ΚΑΤΑΣΧΕΣΕΙΣ - ΠΛΕΙΣΤΗΡΙΑΣΜΟΙ

Κατάσχεση και πλειστηριασμός από Τράπεζα ακινήτου πολλαπλάσιας αξίας σε σχέση με την απαίτησή της.

 

ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ 402/2014

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Η άσκηση από την καθ ης Τράπεζα του δικαιώματός της, να κατάσχει προς πλειστηριασμό ακίνητο πολλαπλάσιας αξίας σε σχέση με την απαίτησή της, υπερβαίνει προφανώς τα όρια τα επιβαλλόμενα από την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη, αλλά και από τον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του δικαιώματος και επομένως, είναι καταχρηστική, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 281 ΑΚ και εντεύθεν άκυρη, γιατί η δήλωση επίσπευσης του επίδικου πλειστηριασμού και ο συνακόλουθος πλειστηριασμός εμφανίζονται σαν μέτρα εξαιρετικής σκληρότητας για τον ανακόπτοντα, τα οποία υπερβαίνουν τα ανεκτά όρια θυσίας του, αφού είναι έκδηλη η μεγάλη δυσαναλογία μεταξύ του μέσου εκτελέσεως και του σκοπού, για τον οποίο επιβάλλεται, κατά παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας, που αποτελεί θεμελιώδη κανόνα ρυθμιστικό των σχέσεων εξουσίας, συνεπάγεται δε ιδιαιτέρως επαχθείς γι' αυτόν συνέπειες, που καθιστούν μη ανεκτή την πραγμάτωση της απαίτησης της καθ ης, μέσω της εκπλειστηρίασης του δυσανάλογα μείζονας αξίας κατασχεθέντος ακινήτου, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου.

ΑΠΟΦΑΣΗ

 

 

ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ 402/2014

ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΜΕΤΡΩΝ

Συγκροτούμενο από τη Δικαστή Ελένη Πρέντζα, Πρόεδρο Πρωτοδικών, την οποία όρισε η Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Πρωτοδικείου. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του στις 9-1-2014, χωρίς την σύμπραξη Γραμματέως, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αιτούντος: Του ..., κατοίκου Χαλανδρίου Αττικής, οδός ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου του δικηγόρου…..Της καθ' ης η αίτηση: Της υπό ειδική εκκαθάριση τελούσας ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας, με την επωνυμία……που έχει έδρα στην Αθήνα, οδός……νόμιμα εκπροσωπούμενης από τον ειδικό εκκαθαριστή της, η οποία παραστάθηκαν δια της πληρεξούσιας της δικηγόρου….Ο αιτών ζητεί να γίνει δεκτή η από 7.1.2014 αίτηση του, που κατατέθηκε στη Γραμματεία αυτού του Δικαστηρίου με γενικό αριθμό κατάθεσης …..και αριθμό κατάθεσης δικογράφου….και η οποία προσδιορίστηκε για την ανωτέρω αναφερόμενη δικάσιμο. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, η οποία έγινε κατά τη συνεδρίαση που αναφέρεται ανωτέρω, το Δικαστήριο άκουσε τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, οι οποίοι ζήτησαν να γίνουν δεκτοί οι ισχυρισμοί τους, τους οποίους ανέπτυξαν και προφορικά.ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 938 ΚΠολΔ για τη στήριξη της αναστολής απαιτείται η ανακοπή να είναι νόμω βάσιμη, υπό την έννοια ότι περιέχει τουλάχιστον ένα λόγο που στηρίζεται στο νόμο. Εκτός από το νόμω βάσιμο της ανακοπής η διάταξη της παρ. 1 του ως άρθρου, μετά την τροποποίηση της με το άρθρο 10 παρ. 7 του ν. 2145/1993 απαιτεί συμπλεκτικώς τη συνδρομή δύο προϋποθέσεων αυτοτελών για τη χορήγηση της αναστολής, δηλαδή και την πρόκληση ανεπανόρθωτης βλάβης στον αιτούντα από την ενέργεια της αναγκαστικής εκτέλεσης, η οποία δεν ταυτίζεται ουσιαστικά με τη βασιμότητα ενός τουλάχιστον λόγου ανακοπής του άρθρου 933 επ. ή 936 ΚΠολΔ. Έτσι αν δεν πιθανολογείται η ευδοκίμηση ενός τουλάχιστον λόγου ανακοπής δεν νοείται βλάβη και κατ' ακολουθίαν αναστολή. Αν πιθανολογείται η ευδοκίμηση ενός τουλάχιστον λόγου ανακοπής τότε θα ερευνηθεί η ύπαρξη ή όχι βλάβης (βλ. Β. Βαθρακοκοίλη, ΕρμΚΠολΔ, τομ. Ε αρθρ. 938, παρ. 44, 45). Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 281 ΑΚ, 116 και 933 του ΚΠολΔ, 20 παρ. 1 και 25 παρ. 3 του Συντάγματος συνάγεται ότι άσκηση ουσιαστικού δικαιώματος, που ανήκει στο δημόσιο δίκαιο, αποτελεί και η μέσω αναγκαστικής εκτελέσεως πραγμάτωση της απαίτησης του δανειστή. Επομένως, λόγο της ανακοπής του άρθρου 933 ΚΠολΔ, μπορεί να αποτελέσει και η αντίθεση της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτελέσεως στα αντικειμενικά όρια του άρθρου 281ΑΚ και η εντεύθεν ακυρότητα της εκτελέσεως. Αν μεν, η αντίθεση αυτή αναφέρεται στην εγκυρότητα του ίδιου του εκτελεστού τίτλου, συνιστά ουσιαστικό ελάττωμα του, με την επιδίωξη εκτελέσεως δια τίτλου τυπικώς μεν έγκυρου, ο οποίος, όμως, επιτεύχθηκε αντιθέτως προς το άρθρο 281 ΑΚ, ο δε σχετικός λόγος ανακοπής πρέπει να προβάλλεται μέσα στην προθεσμία του άρθρου 934 παρ Ια ΚΠολΔ. Αν η αντίθεση στα κριτήρια του άρθρου 281 ΑΚ αφορά στην απαίτηση ή στη διαδικασία της εκτελέσεως, ο λόγος της ανακοπής πρέπει να προβάλλεται μέσα στην προθεσμία του άρθρου 934 παρ. Ιβ' ΚΠολΔ, δηλαδή ως την έναρξη της τελευταίας πράξης εκτελέσεως, η οποία, προκειμένου περί ικανοποιήσεως χρηματικών απαιτήσεων, είναι, κατά το άρθρο 934 παρ. 2 ΚΠολΔ, η σύνταξη της εκθέσεως πλειστηριασμού και κατακυρώσεως. Αν, όμως, η αντίθεση στα κριτήρια του 281 ΑΚ αφορά πρωτογενώς τη διενέργεια του πλειστηριασμού ο λόγος ανακοπής πρέπει να προβάλλεται μέσα στην προθεσμία του άρθρου 934 § 1γ ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 12/2009, ΟλΑΠ 49/2005 ΕλλΔνη 2006, 80, ΑΠ 1248/2010, ΑΠ 340/2006 δημ. ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 95/2006 ΕλλΔνη 2006, 475, ΑΠ 1107/2004 ΕλλΔνη 46,108, ΑΠ 916/2004 δημ. ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 889/2003 ΕλλΔνη 45, 126, ΑΠ 69/2001 ΕλλΔνη 42, 916, ΑΠ 370/2001 ΝοΒ 50, 345, Εφθεσ 587/2009 δημ. ΝΟΜΟΣ).  Κατά την έννοια των διατάξεων του άρθρου 281 ΑΚ, για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος, ως καταχρηστική, θα πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο οικονομικός ή κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος να προκύπτει από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου ή από την πραγματική κατάσταση που δημιουργήθηκε ή τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκηση του κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου (ΟλΑΠ 1/1997, ΟλΑΠ 17/1995, ΟλΑΠ 62/1990, ΟλΑΠ 56/1990, ΑΠ 1248/2010 δημ. ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 340/2006 δημ. ΝΟΜΟΣ, ΔΙΚΗ 2006, 1310, ΑΠ 205/2001 ΕλλΔνη 42, 1571, ΑΠ196/2001 ΕλλΔνη 42, 1571, ΑΠ 409/2000 ΕλλΔνη 41, 1315, ΑΠ 1875/1999 ΕλλΔνη 41, 1316, ΑΠ 1084/1999 ΕλλΔνη 40, 1541, ΑΠ 971/1998 ΕλλΔνη 40, 278, ΑΠ 551/1998 ΕλλΔνη 39, 1296, ΑΠ 1250/1996 ΕΕΝ 1998, 296, ΑΠ 558/1995 ΕλλΔνη 1996, 591, ΕΕΝ 1996,457, ΝοΒ 1997,35). Ο αιτών επικαλούμενος ανεπανόρθωτη βλάβη, ζητεί να ανασταλεί η αναγκαστική εκτέλεση, που επισπεύδεται σε βάρος του από την καθ' ης τραπεζική εταιρεία, με τη διενέργεια στις…..πλειστηριασμού ακινήτου του, δυνάμει της υπ' αριθμ….Γ' επαναληπτικής περίληψης της κατασχετήριας έκθεσης, του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών…..μέχρι να εκδοθεί απόφαση επί της ασκηθείσας νομοτύπως από….ανακοπής, για τους αναφερόμενους σ' αυτήν λόγους. Η αίτηση εισάγεται παραδεκτά ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, που είναι καθ' ύλην και κατά τόπον αρμόδιο (933 και 938 παρ. 2 ΚΠολΔ) να την εκδικάσει κατά την διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, των άρθρων 686 επ. ΚΠολΔ και είναι νόμιμη, ερειδομένη στις διατάξεις των άρθρων 933, 934 και 938 ΚΠολΔ. Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα. Από την εκτίμηση της ένορκης κατάθεσης της μάρτυρος αποδείξεως…..που εξετάστηκε στο ακροατήριο αυτού του δικαστηρίου και των εγγράφων που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν πιθανολογείται η ευδοκίμηση του πρώτου λόγου της ασκηθείσας ανακοπής, σύμφωνα με τον οποίο ο ανακόπτων ζητά να ακυρωθεί ο πλειστηριασμός, που ορίστηκε για την……με την υπ' αρ. ……Γ' Επαναληπτική Περίληψη του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών…..επειδή η απαίτηση της καθ' ης, όπως συνομολογείται και από την τελευταία, ανέρχεται στο ποσό των 56.842,00 ευρώ, ενώ η αξία του κατασχεθέντος ακινήτου του, σύμφωνα και με την υπ' αριθμ. 382/2013 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου, ανέρχεται στο ποσό των 1.200.000 ευρώ και επομένως ή καθ' ης ενεργεί καταχρηστικά, επισπεύδοντας τον επίδικο πλειστηριασμό, καθώς η αξία του ακινήτου είναι δυσανάλογα μεγάλη σε σχέση με το ποσό της απαίτησης της. Πράγματι, η συμπεριφορά της καθ' ης έρχεται σε αντίθεση με το άρθρο 281 ΑΚ, σύμφωνα και με όσα λέχθηκαν ανωτέρω στη μείζονα πρόταση της παρούσας. Τούτο, διότι, υπάρχει προφανής δυσαναλογία ανάμεσα στο εκτελούμενο ανωτέρω χρέος και την πραγματική αξία του ακινήτου του καθ' ου, για την ικανοποίηση του οποίου κατασχέθηκε και συγκεκριμένα ενός αγροτεμαχίου, εκτάσεως 5.167,55 τ.μ., μετά του επ' αυτού κτιριακού συγκροτήματος τυροκομείου και των σε αυτό εγκαταστάσεων και πάσης φύσεως μηχανημάτων που βρίσκεται στη θέση…..ή…..ή….της περιοχής…της πρώην κτηματικής περιφέρειας του Δήμου…Αττικής, του τέως Δήμου….εκτός σχεδίου πόλεως και ήδη του Δήμου….Αττικής της Περιφερειακής Ενότητας….της Περιφερείας Αττικής. Παρέπεται ότι η άσκηση από την καθ' ης του δικαιώματος της να κατάσχει προς πλειστηριασμό το πολλαπλάσιας αξίας, σε σχέση με την απαίτηση της, ακίνητο του ανακόπτοντος υπερβαίνει προφανώς τα όρια τα επιβαλλόμενα από την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη, αλλά και από τον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του δικαιώματος και επομένως, είναι καταχρηστική, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 281 ΑΚ και εντεύθεν άκυρη, διότι η δήλωση επίσπευσης του επίδικου πλειστηριασμού και ο συνακόλουθος πλειστηριασμός εμφανίζονται σαν μέτρα εξαιρετικής σκληρότητας για τον ανακόπτοντα, τα οποία υπερβαίνουν τα ανεκτά όρια θυσίας του, αφού είναι έκδηλη η μεγάλη δυσαναλογία μεταξύ του μέσου εκτελέσεως και του σκοπού, για τον οποίο επιβάλλεται, κατά παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας, που αποτελεί θεμελιώδη κανόνα ρυθμιστικό των σχέσεων εξουσίας συνεπάγεται δε ιδιαιτέρως επαχθείς γι' αυτόν συνέπειες, που καθιστούν μη ανεκτή την πραγμάτωση της απαίτησης της καθ' ης, μέσω της εκπλειστηρίασης του δυσανάλογα μείζονας αξίας κατασχεθέντος ακινήτου του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, εφόσον πιθανολογήθηκε η ευδοκίμηση του ανωτέρω λόγου της ανακοπής και περαιτέρω η ανεπανόρθωτη βλάβη του αιτούντος, πρέπει η αίτηση να γίνει δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη. 

Νομική δυνατότητα να εξαναγκαστεί η Τράπεζα με απόφαση ασφαλιστικών μέτρων να μην ασκήσει τις αξιώσεις της από σύμβαση δανείου.

 

ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ 414/2014

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Δεν υπάρχει νομική δυνατότητα να εξαναγκαστεί η καθ ης Τράπεζα, με απόφαση ασφαλιστικών μέτρων, να μην ασκήσει τις αξιώσεις της, που απορρέουν από τις συμβάσεις δανείων, που έχει συνάψει με την αιτούσα, εφόσον αυτό αποτελεί νόμιμο δικαίωμα της, που απορρέει από τη σύμβαση και το νόμο.

Η αιτούσα θα μπορούσε να ασκήσει την ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ κατά της αναγκαστικής εκτέλεσης που επισπεύδει η καθ ής σε βάρος της, προβάλλοντας τις αντιρρήσεις της και στη συνέχεια να ασκήσει αίτηση αναστολής εκτέλεσης κατά το άρθρο 938 ΚΠολΔ, προκειμένου να πετύχει την αναστολή της αναγκαστικής εκτέλεσης, εάν κριθούν και βάσιμοι οι λόγοι που θα προτείνει και όχι να ζητήσει με την επίδικη αίτηση περί ρύθμισης κατάστασης την απαγόρευση πράξεων αναγκαστικής εκτέλεσης μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης επί της ασκηθείσας αγωγής της για ακύρωση των δανειακών συμβάσεων λόγω απάτης.

Δεν δικαιούται το Δικαστήριο να υποχρεώσει την καθ' ης Τράπεζα προσωρινά σε μη δήλωση της βουλήσεως της (να μην προβεί δηλαδή  σε άσκηση των αξιώσεων της), κατόπιν αίτησης ασφαλιστικών μέτρων, αφού η δήλωση ή μη δήλωση της βουλήσεως του ατόμου αποτελεί φυσική ευχέρεια του, δηλ. εκδήλωση της προσωπικότητας του, η οποία προστατεύεται συνταγματικά (άρθρο 5 παρ. 1 Συντ.).

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ 414/2014

ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΜΕΤΡΩΝ

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από την Δικαστή Σοφία Πλατάκη, Πρόεδρο Πρωτοδικών, που ορίσθηκε από την Πρόεδρο της Τριμελούς Διοίκησης του Πρωτοδικείου Αθηνών, χωρίς τη σύμπραξη Γραμματέα. ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριο του την 25 Νοεμβρίου 2013, για να δικάσει την με αριθμό κατάθεσης……αίτηση μεταξύ των διαδίκων: ΤΗΣ ΑΙΤΟΥΣΑΣ: Της ... κατοίκου Νέας Ιωνίας Αττικής, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο……ΤΗΣ ΚΑΘ ΉΣ Η ΑΙΤΗΣΗ: Της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία……και τον διακριτικό τίτλο……που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολική διάδοχος, δυνάμει της υπ' αριθμό…..απόφασης νομίμως δημοσιευμένης στο υπ'αριθμό ΦΕΚ…της….λόγω συγχώνευσης δι' απορροφήσεώς της, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο…..ΚΑΤΑ ΤΗ ΣΥΖΗΤΗΣΗ της υπόθεσης στο ακροατήριο οι διάδικοι, ως εκπροσωπήθηκαν, ζήτησαν να γίνει δεκτή η ένδικη αίτηση και οι ισχυρισμοί τους. ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κατά τα άρθρα 731 και 732 του ΚΠολΔ προσωρινή ρύθμιση κατάστασης δεν αποτελεί ασφαλιστικό μέτρο με προκαθορισμένο περιεχόμενο, αλλά το πλαίσιο για τη λήψη πρόσφορων μέτρων, με τα οποία ορισμένη κατάσταση που έχει διαμορφωθεί στις έννομες σχέσεις των διαδίκων αντιμετωπίζεται προσωρινά, μέχρι να κριθούν οριστικά οι έννομες σχέσεις τους, ως προς τις οποίες έχει ανακύψει έρις και εφόσον υπάρχει άμεση και πιεστική ανάγκη (επείγουσα περίπτωση) να ενεργοποιηθούν ως τότε ή ανάλογα να αδρανοποιηθούν, εν όλω ή εν μέρει, για να αποφευχθεί η δημιουργία αμετάκλητων ή δυσβάστακτων συνεπειών ως προς το πιθανολογούμενο αποτέλεσμα της κυρίας δίκης. Η ως άνω προσωρινή ρύθμιση κατάστασης έχει ευρύτερο αντικείμενο από την απλή εξασφάλιση ή διατήρηση του δικαιώματος με μέτρα ρυθμιστικού χαρακτήρα, αφού μπορεί να αφορά και κάθε άλλου είδους ρύθμιση, με την οποία εξυπηρετούνται οι ανεπίδεκτες αναβολής έννομες σχέσεις των διαδίκων και παράλληλα εμπεδώνεται η δικαιϊκή ειρήνη. Η προσωρινή ρύθμιση της κατάστασης διακρίνεται: α) σε ενέργεια, παράλειψη ή ανοχή πράξης (άρθρα 731 και 733, 734 ΚΠολΔ), όπου η υποχρέωση για ενέργεια ή ανοχή αφορά υλική πράξη, ενώ η υποχρέωση για παράλειψη αφορά είτε υλική είτε νομική πράξη και β) σε προσωρινή λήψη ρυθμιστικών μέτρων διαπλαστικού χαρακτήρα (άρθρα 732, 735, 736 ΚΠολΔ). Βασική προϋπόθεση για την προσωρινή ρύθμιση κατάστασης είναι η ύπαρξη διάταξης του ισχύοντος δικαίου που να προβλέπει την παροχή εννόμου προστασίας υπό τους όρους, το περιεχόμενο και την έκταση, τη μορφή και το συνδυασμό των οποίων ζητείται η προσωρινή ρύθμιση της κατάστασης. Απαραίτητη προϋπόθεση για να ευδοκιμήσει η αίτηση ασφαλιστικών μέτρων είναι η ύπαρξη ασφαλιστέας αξίωσης δηλαδή η «κατάσταση» της οποίας ζητείται η προσωρινή ρύθμιση, πρέπει να υπήρχε ήδη στο παρελθόν ή να βρισκόταν στο στάδιο της δημιουργίας και να διαταράχθηκε ή να ανατράπηκε. Δεν μπορεί να είναι αντικείμενο προσωρινής ρύθμισης μιας κατάστασης η «προσωρινή» αναγνώριση της ύπαρξης ή μη εννόμου σχέσεως, αφού η αναγνώριση αυτή κατ* άρθρο 70 ΚΠολΔ μπορεί να είναι αντικείμενο μόνο της κύριας υπόθεσης, δηλαδή της διαγνωστικής δίκης με την οποία ζητείται η οριστική δικαστική προστασία («Ασφαλιστικά Μέτρα», I. Χαμηλοθώρη σελ. 299 επ.).

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 731, 732 και 692 παρ. 4 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το Δικαστήριο έχει το δικαίωμα να διατάξει ως ασφαλιστικό μέτρο που επιβάλλεται από τις περιστάσεις και αποσκοπεί στην εξασφάλιση ή διατήρηση του δικαιώματος ή τη ρύθμιση της καταστάσεως, υπό την προϋπόθεση όμως ότι θα τηρηθεί ο κανόνας της τελευταίας διατάξεως του άρθρου 692 παρ. 4 με την οποία ορίζεται ότι το ασφαλιστικό μέτρο δεν πρέπει να συνίσταται στην ικανοποίηση του δικαιώματος του οποίου ζητείται η εξασφάλιση ή διατήρηση, με εξαίρεση μόνο τη διάταξη του άρθρου 728 του ίδιου Κώδικα. Σκοπός δηλαδή των ασφαλιστικών μέτρων είναι να τεθεί σε προσωρινή λειτουργία η επίδικη σχέση και όχι να ματαιωθεί ο πρακτικός σκοπός της κυρίας δίκης στην οποία και μόνο θα κριθεί οριστικά η έννομη σχέση (Βλ. Τζίφρα, Ασφαλ. μέτρα, έκδ. 1985, σελ. 57, ΜΠρΑΘ 7007/1982 ΕλλΔνη 23,332, ΜΠρΑΘ 2945/1996 ΕλλΔνη 1997 177). Εξάλλου, ο κανόνας αυτός έχει εφαρμογή και στο ασφαλιστικό μετρό της ρύθμισης κατάστασης, το οποίο διαφέρει, κατά το σκοπό του οπό τα άλλα ασφαλιστικά μέτρα, αφού κι αυτό συνδέεται με κάποιο δικαίωμα που πρέπει να προστατευθεί προσωρινά για την αποτροπή δημιουργίας έως την περάτωση της κύριας διαγνωστικής δίκης, αμετακλήτων καταστάσεων, που θα μπορούσαν να ματαιώσουν τον πρακτικό σκοπό της δίκης (ΜΠρΧαλκ 864/2006, ΜΠρΘεσ 17800/2002 Νόμος, Τζίφρα, Ασφαλιστικά μέτρο, 1985, σελ. 58, Μπέη, ΠολΔικ άρθρα 693, σελ. 115-116/119-120, 121 επ., 129 - 130,145 - 146, 682, σελ. 33, Β.Βαθρακοκοίλη, ΚΠολΔ άρθρα 692 αρ. 9, ΜΠρΑΘ 5658/2005 αδημ., ΜΠρΑΘ 5801/2001 Δ 33,1149, ΜΠρΑΘ 10691/1998 ΝοΒ 47,434, ΜΠρΑΘ 1847/2008 αδημ.). Ο κανόνας δε αυτός υποχωρεί μόνο στις ακραίες εκείνες περιπτώσεις που πιθανολογείται κίνδυνος σημαντικής προσβολής της αξίας του ανθρώπου η οποία διασφαλίζεται συνταγματικώς (άρθρο 20 παρ.1 Συντ.), και όχι απλά περιουσιακών ζημιών (βλ. ΜΠρΑΘ 16803/82 Δ 14,54, ΜΠρΑΘ 2139/81 ΝοΒ 29,733, ΕιρΡόδου 22/2007 ΝΟΜΟΣ ΜΠρΘεσ 35887/2008 ΝΟΜΟΣ).

 

Στην προκειμένη περίπτωση η αιτούσα με την κρινόμενη αίτηση της εκθέτει ότι σε βάρος της καθ' ης τραπεζικής εταιρίας, άσκησε την από 7-8-2013 αγωγή της ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία ισχυρίζεται ότι έχει συνάψει με αυτήν επτά (7) συμβάσεις, εκ των οποίων η μία ανοικτού αλληλόχρεου λογαριασμού και των υπολοίπων συμβάσεων δανείων, συνολικού ποσού 332.800 ευρώ, κατά το χρονικό διάστημα των ετών 2006 και 2007, για τις οποίες ενέγραψε η καθ' ής συναινετικές προσημειώσεις σε ακίνητα της, καθώς και συμβάσεις πιστωτικών καρτών, και ότι εξέδωσε σε βάρος της τις αναφερόμενες στην αίτηση έξι (6) διαταγές πληρωμής, διαφόρων ποσών που αναφέρονται στην αίτηση, συνολικού ποσού 264.908, 19 ευρώ, για τις οποίες κοινοποίησε σε αυτήν αντίγραφα εξ απογράφου με επιταγή προς πληρωμή. Ότι οι ανωτέρω αναφερόμενες συμβάσεις δανείων και πιστωτικών καρτών και οι χορηγηθείσες συναινετικές προσημειώσεις, είναι άκυρες κατά παράβαση του άρθρου 386 ΠΚ και 147 ΑΚ, αφού συνήφθησαν πειθόμενη από την ίδια ότι δεν πρόκειται να προβεί σε καμία πράξη εκποίησης, παραποιώντας την πραγματικότητα, κατά παράβαση των περί καταναλωτών διατάξεων. Ότι με την αγωγή της ισχυρίζεται ότι η καθ' ής τέλεσε σε βάρος αδικοπραξία και ζητεί, να καταγνωσθεί η απόλυτη ακυρότητα των επίδικων δανειακών συμβάσεων και η απαλλαγή της από κάθε δανειακή υποχρέωση, να καταγνωσθεί η ακυρότητα των επίδικων πιστωτικών καρτών, να διαταχθεί η εξάλειψη όλων των προσημειώσεων που έχουν εγγραφεί, να καταγνωσθεί η καταβολή ποσού 600.000 ευρώ ως αποζημίωση λόγω ηθικής βλάβης, εξαιτίας της αδικοπραξίας. Επικαλούμενη λοιπόν η αιτούσα επικείμενο κίνδυνο να απολέσει τα περιουσιακά της στοιχεία ζητεί, να απαγορευθεί η καθ' ής να εγγράψει οποιοδήποτε βάρος στην περιουσία της ως και των εγγυητών, να απαγορευθεί οποιαδήποτε πράξη αναγκαστικής εκτέλεσης επί της περιουσίας της και των εγγυητών μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης επί της τακτικής αγωγής, να καταβάλει η καθ' ής στην αιτούσα το ποσό των 30.000 ευρώ για κάθε παράβαση της εκδοθείσας διάταξης της απόφασης και να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη της. Με το περιεχόμενο αυτό και αιτήματα η κρινόμενη αίτηση είναι απορριπτέα, ως μη νόμιμη, προεχόντως διότι δεν υπάρχει νομική δυνατότητα να εξαναγκαστεί η καθ' ης, με απόφαση ασφαλιστικών μέτρων, να μην ασκήσει τις αξιώσεις της που απορρέουν από τις άνω συμβάσεις δανείων που έχει συνάψει με την αιτούσα, διότι ουσιαστικά αυτό ζητεί με την ένδικη αίτηση της, να παραλείψει δηλαδή η καθ' ής να μην προχωρήσει σε αναγκαστική εκτέλεση ή σε εγγραφή βαρών στην περιουσία της, εφόσον αποτελεί νόμιμο δικαίωμα της που απορρέει από τη σύμβαση και το νόμο. Η αιτούσα θα μπορούσε να ασκήσει την ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ κατά της αναγκαστικής εκτέλεσης που επισπεύδει η καθ' ής σε βάρος της, προβάλλοντας τις αντιρρήσεις της και στη συνέχεια να ασκήσει αίτηση αναστολής εκτέλεσης κατά το άρθρο 938 ΚΠολΔ, προκειμένου να πετύχει την αναστολή της αναγκαστικής εκτέλεσης, εάν κριθούν και βάσιμοι οι λόγοι που θα προτείνει και όχι να ζητήσει με την επίδικη αίτηση περί ρύθμισης κατάστασης την απαγόρευση πράξεων αναγκαστικής εκτέλεσης μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης επί της ασκηθείσας αγωγής της για ακύρωση των δανειακών συμβάσεων λόγω απάτης. Δεν δικαιούται, συνεπώς, για τον λόγο αυτόν, το Δικαστήριο να καταδικάσει (υποχρεώσει) την καθ' ης προσωρινά σε μη δήλωση της βουλήσεως της (να μην προβεί σε άσκηση των αξιώσεων της), κατόπιν αίτησης ασφαλιστικών μέτρων, αφού η δήλωση ή μη δήλωση της βουλήσεως του ατόμου αποτελεί φυσική ευχέρεια του, δηλ. εκδήλωση της προσωπικότητας του, η οποία προστατεύεται συνταγματικά (άρθρο 5 παρ. 1 Συντ.). Σε κάθε περίπτωση και υπό την εκδοχή ότι είναι δυνατή η καταδίκη της καθ' ης στην αιτούμενη παράλειψη, η λήψη του αιτούμενου ασφαλιστικού μέτρου αποσκοπεί στην πλήρη ικανοποίηση του δικαιώματος της αιτούσας του οποίου ζητείται η εξασφάλιση, η οποία πλήρης ικανοποίηση, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη, δεν μπορεί να επιτευχθεί ως ασφαλιστικό μέτρο υπό τη μορφή της προσωρινής ρύθμισης καταστάσεως. Κατ' ακολουθίαν των παραπάνω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση, ως μη νόμιμη, και να καταδικασθεί η αιτούσα στα δικαστικά έξοδα της καθ' ης η αίτηση (άρθρο 176 ΚΠολΔ). 

 

Τιμή πρώτης προσφοράς πλειστηριασμού ακινήτου, σύμφωνα με το άρθρο 2 ν. 3714/2008.

 

ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ   8355/2010

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Στις περιπτώσεις πλειστηριασμών ακινήτων, σύμφωνα με το άρθρο 2 του νόμου 3714/2008, η τιμή της πρώτης προσφοράς πλειστηριαζόμενου ακινήτου πρέπει να είναι τουλάχιστον ίση με την αντικειμενική αξία του ακινήτου.

Όταν όμως η αξία του ακινήτου είναι μεγαλύτερη της αντικειμενικής, τότε  η τιμή της πρώτης προσφοράς ανέρχεται στα δυο τρίτα της αξίας του ακινήτου.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ   8355/10

Απόσπασμα…….Με το άρθρο 2 του νόμου 3714/2008 περί "προστασίας δανειοληπτών και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ 231 Α/7-11-2008) προστίθεται στο τέλος της παραγράφου 1 του άρθρου 995 ΚΠοΛΔ εδάφιο, το οποίο ορίζει ότι: "Ως τιμή πρώτης προσφοράς για τον πλειστηριασμό ακινήτου ορίζεται η αξία που προκύπτει από τον προσδιορισμό της αξίας του με αντικειμενικά κριτήρια σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 41 και 41 ο του ν. 1249/1982 (ΦΕΚ 43 Α'), όπως εκάστοτε ισχύουν και των κατ' εξουσιοδότηση αυτών εκδιδόμενων κανονιστικών αποφάσεων". Τέλος, η περιέχουσα μεταβατική διάταξη του άρθρου 7 του ίδιου νόμου ορίζει οτι "1. Οι διατάξεις των άρθρων 1-5 του παρόντος νόμου εφαρμόζονται από την έναρξη της ισχύος του και στις εκκρεμείς εκτελέσεις ως προς το ατέλεστο μέρος της διαδικασίας αυτών και ως προς τις πράξεις εκτελέσεως που θα γίνουν μετά την έναρξη της ισχύος του. Το κύρος και οι έννομες συνέπειες των πράξεων της διαδικασίας εκτελέσεως που έχουν γίνει πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος νομού δεν θίγονται. 2 ... ". Με τις διατάξεις των άρθρων 1, 2, 3 και 7 του ν, 3714/2008 τροποποιήθηκε εκτός των άλλων διατάξεων του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας και το άρθρο 995 παρ. 1, το οποίο είναι ενταγμένο στο πέμπτο κεφάλαιο του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας και αφορά την κατάσχεση ακινήτων, πλοίων ή αεροσκαφών του οφειλέτη. Συγκεκριμένα, προστέθηκε τελευταίο εδάφιο στην πρώτη παράγραφο του άρθρου, στο οποίο ορίζεται πλέον ειδικά ο τρόπος προσδιορισμού της τιμής πρώτης προσφοράς στους πλειστηριασμούς ακίνητων. Μέχρι την ισχύ του ως άνω νόμου η τιμή της πρώτης προσφοράς στις περιπτώσεις πλειστηριασμών ακίνητων προσδιορίζονταν από τη διάταξη του άρθρου 993 παρ. 2 εδ. α' ΚΠολΔ σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 954 παρ. 2 περ. γ' ΚΠολΔ, στην οποία αυτό παρέπεμπε. Ανέρχονταν, δε, η τιμή της πρώτης προσφοράς στα δυο τρίτα της αξίας του ακινήτου, όπως αυτή εκτιμήθηκε από το δικαστικό επιμελητή. Μετά την ισχύ του ως άνω νόμου (7-11-2008) και τη θέσπιση ρητής διάταξης στο πέμπτο κεφάλαιο του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, που ορίζει τον τρόπο προσδιορισμού της τιμής πρώτης προσφοράς στους πλειστηριασμούς ακινήτων, ζήτημα ανακύπτει κατά πόσο εξακολουθεί να ισχύει η διάταξη του άρθρου 954 παρ. 2 περ. γ ΚΠολΔ ή θεωρείται αυτή σιωπηρά καταργημένη, δεδομένου ότι ο νέος νόμος δεν περιέχει διάταξη τροποποιητική του άρθρου 993 ΚΠολΔ παρ. 1 εδ. α'. Ειδικότερα, το ζήτημα αποκτά πρακτική σημασία στην περίπτωση που η τιμή της πρώτης προσφοράς υπολογιζόμενη με τον κανόνα των 2/3 επί της εκτιμηθείσας από τον επιμελητή αξίας του ακινήτου (άρθρα 993 παρ. 2 εδ. α' και 954 παρ. 2 περ. β' ΚΠολΔ) υπερβαίνει την αντικειμενική του αξία, αφού η αντίστροφη περίπτωση, δηλαδή αυτή να υπολείπεται της αντικειμενικής αξίας, φαίνεται να ρυθμίζεται ευθέως από τη νέα διάταξη, η οποία ουσιαστικά εμποδίζει τον ορισμό της τιμής πρώτης προσφοράς κατώτερα από την αντικειμενική αξία του ακινήτου. Ο σκοπός της συγκεκριμένης νομοθετικής ρύθμισης, που είναι η απαγόρευση πλειστηριασμών ακινήτων σε τιμή κατώτερη της αντικειμενικής αξίας τους, ώστε να αποτρέπονται οι εκποιήσεις ακινήτων σε μη εύλογες αξίες και ιδιαίτερα χαμηλές τιμές προς βλάβη των συμφερόντων των δανειστών, των οφειλετών και της οικονομίας ευρύτερα (αιτιολ. έκθεση ν. 3714/2008), συνηγορεί υπέρ της άποψης ότι θα πρέπει να θεωρηθεί ως παράλληλα ισχύουσα η διάταξη του άρθρου 954 παρ. 2 περ. γ', ήτοι ο κανόνας των 2/3, αφού ο ορισμός της τιμής πρώτης προσφοράς ανώτερης της αντικειμενικής αξίας του ακινήτου πραγματώνει τον ως άνω σκοπό του νόμου. Εξάλλου, η παράλειψη της λέξης "τουλάχιστον" στη διατύπωση της νέας διάταξης σε σημείο που να υποδηλώνει σαφώς ότι η αντικειμενική άξια αποτελεί το κατώτερο σημείο για τον προσδιορισμό της τιμής πρώτης προσφοράς, δεν πρέπει να αποδοθεί σε ηθελημένη παράλειψη του νομοθέτη, αφού τόσο στην αιτιολογική έκθεση του νόμου όσο και στην υπ' αριθμ. πρωτ. 129486/7-11-2008 εγκύκλιο του Υπουργού Δικαιοσύνης ρητά αναφέρεται ότι η τιμή της πρώτης προσφοράς θα πρέπει να είναι τουλάχιστον ίση με την αντικειμενική αξία των ακινήτων, εφόσον το ακίνητο βρίσκεται εντός σχεδίου πόλεως, ενώ σε περίπτωση που το ακίνητο βρίσκεται εκτός σχεδίου πόλης η οικισμού, που δεν έχει ειδικούς όρους δόμησης, ο προσδιορισμός της αντικειμενικής αξίας θα γίνεται σύμφωνα με ειδικές διατάξεις. 

 

Διόρθωση κατασχετήριας έκθεσης πλειστηριασμού ακινήτου, αναβολή πλειστηριασμού.

 

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ  293/2007

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Το δικαστήριο μπορεί να διατάξει όχι μόνο τη διόρθωση των κάθε είδους ατελειών ή παραλείψεων της κατασχετήριας εκθέσεως και την τήρηση πρόσθετων μέτρων δημοσιότητας, αλλά και την αναβολή του πλειστηριασμού, αν ο χρόνος που υπολείπεται έως τον προγραμματισμένο ήδη πλειστηριασμό δεν επαρκεί για την τήρηση των πρόσθετων διατυπώσεων που επιβάλλει.

Η απόφαση πρέπει να δημοσιεύεται έως τις 12.00 το μεσημέρι της προηγούμενης του πλειστηριασμού ημέρας και σε κάθε περίπτωση, πρέπει να κατατίθεται στον υπάλληλο του πλειστηριασμού, ο οποίος, αφού επιχειρήσει τη σχετική διόρθωση στην κατασχετήρια έκθεση, πρέπει να τηρήσει τις διατυπώσεις δημοσιότητας.

Η διενέργεια του πλειστηριασμού, παρά την ύπαρξη διορθωτικής αποφάσεως που τον αναβάλλει, είναι έγκυρη αν δεν έχει προηγηθεί η κατάθεση της αποφάσεως αυτής στον υπάλληλο του πλειστηριασμού.

Σε περίπτωση που η εν λόγω κατάθεση έχει προηγηθεί, ο πλειστηριασμός είναι άκυρος μόνο με τη συνδρομή ανεπανόρθωτης βλάβης.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ 

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ  293/2007

Απόσπασμα……..Από τις διατάξεις του άρθρου 954 παρ. 4 ΚΠολΔ, που σύμφωνα με το άρθρο 993 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα εφαρμόζονται και επί κατασχέσεως ακινήτων, προκύπτει ότι, κατόπιν ασκήσεως της καθιερούμενης με τις διατάξεις αυτές ανακοπής, το αρμόδιο κατά το άρθρο 933 ΚΠολΔ δικαστήριο, δικάζοντας κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, μπορεί να διατάξει όχι μόνο τη διόρθωση των κάθε είδους ατελειών ή παραλείψεων της κατασχετήριας εκθέσεως και την τήρηση πρόσθετων μέτρων δημοσιότητας, αλλά και την αναβολή του πλειστηριασμού ("νέα ημέρα πλειστηριασμού"), αν ο χρόνος που υπολείπεται έως τον προγραμματισμένο ήδη πλειστηριασμό δεν επαρκεί για την τήρηση των πρόσθετων διατυπώσεων που με την ίδια απόφασή του επιβάλλει, ενώ εξάλλου η απόφαση αυτή πρέπει, κατά το δυνατόν, να δημοσιεύεται έως τις 12.00 το μεσημέρι της προηγούμενης του πλειστηριασμού ημέρας και, σε κάθε περίπτωση, πρέπει να κατατίθεται στον υπάλληλο το πλειστηριασμού, ο οποίος, αφού επιχειρήσει τη σχετική διόρθωση στην κατασχετήρια έκθεση, πρέπει να τηρήσει τις διατυπώσεις δημοσιότητας του άρθρου 960 παρ. 1 ΚΠολΔ. Παρά τον διαπλαστικό της χαρακτήρα η απόφαση αυτή πρέπει να γίνει δεκτό ότι, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 939 παρ. 2 ΚΠολΔ, αναπτύσσει τη διαπλαστική της ενέργεια, όχι από την έκδοσή της, αλλά από την κατάθεσή της στον υπάλληλο του πλειστηριασμού. Την ερμηνεία αυτή επιβάλλει η ανάγκη της ασφάλειας των πλειοδοτών, οι οποίοι δεν θα είναι σε θέση αλλιώς να γνωρίζουν αν έχει αναβληθεί ή όχι ο πλειστηριασμός πριν από τη γνωστοποίηση της αναβολής στον υπάλληλο του πλειστηριασμού. Η διενέργεια έτσι του πλειστηριασμού, παρά την ύπαρξη διορθωτικής αποφάσεως που τον αναβάλλει, είναι έγκυρη αν δεν έχει προηγηθεί η κατάθεση της αποφάσεως αυτής στον υπάλληλο του πλειστηριασμού (βλ. Ολ ΑΠ 33/1995 για την αναστολή κατά το άρθρο 1000 ΚΠολΔ). Σε περίπτωση που η εν λόγω κατάθεση έχει προηγηθεί, ο πλειστηριασμός είναι άκυρος μόνο με τη συνδρομή ανεπανόρθωτης βλάβης (άρθρο 159 περ. 3 ΚΠολΔ). Εν προκειμένω, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, έκρινε ότι ο διενεργηθείς στις…, με επίσπευση της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας……(ήδη συγχωνευθείσας με απορρόφησή της από τη δεύτερη των αναιρεσιβλήτων), πλειστηριασμός ενός ακινήτου της πρώτης των αναιρεσιβλήτων, κατά τον οποίο (πλειστηριασμό) αναδείχθηκε υπερθεματίστρια η αναιρεσείουσα, είναι άκυρος, διότι με τη….απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εκδοθείσα επί της κατ' άρθρο 954 παρ. 4 ΚΠολΔ ανακοπής της πρώτης των αναιρεσιβλήτων, ορίσθηκε, πλην άλλων, η 9-7-1997 ως νέος χρόνος διενέργειας του πλειστηριασμού. Η κρίση αυτή ακολουθεί τη σκέψη του ότι για την ακυρότητα του πλειστηριασμού αρκούσε μόνη η έκδοση της ως άνω αποφάσεως και δεν ήταν απαραίτητη η κατάθεσή της στον υπάλληλο του πλειστηριασμού. Κατόπιν τούτου, το εφετείο, αφού δέχθηκε την έφεση της πρώτης των αναιρεσιβλήτων και εξαφάνισε την αντιθέτως κρίνασα πρωτόδικη απόφαση, δέχθηκε τις ανακοπές της πρώτης των αναιρεσιβλήτων και ακύρωσε τη σχετική έκθεση πλειστηριασμού, την αντίστοιχη περίληψη της κατακυρωτικής εκθέσεως και την κάτω από το αντίγραφο του απογράφου αυτής συνταχθείσα επιταγή για εκτέλεση. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο παρά τον νόμο κήρυξε ακυρότητα, και ως εκ τούτου ο πρώτος λόγος του αναιρετηρίου, ο οποίος κατ' εκτίμηση εμπίπτει στη ρύθμιση του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος. Κατ΄ακολουθίαν, παρελκούσης της έρευνας του δεύτερου λόγου, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους εκείνων που δίκασαν προηγουμένως. 

 

Καταχρηστική κατάσχεση ακινήτου, λόγω προφανούς δυσαναλογίας μεταξύ της αξίας του ακινήτου που κατασχέθηκε και της απαίτησης του επισπεύδοντος.

 

ΕΦΕΤΕΙΟ ΛΑΡΙΣΗΣ  29/2008

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Δεν υφίσταται προφανής δυσαναλογία μεταξύ της αξίας του ακινήτου που κατασχέθηκε και της απαιτήσεως της καθ ης η ανακοπή, ώστε να είναι καταχρηστική η κατάσχεση του επίδικου ακινήτου, αφού η σύγκριση δεν πρέπει να γίνει μόνο μεταξύ της απαιτήσεως του δανειστή και της αξίας εκτιμήσεως του κατασχεθέντος, αλλά θα πρέπει να συνεκτιμηθούν, το τελικό καθαρό πλειστηρίασμα και οι απαιτήσεις των υπόλοιπων αναγγελθέντων δανειστών, αφού τελικά το πλειστηρίασμα κατανέμεται μεταξύ όλων των δανειστών.

Δεν είναι καταχρηστική η επιλογή της καθ ης η ανακοπή να προβεί στην κατάσχεση του ακινήτου, γιατί  εν όψει του συνόλου των αναγγελθέντων απαιτήσεων και του τελικού πλειστηριάσματος, που η εκπλειστηρίαση των κινητών θα απέδιδε, δεν θα ήταν εφικτή η ικανοποίησή της.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΕΦΕΤΕΙΟ ΛΑΡΙΣΗΣ  29/20081.

Απόσπασμα…….Οι εφεσίβλητοι με την ανακοπή τους, την οποία απηύθυναν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας κατά της εκκαλούσας, ζήτησαν, για όσους λόγους επικαλέσθηκαν, την ακύρωση των πράξεων της αναγκαστικής εκτελέσεως που επισπεύδονταν εναντίον τους και συγκεκριμένα την ακύρωση της έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης ακινήτου και της περίληψης αυτής. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας με την υπ αριθ….απόφασή του δέχθηκε την ανακοπή και ακύρωσε την εκτέλεση. Κατά της αποφάσεως αυτής άσκησε έφεση η καθής η ανακοπή και παραπονείται για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμο και κακή εκτίμηση των αποδείξεων, ζητώντας να εξαφανισθεί ώστε να απορριφθεί η ανακοπή των αντιδίκου της στο σύνολό της. 3. Από τις καταθέσεις των μαρτύρων, την χωρίς όρκο εξέταση του πρώτου ανακόπτοντος στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου (βλ. πρακτικά συνεδριάσεως) και όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Οι ανακόπτοντες οφείλουν δυνάμει της υπ αριθ….διαταγής πληρωμής του δικαστή του μονομελούς πρωτοδικείου Λάρισας να καταβάλλουν, εις ολόκληρον ο καθένας, στην καθής η ανακοπή κεφάλαιο 10.094 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την 20.3.2001. Με βάση τον τίτλο αυτό η καθής η ανακοπή κατάσχεσε με την υπ αριθ. 219/21.12.2001 έκθεση αναγκαστικής κατασχέσεως του δικαστικού επιμελητή…….ένα ακίνητο (αγροτεμάχιο) των ανακοπτόντων 8.063 τ.μ. στη θέση…….της κτηματικής περιφέρειας…….. η αξία του οποίου ορίσθηκε (μετά από διόρθωση της αρχικής εκτιμήσεως με δικαστική απόφαση) μαζί με τα επικείμενα κτίσματα σε 190.754 ευρώ. Το ακίνητο αυτό πλειστηριάσθηκε την 29.9.2004 αντί πλειστηριάσματος 96.000 ευρώ και κατακυρώθηκε στην καθής η ανακοπή. Στο πλειστηριασμό είχαν αναγγελθεί και άλλοι, πλην της καθής η ανακοπή, δανειστές και συγκεκριμένα: Η  Τράπεζα…..για απαίτηση κεφαλαίου 149.042 ευρώ, η Τράπεζα…..για απαίτηση κεφαλαίου 5.425 ευρώ, η…..για απαίτηση κεφαλαίου 2.853 ευρώ, ο……για απαίτηση 3.293 ευρώ, ο…..για απαίτηση 1.625 ευρώ και το Ελληνικό Δημόσιο για απαίτηση κεφαλαίου 12.463 ευρώ. Ο συμβολαιογράφος, αφού αφαίρεσε 4.126 ευρώ ως έξοδα εκτελέσεως, στο υπόλοιπο κατέταξε προνομιακά την…. Τράπεζα….για 79.409 ευρώ και το Ελληνικό Δημόσιο για 12.463 ευρώ. Συνεπώς η απαίτηση της καθής η ανακοπή δεν ικανοποιήθηκε. Με βάση τα περιστατικά αυτά δεν υφίσταται προφανής δυσαναλογία μεταξύ της αξίας του ακινήτου που κατασχέθηκε και της απαιτήσεως της καθής η ανακοπή ώστε να είναι καταχρηστική η κατάσχεση του επίδικου ακινήτου, όπως αβάσιμα υποστηρίζουν οι ανακόπτοντες, αφού η σύγκριση δεν πρέπει να γίνει μόνο μεταξύ της απαιτήσεως του δανειστή και της αξίας εκτιμήσεως του κατασχεθέντος, αλλά θα πρέπει να συνεκτιμηθούν α) το τελικό καθαρό πλειστηρίασμα και β) οι απαιτήσεις των υπόλοιπων (αναγγελθέντων) δανειστών, αφού τελικά το πλειστηρίασμα κατανέμεται μεταξύ όλων των δανειστών.  Με βάση τα ανωτέρω δεδομένα το ακίνητο που η καθής η ανακοπή κατάσχεσε όχι μόνο δεν ήταν δυσανάλογο ως προς την αξία του με το σύνολο των χρεών των ανακοπτόντων, αλλά αντίθετα ανεπαρκές (όπως αποδείχθηκε) για την ικανοποίησή της. Επίσης, ναι μεν η ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία…..μαζί με την οποία οι ανακόπτοντες ενέχονται ως ομόρρυθμα μέλη για το επίδικο χρέος, είχε στην κυριότητά της διάφορα αυτοκίνητα και συγκεκριμένα το υπ αριθ….κλειστό φορτηγό, το υπ αριθ…..φορτηγό-ψυγείο, το υπ αριθ…..κλειστό φορτηγό, το υπ αριθ….φορτηγό-ψυγείο, το υπ αριθ…..φορτηγό-ψυγείο, το υπ αριθ……ΙΧΕ και ο πρώτος ανακόπτων το υπ αριθ….. αγροτικό μηχάνημα και το υπ αριθ….. ΙΧΕ αυτοκίνητο, συνολικής αξίας 58.000 ευρώ περίπου, επί των οποίων θα μπορούσε να γίνει κατάσχεση για να ικανοποιηθεί η απαίτηση της καθής η ανακοπή, πλην όμως και πάλι η επιλογή της καθής η ανακοπή να προβεί στην κατάσχεση του ακινήτου δεν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που διαγράφει το άρθρο 281 ΑΚ για την άσκηση ενός δικαιώματος διότι (πλην του ότι τα κινητά αυτά δεν ήταν γνωστά σ αυτήν και ούτε προσφέρθηκαν από τους οφειλέτες) και πάλι, ενόψει του συνόλου των αναγγελθέντων κατά τα ανωτέρω απαιτήσεων και του τελικού πλειστηριάσματος που η εκπλειστηρίαση των κινητών θα απέδιδε, δεν θα ήταν εφικτή η ικανοποίησή της. Σε καμία λοιπόν περίπτωση δεν συνιστά κατάχρηση δικαιώματος η επιλογή της καθής η ανακοπή να προβεί στην κατάσχεση του ακινήτου των ανακοπτόντων. Επομένως ο δεύτερος λόγος της ανακοπής έπρεπε να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος. Αντίθετα, η εκκαλούμενη απόφαση έκρινε ότι ο λόγος αυτός της ανακοπής είναι ουσιαστικά βάσιμος και ακύρωσε την εκτέλεση. Κρίνοντας όμως έτσι δεν εκτίμησε ορθά τις αποδείξεις και συνεπώς έσφαλε κατά τα βάσιμα παράπονα της εφέσεως που πρέπει να γίνει δεκτή ως βάσιμη και από ουσιαστική άποψη. 

Αναζήτηση

Χρίστος Καραμπάγιας | Μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών