ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ

 

Η χωρίς την συναίνεση των συνομιλητών μαγνητοφώνηση ιδιωτικής συνομιλίας.

 

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ    42/2004

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Η ιδιωτική και οικογενειακή ζωή του ατόμου είναι απαραβίαστη. Καθένας έχει δικαίωμα προστασίας από την συλλογή, επεξεργασία και χρήση των προσωπικών του δεδομένων.

Απαγορεύεται η χρήση αποδεικτικών μέσων, που έχουν αποκτηθεί κατά παράβαση του απορρήτου της ελεύθερης ανταπόκρισης και επικοινωνίας.

Η εν αγνοία και χωρίς την συναίνεση των συνομιλητών μαγνητοφώνηση ιδιωτικής συνομιλίας απαγορεύεται.

Η σχετική μαγνητοταινία είναι απαγορευμένο αποδεικτικό μέσο και δεν λαμβάνεται υπ όψιν από το δικαστήριο για την κήρυξη της ενοχής, ή την επιβολή ποινής, ή τη λήψη μέτρων καταναγκασμού.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ    42/2004

Απόσπασμα…….Κατά τα άρθρα 2 παρ. 1, 9 παρ. 1 εδ. β΄, 9Α και 19 του Συντάγματος, ο σεβασμός και η προστασία της αξίας του ανθρώπου αποτελούν την πρωταρχική υποχρέωση της πολιτείας. Η ιδιωτική ζωή και οικογενειακή ζωή του ατόμου είναι απαραβίαστη. Καθένας έχει δικαίωμα προστασίας από τη συλλογή, επεξεργασία και χρήση των προσωπικών του δεδομένων, όπως ο νόμος ορίζει. Απαγορεύεται η χρήση αποδεικτικών μέσων, που έχουν αποκτηθεί κατά παράβαση του απορρήτου της ελεύθερης ανταπόκρισης ή επικοινωνίας. Τέλος κατά το άρθρο 8 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), η οποία κυρώθηκε με το ΝΔ 53/1974 και έχει υπερνομοθετική ισχύ, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, «παν πρόσωπον δικαιούται εις τον σεβασμόν της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής του, της κατοικίας του και της αλληλογραφίας του. Δεν επιτρέπεται να υπάρξη επέμβασις δημοσίας αρχής εν τη ασκήσει του δικαιώματος τούτου, εκτός εάν η επέμβασις αύτη προβλέπεται υπό του νόμου και αποτελεί μέτρον το οποίον,εις μίαν δημοκρατικήν κοινωνίαν, είναι αναγκαίον δια την εθνικήν ασφάλειαν, την δημοσίαν ασφάλειαν, την οικονομικήν ευημερίαν της χώρας, την προάσπισιν της τάξεως και την πρόληψιν ποινικών παραβάσεων, την προστασίαν της υγείας ή της ηθικής, ή την προστασίαν των δικαιωμάτων και ελευθεριών άλλων». Από τις ως άνω διατάξεις προκύπτει ότι η εν αγνοία και χωρίς τη συναίνεση των συνομιλητών μαγνητοφώνηση ιδιωτικής συνομιλίας αποτελεί δέσμευση και περιορισμό στην ελεύθερη άσκηση της επικοινωνίας. Η σχετική μαγνητοταινία είναι απαγορευμένο αποδεικτικό μέσο και δεν λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο για την κήρυξη της ενοχής η την επιβολή ποινής η τη λήψη μέτρων καταναγκασμού. Κατ εξαίρεση όμως κατά ρητή νομοθετική πρόβλεψη επιτρέπεται η λήψη τέτοιου αποδεικτικού μέσου εάν πρόκειται για κακουργήματα που απειλούνται με ποινή ισόβιας κάθειρξης και έχει εκδοθεί για το ζήτημα αυτό απόφαση δικαστηρίου που να αιτιολογεί ειδικά τους λόγους για τους οποίους επιβάλλεται η λήψη υπόψη του παράνομου αποδεικτικού μέσου και για την κήρυξη της ενοχής ή την επιβολή ποινής στον κατηγορούμενο( Πρβλ. Ολομ. ΑΠ 1/2001 Πολιτική) και επιτρέπεται η χρήση αυτών ενώπιον οποιασδήποτε δικαστικής ή άλλης ανακριτικής αρχής για την διαφύλαξη δικαιολογημένου συμφέροντος, που δεν μπορούσε να διαφυλαχθεί διαφορετικά. Ενόψει όμως της θεμελιώδους συνταγματικής διατάξεως του άρθρου 2 παρ. 1 του σεβασμού και της προστασίας της ανθρώπινης αξίας που χαρακτηρίζει το δημοκρατικό μας πολίτευμα ως ανθρωποκεντρικό με θεμέλιο την αξία του ανθρώπου( Ολομ. ΑΠ 40/1998), του γεγονότος ότι τα έννομα αγαθά της ζωής, της τιμής και της ελευθερίας, τα οποία απολαύουν απόλυτης συνταγματικής προστασίας(άρθρο 5 παρ. 2 του Σ), τίθενται σε διακινδύνευση στην περίπτωση μη απόδειξης της αθωότητας του κατηγορουμένου, κάμπτεται ο κανόνας του άρθρου 19 παρ. 3 του Συντάγματος της μη χρήσεως των παρανόμως κτηθέντων αποδεικτικών μέσων, όταν αυτά αποτελούν το μόνο προτεινόμενο από αυτόν (κατηγορούμενο) αποδεικτικό μέσο προς απόδειξη της αθωότητάς του, υπό τον περιορισμό πάντοτε της αρχής της αναλογικότητας (άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος), εάν δηλαδή στη συγκεκριμένη περίπτωση, λαμβανομένης υπόψη και της βαρύτητας του εγκλήματος, για το οποίο κατηγορείται ο κατηγορούμενος, το εν λόγω αποδεικτικό μέσο είναι αναγκαίο και πρόσφορο για την απόδειξη της αθωότητάς του. Περί αυτών θα κρίνει ο δικαστής, ο οποίος σε καταφατική περίπτωση, θα συνεκτιμήσει τα ευνοϊκά σημεία του παρανόμου αποδεικτικού μέσου για τον προτείνοντα αυτό κατηγορούμενο, θα αγνοήσει δε τα επιβαρυντικά σημεία για τον αντιλέξαντα συγκατηγορούμενό του. 

 

Εσφαλμένη επεξεργασία δυσμενών προσωπικών δεδομένων από την  ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ. Αξίωση χρηματικής ικανοποίησης.

 

ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ  5717/2008

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Η ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ έχει υποχρέωση να διασταυρώσει την ορθότητα των στοιχείων του φερομένου ως αποδέκτη των συναλλαγματικών με αντιπαραβολή αυτών με τον αριθμό δελτίου ταυτότητας και τη διεύθυνση κατοικίας του ενάγοντα, πριν τη διαβίβαση της πληροφορίας σε αποδέκτη Τράπεζα, γιατί η ορθότητα αυτών θα μπορούσε να διαπιστωθεί και διαμέσου του υφιστάμενου αριθμού ταυτότητας μέσω των αρμοδίων Αρχών.

Ακόμη και αν δηλαδή ήταν αδύνατος ο έλεγχος της ορθότητας της εγγραφής, όφειλε η ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ, για την επίτευξη του σκοπού της, της προστασίας της εμπορικής πίστης και εξυγίανσης των συναλλαγών, να μη διοχετεύσει μία τέτοια ανέλεγκτη πληροφορία στις Τράπεζες.

Αν πρόκειται για εγγραφή ανύπαρκτης οφειλής, για τον ενδιαφερόμενο «υποκείμενο» έχει άλλη βαρύτητα η διαγραφή λόγω ανυπαρξίας οφειλής από τη διαγραφή λόγω εξόφλησης,  ή έστω λόγω παρέλευσης του χρόνου.

Η εσφαλμένη επεξεργασία δυσμενών προσωπικών δεδομένων, με αποτέλεσμα να εμφανιστεί το «υποκείμενο» πιστοληπτικά ανίκανο και συναλλακτικά αφερέγγυο στις Τράπεζες, η παρακώλυση της άσκησης των δικαιωμάτων του «πρόσβασης» για παροχή πληροφοριών και «αντίρρησης» για την επεξεργασία των δεδομένων, η διαγραφή των δεδομένων λόγω παρόδου του χρόνου παραμονής στα αρχεία, αντί για εσφαλμένη καταχώρηση (ανυπαρξία οφειλής) δημιουργεί τις προϋποθέσεις χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ  5717/2008

Απόσπασμα…….Με το ν. 2472/1997 (όπως και με την Οδηγία 95/46/ΕΚ) οριοθετείται η έκταση προστασίας των αντιτιθέμενων αγαθών της προσωπικότητας (ως προς την έκφανση της πληροφοριακής αυτοδιάθεσης και ιδιωτικότητας του φυσικού προσώπου) και της πληροφοριακής ελευθερίας (του δικαιώματος του φυσικού ή νομικού προσώπου να πληροφορεί και να πληροφορείται) θέτοντας στην άσκηση της τελευταίας, συγκεκριμένους περιορισμούς, ώστε να διασφαλίζεται τόσο η προστασία της πληροφοριακής αυτοδιάθεσης και ιδιωτικότητας του ατόμου, όσο και η ελεύθερη κυκλοφορία (συλλογή, μετάδοση, χρήση) των προσωπικών πληροφοριών, που αφορούν το άτομο για την ασφάλεια των συναλλαγών (βλ. Εισηγητική έκθεση ν. 2472/1997 σε ΚΝοΒ 1997. 502). Η ρύθμιση του ν. 2472/1997 συμπληρώνει το προϋπάρχον αυτού νομικό πλαίσιο (άρθρα 2 § 1, 5 § 1, 9 § 1 εδ. 2 και 19 του Συντάγματος και 57 του ΑΚ), συγκεκριμενοποιεί τον ευρύτερο κανόνα προστασίας της προσωπικότητας του άρθρου 57 ΑΚ και διευρύνει την έννοια των παρανόμων προσβολών της προσωπικότητας, σε σχέση με το άρθρο 57 ΑΚ, ώστε να θεωρείται κατ αρχήν απαγορευμένη κάθε επέμβαση στα προσωπικά δεδομένα άλλου (ευμενή ή δυσμενή), χωρίς την τήρηση ορισμένων διατυπώσεων που τάσσονται από τις διατάξεις του νόμου (βλ. μελέτη Μιχ. Σταθόπουλου σε ΝοΒ 48. 1-19, ΕφΑθ 3833/2003 ΝοΒ 2004. 247, ΕφΑθ 6491/2006 αδημ., ΕφΑθ 1984/2005 αδημ). Συμπερασματικά, πρέπει να σημειωθεί και ότι : οι περιπτώσεις θεμιτής επεξεργασίας προσωπικών δεδομένων χωρίς τη συγκατάθεση του υποκειμένου αυτών, που προβλέπονται στο άρθρο 5 § 2 του ν. 2472/1997 κατατάσσονται, εναλλακτικά, και όχι σωρευτικά, δεν προϋποθέτουν  κατ ανάγκη αίτηση για συγκατάθεση του υποκειμένου και άρνηση αυτού, αλλά ενεργοποιούνται και ισχύουν, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις. Ειδικότερα, η σύνθεση αρχείου και η επεξεργασία προσωπικών δεδομένων που αποσκοπεί στον έλεγχο της πιστοληπτικής ικανότητας και γίνεται από εταιρίες ή από άλλους υπεύθυνους επεξεργασίας που έχουν εκπληρώσει τις προβλεπόμενες από τον παραπάνω νόμο υποχρεώσεις τους (όπως γνωστοποίηση αρχείου) είναι νόμιμη, χωρίς τη συγκατάθεση του υποκειμένου σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 5 § 2 περίπτωση ε του ν. 2472/ 1997, διότι α) η επεξεργασία είναι απολύτως αναγκαία για την ικανοποίηση του εννόμου συμφέροντος που επιδιώκει ο υπεύθυνος επεξεργασίας ή οι τρίτοι αποδέκτες των δεδομένων, για την άσκηση, δηλαδή του δικαιώματος οικονομικής ελευθερίας, με βάση ακριβείς και επίκαιρες πληροφορίες που εξασφαλίζουν την εμπορική πίστη, την αξιοπιστία και την ασφάλεια των συναλλαγών και β) το σχετικό έννομο συμφέρον του υπεύθυνου επεξεργασίας ή των τρίτων, υπερέχει, προφανώς από τα συμφέροντα του υποκειμένου … Αυτό συμβαίνει υπό τους πρόσθετους περιορισμούς: α) ότι τα δεδομένα αφορούν (μεταξύ των άλλων και) διαμαρτυρημένες συναλλαγματικές (βλ. και 71/15.5.2001, 050/20.1.2001 και 09/31.3. 1999 Αποφάσεις της Αρχής και Σταθόπουλος, ό.π. σ. 10, ΕφΑθ 3833/2003 NοB 2004. 247). Αποκλειστικά υπεύθυνοι για την καταχώρηση εσφαλμένων δυσμενών στοιχείων που αφορούσαν στον ενάγοντα είναι οι προστηθέντες υπάλληλοι της δεύτερης εναγόμενης (ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ Α.Ε.), οι οποίοι είχαν υποχρέωση να διασταυρώσουν την ορθότητα των στοιχείων του φερομένου ως αποδέκτη των συναλλαγματικών ενάγοντα με αντιπαραβολή αυτών με τον αριθμό δελτίου ταυτότητας και τη διεύθυνση κατοικίας του ενάγοντα, πριν τη διαβίβαση της πληροφορίας σε αποδέκτη Τράπεζα, σύμφωνα με το άρθρο 4 του ν. 2472/1997 σε συνδυασμό με το άρθρο 7-1-2-3 του Κανονισμού της, σχετικά με την Μηχανογραφική επεξεργασία Πρωτογενών Δεδομένων, Αναφορικά με τον λόγο έφεσης της δεύτερης εναγόμενης, ότι δηλαδή, στο Αρχείο καταχωρήθηκαν οι συναλλαγματικές με βάση τα στοιχεία που εμφανίζονταν στις αναγγελίες της Ε.Τ. (όνομα, διεύθυνση κατοικίας, ΑΔΤ) χωρίς όμως να συμπεριλαμβάνεται και ο Αριθμός Φορολογικού Μητρώου (ΑΦΜ) του ενάγοντα (ή τρίτου προσώπου) γεγονός που καθιστούσε αδύνατη τη διασταύρωση των στοιχείων για τον έλεγχο της ορθότητας αυτών σημειώνονται τα ακόλουθα: ο ισχυρισμός αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, γιατί η ορθότητα αυτών θα μπορούσε να διαπιστωθεί και διαμέσου του υφιστάμενου αριθμού ταυτότητας, όπως ευχερώς, έπραξε ο ενάγων, όταν πληροφορήθηκε την εσφαλμένη εγγραφή, απευθυνόμενος στις αρμόδιες Αρχές, όπου διαπίστωσε, πως ο φερόμενος ότι ανήκει σ αυτόν αριθμός ταυτότητας, ανήκε στην πραγματικότητα, στην Κ.Θ.. Σε αντίθετη περίπτωση, αν δηλαδή, ήταν αδύνατος ο έλεγχος της ορθότητας της εγγραφής, όφειλε η εκκαλούσα για την επίτευξη του σκοπού της, της προστασίας της εμπορικής πίστης και εξυγίανσης των συναλλαγών να μη διοχετεύσει μία τέτοια, ανέλεγκτη, πληροφορία προς τις Τράπεζες, με τις παραπάνω δυσμενείς συνέπειες. Πέραν, όμως, των παραπάνω, τόσο από τις, σε ανύποπτο χρόνο (πριν δηλαδή τεθεί το ζήτημα για τον Αριθμό Φορολογικού Μητρώου (ΑΦΜ) από την εναγόμενη) επιστολές του ενάγοντα, από 10.7.2001 προς τον Τραπεζικό Μεσολαβητή και από 16.8.2001 προς την Ε.Τ.Ε., στις οποίες αναφέρει, ότι οι ένδικες συναλλαγματικές χρεώθηκαν στον Αριθμό Φορολογικού Μητρώου (Α.Φ.Μ.) με αποτέλεσμα να μην μπορεί να δανειοδοτηθεί από τις Τράπεζες, όσο και από την από 26.4.2002 ενημερωτική επιστολή της εκκαλούσας - δεύτερης εναγόμενης προς την Αρχή Προστασίας Δεδομένων, με την οποία αναφέρεται στον Αριθμό Φορολογικού Μητρώου του ενάγοντα, προκύπτει ότι ο Αριθμός Φορολογικού Μητρώου τούτου, ήταν γνωστός στις υπηρεσίες της, αν ήθελε να ελέγξει σε κάθε περίπτωση, ως είχε υποχρέωση την ορθότητα της εν λόγω εγγραφής, μέσω του ΑΦΜ. Επιπλέον, οι προστηθέντες από την δεύτερη εναγόμενη υπάλληλοί της, παραβίασαν το δικαίωμα του ενάγοντα - υποκειμένου στα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που τον αφορούν, της πρόσβασης, δηλαδή, και πληροφόρησης αυτού, για όσα στοιχεία αναφέρονται στην, από μέρους του δήθεν, αποδοχή των συναλλαγματικών (άρθρο 12 του ν. 2472/1997), καθώς και το δικαίωμα αντίρρησης για την επεξεργασία δεδομένων του (άρθρο 13 ν. 2472/1997), όπως προεκτέθηκε. Όφειλαν δε, αφ ενός μεν να παράσχουν σ αυτόν τις ζητούμενες πληροφορίες από το τηρούμενο αρχείο της δεύτερης εναγόμενης, αφ ετέρου δε, λαμβάνοντας υπόψη τις παραπάνω επανειλημμένες αιτήσεις διαμαρτυρίας του, να προβούν σε επανέλεγχο των τηρουμένων πληροφοριακών στοιχείων και, ακολούθως, σε διαγραφή αυτών, επειδή δεν ανήκαν στον ενάγοντα, σύμφωνα με τον κανονισμό. Αντίθετα, από αμέλεια προέβησαν στις 29.5.2001 σε συμπλήρωση των δεδομένων των συναλλαγματικών με την ένδειξη «εξοφλήθηκαν» χωρίς όμως και να διαθέτουν όπως έπρεπε τεκμηριωμένη κατά το νόμο περί αυτού πληροφορία, τόσο από την Τράπεζα, όσο και από τον ενάγοντα υποκείμενο και ακολούθως σε διαγραφή της σχετικής πληροφορίας. Αλλά, και αν ακόμα διέγραψαν τη σχετική πληροφορία, όπως ισχυρίζεται η δεύτερη εναγόμενη, με την από 26.4.2002, παραπάνω επιστολή της προς την Αρχή Προστασίας Δεδομένων, στις 8.6.2001, λόγω της παλαιότητάς της (πάροδος 10ετίας στις 30.6.2001) και όχι για το λόγο, ότι εξοφλήθηκαν οι τίτλοι, χωρίς, δηλαδή και πάλι, να προβεί σε έλεγχο της νομιμότητας της εγγραφής όπως ζητούσε ο ενάγων, δεν αρκεί για την ικανοποίηση του προσφεύγοντα στον οποίο απέφυγε να απαντήσει ευθέως, αν οι συναλλαγματικές αφορούσαν αυτόν ή τρίτο πρόσωπο. Τούτο δε γιατί είναι πρόδηλο, ότι για το «υποκείμενο» έχει άλλη βαρύτητα η διαγραφή λόγω ανυπαρξίας οφειλής από τη διαγραφή λόγω εξόφλησης ή, έστω, λόγω παρέλευσης του χρόνου, αφού πρόκειται για ανύπαρκτη οφειλή. Επομένως, και ο παραπάνω ισχυρισμός της εκκαλούσας πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος.  Περαιτέρω, η από μέρους των προστηθέντων υπαλλήλων της δεύτερης εναγόμενης, εσφαλμένη επεξεργασία των δυσμενών προσωπικών δεδομένων που αφορούσαν στον ενάγοντα με αποτέλεσμα να εμφανιστεί πιστοληπτικά ανίκανος και συναλλακτικά αφερέγγυος στις Τράπεζες στις οποίες προσέφυγε για δανειοδότηση, η παρακώλυση, από μέρους τους, της άσκησης των δικαιωμάτων του, «πρόσβασης» για παροχή πληροφοριών και «αντίρρησης» για την επεξεργασία των δεδομένων του (άρθρα 12 και 13 ν. 2472/1997), το γεγονός ότι του ζητήθηκε να ανεχθεί την διαφορετικής ηθικής βαρύτητας, αιτιολογία για τη διαγραφή των δεδομένων που τον αφορούσαν, όπως η πάροδος δεκαετίας παραμονής τους στα αρχεία (αντί για εσφαλμένη καταχώρηση) αλλά και η επί μακρόν προσφυγή του στις αρμόδιες, κατά τα παραπάνω, υπηρεσίες προκειμένου να εξασφαλίσει πρόσβαση στα αρχεία της δεύτερης εναγόμενης, για να αποδείξει το εσφαλμένο της εγγραφής, επέδρασαν αρνητικά στην προσωπικότητά του και προκάλεσαν μείωση της τιμής και της υπόληψής του και έπληξαν την αξιοπιστία του. Ως εκ τούτου προκλήθηκε σ αυτόν ηθική βλάβη. Για την αποκατάσταση δε αυτής, αφού ληφθούν υπόψη το είδος της προσβολής, η βαρύτητα της πράξης, οι συνθήκες τέλεσής της και ο βαθμός της υπαιτιότητας (αμέλεια) των προστηθέντων από τη δεύτερη εναγόμενη υπαλλήλων της, κρίνεται εύλογο και δίκαιο να επιδικαστεί το ποσό των (8.000) οκτώ χιλιάδων Ευρώ. 

 

Υποχρέωση ενημέρωσης προσωπικών δεδομένων από την ΤΕΙΡΕΣΙΑ, δεδομένα κατασχέσεων από επιταγή.

 

ΑΡΧΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ  53/2007

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Τα δυσμενή για το υποκείμενο προσωπικά δεδομένα που διαβιβάζονται κάθε φορά από την ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ στον αποδέκτη πρέπει να είναι ακριβή και ενημερωμένα μέχρι το χρόνο της διαβίβασης.

Η υποχρέωση ενημέρωσης των δεδομένων βαρύνει τον υπεύθυνο επεξεργασίας, ο οποίος πρέπει να λαμβάνει εύλογα μέτρα επιμέλειας για να επιβεβαιώσει την ακρίβεια των δεδομένων που συλλέγει, τηρεί και επεξεργάζεται.

Ωστόσο, όταν πρόκειται για πληροφορίες για τις οποίες ο υπεύθυνος δεν έχει ούτε οφείλει να γνωρίζει με πληροφόρηση από τις πηγές του (όπως εξοφλήσεις οικονομικών υποχρεώσεων από συναλλαγματικές ή επιταγές, ακυρώσεις κατασχέσεων ή πλειστηριασμών με δικαστικές αποφάσεις, εκτός από τις διαταγές πληρωμής οι οποίες αποτελούν πρωτογενή δεδομένα του αρχείου), η συνδρομή του υποκειμένου για την ακρίβεια και επικαιροποίηση των στοιχείων είναι αναγκαία.

Στον κανονισμό επεξεργασίας δεδομένων της ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ προβλέπεται ότι τα δεδομένα περί κατασχέσεων από επιταγή συλλέγονται από τα αρμόδια υποθηκοφυλακεία. Σε περίπτωση που η κατάσχεση έχει αρθεί, πραγματοποιείται διαγραφή του σχετικού δεδομένου όταν συντρέχουν ειδικά απαριθμούμενοι λόγοι, όπως όταν πραγματοποιηθεί ο κατόπιν αυτής πλειστηριασμός, η κατάσχεση είναι συντηρητική, η κατάσχεση έχει ακυρωθεί με τελεσίδικη δικαστική απόφαση κλπ.

Ειδικά για την περίπτωση που η κατάσχεση έχει ακυρωθεί με τελεσίδικη δικαστική απόφαση, για τη διαγραφή του σχετικού δεδομένου, απαιτείται, πέραν της άρσης, να προσκομιστεί από το υποκείμενο τελεσίδικη δικαστική απόφαση που ακυρώνει τη κατάσχεση με τα αποδεικτικά τελεσιδικίας της.

Ο λόγος άρσης της κατάσχεσης, που θα οδηγούσε σε διαγραφή του σχετικού δεδομένου, ήτοι λόγω ακύρωσης με τελεσίδικη δικαστική απόφαση, δεν δημοσιεύεται στις σχετικές εγγραφές στα υποθηκοφυλακεία. Επομένως απαιτείται, πέραν της άρσης της κατάσχεσης, που συλλέγεται από την εταιρεία και κοινοποίηση προς την εταιρεία από τον ενδιαφερόμενο της τελεσίδικης δικαστικής απόφασης, ώστε να γίνει η αιτούμενη διαγραφή λόγω ακύρωσης της κατάσχεσης, αφού κάθε άρση δεν οδηγεί και σε άμεση διαγραφή.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΑΡΧΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ  53/2007

Η συνεδρίαση έγινε στα γραφεία της Αρχής, την Πέμπτη 8/3/2007 ώρα 10:00, μετά από πρόσκληση του Προέδρου. Παρέστησαν οι Δ. Γουργουράκης Πρόεδρος, Λ. Κοτσαλής, Φ. Δωρής, Σ. Σαρηβαλάσης, Ν. Φραγκάκης και Α. Παπανεοφύτου τακτικά μέλη και το αναπληρωματικό μέλος Γ. Πάντζιου, σε αντικατάσταση του τακτικού Α. Πομπόρτση, ο οποίος αν και κλήθηκε νομίμως, δεν παρέστη, λόγω κωλύματος. Η Αρχή, ενόψει του ότι υπήρχε απαρτία, συνήλθε προκειμένου να εξετάσει την υπόθεση που αναφέρεται στο ιστορικό της παρούσας. Καθήκοντα γραμματέα εκτέλεσε η Γ. Παλαιολόγου, μετά από εντολή του Προέδρου. Παρούσα χωρίς δικαίωμα ψήφου ήταν η Κ. Λωσταράκου, νομική ελέγκτρια, ως εισηγήτρια. Η υπόθεση συζητήθηκε αρχικά στις 8.2.2007 όπου είχαν κληθεί νομίμως και παρέστησαν ο προσφεύγων, ο ..πληρεξούσιος δικηγόρος του προσφεύγοντα και ο ….πληρεξούσιος δικηγόρος της ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ ΑΕ. Ο προσφεύγων …παραπονείται για παράνομη επεξεργασία δεδομένων του σχετικά με μια κατάσχεση εις βάρος του από το ΙΚΑ την οποία δεν διέγραψε η ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ από το αρχείο οικονομικής συμπεριφοράς, παρά την δικαστική ακύρωσή της. Η εν λόγω καταχώριση αφορούσε εγγεγραμμένη στο Υποθηκοφυλακείο Αθηνών κατάσχεση ενός διαμερίσματος και στο εκδοθέν πρόγραμμα πλειστηριασμού με ημερομηνία την….. Ο προσφεύγων προσέφυγε στα αρμόδια δικαστήρια για την ακύρωση της σχετικής απόφασης του ΙΚΑ. Με την με αρ …. απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών ακυρώθηκε η έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης και ο πλειστηριασμός, ενώ με την…. απόφαση του Διοικητικού Εφετείου ακυρώθηκαν και οι επιβληθείσες πράξεις επιβολής προστίμων. Κατά της ανωτέρω, το ΙΚΑ δεν άσκησε αίτηση αναίρεσης, ο δε προσφεύγων ενημέρωσε άτυπα την εταιρεία για την εν λόγω απόφαση. Στις…..το ΙΚΑ ζήτησε την άρση της εν λόγω κατάσχεσης στο Υποθηκοφυλακείο Αθηνών. Ο εκπρόσωπος της ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ ισχυρίστηκε ότι συνέλεξε το δεδομένο της άρσης από το υποθηκοφυλακείο Αθηνών στις…. και προέβη άμεσα στη διαγραφή του δεδομένου της κατάσχεσης. Η δε άρση έγινε με έγγραφο του ΙΚΑ στο οποίο δεν αναφερόταν κάποια απόφαση τελεσίδικη ούτε ποτέ της κοινοποιήθηκαν από τον προσφεύγοντα σχετικές αποφάσεις. Η μόνη όχληση πριν τη διαγραφή ήταν η επίδοση της αγωγής που άσκησε ο προσφεύγων στις ….. Το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε από τη συλλογή του στοιχείου της άρσης έως τη διαγραφή που είναι λιγότερο των τριών μηνών πρέπει να θεωρηθεί εύλογο και ανεκτό, λαμβανομένου υπόψη του όγκου των σχετικών δεδομένων που συλλέγονται από το Υποθηκοφυλακείο Αθηνών.

Η Αρχή

Μετά από εξέταση των προσφυγών, των συνημμένων σε αυτές εγγράφων, των υπομνημάτων που κατέθεσαν οι πληρεξούσιοι δικηγόροι της τράπεζας και της εταιρείας και της ακρόασης της υπόθεσης

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ.1 γ, τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα για να τύχουν νόμιμης επεξεργασίας πρέπει να είναι ακριβή και, εφόσον χρειάζεται, να υποβάλλονται σε ενημέρωση. Εξάλλου και στην υπ΄αριθμ.24/2004 απόφαση της Αρχής σχετικά με τις προϋποθέσεις τήρησης αρχείου από την ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ Α.Ε. ορίζεται ότι τα δυσμενή για το υποκείμενο προσωπικά δεδομένα που διαβιβάζονται κάθε φορά στον αποδέκτη πρέπει να είναι ακριβή και ενημερωμένα μέχρι το χρόνο της διαβίβασης. Η υποχρέωση ενημέρωσης των δεδομένων βαρύνει τον υπεύθυνο επεξεργασίας, ο οποίος πρέπει να λαμβάνει εύλογα μέτρα επιμέλειας για να επιβεβαιώσει την ακρίβεια των δεδομένων που συλλέγει, τηρεί και επεξεργάζεται. Ωστόσο, όταν πρόκειται για πληροφορίες για τις οποίες ο υπεύθυνος δεν έχει ούτε οφείλει να γνωρίζει με πληροφόρηση από τις πηγές του (όπως εξοφλήσεις οικονομικών υποχρεώσεων από συναλλαγματικές ή επιταγές, ακυρώσεις κατασχέσεων ή πλειστηριασμών με δικαστικές αποφάσεις, εκτός από τις διαταγές πληρωμής οι οποίες αποτελούν πρωτογενή δεδομένα του αρχείου), η συνδρομή του υποκειμένου για την ακρίβεια και επικαιροποίηση των στοιχείων είναι αναγκαία (βλ. και απόφαση αρ.25/2004). Όπως προβλέπεται στον κανονισμό επεξεργασίας δεδομένων της ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ, τα δεδομένα περί κατασχέσεων από επιταγή του Ν.Δ.1923 συλλέγονται από τα αρμόδια υποθηκοφυλακεία. Σε περίπτωση που η κατάσχεση έχει αρθεί, πραγματοποιείται διαγραφή του σχετικού δεδομένου όταν συντρέχουν ειδικά απαριθμούμενοι λόγοι, όπως όταν πραγματοποιηθεί ο κατόπιν αυτής πλειστηριασμός, η κατάσχεση είναι συντηρητική, η κατάσχεση έχει ακυρωθεί με τελεσίδικη δικαστική απόφαση κλπ. Ειδικά για την περίπτωση που η κατάσχεση έχει ακυρωθεί με τελεσίδικη δικαστική απόφαση, για τη διαγραφή του σχετικού δεδομένου, απαιτείται, πέραν της άρσης, να προσκομιστεί από το υποκείμενο τελεσίδικη δικαστική απόφαση που ακυρώνει τη κατάσχεση με τα αποδεικτικά τελεσιδικίας της. Στην υπό εξέταση περίπτωση, η ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ συνέλεξε από τα βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Αθηνών το δεδομένο της άρσης της κατάσχεσης που αφορά τον προσφεύγοντα και προέβη σε συμπλήρωση του δεδομένου με την ένδειξη έχει αρθεί στις 19.12.2006 και στη συνέχεια στη διαγραφή αυτού στις 22.12.2006 λόγω παρέλευσης του χρόνου τήρησής του στο αρχείο. Ο λόγος άρσης της εν λόγω κατάσχεσης που θα οδηγούσε σε διαγραφή του σχετικού δεδομένου, ήτοι λόγω ακύρωσης με τελεσίδικη δικαστική απόφαση, δεν δημοσιεύεται στις σχετικές εγγραφές στα υποθηκοφυλακεία. Επομένως απαιτούνταν πέραν της άρσης της κατάσχεσης στοιχείου που συλλέγεται από την εταιρεία και κοινοποίηση προς την εταιρεία από τον προσφεύγοντα της τελεσίδικης δικαστικής απόφασης, ώστε να γίνει η αιτούμενη διαγραφή λόγω ακύρωσης της κατάσχεσης, αφού κάθε άρση δεν οδηγεί και σε άμεση διαγραφή. Δεδομένου ότι από το χρόνο συλλογής του στοιχείου της άρσης μέχρι το χρόνο διαγραφής του επίδικου δεδομένου, διάστημα που μπορεί να θεωρηθεί ανεκτό για τη συγκεκριμένη πηγή στοιχείων, δεν είχε κοινοποιηθεί στην εταιρεία η τελεσίδικη δικαστική απόφαση ακύρωσης της κατάσχεσης, νομίμως τα τηρούσε η εταιρεία μέχρι τη διαγραφή τους, που έγινε τελικά λόγω παρέλευσης του χρόνου τήρησης της κατάσχεσης. Αλλά και για το προηγούμενο διάστημα πριν από την άρση της κατάσχεσης, δεν αρκούσε η κοινοποίηση της σχετικής απόφασης στην εταιρεία προκειμένου να γίνει διαγραφή του δεδομένου, χωρίς να υπάρχει η πληροφορία περί άρσης στο υποθηκοφυλακείο, διαδικασίας που απαιτεί ενέργεια συναίνεση του δανειστή, και σε καμιά περίπτωση της ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ. Δεν διαπιστώνεται εξάλλου ευθύνη της ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ ως προς τα μέτρα επιμέλειας που όφειλε να λάβει κατά το διάστημα αυτό και να επικαιροποιήσει τα δεδομένα συμπληρώνοντας την επίδικη εγγραφή με τη σχετική ένδειξη περί ακύρωσης, αφού ο προσφεύγων δεν άσκησε το δικαίωμα αντίρρησης ούτε ενημέρωσε την εταιρεία για τη δικαστική απόφαση, παρά μόνο μετά την άρση, με επίδοση σχετικής αγωγής.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την προσφυγή.

 

Επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, ενημέρωση υποκειμένου, ευθύνη ΤΕΙΡΕΣΙΑ για την ακρίβεια των στοιχείων, περίπτωση καταγγελίας σύμβασης.

 

ΑΡΧΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ   58/2009

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα για να τύχουν νόμιμης επεξεργασίας πρέπει να συλλέγονται κατά τρόπο θεμιτό και νόμιμο για καθορισμένους, σαφείς και νόμιμους σκοπούς και να υφίστανται θεμιτή και νόμιμη επεξεργασία ενόψει των σκοπών αυτών, καθώς και να είναι ακριβή και, εφόσον χρειάζεται, να υποβάλλονται σε ενημέρωση.

 Η επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα επιτρέπεται μόνον όταν το υποκείμενο των δεδομένων έχει δώσει τη συγκατάθεσή του.

Κατ εξαίρεση επιτρέπεται η επεξεργασία και χωρίς τη συγκατάθεση όταν, μεταξύ άλλων, η επεξεργασία είναι απολύτως αναγκαία για την ικανοποίηση του έννομου συμφέροντος που επιδιώκει ο υπεύθυνος επεξεργασίας, ή ο τρίτος, ή οι τρίτοι στους οποίους ανακοινώνονται τα δεδομένα και υπό τον όρο ότι τούτο υπερέχει προφανώς των δικαιωμάτων και συμφερόντων των προσώπων στα οποία αναφέρονται τα δεδομένα και δεν θίγονται οι θεμελιώδεις ελευθερίες αυτών.

Ο υπεύθυνος επεξεργασίας οφείλει, κατά τη συλλογή των δεδομένων, να ενημερώνει με τρόπο πρόσφορο και σαφή το υποκείμενο για τα εξής τουλάχιστον στοιχεία,

α. την ταυτότητά του και την ταυτότητα του τυχόν εκπροσώπου του,

β. τον σκοπό της επεξεργασίας,

γ. τους αποδέκτες, ή τις κατηγορίες αποδεκτών των δεδομένων,

δ. την ύπαρξη του δικαιώματος πρόσβασης.

Το υποκείμενο των δεδομένων έχει δικαίωμα να προβάλλει οποτεδήποτε αντιρρήσεις για την επεξεργασία δεδομένων που το αφορούν. Οι αντιρρήσεις απευθύνονται εγγράφως στον υπεύθυνο επεξεργασίας και πρέπει να περιέχουν αίτημα για συγκεκριμένη ενέργεια.

Η επεξεργασία στοιχείων καταγγελιών συμβάσεων από την ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ είναι απολύτως αναγκαία για την εξυπηρέτηση του σκοπού που επιδιώκει η ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ (προστασία της εμπορικής πίστης και την ασφάλεια των συναλλαγών), και ως εκ τούτου, δεν απαιτείται η συγκατάθεση του υποκειμένου.

Οι τράπεζες δικαιούνται να αναγγείλουν στο σύστημα οικονομικής συμπεριφοράς της ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ τα σχετικά στοιχεία, αφού ελέγξουν την ακρίβεια των στοιχείων που διαβιβάζουν.

Η ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ, ως υπεύθυνος επεξεργασίας του αρχείου που τηρεί, έχει την ευθύνη για την ακρίβεια των περιλαμβανομένων σε αυτό στοιχείων, επομένως ο έλεγχος, που πρέπει να γίνεται από τις τράπεζες σχετικά με την ακρίβεια των στοιχείων, αφού είναι και οι ίδιες πηγές των δεδομένων, δεν απαλλάσσει την ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ από το καθήκον της να ελέγχει και να εξασφαλίζει ότι οι απαιτήσεις του νόμου για την νόμιμη επεξεργασία των δεδομένων εφαρμόζονται.

Στις περιπτώσεις καταγγελιών συμβάσεων, οι τράπεζες πρέπει να απευθύνουν το έγγραφο της καταγγελίας στον οφειλέτη, η δε ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ να λαμβάνει κατά την αναγγελία του σχετικού δεδομένου από τις τράπεζες και πριν την καταχώριση στο αρχείο της, αντίγραφο του ανωτέρω εγγράφου, ή βεβαίωση περί επίδοσης αυτού.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΑΡΧΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ  58/2009

Η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, συνήλθε μετά από πρόσκληση του Προέδρου της σε τακτική συνεδρίαση την 19.12.2008 ημέρα Πέμπτη και ώρα 10.00, στο κατάστημά της προκειμένου να εξετάσει την υπόθεση, που αναφέρεται στο ιστορικό της παρούσας. Παρέστησαν οι Χ. Γεραρής, Πρόεδρος, Λ. Κοτσαλής, Α. Παπανεοφύτου, Α. Μεταξάς και Α. Ρουπακιώτης, τακτικά μέλη της Αρχής. Επίσης παρέστη το αναπληρωματικό μέλος της Αρχής Π. Τσαντίλας σε αντικατάσταση του κωλυόμενου τακτικού μέλους Α. Πράσσου. Δεν παρέστησαν το τακτικό μέλος Α. Πομπόρτσης και το αναπληρωματικό αυτού Γ. Πάντζιου λόγω κωλύματος. Παρούσες, χωρίς δικαίωμα ψήφου, ήταν η Κ. Λωσταράκου, ελέγκτρια, ως εισηγήτρια και η Γ. Παλαιολόγου, υπάλληλος της Αρχής, ως γραμματέας. Στη συνεδρίαση της 13.11.2008 στην οποία συζητήθηκε αρχικά το θέμα είχαν κληθεί νομίμως και ακούσθηκαν οι ….πληρεξούσια δικηγόρος της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος και …. πληρεξούσιος δικηγόρος της εταιρίας ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ Α.Ε.

Η Αρχή έλαβε υπόψη τα παρακάτω:

Με προσφυγή του προς την Αρχή …. ο …παραπονείται για παράνομη επεξεργασία από την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. και την εταιρεία ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ Α.Ε. δεδομένων που αφορούν καταγγελίες συμβάσεων πιστωτικών καρτών και ζητεί τη διαγραφή τους από το αρχείο Σύστημα Οικονομικής Συμπεριφοράς της ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ. Ειδικότερα, ο ανωτέρω, την 01.02.1996 υπέγραψε συμβάσεις χορήγησης δύο (2) πιστωτικών καρτών…. με την ΕΘΝΟΚΑΡΤΑ (θυγατρική εταιρία του ομίλου της Εθνικής Τράπεζας η οποία έχει πλέον απορροφηθεί δια συγχωνεύσεως από την Ε.Τ.Ε.), τις οποίες στις 18.08.2004 και ακύρωσε, αφού, κατά τους ισχυρισμούς του, τις εξόφλησε προηγουμένως. Σε αλληλογραφία του με την ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ, ενημερώνεται ότι στο αρχείο της εταιρείας τηρούνται προσωπικά του δεδομένα που αφορούσαν καταγγελίες των ανωτέρω συμβάσεων, με ημερομηνίες καταγγελίας 30.06.2007 και 31.07.2007 αντίστοιχα. Ο προσφεύγων αμφισβήτησε τις ανωτέρω καταχωρίσεις, ισχυριζόμενος ότι έχει εξοφλήσει τις σχετικές οφειλές, ότι δεν είχε προηγουμένως ενημερωθεί νομίμως από την τράπεζα για την καταγγελία και ότι τα δεδομένα που καταχώρισε η ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ ήταν ψευδή και για τους λόγους αυτούς ζήτησε τη διαγραφή των σχετικών στοιχείων. Η ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ, σε απαντητικές επιστολές που έστειλε στον προσφεύγοντα (28.08.2007 και 12.9.2007) τον ενημέρωσε ότι, αναφορικά με τον έλεγχο ορθότητας των δεδομένων που τον αφορούσαν, επικοινώνησε με την Εθνική Τράπεζα, η οποία και επιβεβαίωσε την ορθότητα των διαβιβασθέντων δεδομένων, και ότι, συνεπώς, δεν δύναται η εταιρεία να προβεί σε οποιαδήποτε άλλη σχετική ενέργεια. Η Τράπεζα, με απαντητικό της προς την Αρχή για την υπόθεση, αλλά και κατά την προφορική συζήτηση αυτής στη συνεδρίαση της 13.11.2008, ανέφερε ότι υπάρχει υπαρκτή οφειλή του ανωτέρω έναντι της τράπεζας μέχρι σήμερα, ο δε προσφεύγων είχε ενημερωθεί με επιστολές της από 07.07.2007 και 07.08.2007 για τις καταγγελίες και για το οριστικό κλείσιμο των λογαριασμών, σύμφωνα με ρητά προβλεπόμενο στις συμβάσεις όρο. Ως προς τη διαβίβαση των σχετικών στοιχείων στην ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ και σε εισπρακτική εταιρία, η τράπεζα ανέφερε ότι ο προσφεύγων είχε ενημερωθεί με ταχυδρομική επιστολή εντύπου που του απέστειλε γνωστοποιώντας του τη συμπερίληψη πλέον του σχετικού όρου στις συμβάσεις δεδομένου ότι δεν υπήρχε κατά την υπογραφή των παλαιών συμβάσεων, όπως οι επίδικες, ο συγκεκριμένος όρος. Η ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ κατά την προφορική συζήτηση, αλλά και σε υπόμνημα που κατέθεσε στην Αρχή, ανέφερε ότι η αναγγελία των στοιχείων καταγγελιών συμβάσεων γίνεται είτε με ηλεκτρονικό τρόπο είτε με έντυπο που αποστέλλει η τράπεζα. Στα εν λόγω στοιχεία περιλαμβάνονται ο αριθμός της κάρτας, το ονοματεπώνυμο του κατόχου, και η ημερομηνία καταγγελίας την οποία η εταιρεία εκλαμβάνει ως ημερομηνία επίδοσης της καταγγελίας. Έχει ήδη αποστείλει προς τις τράπεζες οδηγίες ώστε να διασφαλίζεται ότι έχει γίνει επίδοση της καταγγελίας προτού αποστείλουν οι τράπεζες τα σχετικά στοιχεία. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, η ΕΤΕ δεν απέστειλε αποδεικτικό επίδοσης για τις καταγγελίες, αλλά αντίγραφα των επιστολών των καταγγελιών, από τα οποία διαπιστώθηκε ανακολουθία επτά ημερών. Λόγω της ανακολουθίας αυτής, η εταιρεία προέβη σε σχετική διόρθωση στο αρχείο της. Η Αρχή εξετάζοντας την παραπάνω αίτηση, τα πρακτικά των προηγούμενων συνεδριάσεων, τα κατατεθέντα υπομνήματα, και τα λοιπά στοιχεία του φακέλου και κατόπιν διαλογικής συζήτησης

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Κατά το άρθρο 4 παρ. 1 του ν.2472/97, τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα για να τύχουν νόμιμης επεξεργασίας πρέπει να συλλέγονται κατά τρόπο θεμιτό και νόμιμο για καθορισμένους, σαφείς και νόμιμους σκοπούς και να υφίστανται θεμιτή και νόμιμη επεξεργασία ενόψει των σκοπών αυτών (στοιχ.α), καθώς και να είναι ακριβή και, εφόσον χρειάζεται, να υποβάλλονται σε ενημέρωση (στοιχ.γ). Περαιτέρω το άρθρο 5 ορίζει στην παρ.1 ότι η επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα επιτρέπεται μόνον όταν το υποκείμενο των δεδομένων έχει δώσει τη συγκατάθεσή του και στην παρ.2 ότι κατ εξαίρεση επιτρέπεται η επεξεργασία και χωρίς τη συγκατάθεση όταν, μεταξύ άλλων, η επεξεργασία είναι απολύτως αναγκαία για την ικανοποίηση του έννομου συμφέροντος που επιδιώκει ο υπεύθυνος επεξεργασίας ή ο τρίτος ή οι τρίτοι στους οποίους ανακοινώνονται τα δεδομένα και υπό τον όρο ότι τούτο υπερέχει προφανώς των δικαιωμάτων και συμφερόντων των προσώπων στα οποία αναφέρονται τα δεδομένα και δεν θίγονται οι θεμελιώδεις ελευθερίες αυτών (στοιχ.ε). Στη συνέχεια το άρθρο 11 παρ.1 προβλέπει ότι ο υπεύθυνος επεξεργασίας οφείλει, κατά τη συλλογή των δεδομένων, να ενημερώνει με τρόπο πρόσφορο και σαφή το υποκείμενο για τα εξής τουλάχιστον στοιχεία : α. την ταυτότητά του και την ταυτότητα του τυχόν εκπροσώπου του, β. τον σκοπό της επεξεργασίας, γ. τους αποδέκτες ή τις κατηγορίες αποδεκτών των δεδομένων, δ. την ύπαρξη του δικαιώματος πρόσβασης. Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 13 του ίδιου νόμου, το υποκείμενο των δεδομένων έχει δικαίωμα να προβάλλει οποτεδήποτε αντιρρήσεις για την επεξεργασία δεδομένων που το αφορούν. Οι αντιρρήσεις απευθύνονται εγγράφως στον υπεύθυνο επεξεργασίας και πρέπει να περιέχουν αίτημα για συγκεκριμένη ενέργεια.

2. Η επεξεργασία στοιχείων καταγγελιών συμβάσεων από την ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ έχει κριθεί από την Αρχή με την κανονιστική απόφαση 24/2004 ότι είναι απολύτως αναγκαία για την εξυπηρέτηση του σκοπού που επιδιώκει η ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ (προστασία της εμπορικής πίστης και την ασφάλεια των συναλλαγών), και ως εκ τούτου, δεν απαιτείται η συγκατάθεση του υποκειμένου. Σύμφωνα δε με την υπ. αριθμ. 25/2004 απόφαση της Αρχής, οι τράπεζες δικαιούνται να αναγγείλουν στο σύστημα οικονομικής συμπεριφοράς της ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ Α.Ε. τα σχετικά στοιχεία. Ωστόσο, σύμφωνα με την υπ΄αριθμ.24/2004 απόφαση της Αρχής σχετικά με τις προϋποθέσεις τήρησης αρχείου από την ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ Α.Ε., τα δυσμενή για το υποκείμενο προσωπικά δεδομένα που διαβιβάζονται κάθε φορά στον αποδέκτη πρέπει να είναι ακριβή και ενημερωμένα μέχρι το χρόνο της διαβίβασης. Η ακρίβεια και ενημέρωση των στοιχείων αποτελεί βάρος του υπεύθυνου της επεξεργασίας και σε καμιά περίπτωση του υποκειμένου. Από τις διατάξεις της ανωτέρω απόφασης σε συνδυασμό με το άρθρο 4 παρ.1 γ του ν.2472/97, συνάγεται σαφώς ότι η ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ ως υπεύθυνος επεξεργασίας του αρχείου που τηρεί έχει την ευθύνη για την ακρίβεια των περιλαμβανομένων σε αυτό στοιχείων. Περαιτέρω, ο έλεγχος που πρέπει να γίνεται από τις τράπεζες σχετικά με την ακρίβεια των στοιχείων, αφού είναι και οι ίδιες πηγές των δεδομένων, δεν απαλλάσσει την ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ από το καθήκον της να ελέγχει και να εξασφαλίζει ότι οι απαιτήσεις του νόμου για την νόμιμη επεξεργασία των δεδομένων εφαρμόζονται. Ειδικά στις περιπτώσεις καταγγελιών συμβάσεων, η Αρχή έχει κρίνει με την απόφαση αρ.49/2007 ότι οι τράπεζες θα πρέπει να απευθύνουν το έγγραφο της καταγγελίας προς τον οφειλέτη, η δε ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ να λαμβάνει κατά την αναγγελία του σχετικού δεδομένου από τις τράπεζες και πριν την καταχώριση στο αρχείο της, αντίγραφο του ανωτέρω εγγράφου ή βεβαίωση περί επίδοσης αυτού.

3. Στην προκείμενη περίπτωση, η τράπεζα απέστειλε δύο επιστολές προς τον προσφεύγοντα (στις 7.7.2007 και 7.8.2007) με τις οποίες του γνωστοποίησε το οριστικό κλείσιμο των δύο λογαριασμών και τη μεταφορά τους σε οριστική καθυστέρηση καταγγέλλοντας παράλληλα τις σχετικές συμβάσεις. Κρίνεται, καταρχάς, ότι νομίμως η τράπεζα προχώρησε στην αναγγελία των δύο καταγγελιών που αφορούν τον προσφεύγοντα στο ανωτέρω αρχείο. Ο ισχυρισμός του προσφεύγοντος ότι παρανόμως η τράπεζα προχώρησε σε καταγγελίες παρά την ανυπαρξία οφειλής ή ότι ο προσφεύγων είχε ήδη ακυρώσει τις σχετικές κάρτες αποτελούν νομικά γεγονότα για τα οποία ερίζουν αμφότερα τα δύο μέρη. Ως εκ τούτου, το ζήτημα αυτό αφορά ιδιωτική διαφορά του ανωτέρω με την τράπεζα και δεν ανάγεται στα θέματα που έχει αρμοδιότητα να επιλύσει η Αρχή. Στη συνέχεια η τράπεζα απέστειλε τα σχετικά στοιχεία στην ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ, η οποία και τα καταχώρισε στο αρχείο ΣΟΣ με ημερομηνίες καταγγελίας τις 30.6.2007 και 31.7.2007 αντιστοίχως. Προκύπτει, επομένως, ότι η τράπεζα απέστειλε τα σχετικά στοιχεία στην ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ πριν περιέλθουν οι καταγγελίες στον προσφεύγοντα (επτά ημέρες νωρίτερα), με αποτέλεσμα να αποστείλει μη ορθό το δεδομένο της ημερομηνίας της καταγγελίας (30.6.2007 αντί του ορθού 7.7.2007 και 31.7.2007 αντί του ορθού 7.8.2007).

4. Περαιτέρω, καθόσον αφορά τον ισχυρισμό του προσφεύγοντος ότι δεν είχε ενημερωθεί για τις καταγγελίες, αποδεικνύεται, από τα έγγραφα που απέστειλε ο ίδιος στην τράπεζα μετά την ημερομηνία καταγγελίας ζητώντας διακανονισμό των οφειλών του και διαγραφή των σχετικών στοιχείων του από το αρχείο της ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ (βλ. αίτησή του προς την ΕΤΕ στις 27.8.2007, εξώδικες προσκλήσεις προς την ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ στις 2.8.2007, 3.8.3007 και 28.8.2007), ότι είχε λάβει τις επιστολές της τράπεζας με τις οποίες κατήγγειλε η τελευταία τις εν λόγω συμβάσεις.

5. Εξάλλου, καθόσον αφορά τη διαβίβαση των οφειλών στην εισπρακτική εταιρία, δεν απαιτείται, όπως έχει κρίνει η Αρχή στην υπ΄αρ. 20/2001 απόφασή της, συγκατάθεση του υποκειμένου, διότι η εταιρίες αυτές θεωρούνται ως εκτελούσες την επεξεργασία για λογαριασμό του υπευθύνου επεξεργασίας, αποδέκτες των δεδομένων και όχι τρίτοι με την έννοια του άρθρου 2 εδαφ θ του ν.2472/97. Επομένως αρκεί η ενημέρωση του άρθρου 11 παρ.1 του νόμου και η τράπεζα νομίμως διαβίβασε στα σχετικά δεδομένα στην εταιρία ΚΥΚΛΟΣ, αφού είχε ενημερώσει το υποκείμενο για τους αποδέκτες ή την κατηγορία αποδεκτών της διαβίβασης αυτής, από το σχετικό όρο της σύμβασης.

6. Η καταχώριση από την ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ των ανωτέρω στοιχείων καταγγελιών στο αρχείο της ήταν νόμιμη, αφού η εταιρεία δικαιούται, όπως αναφέρθηκε ανωτέρω, να τηρεί και επεξεργάζεται στοιχεία καταγγελιών συμβάσεων. Ωστόσο, η εταιρεία τα καταχώρισε όπως της είχαν αποσταλεί από την τράπεζα, χωρίς να ελέγξει η ίδια την ακρίβεια τους ως προς την ημερομηνία καταγγελίας. Αν και, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της, ζήτησε και έλαβε από την τράπεζα επιβεβαίωση ότι υπήρξε έγγραφη καταγγελία για τις δύο αυτές συμβάσεις καρτών, παραδέχθηκε κατά την προφορική συζήτηση της υπόθεσης ότι υπήρξε ανακολουθία στις ημερομηνίες καταγγελίας που της γνωστοποιήθηκαν και τις ημερομηνίες που φέρουν τα έγγραφα της καταγγελίας και ανέφερε ότι έχει ήδη προβεί στη διόρθωση των σχετικών δεδομένων στο αρχείο της. Ο ισχυρισμός της ότι έχει αποστείλει προς τις τράπεζες σαφείς οδηγίες στις περιπτώσεις καταγγελιών προκειμένου να έχει προηγηθεί επίδοση της καταγγελίας και ότι άλλως δεν θα πρέπει να αποστέλλεται το σχετικό δεδομένο, πρέπει να θεωρηθεί ως μέτρο επιμέλειας που έχει λάβει η εταιρία προκειμένου να περιορίσει στο ελάχιστο το ποσοστό λάθους, αλλά δεν την απαλλάσσει από την ευθύνη που της αναλογεί ως υπεύθυνου επεξεργασίας του αρχείου. Εάν η εταιρία, κατά την εξέταση του αιτήματος διαγραφής που υπέβαλε ο προσφεύγων, ζητούσε αντίγραφα ή βεβαιώσεις που να αποδεικνύουν την ενημέρωση του προσφεύγοντα για τις καταγγελίες, θα αποδεικνυόταν οι λανθασμένες ημερομηνίες καταχώρισης.

7. Σύμφωνα με τα ανωτέρω εκτεθέντα, και οι δύο υπεύθυνοι επεξεργασίας (ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ Α.Ε. και ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε.) καταχώρισαν μη ορθά στοιχεία που αφορούσαν τον προσφεύγοντα, κατά παράβαση της διάταξης του άρθρου 4 παρ. 1 γ΄ του Ν. 2472/1997. Πρέπει ωστόσο να ληφθεί υπόψη ότι α) η τράπεζα ενημέρωσε τον προσφεύγοντα για τις καταγγελίες, β) τα δεδομένα έχουν ήδη διορθωθεί ως προς τις ημερομηνίες καταγγελίας και ως εκ τούτου έχει καταστεί πλέον νόμιμη η σχετική καταχώριση της καταγγελίας στο αρχείο της ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ, γ) το γεγονός της αποστολής από την ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ προς τις τράπεζες σχετικών οδηγιών για το θέμα και δ) τη μικρή βλάβη του προσφεύγοντα που συνίσταται στην τήρηση και διαβίβαση του δεδομένου της μη ορθής ημερομηνίας των καταγγελιών για μικρό χρονικό διάστημα.

8. Κατ΄εκτίμηση των ανωτέρω, η Αρχή κρίνει ότι πρέπει να επιβληθούν στους υπεύθυνους επεξεργασίας, δηλαδή στην Eθνική Τράπεζα της Ελλάδος και στην ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ ΑΕ, οι κυρώσεις που και αναφέρονται στο διατακτικό, οι οποίες κρίνονται ανάλογες με τη βαρύτητα της προσβολής, καθώς και να γίνει σύσταση ως προς την ανάγκη απόδειξης της ενημέρωσης του υποκειμένου για την καταγγελία της σύμβασης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

1. Απορρίπτει το αίτημα για διαγραφή των σχετικών καταχωρίσεων.

2. Συνιστά στην Ε.Τ.Ε. να γίνεται με αποδεικτικό έγγραφο η ενημέρωση του υποκειμένου ώστε να μην υπάρχει αμφισβήτηση ως προς την ημερομηνία καταγγελίας της σύμβασης.

3. Απευθύνει προειδοποίηση στην E.T.E. να αναγγέλλει τα δεδομένα της καταγγελίας στην ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ ΑΕ μετά την επίδοση προς τον καθ΄ου η καταγγελία βεβαιώνοντας συγχρόνως την ημερομηνία επίδοσης αυτού.

4. Απευθύνει προειδοποίηση στην ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ ΑΕ να ελέγχει τη βεβαίωση από τις τράπεζες ότι έγινε επίδοση της καταγγελίας σύμβασης πριν προβεί στη σχετική καταχώριση στο αρχείο ΣΟΣ

 

Δικαίωμα πρόσβασης στην παροχή πληροφοριών σχετικά με εγγραφή στοιχείων στην ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ.

 

ΑΡΧΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ 1/2005

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Η ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ είναι υποχρεωμένη να δώσει ικανοποιητική απάντηση στον ενδιαφερόμενο, ασκώντας το δικαίωμα πρόσβασης, το οποίο αφορά στην παροχή πληροφοριών σχετικά με εγγραφή στοιχείων στο αρχείο της.

Το γεγονός ότι γνώριζε ο ενδιαφερόμενος ότι δεν έχει κατάσχεση στο όνομά του, δεν αίρει το δικαίωμά του για πρόσβαση, ούτε την υποχρέωση της ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ να απαντήσει με πληρότητα και ορθότητα, χωρίς αοριστίες και υπεκφυγές.

Ακόμη και αν ακολουθήσει τηλεφωνική διαμαρτυρία του ενδιαφερομένου, ως άσκηση του δικαιώματος αντίρρησης για την ανακρίβεια της καταχώρισης, η ικανοποίηση αυτού δεν αναιρεί την άσκηση του δικαιώματος πρόσβασης το οποίο είναι αυτοτελές και η ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ είναι υποχρεωμένη να δώσει ικανοποιητική απάντηση.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΑΡΧΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ 1/2005

Η συνεδρίαση έγινε στα γραφεία της Αρχής, την Πέμπτη 14/10/2004 ώρα 10:00, μετά από πρόσκληση του Προέδρου. Παρέστησαν οι Δ. Γουργουράκης, Πρόεδρος, Α.Παπαχρίστου, Σ. Σαρηβαλάσης και Σ.Λύτρας, τακτικά μέλη. Στη συνεδρίαση παρέστησαν επίσης τα αναπληρωματικά μέλη Χ. Πολίτης, Α.Παπανεοφύτου και Γ. Πάντζιου, σε αναπλήρωση των τακτικών μελών Ν. Φραγκάκη, Ν.Παπαγεωργίου και Α. Πομπόρτση αντίστοιχα, οι οποίοι αν και κλήθηκαν νομίμως, απουσίαζαν λόγω κωλύματος. Η Αρχή, ενόψει του ότι υπήρχε απαρτία, συνήλθε προκειμένου να εξετάσει την υπόθεση που αναφέρεται στο ιστορικό της παρούσας. Καθήκοντα γραμματέα εξετέλεσε η Α. Κανακάκη, μετά από εντολή του Προέδρου. Παρούσα χωρίς δικαίωμα ψήφου ήταν η Κ. Λωσταράκου, νομική ελέγκτρια, ως εισηγήτρια.

Η Αρχή αφού έλαβε υπόψη τα παρακάτω

Ο προσφεύγων σε επικοινωνία του με την ΕΘΝΟΚΑΡΤΑ για έκδοση πιστωτικής κάρτας πληροφορήθηκε ότι υπάρχει καταχώριση στο όνομά του στο διατραπεζικό σύστημα ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ από το υποθηκοφυλακείο Λαμίας το 1999 στην εγγραφή κατάσχεση … επιταγές …Στη συνέχεια επικοινώνησε τηλεφωνικά με την εταιρία ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ ΑΕ η οποία επαλήθευσε την πληροφορία και τον ενημέρωσε ότι θα επανελεγχθεί η σχετική καταχώριση. Την 16.4.2004 ο ανωτέρω κατέθεσε προσφυγή στην Αρχή ζητώντας να ερευνηθεί η νομιμότητα της σχετικής καταχώρισης. Στις 21.4.2004 η εταιρία τον πληροφόρησε ότι επρόκειτο για λανθασμένη εγγραφή η οποία και διαγράφηκε. Την 23.4.2004 ο προσφεύγων υπέβαλε στην «ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ ΑΕ» αίτηση με την οποία άσκησε το κατά άρθρο 12 του Ν. 3272/97 δικαίωμα πρόσβασης και ζητούσε να πληροφορηθεί πότε έγινε η σχετική εγγραφή, πώς έγινε αυτή (βάσει ποιού τίτλου), πότε έγινε η διαγραφή και ποια η αιτία της διαγραφής. Η εταιρία στην από 14.5.2004 επιστολή της δεν απάντησε στα ανωτέρω ερωτήματα και επανέλαβε ότι προέβη στη σχετική διαγραφή στις 21.4.2004. Σε έγγραφο δε της Αρχής με το οποίο ζητήθηκε να γνωστοποιηθεί στην Αρχή αν υπήρξαν ή υπάρχουν καταχωρίσεις στο όνομα του προσφεύγοντος στο αρχείο της εταιρίας, η εταιρία ενημέρωσε ότι, μετά από σχετικό έλεγχο στο Υποθηκοφυλακείο Λαμίας στις 21.4.2004, προέβη σε διαγραφή των στοιχείων που είχε καταχωρημένα στο αρχείο της και ως εκ τούτου, δεν υπάρχουν πλέον καταχωρημένα δεδομένα σχετικά με τον προσφεύγοντα. Κατόπιν τούτου, ο προσφεύγων επανήλθε στην Αρχή με το από 25.5.2004 έγγραφό του διαμαρτυρόμενος για τη μη χορήγηση των αιτούμενων στοιχείων από την ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ ΑΕ.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η προσφυγή ασκείται νομίμως ενώπιον της Αρχής σύμφωνα με το άρθρο 12 παρ.4 του ν. 2472/97. Από την εξέταση της υπόθεσης και την ακρόαση του εκπροσώπου της εταιρίας προκύπτει ότι η εταιρία καταχώρισε στο αρχείο της μια εγγραφή κατάσχεσης στο όνομα του προσφεύγοντος η οποία στην πραγματικότητα αφορούσε δικαστική μεσεγγύηση. Μετά δε την τηλεφωνική επικοινωνία που είχε ο τελευταίος με την εταιρία, η εγγραφή ελέγχθηκε, διαπιστώθηκε η ανακρίβειά της και διαγράφηκε από το αρχείο. Στην αίτηση που κατέθεσε ο προσφεύγων με την οποία ζητούσε να πληροφορηθεί για την λανθασμένη εγγραφή, η εταιρία του απάντησε ότι δεν εμφανίζεται τίποτα σήμερα …. και τον ενημερώνει ότι την……διέγραψε την ως άνω πληροφορία. Η εταιρία δεν απάντησε στο αίτημα του προσφεύγοντος διότι, όπως ισχυρίστηκε ο εκπρόσωπος της εταιρίας, θεώρησε ότι ο τελευταίος σκόπευε στην καταβολή αποζημίωσης από την εταιρία, αφού γνώριζε ήδη για την ανακριβή εγγραφή. Είναι προφανές ότι δεν υπήρξε ικανοποιητική απάντηση στην άσκηση του δικαιώματος πρόσβασης του προσφεύγοντος το οποίο αφορούσε την παροχή πληροφοριών σχετικά με την ανακριβή- όπως εξάλλου παραδέχεται και η ίδια η εταιρία - εγγραφή των στοιχείων που τον αφορούσαν στο αρχείο της, κατά παράβαση του άρθρου 12 του ν.2472/97. Το γεγονός ότι γνώριζε ο προσφεύγων ότι δεν έχει κατάσχεση στο όνομά του δεν αίρει το δικαίωμά του για πρόσβαση, ούτε την υποχρέωση της εταιρίας να απαντήσει με πληρότητα και ορθότητα χωρίς αοριστίες και υπεκφυγές. Και αν ακόμη θεωρηθεί η τηλεφωνική διαμαρτυρία του προσφεύγοντος ως άσκηση του δικαιώματος αντίρρησης για την ανακρίβεια της καταχώρισης, η ικανοποίηση αυτού δεν αναιρεί την άσκηση του δικαιώματος πρόσβασης το οποίο είναι αυτοτελές. Πολύ περισσότερο δε που στην περίπτωση της ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ ΑΕ το υποκείμενο δεν ενημερώνεται για τυχόν ανακριβείς καταχωρίσεις, καθόσον δεν έχει εφαρμογή το άρθρο 11 παρ.3 του ν.2472/97, δηλαδή δεν απαιτείται in concreto ενημέρωση του υποκειμένου πριν δοθεί μια πληροφορία σε τρίτους αποδέκτες. Ενόψει της βαρύτητας της πράξης που αποδείχθηκε και της προσβολής που επήλθε από αυτή στο υποκείμενο δηλ. στον καταγγέλλοντα, η Αρχή κρίνει ομόφωνα ότι πρέπει να επιβληθούν στον υπεύθυνο της επεξεργασίας οι προβλεπόμενες στο άρθρο 21 παρ.1 εδαφ.α και β του ν.2472/97 κυρώσεις που αναφέρονται στο διατακτικό, οι οποίες κρίνονται ανάλογες με τη βαρύτητα της παράβασης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Επιβάλλει στην ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ ΑΕ πρόστιμο … για παράβαση του άρθρου 12 του ν.2472/97. 2. Διατάσσει την εταιρία να ικανοποιήσει εντός δέκα (10) ημερών το δικαίωμα πρόσβασης του προσφεύγοντος.

Αναζήτηση

Χρίστος Καραμπάγιας | Μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών