Κατ αρχήν, απαγορεύεται η κατάσχεση μισθών, συντάξεων και ασφαλιστικών παροχών.

Επιτρέπεται, όμως, σύμφωνα με την ίδια διάταξη της παρ. 2, εδ. δ, του άρθρου 982 ΚΠολΔ, να γίνει κατάσχεση, έως το μισό των μισθών, συντάξεων, ή ασφαλιστικών παροχών, αν πρόκειται με την κατάσχεση, να ικανοποιηθεί απαίτηση για διατροφή (που στηρίζεται στο νόμο, ή σε διάταξη τελευταίας βούλησης), ή για συνεισφορά στις ανάγκες της οικογένειας.

Η κατάσχεση έως το μισό των μισθών, συντάξεων, ή ασφαλιστικών παροχών, ισχύει και όταν η καταβολή του ποσού γίνεται με κατάθεση σε λογαριασμό του οφειλέτη σε τράπεζα, ή άλλο πιστωτικό ίδρυμα. Στην περίπτωση αυτή, η εξαίρεση ισχύει μόνο στην έκταση που ο λογαριασμός παρουσιάζει υπόλοιπο που δεν υπερβαίνει, κατά το χρονικό διάστημα από την επιβολή της κατάσχεσης έως την επόμενη ημέρα της καταβολής, το ποσό της εξαιρούμενης από την κατάσχεση απαίτησης.

Για τον υπολογισμό του ποσού της κατάσχεσης, λαμβάνονται υπ όψιν τα ποσά που εισπράττει ο υπόχρεος, το μέγεθος των υποχρεώσεων που του δημιουργεί ο γάμος του για αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών και ο αριθμός των δικαιούχων.

Ερμηνευτική δυσχέρεια προκαλεί ο καθορισμός του ποσοστού ως το οποίο επιτρέπεται να επιβληθεί η κατάσχεση. Η έννοια των λέξεων «ως το μισό» γίνεται αντιληπτή σε συνάρτηση με το ύψος της διατροφής του δικαιούχου, ή της συνεισφοράς στις ανάγκες της οικογένειας. Όταν δηλαδή το ύψος της διατροφής, ή της συνεισφοράς, δεν φτάνει το μισό του μισθού, είναι ευνόητο ότι μπορεί να κατάσχεται το ανάλογο μικρότερο τμήμα του (ΜονΠρΠατρ 2112/2009).

Στην έννοια «μισθός» περιλαμβάνεται οιαδήποτε αντιπαροχή σε είδος, ή σε χρήμα, την οποία λαμβάνει ο εργαζόμενος ως αντάλλαγμα της παροχής της εργασίας. Έτσι, στον μισθό περιλαμβάνονται οι τακτικές αποδοχές, οι οποίες παρέχονται κατά συμβατική, ή νόμιμη υποχρέωση, καθώς και τα επιδόματα (πολυετίας, συζύγου και τέκνων, προσαυξήσεις για νυχτερινή και κατά τις Κυριακές εργασία), τα δώρα εορτών και το επίδομα αδείας (ΕφΠειρ  574/2010, ΜονΠρΠατρ 2112/2009). Εν όψει ότι η διάταξη δεν ομιλεί για καθαρό, ή ακαθάριστο μισθό, πρέπει να γίνει δεκτό ότι αναφέρεται στο ακαθάριστο ποσό του μισθού.

Στο ακατάσχετο δεν περιλαμβάνεται και υπόκειται σε κατάσχεση η απαίτηση αποζημίωσης του εργαζομένου, λόγω καταγγελίας της σύμβασης εργασίας (ΕφΠειρ  574/2010).

Η κατάσχεση επί ακατάσχετης απαίτησης επιφέρει δικονομική ακυρότητα, η οποία απαγγέλλεται από το Δικαστήριο, αν η κατάσχεση επέφερε βλάβη, μετά από αίτημα του οφειλέτη. Η ανακοπή ασκείται ενώπιον του αρμοδίου δικαστηρίου, ανάλογα με την προέλευση του εκτελούμενου τίτλου και εκδικάζεται από το δικαστήριο του τόπου εκτέλεσης, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 934 ΚΠολΔ (ΜονΕφΠειρ 123/2015).