Από τις διατάξεις των άρθρων 695 έως και 697 ΚΠολΔ προκύπτει ότι οι κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων εκδιδόμενες δικαστικές αποφάσεις έχουν προσωρινή ισχύ, δεν επηρεάζουν την κυρία δίκη και μπορεί να μεταρρυθμισθούν ή ανακληθούν, είτε από το Δικαστήριο που τις έχει εκδώσει, είτε από το Δικαστήριο της κυρίας δίκης.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 696 παρ. 3 ΚΠολΔ, το Δικαστήριο που διέταξε ασφαλιστικά μέτρα, έως την συζήτηση της αγωγής που αφορά την κύρια υπόθεση, έχει δικαίωμα, με αίτηση όποιου έχει έννομο συμφέρον, να μεταρρυθμίσει, ή ν` ανακαλέσει, εν όλω ή εν μέρει την απόφαση του, εφ όσον επήλθε μεταβολή των πραγμάτων, που δικαιολογεί την ανάκληση, ή μεταρρύθμισή της.

Μεταβολή των πραγμάτων υπό την έννοια της προαναφερόμενης διάταξης υπάρχει, όταν συνέβησαν κρίσιμα για την επανεκτίμηση της υπόθεσης πραγματικά περιστατικά που, είτε έλαβαν χώρα μετά τη συζήτηση της αίτησης ασφαλιστικών μέτρων, είτε προϋπήρχαν, αλλά ήταν άγνωστα στον αιτούντα, ή ήταν μεν γνωστά, όμως ανυπαίτια δεν προτάθηκαν, τα οποία αν είχαν τεθεί υπ όψιν του Δικαστηρίου, θα εμφάνιζαν διάφορη πραγματική κατάσταση και θα απέληγαν σε διάφορη κρίση.

Για την ανάκληση της απόφασης, λόγω γεγονότων που προυπήρχαν της έκδοσης της προσβαλλομένης απόφασης, απαιτείται να συντρέχουν αθροιστικά: α) γεγονός προϋφιστάμενο της έκδοσης της προσβαλλόμενης απόφασης, β) γεγονός που δεν προβλήθηκε οπωσδήποτε κατά τη συζήτηση, μετά την οποία εκδόθηκε αυτή, γ) γεγονός άγνωστο στο διάδικο αποκαλυπτόμενο μετά την έκδοση αυτής, δ) το γεγονός αυτό να είναι ουσιώδες, οδηγώντας σε διαφορετική απόφαση με την οποία αποτρέπεται άμεσος κίνδυνος βλάβης του αιτούντος την ανάκληση της απόφασης (Τζίφρας, Ασφαλιστικά Μέτρα, 1976, σελ. 92 επ., ΜονΠρΑθ 933/1998, ΕφΘεσ 3308/2003, ΜονΠρΘεσ 39893/2007).