ΔΙΑΤΑΓΗ ΠΛΗΡΩΜΗΣ

 

Διαταγή πληρωμής για το κατάλοιπο κλεισθέντος αλληλόχρεου λογαριασμού

 

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ   35/2011

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Διαταγή πληρωμής μπορεί να εκδοθεί και για το κατάλοιπο κλεισθέντος αλληλόχρεου λογαριασμού, εφ όσον αποδεικνύονται εγγράφως η σύμβαση του αλληλόχρεου λογαριασμού, η κίνησή του, το κλείσιμο και το κατάλοιπο αυτού.

Το αντίγραφο του λογαριασμού έχει αποδεικτική δύναμη ίση με το πρωτότυπο, εφόσον η ακρίβειά του βεβαιώνεται από αρμόδια αρχή, ή δικηγόρο.

Δεν αρκεί για να προσδώσει την αποδεικτική αυτή δύναμη μόνη η βεβαίωση της ακρίβειας του αντιγράφου από τον αρμόδιο υπάλληλο της πιστώτριας τράπεζας.

Η εκτύπωση όμως αποσπάσματος των μηχανογραφικώς τηρούμενων εμπορικών βιβλίων, που περιέχονται σε ηλεκτρονική μορφή εντός του υπολογιστή, εφ όσον η γνησιότητα της εκτύπωσης βεβαιώνεται από τον υπάλληλο που την ενήργησε, αποτελεί το πρωτότυπο έγγραφο που έχει στα χέρια της η τράπεζα προς απόδειξη του περιεχομένου του εξαχθέντος από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή αποσπάσματος των βιβλίων της και στην περίπτωση αυτή δεν απαιτείται βεβαίωση της ακρίβειας τούτου από αρμόδια αρχή ή δικηγόρο, αφού δεν πρόκειται για αντίγραφο. 

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ   35/2011

Απόσπασμα…..1. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθ. ……τελεσίδικη και αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η από …… έφεση του ήδη αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθ…….οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που είχε απορρίψει την από 18.9.2000 ανακοπή του με αίτημα την ακύρωση της υπ' αριθ. …….διαταγής πληρωμής της δικαστού του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε με αίτηση της αντιδίκου του σε βάρος της πτωχής εταιρείας με την επωνυμία…….την οποία ως οριστικός σύνδικος εκπροσωπεί. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§3 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο του μοναδικού λόγου της (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ). 2.Κατά το άρθρ. 623 ΚΠολΔ, μπορεί κατά την ειδική διαδικασία των άρθρ. 624 έως 634 να ζητηθεί η έκδοση διαταγής πληρωμής για χρηματικές απαιτήσεις ή απαιτήσεις παροχής χρεογράφων, εφόσον η απαίτηση και το οφειλόμενο ποσό αποδεικνύονται με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο, κατά δε το άρθρ. 626§3 ίδιου Κώδικα, στην αίτηση για την έκδοση διαταγής πληρωμής, που καταθέτει ο δικαιούχος της απαίτησης στη γραμματεία του δικαστηρίου, πρέπει να επισυνάπτονται και όλα τα έγγραφα από τα οποία προκύπτει η απαίτηση και το ποσό της. Διαταγή πληρωμής μπορεί να εκδοθεί και για το κατάλοιπο κλεισθέντος αλληλόχρεου λογαριασμού, εφόσον αποδεικνύονται εγγράφως η σύμβαση του αλληλόχρεου λογαριασμού, η κίνησή του, το κλείσιμο και το κατάλοιπο αυτού. Εξ άλλου η περιλαμβανόμενη στη σύμβαση παροχής πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό ειδική συμφωνία ότι η οφειλή του πιστούχου προς την πιστώτρια τράπεζα, που θα προκύψει από το οριστικό κλείσιμο της πίστωσης, θα αποδεικνύεται από το απόσπασμα των εμπορικών βιβλίων της τράπεζας, είναι έγκυρη ως δικονομική σύμβαση. Το απόσπασμα αυτό, στο οποίο αποτυπώνεται η κίνηση, το κλείσιμο του λογαριασμού και το κατάλοιπο, επέχει θέση αποδεικτικού μέσου με ισχύ ιδιωτικού εγγράφου (άρθρ. 441αριθ.1 ΚΠολΔ), το δε αντίγραφο αυτού έχει αποδεικτική δύναμη ίση με το πρωτότυπο, εφόσον η ακρίβειά του βεβαιώνεται από αρμόδια αρχή ή δικηγόρο (άρθρ. 449§1 ΚΠολΔ, 52 ν.δ. 3026/1952, 14 ν. 1599/1986). Αντίθετα δεν αρκεί για να προσδώσει την αποδεικτική αυτή δύναμη μόνη η βεβαίωση της ακρίβειας του αντιγράφου από τον αρμόδιο υπάλληλο της πιστώτριας τράπεζας. Στην περίπτωση όμως των μηχανογραφικώς τηρούμενων εμπορικών βιβλίων, η εκτύπωση του αποσπάσματος των βιβλίων αυτών, που περιέχονται σε ηλεκτρονική μορφή εντός του υπολογιστή, εφόσον η γνησιότητα της εκτύπωσης βεβαιώνεται από τον υπάλληλο που την ενήργησε, αποτελεί το πρωτότυπο έγγραφο που έχει στα χέρια της η τράπεζα προς απόδειξη του περιεχομένου του εξαχθέντος από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή αποσπάσματος των βιβλίων της. Επομένως στην περίπτωση αυτή δεν απαιτείται βεβαίωση της ακρίβειας τούτου από αρμόδια αρχή ή δικηγόρο, αφού δεν πρόκειται για αντίγραφο (ΑΠ 578/2005, ΑΠ 902/2006, ΑΠ 1094/2006, ΑΠ 441/2007, ΑΠ 570/2010). 

 

Διαδικασία εκδίκασης ανακοπής κατά διαταγής πληρωμής.

 

ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ 8572/2008  

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Η ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής κατ΄ αρχήν εκδικάζεται κατά την τακτική διαδικασία, κατ΄ εξαίρεση δε, αν η διαφορά από την απαίτηση, για την οποία εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής δικάζεται με κάποια από τις ειδικές διαδικασίες, τότε μόνον η εκδίκαση της ανακοπής θα γίνει κατά τις διατάξεις της ειδικής αυτής διαδικασίας.

Εάν η διαφορά από την απαίτηση για την οποία εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής δικάζεται κατά την τακτική διαδικασία, τότε η εκδίκαση της ανακοπής γίνεται υποχρεωτικώς κατ΄ αυτήν, όπως είναι η απαίτηση τιμήματος από σύμβαση πώλησης, απαίτηση από αλληλόχρεο λογαριασμό, ή από σύμβαση εγγύησης, ή από δάνειο, ή απαίτηση εργολαβικής αμοιβής, ομόλογο, αφηρημένη αναγνώριση χρέους, ή από άκυρη συναλλαγματική κλπ

Εάν η υπόθεση δεν υπάγεται στην διαδικασία στην οποίαν εισήχθη, το Δικαστήριο αποφαίνεται περί τούτου αυτεπαγγέλτως και διατάσσει την εκδίκαση της υπόθεση κατά την διαδικασία κατά την οποίαν δικάζεται, χωρίς να απαιτείται παραπομπή της υπόθεσης στην προσήκουσα διαδικασία, εκτός εάν η τήρηση της προσήκουσας διαδικασίας συνοδεύεται και από αντίστοιχη υπαγωγή της διαφοράς σε άλλο Δικαστήριο, ή την εφαρμογή διαφορετικών δικονομικών κανόνων, όπως η τήρηση προδικασίας που απαιτεί η διαδικασία κατά την οποίαν πρέπει να εκδικασθεί η υπόθεση.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ 8572/2008 

Απόσπασμα…….Κατά το άρθρο 623 του ΚΠολΔ διαταγή πληρωμής μπορεί να εκδοθεί κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 624 έως 634 του Κ.Πολ.Δ, όχι μόνον επί πιστωτικών τίτλων αλλά με τους περιορισμούς του άρθρου 624 Κ.Πολ.Δ, σε κάθε χρηματική απαίτηση, ανεξαρτήτως της αιτίας αυτής, εφόσον η απαίτηση και το οφειλόμενο ποσόν αποδεικνύονται με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο, κατά δε το άρθρο 632 παρ. 1, 3 του Κ.Πολ.Δ., ο καθ΄ ου η διαταγή πληρωμής οφειλέτης έχει το δικαίωμα, μέσα σε δεκαπέντε εργάσιμες ημέρες από την επίδοσή της να ασκήσει ανακοπή, η οποία απευθύνεται στο Δικαστήριο το οποίο είναι καθ΄ ύλην αρμόδιο, αν δε η διαφορά από την απαίτηση, για την οποίαν έχει εκδοθεί η διαταγή πληρωμής, δικάζεται σύμφωνα με ειδική διαδικασία, η ανακοπή εκδικάζεται κατά τις διατάξεις της ειδικής αυτής διαδικασίας. Από την τελευταία των ως άνω διατάξεων, προκύπτει ότι η ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής κατ΄ αρχήν εκδικάζεται κατά την τακτική διαδικασία, κατ΄ εξαίρεση δε, αν η διαφορά από την απαίτηση, για την οποίαν εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής δικάζεται με κάποια από τις ειδικές διαδικασίες, τότε μόνον η εκδίκαση της ανακοπής θα γίνει κατά τις διατάξεις της ειδικής αυτής διαδικασίας (ΑΠ 500/1997 ΕλλΔνη 39(1998).97, ΕφΑθ 2800/1998 ΕλλΔνη 40(1999).378, Εφ.Πειρ.285/1998 ΕλλΔνη39(1998).894, Εφ.Πειρ. 371/1994 ΕλλΔνη36(1995).1304, ΕφΑθ 724/1991 Δ22.838,). Εάν η διαφορά από την απαίτηση για την οποία εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής δικάζεται κατά την τακτική διαδικασία, τότε η εκδίκαση της ανακοπής γίνεται υποχρεωτικώς κατ΄ αυτήν (ΑΠ 513/1978 ΝοΒ 27.379, Εφ.Αθ. 7984/90 ό.π.), όπως είναι η απαίτηση τιμήματος από σύμβαση πωλήσεως, απαίτηση από αλληλόχρεο λογαριασμό ή από σύμβαση εγγύησης, ή από δάνειο, ή απαίτηση εργολαβικής αμοιβής, ομόλογο, αφηρημένη αναγνώριση χρέους, ή από άκυρη συναλλαγματική κλπ. Εξάλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 591§2 του Κ.Πολ.Δ., εάν η υπόθεση δεν υπάγεται στην διαδικασία στην οποίαν εισήχθη, το Δικαστήριο αποφαίνεται περί τούτου αυτεπαγγέλτως και διατάσσει την εκδίκαση της υποθέσεως κατά την διαδικασία κατά την οποίαν δικάζεται αυτή χωρίς να απαιτείται παραπομπή της υποθέσεως στην προσήκουσα διαδικασία, εκτός εάν η τήρηση της προσήκουσας διαδικασίας συνοδεύεται και από αντίστοιχη υπαγωγή της διαφοράς σε άλλο Δικαστήριο ή την εφαρμογή διαφορετικών δικονομικών κανόνων, όπως η τήρηση προδικασίας που απαιτεί η διαδικασία κατά την οποίαν πρέπει να εκδικασθεί η υπόθεση (ΑΠ 1363/1974 Δ 6.612). Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 111 του ΚΠολΔ, καμία κύρια ή παρεμπίπτουσα αίτηση για δικαστική προστασία δεν μπορεί να εισαχθεί στο Δικαστήριο, χωρίς να τηρηθεί προδικασία, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά. Το Δικαστήριο ερευνά το περιεχόμενο της προδικασίας και της διαδικασίας στο ακροατήριο, για να κρίνει αν η διαδικασία στην οποία έχει εισαχθεί καλύπτει τις προϋποθέσεις της διαδικασίας, που πρέπει να εφαρμοσθεί, οπότε σε καταφατική περίπτωση προβαίνει σε εφαρμογή της και εκδικάζει την υπόθεση με την προσήκουσα διαδικασία κατά την αυτή δικάσιμο. Αλλιώς διατάζει την εκδίκαση κατά την οριζόμενη διαδικασία και απέχει της περαιτέρω έρευνας της υπόθεσης μέχρι να γίνουν από τους διαδίκους όσα απαιτεί η προσήκουσα διαδικασία (ΑΠ 1227/1983 ΕλλΔνη 25(1984).362, ΑΠ 1363/1974 Δ6.612, Εφ.Πειρ.996/1994 ΕλλΔνη37(1996).386, ΕΑ1229/1983 ΝοΒ31.838). Στην προκειμένη περίπτωση, η κρινομένη ανακοπή κατά της με αριθμ. 15494/2007 διαταγής πληρωμής, η οποία εκδόθηκε από τον Δικαστή αυτού του Δικαστηρίου, έπειτα από αίτηση του καθ΄ου η ανακοπή βάσει του από 14-03-2007 ιδιωτικού συμφωνητικού αναγνώρισης χρέους μεταξύ αυτού και του ανακόπτοντος αλλά και του από 26-03-2007 τροποποιητικού του αρχικού συνταγέντος μεταξύ του πληρεξουσίου δικηγόρου του καθ΄ου η ανακοπή και του ανακόπτοντος , δυνάμει των οποίων αναγνωρίσθηκε από τον ανακόπτοντα έναντι του καθ΄ ου η ανακοπή οφειλή ποσού 13.000 ευρώ ανεξάρτητα από την αιτία κατ΄ άρθρο 873 ΑΚ την οποία υποχρεωνόταν να επιστρέψει στον καθ΄ου η ανακοπή μέχρι την 26-03-2007 και μετέπειτα κατόπιν παρατάσεως την 3-04-2007, επιπλέον ο ανακόπτων αναγνώρισε ότι θα οφείλει το ποσό των 26.000 ευρω ως ποινική ρήτρα για την περίπτωση της μη έγκυρης ή της μη προσήκουσας καταβολής του ποσού των 13.000 ευρώ, περαιτέρω, δυνάμει της υπ΄ αριθμ. 15494/2007 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης υποχρεώθηκε ο ανακόπτων να καταβάλει στον καθ'ου η ανακοπή το χρηματικό ποσό των 26.000 ευρω, πλέον τόκων και δικαστικών εξόδων, ( η κρινόμενη ανακοπή) αρμοδίως καθ'ύλην και κατά τόπον φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού (άρθρα 14 παρ.2, 625 και 636 του ΚΠολΔ, βλ. Εφ.Δωδ.18/1998 Αρμ.52.1389) πλην όμως, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, δεν υπάγεται στην ειδική διαδικασία των άρθρων 635 επ. του ΚΠολΔ, κατά την οποία έχει εισαχθεί για να εκδικασθεί, αλλά στην τακτική διαδικασία, καθώς πρόκειται για απαίτηση του καθ΄ ου η ανακοπή από την σύμβαση αναγνώρισης χρέους που συνήφθη μεταξύ αυτου και του ανακόπτοντος . Μέχρι του σημείου της συζήτησης της υπόθεσης στο ακροατήριο, ενόψει της μη εγγραφής της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο, υπάρχουν ουσιώδεις αποκλίσεις της διαδικασίας που τηρήθηκε (ειδική διαδικασία των διαφορών από πιστωτικούς τίτλους, κατά την οποία, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 642 του ΚΠολΔ, δεν εγγράφεται η υπόθεση στο πινάκιο), από τη διαδικασία που έπρεπε να τηρηθεί (τακτική διαδικασία, κατά την οποία, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 226 παρ.3 και 4 του ΚΠολΔ, η συζήτηση της υπόθεσης χωρίς την εγγραφή της στο πινάκιο είναι απαράδεκτη και αν τυχόν γίνει χωρίς αυτήν επέρχεται ακυρότητα από την έλλειψη αυτή στοιχείου της προδικασίας, η οποία ερευνάται αυτεπαγγέλτως, καθόσον η επιταγή της εγγραφής στο πινάκιο της υπόθεσης αφορά τη δημόσια τάξη, και μάλιστα ανεξάρτητα από τη συνδρομή του στοιχείου της βλάβης, βλ. Εφ.Πειρ.174/1998 ΕλλΔνη 40(1999).424, ΕφΑθ3869/1996 αδημ., ΕφΑθ 10754/1990 αδημ.). Συνεπώς, πρέπει, λόγω της φύσεως της απαιτήσεως με βάση την οποία εκδόθηκε η ανακοπτομένη διαταγή πληρωμής, να διαταχθεί η εκδίκαση κατά την τακτική διαδικασία ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. 

 

Διαταγή πληρωμής. Υπολογισμός της 15νθήμερης προθεσμίας ανακοπής.

 

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ  323/2007

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Στην προθεσμία των δεκαπέντε εργασίμων ημερών για την άσκηση ανακοπής κατά διαταγής πληρωμής δεν υπολογίζονται οι Κυριακές, οι λοιπές αργίες και τα Σάββατα που μεσολαβούν.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ  323/2007

Α2΄ Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χλαμπουτάκη, Αντιπρόεδρο, Νικόλαο Κασσαβέτη, Ιωάννη Παπανικολάου, Ρένα Ασημακοπούλου και Χαράλαμπο Ζώη, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-3-1998 ανακοπή της αρχικής ανακόπτουσας Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία……..που μετέπειτα συγχωνεύθηκε δι' απορροφήσεως από την ήδη αναιρεσείουσα και κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις……μη οριστική, ……οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και ……..του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητά η αναιρεσείουσα με την από 15-12-2005 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Κασσαβέτης ανέγνωσε την από 12-10-2005 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με το άρθρο 1 § 1 της από 29-12-1980 πράξης νομοθετικού περιεχομένου, που κυρώθηκε με το ν. 1187/1981, καθιερώθηκε από 1 Ιανουαρίου 1981 πενθήμερη εβδομάδα εργασίας, αρχόμενη από Δευτέρα μέχρι και Παρασκευή για το προσωπικό του Δημοσίου των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου. Ακολούθως στην παρ. 10 του ίδιου άρθρου ορίζεται μεταξύ άλλων ότι το Σάββατο δεν θεωρείται ως σήμερα αργίας, (εξαιρέσιμη), και δεν καταβάλλονται στο απασχολούμενο προσωπικό οι προβλεπόμενες από το νόμο προσαυξήσεις, στη δε επόμενη παρ. 11 ορίζεται ποιες είναι οι ημέρες αργίας και ημιαργίας των ανωτέρω υπηρεσιών. Τέλος κατά την παρ. 12 του ίδιου άρθρου η διαδρομή των προθεσμιών, που τάσσονται από το νόμο ή τα δικαστήρια, αρχίζει από την επόμενη ημέρα της επιδόσεως ή του γεγονότος που αποτελεί την αφετηρία της και λήγει τη 19.00 ώρα της τελευταίας ημέρας, εάν δε αυτή είναι κατά νόμο εξαιρετέα ή Σάββατο λήγει την ίδια ώρα της επομένης εργάσιμης ημέρας. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι το Σάββατο, χωρίς να είναι αργία ή εξαιρετέα δεν είναι εργάσιμη ημέρα και όταν ο νόμος για την επιχείρηση ορισμένης διαδικαστικής πράξεως τάσσει προθεσμία, που αναφέρεται σε εργάσιμες ημέρες δεν πρέπει στην προθεσμία αυτή να προσμετράται το Σάββατο, όπως ακριβώς και η Κυριακή, εφόσον κατά το Σάββατο δεν είναι δυνατή η επιχείρηση των πράξεων για τις οποίες η προθεσμία τίθεται με κριτήριο την εργάσιμη ημέρα, η οποία δεν μπορεί παρά να νοηθεί και σε σχέση με τη λειτουργία των δικαστηρίων και τη δυνατότητα επιχειρήσεως διαδικαστικών πράξεων που απευθύνονται στο δικαστήριο. Ο νομοθέτης έχει γνώση των εννοιών και με σαφή διάκριση χρησιμοποιεί τους όρους "εργάσιμες ημέρες" όπως στα άρθρα 237 παρ. 3, 268 παρ. 4, 270 παρ. 2, 632 παρ. 1, 633 παρ. 2, 929 παρ. 1, 979 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. ή "ημέρες αργίας ή εξαιρετέες" όπως στα άρθρα 125 παρ. 1, 144 παρ. 1, 145 παρ. 4 κλπ. του ίδιου Κώδικα. Ειδικότερα με το άρθρο 632 παρ. 1 εδ. α΄ Κ.Πολ.Δ. ορίζεται ότι ο οφειλέτης κατά του οποίου στρέφεται η διαταγή πληρωμής έχει το δικαίωμα μέσα σε δεκαπέντε εργάσιμες ημέρες από την επίδοσή της να ασκήσει ανακοπή η οποία απευθύνεται στο δικαστήριο το οποίο είναι καθ' ύλην αρμόδιο. Επομένως στην προθεσμία των δεκαπέντε εργασίμων ημερών για την άσκηση ανακοπής κατά διαταγής πληρωμής δεν θα υπολογισθούν οι Κυριακές οι λοιπές αργίες και τα Σάββατα, που μεσολαβούν αφού δεν είναι εργάσιμες ημέρες. (ΑΠ 421/2005). Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε ότι η υπ' αριθμό…….διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών επιδόθηκε στην τότε εφεσίβλητη ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία ……..στις 16-3-1998 ενώ η κατά της διαταγής αυτής πληρωμής ένδικη ανακοπή ασκήθηκε από την εφεσίβλητη στις 6 Απριλίου 1998. Περαιτέρω το Εφετείο δέχθηκε ότι με τα ανωτέρω δεδομένα η ένδικη ανακοπή ασκήθηκε μετά την παρέλευση της με το άρθρο 632 παρ. 1 εδ. α΄ Κ.Πολ.Δ. οριζόμενης προθεσμίας των δεκαπέντε εργασίμων ημερών, η οποία άρχισε την επόμενη ημέρα της επίδοσης της διαταγής πληρωμής, (17-3-1998) και συμπληρώθηκε στις 3-4-1998 ημέρα Παρασκευή μετ' αφαίρεση μόνο δύο Κυριακών (ήτοι 22-3-1998 και 29-3-1998) και της εξαιρετέας ημέρας της 25-3-1998, που μεσολάβησαν, όχι δε και των ημερών του Σαββάτου που κατ' αυτό μεσολάβησαν (ήτοι της 21-3-1998 και 28-3-1998). Σύστοιχα δε με την κρίση του αυτή το Εφετείο λόγω του, κατ' αυτό, εκπροθέσμου της ανωτέρω ανακοπής την απέρριψε με την προσβαλλόμενη απόφασή του ως απαράδεκτη. Όμως ενόψει του ότι μέχρι την κατά την 6 Απριλίου 1998 άσκηση της ανωτέρω ανακοπής μεσολάβησαν σύστοιχα με τις ανωτέρω παραδοχές και το Σάββατο 4-4-1998 και η Κυριακή 5-4-1998 με αποτέλεσμα την μη μέχρι την άσκηση της ανακοπής λήξη της προθεσμίας άσκησής της αφού σε αυτήν σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί δεν υπολογίζονται τα ανωτέρω Σάββατα και Κυριακές το Εφετείο παρά το νόμο απέρριψε την ανακοπή ως απαράδεκτη και για την αιτία αυτή ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 14 Κ.Πολ.Δ. μοναδικός λόγος της παραδεκτά ασκηθείσης από την αναιρεσείουσα, λόγω της συγχώνευσης με αυτή της ανωτέρω εφεσίβλητης ανακόπτουσας υπό κρίση αναίρεσης είναι βάσιμος. Συνακόλουθα πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και, κατ' άρθρο 580 § 3 Κ.Πολ.Δ., να παραπεμφθεί η υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρούμενη απόφαση στο δυνάμενο να συντεθεί από άλλους δικαστές Εφετείο Αθηνών για περαιτέρω απ' αυτό εκδίκαση της υπόθεσης αυτής. 

Αναζήτηση

Χρίστος Καραμπάγιας | Μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών