ΔΙΑΙΤΗΣΙΕΣ

 

Σε διαιτησία μπορούν να υπαχθούν και διαφορές από αδικοπραξία.

 

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ   1737/2009

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Αντικείμενο διαιτησίας μπορεί να αποτελέσει και η διαφορά που ανακύπτει από αδικοπραξία κάποιου από τους συμβαλλομένους, ή των προσώπων για τα οποία ευθύνεται αυτός.

Στις διαφορές από αδικοπραξία περιλαμβάνονται και εκείνες που συρρέουν με απαιτήσεις αποζημίωσης από σύμβαση, με την έννοια της συρροής απαιτήσεων, ή αξιώσεων, στηριζόμενων επί διαφορετικών διατάξεων νόμων.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ   1737/2009

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε, Βασίλειο Φούκα και Γεώργιο Γεωργέλλη, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Μαΐου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2 Μαΐου 2002 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:... οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και ….απόφαση του Εφετείο Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 8 Σεπτεμβρίου 2006 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Γεωργέλλης, ανέγνωσε την από 20 Ιανουαρίου 2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος της αναίρεσης και ν' απορριφθεί ο δεύτερος. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψη της αιτήσεως, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου στην δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 867, 868 και 869 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι διαφορές ιδιωτικού δικαίου υφιστάμενες ή μέλλουσες, να προέλθουν από ορισμένη έννομη σχέση, πλην των εργατικών διαφορών, μπορούν να υπαχθούν σε διαιτησία με συμφωνία, αν εκείνοι που τη συνομολόγησαν έχουν την εξουσία να διαθέτουν ελεύθερα το αντικείμενο της διαφοράς. Ειδικά για τις μελλοντικές διαφορές απαιτείται πέραν της εξουσίας διαθέσεως των μερών και τήρηση έγγραφου τύπου, που είναι συστατικός, και δεν μπορεί να αναπληρωθεί με την επίκληση άλλων αποδεικτικών μέσων. Με τη συμφωνία περί διαιτησίας επί των μελλοντικών διαφορών μπορούν να υπαχθούν σε διαιτησία ορισμένες ή και όλες οι ιδιωτικού δικαίου διαφορές από ορισμένη έννομη σχέση, που μπορούν να γεννηθούν στο μέλλον, σε οποιαδήποτε διάταξη του νόμου και αν στηρίζονται. 'Αρα αντικείμενο της συμφωνίας για διαιτησία μπορεί να αποτελέσει και η διαφορά που ανακύπτει από αδικοπραξία κάποιου από τους συμβαλλομένους ή των προσώπων για τα οποία ευθύνεται αυτός. Στις διαφορές από αδικοπραξία, που κατά τα παραπάνω είναι δεκτικές υπαγωγής στη διαιτησία περιλαμβάνονται και εκείνες που συρρέουν με απαιτήσεις αποζημιώσεως, από τη σύμβαση, με την έννοια της συρροής απαιτήσεων ή αξιώσεων στηριζόμενων επί διαφορετικών, διατάξεων, αφ' ενός μεν γιατί οι αξιώσεις αυτές από αδικοπραξία, ανεξάρτητα από τη νομική τους θεμελίωση, είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένες, με τις αντίστοιχες συμβατικές, αφ' ετέρου δε γιατί, με την αντίθετη εκδοχή, το πεδίο εφαρμογής της αντίστοιχης διαιτητικής ρήτρας θα περιοριζόταν δραστικά, με την προσφυγή του ζημιωθέντος ενώπιον των τακτικών δικαστηρίων, μέσω της ασκήσεως των αδικοπρακτικών αξιώσεων, με αποτέλεσμα η λειτουργία της διαιτητικής ρήτρας να καταλείπεται στην προαίρεση του ενός από τα μέρη που τη συνομολόγησαν. Στη προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη κρίση του σχετικά με την ένσταση της εναγόμενης περί υπαγωγής της ένδικης διαφοράς σε διαιτησία τα εξής: Με το από 1-7-1981 ιδιωτικό έγγραφο καταρτίστηκε στην Αθήνα μεταξύ της εταιρίας…..αφενός και της εναγόμενης και ήδη αναιρεσίβλητης αφετέρου σύμβαση αποκλειστικής διανομής στην Ελλάδα από την πρώτη των ωρολογίων…….που παρήγαγε η δεύτερη. Με τον όρο 20 της ίδιας σύμβασης συμφωνήθηκε κατά λέξη ότι "κάθε διαφορά που θα αναφύεται σε σχέση με την παρούσα σύμβαση θα επιλύεται σύμφωνα με τους Κανόνες Συμβιβασμού και Διαιτησίας του Διεθνούς Εμπορικού Επιμελητηρίου από έναν ή περισσότερους διαιτητές που θα διορίζονται σύμφωνα με τους ανωτέρω κανόνες.". Από τον όρο αυτό προκύπτει χωρίς να υπάρχει ανάγκη προσφυγής στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 Α.Κ. ότι οι συμβληθείσες ως άνω εταιρίες συμφώνησαν εγγράφως ότι κάθε διαφορά που θα προκύπτει από την σύμβαση αποκλειστικής διανομής που συνήψαν αυτές υπάγεται σε διαιτησία και θα επιλύεται σύμφωνα με τους Κανόνες Συμβιβασμού και Διαιτησίας του Διεθνούς Εμπορικού Επιμελητηρίου. Η συμφωνία αυτή περί υπαγωγής κάθε διαφοράς τους, που θα προκύπτει από τη μεταξύ τους σύμβαση της αποκλειστικής διανομής στη διαιτησία είναι έγκυρη σύμφωνα με το Ελληνικό Δίκαιο το οποίο είναι εφαρμοστέο σ' αυτή γιατί καταρτίστηκε στην Ελλάδα. Η συμφωνία αυτή περί διαιτησίας δεσμεύει την ενάγουσα ήδη αναιρεσείούσα αφού αυτή επικαλέστηκε ρητά με την αγωγή της ότι είναι διάδοχος της ως άνω εταιρίας…..με την οποία η εναγόμενη συνήψε την επικαλούμενη από 1-7-1981 σύμβαση της αποκλειστικής αντιπροσωπείας και αποκλειστικής διανομής στην οποία σύμβαση και την καταγγελία της από την εναγόμενη και στηρίζει και όλες τις αξιώσεις και συνεπώς, αφού είναι διάδοχος αυτής και υπεισήλθε στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που απορρέουν από την από 1-7-1981 σύμβαση, δεσμεύεται από κάθε συμφωνία που είχε συνάψει αυτή με την εναγόμενη. Αφού δέχθηκε τα παραπάνω το Εφετείο απέρριψε την έφεση της ενάγουσας κατά της πρωτόδικης απόφασης, με την οποία, αφού έγινε δεκτή η σχετική περί υπαγωγής της ένδικης διαφοράς στη διαιτησία παρέπεμψε αυτή στη διαιτησία. Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 869 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. και 159 παρ. 1 του ΑΚ καθόσον κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του δέχθηκε ότι η ενάγουσα είναι διάδοχος της εταιρίας……και υπεισήλθε στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις αυτής που απορρέουν από την από 1-7-1981 έγγραφη σύμβαση που είχε καταρτισθεί μεταξύ της εν λόγω εταιρίας και της εναγομένης στην οποία σύμβαση περιλαμβάνεται και η περί διαιτησίας ρήτρα η οποία και την δεσμεύει λόγω της ως άνω ιδιότητάς της. Επομένως ο πρώτος λόγος της αναίρεσης από το άρθρ. 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ. με τον οποίο υποστηρίζονται τ' αντίθετα είναι αβάσιμος. Με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 11 Κ.Πολ.Δ. αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι δεν λήφθηκαν υπόψη οι προσκομισθείσες αποδείξεις και συγκεκριμένα οι καταθέσεις των μαρτύρων που περιλαμβάνονται στα με επίκληση προσκομισθέντα πρακτικά. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής, διότι το ζήτημα που κρίθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση αφορούσε την ύπαρξη έγγραφης σύμβασης περί διαιτησίας και την από αυτή δέσμευση που δεν αποτέλεσε αντικείμενο εμμάρτυρης απόδειξης. 

 

Κενό ή ασάφεια στην ρήτρα διαιτησίας.

 

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ  842/2008

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Αν υπάρχει κενό ή ασάφεια, στην περί διαιτησίας ρήτρα το δικαστήριο ερμηνεύει την διατυπωθείσα βούληση των μερών χωρίς την προσήλωση στις λέξεις, όπως απαιτεί η καλή πίστη και αφού λάβει υπ όψιν τα συναλλακτικά ήθη κατά τους ορισμούς των άρθρων 173 και 230 ΑΚ.

Η ρήτρα "πάσα διαφορά μέλλουσα να προκύψει μεταξύ των εταίρων από την εφαρμογή του παρόντος λύεται υποχρεωτικά με διαιτησία", ερμηνεύεται ότι συμφωνήθηκε από τα συμβληθέντα μέρη, να λύεται διαιτητικά κάθε διαφορά που θα προέκυπτε από την εταιρική σχέση και θα αφορούσε τις σχέσεις, τόσο των εταίρων μεταξύ τους, άρα και μεταξύ των εταίρων και της εταιρείας και η εξ αιτίας της, εκ μέρους του ενός, καταγγελίας της εταιρικής σύμβασης, προκύψασα διαφορά, για την καταβολή της αξίας της εταιρικής του μερίδας, λόγω της αποχώρησης του από την εταιρεία.

Η ρήτρα "η διαιτητική απόφαση, θα είναι υποχρεωτική για τους δύο συνεταίρους", ερμηνεύεται ότι η δεσμευτικότητα της διαιτητικής απόφασης αφορά τα εκάστοτε διάδικα μέρη, που μπορούσε να είναι οποιοσδήποτε από τους έξι αρχικά και πέντε μεταγενέστερα εταίρους. Η διατύπωση όμως αυτή, είναι εντελώς περιττή, εφ όσον η δεσμευτικότητα και η ισχύς της απόφασης, απορρέουν από τις σχετικές με τη διαιτησία διατάξεις των άρθρων 895 και 896 ΚΠολΔ, και όχι από τη συμφωνία των μερών.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ  842/2008

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Δεκεμβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-4-2004 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Εφετείο Αθηνών, επί της οποίας εκδόθηκε η 2560/2005 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου. Την αναίρεση της απόφασης αυτής ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 18-7-2005 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Κουτρομάνος ανέγνωσε την από 29-11-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, ιδίως δε αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 897 αριθμ. 4 ΚΠολΔ, η διαιτητική απόφαση μπορεί να ακυρωθεί (με δικαστική απόφαση), αν εκείνοι που την εξέδωσαν ενήργησαν υπερβαίνοντας την εξουσία που τους παρέχει η συμφωνία για διαιτησία ή ο νόμος. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο έκρινε αβάσιμο τον τρίτο λόγο ακυρώσεως της ένδικης διαιτητικής αποφάσεως δεχθέν τα ακόλουθα: "Δυνάμει... ιδιωτικού συμφωνητικού μεταξύ των 2ου, 3ου, 4ου και 5ου των εναγόντων, του εναγομένου και του….συνεστήθη η πρώτη των εναγόντων ομόρρυθμη εταιρεία, με την επωνυμία….., έδρα τα ...... Αττικής, και με σκοπό τη μίσθωση λατομείων, την εξόρρυξη και την εμπορία μαρμάρων. Στη συνέχεια, με το από ...... ιδιωτικό συμφωνητικό "ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗΣ ΟΜΟΡΡΥΘΜΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΚΑΙ ΚΩΔΙΚΟΠΟΙΗΣΗ", ο εκ των εταίρων….μεταβίβασε το εκ ποσοστού 20 % εταιρικό του μερίδιο, στους ….(ποσοστό 5%), …..(ποσοστό 5%), …..(ποσοστό 7%) και….(ποσοστό 3%). Στο άρθρο 14 των ως άνω δύο ιδιωτικών συμφωνητικών, περιελήφθη ρήτρα, σύμφωνα με την οποία, "Πάσα διαφορά μέλλουσα να προκύψει μεταξύ των εταίρων από την εφαρμογή του παρόντος, λύεται υποχρεωτικά με διαιτησία από το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών". Ο εναγόμενος……στις 23.3.1998, κατήγγειλε εγγράφως την εταιρική σύμβαση και κάλεσε τους ενάγοντες να του καταβάλλουν την εταιρική του μερίδα. Επειδή δε οι τελευταίοι αρνήθηκαν να το πράξουν, ο εναγόμενος, κάνοντας χρήση του δικαιώματος, που του παρείχε το προαναφερόμενο άρθρο 14, των από 22.6.1989 και 9.11.1992 καταστατικών της ομόρρυθμης εταιρείας……με την από 29.12.2001 αγωγή του, προσέφυγε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών - το οποίο από τα μέρη, είχε ως άνω ορισθεί, ως αρμόδιο διαιτητικό δικαστήριο - και ζήτησε, να υποχρεωθούν οι ήδη ενάγοντες, να του καταβάλουν την εκ δραχμών 1.478.500.000 εταιρική του μερίδα, οι δε, δεύτερος και τέταρτος εξ αυτών ως διαχειριστές της……να του παράσχουν λογοδοσία από 9.11.1992 έως 24.3.1998. Το Διαιτητικό δικαστήριο, εξεδίκασε την ως άνω αγωγή και εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφασή του, με την οποία δέχθηκε εν μέρει την αγωγή. Οι ενάγοντες ισχυρίζονται, ότι το δικάσαν διαιτητικό δικαστήριο, δεν είχε τη δικαιοδοσία να επιληφθεί της ένδικης διαφοράς, καθόσον, η ως άνω περί διαιτησίας ρήτρα, που προβλέπει την επίλυση των διαφορών από διαιτητικό δικαστήριο, ορίζει, ότι σε διαιτησία υπάγονται μόνο οι διαφορές μεταξύ των εταίρων, όχι δε και εκείνες μεταξύ εταίρου και εταιρείας. Κάτι τέτοιο όμως, δεν προκύπτει από το περιεχόμενο της ως άνω, περί διαιτησίας ρήτρας, των από 20.6.1989 και 9.11.1992 καταστατικών. Από τη διατύπωση δε της εν λόγω ρήτρας "πάσα διαφορά μέλλουσα να προκύψει μεταξύ των εταίρων από την εφαρμογή του παρόντος λύεται υποχρεωτικά με διαιτησία", σαφώς συνάγεται, ότι ηθελήθηκε και συμφωνήθηκε από τα συμβληθέντα μέρη, να λύεται διαιτητικά κάθε διαφορά που θα προέκυπτε από την εταιρική σχέση, και θα αφορούσε τις σχέσεις, τόσο των εταίρων μεταξύ τους, άρα και μεταξύ των τελευταίων (εταίρων) και της εταιρείας, και επομένως, και η, εξ αιτίας της εκ μέρους του εναγομένου καταγγελίας της εταιρικής σύμβασης, προκύψασα διαφορά, για την καταβολή της αξίας της εταιρικής του μερίδος λόγω της αποχώρησης του από την εταιρεία. Εν προκειμένω άλλωστε, εφόσον τα περί τη διαιτησία συμβληθέντα μέρη, ταυτίζονται με τους εταίρους της ομόρρυθμης εταιρείας, και η περί διαιτησίας συμφωνία, αποτελεί ρήτρα αυτού τούτου του καταστατικού, με το οποίο συστήθηκε η εταιρεία, οι συμβαλλόμενοι, ως εταίροι και μέρη της συμφωνίας περί διαιτησίας, εκφράζουν ταυτόχρονα τη δική τους βούληση, αλλά και τη βούληση του νομικού προσώπου, του οποίου αποτελούν τους μοναδικούς εταίρους. Αν τα μέρη ήθελαν την υπαγωγή σε διαιτησία, μόνον των μεταξύ των εταίρων διαφορών, και όχι και των διαφορών εταιρείας και εταίρων, ως εκ του εξαιρετικού χαρακτήρα της εν λόγω ρύθμισης, ρητώς θα το καθόριζαν. Ενδεχόμενος δε διαχωρισμός, που από κανέναν απολύτως λόγο δεν δικαιολογείται, οπωσδήποτε θα ενέχει το σοβαρό και σπουδαίο κίνδυνο, της έκδοσης δύο αντιφατικών δεδικασμένων για την αυτή διαφορά. Αλλά και ήθελε θεωρηθεί ότι υπάρχει κενό ή ασάφεια, στην περί διαιτησίας ρήτρα, των προαναφερομένων καταστατικών, το δικαστήριο, ερμηνεύοντας την σ' αυτήν διατυπωθείσα βούληση των μερών, χωρίς την προσήλωση στις λέξεις, όπως απαιτεί η καλή πίστη και αφού έλαβε υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, κατά τους ορισμούς των άρθρων 173 και 230 ΑΚ - κρίνει, ότι η ένδικη διαφορά, για την καταβολή της αξίας της εταιρικής μερίδας του εναγομένου εταίρου, μετά την έξοδό του από την πρώτη των εναγόντων, ομόρρυθμη εταιρεία, καταλαμβάνεται από την ως άνω περί διαιτησίας ρήτρα. Σύμφωνα δε με τους αυτούς ως άνω ερμηνευτικούς κανόνες, των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, από την ατελή διατύπωση της αυτής ρήτρας ότι "η διαιτητική απόφαση, θα είναι υποχρεωτική για τους δύο συνεταίρους", σαφέστατα συνάγεται, ότι η δεσμευτικότητα της διαιτητικής απόφασης αφορά τα εκάστοτε διάδικα μέρη, που μπορούσε να είναι οποιοσδήποτε από τους έξι αρχικά και πέντε μεταγενέστερα - εταίρους. Η διατύπωση άλλωστε αυτή, ήταν και εντελώς περιττή, εφόσον η δεσμευτικότητα και η ισχύς της απόφασης, απορρέουν από τις σχετικές με τη διαιτησία διατάξεις των άρθρων 895 και 896 ΚΠολΔ, και όχι από τη συμφωνία των μερών, στην οποία εκ περισσού διαλαμβάνεται". Με τις παραδοχές αυτές, το ουσιαστικό δικαστήριο διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες σχετικώς με την αβασιμότητα του ρηθέντος λόγου ακυρώσεως, που στηριζόταν στον ισχυρισμό: ότι το Διαιτητικό Δικαστήριο έκρινε επί διαφοράς μεταξύ του αναιρεσιβλήτου και της πρώτης των αναιρεσειόντων (εμπορικής εταιρίας), παρόλο που αυτή δεν είχε συμβληθεί και, επομένως, δεν δεσμευόταν από την περί διαιτησίας συμφωνία. Επομένως, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο πρώτος αναιρετικός λόγος με τον οποίο - κατά τη δέουσα εκτίμηση του περιεχομένου του - υποστηρίζονται τα αντίθετα και αποδίδεται στην απόφαση η εκ του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ πλημμέλεια. Περαιτέρω, απορριπτέος λόγω της αοριστίας του είναι ο δεύτερος αναιρετικός λόγος, κατά το δεύτερο μέρος του, το οποίο έχει ως εξής: "Η κατά την διάρκεια της εκκρεμοδικίας της αίτησης εξαίρεσης κλήτευσή μας να παραστούμε στην εκδίκαση της υπόθεσης με "fax", που μας επιδόθηκε μία ημέρα πριν την δικάσιμο και στην πραγματικότητα μόλις μισή ώρα πριν τη δικάσιμο (κοινοποίηση 8-5-2003 για την δικάσιμο της 9-5-2003, κατά τις αποδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης), προδίδει την μη τήρηση του στοιχειώδους δικαιώματος του εναγομένου, ήτοι της εγκαίρου κλητεύσεώς του, για να παραστεί κατά την εκδίκαση της υπόθεσης, έχοντας χρόνο ικανό για την προετοιμασία του, την προβολή των ισχυρισμών του και συλλογή και παράθεση των αποδείξεών του. Με την συμπεριφορά αυτή παραβιάστηκαν όλες οι διασφαλίσεις της προστασίας του διαδίκου, που ορίζονται στην παρ. 2 του αρ. 886 ΚΠολΔ. Ητοι, στερηθήκαμε της ίδιας δικαστικής μεταχείρισης, δεν τηρήθηκε η αρχή της ισότητας και δεν κλητευθήκαμε εμπροθέσμως και νομίμως να παραστούμε κατά την εκδίκαση της υπόθεσης". Τούτο δε, διότι δεν αναφέρεται, αν και ποιες διαδικαστικές πράξεις έγιναν κατά την δικάσιμο της 9-5-2003, για την οποία οι αναιρεσείοντες φέρονται κληθέντες εκπροθέσμως,ούτε ποια προθεσμία κλητεύσεως των παραβιάσθηκε ώστε να μπορεί όντως να θεωρηθεί η κλήτευση εκπρόθεσμη. Τέλος, πρέπει να απορριφθεί ως νομικά αβάσιμος ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος του, (εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ), το οποίο στηρίζεται στον ισχυρισμό ότι η διαδικασία ενώπιον του Διαιτητικού Δικαστηρίου εχώρησε παρανόμως, επειδή ήταν σε εκκρεμότητα αιτήσεις εξαιρέσεως του Διαιτητού, που είχαν υποβληθεί από τους αναιρεσείοντες. Τούτο δε: α) Διότι, ως λόγος ακυρώσεως της διαιτητικής αποφάσεως δεν προβλέπεται η έκδοση αυτής από διαιτητή, κατά του οποίου έχει υποβληθεί αίτηση εξαιρέσεως, αλλά από διαιτητή του οποίου η εξαίρεση έγινε αρμοδίως δεκτή (άρθρο 897 αριθμ. 3 ΚΠολΔ). β) διότι, και υπό διαφορετική εκδοχή, οι αιτήσεις εξαιρέσεως κατά του συγκεκριμένου διαιτητού που εκκρεμούσαν κατά την διεξαγωγή της διαιτησίας, κρίθηκαν από το Εφετείο, με σαφείς και πλήρεις αιτιολογίες, ως προβληθείσες από τους αναιρεσείοντες κατά κατάχρηση δικαιώματος, (επειδή είχαν προηγηθεί αλλεπάλληλες όμοιες αιτήσεις των αυτών διαδίκων, τη συζήτηση των οποίων οι ίδιοι ματαίωναν με παραίτηση από τα οικεία δικόγραφα, επιδιώκοντας την παρέλκυση της διαιτητικής διαδικασίας). Κατά συνέπεια, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί.  

 

Αρχές που διέπουν την διαιτητική απόφαση, αρμοδιότητες διαιτητή.

 

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ  40/2010

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Οι διαφορές ιδιωτικού δικαίου μπορούν να υπαχθούν σε διαιτησία με συμφωνία, αν εκείνοι που τη συνομολογούν έχουν την εξουσία να διαθέτουν ελεύθερα το αντικείμενο της διαφοράς.

Η διαιτητική απόφαση διέπεται από τις αρχές της ισότητας των διαδίκων και της ακρόασης και των δύο πλευρών. Η πρώτη πραγματώνεται όταν κανένας από τους διαδίκους δεν αποκτά, σε σχέση με τους λοιπούς, ιδιαίτερα δικαιώματα, ή δεν απαλλάσσεται από τις επιβαλλόμενες στους άλλους υποχρεώσεις στο δικονομικό πεδίο. Η δεύτερη επιτυγχάνεται με την παροχή σε όλους τους διαδίκους της ευχέρειας, αφ ενός να παραστούν κατά τις συζητήσεις της διαφοράς και την υποβολή των ισχυρισμών τους και των αποδεικτικών τους μέσων, ύστερα από σχετική κλήτευσή τους από τους διαιτητές, αφ ετέρου δε να λάβουν γνώση των ισχυρισμών των αντιδίκων τους και να τους αντικρούσουν.

Ο διαιτητής είναι ανεξάρτητος. Η ανεξαρτησία του διαιτητή, που απορρέει από τη δικαιοδοτική του ιδιότητα ως τρίτου κριτή, ο οποίος παραμένει πάνω από τους διισταμένους διαδίκους και τους αντιτιθέμενους ισχυρισμούς τους, επιβάλλεται να τηρείται, όχι μόνο απέναντι στους διαδίκους, αλλά και απέναντι στο πραγματικό υλικό το οποίο τίθεται υπόψη του και πρόκειται να κριθεί από αυτόν. Με το εν λόγω υλικό πρέπει να έρχεται σε επαφή για πρώτη φορά υπό τη δικαιοδοτική του ιδιότητα ως διαιτητή, με τρόπο που να αποκλείει τον επηρεασμό του από οποιαδήποτε προηγούμενη πρόσβαση σε αυτό. Εχει θεσπισθεί, ως λόγος εξαίρεσής του, η προηγούμενη ενασχόληση του με την ίδια υπόθεση υπό την ιδιότητα του μάρτυρα, ή του πραγματογνώμονα, ή του συμβούλου.

Απόρροια της ανεξαρτησίας του διαιτητή απέναντι στο πραγματικό υλικό της διαφοράς αποτελεί και η απαγόρευση να χρησιμοποιεί τις ιδιωτικές του γνώσεις κατά την κρίση της διαφοράς, γιατί  δεν συμβιβάζεται με τη δικαιοδοτική του ιδιότητα. Στην αντίθετη περίπτωση ο διαιτητής αποβάλλει την ιδιότητά του ως τρίτου κριτή, μεταβάλλεται σε μάρτυρα στην κρινόμενη από αυτόν υπόθεση και θεμελιώνει την απόφασή του και σε στοιχεία που ο ίδιος συνέλεξε ιδιωτικώς. Έτσι, οι πηγές των γνώσεών του αποβαίνουν απρόσιτες και ανέλεγκτες, ως προς τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, αποκλείοντας την ίση επιρροή των διαδίκων στο περιεχόμενο και την εξέλιξη της διαδικασίας. Συνεπώς, ενεργεί με τρόπο ασυμβίβαστο προς την ιδιότητά του ως τρίτου κριτή, παραβιάζοντας την αρχή της ίσης μεταχείρισης, που πηγάζει αμέσως από τη δικαιοδοτική του ιδιότητα και την αρχή της ακρόασης και των δύο πλευρών, αποτελεί δε ειδικότερη εκδήλωση της πρώτης και καθιστά την απόφαση του ακυρωτέα.

Οι διαιτητές, αν δεν ορίζεται διαφορετικά από τη συμφωνία, αποφαίνονται για τη δικαιοδοσία τους και εξετάζουν τα παρεμπίπτοντα ζητήματα, δηλαδή τις έννομες σχέσεις και συνέπειες, που συνιστούν προϋποθέσεις της γένεσης και διατήρησης του επίδικου δικαιώματος. Στο πλαίσιο της παρεμπίπτουσας αυτής έρευνας από το διαιτητή, κατά την έρευνα λόγου ακύρωσης δήλωσης έκπτωσης εργολάβου εκ μέρους του εργοδότη, λόγω της εκ μέρους του πρώτου αθέτησης της υποχρέωσής του στο να παραδώσει εμπροθέσμως και προσηκόντως αποπερατωμένο το συμφωνηθέν έργο, παραδεκτά περιλαμβάνονται και τα ζητήματα της επικινδυνότητας ή όχι και της επισκευάσιμης ή όχι επικίνδυνης οικοδομής που κρίθηκαν ήδη από τις αρμόδιες καθ' ύλη διοικητικές αρχές, στο πλαίσιο εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 2, 4, 6, 7 του ΠΔ/τος της 13/22-4-1929 και των άρθρων 422 έως 433 του ΠΔ/τος της 14/27-7-1999, εκτός εάν η έρευνα του αντίστοιχου αυτού παρεμπίπτοντος ζητήματος ρητά αποκλείσθηκε από τους διαιτητές εκ μέρους των μερών με την περί διαιτησίας συμφωνία.

Δεν συνιστά υπέρβαση εξουσίας εκ μέρους του διαιτητή, η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή διάταξης ουσιαστικού δικαίου, ή η έλλειψη αιτιολογίας της διαιτητικής απόφασης, ή η  εσφαλμένη εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, και κατά ακολουθία η εσφαλμένη ουσιαστική κρίση του.

Η διαιτητική απόφαση ακυρώνεται αν ο διαιτητής ενήργησε υπερβαίνοντας την εξουσία που του παρέχει η διαιτητική συμφωνία, ή ο νόμος.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ  40/2010

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή και Γεώργιο Γεωργέλλη Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του στις 21 Σεπτεμβρίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8 Μαΐου 2006 αγωγή και τους από 10 Ιουλίου 2006 προσθέτους λόγους των ήδη αναιρεσειόντων που κατατέθηκαν στο Εφετείο Αθηνών. Εκδόθηκε η απόφαση 9127/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 5.5.2008 αίτησή τους και του από 27.5.2009 δικογράφου προσθέτων λόγων. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χρυσικός, ανέγνωσε την από 27.8.2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των δεύτερου, τρίτου, τέταρτου, πέμπτου κατά το δεύτερο μέρος και τρίτο μέρος του, έκτου και εβδόμου λόγων του κυρίως δικογράφου της από 5.5.2008 αίτησης αναίρεσης, την απόρριψη των λοιπών όπως και εκείνων του από 27.5.2009 δικογράφου προσθέτων λόγων αναίρεσης, και την αναίρεση, της υπ' αριθ. 9127/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών κατά ένα μέρος της κατά τα εις το σκεπτικό. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρ. 897 αριθ. 4 του Κ.Πολ.Δ. "Η διαιτητική απόφαση ακυρώνεται αν οι διαιτητές ενήργησαν υπερβαίνοντας την εξουσία που τους παρέχει η διαιτητική συμφωνία ή ο νόμος". Κατά την αληθινή έννοια της διάταξης αυτής στον όρο "υπέρβαση εξουσίας", ως λόγος ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης υπάγεται η περίπτωση κατά την οποία οι διαιτητές δικάζουν για αντικείμενο το οποίο δεν έχει υποβληθεί σ' αυτούς με τη συμφωνία για τη διαιτησία (ΟλΑΠ 13/1995), ή κείται πέραν αυτής (ΑΠ 537/2007). Για την κρίση δηλαδή αν πρόκειται για υπέρβαση ή όχι αποφασιστικά είναι τα όρια του θέτει η διαιτητική συμφωνία σε συνδυασμό με το περιεχόμενο και τα αιτήματα της αίτησης - προσφυγής στη διαιτησία. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 867 του Κ.Πολ.Δ "διαφορές ιδιωτικού δικαίου μπορούν να υπαχθούν σε διαιτησία με συμφωνία αν εκείνοι που τη συνομολογούν έχουν την εξουσία να διαθέτουν ελεύθερα το αντικείμενο της διαφοράς". Κατά δε τη διάταξη του αρθ. 887 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ "οι διαιτητές, αν δεν ορίζεται διαφορετικά από τη συμφωνία, αποφαίνονται για τη δικαιοδοσία τους και εξετάζουν τα παρεμπίπτοντα ζητήματα", δηλαδή τις έννομες σχέσεις και συνέπειες, που συνιστούν προϋποθέσεις της γένεσης και διατήρησης του επίδικου δικαιώματος. Στο πλαίσιο δε της παρεμπίπτουσας αυτής έρευνας από το διαιτητή, κατά την έρευνα λόγου ακύρωσης δήλωσης έκπτωσης εργολάβου εκ μέρους του εργοδότη λόγω της εκ μέρους του πρώτου αθέτησης της υποχρέωσής του στο να παραδώσει εμπροθέσμως και προσηκόντως αποπερατωμένο το συμφωνηθέν έργο, παραδεκτά περιλαμβάνονται και τα ζητήματα της επικινδυνότητας ή όχι και της επισκευάσιμης ή όχι επικίνδυνης οικοδομής που κρίθηκαν ήδη από τις αρμόδιες καθ' ύλη διοικητικές αρχές, στο πλαίσιο εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 2, 4, 6, 7 του ΠΔ/τος της 13/22-4-1929 και των άρθρων 422 έως 433 του ΠΔ/τος της 14/27-7-1999, εκτός εάν η έρευνα του αντίστοιχου αυτού παρεμπίπτοντος ζητήματος ρητά αποκλείσθηκε από τους διαιτητές εκ μέρους των μερών με την περί διαιτησίας συμφωνία. Τέλος, ουδέποτε συνιστά "υπέρβαση εξουσίας" κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, ούτε ιδρύεται ο αντίστοιχος λόγος ακύρωσης της διάταξης του αρθρ. 897 αριθ. 4 του Κ.Πολ.Δ, από την εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή διάταξης ουσιαστικού δικαίου εκ μέρους των διαιτητών, ή από την έλλειψη αιτιολογίας της διαιτητικής απόφασης ή από την εσφαλμένη εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού εκ μέρους των διαιτητών, και από την κατ' ακολουθίαν αυτής εσφαλμένη ουσιαστική κρίση τους (ΑΠ 537/2007). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο απέρριψε τον υπό στοιχείο γ' λόγο ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης, που προβλήθηκε από τους αναιρεσείοντες με το από 8-5-2006 δικόγραφο της κύριας αγωγής τους, με τον οποίο αυτοί ισχυρίζονται ότι: "ο διαιτητής που την εξέδωσε, ενήργησε υπερβαίνοντας την εξουσία του, με το να κρίνει όχι επί ιδιωτικής διαφοράς αλλά επί αντικειμένου για το οποίο τα μέρη εστερούντο της εξουσίας διάθεσης και είχε σχέση με το ότι κρίθηκε από το διαιτητή άκυρη η δήλωσή τους έκπτωσης της αναιρεσίβλητης εργολάβου, επειδή η επίδικη οικοδομή ήταν κατάλληλη για χρήση και οίκηση, καίτοι τα διαμερίσματά της, που περιέρχονταν στους αναιρεσείοντες οικοπεδούχους, είχαν κριθεί ως επικίνδυνη κατασκευή από τις αρμόδιες προς τούτο καθ' ύλην διοικητικές αρχές". Το Εφετείο, που δίκασε τον πιο πάνω λόγο ακύρωσης, τον απέρριψε με τις ακόλουθες αναιρετικώς ανέλεγκτες επί της οποίας στο σκεπτικό (αιτιολογικό) της προσβαλλόμενης απόφασής του (Ολ. Α.Π. 13/1995) παραδοχές: α) Με το υπ' αριθ…..συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Περιστερίου Αττικής….. που υπεγράφη μεταξύ των ήδη εναγόντων και του……ως ιδιοκτητών των σ' αυτό αναφερομένων ακινήτων και αφετέρου της ήδη εναγομένης εταιρίας, συντάχθηκε προσύμφωνο ανταλλαγής ποσοστών εξ αδιαιρέτου οικοπέδων με σκοπό την ενοποίησή τους και δημιουργία ενιαίου οικοπέδου, προσύμφωνο μεταβιβάσεως, ανεγέρσεως πολυόροφης οικοδομής επί του ενιαίου οικοπέδου, επιφανείας 1842,50 τετραγωνικών μέτρων που βρίσκεται μέσα στο εγκεκριμένο σχέδιο του Δήμου ... επί της συμβολής των οδών ... αριθμός…..Με το άρθρο 5 του ως άνω συμβολαίου - εργολαβικού συμφωνήθηκαν ο χρόνος παράδοσης των οριζοντίων ιδιοκτησιών και των κοινοχρήστων χώρων μέσα σε προθεσμία 33 μηνών και για την περίπτωση παραβίασης αυτών ποινική ρήτρα για κάθε μήνα καθυστερήσεως. Μετά δε καθυστέρηση πλέον των 6 μηνών προβλέφθηκε ότι η εναγομένη εταιρία μπορεί να κηρυχθεί έκπτωτη με σχετική δήλωση του μισού τουλάχιστον των οικοπεδούχων. Επίσης προβλέφθηκε στην περίπτωση αυτή η εναγομένη εταιρία μπορεί μέσα σε ένα μήνα να προσφύγει στην διαιτησία εναντιούμενη στην ως άνω έκπτωσή της. Ειδικότερα, με το άρθρο 19 του ως άνω εργολαβικού ορίστηκε ότι "κάθε διαφορά ή διένεξη που θα προκύψει μεταξύ των συμβαλλομένων και θα αφορά την εκτέλεση ή μη από την εργολήπτρια εταιρία των εργασιών εκείνων για τις οποίες οι οικοπεδούχοι υποχρεούνται να μεταβιβάσουν τα αντίστοιχα ποσοστά μετά των αναλογούντων σ' αυτά οριζοντίων ιδιοκτησιών ως και κάθε διαφορά περί του αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις κηρύξεως της εταιρίας εκπτώτου, θα λύνεται τελεσίδικα και διαιτητικά από τον Πρόεδρο του Τεχνικού Επιμελητηρίου ή τον από αυτόν οριζόμενο μηχανικό". Στην συνέχεια και κατά την έναρξη αλλά και κατά την διάρκεια της προθεσμίας παραδόσεως των οριζοντίων ιδιοκτησιών στους ενάγοντες εμφανίστηκαν προβλήματα καθυστέρησης στην κατασκευή της ως άνω πολυόροφης οικοδομής, με συνέπεια οι ενάγοντες να ασκήσουν το έτος 1991 αγωγές για κατάπτωση ποινικής ρήτρας ενώπιον του Μονομελούς και Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που δέχθηκαν καθυστέρηση της παράδοσης και επεδίκασαν σχετικά ποσά ως ποινική ρήτρα. Κατόπιν και ειδικότερα οι ενάγοντες με την από 20-5-1991 δήλωσή τους προέβησαν στην κήρυξη της εργολήπτριας εταιρίας, ως έκπτωτης. Η εργολήπτρια εταιρία όπως είχε δικαίωμα από το άρθρο 19 του ως άνω αναφερόμενου εργολαβικού προσέφυγε στην διαιτησία και κατόπιν σχετικής αιτήσεως αυτής ο Πρόεδρος του Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδος με την με αριθμό…….απόφαση του συγκρότησε το διαιτητικό Δικαστήριο το οποίο επιληφθέν της υπόθεσης συνήλθε σε διαδοχικές συνεδριάσεις και προέβη και στην επιτόπια έρευνα και αφού έλαβε υπόψη όλα τα έγγραφα που υποβλήθησαν από τα διάδικα μέρη εξέδωσε την υπ' αριθμό 38/1992 απόφασή του κρίνοντας ότι η κηρυχθείσα από τους ενάγοντες έκπτωση της εναγομένης και εργολήπτριας εταιρίας ήταν άκυρη και υποχρέωσε τους ενάγοντες στην καταβολή των εξόδων διαιτησίας και την αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου της αιτούσας και εναγομένης εταιρίας, συνολικού ύψους 2.800.000 δραχμών, απόφαση που κοινοποιήθηκε στους ενάγοντες, όπως συνομολογείται από αυτούς, στις 17-10-1992. Κατά της ως άνω απόφασης ασκήθηκε αγωγή ακυρώσεως αυτής η οποία απερρίφθη τελεσίδικα με την υπ' αριθμό…….απόφαση του Εφετείου Αθηνών και στην συνέχεια κατέστη αμετάκλητη αφού απερρίφθη σχετική αναίρεση των αιτούντων με την υπ' αριθμό…….απόφαση του Αρείου Πάγου. Στην συνέχεια δέχεται το Εφετείο ότι οι ενάγοντες με νέα δήλωσή τους που κοινοποιήθηκε στην εναγομένη εταιρία στις 28-11-2002, εκήρυξαν εκ νέου αυτή έκπτωτη λόγω καθυστέρησης παράδοσης των οριζοντίων ιδιοκτησιών επί δώδεκα (12) έτη. Η εναγομένη προσέφυγε και πάλι στην διαιτησία, σύμφωνα και με τα όσα πιο πάνω αναφέρθηκαν και με την υπ' αριθμό……απόφαση του Προέδρου του Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδος ορίστηκε και νέα διαιτησία με διαιτητή τον ΑΑ, διπλωματούχο Πολιτικό μηχανικό. Μετά την διαδικασία που ορίστηκε από τον διαιτητή μηχανικό εκδόθηκε η υπ' αριθμό…….(προσβαλλομένη) διαιτητική απόφαση η οποία και πάλι αναγνώρισε ως άκυρη την νέα δήλωση των εναγόντων περί εκπτώσεως της εναγομένης εταιρίας και υποχρέωσε τους ενάγοντες και τότε εναγομένους να καταβάλλουν στην προσφεύγουσα εταιρία τα έξοδα της διαιτησίας ποσού 49.537 ευρώ και την αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου αυτής ποσού 6.000 ευρώ. Η απόφαση αυτή δέχεται ότι η πολυόροφη οικοδομή δεν εμφανίζει την επικινδυνότητα, την οποία επικαλούνται οι ενάγοντες, αφού ήρθησαν με σχετικές εργασίες της εργολήπτριας εταιρίας τα επικίνδυνα σημεία, επικινδυνότητα που κατά τον διαιτητή ήταν θεωρητική και μόνο, αφού και κατά τον σεισμό του έτους 1999 δεν παρουσιάστηκε κανένα στατικό πρόβλημα στην ως άνω πολυόροφη οικοδομή. Όλα όσα αναφέρονται στην ως άνω διαιτητική απόφαση αφορούν εκτίμηση των πραγμάτων η οποία (εκτίμηση) και αν ήθελε είναι κακή, γεγονός που δεν προέκυψε από την απόφαση, δεν υπάρχει υπέρβαση εξουσίας όπως στη μείζονα πρόταση αναφέρεται και όπως ασαφώς ισχυρίζονται, κατ' εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής, οι ενάγοντες οικοπεδούχοι και εναγόμενοι στην ως άνω διαιτησία". Με βάση τις παρατιθέμενες παραδοχές της διαιτητικής απόφασης, το Εφετείο αποφάνθηκε, ότι ο διαιτητής ενήργησε μέσα στα όρια της εξουσίας που του παρασχέθηκε με τη συμφωνία για τη διαιτησία (άρθρο 19 του 12380/1987 εργολαβικού συμβολαίου), την οποία και δεν έχει υπερβεί. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, που αρκεί για να στηρίξει αυτοτελώς την απορριπτική διάταξη της προσβαλλόμενης απόφασής του, ως προς τον με στοιχ. γ' λόγο ακύρωσης της ένδικης κύριας αγωγής και τον υπ' αριθ. 2 λόγο ακύρωσης του από 10-7-2006 δικογράφου προσθέτων λόγων ακύρωσης, δεν υπέπεσε στις προβλεπόμενες από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ πλημμέλειες, δεν παραβίασε δηλαδή την προπαρατιθέμενη ουσιαστικού δικαίου διάταξη (άρθρο 897 αρ. 4 ΚΠολΔ), ενώ, εξάλλου, η εν λόγω απόφαση (προσβαλλόμενη) έχει νόμιμη βάση. Πράγματι, ενόψει των όσων έχουν ήδη συναφώς αναπτυχθεί, το διαιτητικό δικαστήριο στην επίδικη περίπτωση δεν ενήργησε καθ' υπέρβαση της εξουσίας που του παρείχε η συμφωνία για διαιτησία, αφού η κρίση που εξέφερε είναι μέσα στα όρια εξουσίας του, όπως αυτά καθορίζονται στο 19ο άρθρο του προαναφερόμενου προσυμφώνου, στο οποίο, κατά τις προπαρατιθέμενες παραδοχές του Εφετείου, ρητώς αναφέρεται ότι κάθε διαφορά για το αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις κήρυξης της αναιρεσίβλητης εργολήπτριας εταιρίας έκπτωτης θα λύεται από τον Πρόεδρο του Τεχνικού Επιμελητηρίου ή από μηχανικό που αυτός ορίζει, επ' αυτού δε αποφάνθηκε με την επίμαχη απόφασή του, το διαιτητικό δικαστήριο μέσα στα πλαίσια του αντικειμένου της διαφοράς και του αιτήματος που του έχει υποβληθεί με τη σχετική αίτηση - προσφυγή της αναιρεσίβλητης. Το ότι το διαιτητικό δικαστήριο, προκειμένου να εκφέρει την κρίση του επί του προαναφερόμενου κυρίως αντικειμένου έκρινε και επί του παρεμπίπτοντος για την έκβαση της δίκης γεγονότος, δηλαδή του επικίνδυνου της ένδικης οικοδομής, και περί του κατά πόσο συνέτρεχε η επικινδυνότητα αυτή όταν μεσολάβησε η ένδικη δήλωση έκπτωσης εκ μέρους των αναιρεσειόντων εργοδοτών, που είχε προταθεί και με την αίτηση - προσφυγή της αναιρεσίβλητης για την ενεργοποίηση της διαιτητικής διαδικασίας, όπως το εν λόγω διαιτητικό δικαστήριο ανελέγκτως το εκτίμησε, δεν συνιστά, σύμφωνα με όσα έχουν συναφώς αναπτυχθεί, υπέρβαση εξουσίας, κατά την έννοια του άρθρου 897 αρ. 4 Κ.Πολ.Δ. αλλά ούτε και παράβαση της διάταξης του αρθρ. 867 του Κ.Πολ.Δ, που δεν ήταν εφαρμοστέα στην προκείμενη περίπτωση εφ' όσον επρόκειτο για την έρευνα παρεμπιπτόντος ζητήματος. Εξάλλου, το Εφετείο, σύμφωνα με τις ίδιες πάντοτε παραδοχές, εξέτασε το θέμα της υπέρβασης κατ' έκταση της εξουσίας του διαιτητικού δικαστηρίου, που τέθηκε ενώπιόν του με τον ίδιο με στοιχ. (γ) λόγο ακύρωσης της κύριας ένδικης αγωγής και το δεύτερο λόγο του δικογράφου προσθέτων λόγων ακύρωσης και αποφάνθηκε επ' αυτού. Συνεπώς, οι πρώτος και όγδοος λόγοι αναίρεσης, που, υπό την επίκληση των διατάξεων του άρθρου 559 αριθ. 1, 8 και 19 Κ.Πολ.Δ, υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι. ΙΙ. Η αντίθετη προς το νόμο (αρθρ. 321 έως 332 του Κ.Πολ.Δ) κρίση του δικαστή στο πλαίσιο της πολιτικής δίκης ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει δεδικασμένο, με βάση απόφαση που δεν έχει εξαφανισθεί, έχει αναχθεί από το νομοθέτη στα πλαίσια του αστικού δικονομικού δικαίου σε λόγο αναίρεσης (άρθρ. 559 αριθ. 16 του Κ.Πολ.Δ), όχι δε και σε λόγο ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης, από εκείνους, που περιοριστικά ορίζονται από τη διάταξη του άρθρου 897 του Κ.Πολ.Δ, για την περίπτωση που ο διαιτητής παραβαίνει τις ίδιες διατάξεις με το να αποφαίνεται ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο με βάση υπαρκτή διαιτητική απόφαση. Οποιαδήποτε λοιπόν, ερμηνευτική εκδοχή, που, υπό το πρόσχημα της παραβίασης εκ μέρους του διαιτητή της διάταξης του άρθρου 897 του ΚΠολΔ, αλλά και εκείνης του άρθρου 324 του Κ.Πολ.Δ, εισάγει με πλάγιο τρόπο τέτοιο λόγο ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης από τη διάταξη του άρθρ. 897 του Κ.Πολ.Δ, που περιοριστικά και ειδικά καθορίζει τους αντίστοιχους λόγους, έρχεται σε ευθεία αντίθεση με τη σαφώς εκφρασμένη βούληση του νομοθέτη. Τα προαναφερθέντα ενισχύονται και από την καθιέρωση με τη διάταξη του άρθρ. 897 αριθ. 7 του Κ.Πολ.Δ ως λόγους ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης "της συνδρομής λόγου αναψηλάφησης από τη διάταξη του άρθρου 544 του Κ.Πολ.Δ", και την καθιέρωση με την τελευταία αυτή διάταξή ως λόγου αναψηλάφησης της περίπτωσης μόνο εκείνης όπου η προσβαλλόμενη απόφαση στηρίζεται σε εξαφανισθείσα εκ των υστέρων απόφαση ακόμα και διαιτητικού οργάνου (ΟλΑΠ 424/1983). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο του κυρίως δικογράφου της από 5-5-2008 αίτησης αναίρεσης κατά το πρώτο μέρος του αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του αναιρετικού λόγου από τους αριθμούς 16 και 19 του άρθρ. 559 του Κ.Πολ.Δ, διότι το Εφετείο: "Με εσφαλμένη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 897, 867 και 324 του Κ.Πολ.Δ απέρριψε εμμέσως και με ασαφή αιτιολογία και αντιφατική τον υπ' αριθ. 1 λόγο ακύρωσης, που προβλήθηκε με το από 10-7-2006 δικόγραφο προσθέτων λόγων ακύρωσης, με το οποίο αποδιδόταν στην ελεγχόμενη διαιτητική απόφαση, το σφάλμα της παραδοχής, δεδικασμένου από την προηγηθείσα μεταξύ των διαδίκων υπ' αριθ. 38/1992 αμετάκλητη διαιτητική απόφαση που έκρινε όμως, για προηγηθείσα χρονικά σε σχέση με την ένδικη δήλωσή τους έκπτωσής της αναιρεσίβλητης εργολάβου, που αφορούσε διαφορετικό αντικείμενο με διαφορετική ιστορική και νομική αιτία". Ο λόγος αυτός αναίρεσης, θεμελιούμενος αποκλειστικά στην αντίθετη εσφαλμένη όμως, κατά νόμο όπως προαναφέρθηκε, εκδοχή, της δυνατότητας προσβολής της επίμαχης διαιτητικής απόφασης, λόγω παραβίασης εκ μέρους του διαιτητή που την εξέδωσε, των περί δεδικασμένου διατάξεων, είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος. Το δε Εφετείο που απέρριψε τον αντίστοιχο λόγο ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης, όσο είχε σχέση με την ύπαρξη ή όχι δεδικασμένου, έστω και με άλλη αιτιολογία, στο ορθό αποτέλεσμα κατέληξε. ΙΙI. Οι λόγοι ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης, που καθιερώνονται περιοριστικά με τη διάταξη του άρθρου 897 του Κ.Πολ.Δ ανήκουν στο ουσιαστικό δίκαιο και γι' αυτό η εφαρμογή τους ελέγχεται αναιρετικά με τους αριθμούς 1 ή 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ (ΑΠ 221/2004). Ειδικότερα, κατά τη διάταξη του άρθρ. 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006 και 4/2005). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (ΟλΑΠ 1/1999). Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος, αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεσή τους, να μην μπορεί να κριθεί, αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς (ΟλΑΠ 13/1995). Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψή της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε 'Αρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκείμενου λόγου αναίρεσης από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ, σε αντίθεση με την έρευνα άλλων αναιρετικών λόγων, ελέγχοντας την προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση και το αιτιολογικό της, εφόσον όμως αυτή εκδόθηκε κατά την εκδίκαση αγωγής ακύρωσης διαιτητικής απόφασης από το άρθρο 897 αριθ. 5 και 6 του Κ.Πολ.Δ, με επισκόπηση παραδεκτή (σε εφαρμογή της διάταξης του αρθρ. 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ), και του περιεχομένου των αιτιολογιών της ελεγχθείσας από το Εφετείο διαιτητικής απόφασης, εάν καίτοι δεν παρατίθενται ειδικά ορισμένες, επαναλαμβάνονται έστω με καθολική λεκτική αναφορά και ενσωμάτωση στο αιτιολογικό της εφετειακής απόφασης (Α.Π. 361/1978). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 897 αριθ. 5 του Κ.Πολ.Δ η διαιτητική απόφαση μπορεί να ακυρωθεί ολικά ή εν μέρει όταν παραβιάσθηκαν οι διατάξεις των άρθρων 886 παρ. 2, 891 και 892 του ιδίου Κώδικα. Η πρώτη απ'αυτές (άρθρο 886 παρ. 2 ΚΠολΔ) ορίζει ότι "κατά τη διαιτητική διαδικασία τα μέρη έχουν τα ίδια δικαιώματα και τις ίδιες υποχρεώσεις, τηρείται η αρχή της ισότητας και πρέπει να καλούνται να παραστούν κατά τις συζητήσεις προκειμένου να αναπτύξουν, κατά την κρίση των διαιτητών, προφορικώς ή εγγράφως τους ισχυρισμούς και να προσκομίσουν τις αποδείξεις τους". Με τη διάταξη αυτή επιβάλλεται η τήρηση, κατά τη διεξαγωγή της διαιτησίας, των αρχών της ισότητας των διαδίκων και της ακρόασης και των δύο πλευρών. Η πρώτη από τις αρχές αυτές πραγματώνεται όταν κανένας από τους διαδίκους δεν αποκτά, σε σχέση με τους λοιπούς, ιδιαίτερα δικαιώματα ή δεν απαλλάσσεται από τις επιβαλλόμενες στους άλλους υποχρεώσεις στο δικονομικό πεδίο. Η δεύτερη επιτυγχάνεται με την παροχή σε όλους τους διαδίκους της ευχέρειας αφενός να παραστούν κατά τις συζητήσεις της διαφοράς και την υποβολή των ισχυρισμών τους και των αποδεικτικών τους μέσων, ύστερα από σχετική κλήτευσή τους από τους διαιτητές, αφετέρου δε να λάβουν γνώση των ισχυρισμών των αντιδίκων τους και να τους αντικρούσουν. Εξάλλου, η ανεξαρτησία του διαιτητή που απορρέει από τη δικαιοδοτική του ιδιότητα ως τρίτου κριτή, ο οποίος παραμένει πάνω από τους διισταμένους διαδίκους και τους αντιτιθέμενους ισχυρισμούς τους, επιβάλλεται να τηρείται, όχι μόνο απέναντι στους διαδίκους, αλλά και απέναντι στο πραγματικό υλικό το οποίο τίθεται υπόψη του και πρόκειται να κριθεί απ'αυτόν. Με το εν λόγω υλικό πρέπει να έρχεται σε επαφή για πρώτη φορά υπό τη δικαιοδοτική του ιδιότητα ως διαιτητή, με τρόπο που να αποκλείει τον επηρεασμό του από οποιαδήποτε προηγούμενη πρόσβαση σ'αυτό. Θεσπίζεται, δηλαδή, ως λόγος εξαίρεσής του η προηγούμενη ενασχόληση του με την ίδια υπόθεση υπό την ιδιότητα του μάρτυρα ή του πραγματογνώμονα ή του συμβούλου. Απόρροια της ανεξαρτησίας του αυτής απέναντι στο πραγματικό υλικό της διαφοράς αποτελεί και η απαγόρευση να χρησιμοποιεί τις ιδιωτικές του γνώσεις κατά την κρίση της διαφοράς, διότι δεν συμβιβάζεται με τη δικαιοδοτική του ιδιότητα. Πράγματι, στην αντίθετη περίπτωση, ο διαιτητής αποβάλλει την ιδιότητά του ως τρίτου κριτή, μεταβάλλεται σε μάρτυρα στην κρινόμενη απ'αυτόν υπόθεση και θεμελιώνει την απόφασή του και σε στοιχεία που ο ίδιος συνέλεξε ιδιωτικώς. Έτσι, οι πηγές των γνώσεών του αποβαίνουν απρόσιτες και ανέλεγκτες, ως προς τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, αποκλείοντας την ίση επιρροή των διαδίκων στο περιεχόμενο και την εξέλιξη της διαδικασίας. Συνεπώς, ενεργεί με τρόπο ασυμβίβαστο προς την ιδιότητά του ως τρίτου κριτή, παραβιάζοντας την αρχή της ίσης μεταχείρισης, που πηγάζει αμέσως από τη δικαιοδοτική του ιδιότητα και την αρχή της ακρόασης και των δύο πλευρών, αποτελεί δε ειδικότερη εκδήλωση της πρώτης και καθιστά την απόφαση του ακυρωτέα κατά τα άρθρα 886 παρ. 2 και 897 παρ. 5 ΚΠολΔ. Η περίπτωση όμως αυτή δεν εξομοιώνεται με εκείνη στην οποία ο διαιτητής, κατά τις ανέλεγκτες επί της ουσίας από το Εφετείο παραδοχές της απόφασής του, που επίσης επισκοπούνται από το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου κατά την έρευνα του αντίστοιχου αναιρετικού λόγου (άρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ από τους αριθ. 1 και 15 του άρθ. 559 του ΚΠολΔ) προκειμένου να στηρίξει το διατακτικό της, αντλεί από τους ισχυρισμούς των διαδίκων και από το αποδεικτικό υλικό που προσκόμισαν οι ίδιοι οι διάδικοι πραγματικά κατά την ανέλεγκτη κρίση του περιστατικά, τα οποία αυτοί δεν επικαλέστηκαν ρητά. Πράγματι, σαυτή την περίπτωση, ο διαιτητής έρχεται σε επαφή με το αποδεικτικό υλικό και τους εν γένει ισχυρισμούς των διαδίκων για πρώτη φορά υπό την δικαιοδοτική του ιδιότητα, χωρίς να μπορεί να γίνει λόγος για επηρεασμό του από οποιαδήποτε προηγούμενη πρόσβαση σ' αυτό ή για χρησιμοποίηση των ιδιωτικών του γνώσεων κατά την κρίση της διαφοράς ή πραγματικών στοιχείων που συνέλεξε ο ίδιος. Εξάλλου, στην ίδια περίπτωση ο διαιτητής παραβαίνει, μόνο την αρχή που κρατεί στην πολιτική δίκη για μη αυτεπάγγελτη ενέργεια. Η ενέργεια αυτή, στα πλαίσια του αστικού δικονομικού δικαίου έχει αναχθεί από το νομοθέτη μόνο σε λόγο αναίρεσης (άρθρο 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ), όχι δε και σε λόγο ακύρωσης των διαιτητικών αποφάσεων. Οποιαδήποτε, λοιπόν, ερμηνευτική εκδοχή, που, υπό το πρόσχημα της παράβασης της αρχής του άρθρου 886 αρ. 2 Κ.Πολ.Δ, εισάγει, με πλάγιο τρόπο, τέτοιο λόγο ακύρωσης των διαιτητικών αποφάσεων, έρχεται σε ευθεία αντίθεση με τη σαφώς εκφρασμένη βούληση του νομοθέτη. (ΟλΑΠ 13/1995). 

 

Δεσμευτικότητα της διαιτητικής απόφασης.

 

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ   32/2009

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Καθοριστικό στοιχείο της συμφωνίας περί διαιτησίας είναι η δεσμευτικότητα της απόφασης που θα εκδοθεί από τους διαιτητές, με την έννοια ότι κατά τη θέληση των συμβαλλομένων η απόφαση, που θα εκδοθεί από τους διαιτητές, είναι υποχρεωτική, δηλαδή αποκτά ισχύ υποχρεωτικής δικαστικής απόφασης, η οποία δεν υπόκειται σε ένδικα μέσα. Αν στην ίδια την συμφωνία δεν προβλέπεται άσκηση προσφυγής ενώπιον άλλων διαιτητών αποτελεί και δεδικασμένο.

Αντίθετα, αν οι συμβαλλόμενοι όρισαν ότι η απόφαση, που θα εκδοθεί από τους διαιτητές, δεν έχει υποχρεωτική ισχύ για αυτούς, αλλά αποτελεί βάση επανεξέτασης της διαφοράς για εξώδικη επίλυσή της και ότι, αν η εξώδικη λύση δεν επιτευχθεί, κάθε διάδικος μπορεί να ζητήσει την επίλυσή της από τα αρμόδια δικαστήρια, δεν πρόκειται για υποχρεωτική διαιτητική ρήτρα και συνεπώς η απόφαση του διαιτητικού δικαστηρίου δεν είναι υποχρεωτική για τους συμβαλλόμενους, ούτε παράγει δεδικασμένο και δεν μπορεί να εκτελεστεί ακόμη και αν περιέχει καταψηφιστικές διατάξεις.

Ο όρος για επίλυση της διαφοράς από τα πολιτικά δικαστήρια, αν δεν επιτευχθεί εξώδικος συμβιβασμός βάσει της διαιτητικής αποφάσεως, είναι έγκυρος.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ   32/2009

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-1-2002 ανακοπή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:…..του ίδιου Δικαστηρίου και…..του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 18-9-2006 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Ιωαννίδης ανέγνωσε την από 14-1-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 867, 868, 869 και 895, 896, 897, 898 ΚΠολΔ και 361 ΑΚ προκύπτει ότι στη διαιτησία μπορούν να υπαχθούν διαφορές ιδιωτικού δικαίου, με συμφωνία, αν εκείνοι που τη συνομολογούν έχουν την εξουσία να διαθέσουν ελεύθερα το αντικείμενο της διαφοράς. Καθοριστικό στοιχείο της συμφωνίας περί διαιτησίας είναι η δεσμευτικότητα της απόφασης που θα εκδοθεί από τους διαιτητές, με την έννοια ότι κατά τη θέληση των συμβαλλομένων η απόφαση που θα εκδοθεί από τους διαιτητές είναι υποχρεωτική, δηλαδή αποκτά ισχύ υποχρεωτικής δικαστικής απόφασης, η οποία δεν υπόκειται σε ένδικα μέσα (άρθρο 895 παρ. 1 ΚΠολΔ) και, αν στην ίδια συμφωνία δεν προβλέπεται άσκηση προσφυγής ενώπιον άλλων διαιτητών, αποτελεί και δεδικασμένο κατά τα άρθρα 322, 324 έως 330 και 332 έως 334 ΚΠολΔ. Αντίθετα, αν οι συμβαλλόμενοι όρισαν ότι η απόφαση που θα εκδοθεί από τους διαιτητές δεν έχει υποχρεωτική ισχύ γιαυτούς αλλά αποτελεί βάση επανεξέτασης της διαφοράς για εξώδικη επίλυσή της και ότι, αν αυτή (εξώδικη λύση) δεν επιτευχθεί, κάθε διάδικος μπορεί να ζητήσει την επίλυσή της από τα αρμόδια δικαστήρια, δεν πρόκειται για υποχρεωτική διαιτητική ρήτρα και συνεπώς η απόφαση του διαιτητικού δικαστηρίου δεν είναι υποχρεωτική για τους συμβαλλόμενους, ούτε παράγει δεδικασμένο και δεν μπορεί να εκτελεστεί ακόμη και αν περιέχει καταψηφιστικές διατάξεις, ενόψει του ότι ο όρος των συμβαλλομένων για επίλυση της διαφοράς από τα πολιτικά δικαστήρια, αν δεν επιτευχθεί εξώδικος συμβιβασμός βάσει της διαιτητικής αποφάσεως, δεν έχει τεθεί προς καταστρατήγηση των διατάξεων περί διαιτησίας και είναι έγκυρος (ΑΠ 620/1971). Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το δικάσαν εφετείο, ύστερα από ανέλεγκτη εκτίμηση του περιεχομένου του άρθρου 20 του Κανονισμού της αναιρεσίβλητης, κατά πρόβλεψη εφαρμογής του από την από 14.10.1996 σύμβαση των διαδίκων, περί εκπονήσεως μελέτης του έργου "6.1.7. διαμόρφωση περιβάλλοντος χώρου α' προβλήτας στα πλαίσια του έργου 6.1. ανάπλαση τμήματος λιμένα Θεσσαλονίκης κατά τα άρθρα 3.2 και 21.1. αυτής", το οποίο ορίζει ότι "για κάθε πράξη του κυρίου του έργου που θα θεωρήσει ο ανάδοχος ότι προσβάλλει τα νόμιμα συμφέροντά του, δικαιούται να ασκήσει ένσταση μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία πέντε χρόνων απευθυνομένη προς τον κύριο του έργου, το Δ.Σ. του οποίου την εξετάζει μετά από γνωμοδότηση της Επιτροπής Έργων. Αν η ένσταση απορριφθεί ο ανάδοχος παροχής υπηρεσιών προσφεύγει στη διαδικασία της διαιτησίας του Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδος (ΤΕΕ) κατά την οποία ο επιδιαιτητής ορίζεται από τον Πρόεδρο του Τ.Ε.Ε. Στην ίδια διαδικασία δικαιούται να προσφύγει και ο κύριος του έργου για κάθε πράξη του αναδόχου παροχής υπηρεσιών, η οποία κρίνεται ότι είναι αντισυμβατική και θίγει τα νόμιμα συμφέροντά του. Η απόφαση της διαιτησίας του ΤΕΕ υποχρεώνει αμφότερα τα μέρη σε επανεξέταση της διαφωνίας και αν δεν συμφωνήσουν, αρμόδια είναι τα δικαστήρια της Θεσσαλονίκης", δέχθηκε ότι η διαιτητική απόφαση με αριθμό 37/1999 του Διαιτητικού Δικαστηρίου του ΤΕΕ, με την οποία καταδικάσθηκε η αναιρεσίβλητη να πληρώσει στους αναιρεσείοντες 76.279.644 δρχ. και η οποία εκδόθηκε κατά το παραπάνω άρθρο 20 του Κανονισμού της αναιρεσίβλητης, κατά τη βούληση των μερών δεν αποτελεί εκτελεστό τίτλο για αναγκαστική εκτέλεση προς ικανοποίηση συμβατικών απαιτήσεων, αλλά υποχρεώνει τα συμβαλλόμενα μέρη για επανεξέταση της διαφοράς προς εξώδικη επίλυσή της καθώς και ότι εκτελεστό τίτλο αποτελεί, αν δεν επιτευχθεί η εξώδικη επίλυση της διαφοράς, η δικαστική απόφαση του αρμοδίου πολιτικού δικαστηρίου της Θεσσαλονίκης που θα εκδοθεί κατόπιν εγέρσεως αγωγής ή μετ' άσκηση έφεσης κατ' αυτής. Κρίναν δε μετά από αυτά το Εφετείο ότι δεν διαλαμβάνει το ως άνω άρθρο υποχρεωτική διαιτητική ρήτρα, δέχθηκε την ανακοπή της αναιρεσίβλητης και ακύρωσε την από 16.1.2002 κατάσχεση στα χέρια της Τράπεζας Πειραιώς Α.Ε. ως τρίτης, για ικανοποίηση χρηματικής απαίτησης των αναιρεσειόντων κατά της ανακόπτουσας - αναιρεσίβλητης, βάσει απογράφου της 37/1999 διαιτητικής απόφασης του ΤΕΕ. Με το να δεχθεί αυτά το Εφετείο δεν παραβίασε τις αμέσως πιο πάνω ουσιαστικές διατάξεις και επομένως ο 1ος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως κατά το πρώτο μέρος του από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίον υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος, κατά το δεύτερο μέρος του, με τον οποίον προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε και τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ δια της εσφαλμένης εφαρμογής τους, είναι αβάσιμος, καθ όσον στηρίζεται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, διότι το Εφετείο, ως εκ της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, δεν εφήρμοσε τις εν λόγω διατάξεις, αφού δεν ασχολήθηκε με αυτές. ΕΠΕΙΔΗ κατά τον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο. Εν προκειμένω, με τον 2ο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, από τη διάταξη αυτή, οι αναιρεσείοντες μέμφονται το Εφετείο ότι παρά τον νόμο δεν απέρριψε ως απαράδεκτη την ανακοπή, αφού με αυτή δεν εισήχθη αντίρρηση περί την εκτέλεση της παραπάνω και στον 1ο λόγο αναφερομένης διαιτητικής απόφασης, αλλά αιτίαση αφορώσα αυτή καθ'αυτή τη διαιτητική απόφαση δυναμένη να προσβληθεί με αγωγή ακυρώσεως κατ' άρθρο 897 παρ. 4 ΚΠολΔ, δηλαδή ως εκδοθείσα καθ' υπέρβαση της εξουσίας που παρείχε στους διαιτητές η συμφωνία για τη διαιτησία. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι η ανακοπή, κατά τα αναφερθέντα στον 1ο λόγο, αφορούσε την εκτέλεση που επισπευδότανε με βάση την παραπάνω διαιτητική απόφαση, η οποία δεν αποτελούσε εκτελεστό τίτλο. Επομένως το Εφετείο με το να μην απορρίψει ως απαράδεκτη την ένδικη ανακοπή, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια αυτή και συνακόλουθα πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως. 

 

 

 

Διαιτησία. Ακύρωση διαιτητικής απόφασης, αν είναι αντίθετη προς διατάξεις δημόσιας τάξης, ή προς τα χρηστά ήθη.

 

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ  2020/2009

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Η συμφωνία για διαιτησία παύει να ισχύει, αν περάσει η προθεσμία της ισχύος της συμφωνίας, που ορίσθηκε από την ίδια τη συμφωνία, ή η προθεσμία για την έκδοση της διαιτητικής απόφασης, ή η προθεσμία που τάσσεται από το άρθρο 884 ΑΚ.

Η διαιτητική απόφαση μπορεί να ακυρωθεί, ολικά ή εν μέρει, μόνο με δικαστική απόφαση, αν εκδόθηκε, αφού η συμφωνία για τη διαιτησία έπαψε να ισχύει, αν είναι αντίθετη προς διατάξεις δημόσιας τάξης ή προς τα χρηστά ήθη.

Ως διατάξεις δημόσιας τάξεως νοούνται οι προς εξυπηρέτηση του δημόσιου συμφέροντος τεθειμένοι κανόνες αναγκαστικού δικαίου, στη βάση των οποίων εδράζονται οι θεμελιώδεις νομικές αντιλήψεις πολιτειακού, κοινωνικού, ηθικού ή οικονομικού χαρακτήρα που διέπουν την έννομη τάξη.

Δεν αποτελεί λόγο ακυρώσεως της διαιτητικής αποφάσεως η αντίθεσή της σε αναγκαστικού δικαίου διατάξεις, που αποβλέπουν πρωτίστως στο ιδιωτικό συμφέρον, ή δεν συγκροτούν τα θεμέλια του κρατικού, κοινωνικού ή οικονομικού συστήματος της χώρας.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ  2020/2009

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από αγωγή 15-10-2002 των ήδη αναιρεσειουσών, που κατατέθηκε στο Εφετείο Αθηνών επί της οποίας εκδόθηκε η 1772/2003 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου. Την αναίρεση της απόφασης αυτής ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 10-1-2004 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Κουτρομάνος ανέγνωσε την από 29-21-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 14 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, αντιστοίχως, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου και αν το δικαστήριο παρά τον νόμο δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Κατά την έννοια του άρθρου 901§1 περ. γ ΚΠολΔ, μπορεί να επιδιωχθεί, με αγωγή ή ένσταση, η αναγνώριση της ανυπαρξίας διαιτητικής απόφασης (και) αν η απόφαση εκδόθηκε σε διαιτητική δίκη που έγινε κατά ανυπάρκτου φυσικού ή νομικού προσώπου. Στην §1 του άρθρου 75 του Ν.2190/1920 "Περί Ανωνύμων Εταιριών" (προστεθέντος με το άρθρο 12 ΠΔ 498/1987 Προσαρμογή της Ελληνικής Νομοθεσίας περί Ανωνύμων Εταιριών....προς το Κοινοτικό Δίκαιο...) ορίζεται ότι: "1. Από την καταχώριση στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιριών της εγκριτικής απόφασης της συγχώνευσης, που προβλέπεται από το άρθρο 74, επέρχονται αυτοδίκαια και ταυτόχρονα χωρίς καμία άλλη διατύπωση τόσο για τις συγχωνευόμενες εταιρίες όσο και έναντι των τρίτων τα ακόλουθα αποτελέσματα: (α) Η απορροφούσα εταιρία υποκαθίσταται σε όλα γενικά τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της ή των απορροφούμενων, εταιριών και η μεταβίβαση αυτή εξομοιώνεται με καθολική διαδοχή. (β) Οι κάτοχοι της ή των απορροφούμενων εταιριών γίνονται μέτοχοι της απορροφούσας εταιρίας. (γ) Οι απορροφούμενοι ή οι απορροφούμενες εταιρίες παύουν να υπάρχουν", στη δε §2 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι "2. Οι εκκρεμείς δίκες συνεχίζονται αυτοδικαίως από την απορροφούσα εταιρία ή κατ' αυτής χωρίς καμία ειδικότερη διατύπωση από μέρους της για τη συνέχιση και χωρίς να επέρχεται, λόγω της συγχώνευσης, βιαία διακοπή της δίκης και χωρίς να απαιτείται δήλωση για την επανάληψή τους. Στην προκειμένη περίπτωση αναφέρεται από τις αναιρεσείουσες εταιρίες ότι η πρώτη εξ αυτών απερρόφησε την εταιρία "ΕΤΕΠ ΑΕ" (μία εκ των καθών η αίτηση διαιτησίας), η δε σχετική εγκριτική απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης καταχωρήθηκε στο οικείο δημόσιο βιβλίο την 30.9.2002 και η ένδικη διαιτητική απόφαση δημοσιεύθηκε την 4.10.2002. Αποδίδεται δε, με τον πρώτο αναιρετικό λόγο (εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 14 ΚΠολΔ) στο Εφετείο η αιτίαση ότι ερμήνευσε και εφήρμοσε εσφαλμένα τις διατάξεις του άρθρου 75 του Ν.2190/1920 και, έτσι, παρά τον νόμο δεν αναγνώρισε την ανυπαρξία της διαιτητικής αποφάσεως, ως εκδοθείσης κατά ανυπάρκτου νομικού προσώπου. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, αφού η μεν αρχική διάδικος δεν αμφισβητείται ότι ήταν "υπαρκτό" νομικό πρόσωπο, κατά την έναρξη της δίκης, ήτοι κατά την υποβολή της περί διαιτησίας αιτήσεως, η δε εν συνεχεία απορρόφηση αυτής από την πρώτη αναιρεσείουσα επέφερε την ex lege υποκατάστασή της από την τελευταία και όχι τη διακοπή ή ματαίωση της διαιτητικής διαδικασίας. Κατά το άρθρο 885 περ. 2 ΚΠολΔ: " Η συμφωνία για διαιτησία παύει να ισχύει, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά από την ίδια...αν περάσει η προθεσμία της ισχύος της συμφωνίας, που ορίσθηκε από την ίδια τη συμφωνία ή η προθεσμία για την έκδοση της διαιτητικής απόφασης ή η προθεσμία που τάσσεται κατά το άρθρο 884". Κατά το άρθρο 897 περ. 2 Κ.Πολ.Δ.: "Η διαιτητική απόφαση μπορεί να ακυρωθεί ολικά ή εν μέρει μόνο με δικαστική απόφαση...αν εκδόθηκε αφού η συμφωνία για τη διαιτησία έπαψε να ισχύει...". Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε σχετικώς τα ακόλουθα: "Με το άρθρο 12 από 1.3.99 σύμβασης τα διάδικα μέρη συμφώνησαν ότι "κάθε διαφορά που θα προκύπτει (μεταξύ αυτών) και θα αφορά την έννοια ή την εφαρμογή οποιουδήποτε όρου αυτής θα λύεται υποχρεωτικά διαιτητικά ..." Η διαιτητική απόφαση πρέπει να εκδίδεται μέσα σε τρεις μήνες...". Ως αφετηρία της προθεσμίας αυτής ομόφωνα ορίστηκε η πρώτη ενώπιον του Διαιτητικού Δικαστηρίου συζήτηση της υποθέσεως, που έλαβε χώρα την 11-6-2002. Επειδή όμως, κατά τη διάρκεια της διαιτητικής διαδικασίας, διεφάνη η αδυναμία έκδοσης της σχετικής απόφασης εντός της συμφωνημένης ως άνω τρίμηνης προθεσμίας, η οποία έληξε την 11-9-02, το Διαιτητικό Δικαστήριο ζήτησε από τα διάδικα μέρη την παράταση της προθεσμίας αυτής μέχρι την 30-9-02, την οποία αυτά ενέκριναν η μεν αιτούσα τη διαιτησία και τώρα εναγομένη…..με το από 10-7-02 πρακτικό του Διοικητικού της Συμβουλίου, οι δε καθών η αίτηση διαιτησίας και τώρα ενάγουσες……και…..με τα 1635/5-7-2002 και 1234/5-7-02 πρακτικά των Διοικητικών τους Συμβουλίων, με τα οποία παρασχέθηκε επί πλέον προς το δικηγόρο τους…..η ειδική εντολή και πληρεξουσιότητα να παρίσταται καθόλη τη διάρκεια των διαδικαστικών πράξεων και σ' όλες τις συνεδριάσεις του Διαιτητικού Δικαστηρίου καθώς επίσης (παρασχέθηκε) και "το δικαίωμα και η εντολή, όπως, εφόσον το κρίνει αναγκαίο, απαραίτητο και προς συμφέρον της εταιρείας, συμφωνήσει και αποδεχθεί και άλλη, περαιτέρω, παράταση της ως άνω προθεσμίας". Επειδή όμως διεφάνη και πάλι η αδυναμία εκδόσεως της διαιτητικής απόφασης εντός της κατά τα άνω παραταθείσας μέχρι την 30-9-02 προθεσμίας, ζητήθηκε από το Διαιτητικό Δικαστήριο ολιγοήμερη παράταση της προθεσμίας αυτής, την οποία (παράταση) και αποδέχθηκαν τα διάδικα μέρη η μεν εναγομένη …….με το από 25-9-2002 πρακτικό του Δ. Συμβουλίου της, στο οποίο αναφέρεται ότι "συναινεί προκειμένου η ημερομηνία έκδοσης της απόφασης παραταθεί μέχρι 4-10-2002", οι δε ενάγουσες……και ……. με την από 25-9-02 έγγραφη δήλωση του έχοντος ειδική προς τούτο πληρεξουσιότητα πληρεξουσίου τους δικηγόρου……στην οποία αναφέρεται ότι "αποδέχομαι για λογαριασμό των εν λόγω εταιρειών και για τις ανάγκες της Διαιτησίας την περαιτέρω παράταση της προθεσμίας έκδοσης μέχρι την 10 Οκτωβρίου 2002". Εκτιμώντας τις παραπάνω δηλώσεις των διαδίκων μερών το Διαιτητικό Δικαστήριο έκρινε ότι η εν λόγω προθεσμία παρατάθηκε μέχρι την 4-10-02, οπότε και εμπροθέσμως εξέδωκε την προσβαλλομένη απόφαση του απορριπτομένου ως αβασίμου του περί του αντιθέτου τρίτου λόγου της αγωγής. Ο ισχυρισμός των εναγουσών κατά τον οποίο η διαιτητική απόφαση εκδόθηκε εκπροθέσμως καθόσον η δοθείσα δεύτερη, μέχρι την 4-10-02, παράταση της αρχικά ορισθείσας τρίμηνης προθεσμίας είναι άκυρη για το λόγο ότι α) δεν υποβλήθηκε, ως αποτελούσα τροποποίηση της διαιτητικής συμφωνίας, στον τύπο τον. οποίο είχε υποβληθεί η τελευταία, όπως απαιτεί η διάταξη του αρθ. 164 ΑΚ και β) ότι παρά την ύπαρξη συμφωνίας ως προς την αναγκαιότητα της δεύτερης παράτασης, υπήρξε ασυμφωνία ως προς το χρόνο διάρκειας αυτής με αποτέλεσμα τη λήξη της προθεσμίας έκδοσης της διαιτητικής απόφασης κατά τον ορισθέντα με την πρώτη παράταση χρόνο (30-9-02), κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος αναφορικά μεν με το υπό στοιχ. α' σκέλος του καθόσον, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, η συμφωνία για παράταση της προθεσμίας έκδοσης της διαιτητικής απόφασης δεν υπόκειται, κατά την κρατούσα άποψη, στον τύπο που υποβάλλεται και η διαιτητική συμφωνία αλλά μπορεί να δοθεί ρητώς ή και σιωπηρώς είτε από τα ίδια τα συνομολογήσαντα αυτή (συμφωνία) μέρη είτε από τους πληρεξουσίους τους που έχουν ειδική γι' αυτό πληρεξουσιότητα, όπως έλαβε χώρα και στην κρινομένη περίπτωση αναφορικά δε με το υπό στοιχ. β' σκέλος του, καθόσον η αποδοχή από τον ως άνω ειδικό πληρεξούσιο των νυν εναγουσών παράτασης μεγαλύτερης διάρκειας (10ήμερη) απ' αυτή, που είχε αποδεχθεί και εγκρίνει η νυν εναγομένη (4ήμερη), δεν ακυρώνει την ύπαρξη συμφωνίας των μερών για παράταση της εν λόγω προθεσμίας μέχρι την 4-10-02, όπως αβασίμως υποστηρίζουν οι ενάγουσες ενόψει του ότι α) η γενομένη αποδεκτή απ' αυτές 10ήμερη παράταση καλύπτει και την χορηγηθείσα από την εναγομένη παράταση των 4 ημερών, β) η αποδοχή της 10ήμερης παράτασης δεν προέκυψε ότι εξαρτήθηκε από την προηγουμένη αποδοχή ισόχρονης παράτασης εκ μέρους της εναγομένης, τελούσα μόνο υπό την αυτονόητη αίρεση να μη υπερβεί η παράταση την παραπάνω 10ήμερη προθεσμία, η οποία αποτελούσε και το ανώτατο όριο μέχρι του οποίου μπορούσε να δοθεί αυτή και γ) η παρασχεθείσα δεύτερη παράταση εξυπηρετούσε αποκλειστικά τη διάσκεψη των μελών του Διαιτητικού Δικαστηρίου, όντας απαραίτητη μεν για την ολοκλήρωση της διάσκεψης και τη σύνταξη της υπό έκδοση απόφασης, αδιάφορη όμως για τον εκ μέρους των διαδίκων μερών χειρισμό της υπόθεσης, ενόψει του ότι ήδη από την 18-9-02 (βλ. υπ. αρθ. 12 πρακτικού Διαιτητικού Δικαστηρίου) είχε ολοκληρωθεί η διαδικασία υποβολής των αποδεικτικών εγγράφων, σημειωμάτων και των εκατέρωθεν αντικρούσεων και το διαιτητικό δικαστήριο ευρίσκετο σε διάσκεψη, με αποτέλεσμα να μη μπορεί να γίνει λόγος για απώλεια περιεχομένων στις ενάγουσες δικονομικών δυνατοτήτων ή άλλων ευχερειών, πράγμα άλλωστε που δεν επικαλούνται οι τελευταίες". Υπό τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο έκρινε ως αποδεδειγμένο το γεγονός ότι τα διάδικα μέρη συμφώνησαν, και δη με χωριστές έγγραφες δηλώσεις τους προς το Διαιτητικό Δικαστήριο (η μεν με απόφαση του διοικητικού της συμβουλίου, οι δε με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου τους), να παραταθεί η προθεσμία για την έκδοση της απόφασης, μέχρι την 4.10.2002, οπότε και όντως αυτή δημοσιεύθηκε. Διέλαβε δε το Εφετείο σχετικά με το ζήτημα αυτό σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των ανωτέρω διατάξεων, ενώ η παράθεση περαιτέρω σκέψεων και επιχειρημάτων, χωρίς να ήταν αναγκαία κατά νόμον, έγινε προς ενίσχυση της ανωτέρω σαφώς διατυπωμένης αποδεικτικής του κρίσεως, γι'αυτό και δεν είναι δεκτική αναιρετικού λόγου. Επομένως, ο δεύτερος αναιρετικός λόγος (εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1, 14 και 19 Κ.Πολ.Δ.), με τον οποίο προσάπτεται στο Εφετείο ότι παρά τον νόμο "παρέλειψε να κηρύξει άκυρη τη διαιτητική απόφαση που εκδόθηκε αφού η ρήτρα διαιτησίας έπαυσε να ισχύει" και ότι εφήρμοσε εσφαλμένα τα άρθρα 164 ΑΚ και 195 ΑΚ και τα άρθρα 897§2 και 885§2 Κ.Πολ.Δ., είναι αβάσιμος, δεδομένου ότι στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι "η αναιρεσιβαλλόμενη δέχεται ότι δεν απαιτείται...συμφωνία των διαδίκων...και παραβλέπει ότι η παροχή διαφορετικών παρατάσεων ενέχει διαφωνία των συμβαλλομένων ως προς τον χρόνο παράτασης και αποκλείει οποιαδήποτε τροποποίηση του όρου της διαιτητικής ρήτρας κατά τον οποίο η απόφαση έπρεπε να εκδοθεί εκτός τριών μηνών". Αναφορικώς με τον διαλαμβανόμενο στην αγωγή των αναιρεσειουσών λόγο, ότι η διαιτητική απόφαση είναι ακυρωτέα επειδή δεν αποτελεί προϊόν διασκέψεως γενόμενης κατά την ημέρα δημοσιεύσεώς της (4-10-2002), το Εφετείο τον απέρριψε, κρίναν ότι από την, υπογεγραμμένη ιδιοχείρως από τον επιδιαιτητή και τους διαιτητές, εν λόγω διαιτητική απόφαση και ιδίως από την περιεχόμενη σ' αυτή περικοπή "... το Διαιτητικό Δικαστήριο συνήλθε σε διασκέψεις κατά τις ημερομηνίες 19, 20 και 21/9-2002..." προκύπτει ότι της εκδόσεως της διαιτητικής αποφάσεως προηγήθηκε διάσκεψη μεταξύ των διαιτητών και του επιδιαιτητή, επιπρόσθετη δε απόδειξη τούτου αποτελεί η διατύπωση σ' αυτή (απόφαση) δύο γνωμών (πλειονοψηφούσας και μειονοψηφούσας), γεγονός που προϋποθέτει ανταλλαγή απόψεων και δημιουργία συναφώς διαφωνίας. Με την κρίση του αυτή, το Εφετείο δεν παρεβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 897 αρ.5 Κ.Πολ.Δ. (σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 891 και 892 του ίδιου Κώδικα) και, επομένως, ο τρίτος λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο, υπαγόμενο στη ρύθμιση του αριθμού 1 (όχι 14) του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., υποστηρίζεται κατ' εκτίμηση το αντίθετο, είναι αβάσιμος. Το άρθρο 897 Κ.Πολ.Δ. ορίζει ότι "η διαιτητική απόφαση μπορεί να ακυρωθεί, ολικά ή εν μέρει, μόνο με δικαστική απόφαση για τους επόμενους λόγους: ......... 6) αν είναι αντίθετη προς διατάξεις δημόσιας τάξης ή προς τα χρηστά ήθη...". Ως "διατάξεις δημόσιας τάξεως" νοούνται οι προς εξυπηρέτηση του δημόσιου συμφέροντος τεθειμένοι κανόνες αναγκαστικού δικαίου, στη βάση των οποίων εδράζονται οι θεμελιώδεις νομικές αντιλήψεις πολιτειακού, κοινωνικού, ηθικού ή οικονομικού χαρακτήρα που διέπουν την ημεδαπή έννομη τάξη. Δεν αποτελεί, συνεπώς, λόγον ακυρώσεως της διαιτητικής αποφάσεως η αντίθεσή της σε αναγκαστικού δικαίου διατάξεις, που αποβλέπουν πρωτίστως στο ιδιωτικό συμφέρον ή δεν συγκροτούν τα θεμέλια του κρατικού, κοινωνικού ή οικονομικού συστήματος της χώρας. Είναι προφανές ότι οι συναγόμενες από τα άρθρα 904, 915, 916, 924, 946 §1 Κ.Πολ.Δ., 1, 3, 8, 9 και 16 του Ν.1739/1987 ρυθμίσεις, α) ότι η έμμεση εκτέλεση του άρθρου 946 §1 Κ.Πολ.Δ., με την επιβολή χρηματικής ποινής, προϋποθέτει την έκδοση προς τούτο δικαστικής καταψηφιστικής αποφάσεως και β) ότι η ύπαρξη, σε ακίνητο, πηγής αντλήσεως νερού παρέχει στον κύριο του ακινήτου το δικαίωμα να χρησιμοποιεί το νερό και για άλλους σκοπούς, πέραν της ικανοποιήσεως των οικογενειακών και ατομικών του αναγκών, υπό την προϋπόθεση εφοδιασμού αυτού (κυρίου) με σχετική διοικητική άδεια, δεν ανήκουν στις ρυθμίσεις εκείνες που συνθέτουν τα δικαιικά, κοινωνικά, ηθικά ή οικονομικά θεμέλια της ημεδαπής έννομης τάξεως, και, άρα, η διαιτητική απόφαση δεν υπόκειται σε δικαστική ακύρωση, αν το διαιτητικό δικαστήριο προέβη σε εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων. Επομένως, είναι αβάσιμος ο τέταρτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ.1 Κ.Πολ.Δ., καταλογίζεται στο Εφετείο ότι, κατά παραβίαση του άρθρου 897 αρ.6 Κ.Πολ.Δ. και των αναφερόμενων πιο πάνω διατάξεων, απέρριψε τον σχετικό λόγο της ακυρωτικής αγωγής των αναιρεσειουσών, κρίνουν ότι η προς τις διατάξεις αυτές αντίθεση ορισμένων διατάξεων της διαιτητικής αποφάσεως (επιβολή χρηματικής ποινής ως μέσου εκτελέσεως αναγνωριστικής διατάξεως και επιδίκαση στην αναιρεσίβλητη χρηματικού ποσού για την εκ μέρους των αναιρεσειουσών αυθαίρετη άντληση νερού από ιδιοκτήτη γεώτρησης επί ακινήτου της πρώτης) δεν δικαιολογεί την ακύρωσή τους. Ως προς την αιτίαση, ότι το Εφετείο, κατά παραβίαση του άρθρου 897 αρ.6 Κ.Πολ.Δ., απέρριψε τον περιεχόμενο στην ακυρωτική αγωγή λόγο, ότι η διαιτητική απόφαση αντίκειται στη δημόσιας τάξεως διάταξη του άρθρου 220 Κ.Πολ.Δ., επειδή η διαιτητική αγωγή, αν και ως προς ορισμένο αίτημα έχει τον χαρακτήρα διεκδικητικής αγωγής ακινήτου, δεν είχε εγγραφεί στα οικεία βιβλία διεκδικήσεων, ο ίδιος (τέταρτος) αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος, αφού, πέραν του ότι η διάταξη του άρθρου 220 Κ.Πολ.Δ. δεν είναι δημόσιας τάξεως κατά την εκτεθείσα έννοια, η διαιτητική αγωγή, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της και όπως το Εφετείο (ορθώς) δέχθηκε, δεν περιέχει κανένα αίτημα περί διεκδικήσεως ακινήτου, αλλά είναι αμιγώς ενοχικού χαρακτήρα. 

Αναζήτηση

Χρίστος Καραμπάγιας | Μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών