ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΙΚΕΣ ΔΙΑΦΟΡΕΣ

Ολοσχερής καταστροφή αυτοκινήτου. Ορισμένο αγωγής. Συνυπολογισμός αξίας υπολειμμάτων.

ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ 139/2013

ΑΠΟΦΑΣΗ

Απόσπασμα……Σύμφωνα με την απολύτως κρατούσα άποψη, σε περίπτωση ολοσχερούς καταστροφής του αυτοκινήτου, συνεπεία τροχαίου αυτοκινητικού ατυχήματος, ο κύριος αυτού δικαιούται να ζητήσει από τον ζημιώσαντα να του καταβάλει ποσό που αντιστοιχεί στην αξία που είχε το αυτοκίνητό του πριν από την επέλευση της ζημίας (βλ. ενδ. ΑΠ 183/1991, ΕλλΔνη (1992), 810, ΑΠ 2060/1983, ΝοΒ (33), 25, ΑΠ 1007/1977, ΝοΒ (26), 907, ΕφΑΘ 1291/1993, ΕπΣυγκΔ (1993), 255, ΕφΑΘ 2469/1993, ΕπΣυγκΔ (1994), 33, ΕφΑΘ 10613/1990, ΕΕΝ (1990), 512, Α.Κρητικό, Αποζημίωση από αυτοκινητικά ατυχήματα, δ' έκδ. (2008), σελ. 466 επ.). Εξάλλου, ως ολοσχερής καταστροφή του αυτοκινήτου νοείται τόσο η περίπτωση εκείνη κατά την οποία μετά το ατύχημα δεν είναι τεχνικά δυνατή η αποκατάσταση των ζημιών όσο και εκείνη κατά την οποία η αποκατάσταση των ζημιών αυτών είναι οικονομικά ασύμφορη, κυρίως διότι υπερβαίνει το κόστος για την απόκτηση ενός άλλου ισάξιου με το ζημιωμένο αυτοκίνητο (βλ. έτσι ΕφΠατρ 187/2005, ΑχΝομ (2006), 694, ΕφΠατρ 348/2004, ΑχΝομ (2005), 609, ΕφΠατρ 688/2002, ΑχΝομ (2003), 638, ΕφΑθ 220/1994, ΕπΣυγκΔ (1994), 427, ΕφΑθ 5613/1993, ΕπΣυγκΔ (1995), 186, ΕφΑθ 6879/1989, ΕπΣυγκΔ (1990), 187, Α.Κρητικό, ό.π., σελ. 466). Τέλος, για το ορισμένο της αγωγής, με την οποία διώκεται αποζημίωση για την ολοσχερή καταστροφή αυτοκινήτου, αρκεί η αναγραφή του συνόλου της ζημίας (ήτοι της αξίας του αυτοκινήτου πριν το ατύχημα και επίκληση ότι το αυτοκίνητο καταστράφηκε ολοσχερώς για ένα από τους προαναφερόμενους λόγους) η περαιτέρω εξειδίκευση της ζημίας, όπως περιγραφή των επιμέρους βλαβών, της δαπάνης επισκευής, των σωζόμενων υπολειμμάτων και της αξίας αυτών δεν ανάγονται στο ορισμένο της σχετικής αγωγής, αλλά αφορούν την ουσιαστική βασιμότητά της και είναι ζητήματα αποδείξεως (ΑΠ 1051/1988, ΕΕΝ (1999), 877, ΑΠ 1006/1977, ΝοΒ (26), 907, ΕφΑθ 138/2006, ΕπΣυγκΔ (2006), 646, ΕφΠατρ 519/2005, ΑχΝομ (2006), 716, ΕφΘεσ 1694/2003, Αρμ (2004), 66, ΕφΑθ 220/1994, ΕπΣυγκΔ (1994), 427, Α. Κρητικός, ό.ττ., σελ. 481-482). Εξάλλου, σύμφωνα με την ορθότερη και κρατούσα άποψη σε περίπτωση ολοσχερούς καταστροφής αυτοκινήτου λόγω τροχαίου ατυχήματος, ο υπόχρεος σε αποζημίωση, εφόσον ο δικαιούχος της αποζημίωσης δεν συνυπολογίζει-προαφαιρεί την αξία των υπολειμμάτων του καταστραφέντος ούτε προσφέρεται στην αυτούσια απόδοση των υπολειμμάτων αυτών, δικαιούται να ζητήσει κατ’ ένσταση τον συνυπολογισμό της αξίας των υπολειμμάτων. Σε καμία περίπτωση, όμως, δεν μπορεί να ζητήσει την αυτούσια απόδοση των ίδιων των υπολειμμάτων (βλ. σχετικά Α. Κρητικό, ό.π., σελ. 475, Ι. Κατρά, ευθύνη από τροχαία ατυχήματα, 2003, σελ. 110). Εξάλλου, σε περίπτωση που ο ίδιος ο ενάγων-δανειστής υπολογίζει στην αγωγή του και προαφαιρεί την αξία των υπολειμμάτων ο ισχυρισμός του εναγομένου σχετικά με το ύψος της αξίας των υπολειμμάτων συνιστά αιτιολογημένη άρνηση αυτού.

Αυτοκινητικό ατύχημα από ρυμουλκό όχημα, που συνδέεται με ρυμουλκούμενο.

 

ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ 1827/2013

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Στο άρθρο 6α παρ. 4 ν. 489/1976 «περί υποχρεωτικής ασφαλίσεως της εξ ατυχημάτων αυτοκινήτων αστικής ευθύνης», το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 4 ν. 3557/2007 προβλέπεται ότι «αν προκληθεί ατύχημα από ρυμουλκό όχημα που συνδέεται με ρυμουλκούμενο, οι ασφαλιστές του ρυμουλκού και του ρυμουλκούμενου οχήματος, αντίστοιχα, ευθύνονται εις ολόκληρον έναντι των ζημιωθέντων τρίτων και η ευθύνη αυτών περιορίζεται μέχρι του ασφαλιστικού ποσού των σχετικών συμβάσεων, επιφυλασσομένου σε αυτούς του δικαιώματος της εκατέρωθεν αναγωγής για την κατανομή της ζημίας».

Η εις ολόκληρον ευθύνη του ασφαλιστή του ρυμουλκού και του ασφαλιστή του ρυμουλκούμενου, η οποία προβλέπεται με την πιο πάνω διάταξη, τελεί υπό την αυτονόητη προϋπόθεση της ύπαρξης αστικής ευθύνης (παράνομη και υπαίτια πράξη ή παράλειψη), τόσο των προσώπων που συνδέονται με το ρυμουλκό, όσο και των προσώπων που συνδέονται με το ρυμουλκούμενο, αφού ο νομοθέτης δεν θέλησε την οπωσδήποτε ευθύνη αμφοτέρων των ασφαλιστών, ανεξάρτητα από την ύπαρξη αστικής ευθύνης των προσώπων που συνδέονται με τα αντίστοιχα τμήματα (ρυμουλκό - ρυμουλκούμενο).

Γενικότερα, η θεμελίωση της κατά το άρθρ. 926 ΑΚ εις ολόκληρον ευθύνης περισσότερων προσώπων απέναντι στο ζημιωθέντα - και συνακόλουθα της αναγωγής μεταξύ τους κατά το άρθρ. 927 ΑΚ - απαιτεί προηγουμένως ότι υπάρχει ευθύνη των προσώπων αυτών θεμελιωμένη ήδη σε άλλες διατάξεις

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ 1827/2013

Αποτελούμενο από το Δικαστή Ιωάννη Παπαϊωάννου, Πρόεδρο Πρωτοδικών, τον οποίο όρισε ο Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Πρωτοδικείου και από τη Γραμματέα Αικατερίνη Γεωργακοπούλου. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 4.3.2013, για να δικάσει την υπόθεση: Της ενάγουσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία….Της εναγομένης: Ανώνυμης Ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία… Η ενάγουσα ζητεί να γίνει δεκτή η από 20.11.2012 αγωγή της, η οποία κατατέθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου με αριθ.....προσδιορίστηκε προς συζήτηση στην παραπάνω δικάσιμο και γράφτηκε στο πινάκιο. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στις προτάσεις τους.

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αγωγή (αριθ. Κατάθεσης…), η ενάγουσα (ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία…..Εκθέτει τα ακόλουθα: Σε τροχαίο ατύχημα που έγινε στις 16.4.2011, επί της ανώνυμης δημοτικής οδού από….προς….της……και ειδικότερα σε σύγκρουση φορτηγού αυτοκίνητου (ρυμουλκού) και ρυμουλκού μενού με μοτοποδήλατο, τραυματίστηκε θανάσιμα ο οδηγός του μοτοποδήλατου……Κατόπιν αγωγής των συγγενών του θανόντος εκδόθηκε η…απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (ειδικής διαδικασίας άρθρ. 681Α ΚΠολΔ), η οποία υποχρέωσε την ενάγουσα (εκεί δεύτερη των εναγομένων), που είχε ασφαλίσει το φορτηγό για την αστική ευθύνη προς τρίτους από την κυκλοφορία του, καθώς και τον οδηγό και ιδιοκτήτη του φορτηγού…..(εκεί πρώτο των εναγομένων), τον καθένα εις ολόκληρον, να καταβάλουν σε ορισμένους των εναγόντων χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, ενώ για τους λοιπούς των εναγόντων, που ήταν ανήλικοι, το Δικαστήριο ανέβαλε την έκδοση οριστικής απόφασης για τυπικούς λόγους. Η πιο πάνω απόφαση - το περιεχόμενο της οποίας παρατίθεται αυτούσιο στην κρινόμενη αγωγή - έκρινε ότι ο…..τραυματίστηκε θανάσιμα από αποκλειστική υπαιτιότητα (αμέλεια) του οδηγού του φορτηγού, ο οποίος οδηγούσε απρόσεκτα και με μεγάλη για τις περιστάσεις ταχύτητα, με αποτέλεσμα σε μία δεξιά στροφή να απωλέσει τον έλεγχο του φορτηγού και το τελευταίο, εξαιτίας της ολισθηρότητας του οδοστρώματος λόγω βροχής, να πλαγιολισθήσει και να εισέλθει στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, όπου και επέπεσε με σφοδρότητα, με το οπίσθιο αριστερό μέρος του ρυμουλκούμενου, στο μοτοποδήλατο που οδηγούσε ο…..Κατά την ίδια απόφαση, την αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού του φορτηγού δεν αμφισβήτησαν και εμμέσως συνομολόγησαν οι εναγόμενοι στη δίκη εκείνη. Στη συνέχεια, η ενάγουσα εκθέτει ότι η ίδια, καθώς και οι συγγενείς του θανόντος για τους οποίους η απόφαση είχε κρίνει οριστικά, αποδέχθηκαν την παραπάνω απόφαση και τα επιδικασθέντα με αυτή ποσά, καθώς επίσης η ενάγουσα εκθέτει ότι στη συνέχεια συμβιβάστηκε και με τους γονείς των λοιπών εναγόντων-ανήλικων συγγενών του θανόντος, για τους οποίους η απόφαση δεν είχε κρίνει οριστικά και ότι έτσι κατέβαλε σε όλους τους προαναφερομένους το συνολικό ποσό των 113.383,69 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης (κεφάλαιο, τόκοι, δικαστικά έξοδα). Περαιτέρω, η ενάγουσα εκθέτει ότι το φορτηγό (ρυμουλκό) ήταν μεν ασφαλισμένο στην ίδια, πλην όμως το ρυμουλκούμενο ήταν ασφαλισμένο στην εναγομένη……και ισχυρίζεται έτσι, με επίκληση του άρθρ. 6α § 4 ν. 489/1976, το οποίο προστέθηκε με το άρθρ. 4 ν. 3557/2007 και προβλέπει την εις ολόκληρον ευθύνη των ασφαλιστών του ρυμουλκού και του ρυμουλκούμενου έναντι των ζημιωθέντων τρίτων, ότι έχει δικαίωμα να ζητήσει την κατανομή της ζημίας σε βάρος της εναγομένης και να αξιώσει αναγωγικά από την τελευταία το 50% του ποσού που κατέβαλε στους συγγενείς του θανόντος. Με βάση το ιστορικό αυτό, η ενάγουσα ζητεί, μετά από παραδεκτό περιορισμό του αιτήματος της αγωγής από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, να αναγνωριστεί ότι η εναγομένη είναι υποχρεωμένη να της καταβάλει το ποσό των (113.383,69 X 50% =) 56.691,84 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και να καταδικαστεί η εναγομένη στη δικαστική δαπάνη της. Η αγωγή αρμοδίως εισάγεται προς συζήτηση στο Δικαστήριο αυτό (άρθρ. 9, 10, 14 § 2, 16 αρ. 12, 25 § 2 ΚΠολΔ), κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο καθώς και από τη σύμβαση της ασφάλισής του (άρθρ. 681Α σε συνδ. με τα άρθρ. 666, 667, 670 - 676 ΚΠολΔ). Περαιτέρω, όμως, η αγωγή είναι αόριστη (άρθρ. 216 § 1 στοιχ. α' ΚΠολΔ), αφού δεν γίνεται στο δικόγραφο αυτής επίκληση της συνυπαιτιότητας της εναγομένης, των περιστατικών της συνυπαιτιότητάς της και σε τί συνίσταται αυτή, καθώς και της αιτιώδους συμβολής της τυχόν συνυπαιτιότητάς της στην πρόκληση της ζημίας των δικαιούχων της αποζημίωσης [βλ. ΕφΛαρ 646/2006 ΤΝΠΔΣΑ, ΕφΛαρ 26/2004 Αρμ 2004/992, γενικότερα βλ. Γεωργιάδη στον ΑΚ Γεωργιάδη/Σταθόπουλου, άρθρ. 927 αριθ. 29, Βαθρακοκοίλη, ΕρμΝομΑΚ, τόμος Ρ, ημίτομ. Γ, ΕιδΕνοχ, έκδ. 2006, άρθρ. 927 αριθ. 16]. Δηλαδή η ενάγουσα δεν επικαλείται περιστατικά τα οποία να θεμελιώνουν ότι το αίτιο του ατυχήματος συνδέεται με το ρυμουλκούμενο που ασφάλιζε η εναγομένη και ότι αφορά συνυπαιτιότητα των προσώπων που σχετίζονται με το ρυμουλκούμενο (λ.χ. τυχόν ρήξη του συνδέσμου του ρυμουλκούμενου με το ρυμουλκό λόγω ελαττώματος του ρυμουλκούμενου, τυχόν κακή στοιβασία του φορτίου του ρυμουλκούμενου). Αντιθέτως, μάλιστα, η ενάγουσα εκθέτει στην κρινόμενη αγωγή ότι αποδέχθηκε την….απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία έκρινε ότι η εκτροπή και πρόσκρουση του ρυμουλκούμενου στο μοτοποδήλατο του…..και ο θανάσιμος τραυματισμός του τελευταίου οφείλονταν αποκλειστικά σε υπαιτιότητα (αμέλεια) του οδηγού του ρυμουλκού (φορτηγού), το οποίο και ήταν ασφαλισμένο σε εκείνη για την αστική ευθύνη προς τρίτους από την κυκλοφορία του. Εξάλλου, το πιο πάνω συμπέρασμα, της αοριστίας της αγωγής, δεν αναιρείται από το γεγονός ότι το άρθρ. 6α § 4 ν. 489/1976 «περί υποχρεωτικής ασφαλίσεως της εξ ατυχημάτων αυτοκινήτων αστικής ευθύνης», το οποίο προστέθηκε με το άρθρ. 4 ν. 3557/2007 - καταργώντας την μέχρι τότε ισχύουσα, από το άρθρ. 21 της Κ4/585/1978 Α.Υ.Ε., αρχή της επικουρικότητας της ασφάλισης του ρυμουλκούμενου έναντι της ασφάλισης του ρυμουλκού [βλ. Κρητικό, Αποζημίωση από αυτοκινητικά ατυχήματα, έκδ. 2008, § 25 αριθ. 36 και αριθ. 40 υποσημ. 36, ΑΠ 6/2010 ΝοΒ 2010/1477, ΑΠ 309/2005 ΕλΔ 2006/1360] - προβλέπει ότι «αν προκληθεί ατύχημα από ρυμουλκό όχημα που συνδέεται με ρυμουλκούμενο, οι ασφαλιστές του ρυμουλκού και του ρυμουλκούμενου οχήματος, αντίστοιχα, ευθύνονται εις ολόκληρον έναντι των ζημιωθέντων τρίτων και η ευθύνη αυτών περιορίζεται μέχρι του ασφαλιστικού ποσού των σχετικών συμβάσεων, επιφυλασσομένου σε αυτούς του δικαιώματος της εκατέρωθεν αναγωγής για την κατανομή της ζημίας». Και τούτο διότι, η εις ολόκληρον ευθύνη των ασφαλιστή του ρυμουλκού και του ασφαλιστή του ρυμουλκούμενου, η οποία προβλέπεται με την πιο πάνω διάταξη (άρθρ. 6α § 4 ν. 489/1976), τελεί υπό την αυτονόητη προϋπόθεση της ύπαρξης αστικής ευθύνης (παράνομη και υπαίτια πράξη ή παράλειψη) τόσο των προσώπων που συνδέονται με το ρυμουλκό όσο και των προσώπων που συνδέονται με το ρυμουλκούμενο, αφού ο νομοθέτης δεν θέλησε την οπωσδήποτε ευθύνη αμφοτέρων των ασφαλιστών ανεξάρτητα από την ύπαρξη αστικής ευθύνης των προσώπων που συνδέονται με τα αντίστοιχα τμήματα (ρυμουλκό - ρυμουλκούμενο) του ενιαίου συρμού [βλ. Κρητικό ο.π, § 25 αριθ. 40]. Γενικότερα, η θεμελίωση της κατά το άρθρ. 926 ΑΚ εις ολόκληρον ευθύνης περισσότερων προσώπων απέναντι στο ζημιωθέντα - και συνακόλουθα της αναγωγής μεταξύ τους κατά το άρθρ. 927 ΑΚ - απαιτεί προηγουμένως ότι υπάρχει ευθύνη των προσώπων αυτών θεμελιωμένη ήδη σε άλλες διατάξεις [βλ. Κορνηλάκη, ΕιδΕνοχΔ I, έκδ. 2002, § 95 αριθ. 1]Κατόπιν των παραπάνω η αγωγή πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη (λόγω της αοριστίας αυτής), ενώ τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων θα συμψηφιστούν στο σύνολό τους, επειδή η ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόστηκαν ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (άρθρ. 179 ΚΠολΔ).

Αναγνώριση υποχρέωσης εφάπαξ καταβολής διαφυγόντων κερδών. Αναγνώριση καταβολής αποζημίωσης με την προσαύξηση του τόκου επιδικίας.

 

ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ 25/2014

ΑΠΟΦΑΣΗ

Απόσπασμα……Είναι δε ορισμένη και νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 299, 330, 340, 345, 914, 929, 930, 931, 932,1000 ΑΚ, 70, 176,191 παρ. 2 ΚΠολΔ, 2, 4,9, 10 ν. ΓΠΝ/1911, 6 §§1,2 και 10 §1 π.δ. 237/1986, εκτός από τα ακόλουθα αιτήματα αυτής 1) περί αναγνώρισης της υποχρέωσης για εφάπαξ καταβολή των διαφυγόντων κερδών του διαστήματος μετά την επίδοση της αγωγής, το οποίο πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτο λόγω αοριστίας (άρθρα 216 παρ. 1, 111 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με 929 ΑΚ), καθώς στην αγωγή δεν περιέχονται συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά που να συνιστούν σπουδαίο λόγο εφάπαξ καταβολής, όπως η έννοια του «σπουδαίου λόγου» αναπτύσσεται στη νομική σκέψη της απόφασης, αλλά οι αμφιβολίες για τη μελλοντική οικονομική φερεγγυότητα της εναγομένης που αορίστως εκφράζονται από τον ενάγοντα, δεν εξειδικεύονται με την παράθεση ορισμένων πραγματικών περιοτατικών, 2) περί αναγνώρισης της υποχρέωσης της εναγομένης να καταβάλει τα αιτούμενα κονδύλια με το εκάστοτε ισχύον επιτόκιο υπερημερίας με την προσαύξηση του τόκου επιδικίας, σύμφωνα με το ν. 4055/2012, με το άρθρο 2 του οποίου αντικαταστάθηκε το άρθρο 346 ΑΚ (έναρξη ισχύος του ν. 4055/2012, 2-4-2012, σύμφωνα με το άρθρο 113 αυτού), το οποίο, μετά τον περιορισμό του αιτήματος από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό καθίσταται μη νόμιμο και, ως εκ τούτου, απορριπτέο, καθόσον ο περιορισμός του αιτήματος συνιστά μερική παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής (άρθρο 295 παρ. 1 ΚΠολΔ), καταλύουσα αναδρομικώς την επίδοση της αγωγής ως διαδικαστικής πράξης, ούτως ώστε να μην οφείλονται εξαιτίας της τόκοι επιδικίας κατά το άρθρο 346 ΑΚ, τούτο δε ανεξάρτητα από το ότι δεν αίρονται οι συνέπειες της επίδοσης της αγωγής ως όχλησης, η οποία καθιστά τον οφειλέτη υπερήμερο, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 340 και 345 ΑΚ, δεδομένου ότι η επίδοση στον εναγόμενο αγωγής για την επιδίκαση χρηματικής απαίτησης δεν είναι μόνο σύνθετη διαδικαστική πράξη, αλλά έχει και το χαρακτήρα οιονεί δικαιοπραξίας όχλησης του οφειλέτη για την εκπλήρωση της παροχής (βλ. ΟλΑΠ 13/1994 ΕλλΔνη 1994. 1259, ΑΠ 1173/2012 δημοσιευμένη στην ΤρΝομΠληρ ΝΟΜΟΣ)Γ3) περί κήρυξης της απόφασης προσωρινά εκτελεστής, το οποίο, μετά τον περιορισμό του αιτήματος από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, καθίσταται μη νόμιμο και, ως εκ τούτου, απορριπτέο, καθόσον προϋποθέτει την ύπαρξη απόφασης που μπορεί να αποτελέσει τίτλο εκτελεστό, τέτοιο δε δεν αποτελεί η απόφαση που εκδίδεται επί αναγνωριστικής αγωγής, παρά μόνο ως προς το κεφάλαιο για τα δικαστικά έξοδα, για τα οποία όμως δεν μπορεί να διαταχθεί προσωρινή εκτέλεση (άρθρο 909 αρ. 2 ΚΠολΔ)…. 

Ολοσχερής καταστροφή αυτοκινήτου. Ορισμένο αγωγής. Συνυπολογισμός αξίας υπολειμμάτων.

 

ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ 139/2013

ΑΠΟΦΑΣΗ

 

Απόσπασμα……Σύμφωνα με την απολύτως κρατούσα άποψη, σε περίπτωση ολοσχερούς καταστροφής του αυτοκινήτου, συνεπεία τροχαίου αυτοκινητικού ατυχήματος, ο κύριος αυτού δικαιούται να ζητήσει από τον ζημιώσαντα να του καταβάλει ποσό που αντιστοιχεί στην αξία που είχε το αυτοκίνητό του πριν από την επέλευση της ζημίας (βλ. ενδ. ΑΠ 183/1991, ΕλλΔνη (1992), 810, ΑΠ 2060/1983, ΝοΒ (33), 25, ΑΠ 1007/1977, ΝοΒ (26), 907, ΕφΑΘ 1291/1993, ΕπΣυγκΔ (1993), 255, ΕφΑΘ 2469/1993, ΕπΣυγκΔ (1994), 33, ΕφΑΘ 10613/1990, ΕΕΝ (1990), 512, Α.Κρητικό, Αποζημίωση από αυτοκινητικά ατυχήματα, δ' έκδ. (2008), σελ. 466 επ.). Εξάλλου, ως ολοσχερής καταστροφή του αυτοκινήτου νοείται τόσο η περίπτωση εκείνη κατά την οποία μετά το ατύχημα δεν είναι τεχνικά δυνατή η αποκατάσταση των ζημιών όσο και εκείνη κατά την οποία η αποκατάσταση των ζημιών αυτών είναι οικονομικά ασύμφορη, κυρίως διότι υπερβαίνει το κόστος για την απόκτηση ενός άλλου ισάξιου με το ζημιωμένο αυτοκίνητο (βλ. έτσι ΕφΠατρ 187/2005, ΑχΝομ (2006), 694, ΕφΠατρ 348/2004, ΑχΝομ (2005), 609, ΕφΠατρ 688/2002, ΑχΝομ (2003), 638, ΕφΑθ 220/1994, ΕπΣυγκΔ (1994), 427, ΕφΑθ 5613/1993, ΕπΣυγκΔ (1995), 186, ΕφΑθ 6879/1989, ΕπΣυγκΔ (1990), 187, Α.Κρητικό, ό.π., σελ. 466). Τέλος, για το ορισμένο της αγωγής, με την οποία διώκεται αποζημίωση για την ολοσχερή καταστροφή αυτοκινήτου, αρκεί η αναγραφή του συνόλου της ζημίας (ήτοι της αξίας του αυτοκινήτου πριν το ατύχημα και επίκληση ότι το αυτοκίνητο καταστράφηκε ολοσχερώς για ένα από τους προαναφερόμενους λόγους)· η περαιτέρω εξειδίκευση της ζημίας, όπως περιγραφή των επιμέρους βλαβών, της δαπάνης επισκευής, των σωζόμενων υπολειμμάτων και της αξίας αυτών δεν ανάγονται στο ορισμένο της σχετικής αγωγής, αλλά αφορούν την ουσιαστική βασιμότητά της και είναι ζητήματα αποδείξεως (ΑΠ 1051/1988, ΕΕΝ (1999), 877, ΑΠ 1006/1977, ΝοΒ (26), 907, ΕφΑθ 138/2006, ΕττΣυγκΔ (2006), 646, ΕφΠατρ 519/2005, ΑχΝομ (2006), 716, ΕφΘεσ 1694/2003, Αρμ (2004), 66, ΕφΑθ 220/1994, ΕττΣυγκΔ (1994), 427, Α.Κρητικός, ό.ττ., σελ. 481-482). Εξάλλου, σύμφωνα με την ορθότερη και κρατούσα άποψη σε περίπτωση ολοσχερούς καταστροφής αυτοκινήτου λόγω τροχαίου ατυχήματος, ο υπόχρεος σε αποζημίωση, εφόσον ο δικαιούχος της αποζημίωσης δεν συνυπολογίζει-προαφαιρεί την αξία των υπολειμμάτων του καταστραφέντος ούτε προσφέρεται στην αυτούσια απόδοση των υπολειμμάτων αυτών, δικαιούται να ζητήσει κατ’ ένσταση τον συνυπολογισμό της αξίας των υπολειμμάτων. Σε καμία περίπτωση, όμως, δεν μπορεί να ζητήσει την αυτούσια απόδοση των ίδιων των υπολειμμάτων (βλ. σχετικά Α.Κρητικό, ό.π., σελ. 475, Ι. Κατρά, ευθύνη από τροχαία ατυχήματα, 2003, σελ. 110). Εξάλλου, σε περίπτωση που ο ίδιος ο ενάγων-δανειστής υπολογίζει στην αγωγή του και προαφαιρεί την αξία των υπολειμμάτων ο ισχυρισμός του εναγομένου σχετικά με το ύψος της αξίας των υπολειμμάτων συνιστά αιτιολογημένη άρνηση αυτού.

Οχήματα που εισέρχονται από χωματόδρομο σε χωματόδρομο.

 

 

ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ 2550/20121

ΠΕΡΙΛΗΨΗ 

Στην εξαίρεση από τον κανόνα της εκ δεξιών προτεραιότητας δεν περιλαμβάνεται η περίπτωση κατά την οποία οχήματα εισέρχονται από χωματόδρομο σε χωματόδρομο.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ 2550/20121

 

Απόσπασμα….. Ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι ο ενάγων έπρεπε να παραχωρήσει προτεραιότητα στο οδηγούμενο από τον πρώτο εναγόμενο όχημα, διότι εισήλθε από χωματόδρομο σε χωματόδρομο και επομένως, δεν ισχύει η εκ δεξιών προτεραιότητα, πρέπει να απορριφθεί, καθόσον από το συνδυασμό των διατάξεων των παρ. 4 και 5 του άρθρου 26 του ΚΟΚ (ν. 2696/1999), προκύπτει, ότι στους κόμβους, που κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 2 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, αποτελούν: οι ισόπεδες συμβολές, διακλαδώσεις ή διασταυρώσεις οδών, περιλαμβανομένων και των ελεύθερων χώρων που σχηματίζονται από αυτές, όταν δεν υπάρχει σήμανση, η προτεραιότητα ανήκει σ' αυτόν που έρχεται από τα δεξιά. Εξαίρεση από αυτόν τον κανόνα αναγνωρίζεται μόνο στις περιοριστικώς αναφερόμενες στην εν λόγω διάταξη περιπτώσεις α)αυτών που κυκλοφορούν στους αυτοκινητοδρόμους, εθνικές οδούς ή οδούς ταχείας κυκλοφορίας και β)τα σιδηροδρομικά ή τροχιοδρομικά οχήματα, που έχουν, σε κάθε περίπτωση, προτεραιότητα, γ) αυτών που εισέρχονται σε οδό από χωματόδρομο, μονοπάτια, παρόδια ιδιοκτησία, χώρο σταθμεύσεως και σταθμούς ανεφοδιασμού και εξυπηρετήσεως, που οφείλουν να παραχωρούν προτεραιότητα σε αυτούς που κινούνται στην οδό, δ)αυτών που εκκινούν ή κινούνται προς τα πίσω, όπου αυτό επιτρέπεται, που οφείλουν να παραχωρούν προτεραιότητα. Στην πιο πάνω εξαίρεση δεν περιλαμβάνεται η περίπτωση κατά την οποία οχήματα εισέρχονται από χωματόδρομο σε χωματόδρομο, διότι ούτε ρητά στο νόμο αναφέρεται αυτή η περίπτωση, ούτε και κατ' αναλογία μπορεί να ενταχθεί στην εξαίρεση. Από όλα τα ανωτέρω, αποδεικνύεται ότι το ένδικο ατύχημα οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου εναγόμενου ,αφού αυτός δεν επέδειξε την προσοχή που όφειλε και μπορούσε να επιδείξει, κάτω υπό τις ίδιες περιστάσεις, ο μέσος συνετός οδηγός, αλλά από έλλειψη προσοχής και επιτηδειότητας κατά την οδήγηση, ενώ είχε πρόθεση να επιχειρήσει αριστερή στροφή, όταν πλησίασε στην ισόπεδη διασταύρωση των δύο οδών, αντί να αναμείνει τη διέλευση του οχήματος του ενάγοντος το οποίο είχε προτεραιότητα σε σχέση με τη δική του πορεία, ως εκ δεξιών κινούμενο, καθώς στη εν λόγω διασταύρωση δεν υπήρχε σήμανση αλλά παρόλο, μάλιστα, που είχε αντιληφθεί το οδηγούμενο από τον ενάγοντα όχημα, πιστεύοντας ότι θα το αποφύγει, επιχείρησε αιφνιδιαστικά την αριστερή στροφή, με αποτέλεσμα να παρεμβληθεί και να ανακόψει την πορεία του οδηγούμενου από τον ενάγοντα οχήματος , το οποίο κινούνταν κανονικά και είχε προτεραιότητα (άρθρ. 12 παρ.1, 26 παρ. 5 ΚΟΚ). Αντίθετα, δεν αποδείχθηκε ο ενάγων βαρύνεται με οποιαδήποτε υπαιτιότητα για την πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος, διότι επέδειξε την προσοχή και επιμέλεια που όφειλε και μπορούσε να καταβάλει ο μέσος συνετός οδηγός υπό τις ίδιες συνθήκες, αφού κινούνταν με ταχύτητα κανονική για τις περιστάσεις, έχοντας προτεραιότητα σε σχέση με την πορεία του αυτοκινήτου, του οποίου την αιφνίδια στροφή προς τα αριστερά ούτε όφειλε ούτε μπορούσε να προβλέψει, αφού, εύλογα ανέμενε ότι ο οδηγός του αυτοκινήτου θα «σεβόταν» την προτεραιότητά του, όταν, παρά δε τις προσπάθειες που έκανε (μείωση της ταχύτητας του), δεν είχε τα αναγκαία περιθώρια χρόνου, ώστε να αποφύγει τη σύγκρουση, απορριπτομένων των περί του αντιθέτου ισχυρισμών των εναγομένων και τη προβληθείσας εκ μέρους τους ένστασης συνυπαιτιότητας του ενάγοντος στην πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος…. 

Αναζήτηση

Χρίστος Καραμπάγιας | Μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών