ΣΥΜΒΑΣΕΙΣ

 

Υπαναχώρηση εργοδότη από την σύμβαση μίσθωσης έργου.

 

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ   1031/2004

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Εφ όσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις με την δήλωση του εργοδότη προς τον εργολάβο, ότι υπαναχωρεί από τη μεταξύ τους σύμβαση μίσθωσης έργου, η τελευταία καταργείται αναδρομικά, από τη στιγμή δηλαδή της κατάρτισής της, από την οποία, αυτοδικαίως, διαλύεται η νομική σχέση που τους συνέδεε. Επέρχεται απόσβεση των υποχρεώσεών τους για παροχές από την εν λόγω σύμβαση και δημιουργείται υποχρέωση αυτών να αποδώσουν αμοιβαίως τις παροχές που έλαβαν, κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ   1031/2004

Απόσπασμα…….IV. Με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης, αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι δηλαδή αυτό διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση αντιφατικές αιτιολογίες, με το να δεχθεί, αφενός μεν, ότι η αναιρεσείουσα, που υπαναχώρησε από την αναφερόμενη στην ίδια απόφαση σύμβαση μίσθωσης έργου, μεταξύ αυτής (εργοδότριας) και του αναιρεσιβλήτου, από υπαιτιότητα του τελευταίου, δικαιούται το ποσό που είχε προκαταβάλει σε αυτόν ως αμοιβή, αφετέρου δε, ότι και ο αναιρεσίβλητος δικαιούται μέρος αμοιβής αντίστοιχο προς την αξία του έργου που είχε εκτελέσει μέχρι την υπαναχώρηση (μειωμένη, όπως αναφέρεται παρακάτω) και, έτσι, να δεχθεί ως βάσιμες κατ ουσίαν τόσο την αγωγή (εν όλω), όσο και την ανταγωγή (εν μέρει). Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι οι παραδοχές (αιτιολογίες) αυτές δεν αντιφάσκουν μεταξύ τους, αφού, κατά τα και παρακάτω επίσης αναφερόμενα, μετά την υπαναχώρηση, και οι δύο διάδικοι (άρα και ο αναιρεσίβλητος) είχαν δικαίωμα ο καθένας σε επιστροφή της παροχής του, κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό (ανεξάρτητα από το ότι, όπως επίσης παρακάτω αναφέρεται, η ανταγωγή δεν περιέχει βάση από τις εν λόγω διατάξεις), και, συνεπώς, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην αποδιδόμενη σε αυτό, με τον παραπάνω λόγο, πλημμέλεια. V. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 686 εδ. α 387 παρ. 2, 389 παρ.2 και 390 ΑΚ, προκύπτει ότι, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις της πρώτης από αυτές, με τη δήλωση του εργοδότη προς τον εργολάβο, ότι υπαναχωρεί από τη μεταξύ τους σύμβαση μίσθωσης έργου, η τελευταία καταργείται αναδρομικά (EX TUNC), από τη στιγμή δηλαδή της κατάρτισής της, από την οποία, αυτοδικαίως, διαλύεται η νομική σχέση που τους συνέδεε, επέρχεται απόσβεση των υποχρεώσεών τους για παροχές από την εν λόγω σύμβαση και δημιουργείται υποχρέωση αυτών να αποδώσουν αμοιβαίως τις παροχές που έλαβαν, κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό (ΑΠ 1227/1995, ΑΠ 348/1994). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα εργοδότρια υπαναχώρησε νόμιμα από τη σύμβαση μίσθωσης έργου, που τη συνέδεε με τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο εργολάβο, και δέχθηκε την αγωγή αυτής κατά του τελευταίου, κατά την πρώτη και κύρια βάση της, από τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό για επιστροφή μέρους της συμφωνημένης αμοιβής αυτού, που του είχε προκαταβάλει, ταυτόχρονα, όμως, δέχθηκε, ως στηριζόμενη στις ίδιες διατάξεις, κατ εκτίμηση της προσβαλλόμενης απόφασης, και την ανταγωγή του αναιρεσιβλήτου κατ αυτής, για καταβολή μέρους της αμοιβής του, αντίστοιχου προς την αξία του έργου που αυτός είχε ήδη εκτελέσει, η οποία, όμως, ως μοναδική βάση, έχει την παραπάνω σύμβαση και τις σχετικές με αυτή διατάξεις (άρθρα 681, 683, 694 ΑΚ), δεν περιέχει δε και βάση από τις διατάξεις των άρθρων 904 επ. ΑΚ, επί των οποίων και μόνο θα μπορούσε να θεμελιωθεί, ενόψει της αναδρομικής, με την υπαναχώρηση, κατάργησης (διάλυσης) της σύμβασης. Δηλαδή το Εφετείο δέχθηκε βάση της ανταγωγής μη περιεχόμενη στις προτάσεις του εναγομένου-αντενάγοντος, με τις οποίες αυτή ασκήθηκε, όπως προκύπτει από αυτές, υποπίπτοντας, έτσι, στην πλημμέλεια από τον αριθμό 8 περ. α του άρθρου 559 (βλ. ΑΠ 343/2004, ΑΠ 1185/1993, ΑΠ 50/1992). Επομένως, ο τρίτος, αληθώς από την παραπάνω διάταξη (και όχι από τις αναγραφόμενες στο αναιρετήριο διατάξεις των αριθμών 1 και 19 του ίδιου άρθρου), λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια αυτή, είναι βάσιμος. VI. Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο έκρινε ότι η αγωγή είναι νόμιμη και κατά τις δύο βάσεις της (κύρια, από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό και επικουρική, από την αδικοπραξία), τη δέχθηκε όμως κατ ουσίαν, όπως προαναφέρθηκε, μόνο κατά την κύρια βάση της, με την οποία ζητήθηκε μόνο η επιστροφή του μέρους της αμοιβής του αναιρεσιβλήτου, που του είχε προκαταβάλει η αναιρεσείουσα (2.800.000 δρχ.), όχι δε και το ποσό τόκων, από 248.750 δρχ., που η τελευταία ζήτησε ως αποζημίωση με την επικουρική βάση, στης οποίας την ουσιαστική έρευνα δεν εισήλθε αυτό. Έτσι, δεν υπέπεσε αυτό στην πλημμέλεια από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που μόνο πράγματι του αποδίδεται με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης (παρά την αναγραφή στο αναιρετήριο και του αριθμού 17 του ίδιου άρθρου), ότι δηλαδή άφησε αδίκαστο το αίτημα της αγωγής, για την καταβολή του τελευταίου αυτού ποσού, και, συνακόλουθα, ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

 

Σύναψη σύμβασης συμβιβασμού, φανερή, λανθάνουσα ασυμφωνία.

 

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ  1027/2009

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Η σύμβαση του συμβιβασμού συνάπτεται με συμφωνία των μερών για όλους τους όρους, που αναφέρονται στη διάλυση της μεταξύ τους έριδας ή αβεβαιότητας.

Αν δεν υπάρχει πλήρης συμφωνία η σύμβαση δεν έχει καταρτισθεί. Ωστόσο, εφόσον υπάρχει φανερή ασυμφωνία επί επουσιωδών σημείων, δηλαδή τα μέρη τελούν εν γνώσει του γεγονότος ότι δεν συμφώνησαν στα ανωτέρω επουσιώδη σημεία, η σύμβαση θεωρείται ότι δεν καταρτίστηκε μόνον "σε περίπτωση αμφιβολίας. 

Αν τα μέρη παρά την ασυμφωνία σε κάποιο επουσιώδες σημείο άρχισαν να εκπληρώνουν τη σύμβαση,  ή με μεταγενέστερη συμφωνία προσδιόρισαν το επουσιώδες σημείο, θεωρείται ότι έχει συναφθεί η σύμβαση συμβιβασμού.

Η φανερή ασυμφωνία διακρίνεται της λανθάνουσας ασυμφωνίας. Λανθάνουσα ασυμφωνία  (παρανόηση) υπάρχει όταν τα μέρη πιστεύουν ότι συμφώνησαν σε όλα τα σημεία και ότι η σύμβαση έχει συναφθεί, αλλά στην πραγματικότητα δεν έχουν συμφωνήσει σε ορισμένο ή ορισμένους όρους, οπότε, εφόσον πρόκειται περί επουσιώδους όρου, γίνεται δεκτό ότι συνήφθη η σύμβαση, εφόσον, κατά την υποθετική βούληση των μερών, αυτή θα καταρτιζόταν έστω και χωρίς να αποφασίσουν τα μέρη για το συγκεκριμένο όρο.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ  1027/2009

Απόσπασμα………Από τη διάταξη του άρθρου 871 Α.Κ. συνάγεται ότι προϋπόθεση του συμβιβασμού είναι, πλην άλλων, και η συμφωνία των ενδιαφερομένων για τον τερματισμό της μεταξύ τους φιλονικίας ή αβεβαιότητας ως προς κάποια έννομη σχέση, με αμοιβαίες υποχωρήσεις. Η ΑΚ 871 χαρακτηρίζει ρητώς τον συμβιβασμό ως σύμβαση. Επομένως, σύμφωνα και με τις διατάξεις των άρθρων 189, 191 παρ. 2, 195 του ΑΚ, που ισχύουν γενικά επί συμβάσεων, για να συναφθεί η σύμβαση του συμβιβασμού απαιτείται να υπάρχει συμφωνία των μερών για όλους τους όρους που αναφέρονται στη διάλυση της μεταξύ τους έριδας ή αβεβαιότητας. Δηλαδή η πρόταση και η αποδοχή πρέπει να καλύπτονται αμοιβαίως σε όλα τα σημεία τους ακόμη και στα επουσιώδη. Αν δεν υπάρχει τέτοια πλήρης κάλυψη η σύμβαση δεν έχει καταρτισθεί. Ωστόσο, εφόσον υπάρχει φανερή ασυμφωνία επί επουσιωδών σημείων, δηλαδή τα μέρη τελούν εν γνώσει του γεγονότος ότι δεν συμφώνησαν στα ανωτέρω επουσιώδη σημεία, η σύμβαση θεωρείται ότι δεν καταρτίστηκε μόνον "σε περίπτωση αμφιβολίας" κατά τον ερμηνευτικό κανόνα του άρθρου 195 του ΑΚ. Τούτο σημαίνει ότι η σύμβαση θεωρείται καταρτισθείσα προκύπτει ότι τα μέρη δεν εξάρτησαν τη σύναψή της από την επίτευξη συμφωνίας επί των σημείων τούτων. Τέτοια θέληση για σύναψη της σύμβασης θεωρείται συνήθως υφιστάμενη όταν και τα δύο μέρη εν γνώσει της ελλείπουσας συμφωνίας σε κάποιο επουσιώδες σημείο άρχισαν να εκπληρώνουν τη σύμβαση ή όταν με μεταγενέστερη συμφωνία προσδιόρισαν και το επουσιώδες σημείο. Η φανερή ασυμφωνία, περί της οποίας το άνω άρθρο 195 ΑΚ, διακρίνεται της λανθάνουσας (παρανόησης), η οποία υπάρχει όταν τα μέρη πιστεύουν ότι συμφώνησαν σε όλα τα σημεία και ότι η σύμβαση έχει συναφθεί, αλλά στην πραγματικότητα δεν έχουν συμφωνήσει σε ορισμένο ή ορισμένους όρους, οπότε, κατά τον ερμηνευτικό κανόνα του άρθρου 196 ΑΚ, εφόσον πρόκειται περί επουσιώδους όρου, γίνεται δεκτό ότι συνήφθη η σύμβαση, εφόσον, κατά την υποθετική βούληση των μερών, αυτή θα καταρτιζόταν έστω και χωρίς να αποφασίσουν τα μέρη για το συγκεκριμένο όρο. 

 

Παραγραφή αξίωσης αμοιβής franchiser από σύμβαση δικαιόχρησης.

 

ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ  1337/2006

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Η αξίωση της συμβατικά καθορισθείσας αμοιβής του franchiser από σύμβαση δικαιόχρησης (franchising) κατά του franchisee, σαν παραχώρηση εκ μέρους του πρώτου προς τον δεύτερο του δικαιώματος εκμετάλλευσης της εμπορίας προϊόντων ή υπηρεσιών έναντι οικονομικού ανταλλάγματος υπόκειται σε 20ετή παραγραφή.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ  1337/2006

Απόσπασμα…….Όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 250 περ. 1 ΑΚ, σε 5ετή παραγραφή υπάγονται και οι αξιώσεις των εμπόρων, των βιομηχάνων και των χειροτεχνών, για εμπορεύματα που χορήγησαν, για την εκτέλεση εργασιών και για την επιμέλεια υποθέσεων άλλων, καθώς και για τις δαπάνες που έκαναν. Από τη διατύπωση της παραπάνω διάταξης καθίσταται σαφές ότι η περιγραφή των συγκεκριμένων απαιτήσεων, που κοινό παρονομαστή έχουν την αξίωση από καταβολή τιμήματος ή αμοιβής, αντίστοιχα, για την επαγγελματική δραστηριότητα των παραπάνω επαγγελματιών και την απόδοση των δαπανών τους στα πλαίσια εξάσκησής της, έχει σαφώς περιοριστικό χαρακτήρα, άλλου δε είδους και μορφής απαιτήσεις των παραπάνω επαγγελματιών υπόκεινται στην 20ετή παραγραφή του άρθρου 249 ΑΚ (πρβλ. ΟλΑΠ 824/1977, ΝοΒ 26/ 672, ΕφΑθ 5358/1979). Κανένα από τα στοιχεία των παραπάνω αξιώσεων δεν υπάρχει στην αξίωση της συμβατικά καθορισθείσας αμοιβής του franchiser («δότη») από σύμβαση δικαιόχρησης (franchising) κατά του franchisee («λήπτη»), έτσι όπως η παραπάνω σύμβαση καθορίζεται από το άρθρο 1 του 4087/1988 Κανονισμού της Επιτροπής ΕΚ σε συνδ. με τα άρθρα 361, 681, 741 ΑΚ, σαν παραχώρηση εκ μέρους του πρώτου προς τον δεύτερο του δικαιώματος εκμετάλλευσης της εμπορίας προϊόντων ή υπηρεσιών έναντι οικονομικού ανταλλάγματος (αποζημίωσης), καθώς το τελευταίο επ' ουδενί δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί σαν «αμοιβή» ή «τίμημα» για υπηρεσίες ή εμπόρευμα που ο «δότης» παρέσχε στο «λήπτη». Υπόκειται λοιπόν η σχετική αξίωση στην 20ετή παραγραφή του άρθρου 249 ΑΚ. 

 

Εκχώρηση επιταγών στην σύμβαση πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων (factoring).

 

ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΠΑΤΡΩΝ    576/2003

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Στην σύμβαση πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων (factoring), όταν οι σχετικές απαιτήσεις υλοποιούνται με επιταγές, που μεταβιβάζονται με εκχώρηση, η ανακόπτουσα, ως υπόχρεη των απαιτήσεων από τις επιταγές, δικαιούται να προτείνει όλες τις ενστάσεις, όπως είναι η έλλειψη χρέους, που είχε κατά το εκχωρητή πριν από την αναγγελία κατά της εκδοχέως.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΠΑΤΡΩΝ    576/2003

Απόσπασμα……Η ανακόπτουσα εκθέτει ότι, ως λειτουργούσα κατάστημα πωλήσεως καινούργιων και μεταχειρισμένων φωτογραφικών μηχανημάτων, την 6.12.2001 συμφώνησε με την εταιρία με την επωνυμία…..να αγοράσει από την τελευταία μεταχειρισμένα φωτοαντιγραφικά μηχανήματα…..η αξία των οποίων προϋπολογίστηκε στο ποσό των 26.118,75 ευρώ, με την υποχρέωση να τα παραδώσει έως 20.2.2002. Στα πλαίσια της συμφωνίας αυτής, η ανακόπτουσα παρέδωσε στην αντισυμβαλλομένη της, ως εγγύηση για την πληρωμή των εμπορευμάτων, τις αναφερόμενες στην ανακοπή τέσσερις μεταχρονολογημένες επιταγές. 'Οτι η ως άνω εταιρία δεν ανταποκρίθηκε στις συμβατικές της υποχρεώσεις, μη αποστέλλοντας στην ανακόπτουσα τα παραγγελθέντα εμπορεύματα. 'Οτι με την από 9.1.2002 αναγγελία εκχώρησης απαιτήσεων, η καθής η ανακοπή εταιρία Πρακτορείας Επιχειρηματικών Απαιτήσεων (factoring), γνωστοποίησε σ' αυτήν ότι η εταιρία……συνήψε με αυτήν (καθής), την υπ' αριθμ…..σύμβαση πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων, σε εκτέλεση της οποίας εκχώρησε στην καθής τις απαιτήσεις κατά της ίδιας (ανακόπτουσας). 'Οτι οι ενλόγω απαιτήσεις προέρxονταν από τιμολόγια που εκδόθηκαν εικονικά από την εταιρία……Οτι τις ανωτέρω επιταγές οπισθογράφησε η προαναφερόμενη εταιρία προς την καθής, η οποία έγινε νόμιμη κομίστριά τους δυνάμει της ως άνω συναφθείσας σύμβασης πρακτορείας και σύμφωνα με τις προϋποθέσεις των διατάξεων του ν. 1905/90 περί πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων (factoring), ο οποίος προβλέπει την εκχώρηση ως τρόπο μεταβίβασης των απαιτήσεων αυτών. Ζητεί δε η ανακόπτουσα να ακυρωθεί η πιο πάνω διαταγή πληρωμής, για τον λόγο ότι, εφόσον οι ένδικες επιταγές αποκτήθηκαν από την καθής με εκχώρηση, αυτή, ως οφειλέτης των εκχωρηθεισών απαιτήσεων από την επιταγή και τη βασική σχέση (πώληση), έχει δικαίωμα σύμφωνα με την ΑΚ 463 να αντιτάξει κατ' αυτής, ως εκδοχέως των απαιτήσεων αυτών, την προσωπική ένσταση περί έλλειψης χρέους που είχε κατά της εκχωρήτριας εταιρίας…..από τη βασική σχέση τους (πώληση) ήδη πριν από την αναγγελία της. Ο λόγος αυτός είναι νόμιμος, εφόσον η ανακόπτουσα, ως υπόχρεη των απαιτήσεων από τις επιταγές, δικαιούται να προτείνει όλες τις ενστάσεις, όπως είναι εδώ η έλλειψη χρέους που είχε κατά το εκχωρητή πριν από την αναγγελία, κατά της εκδοχέως, η οποία δεν καλύπτεται από όλες τις ευεργετικές διατάξεις του δικαίου της επιταγής, δηλ. εκείνες των άρθρων 19, 21 και 22 ν. 5960/1933 (βλ. γνωμοδότηση Κιάντου-Παμπούκη, ΕλλΔνη 30.914 επ.). Στηρίζεται δε στις διατάξεις των άρθρων 454, 455, 460, 463 AK και 1 του ν. 1905/90. Πρέπει επομένως να εξεταστεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική βασιμότητά του.Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης, που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα πρακτικά συνεδρίασής του και από όλα τα έγγραφα που νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, αποδείχθηκαν τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά. Την 6.12.2001 η ανακόπτουσα, που διατηρεί κατάστημα πωλήσεως καινούργιων και μεταχειρισμένων φωτοαντιγραφικών μηχανημάτων, συμφώνησε την αγορά τέτοιων προϊόντων από την εταιρία εισαγωγής με την επωνυμία…..εκδίδοντας σε διαταγή της ως άνω εταιρίας και παραδίδοντάς της τέσσερις μεταχρονολογημένες επιταγές συνολικού ύψους 26.118,74 ευρώ με ημερομηνία λήξεως 30.3.2002, 30.4.2002, 15.6.2002 και 30.6.2002 εκάστη εξ αυτών, χάριν καταβολής του συνολικού τιμήματος των παραγγελθέντων εμπορευμάτων, για τις οποίες εκδόθηκε η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής. Η καθής, με την από 9.1.2002 "αναγγελία εκχωρήσεως απαιτήσεων", την οποία κοινοποίησε στην ανακόπτουσα στις 17.1.2002, της γνωστοποίησε ότι με την εταιρία με την επωνυμία…..είχε συνάψει την υπ' αριθμ. …..σύμβαση πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων (factoring), σε εκτέλεση της οποίας η τελευταία εξεχώρησε τις απαιτήσεις και τις σχετικώς εκδοθείσες από την ανακόπτουσα επιταγές, που αναφέρονται ως άνω. Στην πραγματικότητα, οι επιταγές αυτές μεταβιβάστηκαν στην καθ ης με οπισθογράφηση, η οποία αποτελεί τον πλέον πρόσφορο και συνήθη τρόπο μεταβίβασης των ενλόγω αξιόγραφων, εφόσον αυτή (οπισθογράφηση) επιτυγχάνει αποτελεσματικά τον προορισμό των αξιογράφων στις συναλλαγές. Σκοπός της μεταβίβασης των επιταγών ήταν η εξασφάλιση της καθ ης έναντι της προμηθεύτριας εταιρίας από την προεξόφληση των εκχωρηθεισών επιχειρηματικών απαιτήσεων της τελευταίας. Συνεπώς η ανακόπτουσα δεν μπορεί να αντιτάξει κατά των απαιτήσεων της καθ ης από τις ένδικες επιταγές την ένσταση της έλλειψης χρέους, η οποία στηρίζεται στη βασική σχέση (πώληση) με την προμηθεύτρια εταιρία-προηγούμενη κομίστρια, εφόσον περιορίζεται από την αρχή του απροβλήτου των προσωπικών ενστάσεων (άρθρο 22 του ν. 5960/1933). Τέλος, οι ισχυρισμοί της ανακόπτουσας ότι η καθ ης κατέβαλε κάθε φροντίδα προκειμένου να εξασφαλίσει και να διαπιστώσει το έγκυρο της δοσοληψίας μεταξύ της ανακόπτουσας και της προμηθεύτριας, δεν προδίδει γνώση της για την ανυπαρξία απαιτήσεως μεταξύ των ως άνω μερών, ούτε θέλησή της να βλάψει με την κτήση των επιταγών την εκδότρια. Τα στοιχεία αυτά αποτελούν, ωστόσο, τις προϋποθέσεις κάμψης της αρχής του απροβλήτου των προσωπικών ενστάσεων του ως άνω άρθρου, το οποίο (άρθρο 22) έχει εφαρμογή και στην περίπτωση που συμμεταβιβάζονται οι απαιτήσεις από τη βασική σχέση και την επιταγή, όπως συμβαίνει στην κρινόμενη περίπτωση με τη σύμβαση factoring (βλ. Μάρκου, Δίκαιο Επιταγής, Γ' έκδοση, άρθρο 22 παρ. 2, σελ. 211 και ad hoc Μάρκου, Δίκαιο Συναλλαγματικής, Γ' έκδοση, άρθρο 17 κεφ. 1 παρ. 1 υποπαρ. δ', στ', σελ. 209 και 210). Πρέπει επομένως να απορριφθεί η ένδικη ανακοπή ως ουσιαστικά αβάσιμη και να καταδικαστεί η ηττημένη ανακόπτουσα στα δικαστικά έξοδα της καθ ης. 

 

Καταγγελία για σπουδαίο λόγο σύμβασης δικαιόχρησης (franchising).

 

ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ   5361/2006

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Η σύμβαση δικαιόχρησης (franchising) είτε αορίστου είτε ορισμένου χρόνου, πέραν των άλλων, λύνεται με καταγγελία για σπουδαίο λόγο.

Ο σπουδαίος λόγος πρέπει να βρίσκεται κυρίως στη σφαίρα των σχέσεων του προσώπου ή του κινδύνου του αντισυμβαλλομένου και όχι αποκλειστικά του καταγγέλλοντος, εκτός της περιπτώσεως της απρόοπτης μεταβολής των συνθηκών.

Δεν απαιτείται υπαιτιότητα εκείνου τον οποίο αφορά ο λόγος της καταγγελίας. Τα περιστατικά, που συνιστούν το σπουδαίο λόγο, πρέπει να επακολουθήσουν της σύναψης της σύμβασης.

Όποιος προβαίνει σε έκτακτη καταγγελία της σύμβασης πράττει τούτο με δικό του κίνδυνο, καθόσον, αν κριθεί από το δικαστήριο ότι δεν είναι αληθινός ο λόγος ή δεν είναι σοβαρός, η καταγγελία δεν επιφέρει τη λύση της σύμβασης, η οποία παραμένει ισχύουσα και ο καταγγείλας καθίσταται υπερήμερος οφειλέτης της δικής του παροχής και υπερήμερος δανειστής ως προς την παροχή του ετέρου.

Αν ο σπουδαίος λόγος αποδειχθεί μη αληθινός, τότε δεν είναι δυνατόν να ισχύει η έκτακτη καταγγελία κατά μετατροπή σαν τακτική. Αντιθέτως, αν αποδειχθούν ουσιαστικώς αληθινά τα περιστατικά που επικαλέστηκε ο καταγγείλας τη σύμβαση και κριθεί από το δικαστήριο ότι αυτά δεν αποτελούν σπουδαίο λόγο, τότε δεν αποκλείεται η μετατροπή της καταγγελίας σε τακτική, αν διαπιστώνεται ότι τέτοια υποθετική βούληση συνίσταται ή οφείλεται στην υπαίτια αθέτηση της σύμβασης, οπότε ο αθετήσας υποχρεούται στην καταβολή αποζημίωσης.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ   5361/2006

Με την από 5.6.2002 αγωγή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα και εφεσίβλητος εταιρία ΑΕΒΕ, με έδρα την Αθήνα, εξέθετε ότι διατηρεί στην Ελλάδα επιχείρηση εισαγωγής, εξαγωγής και εμπορίας διαφόρων ειδών διακοσμητικών ειδών εσωτερικού χώρου, χριστουγεννιάτικων διακοσμητικών και γενικώς ειδών οικιακού εξοπλισμού, τα διαθέτει δε στην Ελληνική και Ευρωπαϊκή αγορά με τη μορφή της χονδρικής ή λιανικής πώλησης, χρησιμοποιώντας τον επιχειρηματικό τίτλο και το εμπορικό σήμα «...». Ότι με το από 17.3.2000 ιδιωτικό συμφωνητικό κατάρτισε στην Αθήνα, με την πρώτη εναγομένη ομόρρυθμη εταιρία εδρεύουσα στα Χανιά Κρήτης, της οποίας ομόρρυθμοι εταίροι είναι οι λοιποί εναγόμενοι, η δε τέταρτη τούτων είναι και νόμιμη εκπρόσωπος της πρώτης, σύμβαση δυνάμει της οποίας παραχώρησε σε αυτήν (την πρώτη εναγομένη) για επτά (7) χρόνια το δικαίωμα να διαθέτει αποκλειστικά από το κατάστημα της τα προϊόντα της (της ενάγουσας) και να κάνει χρήση του επιχειρηματικού (διακριτικού) τίτλου της και του εμπορικού της σήματος….για λιανική πώληση στην περιοχή του νομού Χανίων, σύμφωνα με τους στο άνω συμφωνητικό όρους και συμφωνίες. Ότι, παρά το γεγονός ότι η ενάγουσα εκπλήρωνε όλες τις υποχρεώσεις της από την άνω μεταξύ των διαδίκων σύμβαση, η πρώτη εναγομένη παραβίασε κατ' επανάληψη τις από την ίδια σύμβαση υποχρεώσεις της έναντι της ενάγουσας, κατά τα λεπτομερώς στην αγωγή εκτιθέμενα, με αποτέλεσμα να εξαναγκασθεί η ενάγουσα να καταγγείλει την άνω σύμβαση, με την από 11.12.2001 εξώδικη δήλωση της, που κοινοποιήθηκε στην πρώτη εναγομένη στις 19.12.2001. Ότι, στο πλαίσιο της άνω σύμβασης, είχε συμφωνηθεί μεταξύ της ενάγουσας και της πρώτης εναγομένης άτυπα η τήρηση αλληλόχρεου λογαριασμού, στον οποίο θα άγονταν ως χρεώσεις η αξία των τιμολογίων που η ενάγουσα θα εξέδιδε στο όνομα της πρώτης εναγομένης για τα εμπορεύματα που θα προμήθευε αυτήν και ως πιστώσεις οι πληρωμές των τιμολογίων αυτών στις οποίες η τελευταία θα προέβαινε με σκοπό να εξοφλείται με την παραβολή των κονδυλίων πιστοχρέωσης το κατάλοιπο. Ότι με την παραπάνω καταγγελία της από 17.3.2000 σύμβασης, κατήγγειλε και τον αλληλόχρεο λογαριασμό, που έκλεισε οριστικά. Ότι κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ 13.6.2000 και 19.2.2001 ο ως άνω αλληλόχρεος λογαριασμός, που τηρήθηκε με αριθμό 34818, παρουσίασε την λεπτομερώς στην αγωγή αναφερόμενη κίνηση. Ότι κατά το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού αυτού στις 19.12.2001 το χρεωστικό υπόλοιπο σε βάρος της πρώτης εναγομένης ανήλθε στο ποσό των 2.595.528 δραχμών, ήτοι 7.617,10 ευρώ, το οποίο η εναγομένη δεν εξόφλησε, παρά τις σχετικές οχλήσεις. Ότι, άλλως, το ποσόν αυτό αντιστοιχεί σε υπόλοιπο τιμήματος των λεπτομερώς στην αγωγή αναφερόμενων πωληθέντων και παραδοθέντων στην πρώτη εναγόμενη εμπορευμάτων, το οποίο αυτή δεν εξόφλησε και εξακολουθεί να οφείλει, παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις. Ότι η μη εξόφληση του άνω ποσού, το οποίο αφορά σε εκπλήρωση εμπορικής αιτίας, δεν οφείλεται σε οικονομική αδυναμία των εναγομένων, αλλά σε δυστροπία τους. Με το ιστορικό αυτό, η ενάγουσα ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, ευθυνόμενοι αλληλεγγύως και εις ολόκληρο, να της καταβάλουν το άνω ποσό με το νόμιμο τόκο από το κλείσιμο του άνω λογαριασμού, άλλως από την επίδοση της αγωγής. Ζήτησε, επίσης, να απαγγελθεί προσωπική κράτηση κατά των δευτέρου, τρίτης και τετάρτης των εναγομένων, ως μέσον αναγκαστικής εκτέλεσης της απόφασης λόγω της εμπορικότητας της διαφοράς, της εμπορικής ιδιότητας τούτων και των λοιπών συνθηκών. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η εκκαλουμένη, η οποία, αφού έκρινε ως νόμιμη και ορισμένη την αγωγή, δέχθηκε αυτήν ως ουσιαστικά βάσιμη εκτός από το αίτημα περί απαγγελίας προσωπικής κράτησης, που απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμο. Κατά της απόφασης αυτής παραπονούνται ήδη οι διάδικοι με τις κρινόμενες εφέσεις τους και για τους σε αυτές λόγους που ανάγονται σε εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων, ζητώντας την εξαφάνιση της εκκαλουμένης, προκειμένου κατά τους εναγομένους να απορριφθεί η αγωγή στο σύνολο της, κατά δε την ενάγουσα να γίνει δεκτή αυτή και κατά το αίτημα της προσωπικής κράτησης. Κατά τις διατάξεις του Κανονισμού 4087/88 της Επιτροπής ΕΟΚ, που εκδόθηκε σε εκτέλεση του άρθρου 85 παρ. 3 της ΣυνθΕΟΚ, ως Franchise νοείται το σύνολο των δικαιωμάτων βιομηχανικής ή πνευματικής ιδιοκτησίας που αφορούν εμπορικά σήματα και επωνυμίες, πινακίδες καταστημάτων, πρότυπα χρήσης, σχέδια, δικαιώματα αντιγραφής, τεχνογνωσίες ή διπλώματα ευρεσιτεχνίας προς εκμετάλλευση για τη μεταπώληση προϊόντων ή την παροχή υπηρεσιών σε τελικούς χρήστες. Ως συμφωνία Franchise δε νοείται η σύμβαση με την οποία μία επιχείρηση, ο δικαιοπάροχος (Franchisor) παραχωρεί στην άλλη, τον δικαιοδόχο (Franchisee), έναντι άμεσου ή εμμέσου οικονομικού ανταλλάγματος, το δικαίωμα εκμετάλλευσης του Franchise, με σκοπό την εμπορία συγκεκριμένου τύπου προϊόντων ή υπηρεσιών. Οι συμφωνίες Franchising, που από οικονομική άποψη αποτελούν μέθοδο marketing, η οποία συνίσταται στη συνεργασία μεταξύ ανεξαρτήτων επιχειρήσεων και βασίζεται στη χρήση ενός κοινού διακριτικού γνωρίσματος και στην κατά ομοιόμορφο τρόπο εκμετάλλευση ενός συνόλου ειδικών γνώσεων για τη λιανική πώληση προϊόντων ή υπηρεσιών, είναι μικτές συμβάσεις. Δηλαδή ο' αυτές απαντώνται στοιχεία περισσότερο συμβάσεων που συνάπτονται με βάση τη αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων του άρθρου 361 ΑΚ, διέπονται δε από τους κανόνες που ρυθμίζουν το τμήμα της σύμβασης η οποία προέχει στην όλη συμβατική σχέση, ενώ οι κανόνες που διέπουν τα υπόλοιπα τμήματα της σύμβασης εφαρμόζονται συμπληρωματικά. Επιπλέον, οι συμβάσεις αυτές δεν παρεμποδίζουν τον ανταγωνισμό και δεν αντίκεινται στις διατάξεις των άρθρων 85 και 86 της Συνθήκης ΕΟΚ και του ν. 703/1977, όπως τροποποιήθηκε με τους ν. 1934/1991, 2000/1991 και 2296/1995, εκτός αν επέρχεται απαγορευμένη συγκέντρωση επιχειρήσεων, ή συνιστούν κατάχρηση δεσπόζουσας θέσης στην αγορά, οπότε είναι άκυρες (ΕφΠατρ 150/2000, ΔΕΕ 2000.890, Εφθεσ 1043/1998, ΔΕΕ 1998.491, Επιτροπή Ανταγωνισμού 252/95 ΔΕΕ 5(1995)396). Περαιτέρω, οι διαρκείς συμβάσεις είτε αορίστου είτε ορισμένου χρόνου λύνονται, εκτός άλλων, και με καταγγελία για σπουδαίο λόγο. Τούτο συνάδει προς τη γενική αρχή του δικαίου που συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρων 281, 288, 588, 672 και 766 ΑΚ, σύμφωνα με την οποία επιτρέπεται σε κάθε περίπτωση να καταγγελθεί μια διαρκής ενοχική σχέση για σπουδαίο λόγο. Τέτοιο λόγο, εάν τα περιστατικά που τον συνιστούν δεν καθορίζονται ρητά στο νόμο, αποτελούν τα περιστατικά εκείνα, ενόψει των οποίων, και σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστης και των χρηστών ηθών, η συνέχιση της διαρκούς ενοχικής σχέσης για απροσδιόριστο ακόμα χρόνο ή μέχρι το χρόνο για τον οποίο έχει συναφθεί γίνεται υπέρμετρα δυσβάσταχτη είτε για τα δύο μέρη είτε για το ένα από αυτά. Η καλή πίστη δεν απαιτεί την με κάθε τίμημα και θυσία τήρηση των συμφωνηθέντων ως προς το χρόνο της συμβάσεως, αλλά θέτει ορισμένα όρια ανοχής, η υπέρβαση των οποίων δικαιολογεί την απαλλαγή από τη συμβατική δέσμευση. Τα όρια αυτά προσδιορίζονται από το δικαστήριο στη συγκεκριμένη περίπτωση, ύστερα από την εκτίμηση των ειδικών συνθηκών και τη στάθμιση των συγκρουόμενων συμφερόντων των μερών (Καρακατσάνης, σε Γεωργιάδη -Σταθόπουλου ΑΚ, Εισαγ. παρατηρήσεις στα άρθρα 416-454, σελ. 455, αρ. 22, ΑΠ 451/1999 ΕλλΔνη 40.1732, ΑΠ 1466/1992 ΕλλΔνη 36.406, ΑΠ 1839/1986, ΝοΒ 36.341). Δεν επιβάλλεται από οποιαδήποτε διάταξη του Αστικού Κώδικα να αναφέρεται στην καταγγελία ο σπουδαίος λόγος για τον οποίο ο καταγγέλλων προβαίνει σε μονομερή καταγγελία της σύμβασης, αρκεί αυτός να υπάρχει κατά το χρόνο που γίνεται, όταν αποτελεί προϋπόθεση αυτής (ΕφΠειρ 156/90, ΕλλΔνη 33.402). Ο σπουδαίος λόγος πρέπει να βρίσκεται κυρίως στη σφαίρα των σχέσεων του προσώπου ή του κινδύνου του αντισυμβαλλομένου και όχι αποκλειστικά του καταγγέλλοντος, εκτός της περιπτώσεως της απρόοπτης μεταβολής των συνθηκών, δεν απαιτείται δε και υπαπιότητα εκείνου τον οποίο αφορά ο λόγος της καταγγελίας (Γεωργιάδης -Σταθόπουλος, ό.π. σελ. 455-456, αρ. 23). Όμως, είναι φανερό ότι τα περιστατικά που συνιστούν το σπουδαίο λόγο πρέπει να επακολουθήσουν της σύναψης της σύμβασης. Όποιος προβαίνει σε έκτακτη καταγγελία της σύμβασης πράττει τούτο με δικό του κίνδυνο, καθόσον, αν κριθεί από το δικαστήριο ότι δεν είναι αληθινός ο λόγος ή δεν είναι σοβαρός, η καταγγελία δεν επιφέρει τη λύση της σύμβασης, η οποία παραμένει ισχύουσα και ο καταγγείλας καθίσταται υπερήμερος οφειλέτης της δικής του παροχής και υπερήμερος δανειστής ως προς την παροχή του ετέρου. Αν ο σπουδαίος λόγος αποδειχθεί μη αληθινός, τότε δεν είναι δυνατόν να ισχύει η έκτακτη καταγγελία κατά μετατροπή σαν τακτική. Αντιθέτως, αν αποδειχθούν ουσιαστικώς αληθινά τα περιστατικά που επικαλέστηκε ο καταγγείλας τη σύμβαση και κριθεί από το δικαστήριο ότι αυτά δεν αποτελούν σπουδαίο λόγο, τότε δεν αποκλείεται η μετατροπή της καταγγελίας σε τακτική, αν διαπιστώνεται ότι τέτοια υποθετική βούληση συνίσταται ή οφείλεται στην υπαίτια αθέτηση της συμβάσεως, οπότε ο αθετήσας υποχρεούται στην καταβολή αποζημίωσης (Γεωργιάδης -Σταθόπουλος, ό.π. αρ. 24). Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 361 ΑΚ, 112 ΕιοΝΑΚ, 669 ΕμπΝ και 47 και 64-67 του ν.δ. «περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιριών» της 17.7/14.8.1923 και από την έμμεση αλλά σαφή αναφορά των διατάξεων αυτών στον αλληλόχρεο λογαριασμό ως νομική σχέση που διέπεται από τα γνωστά στο νομοθέτη εμπορικά έθιμα και συνήθειες, συνάγεται ότι αλληλόχρεος (ανοιχτός ή τρεχούμενος) λογαριασμός υπάρχει όταν δύο πρόσωπα συμφωνούν με σύμβαση, που είναι άτυπη (ΕφΑΘ 6072/1998 ΕλλΔνη 41.458), να μην επιδιώκονται ή διατίθενται μεμονωμένα οι απαιτήσεις που προκύπτουν από τις μεταξύ τους συναλλαγές, αλλά να φέρονται σε κοινό λογαριασμό με σκοπό να εκκαθαρίζονται και να αποσβένονται κατά το κλείσιμο του λογαριασμού αυτού, που θα γίνεται κατά ορισμένα χρονικά διαστήματα, σε τρόπο ώστε να αποτελέσει τη μοναδική μεταξύ τους απαίτηση το κατάλοιπο του λογαριασμού που τυχόν θα υπάρχει. Βασικό στοιχείο της έννοιας του αλληλοχρέου λογαριασμού είναι η ύπαρξη συμφωνίας υπαγωγής σε κοινό λογαριασμό απαιτήσεων και των δύο μερών, που θα προκύπτουν από τις συναλλαγές τους, και συνεπώς δεν υπάρχει αλληλόχρεος λογαριασμός αν δεν υπάρχει η δυνατότητα, τουλάχιστον, αποστολών και από τα δύο μέρη. Η ύπαρξη απλώς της δυνατότητας αυτής είναι αρκετή για να υπάρχει αλληλόχρεος λογαριασμός και είναι αδιάφορο αν το ένα από τα μέρη έκαμε αποστολές. Καθένα από τα μέρη μπορεί οποτεδήποτε με καταγγελία του να θεωρήσει ότι έχει κλείσει οριστικά ο λογαριασμός, οπότε ο δικαιούχος του καταλοίπου δικαιούται να αποκτήσει αμέσως αυτό (άρθρο 112 παρ 2 ΕισΝΑΚ). Η ενοχή περί του καταλοίπου, που προκύπτει από το κλείσιμο του αλληλόχρεου λογαριασμού, γεννάται ανεξάρτητα των ιδιαιτέρων κονδυλίων του, όταν ο οφειλέτης αφηρημένα υποσχέθηκε, πριν κλείσει ο λογαριασμός, την εξόφληση της οφειλής του από το κατάλοιπο ή αναγνώρισε, αφού έκλεισε ο λογαριασμός, την οφειλή αυτή. Από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται, σε συνδυασμό με τα άρθρα 118 και 216 του ΚΠολΔ, ότι στην περίπτωση αυτή, της αναγνώρισης, δεν απαιτείται η παράθεση των ιδιαιτέρων κονδυλίων του λογαριασμού στην αγωγή με την οποία ζητείται η καταδίκη του οφειλέτη στην εξόφληση της οφειλής αυτής. Αν όμως δεν υπάρχει παρόμοια αναγνώριση, ο ενάγων οφείλει να παραθέσει στην αγωγή του όλα τα κονδύλια του λογαριασμού από τα οποία προκύπτει το κατάλοιπο που ζητείται (ΑΠ 192/2005 ΕλλΔνη 47.458, ΑΠ 1524/1991 ΕΕμπΔ93.378 και ΕλλΔνη 34.313, ΑΠ 1217/1995 ΕλλΔνη 39.817, ΕφΑΘ 5766/2004 ΕλλΔνη 47)... Στην προκείμενη περίπτωση αποδεικνύονται, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, τα εξής πραγματικά περιστατικά: Η ενάγουσα…..με έδρα την Αθήνα διατηρεί στην Ελλάδα επιχείρηση εισαγωγής, εξαγωγής και εμπορίας διαφόρων ειδών δώρου, διακοσμητικών ειδών εσωτερικού χώρου, χριστουγεννιάτικων διακοσμητικών και γενικώς ειδών οικιακού εξοπλισμού, τα διαθέτει δε στην Ελληνική και Ευρωπαϊκή αγορά με τη μορφή της χονδρικής ή λιανικής πώλησης, χρησιμοποιώντας τον επιχειρηματικό τίτλο και το εμπορικό σήμα «...». Με το από 17.3.2000 ιδιωτικό συμφωνητικό κατήρτισε στην Αθήνα με την πρώτη εναγομένη ομόρρυθμη εμπορική εταιρία εδρεύουσα στα Χανιά Κρήτης, της οποίας ομόρρυθμοι εταίροι είναι οι λοιποί εναγόμενοι, σύμβαση με τη μορφή δικαιόχρησης (franchising), όπως αυτή προαναφέρθηκε και έτσι άλλωστε χαρακτηρίζεται ήδη από τους διαδίκους, μολονότι στο συμφωνητικό αναφέρεται «ως αντιπροσωπείας», δυνάμει της οποίας παραχώρησε σε αυτήν (την πρώτη εναγομένη) για επτά (7) χρόνια το δικαίωμα να διαθέτει αποκλειστικά από το κατάστημα της τα προϊόντα της (της ενάγουσας) και να κάνει χρήση του επιχειρηματικού (διακριτικού) τίτλου της και του εμπορικού της σήματος για λιανική πώληση στην πώληση στην περιοχή του νομού Χανίων, σύμφωνα με τους ακόλουθους στο άνω συμφωνητικό όρους και συμφωνίες. 1. Η «...» θα προμηθεύει την αντιπρόσωπο με τα προϊόντα της που εισάγει από διάφορες χώρες και είναι του είδους που αναφέρεται πιο πάνω, τα οποία αυτή θα αγοράζει από τη «...» και θα μεταπωλεί για λογαριασμό της και δικό της κέρδος. Η αντιπρόσωπος θα ενεργεί σαν ανεξάρτητος και αυτόνομος επαγγελματίας και δεν έχει δικαίωμα να παρουσιάζεται σε καμιά περίπτωση ως ενεργούσα για λογαριασμό της «...» ή ως δεσμεύουσα την «...» με οποιαδήποτε ιδιότητα και γενικά να συμβάλλεται και να αναλαμβάνει υποχρεώσεις στο όνομα και για λογαριασμό της «...». Η αντιπρόσωπος αναλαμβάνει ότι η ίδια και οι υπάλληλοί της δεν θα αποκαλύπτουν οποιαδήποτε μυστικά της «...» ή στοιχεία της τεχνογνωσίας της που τους έγιναν γνωστά στα πλαίσια της παρούσας σύμβασης και συνεργασίας καθώς και κάθε άλλη πληροφορία, ή θα παραδοθούν σε αυτούς από τα έγγραφα που παραδόθηκαν, ή θα παραδοθούν σε αυτούς και θα εμποδίζουν οποιαδήποτε διαρροή σχετικά με τα ανωτέρω. Η υποχρέωση της αυτή αφορά σε όλο το διάστημα της ισχύος της παρούσας συμβάσεως αλλά και το διάστημα μετά το τέλος αυτής για οποιονδήποτε λόγο. 2. Η τιμή πώλησης των προϊόντων προς την αντιπρόσωπο θα καθορίζεται με βάση τιμοκατάλογο της «...». Επίσης, η «...» θα καθορίζει με τιμοκαταλόγους (ελάχιστη τιμή πώλησης) και τις τιμές διάθεσης των προϊόντων από την αντιπρόσωπο στην αγορά, στα πλαίσια της πολιτικής της για ενιαία διαμόρφωση των τιμών πώλησης των προϊόντων που διαθέτει στην αγορά είτε η ίδια από τα δικά της καταστήματα είτε μέσω αντιπροσώπων/διανομέων, δίνοντας το δικαίωμα στην αντιπρόσωπο να προβαίνει σε εκπτώσεις ή προσφορές όταν κρίνει η «...» ότι αυτό επιβάλλεται για την ευχερέστερη διάθεση των προϊόντων στην αγορά. Η «...» αναλαμβάνει ότι θα ενημερώνει έγκαιρα γραπτά ή προφορικά την αντιπρόσωπο για κάθε επικείμενη αλλαγή στους άνω τιμοκαταλόγους της. Κατά τις χρονικές περιόδους που η «...» προβαίνει σε εκπτώσεις των τιμών διάθεσης των προϊόντων της από καταστήματα της κυριότητας της ή της εκμεταλλεύσεως της, με σκοπό την ευχερέστερη διάθεση, θα ενημερώνει σχετικά την αντιπρόσωπο και θα της προτείνει να προβαίνει και η ίδια (η αντιπρόσωπος) σε αντίστοιχου ύψους εκπτώσεις (έγγραφα ή προφορικά). Η αντιπρόσωπος δεν υποχρεούται να προβαίνει στις προτεινόμενες εκπτώσεις τιμών, αλλά ουδεμία θα δικαιούται να αναζητήσει ευθύνη από την «...» για το λόγο ότι θα διαθέτει αυτή τα προϊόντα σε χαμηλότερες τιμές κατά τις περιόδους αυτές. 3. Η σύμβαση θα διαρκέσει επτά (7) χρόνια από της ημερομηνίας υπογραφής της. 4. Η αντιπρόσωπος δηλώνει ότι διαθέτει ισόγειο κατάστημα λιανικής πώλησης συνολικού εμβαδού 130 μ2 επί της οδού ... στα Χανιά, απ' όπου και μόνο θα εμπορεύεται τα προϊόντα «...». 5. Η αντιπρόσωπος από το κατάστημα λιανικής που έχει στην ανωτέρω διεύθυνση θα διαθέτει τα προϊόντα «...» μόνο στην περιοχή που ήδη έχει αναφερθεί ανωτέρω και θα χρησιμοποιεί τον διακριτικό τίτλο και το εμπορικό σήμα «...», χωρίς να οφείλει για το λόγο αυτόν οποιοδήποτε χρηματικό αντάλλαγμα. Ρητά συμφωνείται ότι το εμπορικό σήμα «...» θα χρησιμοποιείται μόνο για τη διάκριση των ειδών «...» και όχι σε άλλα είδη που η αντιπρόσωπος θα εμπορεύεται. Δεν έχει ωστόσο η αντιπρόσωπος τη δυνατότητα εκχώρησης σε τρίτους του δικαιώματος χρήσεως των ως άνω διακριτικού τίτλου και εμπορικού σήματος καθώς και οποιουδήποτε άλλου δικαιώματος της, βάσει της παρούσας σύμβασης. Επίσης η αντιπρόσωπος αναλαμβάνει ότι δεν θα επιδιώκει την προσέλκυση πελατείας από περιοχές όπου υπάρχουν άλλοι αντιπρόσωποι της «...» καθώς και από περιοχές που η «...» διατηρεί δικά της καταστήματα / υποκαταστήματα ή πρατήρια έκθεσης των προϊόντων της και ότι σε καμία περίπτωση δεν θα προβεί σε ίδρυση καταστημάτων ή υποκαταστημάτων στις περιοχές αυτές. 6. Η αντιπρόσωπος μέσω του καταστήματος της θα διαθέτει αποκλειστικά και μόνον τα είδη «...», τα οποία θα προμηθεύεται αποκλειστικά από την «...». Υπόσχεται δε ότι θα διατηρεί τα είδη αυτά σε άριστη κατάσταση, δεν θα αλλοιώνει ή αποσύρει από αυτά τις ενδείξεις και τα σήματα προέλευσης ή παραγωγής τους και γενικά κάθε ένδειξη ή σήμα που υπάρχουν σε αυτά κατά την παράδοση τους από την «...» και δεν θα προβαίνει σε ενέργειες που μπορεί να μειώσουν την καλή φήμη των προϊόντων ... και της εταιρίας «...». Επιπλέον η αντιπρόσωπος δεσμεύεται ότι θα λαμβάνει όλα τα απαραίτητα μέτρα για τη διασφάλιση των δικαιωμάτων πνευματικής και βιομηχανικής ιδιοκτησίας της «...» (διακριτικό τίτλο, εμπορικό σήμα) και να την ενημερώνει άμεσα για κάθε παράνομη αντιποίηση και χρήση τους, καθώς και για κάθε πράξη αθέμιτου ανταγωνισμού από άλλους και να συμπράττει με αυτήν για την αντιμετώπιση της εντός της πόλης των Χανίων. 7. Η αντιπρόσωπος αναλαμβάνει να γνωστοποιεί εκ των προτέρων προς την «...» και να ζητεί την προηγούμενη συναίνεση της προκειμένου να μεταβάλλει τη νομική της υπόσταση (μετατροπή της μορφής της εταιρίας, μεταβιβάσεις των εταιρικών μεριδίων...). 8.... 9. Η αντιπρόσωπος υπόσχεται ρητά ότι το ύψος των αγορών που θα πραγματοποιεί από την«...» κάθε έτος ισχύος της παρούσας σύμβασης δεν θα είναι κατώτερο του ποσού των δέκα οκτώ εκατομμυρίων (18.000.000) δραχμών. Η αντιπρόσωπος θα είναι υποχρεωμένη στο τέλος κάθε ημερολογιακού μήνα να παραδίδει στην «...», για το συνολικό οφειλόμενο για τις αγορές του μήνα αυτού τίμημα, επιταγές εκδόσεως της αντίστοιχου προς το συνολικό οφειλόμενο τίμημα ποσού που θα φέρουν ημερομηνία εκδόσεως μέχρι και ογδόντα οκτώ (88) ημέρες από της ημερομηνίας παραδόσεως τους (π.χ. για τις αγορές του μήνα Νοεμβρίου, θα παραδίδονται επιταγές στις 30 Νοεμβρίου με ημερομηνία μέχρι και 28 Φεβρουαρίου του επομένου έτους). Τις επιταγές αυτές η «...» έχει το δικαίωμα να οπισθογραφεί και παραδίδει ελεύθερα προς τρίτους. 10. Η «...» για όσο χρόνο διαρκεί η παρούσα σύμβαση, δεν θα διαθέτει χονδρικώς προϊόντα της σε άλλα καταστήματα λιανικής πωλήσεως που λειτουργούν στην περιοχή της δικαιοδοσίας της αντιπροσώπου, δεν δεσμεύεται όμως να πωλεί και να παραδίδει εμπορεύματα σε μεμονωμένους πελάτες που κατοικούν στην περιοχή αυτή, αλλά έχουν παραγγείλει στα λοιπά καταστήματα της που λειτουργούν εκτός της περιοχής με το σήμα «...» ή μέσω αυτών. 11. Η «...» αναλαμβάνει την υποχρέωση πριν από την έναρξη λειτουργίας του καταστήματος της αντιπροσώπου: - Να συμβουλεύει την αντιπρόσωπο και να προσπαθεί να της μεταδώσει την εμπειρία της για την εγκατάσταση και τη διακόσμηση του καταστήματος. - Να εκπαιδεύσει την αντιπρόσωπο ή υπαλλήλους της για διάστημα δύο εβδομάδων σε οποιοδήποτε κατάστημα της επιλογής της «...» και τούτο με έξοδα της αντιπροσώπου. -Να παραδίδει στην αντιπρόσωπο όλες τις τεχνικές πληροφορίες για την εγκατάσταση του καταστήματος. Η αντιπρόσωπος υποχρεούται να παραδίδει προς έγκριση στην εταιρία το τελικό σχέδιο των υπό πραγματοποίηση εργασιών τακτοποίησης εγκαταστάσεων και διακόσμησης του καταστήματος και είναι αποκλειστικά υπεύθυνη για τη σωστή εκτέλεση των εργασιών αυτών και σε καμία περίπτωση η «...» δεν μπορεί να θεωρηθεί εργοδότης. Επίσης, η αντιπρόσωπος είναι αποκλειστικά υπεύθυνη για τη νομιμότητα των πραγματοποιούμενων εργασιών. Επίσης, κατά τη διάρκεια λειτουργίας του καταστήματος η «...» αναλαμβάνει: - Να βοηθάει την αντιπρόσωπο κατόπιν αιτήσεως της με ότι μέσα διαθέτει. Να της αποστέλλει κάποιον αντιπρόσωπο της, όταν της ζητηθεί, με σκοπό την επίλυση κάποιου ειδικού προβλήματος. Η αποστολή αυτή θα γίνεται με αποκλειστική δαπάνη της αντιπροσώπου. - Να προμηθεύει την αντιπρόσωπο με υλικά συσκευασίας, άλλα διακοσμητικά του καταστήματος της αντιπροσώπου υλικά, καθώς και διαφημιστικό υλικό για την καταβολή του αντίστοιχου κόστους. Τα υλικά αυτά η αντιπρόσωπος υποχρεούται να τα προμηθεύεται μόνον από τη «...» και να προβαίνει στη χρήση τους, αποκλεισμένης της χρήσης οποιουδήποτε άλλου υλικού, εφόσον δεν έχει την προηγούμενη έγκριση της «...». 12. Η αντιπρόσωπος υποχρεούται: - Να συνάψει ασφαλιστήριο συμβόλαιο με γνωστή ασφαλιστική εταιρία προκειμένου να καλύψει την αστική της ευθύνη, την κλοπή, την πυρκαγιά, καθώς και την ευθύνη της απέναντι στην «...» για τις οικονομικές προς αυτήν υποχρεώσεις. - Να αποστέλλει μια φορά το χρόνο έκθεση με όλα τα στατιστικά στοιχεία που θα της ζητά η «...» σχετικά με τις πωλήσεις και αγορές προηγούμενου έτους. - Να επιτρέπει ανά πάσα στιγμή σε εκπρόσωπο της «...» να εισέρχεται σε οποιοδήποτε χώρο του καταστήματος, προκειμένου να διαπιστώνεται η σωστή εκτέλεση των υποχρεώσεων της και να δέχεται τις συμβουλές και βοήθεια που θα της προσφέρεται. - Να παραγγείλει από την «...» προϊόντα που να αντιπροσωπεύουν όλη τη γκάμα ειδών «...» και δη αυτά τα οποία η «...» της υποδεικνύει εκάστοτε, έτσι ώστε να είναι σε θέση να παρουσιάζει στο κατάστημα της δείγματα από όλα τα είδη προϊόντων «...».- Να παρέχει στην «...» κάθε χρόνο αντίγραφο του ισολογισμού της των αποτελεσμάτων χρήσης και της καταστάσεως της αποθήκης (απογραφή).- Να λαμβάνει την έγγραφη έγκριση της «...» προτού προβεί σε οποιαδήποτε διενέργεια εκπτώσεων, εκποιήσεως ή προσφορών εμπορευμάτων, έτσι ώστε να μη θίγεται η εικόνα του σήματος της «...» και οι υπόλοιποι εκπρόσωποί της. - Να συμμετέχει οικονομικά σε διαφημιστικές καμπάνιες που θα οργανώνει και προωθεί η «...» κατά την απόλυτη κρίση της και για την προώθηση των πωλήσεων των προϊόντων «...» και δη καταβάλλοντος στην «...» ετησίως ποσό μέχρι και 2% του ποσού του ετησίου μικτού τζίρου της από της πωλήσεις της, εφόσον αυτό ζητηθεί από τη «...». 13. Η παρούσα σύμβαση λύεται για τους παρακάτω λόγους: α'. Η παρούσα σύμβαση λύεται αυτόματα με την πάροδο του χρόνου διαρκείας της. β'. Η τυχόν παράβαση ή / και η μη πιστή τήρηση εκ μέρους εκατέρου των συμβαλλομένων οποιουδήποτε όρου της παρούσας συμβάσεως, συμφωνουμένων όλων ως ουσιωδών, παρέχει στον αναίτιο συμβαλλόμενο το δικαίωμα να καταγγείλει, με δήλωση της οποίας τα αποτελέσματα επέρχονται τριάντα (30) ημέρες μετά την κοινοποίηση της στον αντισυμβαλλόμενο, αζημίως για τον ίδιο, τη σύμβαση, και να αξιώνει την πλήρη αποκατάσταση κάθε θετικής και αποθετικής ζημίας που υπέστη εξ αυτού του λόγου, γ'. Ρητά εξάλλου συμφωνείται ότι η «...» δικαιούται να καταγγείλει την παρούσα σύμβαση με σχετική δήλωση, της οποίας τα αποτελέσματα επέρχονται τριάντα (30) ημέρες μετά την κοινοποίηση της στην αντιπρόσωπο, και στις εξής περιπτώσεις: - Κήρυξη της αντιπροσώπου σε κατάσταση πτωχεύσεως ή παύση των πληρωμών της ή θέση της υπό αναγκαστική διαχείριση, δικαστική απαγόρευση ή αντίληψη ή λύση της αντιπροσώπου. - Αποχή της αντιπροσώπου από την άσκηση της εμπορίας για ένα τρίμηνο (3μηνο) για οποιοδήποτε λόγο. - Μη τήρηση από την αντιπρόσωπο των υποχρεώσεων και δεσμεύσεων που ανέλαβε με τον όρο 9 του παρόντος (π.χ. σε περίπτωση ετησίου ύψους αγορών μικρότερο του ποσού των 18.000.000 δραχμών ή αθέτησης των υποχρεώσεων περί πληρωμής του μηνιαίου οφειλομένου τιμήματος κατά τον συμφωνηθέντα τρόπο, μη πληρωμής κατά την εμφάνιση στην πληρώτρια τράπεζα των δοθέντων έναντι του τιμήματος επιταγών κλπ. - Αλλαγή της νομικής προσωπικό-της της αντιπροσώπου ή μεταβίβαση της επιχειρήσεως της που δεν έχει κοινοποιηθεί εκ των προτέρων, ή παρότι έχει κοινοποιηθεί δεν έχει γίνει αποδεκτή από την «...». 14. Με τη λύση της παρούσας συμβάσεως για οποιοδήποτε λόγο: α'. Η αντιπρόσωπος υποχρεούται να σταματήσει να εμπορεύεται τα εμπορεύματα «...» και εφόσον της ζητηθεί από την «...» να επιστρέψει στην «...» ή σε τρίτον που θα υποδείξει η «...» το σύνολο των αποθεμάτων των προϊόντων «...» που υπάρχουν στο κατάστημα της στην τιμή που τα προμηθεύτηκε από την «...», μειούμενη κατά 70%, εφόσον επιστρέφονται στην κατάσταση που τα είχε παραλάβει και περαιτέρω εκπτώσεως της τιμής εφόσον τα προϊόντα έχουν υποστεί σαφή φθορά ή χειροτέρευση. Επίσης, υποχρεούται να επιστρέψει στην «...» όλα τα έντυπα συσκευασίας, διακοσμητικό και διαφημιστικό υλικό που προμήθευσε η εταιρία, αλλά και εν γένει κάθε υλικό ή έντυπο που φέρει το σήμα «...», καθώς και να τροποποιήσει τη διακόσμηση του καταστήματος της, ώστε να μη δημιουργείται σύγχυση στο καταναλωτικό κοινό. Επίσης, η αντιπρόσωπος υποχρεούται να πάψει άμεσα να κάνει χρήση του διακριτικού τίτλου και του εμπορικού σήματος «...». β'. Η αντιπρόσωπος υποχρεούται να μην ανταγωνίζεται αμέσως ή εμμέσως και υπό την οποιαδήποτε ιδιότητα οποιοδήποτε αντιπρόσωπο / διανομέα της «...» ή τη «...» για χρονικό διάστημα τριών ετών. Ειδικά δε, εφόσον συνεχίζει μετά τη λύση της σύμβασης να κάνει είτε σαν ιδιοκτήτρια, είτε σαν μισθώτρια, είτε μέσω τρίτων προσώπων χρήση του καταστήματος από το οποίο στη διάρκεια της σύμβασης θα εμπορεύεται προϊόντα «...», υποχρεούται να μην εμπορεύεται από το κατάστημα αυτό προϊόντα ίδιου είδους ή παρεμφερή με τα προϊόντα «...» για διάστημα τριών ετών από τη λύση της σύμβασης, γ'. Η αντιπρόσωπος παραιτείται του δικαιώματος να ζητήσει από την «...» οποιαδήποτε αποζημίωση ή αντάλλαγμα για την όποια συνεισφορά της στην προώθηση της διάθεσης των προϊόντων «...» ή στην αύξηση της καλής φήμης της εταιρίας ή εν γένει θετική ή αποθετική ζημία, εκτός από την περίπτωση που η σύμβαση λύθηκε από υπαιτιότητα της «...», αναγνωρίζοντας ότι τα κέρδη που θα της αποφέρει η παρούσα σύμβαση συνιστούν επαρκές αντάλλαγμα για όλες τις υποχρεώσεις που αναλαμβάνει με αυτήν. Οι παραπάνω όροι της επίδικης σύμβασης και η σύμβαση στο σύνολο της κρίνονται έγκυροι και σύννομοι, καθόσον δεν αντίκειται με το περιεχόμενο της αυτό στις διατάξεις του ελεύθερου ανταγωνισμού, όπως προαναφέρθηκε στη μείζονα σκέψη της παρούσας, αφού κατά τον όρο 2 της άνω σύμβασης δεν συμφωνείται ρήτρα τιμών των προϊόντων της ενάγουσας, αλλά προσδιορίζονται ενδεικτικά σι τιμές αυτών, δεδομένου ότι η εναγομένη «δεν υποχρεούται να προβαίνει στις προτεινόμενες εκπτώσεις τιμών, αλλά ουδεμία θα δικαιούται ευθύνη από την «...» για το λόγο ότι θα διαθέτει αυτή τα προϊόντα σε χαμηλότερες τιμές κατά τις περιόδους αυτές». Συνεπώς, ο σχετικός νόμιμος ισχυρισμός των εναγομένων που επαναφέρουν με το σχετικό λόγο έφεσης κρίνεται ουσιαστικά αβάσιμος και απορριπτέος. Περαιτέρω, ο ισχυρισμός ομοίως των εναγομένων, που επαναφέρουν με το σχετικό λόγο έφεσης, ότι οι ως άνω όροι 9, 11 και 12 της ένδικης σύμβασης, περί καθορισμού ελαχίστου ορίου πωλήσεων, υποχρέωσης προμήθειας υλικών διακόσμησης και συσκευασίας, καθώς και υποχρέωσης αγοράς ολόκληρης της «γκάμας» των προϊόντων της ενάγουσας, είναι άκυροι ως καταστρατηγούντες τις διατάξεις περί ελεύθερου ανταγωνισμού, κρίνονται απορριπτέοι ως αβάσιμοι κατ' ουσίαν, αφού από το περιεχόμενο των διατάξεων αυτών δεν προκύπτει ότι οι όροι αυτοί επιφέρουν απαγορευμένη συγκέντρωση επιχειρήσεων ή συνιστούν κατάχρηση δεσπόζουσας θέσης στην αγορά, κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας. Επίσης, ο ισχυρισμός των εναγομένων που επαναφέρουν με σχετικό λόγο έφεσης ότι οι ίδιοι ως άνω όροι είναι άκυροι, ως κατά πλεονεκτικοί, αντιτιθέμενοι στη διάταξη του άρθρου 179 ΑΚ, είναι απορριπτέος ως αόριστος, διότι από τη διάταξη του άρθρου 179 ΑΚ προκύπτει ότι εκείνος που ζητεί την ακύρωση κάποιας σύμβασης ως καταπλεονεκτικής, κατ' επίκληση της ανάγκης, της κουφότητας ή της απειρίας του, θα πρέπει εκτός των άλλων να επικαλείται κατά τρόπο ορισμένο και σαφή αφενός μεν τις αξίες των εκατέρωθεν παροχών, αφετέρου δε ότι ο αντισυμβαλλόμενος του κατά την κατάρτιση της σύμβασης γνώριζε την κατάσταση της απειρίας του ή της ανάγκης ή της κουφότητας του, την οποία και εκμεταλλεύτηκε, και έτσι πέτυχε τη σύναψη της σύμβασης, λαμβάνοντας παροχή φανερά δυσανάλογη με την αντιπαροχή του, περιστατικά στα οποία ουδόλως αναφέρονται στην προκείμενη περίπτωση οι εναγόμενοι (ΕφΠατρ 150/200, όπ. αν.). Επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη έκρινε ομοίως και με τις αυτές αιτιολογίες απέρριψε τους παραπάνω ισχυρισμούς των εναγομένων, δεν έσφαλε ως προς την εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων και οι τα αντίθετα ως άνω υποστηρίζοντες σχετικοί λόγοι έφεσης των εναγομένων είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι η επίδικη συνεργασία των διαδίκων δεν εξελίχθηκε ομαλά. Ήδη η πρώτη εναγομένη, της οποίας οι λοιποί εναγόμενοι είναι ομόρρυθμοι εταίροι, δεν ανταποκρίθηκαν στις συμβατικές τους υποχρεώσεις. Συγκεκριμένα, καθυστερούσε την αποπληρωμή του τιμήματος των πωλουμένων σε αυτήν από την ενάγουσα προϊόντων, ενώ παραβίαζε και τον όρο περί αποκλειστικής διάθεσης προϊόντων της ενάγουσας, διότι στο υπόγειο του καταστήματος της διέθετε ανταγωνιστικά προς τα προϊόντα της ενάγουσας προϊόντα, θέτοντας μάλιστα επ' αυτών το σήμα «...». Οι αντίθετοι ισχυρισμοί των εναγομένων, που επαναφέρονται με την έφεση τους, ότι η ενάγουσα δεν ανταποκρινόταν στις συμβατικές της υποχρεώσεις και ότι προέβαινε σε ανταγωνιστικές πράξεις, διότι διέθετε τα προϊόντα της σε ευνοϊκότερες τιμές στην Αθήνα και δεν εκτελούσε ορθά τις παραγγελίες προϊόντων, γεγονός το οποίο οδήγησε την πρώτη εναγομένη στην από 31.8.2001 διαμαρτυρία της προς την ενάγουσα, κρίνονται ουσιαστικά αβάσιμοι, ανεξάρτητα του ότι οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνδέονται με κάποια αξίωση τους, ούτε με την επίκληση τούτων προβάλλεται τυχόν ακυρότητα της γενόμενης από την ενάγουσα και κατωτέρω αναφερόμενης καταγγελίας της σύμβασης, όπως ορθά με τις αυτές αιτιολογίες απορρίφθηκαν με την εκκαλουμένη, και ο σχετικός λόγος έφεσης είναι απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος. Στη συνέχεια των ως άνω και κατόπιν των εκ μέρους της πρώτης εναγομένης κατ' επανάληψη παραβιάσεων των από τη σύμβαση υποχρεώσεων της έναντι της ενάγουσας η ενάγουσα, με την από 11.12.2001 εξώδικη δήλωση της, που κοινοποιήθηκε στην πρώτη εναγομένη στις 19.12.2001 (βλ. προσαγόμενη και επικαλούμενη με αριθμό ... έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Χανίων…..κατήγγειλε την άνω σύμβαση για σπουδαίο λόγο που συνιστούν οι ως άνω παραβάσεις της σύμβασης εκ μέρους της πρώτης εναγομένης. Ακολούθως, αποδείχθηκε ότι στο πλαίσιο της άνω σύμβασης είχε συμφωνηθεί άτυπα μεταξύ της ενάγουσας και της πρώτης εναγομένης η τήρηση αλληλόχρεου λογαριασμού, στον οποίο θα άγονταν ως χρεώσεις η αξία των τιμολογίων που η ενάγουσα θα εξέδιδε στο όνομα της πρώτης εναγομένης για τα εμπορεύματα που θα προμήθευε ο' αυτήν και ως πιστώσεις οι πληρωμές των τιμολογίων αυτών στις οποίες η τελευταία θα προέβαινε με σκοπό να εξοφλείται στο τέλος κάθε ημερολογιακού έτους το προκύπτον με την παραβολή των κοδνυλίων πιστοχρέωσης κατάλοιπο. Ο λογαριασμός αυτός τηρήθηκε, ενώ με την καταγγελία της παραπάνω από 17.3.200 σύμβασης η ενάγουσα κατήγγειλε και τον αλληλόχρεο λογαριασμό που έκλεισε οριστικά. Κατά το χρονικό διάστημα από 13.6.2000 ως 19.12.2001, που έκλεισε οριστικά ο ως άνω αλληλόχρεος λογαριασμός με αριθμό 34818, παρουσίασε την παρακάτω λεπτομερώς αναφερόμενη κίνηση... Έτσι, κατά το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού αυτού στις 19.12.2001 προέκυψε χρεωστικό υπόλοιπο σε βάρος της πρώτης εναγομένης, που ανέρχεται στο ποσό των 2.595.528 δρχ., ήτοι 7.617,10 ευρώ. Τόσο η ύπαρξη της σύμβασης του αλληλόχρεου λογαριασμού, όσο και η κίνηση αυτού κατά τα αναφερόμενα κονδύλια πιστοχρεώσεων, καθώς και το προκύπτον ως άνω κατά το κλείσιμο αυτού κατάλοιπο σε βάρος της πρώτης εναγομένης και υπέρ της ενάγουσας που δεν εξοφλήθηκε, δεν αμφισβητήθηκαν ούτε αμφισβητούνται από τους εναγομένους, οι οποίοι έτσι υποχρεούνται στην καταβολή του άνω ποσού του καταλοίπου (ήτοι των 7.617,10 ευρώ) στην ενάγουσα, σύμφωνα με το αίτημα της αγωγής και κατά την κύρια αυτού βάση ως άνω αλληλέγγυα και σε ολόκληρο ο καθένας κατ' άρθρο 22 ΕμπΝ (ΑΠ 1/2002 ΕλλΔνη 43.706), με το νόμιμο τόκο από την επομένη της καταγγελίας, όπως τις ίδιες παραδοχές έκανε και η εκκαλουμένη, και δεν υπάρχει σχετικό παράπονο εκ μέρους των εναγομένων ως προς τις παραδοχές αυτές. Η πρώτη των εναγομένων προέβαλε ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου τον ισχυρισμό (ένσταση), που επαναφέρεται με την έφεση, περί συμψηφισμού στην παραπάνω απαίτηση της ενάγουσας ανταπαίτησής της (της πρώτης εναγομένης) συνολικού ποσού 2.500.000 δρχ., ήτοι 7.336,75 ευρώ, ως οφειλόμενο στην εναγομένη αυτήν κατά τα εκτιθέμενα κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, και αποτελούντος ισόποσο ποσό που κατέβαλε η εναγομένη αυτή στην ενάγουσα ως συμμετοχή της στα έξοδα συνδιαψήφισης, η οποία όμως (συμμετοχή της) προκειμένου περί συμβάσεων δικαιόχρησης (franchising) είναι απαγορευμένη. Ως προς τον ισχυρισμό όμως αυτόν (ένσταση) (άρθρα 440, 441, 442 ΑΚ), που μπορεί να προταθεί, εφόσον αποδεικνύεται παραχρήμα και το πρώτον ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, από τον εκκαλούντα - εναγόμενο με τη μορφή κύριου ή πρόσθετου λόγου έφεσης (ΑΠ 1765/2002 ΕλλΔνη 45.172, ΑΠ 844/1999 ΕλλΔνη 41.440, ΕφΠειρ 878/2000 ΕλλΔνη 46.282), υφίσταται απαράδεκτο λόγω εκκρεμοδικίας. Ειδικότερα, από τις διατάξεις του άρθρου 221 παρ. 1, 2 ΚΠολΔ, που ορίζουν ότι με την άσκηση της αγωγής σύμφωνα με το άρθρο 215 η κατάθεση της έχει ως συνέπεια, εκτός άλλων, εκκρεμοδικία (παρ. Ια') και ότι εκκρεμοδικία συνεπάγεται, ενώ διαρκεί η δίκη, εκτός άλλων, και η πρόταση ένστασης συμψηφισμού, και των διατάξεων του άρθρου 222 παρ. 1, 2 του ίδιου Κώδικα, που ορίζουν ότι όταν επέλθει η εκκρεμοδικία και όσο διαρκεί αυτή δεν μπορεί να γίνει σε οποιοδήποτε δικαστήριο νέα δίκη για την ίδια επίδικη διαφορά ανάμεσα στους ίδιους διαδίκους, εφόσον εμφανίζονται με την ίδια ιδιότητα (παρ. 1), αν δε κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας ασκηθεί άλλη αγωγή, ή, εκτός άλλων, προταθεί ένσταση συμψηφισμού για την ίδια επίδικη διαφορά, αναστέλλεται και αυτεπαγγέλτως η εκδίκαση της εωσότου περατωθεί η πρώτη δίκη, προκύπτει ότι αν μετά την πρόταση συμψηφισμού σε δίκη ασκηθεί σε οποιοδήποτε δικαστήριο αγωγή, ή προβληθεί ένσταση συμψηφισμού που στηρίζεται στην ίδια απαίτηση, ή αν έχει προηγηθεί η αγωγή και ακολουθήσει η σχετική ένσταση συμψηφισμού σε οποιοδήποτε δικαστήριο, θα ανασταλεί και αυτεπάγγελτα η εκδίκαση της μεταγενέστερης αίτησης μέχρι περάτωσης της πρώτης δίκης συνεπεία της εκκρεμοδικίας (Απ. Γεωργιάδη - IV1. Σταθόπουλου, Αστικός Κώδικας, έκδοση 1979, τόμος II σε άρθρο 442 αριθμός 21 σελ. 546-547, ΕφΛαμ 32/2000 ΕλλΔνη 42.468). Εξάλλου, η εκκρεμοδικία διαρκεί στον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας εωσότου εκδοθεί οριστική απόφαση επί της αγωγής, ενώ η ίδια ξαναρχίζει με την άσκηση έφεσης κατά της οριστικής απόφασης και διαρκεί στο δεύτερο βαθμό εωσότου εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση (ΑΠ 240/1998 Δ 29.1305, ΑΠ 903/2001 ΕλλΔνη 44.146). Όπως δε αποδεικνύεται από τα στοιχεία της δικογραφίας, η παραπάνω πρώτη εναγομένη άσκησε ενώπιον του ίδιου ως άνω δικαστηρίου (Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών) κατά της ήδη ενάγουσας την από 17.2.2003 και με αριθμό καταθ. 1485/2003 αγωγή της, ζητώντας, εκτός άλλων, την επιδίκαση σε αυτήν (καταψήφιση) του άνω ποσού για την αυτή ιστορική και νομική αιτία. Επί της αγωγής αυτής, συζήτησης γενομένης κατά τη δικάσιμο της 14.1.2004, εκδόθηκε ήδη η υπ' αριθμ. 531/2005 οριστική απόφαση του παραπάνω δικαστηρίου, που απέρριψε την αγωγή και κατά το παραπάνω αίτημα, που αποτελεί ως άνω και η ένσταση συμψηφισμού, ενώ ήδη η υπόθεση ήχθη ενώπιον του παρόντος δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου με την από 3.5.2005 και με αριθμό καταθ. 3906/2005 έφεση της τότε ενάγουσας και ήδη πρώτης εναγομένης, που συζητήθηκε κατά την ίδια αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο της 23.2.2006 και ήδη εκκρεμεί προς έκδοση απόφασης. Κατά το χρόνο δε που προβλήθηκε από την πρώτη εναγομένη η παραπάνω ένσταση συμψηφισμού και δη κατά τη συζήτηση ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου στις 14.1.2004 της ένδικης αγωγής της ενάγουσας, υφίστατο ήδη εκκρεμοδικία από την προαναφερόμενη ως άνω προγενέστερη αγωγή της ήδη πρώτης εναγομένης κατά της ήδη ενάγουσας, αφού δεν είχε εκδοθεί επ' αυτής η προαναφερόμενη οριστική απόφαση σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, ενώ η εκκρεμοδικία αυτή, η οποία αναβίωσε με την άσκηση της έφεσης κατά της παραπάνω εκδοθείσας 531/2005 οριστικής απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου με την οποία πλήττεται η απόφαση αυτή στο σύνολο της, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, εξακολουθεί να υφίσταται, αφού δεν έχει εκδοθεί ακόμη οριστική απόφαση επί της έφεσης (εκκρεμεί προς έκδοση απόφασης), με συνέπεια το απαράδεκτο της ένστασης αυτής από την παραπάνω εκκρεμοδικία, με την έννοια που προαναφέρθηκε, όπως βάσιμα το παραπάνω απαράδεκτο από την εκκρεμοδικία πρότεινε η ενάγουσα ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και επαναφέρει με τις προτάσεις της. Συνεπώς το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που έκανε τις ίδιες ως άνω παραδοχές ως προς το απαράδεκτο της ένστασης συμψηφισμού λόγω εκκρεμοδικίας, δικαιολογητικός λόγος που συντρέχει και ήδη κατά τα ως άνω, δεν έσφαλε και ο τα αντίθετα υποστηρίζων σχετικός λόγος έφεσης των εναγομένων είναι αβάσιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος και συνακόλουθα απορριπτέα στο σύνολο της ως αβάσιμη η έφεση τους, αφού δεν υπάρχουν άλλοι λόγοι αυτής. Απορριπτόμενης της έφεσης αυτής, πρέπει οι εκκαλούντες να καταδικασθούν στα δικαστικά έξοδα της εφεσίβλητης για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ). Κατά τη διάταξη του άρθρου 1047 παρ. 1 ΚΠολΔ, η προσωπική κράτηση διατάσσεται, εκτός από τις περιπτώσεις που ορίζει ρητά ο νόμος, και «κατά εμπόρων για εμπορικές απαιτήσεις». Εξάλλου, με το ν. 2462/1997 κυρώθηκε το «Διεθνές Σύμφωνο για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα», που συνάφθηκε μεταξύ των κρατών μελών του ΟΗΕ στη Νέα Υόρκη στις 16.12.1996 και από την επικύρωση του αποτελεί διάταξη υπέρτερης νομικής βαθμίδας κατά το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος. Στο άρθρο 11 του Συμφώνου αυτού ορίζεται ότι «κανείς δεν φυλακίζεται αποκλειστικά λόγω της αδυναμίας του να εκπληρώσει συμβατική υποχρέωση». Η ίδια η διατύπωση του κανόνα τούτου δηλώνει λεκτικά και νοηματικά ότι δεν υπήρξε επιθυμία των συντακτών του Συμφώνου να καταργήσουν την προσωπική κράτηση, αλλά μόνο να ορίσουν, ως εξαίρεση, πως σε περίπτωση αδυναμίας δεν πρέπει ο οφειλέτης να προσωποκρατείται για χρέη. Συνεπώς, το μεν άρθρο 1047 παρ. 1 ΚΠολΔ εξακολουθεί να προβλέπει την προσωπική κράτηση ως μέσον αναγκαστικής εκτέλεσης επί εμπόρων για ενοχικές απαιτήσεις, το δε άρθρο 11 του ανωτέρω Συμφώνου εισάγει δικαιοκωλυτικό κανόνα που αποκλείει την απαγγελία προσωπικής κράτησης κατ' εμπόρου για ενοχικές οφειλές, όταν η μη εξόφληση των συμβατικών υποχρεώσεων του οφείλεται αποκλειστικά σε αδυναμία αυτού προς εκπλήρωση. Από τις ανωτέρω διατάξεις, συνδυαζόμενες με αυτές των άρθρων 216 στοιχ. α' και 338 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι για να είναι ορισμένη η αγωγή, με την οποία διώκεται η προσωπική κράτηση εμπόρου για εμπορικές απαιτήσεις, δεν είναι αναγκαίο να διαλαμβάνεται στο δικόγραφο της ότι ο εναγόμενος, παρόλο που έχει τη δυνατότητα, δεν εκπληρώνει τις υποχρεώσεις του, αλλά απόκειται στον εναγόμενο να ισχυρισθεί και να αποδείξει κατ' ένσταση ότι η μη εκπλήρωση οφείλεται αποκλειστικά σε αδυναμία του (ΟλΑΠ 23/2005 ΕλλΔνη 46.718, ΑΠ 804/2003 ΕλλΔνη 45.132, ΑΠ 60/2001 ΕλλΔνη 42.920, ΕφΑΘ 6446/1998 Δ 30.265, ΕφΑΘ 1231/1998 ΕλλΔνη 39.1660), (αντίθετα, ότι η συνδρομή του παραπάνω στοιχείου της παρά την ύπαρξη οικονομικής δυνατότητας, δόλιας αποφυγής του εναγομένου να εκπληρώσει τη συμβατική του υποχρέωση αποτελεί στοιχείο του αιτήματος τέτοιας αγωγής, ΑΠ 971/2001 ΕλλΔνη 44,153, ΑΠ 1597/2000 ΕλλΔνη 42.1304, ΑΠ 1635/2001, ΕλλΔνη 43.729, ΕφΑΘ 6466/2003 ΕλλΔνη 45.1472, Εφθεσ 360/2003 ΕλλΔνη 45.534, ΕφΑΘ 7697/2003 ΕλλΔνη 46.222). Στην προκείμενη περίπτωση η ενάγουσα, όπως αναφέρθηκε στο ιστορικό της παρούσας, ζήτησε την απαγγελία της προσωπικής κράτησης των δεύτερου, τρίτης και τέταρτης των εναγομένων, ομορρύθμων μελών της πρώτης και συγχρόνως της τετάρτης τούτων και ως εκπροσώπου της πρώτης εναγομένης, ως μέσον αναγκαστικής εκτέλεσης της απόφασης λόγω της εμπορικότητας της διαφοράς και της εμπορικής ιδιότητας των εναγομένων αυτών. Εφόσον η αγωγή έγινε δεκτή κατά το κύριο αυτής ως άνω καταψηφιστικό αίτημα και εφόσον αποδείχθηκαν οι παραπάνω προϋποθέσεις για την παραδοχή του παρεπόμενου νόμιμου αυτού αιτήματος, ήτοι εμπορική ιδιότητα των παραπάνω εναγομένων ως εκ της ιδιότητας τους ως ομορρύθμων μελών της πρώτης εναγομένης ομόρρυθμης εμπορικής εταιρίας (ΕφΑΘ 155/1980, ΕΕμπΔ ΛΒ' 43, ΕφΠατρ 664/1983 ΕλλΔνη 25.593) και η εμπορικότητα της απαίτησης, ενώ εξάλλου ουδένας ισχυρισμός εκ μέρους των εναγομένων κατ' ένσταση προβλήθηκε ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ότι η μη εκπλήρωση - εξόφληση της οφειλής οφείλεται αποκλειστικά σε αδυναμία τους (οικονομική), σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν και σε κάθε περίπτωση δεν αποδείχθηκε οικονομική αυτών αδυναμία, έπρεπε να γίνει δεκτό ως ουσιαστικά βάσιμο το παρεπόμενο αυτό αίτημα της αγωγής. Συνακόλουθα τούτων, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, κατά το μέρος που με την εκκαλουμένη απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμο το παρεπόμενο αυτό αίτημα της αγωγής, δεχθέν ότι η μη εξόφληση του οφειλόμενου ποσού δεν οφείλεται σε δυστροπία των εναγομένων, μολονότι όμως οι εναγόμενοι δεν προέβαλαν τέτοιον ισχυρισμό, έσφαλε ως προς την εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων, όπως βάσιμα υποστηρίζει η ενάγουσα με τους σχετικούς λόγους της έφεσης της, τους οποίους παραδεκτά προβάλλει κατά της απορριπτικής περί απαγγελίας προσωπικής κράτησης διάταξης της εκκαλουμένης (σχ. ΕφΑΘ 4418/2003 ΕλλΔνη 45.223, ΕφΠειρ 670/2004 ΕλλΔνη 46.532). Επομένως πρέπει, κατά παραδοχή ως ουσιαστικά βάσιμων των λόγων έφεσης της ενάγουσας, να γίνει δεκτή η έφεση της ως ουσιαστικά βάσιμη, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη κατά το παραπάνω μέρος που έσφαλε, συμπεριλαμβανομένης και της διάταξης περί δικαστικών εξόδων, και στη συνέχεια, αφού διακρατηθεί η υπόθεση από το παρόν Δικαστήριο και ερευνηθεί κατ' ουσίαν κατά το αντίστοιχο μέρος (άρθρο 535 ΚΠολΔ) η αγωγή, να γίνει δεκτό ως ουσιαστικά βάσιμο και το παρεπόμενα αυτό αίτημα περί απαγγελίας κατά των παραπάνω εναγομένων προσωπικής κράτησης, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό της παρούσας.

  

Αναζήτηση

Χρίστος Καραμπάγιας | Μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών