Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 249 ΚΠολΔ, αν η διάγνωση της διαφοράς εξαρτάται ολικά, ή εν μέρει, από την ύπαρξη, ή την ανυπαρξία, μιας έννομης σχέσης, ή την ακυρότητα, ή την διάρρηξη, μιας δικαιοπραξίας που συνιστά αντικείμενο άλλης δίκης, που είναι εκκρεμής σε πολιτικό, ή διοικητικό, Δικαστήριο, ή από ζήτημα που πρόκειται να κριθεί, ή κρίνεται από διοικητική αρχή, το Δικαστήριο μπορεί αυτεπάγγελτα, ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου, να διατάξει την αναβολή της συζήτησης, έως ότου περατωθεί τελεσίδικα, ή αμετάκλητα, η άλλη δίκη.

Παρά την γραμματική διατύπωση της διάταξης, η οποία ομιλεί για αναβολή της συζήτησης, στην πραγματικότητα πρόκειται για αναστολή της δίκης.

Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι εναπόκειται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου να διατάξει την αναβολή, ή να προχωρήσει περαιτέρω στην έρευνα της διαφοράς, όταν για το ίδιο θέμα υπάρχει άλλη πολιτική δίκη εκκρεμής ενώπιον του ίδιου, ή άλλου, Δικαστηρίου, ανεξάρτητα βαθμού, μεταξύ των ίδιων, ή διαφόρων, προσώπων, για τον σκοπό εναρμόνισης της δικαστικής κρίσης σχετικά προς το ίδιο ζήτημα, ή από άλλο λόγο, που αφορά την ορθή εκτίμηση της διαφοράς.

Για την εφαρμογή της εν λόγω διάταξης προϋποτίθεται κατ' αρχήν δεσμός προδικαστικότητας μεταξύ των δύο δικών, δηλαδή εξάρτηση της διάγνωσης της διαφοράς από άλλες έννομες σχέσεις