Από τις διατάξεις των άρθρων 682 και 688 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η συντηρητική κατάσχεση, ως ασφαλιστικό μέτρο, επιτρέπεται και διατάσσεται σε περίπτωση

α) ύπαρξης επικείμενου κινδύνου, που απειλεί το επίδικο δικαίωμα ή απαίτηση και προς αποτροπή αυτού ή,

β) εάν συντρέχει επείγουσα περίπτωση, που επιβάλλει την ταχεία και άμεση λήψη δικαστικών προφυλακτικών μέτρων πριν ή κατά τη διάρκεια της τακτικής διαγνωστικής δίκης.

Στην περίπτωση που δεν υπάρχουν, ή δεν πιθανολογούνται, οι πραγματικές αυτές προϋποθέσεις, δεν δικαιολογείται η λήψη του ασφαλιστικού μέτρου της συντηρητικής κατάσχεσης.  

Ως επικείμενος κίνδυνος, ή επείγουσα περίπτωση, νοείται η ύπαρξη ασυνήθους ανάγκης έκτακτης δικαστικής προστασίας του διαδίκου, που δικαιολογείται από τη συνδρομή παρόντων πραγματικών περιστατικών συγκεκριμένου κινδύνου, ή επείγουσας περίπτωσης της παρούσας στιγμής.

Στην αίτηση της λήψης του ασφαλιστικού μέτρου της συντηρητικής κατάσχεσης, ως επικείμενος κίνδυνος, νοείται η πιθανολόγηση ότι επίκειται εκποίηση της υφισταμένης περιουσίας, ή αναγκαστική εκποίηση αυτής για την πληρωμή άλλων χρεών και εν γένει η αποξένωση του καθ ου η αίτηση από την κατασχετή περιουσία του, έτσι ώστε να είναι αδύνατη η επίσπευση εναντίον του αναγκαστικής εκτέλεσης, όταν κάποτε ο αιτών δανειστής θα αποκτήσει εκτελεστό τίτλο μετά τον τερματισμό της διαγνωστικής δίκης.

Αντίθετα δεν αρκεί για να δικαιολογήσει τη λήψη του ασφαλιστικού μέτρου η ελαττωμένη περιουσιακή κατάσταση του καθ ου η αίτηση, ενώ δεν δύναται να θεωρηθεί ότι αποτελεί επικείμενο κίνδυνο, ή επείγουσα περίπτωση, η πιθανή μεταβολή στο μέλλον της περιουσιακής κατάστασης του καθ ου η αίτηση, γιατί με τέτοια εκδοχή θα δικαιολογείτο η λήψη ασφαλιστικών μέτρων σε κάθε εκκρεμή αγωγή, εν όψει της ενδεχόμενης κατά την κοινή πείρα και λογική, μεταβολής ή ελάττωσης της περιουσιακής κατάστασης του διαδίκου (ΜονΠρΘεσ. 15137/2012, ΜονΠρΠειρ 167/2015, ΜονΠρΘεσ 4228/2015).