Α. Σύμφωνα με την διάταξη 997 ΚΠολΔ, ως ισχύει, απαγορεύεται και είναι άκυρη υπέρ εκείνου που επέβαλε την κατάσχεση και υπέρ των δανειστών που αναγγέλθηκαν, η διάθεση του κατασχεμένου από τον οφειλέτη. Αν πρόκειται για ενυπόθηκο ακίνητο είναι άκυρη η διάθεση του και από τον τρίτο κύριο ή νομέα.

Β. Η ακυρότητα αρχίζει

α) για τον οφειλέτη και τον τρίτο κύριο ή νομέα, αφ ότου τους επιδοθεί το αντίγραφο της κατασχετήριας έκθεσης, ή συνταχθεί η έκθεση, που πιστοποιεί την άρνηση τους να παραλάβουν το αντίγραφο, με την προϋπόθεση ότι θα ακολουθήσει η επίδοση του αντιγράφου της κατασχετήριας έκθεσης μέσα σε προθεσμία (5) ημερών.

β) για τους τρίτους, μόνο αφ ότου η κατάσχεση εγγραφεί στο βιβλίο κατασχέσεων και εφ όσον έγιναν οι παραπάνω επιδόσεις στον οφειλέτη και τον τρίτο κύριο ή νομέα.

Γ. Σε όποιον επέβαλε την κατάσχεση και στους δανειστές που αναγγέλθηκαν δεν αντιτάσσεται η μεταγραφή, ή η εγγραφή υποθήκης, που έγινε μετά την εγγραφή της κατάσχεσης στο βιβλίο κατασχέσεων σε οποιονδήποτε τίτλο και αν στηρίζεται η υποθήκη.

Δ. Η τροπή της προσημείωσης σε υποθήκη, που έγινε μετά την εγγραφή της κατάσχεσης, είναι έγκυρη και για το δανειστή που επέβαλε την κατάσχεση και για τους δανειστές που έχουν αναγγελθεί.

Ε. Αν συμπέσει την ίδια ημέρα εγγραφή κατάσχεσης και μεταγραφή, ή εγγραφή υποθήκης, στο ίδιο ακίνητο, προτιμάται αυτή που καταχωρίστηκε έστω και ελάχιστο χρόνο νωρίτερα.

ΣΤ. Μετά την εγγραφή της αναγκαστικής κατάσχεσης στο βιβλίο κατασχέσεων επιτρέπεται να επιβληθεί και άλλη αναγκαστική κατάσχεση επάνω στο ίδιο ακίνητο από άλλο δανειστή του οφειλέτη.