ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΕΣ ΥΠΟΘΕΣΕΙΣ

 

Προσβολή πατρότητας τέκνου γεννημένου σε γάμο.

 

ΠΟΛΥΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ 18762/2012

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 1467 ΑΚ, η ιδιότητα του τέκνου, ως προς το οποίο συντρέχει ένα από τα τεκμήρια των διατάξεων των άρθρων  1465 και 1466 ΑΚ ως τέκνου γεννημένου σε γάμο, μπορεί να προσβληθεί δικαστικά, αν αποδειχθεί, ότι η μητέρα δεν συνέλαβε από το σύζυγό της, ή ότι κατά το κρίσιμο διάστημα της σύλληψης ήταν φανερά αδύνατο, να συλλάβει από αυτόν, ιδίως εξαιτίας ανικανότητας, ή αποδημίας του, ή επειδή δεν είχαν σχέσεις.

Την ιδιότητα του τέκνου ως γεννημένου σε γάμο, μπορεί να προσβάλλει κατά τη διάταξη του άρθρου 1469 ΑΚ και ο άνδρας, με τον οποίο η μητέρα, βρισκόμενη σε διάσταση με το σύζυγό της, είχε μόνιμη σχέση με σαρκική συνάφεια, κατά το κρίσιμο διάστημα της σύλληψης, μέσα σε δύο έτη από τον τοκετό, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1470 ΑΚ.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 619 ΚΠολΔ, η αγωγή για την προσβολή της πατρότητας τέκνου γεννημένου σε γάμο, απευθύνεται, αν ασκείται από τη μητέρα, κατά του τέκνου ή του ειδικού επιτρόπου του και κατά του συζύγου τεκμαιρόμενου πατέρα.

Όταν ενάγων είναι ο άνδρας με τον οποίο η μητέρα, βρισκόμενη σε διάσταση με το σύζυγό της, είχε μόνιμη σχέση με σαρκική συνάφεια, εναγόμενοι είναι η μητέρα, ο τεκμαιρόμενος πατέρας και το τέκνο.

Το τέκνο, που γεννήθηκε κατά τη διάρκεια του γάμου, δεν μπορεί να αναγνωρισθεί από τον αληθινό του πατέρα, πριν χωρίσει προσβολή πατρότητας του συζύγου της μητέρας και εκδοθεί αμετάκλητη δικαστική απόφαση.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΠΟΛΥΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ 18762/2012

Απόσπασμα………Κατά τη διάταξη του άρθρου 1467 ΑΚ, η ιδιότητα του τέκνου, ως προς το οποίο συντρέχει ένα από τα τεκμήρια των διατάξεων των άρθρων 1465 και 1466 ΑΚ ως τέκνου γεννημένου σε γάμο, μπορεί να προσβληθεί δικαστικά, αν αποδειχθεί, ότι η μητέρα δεν συνέλαβε από το σύζυγό της ή ότι κατά το κρίσιμο διάστημα της σύλληψης ήταν φανερά αδύνατο, να συλλάβει από αυτόν, ιδίως εξαιτίας ανικανότητας ή αποδημίας του ή επειδή δεν είχαν σχέσεις. Την ιδιότητα του τέκνου ως γεννημένου σε γάμο, μπορεί να προσβάλλει κατά τη διάταξη του άρθρου 1469 ΑΚ, όπως τροποποιήθηκε με τη διάταξη του άρθρου 19 παρ.1 του ν. 2521/1997 και ο άνδρας, με τον οποίο η μητέρα, βρισκόμενη σε διάσταση με το σύζυγό της, είχε μόνιμη σχέση με σαρκική συνάφεια, κατά το κρίσιμο διάστημα της σύλληψης, μέσα σε δύο έτη από τον τοκετό, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1470 ΑΚ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 619 ΚΠολΔ, η αγωγή για την προσβολή της πατρότητας τέκνου γεννημένου σε γάμο, απευθύνεται, αν ασκείται από τη μητέρα, κατά του τέκνου ή του ειδικού επιτρόπου του και κατά του συζύγου τεκμαιρόμενου πατέρα. Ο νομοθέτης του ν. 2521/1997, που προσέθεσε και τον άνδρα, με τον οποίο η μητέρα, βρισκόμενη σε διάσταση με το σύζυγό της, είχε μόνιμη σχέση με σαρκική συνάφεια, κατά το κρίσιμο διάστημα της σύλληψης, στους ενάγοντες στη σχετική δίκη, παρέλειψε να κάνει την αντίστοιχη προσθήκη για την παθητική νομιμοποίηση στη διάταξη του άρθρου 619 παρ. 1 του ΚΠολΔ, ερμηνευτικά, όμως, συνάγεται, ότι, όταν ενάγων είναι το ανωτέρω πρόσωπο, εναγόμενοι πρέπει να είναι η μητέρα, ο τεκμαιρόμενος πατέρας και το τέκνο (Έφη Κουνουγέρη  Μανωλεδάκη, Οικογενειακό Δίκαιο, τόμος ΙΙ, έκδ. 1998, σελ. 22). Tο τέκνο, που γεννήθηκε κατά τη διάρκεια του γάμου, δεν μπορεί να αναγνωρισθεί από τον αληθινό του πατέρα, πριν χωρίσει προσβολή πατρότητας του συζύγου της μητέρας και εκδοθεί αμετάκλητη δικαστική απόφαση. Κατά ρητή νομοθετική επιταγή της διάταξης του άρθρου 1472 παρ. 2 ΑΚ, που προστέθηκε με τη διάταξη του άρθρου 19 παρ. 1γ` Ν 2521/1997, στην ειδική περίπτωση, που ενάγων στην αγωγή προσβολής πατρότητας, είναι ο άνδρας, που είχε σαρκική συνάφεια με τη μητέρα, ο εραστής (άρθρο 1469 εδ. 5 ΑΚ), η απόφαση της προηγουμένης παραγράφου (άρθρο 1472 παρ. 1, αμετάκλητη απόφαση, που δέχεται την προσβολή) επιφέρει αυτοδικαίως δικαστική αναγνώριση του παιδιού από τον άνδρα αυτόν.Στην τελευταία περίπτωση, εφαρμόζεται ως προς αυτόν, η διάταξη του άρθρου 1484 ΑΚ, και το τέκνο έχει ως προς όλα θέση τέκνου γεννημένου σε γάμο απέναντι και στους δύο γονείς και τους συγγενείς τους (βλ. Ε. Κουνουγέρη-Μανωλεδάκη Οικ.Δ τόμος II έκδ. 1998, σ. 22 επ.). Η απόφαση, που δέχεται ή απορρίπτει την αγωγή προσβολής της πατρότητας, είναι διαπλαστική και κατά τη ρητή επιταγή της διάταξης του άρθρου 1472 ΑΚ, τα αποτελέσματά της επέρχονται από τη στιγμή, που αυτή γίνει αμετάκλητη. 

 

Προϋπόθεση δικαστικής αναγνώρισης της πατρότητας από τον πατέρα του τέκνου. Κατά ποίων απευθύνεται η αγωγή.

 

ΠΟΛΥΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ 2670/2011

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Προϋπόθεση της ύπαρξης του δικαιώματος δικαστικής αναγνώρισης της πατρότητας στον πατέρα του τέκνου είναι η άρνηση της μητέρας για συναίνεση στην εκούσια αναγνώριση του τέκνου από τον πατέρα του.

Η άρνηση μπορεί να εκδηλωθεί με οποιοδήποτε τρόπο και πρέπει να αποδεικνύεται από τον αιτούμενο την δικαστική αναγνώριση πατέρα του τέκνου.

Η αγωγή του πατέρα ασκείται κατά της μητέρας, ή των κληρονόμων της, χωρίς να απαιτείται όπως απευθύνεται αναγκαίως και κατά του τέκνου.  

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΠΟΛΥΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ 2670/2011

Απόσπασμα…….Κατά τη διάταξη του άρθρου 1479 του Α. "η μητέρα έχει δικαίωμα να ζητήσει με αγωγή την αναγνώριση της πατρότητας του τέκνου της που γεννήθηκε χωρίς γάμο της με τον πατέρα του. Το ίδιο δικαίωμα έχει και το τέκνο. Όταν η μητέρα αρνείται την προβλεπόμενη από την πρώτη παράγραφο του άρθρου 1475 συναίνεση της, δικαίωμα δικαστικής αναγνώρισης έχουν επίσης ο πατέρας και, στην περίπτωση της δεύτερης παραγράφου του άρθρου 1475, ο παππούς ή η γιαγιά της πατρικής γραμμής". Συνεπώς με την διάταξη αυτή παρέχεται αυτοτελές και ανεξάρητο δικαίωμα δικαστικής αναγνώρισης της πατρότητας, στον πατέρα του τέκνου. Προϋπόθεση όμως της ύπαρξης του δικαιώματος αυτού είναι η άρνηση της μητέρας που ζει και έχει δικαιοπρακτική ικανότητα (άθρ. 1475 παρ. 1 εδ. β΄ ΑΚ) για συναίνεση στην εκούσια αναγνώριση του τέκνου από τον πατέρα του, η οποία μπορεί να εκδηλωθεί με οποιοδήποτε τρόπο και πρέπει να αποδεικνύεται από τον αιτούμενο την δικαστική αναγνώριση του τέκνου, πατέρα (βλ. Β.Βαθρακοκοίλη, το Νέο Οικογενειακό Δίκαιο, β΄ έκδοση, υπό αρθρ. 1479, αριθ. 11, σελ. 666). Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 1480 τελευτ. εδαφ. του Α., η αγωγή του πατέρα ή των γονέων του ασκείται κατά της μητέρας ή των κληρονόμων της. Από την διάταξη αυτή συνάγεται ότι η αγωγή που ασκείται από τον πατέρα του τέκνου, που γεννήθηκε χωρίς γάμο των γονέων του, ασκείται κατά της μητέρας, χωρίς να απαιτείται όπως αυτή απευθύνεται αναγκαίως και κατά του τέκνου. Στην ως άνω διάταξη, καμιά τροποποίηση δεν επέφερε ο ΚΠολΔ με το άρθρο 619 παρ. 3 αυτού, καθόσον στις αγωγές που αναφέρονται σ` αυτήν (παρ. 3), στις οποίες καταλέγεται η αγωγή περί αναγνώρισης της ύπαρξης ή μη ύπαρξης σχέσης γονέα και τέκνου, για τις οποίες απαιτείται όπως αυτές απευθύνονται, όταν ασκούνται από το τέκνο, και κατά των δύο γονέων, όταν δε ασκούνται από τον ένα γονέα και κατά του άλλου και του τέκνου, δεν περιλαμβάνεται και η περί αναγνώρισης της πατρότητας τέκνου, που γεννήθηκε χωρίς γάμο των γονέων του, η οποία είναι διάφορος των προηγουμένων, όπως προκύπτει ιδίως από τα άρθρα 614 παρ. 1, 618 και 620 ΚΠολΔ, στα οποία γίνεται διαστολή μεταξύ των αγωγών αυτών (βλ. Β.Βαθρακοκοίλη, ό.π., υπό αρθρ. 1480, αριθ.7, σελ. 673-674 και βλ και ΕφΘεσ 1815/1989 Αρμ 1990.152). Συνεπώς, η αγωγή δικαστικής αναγνώρισης της πατρότητας τέκνου, που γεννήθηκε χωρίς γάμο των γονέων του, ως προς την ενεργητική μεν νομιμοποίηση διέπεται αποκλειστικά από το άρθρο 1479 ΑΚ, ως προς την παθητική δε νομιμοποίηση από το άρθρο 1480 ΑΚ, όπως αυτά προαναφέρθηκαν. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 1484 ΑΚ σε περίπτωση αναγνώρισης, εκούσιας ή δικαστικής, αν ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, το τέκνο έχει ως προς όλα θέση τέκνου γεννημένου σε γάμο απέναντι στους δύο γονείς και τους συγγενείς τους, ενώ, κατά το άρθρο 618 του ΚΠολΔ, αποφάσεις που δέχονται ή απορρίπτουν την αναγνώριση πατρότητας τέκνου γεννημένου χωρίς γάμο των γονέων του, αποτελούν δεδικασμένο υπέρ και κατά όλων, εφόσον δεν υπόκεινται ούτε σε αναίρεση και αναψηλάφηση. 

 

Ενεργητική νομιμοποίηση ανήλικης ενάγουσας, που ζητά να αναγνωρισθεί ότι ο εναγόμενος είναι πατέρας της.

 

ΠΟΛΥΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ 16383/2010 

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Η ενεργητική νομιμοποίηση της ανήλικης ενάγουσας στηρίζεται στη διάταξη του άρθρου 1479 εδ β ΑΚ, καθώς το δικαίωμα του τέκνου να ζητήσει τη δικαστική αναγνώριση της πατρότητας του είναι αυτοτελές και ανεξάρτητο σε σχέση με αυτό της μητέρας του, η δε παθητική νομιμοποίηση του εναγομένου στηρίζεται στην διάταξη του άρθρου 1480 εδ. β ΑΚ, σύμφωνα με την οποία η αγωγή του τέκνου ασκείται κατά του γονέα, που δεν έχει προβεί στην αναγκαία για την εκούσια αναγνώριση δήλωση,  ή κατά των κληρονόμων του.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΠΟΛΥΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ 16383/2010 

Απόσπασμα……….Η ενάγουσα ανήλικη, η οποία εκπροσωπείται στην παρούσα δίκη από την ασκούσα τη γονική μέριμνα μητέρα της, ισχυρίζεται ότι γεννήθηκε εκτός γάμου το έτος 2004 και ότι η μητέρα της είχε μόνιμη σχέση με σαρκική συνάφεια κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα της σύλληψης της με τον εναγόμενο. Με ιστορική βάση αυτά τα περιστατικά, τα οποία η ενάγουσα εκθέτει αναλυτικότερα στην αγωγή της, ζητεί να αναγνωριστεί ότι ο εναγόμενος είναι ο πατέρας της και να καταδικαστεί αυτός στην καταβολή των δικαστικών της εξόδων. Η αγωγή αυτή, η οποία παραδεκτώς εισάγεται προς συζήτηση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου (άρθρ. 18§1, 22 ΚΠολΔ), το οποίο είναι καθ' ύλην και κατά τόπο αρμόδιο, κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών που αναφέρονται στις σχέσεις γονέων και τέκνων (άρθρ. 614 επ. ΚΠολΔ) και περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων, που τη θεμελιώνουν κατά νόμο και δικαιολογούν την άσκηση της από την ενάγουσα κατά του εναγομένου (άρθρ. 216§1 ΚΠολΔ). Σημειώνεται ότι η ενεργητική νομιμοποίηση της ανήλικης ενάγουσας στηρίζεται στη διάταξη του άρθρου 1479 εδ. β ΑΚ καθώς το δικαίωμα του τέκνου να ζητήσει τη δικαστική αναγνώριση της πατρότητας του είναι αυτοτελές και ανεξάρτητο σε σχέση με αυτό της μητέρας του (ΑΠ 97/1993 ΕΕΝ 1994 90), η δε παθητική νομιμοποίηση του εναγομένου στηρίζεται στη διάταξη του άρθρου 1480 εδ. β ΑΚ, σύμφωνα με την οποία η αγωγή του τέκνου ασκείται κατά του γονέα, που δεν έχει προβεί στην αναγκαία για την εκούσια αναγνώριση δήλωση ή κατά των κληρονόμων του. Ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι στην περίπτωση αγωγής δικαστικής αναγνώρισης πατρότητας, που ασκείται από το τέκνο, όπως εν προκειμένω, παθητικά νομιμοποιούνται και οι δύο γονείς κρίνεται απορριπτέος. Τούτο διότι στην περίπτωση αυτή η μητέρα νομιμοποιείται παθητικά όταν αρνείται να συναινέσει στην εκούσια αναγνώριση του τέκνου (ΕφΑθ 5125/1985 ΕλλΔνη 1985 975 ή Δ 1986 243), περίπτωση που δεν συντρέχει εν προκειμένω. 

 

Σώρευση αγωγής για ρύθμιση επικοινωνίας του πατέρα με το τέκνο σε αγωγή αναγνώρισης της πατρότητας.

 

ΠΟΛΥΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ 2670/2011

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 681Β παρ. 2 ΚΠολΔ, οι διαφορές της πρώτης παραγράφου του άρθρου αυτού, μεταξύ των οποίων και οι διαφορές που αφορούν την επικοινωνία των γονέων με το τέκνο, αν ενωθούν με οποιαδήποτε από τις διαφορές, μεταξύ άλλων και του άρθρου 614 παρ. 1 ΚΠολΔ, μπορούν να εισάγονται και στα πολυμελή πρωτοδικεία και να δικάζονται με την αντίστοιχη ειδική διαδικασία.

Επομένως σώρευση αγωγής για ρύθμιση επικοινωνίας του πατέρα με το τέκνο σε αγωγή αναγνώρισης της πατρότητας είναι επιτρεπτή και νόμιμη.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΠΟΛΥΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ 2670/2011

Απόσπασμα…….. Εξάλλου, όπως ορίζεται ρητώς στην διάταξη του άρθρου 681Β παρ. 2 του ΚΠολΔ, οι διαφορές της πρώτης παραγράφου του άρθρου αυτού, μεταξύ των οποίων και οι διαφορές που αφορούν την επικοινωνία των γονέων με το τέκνο, αν ενωθούν με οποιαδήποτε από τις διαφορές, μεταξύ άλλων και του άρθρου 614 παρ. 1 του ΚΠολΔ, μπορούν να εισάγονται και στα πολυμελή πρωτοδικεία και να δικάζονται με την αντίστοιχη ειδική διαδικασία. Τέλος, το κατά το άρθρο 1520 ΑΚ, το δικαίωμα του γονέα με το οποίο δεν διαμένει το τέκνο για προσωπική επικοινωνία με αυτό, στοχεύει στην διατήρηση του ψυχικού δεσμού μεταξύ γονέα και τέκνου και στην δυνατότητα του πρώτου να έχει άριστη γνώση για την παρακολούθηση της ανάπτυξης του παιδιού του.Γι αυτό η ρύθμιση της επικοινωνίας γονέως τέκνου από το Δικαστήριο (άρθρ. 1520 παρ. 3 ΑΚ) γίνεται πάντοτε με γνώμονα το συμφέρον του τέκνου. Στην προκειμένη περίπτωση, με την υπό κρίση αγωγή του ο ενάγων εκθέτει ότι είναι ο φυσικός πατέρας του κοριτσιού που γέννησε η εναγόμενη στην ….στις …χωρίς γάμο των γονέων του, εφόσον κατά το κρίσιμο της σύλληψής του διάστημα, ήλθε κατ΄ επανάληψη σε σαρκική συνάφεια με την εναγόμενη με την οποία σύναψαν αρραβώνα και συγκατοικούσαν από τον….του……έως και τον…..του……που διέλυσαν αυτόν, και το ως άνω τέκνο έχει συλληφθεί λόγω των συνευρέσεων αυτών. Ότι η εναγόμενη παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις του, αρνείται να συναινέσει στην εκούσια αναγνώριση του τέκνου τους, αφού αυτός την κάλεσε τόσο με την από…….εξώδικη δήλωση-πρόσκλησή του, με την οποία της δήλωνε ότι διατίθεται να προβεί στην εκούσια αναγνώριση του τέκνου τους, όπως ολόκληρο το περιεχόμενο αυτής αναγράφεται στην αγωγή, όσο και με την από…..εξώδικη δήλωση-πρόσκλησή του με την οποία την καλούσε να προσέλθει αυτοπροσώπως σε ρητή ημερομηνία και ώρα στην αναφερόμενη σ΄ αυτήν συμβολαιογράφο προκειμένου να συναινέσει στην εκούσια αναγνώριση από αυτόν του τέκνου τους, πλην όμως αυτή δεν εμφανίσθηκε. Κατόπιν αυτών και επικαλούμενος το δικαίωμά του για επικοινωνία με το τέκνο του, ζητά να αναγνωρισθεί η πατρότητα του τέκνου του, που γέννησε η εναγόμενη στην……στις……και να του αναγνωρισθεί το δικαίωμα επικοινωνίας με αυτό κατά τον αναφερόμενο στην αγωγή τρόπο, καθώς και να καταδικασθεί η εναγόμενη στην δικαστική του δαπάνη. Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα, οι σωρευόμενες παραδεκτά κατ άρθρο 69 παρ.1 εδ. δ και 681Β παρ. 2 του ΚΠολΔ, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα στην μείζονα σκέψη της παρούσας, δύο αγωγές, αυτή που αφορά την αναγνώριση της πατρότητας του ενάγοντος του τέκνου που γεννήθηκε από την εναγόμενη χωρίς γάμο των γονέων του και αυτή που αφορά την ρύθμιση της επικοινωνίας του ενάγοντος με το τέκνο, αρμόδια και παραδεκτά εισάγονται ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου (άρθρα 18 αριθ.1 και 22 του ΚΠολΔ) κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 614 επ. του ΚΠολΔ που αφορούν τις διαφορές που αναφέρονται σε σχέσεις γονέων και τέκνων. 

 

Μείωση συμβατικώς καθορισθείσας διατροφής ανηλίκου σε περίπτωση μείωσης εισοδημάτων υποχρέου. Κατά τόπον αρμοδιότητα.

 

ΕΦΕΤΕΙΟ ΔΩΔΕΚΑΝΗΣΟΥ 300/2007

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Η συμβατικώς μεταξύ των γονέων ρυθμιζόμενη διατροφή εκ του νόμου δεν μεταβάλλει την διατροφή σε συμβατική διατροφή.

Αν μετά την σύναψη μίας τέτοιας συμφωνίας μεταβληθούν ουσιωδώς οι όροι της διατροφής με μείωση των εισοδημάτων του υπόχρεου, ή με αύξηση των αναγκών του δικαιούχου, η περί διατροφής απαίτηση, που ανάγεται στο μέλλον, μεταβάλλεται, ώστε αυτή να τελεί σε αρμονία με την ουσιώδη μεταβολή των συνθηκών διατροφής.

Όποιος έχει συμφέρον από μια τέτοια μεταβολή, μπορεί, να ζητήσει από το αρμόδιο δικαστήριο με αγωγή την αναγνώριση και επιδίκαση, ή μόνον την αναγνώρισή της.

Ειδικότερα ο μεν δικαιούχος να αξιώσει αύξηση της συμβατικώς καθορισθείσας διατροφής ο δε υπόχρεος μείωση αυτής.

Η μεταβολή των όρων της συμβατικώς καθορισθείσης διατροφής εκ του νόμου δύναται, να ζητηθεί, όχι μόνον με αγωγή, αλλά και κατ` ένσταση με τις προτάσεις, πράγμα που συμβαίνει, όταν ο υπόχρεος ενάγεται στην εκπλήρωση της σύμβασης διατροφής και προβάλλει κατ` αυτής μείωση ουσιώδη των εισοδημάτων του, που δικαιολογούν το αίτημα για μείωση του ποσού της συμβατικής διατροφής.

Αν το ανήλικο τέκνο διαμένει με τον γονέα που ασκεί την επιμέλεια του προσώπου του, αν αυτός έχει διαφορετική κατοικία από τον άλλο, μπορεί, να ενάγει τον άλλο γονέα για χρηματική διατροφή του τέκνου αυτού ενώπιον του δικαστηρίου του τόπου κατοικίας του, όπου ο οφειλέτης της διατροφής αυτής γονέας οφείλει να καταβάλλει την παροχή αυτή, εφ όσον δεν συνάγεται κάτι άλλο από τις κατ ιδία περιστάσεις, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 321 ΑΚ, σε συνδυασμό με την διάταξη του άρθρου 33 ΚΠολΔ.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΕΦΕΤΕΙΟ ΔΩΔΕΚΑΝΗΣΟΥ 300/2007

Απόσπασμα……..Από τις διατάξεις των άρθρων 1485, 1486, 1489, 1493 και 1497 Α.Κ, όπως αυτές αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 15 του ν. 1329/1983, προκύπτει ότι στοιχεία θεμελιωτικά του δικαιώματος διατροφής τέκνου, τα οποία πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 216 παρ.1 α ΚΠολΔ, να περιέχονται στη σχετική αγωγή για το ορισμένο αυτής, είναι η έλλειψη εισοδημάτων του ανηλίκου και η αδυναμία του να εργασθεί, τα περιουσιακά στοιχεία του εναγομένου γονέα του, οι ανάγκες του που είναι προσδιοριστικές του ύψους της διατροφής η οποία πρέπει να του καταβληθεί και το αιτούμενο, για όλες αυτές τις ανάγκες του, συνολικό ύψος της δαπάνης που αποτελεί την κατά τις προαναφερθείσες διατάξεις ανάλογη διατροφή του, χωρίς να απαιτείται να προσδιορίζεται στο δικόγραφο της με ακρίβεια και το απαραίτητο για την κάλυψη κάθε επί μέρους ανάγκης του, που προκύπτει από τις συνθήκες της ζωής του χρηματικό ποσό (Α.Π. 823/2000 Πειρ.Νομολ. 2002/133 ΕφΘεσ 2941/2002 Αρμ 2003/956, ΑΡΜ 2004/72). Περαιτέρω από καμμία διάταξη του ουσιαστικού δικαίου και ειδικότερα των άρθρων που ρυθμίζουν τα της διατροφής από το νόμο (άρθρα 1485-1504) δεν καθορίζεται χρονικός περιορισμός της από το δικαστήριο επιδικαζομένης διατροφής και συνεπώς ο ενάγων στην αγωγή του με την οποία ζητεί επιδίκαση διατροφής δεν υποχρεούται να ορίσει για ποιο χρονικό διάστημα ζητεί αυτή, αλλά έχει απλώς δικαίωμα να περιορίσει αυτή για το κατά την κρίση του διάστημα επιδιώκοντας προφανώς την μετά την παρέλευση τούτου άσκηση νέας αγωγής, προκειμένου βάσει νέων δεδομένων, να καθοριστεί το μέτρο της διατροφής (Εφ.ΑΘ. 10.141/1995 Ελ.Δ/νη 38.1614). Η ένδικη αγωγή διατροφής είναι ορισμένη, διότι, όπως προκύπτει από το δικόγραφο της, φέρει όλα τα προεκτεθέντα στοιχεία που απαιτούνται για τη θεμελίωση της και ο περί του αντιθέτου ισχυρισμός του εναγομένου, ότι δηλαδή η αγωγή αυτή είναι αόριστη, διότι δεν εκτίθενται στο δικόγραφο της και ο χρόνος για τον οποίο ζητείται διατροφή είναι αβάσιμος.  Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο συνεπώς που έκρινε ότι η αγωγή είναι ορισμένη δεν έσφαλε, και ο λόγος της εφέσεως του εναγομένου, με τον οποίο αυτός παραπονείται για την απόρριψη της ενστάσεως του, είναι αβάσιμος. Εξ άλλου κατά το άρθρο 33 ΚΠολΔ διαφορές που αφορούν μεταξύ άλλων, τα εκ της δικαιοπραξίας στη ζωή δικαιώματα, μπορούν να εισαχθούν και στο δικαστήριο του τόπου εκπληρώσεως της παροχής. Προσδιοριστικό στοιχείο της εκ του λόγου αυτού καθοριζομένης αρμοδιότητας, σε σχέση με την εκπλήρωση χρηματικής παροχής, αποτελεί και η διάταξη του άρθρου 321 Α.Κ, κατά την οποία ο οφειλέτης χρηματικής οφειλής, οφείλει εν αμφιβολία, να καταβάλλει αυτή στον τόπο της κατοικίας του δανειστή του κατά το χρόνο της καταβολής. Έτσι σε περίπτωση που το ανήλικο τέκνο των γονέων που είναι σε διάσταση ή διαζευγμένοι διαμένει με το γονέα που ασκεί την επιμέλεια του προσώπου του, αν αυτός έχει διαφορετική κατοικία από τον άλλο μπορεί να ενάγει τον άλλο γονέα για χρηματική διατροφή του τέκνου αυτού ενώπιον του δικαστηρίου του τόπου κατοικίας του, όπου ο οφειλέτης της διατροφής αυτής γονέας οφείλει να καταβάλλει την παροχή αυτή, εφόσον δεν συνάγεται κάτι άλλο από τις κατ ιδία περιστάσεις, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 321 Α.Κ σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 33 ΚΠολΔ (ΕφΑθ. 1985/2001 Ελ.Δνη 42.1360). Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο το οποίο έκρινε ότι ήταν καθ ύλην και κατά τόπο αρμόδιο να δικάσει την υπόθεση αφού ο τόπος κατοικίας του ανήλικου ήταν το δικαστήριο της κατοικίας της μητέρας του η οποία κατοικεί στην Ιαλυσό Ρόδου και στη συνέχεια απέρριψε τις ενστάσεις αυτές τις οποίες νομότυπα επαναφέρει με λόγο εφέσεως ο εναγόμενος, δεν έσφαλλε και ο λόγος αυτός της εφέσεως είναι αβάσιμος. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθ. 361, 1485, 1486, 1493, 1494, 1498 και 1499 εδ. α` του ΑΚ, όπως ισχύουν μετά το ν. 1329/1983 συνάγονται τα ακόλουθα: Ανιόντες και κατιόντες έχουν αμοιβαία υποχρέωση διατροφής. Δικαίωμα διατροφής έχει μόνον όποιος δεν μπορεί να διατρέφει τον εαυτό του από την περιουσία του ή από εργασία κατάλληλη για την ηλικία του, την κατάσταση της υγείας του και τις λοιπές βιοτικές του συνθήκες ενόψει και των τυχόν αναγκών της εκπαιδεύσεως του. Κατ` εξαίρεση το ανήλικο τέκνο και αν ακόμη έχει περιουσία έχει δικαίωμα διατροφής από τους γονείς του, εφόσον τα εισοδήματα της περιουσία του ή το προϊόν της εργασία του δεν αρκούν για τη διατροφή του. Το μέτρο της διατροφής προσδιορίζεται με βάση τις ανάγκες του δικαιούχου, όπως αυτές προκύπτουν από τις συνθήκες της ζωής του, η δε διατροφή περιλαμβάνει όλα τα προς το ζην αναγκαία για τη συντήρηση του δικαιούχου και επί πλέον τα έξοδα για την ανατροφή καθώς και την επαγγελματική και την εν γένει εκπαίδευση του. Διατροφή για το παρελθόν δεν οφείλεται παρά μόνον από την υπερημερία. Αφότου κατά τα ανωτέρω συντρέξουν οι προϋποθέσεις γενέσεως της απαιτήσεως μπορεί κατ` αρχήν ο δικαιούχος να εγείρει αγωγή αναγνωρίσεως και επιδικάσεως της. Περαιτέρω η προμνημονευόμενη απαίτηση διατροφής υπέρ κατιόντος και σε βάρος ανιόντος ή αντίστροφα που προέρχεται εκ του νομού μπορεί να καταστεί υπό την επιφύλαξη της τηρήσεως διατάξεων αναγκαστικού δικαίου αντικείμενο συμβάσεως μεταξύ δικαιούχου και υπόχρεου διατροφής εκπροσωπούμενου υπό του κατά περίπτωση νομίμου εκπροσώπου του. Ειδικότερα σε μια τέτοια σύμβαση δεν επιτρέπεται να περιέχεται όρος που αποτελεί παραίτηση του δικαιούχου της διατροφής από την για το μέλλον διατροφή ενόλω ή εν μέρει. Σε αντίθετη περίπτωση δημιουργείται απόλυτη ακυρότητα κατ` εφαρμογή των ΑΚ 180 και 181. Όπως η συμβατικώς μεταξύ των μερών ρυθμιζόμενη διατροφή εκ του νόμου δεν μεταβάλλει τη διατροφή σε συμβατική διατροφή (βλ. ΕφΑΘ 1021/1990 ΝοΒ 1990.829, ΕφΑΘ 10372/1986 ΝοΒ 1987.555, Ατσαλάκη ΕρμΑΚ εισ. άρθ. 1476-1492 αριθ. 46).Εξάλλου η σύμβαση περί ρυθμίσεως της εκ του νόμου διατροφής είναι έγκυρη έστω και, αν δεν τηρηθεί κανένας τύπος. Τέτοια συμφωνία περί ρυθμίσεως της εκ του νόμου οφειλόμενης διατροφής του ανηλίκου τέκνου δύναται να περιέχεται και στη μεταξύ των συζύγων-γονέων συμφωνία, η οποία καταρτίζεται στα πλαίσια συναινετικού διαζυγίου και με την οποία ρυθμίζονται ζητήματα επιμέλειας και επικοινωνίας των τέκνων με τους γονείς τους. Όμως η επικύρωση από το δικαστήριο τέτοιας συμφωνίας δεν επεκτείνεται και στη ρύθμιση της διατροφής του τέκνου, αφού τέτοια συμφωνία δεν είναι κατά νόμο απαραίτητη για την έκδοση συναινετικού διαζυγίου (βλ. και Κούσουλα: Η γονική μέριμνα, 1987, σ. 117 επ.). Περαιτέρω, αν μετά τη σύναψη τέτοιας συμφωνίας μεταβληθούν ουσιωδώς οι όροι της διατροφής δια μειώσεως των εισοδημάτων του υπόχρεου ή δι` αυξήσεως των αναγκών του δικαιούχου, η περί διατροφής απαίτηση που ανάγεται στο μέλλον μεταβάλλεται και αυτή ώστε να τελεί σε αρμονία με την ουσιώδη μεταβολή των συνθηκών διατροφής. Ακολουθεί έτσι εντεύθεν ότι όποιος έχει συμφέρον από μια τέτοια μεταβολή δύναται να ζητήσει από το αρμόδιο δικαστήριο με αγωγή την αναγνώριση και επιδίκαση ή μόνον την αναγνώριση της απαιτήσεως διατροφής λόγω της επελθούσας μεταβολής των συνθηκών. Ειδικότερα ο μεν δικαιούχος να αξιώσει αύξηση της συμβατικώς καθορισθείσης διατροφής ο δε υπόχρεος μείωση αυτής. Η δυνατότητα τέτοιας μεταρρυθμίσεως όπως πάγια δέχονται νομολογία και θεωρία (βλ. αντί άλλων ΕφΑΘ 1021/1990 όπ. παρ., ΕφΑΘ 10372/1986 όπ. παρ., ΕφΛαρ 492/1992 Δίκη 25.155, Ανδρουλιδάκη στον ΑΚ Γεωργιάδη - Σταθόπουλου εισ. παρ. στα άρθ. 1485 - 1504 αριθ. 60 επ.), στηρίζεται στην ανάλογη εφαρμογή της ΑΚ 1494. Η μεταβολή των όρων της συμβατικώς καθορισθείσης διατροφής εκ του νόμου δύναται, να ζητηθεί, όχι μόνον με αγωγή, αλλά και κατ` ένσταση με τις προτάσεις πράγμα που συμβαίνει όταν ο υπόχρεος ενάγεται στην εκπλήρωση της συμβάσεως διατροφής και προβάλλει κατ` αυτής μείωση ουσιώδη των εισοδημάτων του, που δικαιολογούν το αίτημα για μείωση του ποσού της συμβατικής διατροφής (βλ. έτσι ΕφΑΘ 1021/1990 όπ. παρ., ΕφΛαρ 492/1992 όπ. παρ., Σταθόπουλο στον τιμ. τόμο Γ. Ράμμου σ. 877 επ. (888).  Αλλως ΕφΑΘ 10372/1986, Ανδρουλιδάκη, όπ. παρ. αριθ. 63, που δέχονται μόνον αγωγή κατ` αναλογίαν των ισχυόντων στη μεταρρυθμιστική αγωγή του άρθ. 334 ΚΠολΔ).  Εξάλλου κατ` άρθ. 1390 ΑΚ εν συνδυασμώ προς το άρθ. 1489 εδ. α ΑΚ η διατροφή των τέκνων χαρακτηρίζεται ως κοινή υποχρέωση των συζύγων - γονέων του. Πρόκειται για επιμερισμό της υποχρεώσεως έναντι του τέκνου. Για τον καθορισμό του ποσού διατροφής των τέκνων θα γίνει αναγωγή στις οικονομικές δυνάμεις των δύο γονέων από τις οποίες θα προκύψει η αναλογική επιβάρυνση του καθενός. Οι δυνάμεις του κάθε συζύγου - γονέα λειτουργούν αφενός ως κριτήριο προσδιοριστικό του ύψους της συνεισφοράς που οφείλει και αφετέρου ως μέσο (τρόπος, μορφή) εκπληρώσεως της οφειλόμενης συνεισφοράς. Η υποχρέωση και το ύψος της συνεισφοράς του κάθε γονέα - συζύγου καθορίζεται κατά το λόγο των δικών του δυνάμεων προς το άθροισμα των δυνάμεων και των δύο (βλ. σχετ. Στ. Ματθία, μελέτη στο ΝοΒ 31.1476 επ.). Περαιτέρω ναι μεν κατά το άρθ. 1498 ΑΚ διατροφή για το παρελθόν δεν οφείλεται παρά μόνον από υπερημερία. Oμως επί διατροφής οφειλόμενης από σύμβαση, που καθορίζει τη διάρκεια της, δεν απαιτείται όχληση για να καταστεί ο οφειλέτης υπερήμερος, γιατί στην ίδια τη σύμβαση ενυπάρχει και όχληση (βλ. Γ. Παπαδημητρίου: Οικογενειακό Δίκαιο, Β` έκδ. 1997 σ. 674, Β. Βαθρακοκοίλη: Το νέο οικογενειακό δίκαιο, 1990, άρθ. 1498 σ. 527). 

Αναζήτηση

Χρίστος Καραμπάγιας | Μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών