Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 682 παρ. 1 ΚΠολΔ, κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 683 έως 703 τα δικαστήρια, σε επείγουσες περιπτώσεις, ή για να αποτραπεί επικείμενος κίνδυνος, μπορούν να διατάζουν ασφαλιστικά μέτρα για την εξασφάλιση ή διατήρηση ενός δικαιώματος, ή την ρύθμιση μιας κατάστασης και να τα μεταρρυθμίζουν, ή να τα ανακαλούν.

Από το συνδυασμό των διατάξεων του ως άνω άρθρου και του άρθρου 690 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει πως το δικαστήριο, προκειμένου να διατάξει την λήψη ασφαλιστικού μέτρου, πρέπει προηγουμένως να πιθανολογήσει πως η προβαλλόμενη ως ασφαλιστέα αξίωση έχει γεννηθεί, δηλ. υφίστανται όλα τα κατά την οικεία διάταξη νόμου, που είναι στην in concreto περίπτωση εφαρμοστέα δικαιοπαραγωγικά γεγονότα της και ότι υπάρχει επείγουσα περίπτωση, ή επικείμενος κίνδυνος.

Πρόκειται για έννοιες που, προφανώς, δεν είναι ταυτόσημες, γιατί,  διαφορετικά, δεν θα είχαν θέση και οι δύο στο κείμενο του νόμου. Οι προϋποθέσεις παροχής προσωρινής δικαστικής προστασίας (επείγον και κίνδυνος), αποτελούν στην ουσία το έννομο συμφέρον του αιτούντος για την λήψη ασφαλιστικού μέτρου.

Συνεπώς, είναι διαδικαστικές προϋποθέσεις της δίκης, και, επομένως, αν δεν πιθανολογηθεί η συνδρομή τους, η αίτηση ασφαλιστικών μέτρων θα απορριφθεί, όχι ως κατ ουσίαν αβάσιμη, αλλά, ως απαράδεκτη.

Επί προσβολών της νομής, της κυριότητας και γενικά των απολύτων δικαιωμάτων, η επείγουσα περίπτωση, δηλ. η ανάγκη να ενεργοποιηθεί προσωρινά η εριζόμενη έννομη σχέση, παρίσταται αυτόθροη, όταν πιθανολογείται η ύπαρξη του ασφαλιστέου δικαιώματος, καθώς και η προσβολή του.

Ειδικότερα, όταν προσβάλλεται η νομή (με αποβολή ή διατάραξη), το δικαστήριο των ασφαλιστικών μέτρων έχει τη δυνατότητα να αποκαταστήσει προσωρινά την τρωθείσα φυσική εξουσία του αιτούντος στο διαφιλονικούμενο πράγμα, κατά την ρητή διάταξη της ΚΠολΔ 734 παρ. 2, ακριβώς επειδή η προσβολή και μόνο της εν λόγω εξουσίας του, δημιούργησε eo ipso την ανάγκη να συνεχίσει αυτός προσωρινά να ασκεί το διαφιλονικούμενο δικαίωμά του, με άλλα λόγια να ενεργοποιηθεί προσωρινά το δικαίωμά του σε αυτό.

Δεν απαιτείται δηλαδή αποδεικτική κρίση περί της συνδρομής του επείγοντος, ή του επικειμένου κινδύνου, και, συνεπώς, δεν απαιτείται, για να θεμελιωθεί νόμω η εν λόγω περίπτωση, κίνδυνος συγκρούσεων, ή διαπληκτισμών των διαδίκων (ΜονΠρΧαν 36/2012).