ΕΡΓΑΤΙΚΑ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ

 

Αναίρεση για έλλειψη νόμιμης βάσης επί απόρριψης ένστασης συνυπαιτιότητας επί εργατικού ατυχήματος. Ελλείψεις αναγόμενες στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων.

 

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ 600/2011

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Μόνο το τι αποδείχθηκε, ή δεν αποδείχθηκε, είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε, ή δεν αποδείχθηκε.

Αναιρείται η απόφαση επί εργατικού ατυχήματος, γιατί το εφετείο απέρριψε την ένσταση συνυπαιτιότητας του θανατωθέντος μισθωτού με την ελλιπή αιτιολογία ότι «συνυπαιτιότητα του θανόντος στο ένδικο ατύχημα δεν αποδείχθηκε, εφ' όσον δεν είχε τη δυνατότητα, με οποιονδήποτε τρόπο, να αποφύγει τον τραυματισμό του», χωρίς να αναφέρει περί της βασιμότητας, ή όχι, των επικληθέντων από τον εκκαλούντα περιστατικών.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ 600/2011

Απόσπασμα…….Επειδή από τα άρθρα 914, 932 του ΑΚ και 1, 16 του Ν. 551/1915 προκύπτει ότι χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη οφείλεται και επί εργατικού ατυχήματος όταν συντρέχουν οι όροι της αδικοπραξίας. Επομένως, για να δικαιούται ο παθών σε εργατικό ατύχημα χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, αρκεί να συντέλεσε στην επέλευση του ατυχήματος πταίσμα του εργοδότη ή των προστηθέντων από αυτόν, με την έννοια του άρθρου 914 ΑΚ, δηλαδή αρκεί να συντρέχει οποιαδήποτε αμέλεια αυτών και όχι μόνο η ειδική αμέλεια περί την τήρηση των όρων ασφαλείας του άρθρου 16 παρ. 1 του Ν. 551/1915. Περαιτέρω από τον συνδυασμό των διατάξεων των αρ. 297, 298, 300, 330, 914 ΑΚ, προκύπτει ότι οι έννοιες της αμέλειας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και επομένως η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας ως προς την συνδρομή ή όχι συνυπαιτιότητας του ζημιωθέντος κατά την επέλευση ζημίας (η οποία-συνυπαιτιότητα- αποτελεί και ένα από τα κριτήρια καθορισμού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης για την ηθική βλάβη του παθόντος από αδικοπραξία κατ' αρ. 932 ΑΚ) υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο κατ' αρ. 559 αριθ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ. Εξ άλλου, με τον λόγο αναίρεσης από το αρθρ. 559 αρ. 1 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, ή αν κατά παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν. Ο από τη διάταξη του ίδιου άρθρου 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες της αποφάσεως δεν προκύπτουν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις εκείνα τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό του κανόνα δικαίου, ο οποίος εφαρμόσθηκε, ώστε καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της διατάξεως. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 861/1984). Συνεπώς, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση του, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικούς περί πραγμάτων κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), σε σχέση με το θανατηφόρο ατύχημα που υπέστη ο συγγενής των αναιρεσίβλητων……κατά την διάρκεια της εργασίας του και την υπαιτιότητα ως προς αυτό, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο ….. υιός των δύο πρώτων, αδελφός του τρίτου και εγγονός της τετάρτης των αναιρεσιβλήτων, προσλήφθηκε την 7-4-2003 από την πρώτη εναγόμενη και ήδη αναιρεσείουσα εταιρεία, της οποίας ομόρρυθμοι εταίροι και εκπρόσωποι είναι οι δεύτερος και τρίτος των εναγόμενων και ήδη αναιρεσειόντων, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ως βοηθός χειριστής μηχανημάτων. Η πρώτη αναιρεσείουσα ασχολείτο με χωματουργικές εργασίες και με το από 13-1-2004 ιδιωτικό συμφωνητικό, που συνήψε με την ανώνυμη τεχνική εταιρεία με την επωνυμία……, ανέλαβε υπεργολαβικώς την εκτέλεση των χωματουργικών εργασιών στο έργο…Την 16-1-2004 ο…εργαζόταν στο εργοτάξιο του πιο πάνω έργου, επί των οδών... και... στον.... Ειδικότερα, η εργασία του συνίστατο στο να ευρίσκεται στην είσοδο του εργοταξίου επί της οδού ... και να ελέγχει την είσοδο και έξοδο από το εργοτάξιο των φορτηγών αυτοκινήτων που εκτελούσαν τις χωματουργικές εργασίες, δίδοντας σε κάθε οδηγό έντυπο σχετικά με την ώρα διέλευσης του και την εργασία του. Περί ώρα 11.00 ο εναγόμενος και ήδη τέταρτος αναιρεσείων……ο οποίος εργαζόταν επίσης στην πρώτη αναιρεσείουσα εταιρεία, οδηγώντας το…..ΙΧ φορτηγό αυτοκίνητο ιδιοκτησίας της και ασφαλισμένο για τις ζημιές προς τρίτους στην ασφαλιστική εταιρεία.….εισήλθε στο εργοτάξιο, στην είσοδο του οποίου τον σταμάτησε ο ……για να του δώσει το σημείωμα εισόδου-εξόδου. Ο…..ήταν κάτω από τον αριστερό καθρέπτη και είχε σύντομη συνομιλία με τον τέταρτο αναιρεσείοντα, μετά το πέρας της οποίας ο τελευταίος κινήθηκε με το φορτηγό προς το εσωτερικό του εργοταξίου χωρίς προηγουμένως να ελέγξει αν ο……είχε απομακρυνθεί από το σημείο, όπου συνομιλούσαν, με αποτέλεσμα να τον παρασύρει με τις αριστερές ρόδες του φορτηγού και να τον τραυματίσει θανάσιμα. Ο…..μεταφέρθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Νίκαιας, όπου και εξέπνευσε συνεπεία πολλαπλών κακώσεων θώρακος, κοιλίας και λεκάνης. Το θανατηφόρο αυτό εργατικό ατύχημα, συνεχίζει το Εφετείο, οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα και των ήδη αναιρεσειόντων. Ειδικότερα, η πρώτη αναιρεσείουσα, εργοδότρια του θανόντος, που είχε αναλάβει υπεργολαβικά την εκτέλεση χωματουργικών εργασιών και οι δεύτερος και τρίτος, ομόρρυθμα μέλη και νόμιμοι εκπρόσωποι αυτής και προστήσαντες τον τέταρτο αναιρεσείοντα…….στην οδήγηση του... Ι.Χ. φορτηγού αυτοκινήτου, όπως και η μη διάδικος στην παρούσα δίκη εργολήπτρια εταιρεία……δεν είχαν φροντίσει ώστε οι οδοί προσπέλασης προς τις θέσεις εργασίας να είναι τέτοιες που να επιτρέπουν στους εργαζόμενους να μεταβαίνουν και να αποχωρούν με ασφάλεια (αρθρ. 37 παρ. 9 κεφ.Β', τμήμα ΙΙ του Π.Δ. 1073/1981), δεν είχαν επιμεληθεί για την τήρηση των κανονισμών ασφαλούς κυκλοφορίας για την κίνηση των πεζών, για την κίνηση των μηχανημάτων και εν γένει του αυτοκινούμενου εξοπλισμού εργασίας, κατά τέτοιο τρόπο, ώστε η κίνηση του προσωπικού να γίνει με ασφάλεια (αρθρ. 39, 46 του Π.Δ. 1073/1981, αρθρ.4 του Π.Δ. 89/1999) και γενικά δεν είχαν φροντίσει να υπάρχει διαρκής επίβλεψη στον χώρο του εργοταξίου. Εξάλλου, ο τέταρτος αναιρεσείων, προστηθείς από την πρώτη αναιρεσείουσα, οδηγός του ζημιογόνου φορτηγού αυτοκινήτου, επιχείρησε να εισέλθει στο εσωτερικό του εργοταξίου χωρίς προηγουμένως να ελέγξει και να βεβαιωθεί ότι ο…..είχε απομακρυνθεί σε ασφαλή απόσταση από το φορτηγό, λαμβανομένου υπόψη και του κινδύνου στην κυκλοφορία του οχήματος σε ανώμαλο έδαφος, σκαμμένο, με χώματα κ.λ.π. Δεν αποδείχθηκε δε συνυπαιτιότητα του θανόντος στο ατύχημα, διότι αυτός δεν είχε τη δυνατότητα με οποιονδήποτε τρόπο να αποφύγει τον τραυματισμό του. Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, αφού έκαμε δεκτή την έφεση των εναγόντων κατά το μέρος που το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο είχε δεχθεί ότι συνυπαίτιος του ατυχήματος κατά ποσοστό 20% ήταν και ο θανών, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και υποχρέωσε τους ήδη αναιρεσείοντες να καταβάλουν χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης στους ενάγοντες-μέλη της οικογένειας του θανόντος. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο στέρησε τη απόφασή του από νόμιμη βάση με ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο ζήτημα της υπαιτιότητας του προστηθέντος από την πρώτη αναιρεσείουσα οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου τέταρτου αναιρεσείοντος και ως προς την απόρριψη της ενστάσεως αποκλειστικής υπαιτιότητας, άλλως συνυπαιτιότητας του θανόντος που είχαν προβάλει παραδεκτώς οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο λόγο της εφέσεως των αλλά και με τις προτάσεις τους ως εφεσίβλητοι προς απόκρουση της αντίθετης εφέσεως των εναγόντων, έτσι δε δεν μπορεί να ελεγχθεί αν ορθά εφαρμόσθηκαν οι ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των αρθρ. 914, 300 και 330 εδ.β' του ΑΚ. Ειδικότερα, δεν διαλαμβάνονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι συνθήκες υπό τις οποίες παρασύρθηκε ο θανών από τις ρόδες του φορτηγού, δηλαδή τι ακριβώς προηγήθηκε ώστε να βρεθεί στο σημείο εκείνο ο θανών και δη αν το όχημα προηγουμένως προσέκρουσε επ' αυτού και κατά ποιο τρόπο, αφού μόνο η παραδοχή ότι ο θανών "βρισκόταν κάτω από τον αριστερό καθρέπτη και είχε σύντομη συνομιλία με τον (οδηγό)…..μετά το πέρας της οποίας, ο τελευταίος κινήθηκε με το φορτηγό προς το εσωτερικό του εργοταξίου, χωρίς προηγουμένως να ελέγξει, αν ο…..είχε απομακρυνθεί από το σημείο", δεν εξηγεί το γεγονός ότι ο θανών παρασύρθηκε από τις ρόδες του φορτηγού ( δεν προσδιορίζει αν ήταν οι εμπρός ή πίσω αριστερά ρόδες), αφού δεν αναφέρεται, αν τούτο οφείλεται σε προηγούμενο αμελή ελιγμό του οδηγού, ή αν οι ρόδες του αυτοκινήτου, ή άλλο αυτού εξάρτημα, εξείχαν και παρέσυραν τον παθόντα. Οι αναιρεσείοντες είχαν προτείνει ενώπιον του Δικαστηρίου της ουσίας ένσταση αποκλειστικής υπαιτιότητας, άλλως, συνυπαιτιότητας του θανόντος (που δέχθηκε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο), συνισταμένη στο ότι, όταν ο τέταρτος αναιρεσείων (οδηγός του αυτοκινήτου) προσπάθησε να εισέλθει στο εργοτάξιο και ενώ έκανε τη στροφή (κινούμενος με πρόσωπο οχήματος προς το εργοτάξιο), άκουσε φωνές και αφού κατέβηκε από το όχημα αντιλήφθηκε ότι ο……βρισκόταν κάτω από τις ρόδες του οχήματος του. Κατά τους ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων ο……αρχικά στεκόταν στο πεζοδρόμιο και στο αριστερό μέρος του σημείου εισόδου στο εργοτάξιο και μόλις οι μπροστινοί άξονες του οχήματος άρχισαν να ανεβαίνουν στο πεζοδρόμιο (και ενώ η προσοχή του οδηγού ήταν στραμμένη στην δεξιά πλευρά του, παρατηρώντας, από τον καθρέπτη κολώνα που υπήρχε στα δεξιά του, όχημα που ήταν πίσω από το φορτηγό που οδηγούσε), κινήθηκε προς το όχημα, σκουντούφλησε - γλίστρησε, έχασε την ισορροπία του και τα πόδια του βρέθηκαν ανάμεσα στις δύο μπροστινές αριστερές ρόδες του οχήματος με αποτέλεσμα να τον πατήσει ο δεύτερος τροχός (το μπροστινό τμήμα κίνησης του εν λόγω οχήματος έχει δύο τροχούς από κάθε πλευρά), χωρίς να μπορέσει να αντιδράσει λόγω του ακαριαίου του συμβάντος. Κατά συνέπεια, όπως ανέφεραν οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο λόγο εφέσεως, θα έπρεπε να γίνει δεκτή η ένσταση αποκλειστικής υπαιτιότητος του θανόντος, διότι, ακόμη και αν η ματιά του οδηγού ήταν στραμμένη στον θανόντα πριν το ολίσθημα του, δεν θα μπορούσε να κάνει τίποτα περισσότερο, αφού έτσι και αλλιώς αυτός θα ακολουθούσε την ίδια ανωτέρω πορεία. Άλλως, επικουρικώς, οι αναιρεσείοντες προέβαλαν ότι η ευθύνη του θανόντος είναι τουλάχιστον 90%, αφού το γεγονός οφείλεται στο ολίσθημα του, "το οποίο οφείλεται σε κάθε περίπτωση και σε δικό του πταίσμα, αφού καθένας οφείλει να προσέχει και να λαμβάνει τις απαραίτητες προφυλάξεις για την προσωπική του ασφάλεια" και κατά συνέπεια έπρεπε να έχει γίνει δεκτή εν μέρει από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο η νόμιμη, κατ' άρθρο 300 ΑΚ, ένσταση τους. Το Εφετείο, όμως, απέρριψε την ένσταση αυτή με την ελλιπή αιτιολογία ότι "συνυπαιτιότητα του θανόντος στο ένδικο ατύχημα δεν αποδείχθηκε, εφ' όσον δεν είχε τη δυνατότητα, με οποιονδήποτε τρόπο, να αποφύγει τον τραυματισμό του", χωρίς να αναφέρει περί της βασιμότητας ή όχι των πιο πάνω περιστατικών, ούτε δύναται να συναχθεί, ενόψει των πιο πάνω ασαφών παραδοχών, ότι απέρριψε εκ του πράγματος τους ισχυρισμούς αυτούς των αναιρεσειόντων, ως αβάσιμους. Κατά συνέπεια είναι βάσιμοι οι εξεταζόμενοι από το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, πρώτος και δεύτερος λόγοι της αναιρέσεως, με τους οποίους αποδίδονται οι πιο πάνω πλημμέλειες. 

 

Συμφωνία απαλλαγής από την ευθύνη του κυρίου του έργου από εργατικό ατύχημα.

 

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ 1139/2006

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Συμφωνία του κυρίου του έργου με τον εργολάβο, που απαλλάσσει τον πρώτο από τυχόν αδικοπρακτική ευθύνη απέναντι σε τρίτους ζημιωθέντες, δεν είναι ισχυρή.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ 1139/2006

Απόσπασμα…….Επειδή, από τις διατάξεις του άρθρου 332 ΑΚ, όπως είχαν πριν από την τροποποίησή του με το άρθρο 2 παρ. 1 του ν. 3043/2002, η ισχύς του οποίου άρχισε από 21.8.2002 (άρθρο 14), προκύπτει ότι είναι άκυρη η εκ των προτέρων συμφωνία μεταξύ του οφειλέτη και του δανειστή περί απαλλαγής του πρώτου από την ευθύνη για δόλο ή βαρειά αμέλεια, ενώ είναι έγκυρος ο αποκλεισμός της ευθύνης του οφειλέτη για ελαφρά αμέλεια, η απαλλακτική δε αυτή συμφωνία ισχύει και για την ευθύνη από αδικοπραξία. Συμφωνία, όμως, του οφειλέτη, με το δανειστή, που απαλλάσσει τον πρώτο από τυχόν αδικοπρακτική ευθύνη απέναντι σε τρίτους ζημιωθέντες, δεν είναι ισχυρή. Επίσης, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 178, 179 και 288 ΑΚ είναι άκυρη η απαλλακτική ρήτρα, όταν με αυτή απαλλάσσεται ο οφειλέτης από την ευθύνη για προσβολή αγαθών, που απορρέουν από την προσωπικότητα, όπως η ζωή, η υγεία, η ελευθερία, η τιμή κ.λ.π. Τούτο ρητά πλέον ορίζεται με το τελευταίο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 332 ΑΚ μετά την κατά τα άνω τροποποίησή του. Εξάλλου, η μη λήψη υπόψη πραγματικού ισχυρισμού ιδρύει λόγο αναιρέσεως, βάσει του άρθρου 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ, μόνο αν ο ισχυρισμός αυτός ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Τέτοια επιρροή δεν ασκεί ο απαραδέκτως προτεινόμενος ή ο μη νόμιμος ισχυρισμός και συνεπώς η μη απάντηση σ' αυτόν δεν ιδρύει τον άνω λόγο αναιρέσεως (Ολ. ΑΠ 2/2001, 14/2004). Με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προβάλλει ο αναιρεσείων την αιτίαση, ότι, αν και με το δικόγραφο της εφέσεώς του επικαλέστηκε γραπτή συμφωνία αυτού με τον εργολάβο - κατασκευαστή του έργου συνεναγόμενό του, με την οποία την αποκλειστική ευθύνη για το έργο αυτό είχε αναλάβει ο δεύτερος κι επομένως εκείνος, ως κύριος του έργου, είχε απαλλαγεί από την ευθύνη για το ένδικο εργατικό ατύχημα, το Εφετείο δεν απήντησε επί του ισχυρισμού του αυτού, που είχε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ανεξαρτήτως του ότι από το δικόγραφο της εφέσεως δεν προκύπτει ότι ο αναιρεσείων προέβαλε σαφώς και ορισμένως τον ανωτέρω ισχυρισμό περί απαλλαγής του από την αδικοπρακτική ευθύνη για το επίδικο εργατικό ατύχημα, ο ισχυρισμός αυτός δεν είναι νόμιμος, αφού η επικαλούμενη απαλλακτική συμφωνία του αναιρεσείοντος με τον εργολάβο του έργου δεν είναι ισχυρή έναντι των ζημιωθέντων τρίτων αναιρεσιβλήτων κι επομένως το δικαστήριο της ουσίας δεν είχε υποχρέωση ν' απαντήσει επ' αυτού. Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως κατά την εκ του άριθ. 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. 

 

Νομική υποχρέωση παρεμπόδισης επέλευσης εργατικού ατυχήματος, επιβλέπων μηχανικός, εργολάβος.

 

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ   1037/2009

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Για τη θεμελίωση αξιόποινης πράξης από αμέλεια απαιτείται να διαπιστωθεί, αφ ενός ότι ο δράστης δεν κατέβαλε την απαιτούμενη προσοχή, την οποία οφείλει να καταβάλει κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος, κάτω από τις ίδιες πραγματικές καταστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές, την κοινή πείρα, τη λογική και τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων και αφ ετέρου ότι είχε τη δυνατότητα να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο πρέπει να τελεί σε αντικειμενικό αιτιώδη σύνδεσμο με την πράξη ή την παράλειψη. Η παράλειψη, ως έννοια, ενυπάρχει σε κάθε είδος αμέλειας, εφόσον το ένα σκέλος της ευθύνης συνίσταται στην μη καταβολή της προσοχής.

Όταν όμως η αμέλεια δεν συνίσταται σε ορισμένη παράλειψη, αλλά σε σύνολο συμπεριφοράς, που προηγήθηκε του αποτελέσματος, τότε για τη θεμελίωση της αξιόποινης πράξης από αμέλεια, ως εγκλήματος που τελείται με παράλειψη, απαιτείται η συνδρομή των όρων του άρθρου 15 ΠΚ, κατά το οποίο, όπου ο νόμος για την ύπαρξη αξιόποινης πράξης, απαιτεί να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του τιμωρείται όπως η πρόκλησή του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παράλειψης είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος.

Επομένως σε εργατικό ατύχημα αναγκαία προϋπόθεση θεμελίωσης της αξιόποινης πράξης είναι η ύπαρξη ιδιαίτερης νομικής υποχρέωσης του υπαιτίου προς ενέργεια, που τείνει στην παρεμπόδιση του αποτελέσματος για την επέλευση του οποίου ο νόμος απειλεί ορισμένη ποινή. Η υποχρέωση αυτή μπορεί να πηγάζει από ρητή διάταξη νόμου, ή από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, που συνδέονται με ορισμένη έννομη σχέση του υπόχρεου, ή από σύμβαση, ή από ορισμένη συμπεριφορά του υπαιτίου, από την οποία δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επέλευσης του αξιόποινου αποτελέσματος. Σε αυτή την περίπτωση πρέπει στην αιτιολογία της δικαστικής απόφασης να αναφέρεται η συνδρομή αυτής της υποχρέωσης και να προσδιορίζεται ο επιτακτικός κανόνας δικαίου από τον οποίο πηγάζει.

Η ευθύνη του εργολάβου στην συγκεκριμένη περίπτωση συνίσταται στο ότι, ενώ ήταν υποχρεωμένος, ως εκ της ιδιότητας του, να κατασκευάσει σταθερά ικριώματα, ή άλλα μέτρα ασφαλείας, όπως κιγκλιδώματα, εξέδρες, ή δίχτυα προστασίας στην οικοδομή, το παρέλειψε, παρά την εκ του νόμου υποχρέωσή του. Επίσης γιατί δεν παρίστατο στην οικοδομή για να δίνει οδηγίες στους εργαζομένους, ώστε να είναι ιδιαίτερα προσεκτικοί.

Η ευθύνη του επιβλέποντος μηχανικού συνίσταται στο ότι, μολονότι διαπίστωσε, λόγω της επιβλέψεως που έκανε, ότι ο εργολάβος δεν κατασκεύασε τα μέτρα ασφαλείας για την ασφάλεια των εργαζομένων, δεν έδωσε εντολή και οδηγίες κατασκευής αυτών στον εργολάβο και δεν επέβλεψε την τήρηση των οδηγιών του.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ   1037/2009

Απόσπασμα…..Ι. Κατά το άρθρο 302 παρ. 1 του Π.Κ., όποιος επιφέρει από αμέλεια το θάνατο άλλου, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Από το συνδυασμό της διάταξης αυτής με εκείνη του άρθρου 28 του Π.Κ., κατά την οποία από αμέλεια πράττει όποιος, από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν πρόβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα, που προκάλεσε η πράξη του, είτε το πρόβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν, προκύπτει ότι, για τη θεμελίωση της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, απαιτείται να διαπιστωθεί, αφενός, ότι ο δράστης δεν κατέβαλε την απαιτούμενη, κατά αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία οφείλει να καταβάλει κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος, κάτω από τις ίδιες πραγματικές καταστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές, την κοινή πείρα, τη λογική και τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων και, αφετέρου, ότι είχε τη δυνατότητα να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο πρέπει να τελεί σε αντικειμενικό αιτιώδη σύνδεσμο με την πράξη ή την παράλειψη. Η παράλειψη ως έννοια, ενυπάρχει σε κάθε είδος αμέλειας, εφόσον το ένα σκέλος της ευθύνης συνίσταται, στην μη καταβολή της προσοχής, δηλαδή σε παράλειψη. 'Όταν όμως η αμέλεια δεν συνίσταται σε ορισμένη παράλειψη, αλλά σε σύνολο συμπεριφοράς που προηγήθηκε του αποτελέσματος, τότε για τη θεμελίωση της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, ως εγκλήματος που τελείται με παράλειψη, απαιτείται η συνδρομή και των όρων του άρθρου 15 του Π.Κ., κατά το οποίο, όπου ο νόμος για την ύπαρξη αξιόποινης πράξης, απαιτεί να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του, τιμωρείται όπως η πρόκλησή του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παράλειψης, είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος. Από την τελευταία διάταξη, συνάγεται ότι αναγκαία προϋπόθεση της εφαρμογής της, είναι η ύπαρξη ιδιαίτερης (δηλαδή ειδικής και όχι γενικής) υποχρέωσης του υπαιτίου προς ενέργεια, που τείνει στην παρεμπόδιση του αποτελέσματος, για την επέλευση του οποίου ο νόμος απειλεί ορισμένη ποινή. Η υποχρέωση αυτή μπορεί να πηγάζει από ρητή διάταξη νόμου ή από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, που συνδέονται με ορισμένη έννομη σχέση του υπόχρεου ή από σύμβαση ή από ορισμένη συμπεριφορά του υπαιτίου, από την οποία δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επέλευσης του εγκληματικού αποτελέσματος. Σ' αυτή την περίπτωση, πρέπει στην αιτιολογία να αναφέρεται και η συνδρομή αυτής της υποχρέωσης και να προσδιορίζεται ο επιτακτικός κανόνας δικαίου, από τον οποίο πηγάζει. Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του ΠΔ 305/1996, σκοπός του οποίου, κατά το άρθρο 1 παρ.1 αυτού, είναι η προσαρμογή της Ελληνικής νομοθεσίας περί υγιεινής και ασφάλειας των εργαζομένων προς τις διατάξεις της οδηγίας 92/57/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 24ης Ιουνίου 1992 (ΕΕL 245/26892) "σχετικά με τις ελάχιστες προδιαγραφές ασφάλειας και υγείας που πρέπει να εφαρμόζονται στα προσωρινά ή κινητά εργοτάξια" και ως τέτοια θεωρούνται, κατά το άρθρο 2 παρ.1α, "κάθε εργοτάξιο όπου πραγματοποιούνται εργασίες οικοδομικές ή/και πολιτικού μηχανικού και γενικά εκτελείται τεχνικό έργο", για να διαφυλάξουν την ασφάλεια και την υγεία στο εργοτάξιο, και υπό τις προϋποθέσεις των άρθρων 6 και 7 του πιο πάνω διατάγματος οι εργολάβοι και υπεργολάβοι λαμβάνουν μέτρα σύμφωνα με τις ελάχιστες προδιαγραφές που περιλαμβάνονται στο παράρτημα ΙΙ, αρ. 8 παρ.2α σε συνδ. με το παράρτημα IV - Μέρος Β, Τμήμα ΙΙ άρθ 5.(Πτώσεις από ύψος), όπου, στο άρθρο 5, ορίζεται ότι: "5.1. Οι πτώσεις από ύψος πρέπει να προλαμβάνονται, ιδίως μέσω στερεών κιγκλιδωμάτων με επαρκές ύψος που θα διαθέτουν τουλάχιστον ένα εμπόδιο στη στάθμη του δαπέδου, ένα χειρολισθήρα και ενδιάμεσο οριζόντιο στοιχείο, ή άλλο ισοδύναμο μέσο, σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία. 5.2. Οι εργασίες σε ύψος μπορούν να πραγματοποιούνται μόνο με τη βοήθεια του κατάλληλου εξοπλισμού ή με μηχανισμούς συλλογικής προστασίας όπως κιγκλιδώματα, εξέδρες ή δίχτυα προστασίας. Σε περίπτωση που η χρήση αυτών των μέσων δεν είναι δυνατή λόγω της φύσης των εργασιών, πρέπει να προβλέπονται τα κατάλληλα μέσα πρόσβασης και να χρησιμοποιούνται ζώνες ασφαλείας ή άλλες μέθοδοι ασφάλειας με αγκύρωση, με τις προϋποθέσεις της κείμενης νομοθεσίας". Μεταξύ δε των υπευθύνων για την λήψη αυτών των μέτρων είναι και ο μηχανικός που αναλαμβάνει την επίβλεψη της εφαρμογής της μελέτης και της εκτελέσεως τεχνικού έργου ή τμήματος του, σύμφωνα με τους κανόνες της επιστήμης και τέχνης. Ειδικότερα, στο άρθρο 7 (Υποχρεώσεις επιβλέποντος) του Ν 1396/1983, οι διατάξεις του οποίου, κατά το άρθρο 1 αυτού "αφορούν αποκλειστικά στη λήψη και τήρηση των μέτρων ασφαλείας για την προστασία των εργαζομένων και τρίτων κατά την εκτέλεση των οικοδομικών και λοιπών τεχνικών έργων, προβλέποντα τα εξής : "Ο επιβλέπων, εκτός από τις υποχρεώσεις που πηγάζουν από άλλες διατάξεις έχει και τις ακόλουθες :1. Να δίνει οδηγίες κατασκευής, σύμφωνες με τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης, για την εκτέλεση εργασιών αντιστηρίξεων, σταθερών ικριωμάτων και πίνακα διανομής ηλεκτρικού ρεύματος. Να επιβλέπει την τήρηση των οδηγιών αυτών πριν από την έναρξη των εργασιών και περιοδικά κατά την εκτέλεσή τους. 2. Να δίνει οδηγίες σύμφωνες με τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης, για τη λήψη μέτρων ασφαλείας από κινδύνους που προέρχονται από εναέριους και υπόγειους αγωγούς της Δημόσιας Επιχείρησης Ηλεκτρισμού (ΔΕΗ) και να επιβλέπει την τήρησή τους. 3. Να επιβλέπει την εφαρμογή της μελέτης μέτρων ασφαλείας που αναφέρεται στο άρθρο 6 του νόμου αυτού και να δίνει τις σχετικές οδηγίες. 4. Να δίνει οδηγίες σε περίπτωση σοβαρών ή επικίνδυνων έργων και εάν χρειάζεται να συντάσσει μελέτη για την προσαρμογή των προδιαγραφών των μέτρων ασφαλείας που προβλέπονται. 5. Να υποδεικνύει εγγράφως στον κύριο του έργου, στην περίπτωση του άρθρου 4 & 1 και 2 του παρόντος, τα απαιτούμενα μέτρα ασφαλείας κατά περίπτωση και φάση του έργου". Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Δεν αποτελούν, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Ειδικά, ως προς τα αποδεικτικά μέσα, πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνον από αυτά. Για την βεβαιότητα αυτή, αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από καθένα. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από αυτά, δεν προκύπτει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης, γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. 

 

Πότε ο κύριος του οικοδομικού έργου δεν ευθύνεται για τις πράξεις ή παραλείψεις του εργολάβου ή υπεργολάβου. 

 

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ  52/2010

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Για να υπάρχει σχέση πρόστησης πρέπει να υπάρχει εξάρτηση, έστω και χαλαρή, ανάμεσα στον προστήσαντα και στον προστηθέντα, ώστε ο πρώτος να μπορεί να δίνει στον δεύτερο εντολές, ή οδηγίες και να τον ελέγχει, ή επιβλέπει κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας που του ανέθεσε.

Ο κύριος του έργου είναι υποχρεωμένος να λαμβάνει πριν την εγκατάσταση κάθε εργολάβου, ή υπεργολάβου τμήματος του έργου και να τηρεί, όσο διαρκεί το έργο, όλα τα μέτρα ασφαλείας, τα οποία του υποδεικνύει ο επιβλέπων το έργο, εφόσον αυτά δεν αφορούν σε τμήματα του έργου που ανέλαβαν και εκτελούν εργολάβοι και υπεργολάβοι.

Ο κύριος του έργου δεν ευθύνεται ως προστήσας για τις παράνομες πράξεις ή παραλείψεις του εργολάβου ή υπεργολάβου, αν με εντολή του ολόκληρο το έργο, ή τμήματα αυτού, με σύμβαση μισθώσεως έργου ανατέθηκε σε εργολάβο και δεν επιφύλαξε για τον εαυτό του τη διεύθυνση και επίβλεψη της εκτέλεσης του έργου.

Προκειμένου περί αγωγής για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης, στρεφομένης κατά του υπαιτίου του ατυχήματος, ως και κατά εκείνου, ο οποίος με σύμβαση μισθώσεως έργου ανέθεσε στον υπαίτιο την εκτέλεση του έργου, όπου συνέβη το ατύχημα, πρέπει για τη θεμελίωσή της να εκτίθενται τα πραγματικά περιστατικά της διευθύνσεως και επιβλέψεως του έργου από τον εργοδότη, τα οποία θεμελιώνουν την επικαλούμενη ιδιότητα του τελευταίου ως προστήσαντος τον υπαίτιο εργολάβο.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ  52/2010

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Παναγιώτη Κομνηνάκη και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1η Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-5-2006 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις…..οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και …..του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 24-2-2009 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βαρβάρα Κριτσωτάκη διάβασε την από 17-11-2009 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι πρώτος, δεύτερος, τρίτος και τέταρτος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως και να απορριφθούν οι λοιποί. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 34 παρ. 2, 60 παρ. 3 του α.ν. 11846/1951 "περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων" σε συνδυασμό με το άρθρο 16 παρ. 1, 3 του ν. 551/1914, όπως κωδικοποιήθηκε με το από 24-7/25-8-1920 β.δ., συνάγεται ότι αν ο θανατωθείς από ατύχημα, που έγινε έπειτα από βίαιο συμβάν κατά την εκτέλεση της εργασίας του ή εξ αφορμής αυτής, υπαγόταν στην ασφάλιση του Ι.Κ.Α., ο εργοδότης απαλλάσσεται από κάθε υποχρέωση για αποζημίωση των καθολικών διαδόχων του. Οι τελευταίοι έχουν κατά του εργοδότη αξίωση για εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 914 και 932 ΑΚ εφόσον το ατύχημα οφείλεται σε πταίσμα του εργοδότη ή των προστηθέντων υπ` αυτού προσώπων, υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 922 Α.Κ.. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διατάξεως, για να υπάρχει σχέση προστήσεως θα πρέπει να υπάρχει εξάρτηση, έστω και χαλαρή, ανάμεσα στον προστήσαντα και στον προστηθέντα, ώστε ο πρώτος να μπορεί να δίνει στον δεύτερο εντολές ή οδηγίες και να τον ελέγχει ή επιβλέπει κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας που του ανέθεσε. Εξάλλου, από τα άρθρα 681, 688-691 και 698 του Α.Κ. προκύπτει ότι ο εργολάβος δεν θεωρείται, καταρχήν, προστηθείς του εργοδότη, όταν όμως ο εργοδότης επιφύλαξε για τον εαυτό του, ρητώς ή σιωπηρώς, την διεύθυνση και την επίβλεψη της εκτελέσεως του έργου και μάλιστα το δικαίωμα παροχής οδηγιών προς τον εργολάβο, ο τελευταίος θεωρείται ότι βρίσκεται σε σχέση προστήσεως προς τον εργοδότη. Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Ν. 1396/1983 "περί μέτρων ασφαλείας σε οικοδομές και ιδιωτικά τεχνικά έργα" σε περίπτωση που δεν ανατίθεται η εκτέλεση ολόκληρου του έργου σ` έναν εργολάβο, ο κύριος του έργου είναι υποχρεωμένος να λαμβάνει πριν την εγκατάσταση κάθε εργολάβου ή υπεργολάβου τμήματος του έργου και να τηρεί, όσο διαρκεί το έργο αυτού, όλα τα μέτρα ασφαλείας, τα οποία του υποδεικνύει ο επιβλέπων το έργο, εφόσον αυτά δεν αφορούν σε τμήματα του έργου που ανέλαβαν και εκτελούν εργολάβοι και υπεργολάβοι. Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει, ότι ο κύριος του έργου δεν ευθύνεται ως προστήσας για τις παράνομες πράξεις ή παραλείψεις του εργολάβου ή υπεργολάβου, αν με εντολή του ολόκληρο το έργο ή τμήματα αυτού με σύμβαση μισθώσεως έργου ανατέθηκε σε εργολάβο και δεν επιφύλαξε για τον εαυτό του τη διεύθυνση και επίβλεψη της εκτελέσεως του έργου. Επομένως, προκειμένου περί αγωγής για επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως, στρεφομένης κατά του υπαιτίου του ατυχήματος, ως και κατά εκείνου, ο οποίος με σύμβαση μισθώσεως έργου ανέθεσε στον υπαίτιο την εκτέλεση του έργου, όπου συνέβη το ατύχημα, πρέπει για τη θεμελίωση της να εκτίθενται τα πραγματικά περιστατικά της διευθύνσεως και επιβλέψεως του έργου από τον εργοδότη, τα οποία θεμελιώνουν την επικαλούμενη ιδιότητα του τελευταίου, ως προστήσαντος τον υπαίτιο εργολάβο. Στην περίπτωση που τα ως άνω στηρίζοντα την αγωγή πραγματικά περιστατικά δεν εκτίθενται, θεμελιώνεται ο από τον αρ. 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. λόγος, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν κήρυξε ακυρότητα στην περίπτωση που η αγωγή αν και αόριστη κρίθηκε ορισμένη. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης αγωγής, εκτίθεται σ' αυτήν ότι ο .....σύζυγος πατέρας και υιός των αναιρεσιβλήτων-εναγόντων είχε προσληφθεί με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας από τον…..εργολάβο την ….για να προσφέρει τις υπηρεσίες του ως οικοδόμος. Την…..και ώρα 13.45, ενώ εργαζόταν στην επί της οδού….οικοδομή ιδιοκτησίας των αναιρεσειόντων την επίβλεψη της οποίας είχαν αναθέσει οι ιδιοκτήτες στον πολιτικό μηχανικό.....έπεσε από τον πέμπτο όροφο-δώμα της οικοδομής αυτής στο ακάλυπτο χώρο της ίδιας οικοδομής με αποτέλεσμα να τραυματισθεί θανάσιμα. Στη συνέχεια αναφέρονται οι συνθήκες του ατυχήματος καθώς και οι παραλείψεις των μέτρων ασφαλείας που οδήγησαν στην πτώση του ως άνω εργαζομένου που κατά τα αναφερόμενα σ' αυτήν οφείλεται σε υπαιτιότητα τόσο του εργολάβου και του επιβλέποντος μηχανικού, καθώς και των αναιρεσειόντων ιδιοκτητών της οικοδομής, χωρίς όμως να αναφέρεται σ' αυτήν, ότι οι αναιρεσείοντες-εναγόμενοι ιδιοκτήτες του έργου είχαν επιφυλάξει στον εαυτό τους την διεύθυνση και την επίβλεψη της εκτελέσεως του έργου και ειδικότερα το δικαίωμα παροχής οδηγιών στον εργολάβο. Επομένως η αγωγή λόγω της έλλειψης των ως άνω πραγματικών περιστατικών είναι αόριστη και ως εκ τούτου το Εφετείο το οποίο έκρινε ότι η αγωγή είναι ορισμένη και νόμιμη, απορρίπτοντας σιωπηρώς την ένσταση περί αοριστίας αυτής, την οποία παραδεκτά είχαν προτείνει οι αναιρεσείοντες με τις προτάσεις τους, παρά το νόμο δεν κήρυξε την ακυρότητα αυτής και ο έκτος λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Μετά ταύτα, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που αφορά τους εναγομένους-αναιρεσείοντες, παρελκούσης της έρευνας των υπολοίπων λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο για περαιτέρω έρευνα.

 

 

 

Χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και αποζημίωση λόγω αναπηρίας παθόντος σε εργατικό ατύχημα, ασφάλιση στο ΙΚΑ.

 

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ    750/2009

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Για να δικαιούται ο παθών σε εργατικό ατύχημα χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, αρκεί να συντέλεσε στην επέλευση του ατυχήματος και πταίσμα του εργοδότη ή των προστηθέντων από αυτόν, με την έννοια του αρθρ. 914 του ΑΚ, δηλαδή αρκεί να συντρέχει οποιαδήποτε αμέλεια αυτών και όχι μόνο η ειδική αμέλεια περί την τήρηση των μέτρων ασφαλείας του αρθρ. 16 παρ.1 του Ν. 551/1915.

Σε περίπτωση εργατικού ατυχήματος, όταν ο παθών εργαζόμενος υπάγεται στην ασφάλιση του ΙΚΑ, το οποίο έχει αναλάβει την αποκατάσταση της περιουσιακής του ζημίας, δεν νομιμοποιείται (παθητικά) να αξιώσει από τον εργοδότη και την αυτοτελή αποζημίωση από το άρθρο 931 ΑΚ, λόγω του περιουσιακού χαρακτήρα αυτής.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ    750/2009

Απόσπασμα……Επειδή κατά το άρθρ. 16 παρ.1 του Ν. 551/1915 οι εξ εργατικού ατυχήματος παθόντες έχουν δικαίωμα να εγείρουν αγωγή του κοινού δικαίου και να ζητήσουν, σύμφωνα με τα άρθρα 297, 298 και 914 ΑΚ, πλήρη αποζημίωση, μόνο όταν το ατύχημα μπορεί να αποδοθεί σε δόλο του εργοδότη των προστηθέντων από αυτόν προσώπων ή όταν έγινε σε εργασία ή επιχείρηση στην οποία δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις ισχυόντων νόμων, διαταγμάτων και κανονισμών για τους όρους ασφαλείας των εργαζομένων σε αυτές, βρίσκεται δε σε αιτιώδη συνάφεια με τη μη τήρηση των διατάξεων τούτων. Τέτοιες διατάξεις είναι εκείνες, οι οποίες ειδικώς προβλέπουν τους όρους ασφαλείας των εργαζομένων, ήτοι προσδιορίζουν τους όρους που πρέπει να τηρηθούν, μνημονεύοντας συγκεκριμένα μέτρα, μέσα και τρόπους προς επίτευξη της ασφάλειας των εργαζομένων. Δεν αρκεί δηλαδή ότι το ατύχημα επήλθε από τη μη τήρηση όρων, οι οποίοι επιβάλλονται μόνο από την κοινή αντίληψη, την υποχρέωση πρόνοιας και την απαιτούμενη στις συναλλαγές επιμέλεια, χωρίς να προβλέπονται από ειδική διάταξη νόμου (Ολ.ΑΠ 26/1995, ΑΠ 1132/1997). Οι διατάξεις του αρθρ. 16 παρ.1 του Ν. 551/1915 αναφέρονται στην επιδίκαση αποζημιώσεως για περιουσιακή ζημία και όχι στη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, για την οποία δεν υπάρχει πρόβλεψη στον ανωτέρω νόμο και εφαρμόζονται μόνο οι γενικές διατάξεις. Επομένως, για να δικαιούται ο παθών σε εργατικό ατύχημα χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, αρκεί να συντέλεσε στην επέλευση του ατυχήματος και πταίσμα του εργοδότη ή των προστηθέντων από αυτόν, με την έννοια του αρθρ. 914 του ΑΚ, δηλαδή αρκεί να συντρέχει οποιαδήποτε αμέλεια αυτών και όχι μόνο η ειδική αμέλεια περί την τήρηση των μέτρων ασφαλείας του αρθρ. 16 παρ.1 του Ν. 551/1915. Περαιτέρω, από τη διάταξη του αρθρ. 931 του ΑΚ, που ορίζει ότι "η αναπηρία ή παραμόρφωση που προξενήθηκε στον παθόντα λαμβάνεται ιδιαίτερα υπόψη κατά την επιδίκαση της αποζημιώσεως, αν επιδρά στο μέλλον του", σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 298, 299, 914, 929 και 932 Α.Κ. προκύπτει ότι η αναπηρία ή η παραμόρφωση, που προξενείται στον παθόντα, ανεξαρτήτως φύλου, εκτός από την επίδραση, την οποία μπορεί να ασκήσει τόσο στο ύψος των χρηματικών ποσών, που θα στερείται ο παθών στο μέλλον ή θα ξοδεύει επιπλέον εξαιτίας της αυξήσεως των δαπανών του, όσο και στο ύψος της χρηματικής ικανοποιήσεως, που θα επιδικασθεί για την ηθική βλάβη, μπορεί να θεμελιώσει και αυτοτελή αξίωση για αποζημίωση, αν επιδρά στο μέλλον του. Η διατύπωση της διατάξεως του άρθρου 931 Α.Κ. παρέχει βάση για τέτοια αξίωση, αν και εφόσον, κατά την αληθή έννοια της, η αναπηρία ή η παραμόρφωση επιδρά στο οικονομικό μέλλον του παθόντος, που δεν μπορεί να καλυφθεί εντελώς με τις παροχές, οι οποίες προβλέπονται από τις διατάξεις των άρθρων 929 και 932 Α.Κ., που συνθέτουν την ως άνω έννοια της αναπηρίας ή της παραμορφώσεως στο μέλλον του παθόντος. Η κατά τα άνω, όμως, αυτοτελής αξίωση αφορά στον καθορισμό και μόνον αποζημιώσεως για περιουσιακή ζημία και μάλιστα μελλοντική και όχι για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, η οποία αποκαθίσταται κατά το άρθρο 932 ΑΚ και η οποία δεν μπορεί να βρει έρεισμα και στη διάταξη του άρθρου 931 ΑΚ, στην οποία γίνεται λόγος για "αποζημίωση". Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 34 παρ. 2 και 60 παρ. 3 α.ν. 1846/51, σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 16 παρ. 1 ν. 551/15, κωδικοποιημένου με το β.δ. της 24.07/25.8.1920, συνάγεται ότι, όταν ο εργαζόμενος υπάγεται στην ασφάλιση του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ΙΚΑ) και υποστεί ατύχημα, κατά την εκτέλεση της εργασίας ή εξ αφορμής της εργασίας, ο εργοδότης απαλλάσσεται από κάθε υποχρέωση αποζημιώσεως του, τόσο ως προς τη σύμφωνα με το κοινό δίκαιο ευθύνη για αποζημίωση, όσο και ως προς την προβλεπόμενη από τον παραπάνω ν. 551/15 ειδική αποζημίωση και μόνο αν το ατύχημα οφείλεται σε δόλο του εργοδότη ή αυτών που ο εργοδότης έχει προστήσει, ο τελευταίος έχει την υποχρέωση να καταβάλει στον εργαζόμενο την από το άρθρο 34 παρ. 2 α.ν. 1841/51 προβλεπόμενη διαφορά μεταξύ του ποσού της κατά το κοινό δίκαιο αποζημίωσης και του ολικού ποσού των παροχών που χορηγεί το ΙΚΑ. Ο παθών, όμως, διατηρεί την αξίωσή του για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, η οποία κρίνεται πάντοτε κατά το κοινό δίκαιο (άρθρα 914, 922, 932 ΑΚ), κατά του εργοδότη και του προσώπου που προστήθηκε από αυτόν, όταν το ατύχημα οφείλεται σε πταίσμα αυτών. Έτσι, λοιπόν, σε περίπτωση εργατικού ατυχήματος, όταν ο παθών εργαζόμενος υπάγεται στην ασφάλιση του ΙΚΑ, το οποίο έχει αναλάβει την αποκατάσταση της περιουσιακής του ζημίας, δεν νομιμοποιείται (παθητικά) αυτός να αξιώσει από τον εργοδότη και την αυτοτελή αποζημίωση από το άρθρο 931 ΑΚ, λόγω του περιουσιακού χαρακτήρα αυτής (ΑΠ Ολ 18/2008).

Αναζήτηση

Χρίστος Καραμπάγιας | Μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών