ΕΚΟΥΣΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

 

Σύνταξη, διόρθωση ληξιαρχικής πράξης.

 

ΕΦΕΤΕΙΟ ΔΩΔΕΚΑΝΗΣΑ  95/2004

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Με τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας δικάζονται οι αιτήσεις όποιου έχει έννομο συμφέρον, ή του Εισαγγελέα, με τις οποίες ζητείται η βεβαίωση ενός γεγονότος με σκοπό να συνταχθεί ληξιαρχική πράξη, η οποία δεν έχει συνταχθεί και για τη βεβαίωση της οποίας ο νόμος απαιτεί δικαστική απόφαση, ή η διόρθωση ορισμένου στοιχείου της ληξιαρχικής πράξης, που προβλέπεται από το νόμο ως απαραίτητο για τη σύνταξη της ληξιαρχικής πράξης και το οποίο από παραδρομή ή και ηθελημένα καταχωρήθηκε στη ληξιαρχική πράξη που έχει συνταχθεί.

Αντικείμενο της αίτησης είναι η διαπίστωση των ακριβών στοιχείων που απαιτεί ο νόμος για τη σύνταξη της ληξιαρχικής πράξης και ο τονισμός της ορθότητας αυτών, σε σύγκριση με τα στοιχεία που βεβαιώθηκαν ανακριβώς στη ληξιαρχική πράξη, της οποίας ζητείται η διόρθωση.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΕΦΕΤΕΙΟ ΔΩΔΕΚΑΝΗΣΑ  95/2004

Απόσπασμα…….Κατά την παρ. 1 του άρθρου 782 Κ.Πολ.Δ «όταν ο νόμος απαιτεί δικαστική απόφαση για να βεβαιωθεί ένα γεγονός με σκοπό να συνταχθεί ληξιαρχική πράξη, η απόφαση εκδίδεται με αίτηση όποιου έχει έννομο συμφέρον ή του Εισαγγελέα από το δικαστήριο της περιφέρειας του ληξιάρχου ο οποίος θα συντάξει τη ληξιαρχική πράξη», κατά δε την παρ. 2 αυτού «η απόφαση πρέπει να βεβαιώνει και κάθε άλλο στοιχείο που πρέπει κατά το νόμο να περιέχει η ληξιαρχική πράξη, εκτός αν αυτό είναι αδύνατο» και, τέλος, κατά την παρ. 3 του ίδιου άρθρου, «οι διατάξεις της παρ. 1 εφαρμόζονται και για τη διόρθωση ληξιαρχικής πράξης». Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι, κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας δικάζονται οι αιτήσεις όποιου έχει έννομο συμφέρον ή του Εισαγγελέα, με τις οποίες ζητείται η βεβαίωση ενός γεγονότος με σκοπό να συνταχθεί ληξιαρχική πράξη, η οποία δεν έχει συνταχθεί και για τη βεβαίωση της οποίας ο νόμος απαιτεί δικαστική απόφαση, ή η διόρθωση ορισμένου στοιχείου της ληξιαρχικής πράξης που προβλέπεται από το νόμο ως απαραίτητο για τη σύνταξη της ληξιαρχικής πράξης και το οποίο από παραδρομή ή και ηθελημένα καταχωρήθηκε στη ληξιαρχική πράξη που έχει συνταχθεί. Αντικείμενο επομένως της αίτησης διόρθωσης είναι η διαπίστωση των ακριβών στοιχείων που απαιτεί ο νόμος για τη σύνταξη της ληξιαρχικής πράξης και ο τονισμός της ορθότητας αυτών, σε σύγκριση με τα στοιχεία που βεβαιώθηκαν ανακριβώς στη ληξιαρχική πράξη, της οποίας ζητείται η διόρθωση, η δε απόφαση που εκδίδεται, ως προς τη ρυθμιστική της ενέργεια, είναι στην ουσία διαπιστωτική θετική διοικητική πράξη (βλ. Στασινόπουλου, Δίκαιον των Διοικητικών πράξεων, παρ. 13 II Α', σελ. 136 επ.) και όχι διαταγή στο ληξίαρχο για τη διόρθωση της ληξιαρχικής πράξης που ενδεχόμενα συντάχθηκε απ' αυτόν ανακριβώς (βλ. κ.Μπέη, Αι διαδικασίαι ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου, III, παρ. 6 II, σελ. 558). Συνεπώς με την αίτηση μπορεί να ζητηθεί και η διόρθωση του στοιχείου της ληξιαρχικής πράξης που από παραδρομή ή ηθελημένα καταχωρήθηκε σ' αυτήν έστω και αν με τη διόρθωση αυτήν μεταβάλλεται η προσωπική κατάσταση του προσώπου στο οποίο αναφέρεται η ληξιαρχική πράξη, όπως είναι η πατρότητα, γιατί με την απόφαση που εκδίδεται κατά τη διαδικασία αυτήν της εκουσίας δικαιοδοσίας δεν δημιουργείται δεδικασμένο για την πατρότητα του τέκνου, η οποία μπορεί να διαγνωσθεί κατά την τακτική διαδικασία (Εφ.Θεσ. 2571/1996 Αρμ. 1996/1088, Εφ.Αθ. 2680/1976 ΝΟΒ 24/652).

 

 

Προσωρινή διοίκηση νομικού προσώπου.

 

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ  1601/2002

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Προσωρινή διοίκηση σε νομικό πρόσωπο μπορεί να διορισθεί από το δικαστήριο ύστερα από αίτηση όποιου έχει έννομο συμφέρον, αν λείπουν τα πρόσωπα που απαιτούνται για τη διοίκηση, ή αν τα συμφέροντά τους συγκρούονται προς εκείνα του νομικού προσώπου.

Τέτοιες περιπτώσεις, που οδηγούν σε έλλειψη διοίκησης νομικού προσώπου, είναι, μεταξύ άλλων η παραίτηση από την ιδιότητα του μέλους της διοίκησης, ο θάνατος του μέλους, η έκπτωση, η λήξη της θητείας.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ  1601/2002

Απόσπασμα……Εξ άλλου κατά το άρθρο 69 Α.Κ. προσωρινή διοίκηση σε νομικό πρόσωπο μπορεί να διορισθεί από το δικαστήριο ύστερα από αίτηση όποιου έχει έννομο συμφέρον, αν λείπουν τα πρόσωπα που απαιτούνται για τη διοίκηση ή αν τα συμφέροντά τους συγκρούονται προς εκείνα του νομικού προσώπου. Τέτοιες περιπτώσεις, που οδηγούν σε έλλειψη διοίκησης νομικού προσώπου, είναι, μεταξύ άλλων, και η παραίτηση από την ιδιότητα του μέλους της διοίκησης, ο θάνατος του μέλους, η έκπτωση, η λήξη της θητείας κ.λ.π. Η παραίτηση των μελών του Διοικητικού συμβουλίου (Δ.Σ.) μπορεί να είναι ρητή ή σιωπηρή. Σιωπηρή παραίτηση υπάρχει, όταν συγκαλείται η γενική συνέλευση του σωματείου είτε με απόφαση του Δ.Σ., καθώς και όταν συγκαλείται με αίτηση της μειοψηφίας, ή με εξουσιοδότηση του δικαστηρίου για την εκλογή νέου Δ.Σ. ( άρθρ. 93,95 και 96 ΑΚ) κατά τις αρχαιρεσίες δε για την εκλογή νέου αιρετού ΔΣ υπέβαλαν υποψηφιότητα και ταμέλη του παλαιού Δ.Σ. 

 

Νομιμοποιούμενα πρόσωπα σε υποβολή αίτησης για την κήρυξη σε δικαστική συμπαράσταση ενηλίκου.

 

ΕΦΕΤΕΙΟ ΛΑΡΙΣΗΣ   286/2009

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Τα πρόσωπα που νομιμοποιούνται για την κίνηση της διαδικασίας υποβολής του πάσχοντος ενηλίκου σε δικαστική συμπαράσταση, λόγω ψυχικής ή διανοητικής διαταραχής, είναι ο πάσχων, ο σύζυγος, οι γονείς, τα τέκνα, και ο Εισαγγελέας ή και το Δικαστήριο αυτεπαγγέλτως.

Πέραν των ανωτέρω, κανένα άλλο πρόσωπο, όπως συγγενής, ακόμη και αδελφός, ή άλλος που δικαιολογεί έννομο συμφέρον, δεν νομιμοποιείται σε υποβολή αίτησης για την κήρυξη σε δικαστική συμπαράσταση του πάσχοντος. Πρόσθετη παρέμβαση μπορούν να ασκήσουν μόνο τα παραπάνω πρόσωπα.

Επί εφέσεως κατά αποφάσεως, εάν αντίγραφο της εφέσεως δεν κοινοποιηθεί στον Εισαγγελέα του Εφετείου και αυτός δεν εμφανισθεί στη δίκη, κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση της εφέσεως κατά αυτεπάγγελτη έρευνα.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΕΦΕΤΕΙΟ ΛΑΡΙΣΗΣ   286/2009

Απόσπασμα…….Κατά το άρθρ. 803 παρ. 1 ΚΠολΔ που ορίζει κατά της αποφάσεως, που υποβάλλει ένα πρόσωπο σε δικαστική συμπαράσταση, έχουν το δικαίωμα να ασκήσουν ένδικα μέσα όλα τα πρόσωπα, που έλαβαν μέρος στη διαδικασία σύμφωνα με το νόμο, και την παρ 2 του άρθρου 803 ΚΠολΔ που ορίζει παρέμβαση η τριτανακοπή μπορούν να ασκήσουν μόνο τα πρόσωπα που νομιμοποιούνται να ζητήσουν την υποβολή του προσώπου σε δικαστική συμπαράσταση σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 1667 ΑΚ, που ορίζει ότι η υποβολή στη δικαστική συμπαράσταση αποφασίζεται από το δικαστήριο ύστερα από αίτηση του ίδιου του πάσχοντος ή του συζύγου του, εφόσον υπάρχει έγγαμη συμβίωση, ή των γονέων ή των τέκνων του ή του εισαγγελέα ή και αυτεπαγγέλτως προκύπτει, μεταξύ άλλων, ότι τα πρόσωπα, που νομιμοποιούνται για την κίνηση της διαδικασίας υποβολής του πάσχοντος ενηλίκου σε δικαστική συμπαράσταση, λόγω ψυχικής ή διανοητικής διαταραχής (δηλ. με εξαίρεση την περίπτωση της σωματικής αναπηρίας) είναι ο πάσχων, ο σύζυγος αυτού, οι γονείς του, τα τέκνα του και ο Εισαγγελέας ή και το Δικαστήριο αυτεπαγγέλτως, υποκινούμενο είτε από τα αναφερόμενα στο άρθρο 1668 ΑΚ πρόσωπα (δημόσιους ή δημοτικούς υπαλλήλους, εισαγγελείς, όργανα των αρμόδιων κοινωνικών υπηρεσιών και προϊσταμένους μονάδων ψυχικής υγείας, οι οποίοι κατά την άσκηση των καθηκόντων τους έχουν πληροφορηθεί περίπτωση που μπορεί να συνεπάγεται την υποβολή προσώπου σε δικαστική συμπαράσταση) είτε από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο που δείχνει ενδιαφέρον για τον πάσχοντα, πέραν δε από τα περιοριστικώς αναφερόμενα στο νόμο κατά τα άνω πρόσωπα, κανένα άλλο πρόσωπο, όπως συγγενής (ακόμη και αδελφός) ή πολύ περισσότερο, άλλος που δικαιολογεί έννομο συμφέρον δεν νομιμοποιείται σε υποβολή αιτήσεως για την κήρυξη σε δικαστική συμπαράσταση του πάσχοντος και μόνο αυτά (Κονδύλης-Κεραμέας-Νίκας-ερμην. 803ΚΠολΔ). Επίσης πρόσθετη παρέμβαση μπορούν να ασκήσουν μόνο τα ως άνω πρόσωπα που νομιμοποιούνται να ζητήσουν την υποβολή του προσώπου σε δικαστική συμπαράσταση (AΠ 1103/2005 ). Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 748 παρ. 2 ΚΠολΔ, αντίγραφο της αίτησης που δικάζεται κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας με τη σημείωση για τον προσδιορισμό της δικασίμου πρέπει να κοινοποιείται στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της Περιφέρειας του δικαστηρίου, εκτός άλλων, και στην περίπτωση του άρθρου 801 ή αν το διατάξει ο δικαστής που αναφέρεται στην παρ. 1, και κατά τη διάταξη του άρθρου 760 του ίδιου Κώδικα το άρθρο 748 εφαρμόζεται και στα ένδικα μέσα και αντί για τον Εισαγγελέα που αναφέρεται στην παρ. 2 του άρθρου αυτού καλείται ο Εισαγγελέας του δικαστηρίου που δικάζει το ένδικο μέσο. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι επί εφέσεως κατ` αποφάσεως που εκδόθηκε σε υπόθεση με την οποία ζητείται να τεθεί ένα πρόσωπο σε δικαστική συμπαράσταση (άρθρο 801 ΚΠολΔ) εάν αντίγραφο της εφέσεως δεν κοινοποιηθεί στον Εισαγγελέα του Εφετείου και αυτός δεν εμφανισθεί οίκοθεν στη δίκη, κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση της εφέσεως κατ` αυτεπάγγελτη έρευνα σύμφωνα με τα άρθρα 111 παρ. 2 και 159 αρ. 2 ΚΠολΔ, ένεκα μη τηρήσεως της προδικασίας (ΑΠ 413/1999, ΑΠ 1503/2002, Νόμος, ΕΑ 4018/2005, Νόμος, Δ/νη 2005.1727, ΕφΛαρ 120/2007 ΝΟΜΟΣ). 

 

Οι αποφάσεις της εκουσίας δικαιοδοσίας δεν αποτελούν δεδικασμένο. Τριτανακοπή κατά αποφάσεων εκούσιας δικαιοδοσίας.

 

ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΑΤΡΩΝ  95/2002

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Οι αποφάσεις που εκδίδονται κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας δεν αποτελούν δεδικασμένο, είναι όμως απαράδεκτη κάθε αίτηση που έχει το αυτό αντικείμενο.

Επί εκούσιας δικαιοδοσίας οι αποφάσεις που αποφαίνονται οριστικά, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά, μπορούν με αίτηση διαδίκου μετά τη δημοσίευσή τους, να ανακληθούν ή να μεταρρυθμιστούν από το δικαστήριο που τις εξέδωσε, αν προκύψουν νέα πραγματικά περιστατικά ή μεταβληθούν οι συνθήκες κάτω από τις οποίες εκδόθηκαν.

Αν κάποιος δεν έλαβε μέρος, ή δεν προσκλήθηκε σε δίκη κατά την οποία εκδόθηκε απόφαση κατά τη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας, μπορεί να τριτανακόψει την απόφαση και να ζητήσει την ακύρωση της, αν προξενεί βλάβη σ' αυτόν, ή θέτει σε κίνδυνο τα έννομα συμφέροντα του.

Ο τριτανακόπτων δεν απαιτείται να επικαλεστεί δόλο ή συμπαιγνία των αρχικών διαδίκων, αλλά αρκεί να επικαλεστεί ότι υφίσταται βλάβη, ή κίνδυνος των συμφερόντων του από την προσβαλλόμενη απόφαση.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΑΤΡΩΝ  95/2002

Απόσπασμα……Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 583, 586 και 773 ΚΠολδ, προκύπτει ότι αν κάποιος δεν έλαβε μέρος ή δεν προσκλήθηκε σε δίκη κατά την οποία εκδόθηκε απόφαση κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, μπορεί να τριτανακόψει την απόφαση αυτή και να ζητήσει την ακύρωση της αν προξενεί βλάβη σ' αυτόν ή θέτει σε κίνδυνο τα έννομα συμφέροντα του. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 748 παρ. 3,752, 753 παρ. 1 και 761 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι κατά την ανωτέρω διαδικασία ο καθού η αίτηση δεν προσλαμβάνει την ιδιότητα του διαδίκου με μόνη την απεύθυνση της αίτησης εναντίον του, αν δεν κλητεύθηκε ύστερα από διαταγή του Δικαστηρίου, δεν προσκλήθηκε ή δεν άσκησε παρέμβαση στη δίκη. Συνεπώς, εκείνος τον οποίο αφορά το ρυθμιστικό μέτρο, το οποίο διατάσσεται κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας και από ουσιαστική έννοια τυγχάνει διάδικος, εντούτοις δεν κατέστη τέτοιος κατά τον προεκτεθέντα τρόπο, έχει δικαίωμα τριτανακοπής (ΑΠ 1305/ 94 Ελ.Δικ.. 37.638.ΑΠ 646/78 ΝοΒ 24.50, ΕΑ 2295/98 Ελ.Δικ. 39, 617 ΕΑ 5847/98 Ελ.Δικ. 40.1376). Επομένως, ο πρώτος λόγος της έφεσης, ότι η εκκαλούμενη απόφαση εσφαλμένα δέχθηκε την τριτανακοπή, ενώ έπρεπε να απορρίψει αυτή ως απαράδεκτη, επειδή η αίτηση περί συντηρητικής κατασχέσεως του ως άνω εργολαβικού ανταλλάγματος στρεφόταν και εναντίον της τριτανακόπτουσας και ως εκ τούτου αυτή κατέστη διάδικος και δεν είναι τρίτη, πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμος. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 778 και 758 ΚΠολΔ, κατά το τελευταίο των οποίων επί εκούσιας δικαιοδοσίας οι αποφάσεις που αποφαίνομαι οριστικά, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά, μπορούν με αίτηση διαδίκου, μετά τη δημοσίευσή τους, να ανακληθούν ή να μεταρρυθμιστούν από το δικαστήριο που τις εξέδωσε, αν προκύψουν νέα πραγματικά περιστατικά ή μεταβληθούν οι συνθήκες κάτω από τις οποίες εκδόθηκαν, σαφώς συνάγεται ότι οι αποφάσεις που εκδίδονται κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας δεν αποτελούν δεδικασμένο κατά την έννοια του άρθρου 321 Επ.ΚπολΔ, είναι όμως απαράδεκτη κάθε, αίτηση που έχει το αυτό αντικείμενο (ΑΠ 26/87 Ελ,Δικ. 29.119, ΑΓΓ1084/ 82 31.1165, ΑΠ 795/79 ΝοΒ 28.71). Γι'αυτό, δεν εφαρμόζονται επί εκουσίας δικαιοδοσίας οι περί δεδικασμένου διατάξεις των άρθρων 322 και 331 ΚΠολΔ, πρέπει δε να αποκλεισθεί και η αρνητική εκδήλωση του δεδικασμένου η διατυπωμένη στο άρθρο 330 του ίδιου κώδικα (ΕΑ 5847/98 Ελ. Δ 140.1 376, ΕΑ 10609/90 Ελ. Δικ. 32.1071, ΕΑ 2843/78 Δίκη 9.432, Μπρακατσούλα. Η εκουσία δικαιοδοσία σελ. 163 επ). Συνεπώς και στην περίπτωση αυτή, ο τριτανακόπτων δεν απαιτείται να επικαλεστεί δόλο ή συμπαιγνία των αρχικών διαδίκων (άρθρο 586 παρ. 2 ΚΠολΔ), αλλά αρκεί να επικαλεστεί ότι υφίσταται βλάβη ή κίνδυνος των συμφερόντων του από την προσβαλλόμενη απόφαση (βλ. Κονδύλη Το δεδικασμένο κατά του ΚΠολΔ σελ. 45 εδ. α' και περαιτέρω παραπομπές) Ειδικότερα, προκειμένου περί αποφάσεως, που εκδόθηκε κατά τη διαδικασία της εκούσιας διαδικασίας αυτή δεσμεύει δια της διαπλαστικής της ενέργειας, υπό την έννοια ότι, εφόσον υπάρχει τέτοια απόφαση, κάθε τρίτος υποχρεούται να δεχθεί την επελθούσα μ' αυτή διάπλαση. Αν όμως έχει έννομο συμφέρον δικαιούται να ασκήσει τριτανακοπή, ισχυριζόμενος ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις προς έκδοση της αποφάσεως ή ότι εάν ακούονταν οι απόψεις του το δικαστήριο θα χρησιμοποιούσε διαφορετικά τη διακριτική του εξουσία (βλ. Κονδύλη ο.π. σελ. 45 επ., Κων/vou Καλαβρού Ζητήματα Δεδικασμένου διαπλαστικής ενέργειας και τριτανακοπής Ελ.Δικ. 28.1185 ιδίως σελ. 1198, Ματθία: Ελ.Δικ. 28.906, πρβλ. Ολ,ΑΠ 36/87, ΕΑ 5847/98 απ ΕΑ 8565/81 Ελ.Δικ. 28.867). 

 

Το ανακριτικό σύστημα στις υποθέσεις της εκουσίας δικαιοδοσίας.

 

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ    11/2010

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Στις υποθέσεις της εκουσίας δικαιοδοσίας ισχύει το ανακριτικό σύστημα, το οποίο παρέχει στο δικαστήριο ελευθερία αυτεπάγγελτης ενέργειας και συλλογής του αποδεικτικού υλικού και εξακρίβωσης πραγματικών γεγονότων, ακόμη και μη προταθέντων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Στην εκούσια δικαιοδοσία ισχύει η ελεύθερη απόδειξη και στο πλαίσιο αυτής ο δικαστής για τη δικαστική του πεποίθηση λαμβάνει υπόψη κάθε πρόσφορο αποδεικτικό στοιχείο, ακόμη και άκυρα ή ανυπόστατα αποδεικτικά μέσα, μη πληρούντα τους όρους του νόμου αποδεικτικά μέσα ή αποδεικτικά μέσα και αποδεσμεύεται από τους αποδεικτικούς τύπους της αυστηρής απόδειξης.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ    11/2010

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση, Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη και Δημητρούλα Υφαντή, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12/6/2000 προσφυγή του ήδη αναιρεσιβλήτου και προσώπου που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Σερρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: ….οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και οι ……μη οριστική και…….οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 23/3/2005 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δημητρούλα Υφαντή ανέγνωσε την από 4/12/2009 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος δικαστηρίου Αρεοπαγίτη Αθανασίου Πολυζωγόπουλου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 744 και 759 παρ. 3 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι το δικαστήριο μπορεί και αυτεπαγγέλτως να διατάξει κάθε μέτρο πρόσφορο για την εξακρίβωση πραγματικών γεγονότων, ακόμη και εκείνων που δεν έχουν προταθεί και ιδιαίτερα γεγονότων που συντελούν στην προστασία των ενδιαφερομένων ή της έννομης σχέσης ή του γενικότερου κοινωνικού συμφέροντος. Με τη διάταξη αυτή εισάγεται απόκλιση από τη ρύθμιση του άρθρου 106 ΚΠολΔ και καθιερώνεται για τις υποθέσεις της εκούσιας δικαιοδοσίας το ανακριτικό σύστημα, το οποίο παρέχει στο δικαστήριο ελευθερία αυτεπάγγελτης ενέργειας και συλλογής του αποδεικτικού υλικού και εξακρίβωσης πραγματικών γεγονότων, ακόμη και μη προταθέντων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πιο συγκεκριμένα, στην εκούσια δικαιοδοσία ισχύει η ελεύθερη απόδειξη και στο πλαίσιο αυτής ο δικαστής για τη δικαστική του πεποίθηση λαμβάνει υπόψη κάθε πρόσφορο αποδεικτικό στοιχείο, ακόμη και άκυρα ή ανυπόστατα αποδεικτικά μέσα, μη πληρούντα τους όρους του νόμου αποδεικτικά μέσα ή αποδεικτικά μέσα εκτός του καταλόγου του άρθρου 339 ΚΠολΔ, και αποδεσμεύεται από τους αποδεικτικούς τύπους της αυστηρής απόδειξης. Συνεπώς, κατά την ανωτέρω διαδικασία δεν ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως από το εδάφιο 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (Α.Π. 2228/2007), ΑΠ. 336/1993). Στην προκειμένη περίπτωση, το αναιρεσείον…….αποδίδει στο Εφετείο την αιτίαση ότι, δικάζοντας κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρ. 741 έως 781 ΚΠολΔ) έλαβε υπόψη για την κατάρτιση του αποδεικτικού του πορίσματος μη επιτρεπόμενο αποδεικτικό μέσο, ήτοι τις προφορικές διευκρινήσεις που έδωσαν οι διάδικοι, σε εκτέλεση της…….παρεμπίπτουσας αποφάσεώς του και έτσι, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, υπέπεσε στη πλημμέλεια του εδαφίου 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Όμως με βάση τα όσα προεκτέθηκαν ο ανωτέρω μοναδικός λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, συνακόλουθα δε και η αίτηση αναιρέσεως. 

Αναζήτηση

Χρίστος Καραμπάγιας | Μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών