δικαιούται, αντί να ζητήσει την κήρυξή του σε πτώχευση (άρθ. 3 παρ. 2 του πτωχευτικού κώδικα), να κάνει χρήση της νέας δυνατότητας που του παρέχει ο νόμος, της υποβολής δηλαδή, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 99 και 100 του ως άνω νόμου (πτωχευτικού κώδικα), αιτήσεως για το άνοιγμα διαδικασίας συνδιαλλαγής, χωρίς να απαιτείται να συντρέχουν οπωσδήποτε οι προϋποθέσεις μιας επαπειλούμενης παύσης πληρωμών αλλά αρκεί η επίκληση και διαπίστωση μιας οποιασδήποτε, ακόμα και προσωρινής και μερικής, οικονομικής αδυναμίας (βλ. Σπ. Ψυχομάνη, Πτωχευτικό Δίκαιο, εκδ. Γ΄, 2007, παρ. 95, 97-99, σελ. 42-43). Η αίτηση υποβάλλεται από το πληρούν τις παραπάνω προϋποθέσεις πρόσωπο στο πτωχευτικό δικαστήριο, δηλαδή, το δικαστήριο το οποίο είναι αρμόδιο για την κήρυξη της πτώχευσης, το οποίο εκδικάζει την αίτηση κατά την διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας των άρθρων 741 επ. ΚΠολΔ (άρθρα 53 και 54 του πτωχευτικού κώδικα). Η αίτηση πέρα από τα απαραίτητα στοιχεία οποιουδήποτε δικογράφου, κατά τις διατάξεις των άρθρων 118 και 216 του ΚΠολΔ, πρέπει να περιέχει και: α) περιγραφή της οικονομικής κατάστασης του αιτούντος οφειλέτη, β) αναφορά στο μέγεθος και την κοινωνική σημασία της επιχείρησης από άποψη απασχόλησης και γ) τα προτεινόμενα μέτρα χρηματοδότησης του αιτούντος και τα μέσα αντιμετώπισης της κατάστασης της οικονομικής του αδυναμίας, ενώ πρέπει να επισυνάπτεται σ΄αυτήν, με ποινή απαραδέκτου, γραμμάτιο κατάθεσης 5.000 ευρώ του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων (άρθρο 99 παρ. 1 και 2 του πτωχευτικού κώδικα). Το αρμόδιο κατά τα ανωτέρω δικαστήριο, δικάζοντας την αίτηση και αρκούμενο σε πιθανολόγηση του βασίμου της αίτησης, της σκοπιμότητας της αιτούμενης συνδιαλλαγής, αφενός μεν αποφασίζει το άνοιγμα της διαδικασίας, αφετέρου δε ορίζει «μεσολαβητή» από τον κατάλογο των πραγματογνωμόνων, για περίοδο όχι μεγαλύτερη των δύο μηνών, την οποία πάντως, με αίτηση του ίδιου του μεσολαβητή μπορεί να παρατείνει άπαξ μόνο, για έναν ακόμα μήνα, προκειμένου αυτός να φέρει σε πέρας το έργο, που ο ίδιος ο νόμος στο άρθρο 101 περιγράφει (άρθρο 100 παρ.1 του πτωχευτικού κώδικα). Επειδή τα καθήκοντα του «μεσολαβητή» περιγράφονται στο νόμο, δεν είναι αναγκαία η αναφορά τους και στην απόφαση που τον διορίζει (βλ. Σπ. Ψυχομάνη ό.π., παρ. 107, σελ. 44), ενώ αυτή δημοσιεύεται στο Δελτίο Δικαστικών Δημοσιεύσεων του Ταμείου Νομικών και στο Γενικό Εμπορικό Μητρώο (άρθρ. 100 παρ.3 και 8 παρ.2 του πτωχευτικού κώδικα). Περαιτέρω, με την ίδια απόφαση το πτωχευτικό δικαστήριο, κατ` άρθρο 100 παρ. 1 σε συνδυασμό με το άρθρο 10 παρ. 1 του πτωχευτικού κώδικα, μπορεί να διατάξει οποιοδήποτε εξασφαλιστικό μέτρο κρίνει αναγκαίο για να αποτραπεί κάθε επιζήμια για τους πιστωτές μεταβολή της περιουσίας του οφειλέτη ή μείωση της αξίας της και ιδίως α) να απαγορεύσει οποιαδήποτε διάθεση περιουσιακού στοιχείου από τον οφειλέτη ή προς αυτόν, β) να διατάξει την αναστολή των ατομικών διώξεων των πιστωτών και γ) να ορίσει μεσεγγυούχο. Τα ως άνω διατασσόμενα μέτρα ισχύουν μέχρι την έκδοση απόφασης που επικυρώνει τη διαδικασία συνδιαλλαγής κατ΄αρθρο 103 παρ. 4 του πτωχευτικού κώδικα ή σε περίπτωση που δεν επιτευχθεί συμφωνία, μέχρι την έκδοση της απόφασης του Δικαστηρίου που κηρύσσει τη λύση της διαδικασίας συνδιαλλαγής κατ` άρθρο 101 παρ. 3 του πτωχευτικού κώδικα. Στην προκειμένη περίπτωση η αιτούσα με την κρινόμενη αίτησή της, εκθέτει ότι αδυνατεί να ανταπεξέλθει στις οικονομικές της υποχρεώσεις, χωρίς ακόμη να έχει εξωτερικεύσει την αδυναμία της αυτή, χωρίς δηλαδή να βρίσκεται σε κατάσταση παύσης πληρωμών, και αφού περιγράφει στην αίτηση την οικονομική κατάστασή της, αναφέρει τους εργαζόμενους που απασχολούνται σε αυτήν και προτείνει τα μέτρα χρηματοδότησης της και τα μέσα αντιμετώπισης της κατάστασης της οικονομικής της αδυναμίας, ζητεί να ανοιχθεί η διαδικασία συνδιαλλαγής και να διορισθεί μεσολαβητής, προκειμένου να διενεργήσει αυτήν κατά τον οριζόμενο στο νόμο τρόπο και επίσης να διαταχθούν προληπτικά μέτρα, απαγορεύοντα κάθε μέτρο ατομικής ή συλλογικής δίωξης ή εκτέλεσης σε βάρος της έως την έκδοση επικυρωτικής απόφασης της συμφωνίας συνδιαλλαγής με τους πιστωτές της. Με αυτό το περιεχόμενο και αιτήματα, η κρινόμενη αίτηση αρμοδίως εισάγεται ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου, για να συζητηθεί κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρα 4 παρ. 1, 2 και 3 εδ. α΄ Ν. 3588/2007 - πτωχευτικού κώδικα και 741 επ. ΚΠολΔ) και επισυνάπτεται σ΄αυτήν το με αριθ. 154654/18-9-2009 γραμμάτιο κατάθεσης στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων (κατάστημα Θεσσαλονίκης), ποσού 5.000 ευρώ, σύμφωνα με το άρθρο 99 παρ. 2 του πτωχευτικού κώδικα Επίσης είναι ορισμένη και νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 99 παρ. 1 και 2, 100 και 101 του Ν. 3588/2007 (πτωχευτικού κώδικα). Πρέπει επομένως, να εξετασθεί περαιτέρω κατ΄ουσίαν. Η αναφερθείσα στην αρχή της παρούσας, κυρίως παρεμβαίνουσα, με προφορική δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου της, στο ακροατήριο, άσκησε παρέμβαση, με την οποία, επικαλούμενη έννομο συμφέρον της λόγω της ύπαρξης σε βάρος της πρώτης αιτούσας, απαιτήσεώς της, και επικαλούμενη επίσης την μη ύπαρξη στην προκειμένη περίπτωση, των προϋποθέσεων του νόμου για το άνοιγμα της διαδικασίας συνδιαλλαγής, επιδιώκει να απορριφθεί η αίτηση ανοίγματος διαδικασίας συνδιαλλαγής. Η ως άνω παρέμβαση, παραδεκτώς ασκήθηκε προφορικά στο ακροατήριο, με δήλωση που καταχωρήθηκε στα πρακτικά, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 54 του πτωχευτικού κώδικα. Αυτή είναι κύρια παρέμβαση, εφόσον η παρεμβαίνουσα αντιδικεί με την πρώτη αιτούσα, αιτούμενη την απόρριψη της αίτησής της (ΑΠ 1076/2002 ΕλλΔνη 2002.1689, ΕφΛαρ.224/2007, ΕφΑθ 6442/2006 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), και είναι νόμιμη, στηριζόμενες στις διατάξεις των άρθρων 68 και 79 ΚΠολΔ και 54 του ΠτωχΚ. Επομένως πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ'ουσίαν, συνεκδικαζόμενη με την ως άνω αίτηση. Επίσης, με προφορική δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου της στο ακροατήριο του Δικαστηρίου αυτού, που καταχωρήθηκε στα οικεία πρακτικά, η αναφερθείσα στην αρχή της παρούσας προσθέτως παρεμβαίνουσα, άσκησε πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της αιτούσας, ζητώντας να γίνει δεκτή η υπό κρίση αίτηση και να διαταχθεί το άνοιγμα συνδιαλλαγής, επικαλούμενη έννομο συμφέρον της, συνιστάμενο στην ύπαρξη απαίτησής της σε βάρος αυτής. Η πρόσθετη αυτή παρέμβαση υπέρ της αιτούσας, παραδεκτώς ασκήθηκε προφορικά στο ακροατήριο, με δήλωση που καταχωρήθηκε στα πρακτικά, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 54 και 752 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων άρθρο 68 και 80 του ΚΠολΔ και πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω και κατ΄ουσίαν, συνεκδικαζόμενη με την αίτηση. 

 

Δικαιώματα μη αποκατασταθέντος πτωχού. 

 

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ   1636/2001

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Ο πτωχεύσας και μη αποκατασταθείς πτωχός, μπορεί να ασκεί μεμονωμένες εμπορικές πράξεις, όπως είναι και η άσκηση επιχείρησης λειτουργίας ιδιωτικών τεχνικών επαγγελματικών σχολών. Δεν αποκτά όμως την εμπορική ιδιότητα και αν ακόμη την επιχείρηση αυτή ασκεί κατά σύνηθες επάγγελμα.

Η κήρυξη της πτώχευσης δεν συνεπάγεται ανικανότητα του πτωχεύσαντος προς δικαιοπραξία, ούτε ανικανότητα αυτού προς διεξαγωγή δικών, οι οποίες αναφέρονται στην μεταπτωχευτική περιουσία, δηλαδή στη μετά την κήρυξη της πτώχευσης αποκτώμενη από τον πτωχεύσαντα περιουσία.

Ο πτωχεύσας νομιμοποιείται ενεργητικώς να ασκήσει αγωγή εναντίον του Δημοσίου για αποζημίωση εξαιτίας παράνομης συμπεριφοράς των οργάνων του Δημοσίου κατά την ενάσκηση της ανατεθειμένης σε αυτά εξουσίας, η οποία έλαβε χώρα μετά το χρόνο κηρύξεως της πτώχευσης και είχε ως αποτέλεσμα την απώλεια κερδών του πτωχεύσαντος από την άσκηση της πιο πάνω εμπορικής επιχείρησης.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ   1636/2001

Απόσπασμα …….3.Κατά το άρθρο 1 του Α.Ν.635/1937 «περί διατάξεων τινων πτωχευτικού δικαίου» «Ο πτωχεύσας από της κηρύξεως της πτωχεύσεως στερείται των δικαιωμάτων α). β).. γ). δ)του ασκείν το εμπορικόν επάγγελμα.». Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το αποτέλεσμα αυτό της κηρύξεως της πτωχεύσεως, ως προς το πρόσωπο του πτωχεύσαντος, αναφέρεται στην ανικανότητα προς κτήση της εμπορικής ιδιότητας και όχι προς ενέργεια μεμονομένων εμπορικών πράξεων. Επομένως, ο πτωχεύσας και μη αποκατασταθείς μπορεί μεν να ασκεί μεμονωμένες εμπορικές πράξεις, όπως είναι και η άσκηση επιχειρήσεως λειτουργίας ιδιωτικών τεχνικών επαγγελματικών σχολών, δεν κτάται, όμως, την εμπορική ιδιότητα και αν ακόμη την επιχείρηση αυτή ασκεί κατά σύνηθες επάγγελμα. Εξάλλου, η κήρυξη της πτωχεύσεως δεν επάγεται ανικανότητα του πτωχεύσαντος προς δικαιοπραξία, ούτε ανικανότητα αυτού προς διεξαγωγή δικών, οι οποίες αναφέρονται στην μεταπτωχευτική περιουσία, δηλαδή στη μετά την κήρυξη της πτωχεύσεως αποκτώμενη από τον πτωχεύσαντα περιουσία (άρθρο 2 παρ.2 Α.Ν.635/1937). Έτσι, ο πτωχεύσας νομιμοποιείται ενεργητικώς να ασκήσει αγωγή εναντίον του Δημοσίου για αποζημίωση εξαιτίας παράνομης συμπεριφοράς των οργάνων του Δημοσίου κατά την ενάσκηση της ανατεθειμένης σε αυτά εξουσίας (άρθρ. 105 Εισ.ΝΑΚ), η οποία έλαβε χώρα μετά το χρόνο κηρύξεως της πτωχεύσεως και είχε ως αποτέλεσμα την απώλεια κερδών του πτωχεύσαντος από την άσκηση της πιο πάνω εμπορικής επιχειρήσεως, διότι η αξίωση αυτή περιλαμβάνεται στην μεταπτωχευτική περιουσία. Στην προκειμένη περίπτωση το εναγόμενο (αναιρεσείων) Ελληνικό Δημόσιο ισχυρίσθηκε: 1) ότι ο ενάγων (αναιρεσίβλητος) δεν νομιμοποιείται ενεργητικώς προς άσκηση της αγωγής (με την οποία ζήτησε να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του εναγομένου προς αποζημίωση για την αναφερόμενη ζημία που υπέστη από την απώλεια κερδών κατά τα έτη 1978-1985, ένεκα παράνομης συμπεριφοράς των οργάνων του), διότι αυτός από το έτος 1975 είχε κηρυχθεί σε κατάσταση πτωχεύσεως και 2) ότι ο ενάγων μετά την κήρυξη της πτωχεύσεώς του προέβη σε εμπορική εκμετάλλευση των σχολών για το μετά το 1975 χρονικό διάστημα μέχρι το 1985 -οπότε αποκαταστάθηκε- και ότι η εμπορική αυτή εκμετάλλευση δεν συνιστά μεμονωμένες εμπορικές πράξεις, την οποία, ως πτωχεύσας δεν εδικαιούτο να ασκήσει και να προβάλλει τις επίδικες αξιώσεις. Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε τα ακόλουθα: α) Ως προς τον πρώτο ισχυρισμό: Τον απέρριψε ως αβάσιμο, με την αιτιολογία ότι η αξίωση αποζημιώσεως πηγάζει από αδικοπρακτική συμπεριφορά των οργάνων του εναγομένου που ανάγεται σε χρόνο μεταγενέστερο της πτωχεύσεως και συγκεκριμένα κατά το έτος 1981 και επομένως αποτελεί κατά νόμον μεταπτωχευτικό περιουσιακό στοιχείο, σχετικά με το οποίο νομιμοποιείται να εναγάγει μόνον ο πτωχεύσας και όχι ο σύνδικος β) Ως προς τον δεύτερο ισχυρισμό: Μετά από ανάλυση και αξιολόγηση των στοιχείων που προέκυψαν από τις αποδείξεις (δέχθηκε), ότι αν δεν είχε μεσολαβήσει η παρανομία των οργάνων του εναγομένου, δηλαδή η παράνομη άρση της άδειας λειτουργίας των σχολών του ενάγοντος, θα είχαν λειτουργήσει μετά πιθανότητος και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, με αποτέλεσμα ο ενάγων να υποστεί αναφερομένη ζημία από την απώλεια κερδών, τα οποία θα απεκέρδαινε αν οι σχολές λειτουργούσαν και ότι η πτώχευση του ενάγοντος σε καμία περίπτωση δεν θα αποτελούσε νόμιμο κώλυμα για τη λειτουργία των σχολών του, δεδομένου ότι η εμπορική ανικανότητα που επάγεται η κήρυξη της πτωχεύσεως για το πρόσωπό του, σύμφωνα με το άρθρο 1δ του Α.Ν. 635/1937, αναφέρεται αποκλειστικά και μόνο στην κτήση απ' αυτού της εμπορικής ιδιότητας και όχι στην ενέργεια μεμονωμένων εμπορικών πράξεων, η άσκηση δε επιχειρήσεως επαγγελματικών σχολών δεν αναφέρεται στις ανικανότητες που προβλέπουν οι υπόλοιπες διατάξεις του άρθρου 1 του Α.Ν. 635/1937, ή άλλες ειδικότερες νομικές διατάξεις. Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την προαναφερόμενη ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1 εδαφ. δ' του Α.Ν.635/1937 και δεν παραβίασε άλλη, ενώ περιέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν δυνατό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή όχι εφαρμογή του νόμου. 

 

Κήρυξη σε πτώχευση του διαθέτοντος  πτωχευτική ικανότητα προσώπου με τις διατάξεις του ν. 3588/2007, άσκηση κύριας και πρόσθετης παρέμβασης.

 

Το διαθέτον πτωχευτική ικανότητα φυσικό ή νομικό πρόσωπο, ευρισκόμενο ενώπιον καταστάσεως «επαπειλούμενης παύσης πληρωμών», δικαιούται, αντί να ζητήσει την κήρυξή του σε πτώχευση, να κάνει χρήση της νέας δυνατότητας που του παρέχει ο νόμος, της υποβολής δηλαδή  αιτήσεως για το άνοιγμα διαδικασίας συνδιαλλαγής, χωρίς να απαιτείται να συντρέχουν οπωσδήποτε οι προϋποθέσεις μιας επαπειλούμενης παύσης πληρωμών, αλλά αρκεί η επίκληση και διαπίστωση μιας οποιασδήποτε, ακόμα και προσωρινής και μερικής, οικονομικής αδυναμίας.

Η αίτηση υποβάλλεται από το πληρούν τις παραπάνω προϋποθέσεις πρόσωπο στο πτωχευτικό δικαστήριο, δηλαδή, το δικαστήριο το οποίο είναι αρμόδιο για την κήρυξη της πτώχευσης, το οποίο εκδικάζει την αίτηση κατά την διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας. Η αίτηση πέρα από τα απαραίτητα στοιχεία οποιουδήποτε δικογράφουπρέπει να περιέχει, α) περιγραφή της οικονομικής κατάστασης του αιτούντος οφειλέτη, β) αναφορά στο μέγεθος και την κοινωνική σημασία της επιχείρησης από άποψη απασχόλησης και γ) τα προτεινόμενα μέτρα χρηματοδότησης του αιτούντος και τα μέσα αντιμετώπισης της κατάστασης της οικονομικής του αδυναμίας.

Πρέπει να επισυνάπτεται σ΄αυτήν, με ποινή απαραδέκτου, γραμμάτιο κατάθεσης 5.000 ευρώ του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων.

Το αρμόδιο κατά τα ανωτέρω δικαστήριο, δικάζοντας την αίτηση και αρκούμενο σε πιθανολόγηση του βασίμου της αίτησης, της σκοπιμότητας της αιτούμενης συνδιαλλαγής, αφενός μεν αποφασίζει το άνοιγμα της διαδικασίας, αφετέρου δε ορίζει «μεσολαβητή» από τον κατάλογο των πραγματογνωμόνων, για περίοδο όχι μεγαλύτερη των δύο μηνών, την οποία πάντως, με αίτηση του ίδιου του μεσολαβητή μπορεί να παρατείνει άπαξ μόνο, για έναν ακόμα μήνα, προκειμένου αυτός να φέρει σε πέρας το έργο.

Με την ίδια απόφαση το πτωχευτικό δικαστήριο, μπορεί να διατάξει οποιοδήποτε εξασφαλιστικό μέτρο κρίνει αναγκαίο για να αποτραπεί κάθε επιζήμια για τους πιστωτές μεταβολή της περιουσίας του οφειλέτη, ή μείωση της αξίας της και ιδίως α) να απαγορεύσει οποιαδήποτε διάθεση περιουσιακού στοιχείου από τον οφειλέτη ή προς αυτόν, β) να διατάξει την αναστολή των ατομικών διώξεων των πιστωτών και γ) να ορίσει μεσεγγυούχο. Τα ως άνω διατασσόμενα μέτρα ισχύουν μέχρι την έκδοση απόφασης που επικυρώνει τη διαδικασία συνδιαλλαγής, ή σε περίπτωση που δεν επιτευχθεί συμφωνία, μέχρι την έκδοση της απόφασης του Δικαστηρίου, που κηρύσσει τη λύση της διαδικασίας συνδιαλλαγής.

Η κύρια παρέμβαση και η πρόσθετη παρέμβαση ασκούνται προφορικά στο ακροατήριο με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου στα πρακτικά.

Η παρέμβαση έχει τον χαρακτήρα της πρόσθετης παρέμβασης, όταν με την παρέμβαση ζητείται η αποδοχή της αίτησης.

Δεν επιτρέπεται λήψη προληπτικών μέτρων, που απαγορεύουν κάθε μέτρο ατομικής ή συλλογικής εκτέλεσης σε βάρος των εγγυητών και συνοφειλετών του  οφειλέτη, γιατί, εφόσον τα προληπτικά μέτρα διατάσσονται από το δικαστήριο για να αποτραπεί κάθε επιζήμια για τους πιστωτές μεταβολή της περιουσίας του οφειλέτη ή μείωση της αξίας της, μέχρι να δημοσιευθεί η επικυρωτική της συμφωνίας συνδιαλλαγής απόφαση, δεν μπορεί το δικαστήριο να διατάξει γι' αυτούς (τους εγγυητές-συνοφειλέτες), οι οποίοι δεν μπορούν να υπαχθούν σε διαδικασία συνδιαλλαγής μαζί με τον οφειλέτη υπέρ του οποίου εγγυήθηκαν, προληπτικά μέτρα. Μόνο η τυχόν επικύρωση της συμφωνίας συνδιαλλαγής θα επιφέρει εκ του νόμου αναστολή των μέτρων αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος και των εγγυητών (ΠολΠρΘεσ 13928/2010).

Αναζήτηση

Χρίστος Καραμπάγιας | Μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών