ΑΣΦΑΛΙΣΗ ΑΣΤΙΚΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΕΝΑΝΤΙ ΤΡΙΤΩΝ

Απόφαση 538/2011Εφετείου Πειραιώς.

TO ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ (ΝΑΥΤΙΚΟ ΤΜΗΜΑ)

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές Ασπασία Μαγιάκου, Πρόεδρο Εφετών, Αρετή Παπαδιά και Χρήστο Τζανερρίκο, Εισηγητή, Εφέτες και από τη Γραμματέα….Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Μαίου 2011, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ των: Α) ΕΚΚΑΛΟΥΣΑΣ:Ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία…….που εδρεύει στην……και διατηρεί υποκατάστημα στην….και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό της δικηγόρο…..ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΟΥ….κατοίκου….ο οποίος παραστάθηκε μετά της πληρεξούσιας του δικηγόρου…..ΚΟΙΝΟΠΟΙΟΥΜΕΝΗ ΠΡΟΣ:….κατοίκου….Β) ΚΑΛΟΥΝΤΟΣ-ΕΝΑΓΟΝΤΟΣ: κατοίκου….οποίος παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου του δικηγόρου…..ΚΑΘΗΣ Η ΚΛΗΣΗ-ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ:Ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία…..η οποία εδρεύει στην…και διατηρεί υποκατάστημα στην….και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό της δικηγόρο….

Ο υπό στοιχείο Α εφεσίβλητος άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς την από…..και με αριθ. έκθ. κατάθ…αγωγή του, επί της οποίας εκδόθηκε η ….απόφασή του παραπάνω Δικαστηρίου  που δέχθηκε εν μέρει την αγωγή. κην απόφαση αυτή προσέβαλε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου η εναγομένη και ήδη εκκαλούσα με την από…..και με αριθ. έκθ. κατάθ…έφεσή της. Ομοίως ενώπιον του ίδιου πιο πάνω Δικαστηρίου άσκησε και ο υπό στοιχείο Β καλών-ενάγων την από….και με αριθ. έκθ. κατάθ….παρεμπίπτουσα αγωγή, της οποίας δικάσιμος ορίστηκε…..κατά την οποία η συζήτησή της ματαιώθηκε.

Ήδη με την από…..κλήση του υπό στοιχείο Β καλούντος-ενάγοντος επαναφέρεται προς συζήτηση η προκείμενη υπόθεση στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας. Η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου και συζητήθηκε. Η πληρεξούσια δικηγόρος της καλούσας- εφεσίβλητης ανέπτυξε τις απόψεις της με τις προτάσεις που κατέθεσε.

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ ΚΑΙ ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΝΌΜΟ.

Ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου έχουν εισαχθεί προς κρίση, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο: α) Η από…(αύξ. αριθμ. κατ. …..) έφεση της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία…..κατά του ενάγοντος….και της υπ’ αριθμόν…..οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς (τακτικής διαδικασίας). Και, β) η από….(αρ. εκθ. κατ. ….), παρεμπίπτουσα, αγωγή κατά της ως άνω ασφαλιστικής εταιρείας του, ασφαλισμένου σ’ αυτή, ..., και συνεναγομένου της στην αγωγή του παραπάνω εφεσίβλητου- νάγοντος, επί της οποίας εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση. Επομένως, η ένδικη έφεση και η παρεμπίπτουσα, αγωγή, οι οποίες εκκρεμούν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, πρέπει να ενωθούν και συνεκδικασθούν, λόγω της, πρόδηλης, συνάφειας, μεταξύ τους (άρθρο 246 του ΚΠολΔ).

Επί της εφέσεως:

Η έφεση αυτή, η οποία έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα, αφού οι διάδικοι δεν επικαλούνται, ούτε προκύπτει επίδοση της εκκαλουμένης αποφάσεως (άρθρο 518 παρ. 2 ΚΠολΔ), πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή.

Περαιτέρω, το άρθρο 528 του ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 16§4 του ν. 2915/2001, ορίζει ότι «αν ασκηθεί έφεση από διάδικο που δικάστηκε σαν να ήταν παρών, η εκκαλούμενη απόφαση εξαφανίζεται μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους. Ο εκκαλών δικαιούται να προβάλει όλους τους ισχυρισμούς που μπορούσε να προτείνει πρωτοδίκως».

Από τη διάταξη αυτή, σαφώς, προκύπτει ότι, παρά την κατάργηση των τεκμηρίων εκ της ερημοδικίας των διαδίκων, που θέσπιζαν τα άρθρα 271 και 272 ΚΠολΔ, μετά την οποία εξέλιπαν, πλέον, οι λόγοι για τη χορήγηση αναιτιολόγητης ανακοπής και, κατ’ επέκταση, εφέσεως με όμοιο αποτέλεσμα, εν τούτοις, η παραπάνω διάταξη διατήρησε ευθέως την έφεση κατά ερήμην αποφάσεως, ως υποκατάστατο της αναιτιολόγητης ανακοπής ερημοδικίας. Έτσι, για την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, εφόσον αυτή εκδόθηκε σαν να ήταν παρών ο διάδικος, δεν απαιτείται να ευδοκιμήσει, προηγουμένως, κάποιος λόγος της εφέσεως, αλλά αρκεί η τυπική παραδοχή της, καθόσον αυτή έχει τα αποτελέσματα της καταργηθείσας αναιτιολόγητης ανακοπής (ΑΠ 829/2008, ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 884/2007, ΧΡΙΔ 2008, 52, ΑΠ 1015/2005 ΕλλΔνη 46.1100, ΕΑ 683/2008, ΝΟΜΟΣ, ΕΔωδ 152/2008, ΝΟΜΟΣ, ΕΑ 5224/2003 ΕλλΔνη 45, 555, Σ. Σαμουήλ, η έφεση, έκδ. ΣΤ', παρ. 228δ', 228ε).

Στην προκειμένη περίπτωση, με την ένδικη έφεσή της, η εκκαλούσα ζητεί, για τους αναφερομένους σ’ αυτή λόγους, την εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως, η οποία έχει εκδοθεί ερήμην της και, στη συνέχεια, την, κατ’ ουσίαν, απόρριψη της, από….(αριθμ. εκθ. κατ….), εναντίον της, αγωγής του ήδη εφεσίβλητου - ενάγοντος, που έχει γίνει, με αυτή (εκκαλουμένη απόφαση), εν μέρει, δεκτή. Επομένως, σύμφωνα με τις προηγηθείσες νομικές σκέψεις, η έφεση αυτή, μετά την, κατά τα παραπάνω, τυπική παραδοχή της, πρέπει να γίνει δεκτή, ως βάσιμη και κατ’ ουσίαν. Ακολούθως, η εκκαλουμένη απόφαση, πρέπει να εξαφανιστεί, ως προς την ως άνω εκκαλούσα - εναγομένη, ασφαλιστική εταιρεία, και, περαιτέρω, να κρατηθεί η υπόθεση στο παρόν Δικαστήριο, προκειμένου να ερευνηθεί το παραδεκτό, καθώς και η (νομική και ουσιαστική) βασιμότητα της, πιο πάνω αναφερόμενης, εναντίον της, αγωγής, δεδομένου ότι, όπως εκτέθηκε, αυτή ζητεί την, κατ’ ουσίαν, απόρριψη αυτής, στο σύνολό της.

Στο άρθρο 26 του ν. 2496/1997 ορίζονται τα εξής: «Όταν η ασφάλιση αστικής ευθύνης είναι κατά νόμο υποχρεωτική, ο τρίτος έχει ευθεία αξίωση και πέρα από το ασφαλιστικό ποσό, μέχρι το όριο για το οποίο η ασφάλιση είναι υποχρεωτική ... 3. Γεγονός που οδηγεί στην άρση ή τη λήξη της ασφαλιστικής σχέσης, δεν αντιτάσσεται κατά του τρίτου ζημιωθέντα παρά μόνο μετά πάροδο ενός (1) μηνός από τότε που ο ασφαλιστής το κοινοποιήσει στην υπηρεσία ή στο νομικό πρόσωπο που έχει ορισθεί για το σκοπό αυτόν ... 5. Με αποφάσεις του Υπουργού Ανάπτυξης και του κατά περίπτωση συναρμόδιου Υπουργού, που δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, μπορούν να καθορίζονται οι υπηρεσίες ή τα νομικά πρόσωπα που θα δέχονται τις κοινοποιήσεις των ασφαλιστών, η διαδικασία ελέγχου τήρησης της υποχρεωτικής ασφάλισης, καθώς και οι αναγκαίες λεπτομέρειες λειτουργίας υποχρεωτικών ασφαλίσεων αστικής ευθύνης. Οι διατάξεις αυτού του άρθρου δεν εφαρμόζονται, αν δεν έχει προσδιορισθεί η υπηρεσία ή το νομικό πρόσωπο». Κοινή υπουργική απόφαση, που να προσδιορίζει την εν λόγω υπηρεσία ή το νομικό πρόσωπο δεν έχει, ακόμη, εκδοθεί και, επομένως, οι ως άνω διατάξεις, που προβλέπουν ευθεία αξίωση του τρίτου σε περιπτώσεις υποχρεωτικής ασφαλίσεως αστικής ευθύνης δεν εφαρμόζονται (ΑΠ 1502/2008, ΕΕΜΠΔ 2009, 77).

Επομένως, εφόσον, σύμφωνα με τα παραπάνω, ο παθών τρίτος δεν έχει κατά της ασφαλιστικής εταιρείας, ευθεία αξίωση περί αποζημιώσεώς του για ζημιές, τις οποίες υπέστη αυτός, συνεπεία ατυχήματος, που προκλήθηκε από υπαιτιότητα ασφαλισμένου της, η τυχόν ασκηθείσα, εκ μέρους του, εναντίον αυτής ευθεία αγωγή, με την οποία επιδιώκει τέτοιου είδους αποζημίωσή του, είναι απαράδεκτη, λόγω ελλείψεως, στο πρόσωπο της (ευθέως) εναγομένης, ασφαλιστικής εταιρείας, της, κατ’ άρθρο 68 του ΚπολΔ, απαιτούμενης διαδικαστικής προϋποθέσεως της παθητικής νομιμοποιήσεως, για την άσκηση, εναντίον της, μιας τέτοιας, αγωγής.

Στην προκειμένη περίπτωση, με την ένδικη, από….(αριθμ. εκθ. κατ….), αγωγή του, ο ήδη εφεσίβλητος - ενάγων, ζητούσε, μετά, από παραδεκτό, περιορισμό του αιτήματος της, να αναγνωρισθεί ότι η ήδη εκκαλούσα - εναγομένη, ασφαλιστική εταιρεία, του οφείλει, συνολικά, …..ευρώ, νομιμοτόκως, ως αποζημίωσή του, για τον, αναλυτικά, ιστορούμενο σ’ αυτή, τραυματισμό του και την, εξ αυτού, σωματική βλάβη, την οποίαν αυτός υπέστη, σε θαλάσσιο ατύχημα, που συνέβη στην περιοχή του λιμένα αλιέων……, στις ….., και που, όπως αυτός επικαλείται, προκλήθηκε, υπαίτια, από τον, συνεναγόμενό της, .., ο οποίος οδηγούσε το, αναφερόμενο στην υπόψη αγωγή, ταχύπλοο σκάφος της ιδιοκτησίας του και ήταν, κατά το χρόνο της επελεύσεώς του, ασφαλισμένος σ’ αυτή, για την έναντι τρίτων αστική του ευθύνη, από την κυκλοφορία αυτού του σκάφους.

Η αγωγή αυτή, όμως, με την οποίαν ο ενάγων, κατά το, συνοπτικά, προαναφερθέν, περιεχόμενό της, αξιώνει, ως ζημιωθείς τρίτος, ευθέως, από την εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία, ν’ αποζημιωθεί για τις ζημιές του, συνεπεία ατυχήματος, που προκλήθηκε από υπαιτιότητα ασφαλισμένου της, πρέπει, σύμφωνα με την παραπάνω νομική σκέψη, να απορριφθεί ως απαράδεκτη, λόγω ελλείψεως, στο πρόσωπο της εναγομένης, ασφαλιστικής εταιρείας, της παθητικής της νομιμοποιήσεως, προς τούτο.

Επί της παρεμπίπτουσας αγωγής:

Ο πρώτος εναγόμενος στην πιο πάνω αναφερομένη αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση, αλλά μη διάδικος στην προκειμένη, έκκλητη, δίκη, …., άσκησε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου το πρώτον, με αυτοτελές δικόγραφο, την προαναφερθείσα, παρεμπίπτουσα, αγωγή, κατά της συνεναγομένης του, στην πρώτη, ως άνω, αγωγή, ασφαλιστικής εταιρείας, με την οποία, αφού επαναλαμβάνει τα διαλαμβανόμενα στην πρώτη (εναντίον τους) αγωγή, περί του αναφερομένου σ’ αυτή τραυματισμού του ενάγοντος, σ’ αυτή (πρώτη αγωγή),…..,με το ταχύπλοο σκάφος του, που οδηγούσε αυτός (παρεμπιπτόντως ενάγων), στον αναφερόμενο στην ως άνω, εναντίον τους, αγωγή τόπο και χρόνο, ιστορεί, περαιτέρω, ότι καθ’ ον χρόνο συνέβη το ένδικο ατύχημα ήταν ασφαλισμένος σ’ αυτή (εναγομένη), για την έναντι τρίτων αστική του ευθύνη, από την κυκλοφορία του προαναφερθέντος σκάφους του, δυνάμει του υπ’ αριθμόν….ασφαλιστηρίου συμβολαίου. Με βάση το ιστορικό αυτό, ο εν λόγω ενάγων, ζητεί να υποχρεωθεί η εναγομένη, ασφαλιστική εταιρεία, να του καταβάλει όποιο ποσό θα υποχρεωνόταν αυτός να καταβάλει στον παθόντα τρίτο, ενάγοντα, μετά την παραδοχή της (πρώτης) εναντίον τους αγωγής του.

Σημειώνεται ότι, με την εκκαλουμένη, κατά τ’ ανωτέρω, από την εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία, απόφαση, αναγνωρίσθηκε ότι ο ενάγων στην ως άνω, παρεμπίπτουσα, αγωγή οφείλει να καταβάλει στον ενάγοντα στην κύρια αγωγή, ζημιωθέντα τρίτο, και εις ολόκληρον με αυτή (παρεμπιπτόντως εναγομένη), το ποσό των ….ευρώ, συνολικά, ως αποζημίωσή του, λόγω του ενδίκου ατυχήματος. Σημειώνεται, ακόμη, ότι κατά της αποφάσεως αυτής, η οποία, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, εξαφανίζεται μόνον ως προς την ως άνω εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της παρούσας δίκης, ο ως άνω εναγόμενος, ήδη παρεμπιπτόντως ενάγων, δεν έχει ασκήσει έφεση, πλην, όμως η εν λόγω απόφαση δεν έχει καταστεί, ως προς αυτόν, τελεσίδικη, διότι δεν του έχει επιδοθεί αυτή και δεν έχει παρέλθει, ακόμη, από τη δημοσίευσή της, στις 19-01-2010, η τριετής, αποσβεστική, προθεσμία της παρ. 2 του άρθρου 518 του ΚπολΔ.

Κατόπιν των ανωτέρω, η προκειμένη, παρεμπίπτουσα, αγωγή πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό αυτής, καθώς και τη νομική και την ουσιαστική της βασιμότητα. Για το παραδεκτό της συζήτησης της ως άνω, παρεμπίπτουσας, αγωγής, έχει τηρηθεί η απαιτούμενη, κατ’ άρθρο 214Α του ΚπολΔ, προδικασία (βλ. την από 24-09-2010 μονομερή δήλωση διαπιστώσεως της αποτυχίας για συμβιβαστική επίλυση της διαφοράς του πληρεξουσίου δικηγόρου του ενάγοντος …) και έχει καταβληθεί το, ανάλογο, δικαστικό ένσημο, (άρθρο 2 του ν. ΓΠΟΗ/1911, όπως ερμηνεύθηκε αυθεντικά με το ν. δ. 1544/1942 και τροποποιήθηκε με το ν. δ. 4189/1961), με τα υπέρ τρίτων δικαιώματα (βλ. υπ’ αριθμούς: 12794452, 12794459 διπλότυπα είσπραξης της Γ’ ΔΟΥ Πειραιώς, με τα επικολλημένα σ’ αυτά κινητά δικαστικά ένσημα του ΤΝ, αξίας 16.000, 50 ευρώ και τις αποδείξεις 6360 και 6363/2011 του Ε. Τ. A. Α., που προσκόμισε ο ενάγων).

Κατά το άρθρο 283 ΚΠολΔ, «1. η παρεμπίπτουσα αγωγή ανάμεσα στους ίδιους διαδίκους στο ίδιο δικαστήριο πρέπει να περιέχει μεταγενέστερη αίτηση του ενός ή του άλλου διαδίκου. 2. Οι παρεμπίπτουσες αγωγές μπορούν να ασκηθούν σε κάθε στάση της δίκης και κατ’ έφεση, εκτός αν περιέχουν αυτοτελή αίτηση». Από τις διατάξεις αυτές, συνδυαζόμενες προς τις διατάξεις των άρθρων 223 και 224 του ίδιου Κώδικα, κατά τις οποίες είναι απαράδεκτη η μεταβολή, αντίστοιχα, του αιτήματος και της βάσεως της αγωγής, σαφώς, συνάγεται ότι, απαραδέκτως ασκείται, για πρώτη φορά, παρεμπίπτουσα αγωγή, που περιέχει αυτοτελή αίτηση, μετά την πρώτη συζήτηση στο ακροατήριο της κύριας αγωγής. Μη αυτοτελής αίτηση είναι εκείνη που κατατείνει απλώς σε ενίσχυση της κύριας αιτήσεως, προστιθέμενη σ’ αυτήν. Κάθε άλλη αίτηση, που μπορεί να ερευνηθεί και ανεξάρτητα από την κύρια δίκη είναι αυτοτελής (βλ. σχ. ΑΠ 1168/2007, ΑΠ 1305/1983, ΝΟΜΟΣ). Έτσι, αυτοτελής είναι και η αγωγή του ασφαλισμένου, για την έναντι τρίτων αστική του ευθύνη, εναντίον της, συνεναγομένης του, ασφαλιστικής εταιρείας, με την οποίαν αυτός ζητεί, από την τελευταία, στα πλαίσια της υφισταμένης μεταξύ τους συμβάσεως ασφαλίσεως, το ποσό, που, τυχόν, θα υποχρεωθεί αυτός να καταβάλει στον ενάγοντα, ζημιωθέντα, από υπαιτιότητά του, τρίτο (πρβλ. ΕΑ 9404/2000 ΕλλΔνη 2003, 508, ΕφΠ 476/89 ΝοΒ 1999, 1957-1959).

Επομένως, με βάση, τα νομικά δεδομένα, που αναφέρθηκαν στην προηγούμενη σκέψη της παρούσας αποφάσεως, η ένδικη, παρεμπίπτουσα, αγωγή, με το προαναφερθέν περιεχόμενο και αίτημα αυτής, πρέπει να απορριφθεί, αυτεπαγγέλτως, αλλά και κατά παραδοχή της σχετικής ενστάσεως, την οποία, παραδεκτώς, προέβαλε, με τις, ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, προτάσεις της, η (παρεμπιπτόντως) εναγομένη, ως απαράδεκτη, αφού, αφενός, έχει ασκηθεί, το πρώτον, ενώπιον του παρόντος, δευτεροβαθμίου, Δικαστηρίου, από μη διάδικο στην παρούσα, έκκλητη, δίκη και, αφετέρου, εισάγεται, με αυτή, προς κρίση, ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, αυτοτελής αίτηση, που δεν κατατείνει, δηλαδή, απλώς, στην ενίσχυση της κύριας αγωγής, προστιθεμένη σ’ αυτή, αλλά μπορεί να ερευνηθεί και ανεξάρτητα από την κύρια δίκη.

 

Τέλος, τα δικαστικά έξοδα της δίκης επί των ενδίκων εφέσεως ( του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας, λόγω της ερημοδικίας της εκκαλούσας στον πρώτο βαθμό)και, παρεμπίπτουσας, αγωγής πρέπει να συμψηφιστούν, στο σύνολό τους, μεταξύ των διαδίκων, σ’ αυτές, γιατί η ερμηνεία των παραπάνω κανόνων δικαίου, που εφαρμόσθηκαν, στην προκειμένη περίπτωση, και συγκεκριμένα, αναφορικά με την ισχύ του άρθρου 26 του ν. 2496/1997 και το χαρακτήρα της παρεμπίπτουσας αγωγής, ως εισάγουσας αυτοτελή αίτηση, ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (άρθρα 179, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως, ορίζεται, ειδικότερα, στο διατακτικό.

 

Παράβαση ασφαλισμένου με δόλο να γνωστοποιήσει στον ασφαλιστή την κατάσταση της υγείας του.

 

ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ   2948/2005

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Σε περίπτωση παράβασης από τον ασφαλισμένο από δόλο της υποχρέωσης να γνωστοποιήσει στον ασφαλιστή την κατάσταση της υγείας του, που δεν περιλαμβάνεται στο σχετικό ερώτημα, ο ασφαλιστής, λαμβάνοντας γνώση της παράβασης, έχει δικαίωμα να καταγγείλει την σύμβαση μέσα σε προθεσμία ενός μηνός από τότε που έλαβε γνώση της παράβασης. Η καταγγελία της σύμβασης επιφέρει την λύση της και ο ασφαλιστής απαλλάσσεται αμέσως μετά από την υποχρέωση καταβολής του ασφαλίσματος.

Γίνεται δεκτό ότι, ο ασφαλιστής που πληροφορήθηκε, μετά την επέλευση του κινδύνου, την δόλια απόκρυψη των ουσιωδών περιστατικών απαλλάσσεται αμέσως από την υποχρέωση καταβολής του ασφαλίσματος, αρκεί να επικαλεσθεί ότι θα είχε προβεί σε καταγγελία, αν είχε λάβει γνώση της παράβασης πριν την επέλευση του κινδύνου.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ   2948/2005

Απόσπασμα…..Από τη διάταξη του αρ. 3 του ν. 2496/1997 ορίζεται ότι κατά τη σύναψη της συμβάσεως ασφαλίσεως ο λήπτης της ασφαλίσεως υποχρεούται να δηλώσει στον ασφαλιστή κάθε στοιχείο ή περιστατικό που γνωρίζει το οποίο είναι αντικειμενικά ουσιώδες για την εκτίμηση του κινδύνου καθώς επίσης να απαντήσει σε κάθε σχετική ερώτηση του ασφαλιστή. Στοιχεία και περιστατικά για τα οποία ο ασφαλιστής έθεσε γραπτές ερωτήσεις τεκμαίρεται ότι είναι τα μόνα τα οποία επηρεάζουν την από μέρους του εκτίμηση και αποδοχή του κινδύνου. Από τη διάταξη της παρ. 6 του αρ. 3 του άνω νόμου ορίζεται ότι σε περίπτωση παραβάσεως από δόλο της υποχρεώσεως που προβλέπεται στην παρ. 1 του άρθρου αυτού ο ασφαλιστής λαμβάνοντας βέβαια γνώση της παραβάσεως και σταθμίζοντας τα συμφέροντα του έχει δικαίωμα είτε να εμμείνει στη σύμβαση, δηλώνοντας ενδεχομένως τούτο ρητά στο λήπτη είτε να καταγγείλει τη σύμβαση μέσα σε προθεσμία ενός μηνός από τότε που έλαβε γνώση της παραβάσεως επιφέροντας ασφαλώς τη λύση της και έτσι να απαλλαγεί μάλιστα δε αμέσως μετά τη συντέλεση της καταγγελίας από την υποχρέωση του προς καταβολή του ασφαλίσματος. Από τις άνω διατάξεις της αποσβεστικής μηνιαίας προθεσμίας ο ασφαλιστής τεκμαίρεται αμάχητα ότι εμμένει στη σύμβαση και ότι για την αζημία καταγγελία εκ μέρους του ασφαλιστή της συμβάσεως ασφαλίσεως ζωής ή ασθενειών απαιτείται γνώση του ασφαλισμένου για συγκεκριμένο γεγονός που απέκρυψε από τον ασφαλιστή κατά την κατάρτιση της συμβάσεως χωρίς να αρκεί αμέλεια στην απόκρυψη αυτήν, ενώ το περιστατικό που αποκρύφθηκε θα πρέπει να είναι αντικειμενικά ουσιώδες άσχετα αν επέδρασε ή όχι στην επέλευση της ασφαλιστικής περιπτώσεως έτσι ώστε όχι οποιαδήποτε απόκρυψη να δίνει στον ασφαλιστή το σχετικό δικαίωμα αλά μόνο εκείνου που θα είναι δυνατό να οδηγήσει σε μη κατάρτιση της σύμβασης ασφαλίσεως ή σε κατάρτιση της με διαφορετικούς όρους (ΑΠ 1119/2003 ΕΕμπΔ 2004, 93, ΑΠ 830/2004, ΕΕμπΔ 2004, 779). Δεν προβλέπονται ρητώς στον άνω ασφαλιστικό νόμο ποιες είναι οι έννομες συνέπειες αν επέλθει η ασφαλιστική περίπτωση πριν από την εκ μέρους του ασφαλιστή γνώση της παραβάσεως από δόλο της υποχρεώσεως του λήπτη της ασφάλισης να δηλώσει κάθε στοιχείο και περιστατικό που είναι γνωστό σ' αυτόν και είναι αντικειμενικά ουσιώδες για την εκτίμηση του κινδύνου και να απαντήσει σε κάθε σχετική ερώτηση. Δεν είναι σύμφωνο με τη λογική ούτε να απαιτείται προς επέλευση της προαναφερθείσης απαλλαγής ή εμπρόθεσμη καταγγελία της συμβάσεως ασφάλισης εκ μέρους του ασφαλιστή τη στιγμή που αυτός αγνοεί την παράβαση που αποτελεί την αιτία της καταγγελία ούτε να προστατεύεται ο μη γνώστης της παραβάσεως ασφαλιστής μέσω των γενικών διατάξεων περί πλάνης και τέτοιας που προκλήθηκε από απάτη (ΑΚ 140, 148) και ενδεχομένως να βρίσκεται αυτός από άποψη έννομης προστασίας σε χειρότερη θέση έναντι εκείνης του προβλεπομένου στην περίπτωση του αρ. 3 και 7 του ν. 2496/97 ασφαλιστή που γνωρίζει την παράβαση. Γίνεται δεκτό ότι κατά το πνεύμα και το σκοπό των άνω διατάξεων επιβάλλεται η αναλογική εφαρμογή της τελευταίας από αυτές και ότι ο ασφαλιστής που πληροφορήθηκε μετά την επέλευση του κινδύνου την δόλια απόκρυψη των ουσιωδών περιστατικών απαλλάσσεται αμέσως από την υποχρέωση καταβολής του ασφαλίσματος αρκεί να επικαλεσθεί ότι θα είχε προβεί σε καταγγελία αν είχε λάβει γνώση της παραβάσεως πριν την επέλευση του κινδύνου και κατ' ένσταση ως εναγόμενος για την καταβολή της ασφαλιστικής αποζημίωσης (ΑΠ 1119/2003 ο.π., ΕφΑΘ 7391/2000 ΕΕμπΔ 2001, 295, ΕφΑΘ 7642/2002 ΕλλΔ 2003, 815, /. Ρόκα, Ιδιωτική Ασφάλιση (2004/αρ. περ. 271.273)). 

 

Σύμβαση υπέρ τρίτου.

 

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ  169/2007

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Οταν συνάπτεται ενοχική σύμβαση υπέρ τρίτου προσώπου, την εξ αυτής απαίτηση έχει κατά του οφειλέτη ο συμβαλλόμενος ως δανειστής και όχι ο τρίτος, εκτός εάν έχει συμφωνηθεί το αντίθετο,  ή συνάγεται από τη φύση και τον σκοπό της σύμβασης.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ  169/2007

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χλαμπουτάκη, Αντιπρόεδρο, Νικόλαο Κασσαβέτη, Ιωάννη Παπανικολάου, Δημήτριο Δαλιάνη και Αθανάσιος Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Νοεμβρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-10-2002 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις…..του ίδιου Δικαστηρίου και……του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητά η αναιρεσείουσα με την από 15-11-2005 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Κουρομάνος ανέγνωσε την από 2-11-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αίτηση και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης΄ νοούνται δε ως "πράγματα" αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, οι οποίοι ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και τείνουν στη θεμελίωση ή στην κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που έχει ασκηθεί με αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση. Εξάλλου, από την αρχή της ελευθερίας των συναλλαγών (άρθρο 361 ΑΚ) σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 410, 411 ΑΚ συνάγεται ότι, όταν συνάπτεται ενοχική σύμβαση υπέρ τρίτου προσώπου, την εξ αυτής απαίτηση έχει κατά του οφειλέτου ο συμβαλλόμενος ως δανειστής και όχι ο τρίτος, εκτός εάν συμφωνηθεί το αντίθετο ή αυτό συνάγεται από τη φύση και τον σκοπό της σύμβασης. Στην προκειμένη περίπτωση η ήδη αναιρεσείουσα ναυτική εταιρία ιστορούσε στο αγωγικό της δικόγραφο ότι ο…..που ήταν ναυτολογημένος σε πλοίο της (και δεν είναι διάδικος στην παρούσα υπόθεση), υπέστη ατύχημα, κατά την διάρκεια της εργασίας του σ΄ αυτό, και την καθ υποχρέωσε δικαστικώς να τον αποζημιώσει. Ζήτησε δε, με την ένδικη αγωγή και με βάση σχετική σύμβαση ασφαλίσεως που είχε συνάψει με την αναιρεσίβλητη να υποχρεωθεί η τελευταία να της καταβάλει χρηματικό ποσό 2.500.000 δραχμών, το οποίο η ίδια είχε πληρώσει στον Ναυτικό, ως αποζημίωση λόγω του τραυματισμού του. Επικαλούμενος την συναφθείσα σύμβαση ασφαλίσεως σύμφωνα με την οποία η ενάγουσα εταιρία είχε συνάψει ασφαλιστική σύμβαση..... με την εναγομένη, η οποία έχει αναλάβει την κάλυψή της έναντι του πληρώματος του πλοιοκτησίας της πλοίου…. ασφαλιστικής ευθύνης της από ατυχήματα, ασθένειες, νοσοκομειακή και εξωνοσοκομειακή περίθαλψη. Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία η αγωγή είχε κριθεί ουσιαστικώς αβάσιμη απέρριψε την αγωγή ως ενεργητικώς ανομιμοποίητη θεωρώντας την επικαλούμενη με την αγωγή ασφαλιστική σύμβαση "γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου" και μη λαμβάνοντας υπόψη τον προκύπτοντα από το λογαριασμό της αγωγής, που παραδεκτά επισκοπεί ο ΄Αρειος Πάγος (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), ουσιώδη αγωγικό ισχυρισμό, σύμφωνα με τον οποίο, κατά την επικαλούμενη σύμβαση (όχι τα ασφαλιζόμενα μέλη του πληρώματος αλλά) η ίδια η αντισυμβαλλομένη της ασφαλιστικής εταιρίας θα εδικαιούτο έναντι αυτής να αναζητήσει (μέχρι ορισμένου ποσού) την αποζημίωση που τυχόν θα κατέβαλλε στους ναυτικούς, ως υπεύθυνη εργοδότριά τους, σε περίπτωση ατυχήματος ή ασθενείας. Ετσι όμως το ουσιαστικό δικαστήριο υπέπεσε στην εκ του άρθρου 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ πλημμέλεια και γι΄ αυτό πρέπει, κατά παραδοχή του σχετικού (τρίτου) λόγου αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, η σύνθεση του οποίου από άλλους δικαστές είναι δυνατή (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), παρέλκει δε η έρευνα των λοιπών λόγων. 

 

Η αποζημιωτική αρχή, ή αρχή απαγόρευσης πλουτισμού στην ασφάλιση ατυχήματος, ασθένειας και προσωπικών κινδύνων.

 

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ  586/2010

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Στην ασφάλιση προσωπικών κινδύνων, ατυχήματος και ασθένειας ισχύει η αποζημιωτική αρχή, ή αρχή απαγόρευσης του πλουτισμού.

Επέρχεται δηλαδή αυτοδίκαιη υποκατάσταση του ασφαλιστή στα δικαιώματα του ασφαλισμένου κατά του τρίτου, η οποία έχει ως συνέπεια την έλλειψη δυνατότητας για ικανοποίηση του ζημιωθέντος ασφαλισμένου, τόσο από τον υπαίτιο της ζημίας, όσο και από τον ασφαλιστή.

Αν ο ασφαλιστής κατέβαλε το ασφάλισμα στον ασφαλισμένο, ο μεν ασφαλισμένος δεν έχει μέχρι του ποσού αυτού αξίωση αποζημίωσης κατά του υπαιτίου τρίτου, ο δε ασφαλιστής υποκαθίσταται στα δικαιώματα του ασφαλισμένου κατά του υπευθύνου τρίτου, στην έκταση του ασφαλίσματος που κατέβαλε μέσω του μηχανισμού της υποκαταστάσεως.

Η υποκατάσταση επέρχεται αυτοδικαίως, χωρίς οποιαδήποτε συμφωνία μεταξύ του ασφαλιστή και του ασφαλισμένου και δεν χρειάζεται αναγγελία σε κανένα.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ  586/2010

Απόσπασμα……Από τις διατάξεις των άρθρων 298 και 914 ΑΚ προκύπτει, ότι ο παρά το νόμο ζημιώσας άλλον υπαιτίως υποχρεούται σε αποζημίωση, η οποία περιλαμβάνει τη διαφορά μεταξύ της ενεστώσας περιουσιακής κατάστασης του ζημιωθέντος και εκείνης στην οποία θα βρισκόταν αυτός αν δεν συνέβαινε το ζημιογόνο γεγονός. Γι' αυτό, όταν εξ αυτού προκύπτει και κάποια ωφέλεια, τελούσα σε αιτιώδη προς τούτο σύνδεσμο, πραγματική ζημία είναι ό,τι υπολείπεται με την αφαίρεση της ωφέλειας. Από αυτή τη γενική αρχή εισάγει εξαίρεση η διάταξη του άρθρου 930 παράγραφος 3 ΑΚ, κατά την οποία επί θανατώσεως ή βλάβης του σώματος ή της υγείας προσώπου, η προς αποζημίωση αξίωση δεν αποκλείεται εκ του λόγου ότι άλλος υποχρεούται σε αποζημίωση ή διατροφή του αδικηθέντος, υπό την έννοια ότι δικαιούται αυτός να απαιτήσει αμφότερες τις παροχές, δηλαδή τη ζημιά και την ωφέλεια και όταν αυτές έχουν ως αιτία το ίδιο επιζήμιο γεγονός (Ολ. ΑΠ 807/1973). Περαιτέρω, το άρθρο 31 του Ν 2496/1997, το οποίο εντάσσεται στο τρίτο κεφάλαιο του ανωτέρω νόμου που αφορά την ασφάλιση ατυχημάτων και ασθενειών, στην παράγραφο 1 αυτού ορίζει, ότι "αν δεν συμφωνήθηκε κάτι άλλο, η ασφάλιση ατυχημάτων περιλαμβάνει τις σωματικές βλάβες που προέρχονται από εξωτερική, βίαιη, αιφνίδια και ξένη προς την πρόθεση του ασφαλισμένου αιτία, εφόσον προκαλέσει προσωρινή ή μόνιμη, μερική ή ολική αναπηρία ή θάνατο ή ανάγκη νοσηλείας", ενώ στην παράγραφο 3 αυτού ορίζει ότι "μπορεί να συμφωνηθεί η καταβολή ασφαλίσματος που αντιστοιχεί είτε στις συγκεκριμένες άμεσες ζημιές του ασφαλισμένου είτε στο τυχόν κατ' αποκοπή για κάθε περίπτωση συμφωνημένα ποσά εφάπαξ ή σε περιοδικές παροχές είτε στην παροχή ιατροφαρμακευτικών και χειρουργικών υπηρεσιών. Αν συμφωνήθηκε η καταβολή των συγκεκριμένων άμεσων ζημιών, έχουν εφαρμογή τα άρθρα 14 και 15 του παρόντος νόμου". Εξάλλου, κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 14 του Ν 2496/1997 "εάν ο λήπτης της ασφάλισης έχει αξίωση προς αποκατάσταση της ζημιάς κατά τρίτου, η αξίωση περιέρχεται στον ασφαλιστή! στην έκταση του ασφαλίσματος που κατέβαλε", ενώ κατά την παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου "ο λήπτης της ασφάλισης και, σε περίπτωση ασφάλισης για λογαριασμό, ο ασφαλισμένος και ο τυχόν τρίτος δικαιούχος του ασφαλίσματος, υποχρεούνται να διαφυλάξουν τα δικαιώματα τους κατά του τρίτου που περιέρχονται στον ασφαλιστή. Παραβίαση της υποχρέωσης αυτής επάγεται ευθύνη των υπόχρεων, προς αποκατάσταση κάθε ζημιάς του ασφαλιστή". Με τις διατάξεις αυτές στις ασφαλίσεις προσωπικών κινδύνων, ατυχήματος και ασθένειας, στο μέτρο που αυτές λειτουργούν ως ασφαλίσεις ζημίας, καθιερώνεται η αποζημιωτική αρχή ή αρχή απαγόρευσης του πλουτισμού. Έτσι, κατά το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 3 του ανωτέρω άρθρου 31 Ν 2496/1997, αν με την ασφαλιστική σύμβαση ατυχήματος και ασθενειών συμφωνηθεί η καταβολή συγκεκριμένων άμεσων ζημιών, έχει εφαρμογή το άρθρο 14 παράγραφος 1 του ίδιου νόμου, λειτουργεί δηλαδή ο μηχανισμός της υποκατάστασης του ασφαλιστή κατά του υπόχρεου τρίτου και περιέρχεται σ' αυτόν η αξίωση, στην έκταση του ποσού που κατέβαλε για τις συγκεκριμένες άμεσες ζημίες. Η ασφαλιστική υποκατάσταση αποτελεί εκχώρηση από τον νόμο και επέρχεται αυτοδίκαια από το χρόνο καταβολής της ασφαλιστικής αποζημίωσης στο λήπτη της ασφάλισης. Στην εκχώρηση από το νόμο εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις για τη συμβατική εκχώρηση, εφόσον προσαρμόζονται στη φύση και στο σκοπό της και δεν προβλέπεται απόκλιση και επομένως, αφού δεν προβλέπεται διαφορετικά, είναι αναγκαία η αναγγελία για να γίνουν γνωστά τα περιστατικά της ασφαλιστικής υποκατάστασης. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, εσωτερικού ή διεθνούς. Ο κανόνας παραβιάζεται, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, είτε με ψευδή ερμηνεία, η οποία υπάρχει, όταν αποδίδεται στον κανόνα διαφορετική έννοια από την αληθινή, είτε εσφαλμένη εφαρμογή, η οποία συντελείται, όταν εφαρμόζεται κανόνας, ενώ δεν συνέτρεχαν προϋποθέσεις εφαρμογής του ή όταν εφαρμόστηκε εσφαλμένα. Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε τα ακόλουθα σχετικά με λόγο έφεσης της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρίας, στην οποία ήταν ασφαλισμένο το αυτοκίνητο-, με το οποίο προξενήθηκε σωματική βλάβη στον αναιρεσίβλητο από υπαιτιότητα του οδηγού του, σύμφωνα με τον οποίο μη νόμιμα επιδικάστηκαν σ' αυτόν, κατ' εφαρμογή του άρθρου 930 παράγραφος 3 ΑΚ, παρότι είχαν καταβληθεί σ' αυτόν έξοδα νοσηλείας από άλλη ασφαλιστική εταιρία, με την οποία είχε αυτός συνάψει σύμβαση ασφάλισης ατυχήματος και ασθενείας και επομένως αυτή νομιμοποιείτο στην αξίωση αυτών. Ο ισχυρισμός, εφόσον από τις παραδοχές τις απόφασης προκύπτει, ότι δεν γίνεται επίκληση αναγγελίας της τυχόν επελθούσας από την ασφαλιστική εταιρία, με την οποία είχε συνάψει ο παθών σύμβαση ατυχήματος και ασθενείας (δεδομένου ότι είναι δυνατόν να είχε συμφωνηθεί σωρευτική αποζημίωση), δεν θεμελιώνει αυθύπαρκτο δικαίωμα (γνήσια ένσταση) του τρίτου ζημιώσαντος (και εντεύθεν της ασφαλιστικής του εταιρίας), λαμβανομένου υπόψη ότι ο μηχανισμός της ασφαλιστικής υποκατάστασης επιδιώκει, εκτός από τον αποκλεισμό του πλουτισμού του παθόντος, και την πραγμάτωση της ευθύνης του τρίτου και, ως εκ τούτου., δεν αίρεται η νομιμοποίηση του αναιρεσιβλήτου-παθόντος, εμπίπτει δε η προβολή του ανωτέρω ισχυρισμού στην απαγόρευση του άρθρου 262 παράγραφος 2 ΚΠολΔ (ΑΠ 764/1981). Το Εφετείο, συνεπώς, απορρίπτοντας τον προαναφερόμενο λόγο της έφεσης της αναιρεσείουσας, ορθά δεν εφάρμοσε τις ανωτέρω αναφερόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου και ορθά εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 930 παράγραφος 3 ΑΚ, έστω και με διαφορετική αιτιολογία και ο μοναδικός λόγος της αναίρεσης είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατά την μειοψηφούσα γνώμη, όμως, την οποία διατύπωσε η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης, Σοφία Καραχάλιου, ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., έπρεπε να γίνει δεκτός, ως βάσιμος. Και τούτο, διότι : Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 930 παρ. 3 ΑΚ, 31 παρ. 1 και 3, 14 παρ. 1 και 3 του Ν. 2496/1997, το περιεχόμενο των οποίων εκτίθεται ανωτέρω, συνάγεται, ότι στην ασφάλιση προσώπων κατά ατυχημάτων, κατά το αποζημιωτικό σύστημα, στην οποία, δηλαδή, έχει συμφωνηθεί η καταβολή του ασφαλίσματος να αντιστοιχεί σε συγκεκριμένες άμεσες ζημίες του ασφαλισμένου, για την αποκατάσταση των οποίων αυτός έχει αξίωση, κατά του αστικώς υπευθύνου τρίτου, επέρχεται αυτοδίκαιη υποκατάσταση του ασφαλιστού στα δικαιώματα του ασφαλισμένου κατά του τρίτου, η οποία έχει ως περαιτέρω συνέπεια την έλλειψη δυνατότητας για σωρευτική ικανοποίηση του ζημιωθέντος ασφαλισμένου και από τον υπαίτιο της ζημίας και από του ασφαλιστή. 'Ετσι, αν ο ασφαλιστής κατέβαλε το ασφάλισμα στον ασφαλισμένο, ο μεν ασφαλισμένος δεν έχει μέχρι του ποσού αυτού και αξίωση αποζημιώσεως κατά του υπαιτίου τρίτου, ο δε ασφαλιστής υποκαθίστανται στα δικαιώματα του ασφαλισμένου κατά του αστικώς υπευθύνου τρίτου, στην έκταση του ασφαλίσματος που κατέβαλε, μέσω του μηχανισμού της υποκαταστάσεως του άρθρου 14 παρ. 3 του Ν. 2496/1997 (αντιστοίχου της καταργηθείσας του αυτού περιεχομένου, διατάξεως του άρ. 210 Εμπ.Νόμου), Η υποκατάσταση αυτή επέρχεται αυτοδικαίως, χωρίς οποιαδήποτε συμφωνία μεταξύ του ασφαλιστού και του ασφαλισμένου, δεν υπάγεται στην διάταξη του άρθρου 488 Α.Κ. και έχει τον χαρακτήρα "εκχωρήσεως εκ του νόμου". Στην υποκατάσταση δε αυτή (αν ο ίδιος ο νόμος δεν ορίζει άλλως) δεν υπάρχει ανάγκη αναγγελίας, κατ' άρθρο 460 Α.Κ., εφ' όσον η τελευταία διάταξη δεν εφαρμόζεται στην εκχώρηση εκ του νόμου (ΑΠ 903/1996, εκδοθείσα υπό την ισχύ του άρ. 210 του Εμπ.Ν.). Στην περίπτωση, δηλαδή, αυτή (της ασφαλίσεως προσώπων κατά ατυχημάτων, κατά το αποζημιωτικό σύστημα), δεν έχει εφαρμογή, μετά την ισχύ του, ως άνω, Ν. 2496/1997, η διάταξη του άρθρου 930 παρ. 3 Α.Κ., σύμφωνα με την οποία, κατά την κρατούσα τότε στη θεωρία και νομολογία άποψη, προ της θέσεως σε ισχύ του ασφαλιστικού αυτού νόμου, ο ασφαλισμένος εδικαιούτο, αν δεν είχε συμφωνηθεί κάτι διαφορετικό, να εισπράξει, αθροιστικώς, αφ' ενός το ασφάλισμα από τον ασφαλιστή και αφ' ετέρου αποζημίωση από τον ζημιώσαντα τρίτο (ΑΠ. 1411/2006, ΑΠ 1449/2007). Επομένως, ο ζημιώσας τρίτος ή ο ασφαλιστής του, που έχει ασφαλίσει την ευθύνη αυτού από την πρόκληση αυτοκινητικού ατυχήματος, εναγόμενος από τον παθόντα ασφαλισμένο, στον οποίο καταβλήθηκε το ποσό του ασφαλίσματος που αντιστοιχεί στις άμεσες ζημίες, προς καταβολή και της αποζημιώσεως, δικαιούται να προτείνει ισχυρισμό περί ελλείψεως νομιμοποιήσεως τούτου, εφ' όσον, καταβάλλοντας στον πρώην δανειστή του (εν όψει του ότι επήλθε ήδη η υποκατάσταση), κινδυνεύει, ακολούθως να καταβάλει, εκ νέου, στον πραγματικό δικαιούχο της απαιτήσεως, ασφαλιστή. 

 

Υπασφάλιση και επέλευση του ασφαλιστικού κινδύνου στην ασφάλιση κατά ζημιών.

 

ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ  7219/2001

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Στην υπασφάλιση το ασφαλιστικό ποσό είναι κατώτερο από την ασφαλιστική αξία και ο ασφαλισμένος θεωρείται ασφαλιστής του εαυτού του για το ακάλυπτο μέρος, υφιστάμενος ανάλογο μέρος των ζημιών. Η υποχρέωση του ασφαλιστή είναι περιορισμένη και δεν μπορεί να υπερβεί το ασφαλιστικό ποσό.

Ο θεσμός της υπασφάλισης προϋποθέτει ότι η ζημία είναι μερική και δεν εφαρμόζεται στην περίπτωση της ολικής ζημίας, οπότε ο ασφαλιστής καταβάλλει ολόκληρο το ασφαλιστικό ποσό.

Το ποσό της καταβλητέας αποζημίωσης είναι ίσο προς το πηλίκο, που προκύπτει από τη διαίρεση του γινομένου της ζημίας επί το ασφαλιστικό ποσό δια της ασφαλιστικής αξίας.

Κρίσιμος χρόνος είναι ο χρόνος πραγματοποίησης του κινδύνου.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ  7219/2001

Απόσπασμα…..…Κατά τα άρθρα 197 και 198 ΕμπΝ η ασφάλιση κατά ζημιών μπορεί να γίνει για ολόκληρη την αξία του πράγματος, για μέρος αυτής ή για ορισμένη ποσότητα, στην περίπτωση όμως αυτή, δηλαδή αν η ασφάλιση κατά ζημιών καλύπτει μέρος μόνο της αξίας του ασφαλισμένου πράγματος, ο ασφαλισμένος υφίσταται ανάλογο μέρος των ζημιών. Με τις διατάξεις αυτές δημιουργείται ο θεσμός της υπασφάλισης, στην οποία το ασφαλιστικό ποσό είναι κατώτερο από την ασφαλιστική αξία και ο ασφαλισμένος θεωρείται ως ασφαλιστής του εαυτού του για το ακάλυπτο μέρος, υφιστάμενος, σε περίπτωση πραγματοποιήσεως του κινδύνου, ανάλογο μέρος των ζημιών, ενώ η υποχρέωση του ασφαλιστή είναι περιορισμένη και δεν μπορεί να υπερβεί το ασφαλιστικό ποσό. Αρα, το ποσό της καταβλητέας αποζημιώσεως από τον ασφαλιστή στον ασφαλισμένο έχει προς το ποσό της ζημίας τον ίδιο λόγο που έχει το ασφαλιστικό ποσό προς την ασφαλιστική αξία, κατά τον τύπο του αναλογικού κανόνα, δηλαδή η αποζημίωση είναι ίση προς το πηλίκο που προκύπτει από τη διαίρεση του γινομένου της ζημίας επί το ασφαλιστικό ποσό δια της ασφαλιστικής αξίας  (βλ. Α. Τσιριντάνη «Η υπασφάλισις», σελ. 4 επ., Ιω. Ρόκα ΕΕμπΔ ΚΑ. 624, Τσάγκαρη ΕμπορΔ, κάτω από το άρθρο 198, Αργυριάδη «Στοιχεία Ασφαλ. Δικαίου», § 17, Α. Φλούδα «Αστική Ευθύνη εξ αυτοκινητικών ατυχημάτων», έκδ. Β΄, § 181 και σελ. 231). Ως κρίσιμος χρόνος, κατά τον οποίο εξετάζεται αν υφίσταται η επί έλαττον διαφορά του ασφαλιστικού ποσού έναντι της ασφαλιστικής αξίας, λαμβάνεται ο χρόνος πραγματοποιήσεως του κινδύνου,  σύμφωνα και με τη διάταξη του άρθρου 208 § 1 ΕμπΝ με την οποία ορίζεται ότι η οφειλόμενη από τον ασφαλιστή αποζημίωση κανονίζεται κατά την αξία την οποία είχε το ασφαλισθέν πράγμα κατά το χρόνο του ατυχήματος (ΕφΑθ 12279/1987 ΕλΔ 30.113, ΕφΑθ 2902/1986 ΕΕμπΔ ΛΗ΄ 588, ΕφΑθ 8650/1992 αδημ. στο νομικό τύπο). Όμως ο ειρημένος αναλογικός κανόνας προϋποθέτει ότι η ζημία είναι μερική και δεν εφαρμόζεται στην περίπτωση της ολικής ζημίας, οπότε ο ασφαλιστής καταβάλλει ολόκληρο το ασφαλιστικό ποσό (ΕφΑθ 10463/1987 ΕΕμπΔ ΛΗ΄ 590, ΕφΑθ 2902/1986, ό.π.). ... Με τα δεδομένα λοιπόν αυτά υπάρχει πράγματι στην προκείμενη περίπτωση υπασφάλιση, εφόσον η ασφαλιστική αξία των πρώτων υλών και των εξ αυτών προϊόντων και εμπορευμάτων της ενάγουσας εταιρίας κατά το χρόνο επελεύσεως του ασφαλιστικού κινδύνου (12-14.2.1994) ανερχόταν στο ποσό των δρχ. 26.515.092, ενώ το ασφαλιζόμενο ποσό, σύμφωνα με τα ανωτέρω ασφαλιστήρια συμβόλαια, ήταν συνολικά δραχμές 8.715.000 (6.225.000+ 2.490.000). Όμως, εν όψει της προμνημονευθείσας ολικής καταστροφής των ασφαλισμένων πραγμάτων, δεν έχει στην προκείμενη περίπτωση εφαρμογή, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη της παρούσας, ο αναλογικός κανόνας του άρθρου 198 ΕμπΝ και κατά συνέπεια οφείλει η εναγομένη ασφαλιστική εταιρία να καταβάλει στην αντίδικό της ολόκληρο το πιο πάνω ασφαλιστικό ποσό.

Αναζήτηση

Χρίστος Καραμπάγιας | Μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών