Κατά την διάταξη του άρθρου 1017 παρ. 2 ΚΠολΔ, σε περίπτωση πλειστηριασμού ακινήτου δεν υπάρχει ευθύνη για πραγματικά ελαττώματα. Για τα νομικά ελαττώματα υπάρχει ευθύνη μόνο εκείνου που επισπεύδει τον πλειστηριασμό και μόνο αν αυτός γνώριζε κατά το χρόνο του πλειστηριασμού την ύπαρξη του νομικού ελαττώματος, ενώ δεν αποκλείεται ευθύνη και από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό.

Νομικό ελάττωμα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, αποτελεί κάθε δικαίωμα τρίτου, το οποίο βαρύνει το ακίνητο και μπορεί να προβληθεί και εναντίον του υπερθεματιστή, εμποδίζοντας έτσι την ελεύθερη προς αυτόν μεταβίβαση της κυριότητας του ακινήτου και την άσκηση των εξουσιών που απορρέουν από αυτήν, αφού με τον πλειστηριασμό δεν εξαλείφονται τα δικαιώματα των τρίτων στο ακίνητο, αλλά παραμένουν και ο υπερθεματιστής αποκτά κατά το άρθρο 1005 ΚΠολΔ το δικαίωμα μόνο στην έκταση που το είχε εκείνος κατά του οποίου έγινε η εκτέλεση (ΑΠ 580/2006, ΑΠ 11/2015).

Συνεπώς ο υπερθεματιστής, μολονότι κατέβαλε το πλειστηρίασμα, δεν απέκτησε το ακίνητο ελεύθερο από δικαιώματα τρίτων, όπως συμβαίνει όταν το πράγμα δεν ανήκει εξ ολοκλήρου στον καθ ου η εκτέλεση, ή βαρύνεται με προσωπικές δουλείες.

Δικαιούται, όμως,

α) αφ ενός, να στραφεί εναντίον εκείνου που επέσπευσε τον πλειστηριασμό και να ασκήσει κατ αυτού, εφ όσον, κατά τον χρόνο του πλειστηριασμού, ο ίδιος μεν αγνοούσε, εκείνος όμως γνώριζε και όχι απλώς αγνοούσε, έστω από υπαιτιότητά του, την ύπαρξη του νομικού ελαττώματος, όσα δικαιώματα του παρέχονται από τις διατάξεις των άρθρων 514 - 516, 382, 297 και 298 ΑΚ, που ρυθμίζουν την ευθύνη του πωλητή για νομικά ελαττώματα του πωλούμενου πράγματος.

β)  αφ ετέρου, να ασκήσει αξιώσεις από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, εναντίον όποιου ενέχεται προς απόδοσή του κατά τις διατάξεις των άρθρων 904 - 913 ΑΚ, σύμφωνα με τις οποίες προϋπόθεση για την θεμελίωση της σχετικής αξίωσης είναι η ύπαρξη πλουτισμού του λήπτη χωρίς νόμιμη αιτία και η επέλευση του πλουτισμού από την περιουσία, ή με ζημία άλλου, στερείται δε νόμιμης αιτίας και επομένως είναι αδικαιολόγητος ο πλουτισμός που δεν καλύπτεται από έγκυρη βούληση του ζημιωθέντος (ΑΠ 2266/2013, ΑΠ 1313/2009, ΑΠ 11/2015).

Κατά τα άρθρα 380, 382, 382 παρ. 2, 389 παρ. 2 ΑΚ, δικαιούται να υπαναχωρήσει, με βάση τις διατάξεις των άρθρων 904 επ. ΑΚ., και, αν μεν έχει καταβάλει το πλειστηρίασμα, να αναζητήσει την επιστροφή του, εάν δε δεν το έχει ακόμη καταβάλει, να αρνηθεί την καταβολή του, θεωρώντας, πως έχει απαλλαγεί από την υποχρέωση καταβολής του (ΑΠ 872/1973).

Επιπρόσθετα, ο υπερθεματιστής, εφ όσον πλήρωσε το εκπλειστηρίασμα, μπορεί να ασκήσει ανακοπή του άρθρου 583 επ. ΚΠολΔ., κατά των πράξεων της εκτέλεσης που τον θίγουν (ΑΠ 1306/2006, ΑΠ 453/2006).

Αν  έχει γίνει η διανομή του πλειστηριάσματος στους δανειστές, υπόχρεοι να επιστρέψουν στον υπερθεματιστή το πλειστηρίασμα που κατέβαλε αυτός, δεν είναι οι δανειστές, αφού αυτοί εισέπραξαν μεν από το πλειστηρίασμα εν όλω ή εν μέρει τις απαιτήσεις τους κατά του καθ ου η εκτέλεση, με αντίστοιχη απόσβεση των απαιτήσεών τους (άρθρ. 416, 417 ΑΚ), αλλά ο καθ ου η εκτέλεση, που νομιμοποιείται παθητικά στην ασκούμενη από τον υπερθεματιστή αγωγή επιστροφής του πλειστηριάσματος (ΑΠ 1523/2006, ΑΠ 11/2015).

Ο καθ ου η εκτέλεση νομιμοποιείται παθητικά ως εναγόμενος και όταν δεν έχει συνταχθεί πίνακας κατάταξης δανειστών, ή οι δανειστές δεν έχουν εισπράξει ακόμη τις απαιτήσεις τους από το πλειστηρίασμα, αφού, με την καταβολή του πλειστηριάσματος από τον υπερθεματιστή στο συμβολαιογράφο που διενήργησε τον πλειστηριασμό, αυτό αποτελεί έκτοτε στοιχείο της περιουσίας του καθ  η εκτέλεση.

Η απόφαση που υποχρεώνει τον καθ ου η εκτέλεση να επιστρέψει στον υπερθεματιστή το πλειστηρίασμα ισχύει και μπορεί κατά τα άρθρα 325 αρ. 3 και 919 αρ. 1 ΚΠολΔ να εκτελεστεί και κατά του συμβολαιογράφου, που κατέχει το πλειστηρίασμα για λογαριασμό του καθ' ου η εκτέλεση ως θεματοφύλακας.

Με δεδομένο, ωστόσο, ότι με την οριστική κατάταξη των δανειστών στο σχετικό πίνακα αυτοί αποκτούν κατά του συμβολαιογράφου του πλειστηριασμού και κατ' επέκταση και κατά του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων, στο οποίο ο συμβολαιογράφος υποχρεούται να καταθέσει κατά το άρθρ. 965 παρ. 4 ΚΠολΔ το πλειστηρίασμα, ενοχική αξίωση προς απόδοση σ' αυτούς του μέρους του πλειστηριάσματος, στο οποίο οι ίδιοι κατατάχθηκαν, υποστηρίζεται ότι αυτοί γίνονται κατά την εν λόγω αξίωση και μέχρι την είσπραξή της, οπότε τότε μόνον αποσβήνεται η αντίστοιχη απαίτησή τους κατά του καθ' ου η εκτέλεση, αδικαιολόγητα πλουσιότεροι σε βάρος του υπερθεματιστή και δικαιούται, συνεπώς, αυτός να στραφεί και εναντίον τους και να ζητήσει να του εκχωρήσουν την ως άνω αξίωσή τους με καταδίκη τους σε σχετική δήλωση βουλήσεως κατά το άρθρ. 949 ΚΠολΔ (ΑΠ 11/2015)

Σε κάθε περίπτωση ο υπερθεματιστής έχει έννομο συμφέρον, επικαλούμενος την ύπαρξη νομικού ελαττώματος, να ζητήσει, στρεφόμενος κατά του καθ ου η εκτέλεση, να αναγνωριστεί η υποχρέωση του τελευταίου να του επιστρέψει το όλο ή μέρος του πλειστηριάσματος που αδικαιολόγητα, λόγω του νομικού ελαττώματος, κατέβαλε.

Δεν δικαιούται, όμως, στρεφόμενος κατά των δανειστών, που κατατάχθηκαν στο σχετικό πίνακα, να ζητήσει να αναγνωριστεί ότι αυτοί δεν έχουν δικαίωμα είσπραξης του πλειστηριάσματος για το οποίο κατατάχθηκαν, εν όσω δεν έχει ακόμη εκχωρηθεί η αξίωσή τους σ' αυτόν. Δεν δικαιούται, επίσης, να ζητήσει με την ανακοπή του άρθρου 583 ΚΠολΔ την ακύρωση του πίνακα κατάταξης των δανειστών, χωρίς να έχει ήδη ακυρωθεί ο πλειστηριασμός, ή να ζητήσει παράλληλα την ακύρωσή του, αφού, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρ. 970, 971, 974 έως 980 ΚΠολΔ, ο συμβολαιογράφος δεν δικαιούται, για όσο εξακολουθεί να είναι σε ισχύ ο πλειστηριασμός, να παρακρατήσει και να μην διανείμει το όλο ή μέρος του πλειστηριάσματος, με σκοπό να επιστραφεί αυτό ακολούθως στον υπερθεματιστή, εφ όσον αυτός με την ανακοπή του δεν το διεκδικεί συγχρόνως από τον καθ' ου η εκτέλεση ως αχρεωστήτως καταβληθέν, ή δεν έχει ήδη βεβαιωθεί τελεσίδικα η σχετική αξίωσή του, οπότε και χωρίς τυπική ακύρωση ο πίνακας είναι έκτοτε ανενεργός (ΑΠ 11/2015).