Α. Ανακοπή από τον τρίτο, στα χέρια του οποίου έγινε η κατάσχεση (ΚΠολΔ 987)

Ο  τρίτος στα χέρια του οποίου έγινε η κατάσχεση έχει το δικαίωμα να προσβάλει, με ανακοπή, το κύρος της κατάσχεσης, μόνο, όταν το κατασχετήριο έγγραφο δεν περιέχει τα στοιχεία του άρθρου 983 ΚΠολΔ, ή δεν κοινοποιήθηκε σε εκείνον κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση.

Ο τρίτος μπορεί να προτείνει μετά την κατάσχεση σε συμψηφισμό ανταπαίτησή του κατά του καθ ου η κατάσχεση, που είχε γεννηθεί πριν την κατάσχεση, είτε με την δήλωση του άρθρου 985 ΚΠολΔ, είτε πριν από αυτήν. Αν η δήλωση του τρίτου προς συμψηφισμό είχε περιέλθει στον δανειστή του καθ ου η κατάσχεση πριν επιβληθεί η κατάσχεση της απαίτησης στα χέρια του τρίτου, η απαίτηση κατά του τρίτου αποσβέσθηκε και ο τρίτος έχει παύσει να είναι οφειλέτης πριν από την επιβολή της κατάσχεσης, με συνέπεια η τελευταία να είναι χωρίς αντικείμενο (ΑΠ 1411/2011).

Ο τρίτος δεν έχει το δικαίωμα να ασκήσει την ανακοπή του άρθρου 933 επ. ΚΠολΔ, καθ όσον  δεν φέρει την ιδιότητα των υπό του άρθρου 933 ΚΠοΔ καθοριζομένων προσώπων

Β. Ανακοπή από τον κατασχόντα στα χέρια τρίτου (ΚΠολΔ 986). 

Μέσα σε προθεσμία 30 ημερών από την ρητή, ή σιωπηρή, αρνητική δήλωση του τρίτου στο ειρηνοδικείο, αυτός που επέβαλε την κατάσχεση δικαιούται, να ασκήσει, στο αρμόδιο κατά τις γενικές διατάξεις δικαστήριο, ανακοπή, επικαλούμενος ολική, ή μερική, ανακρίβεια της δήλωσης. Η ανακρίβεια της αρνητικής δήλωσης κρίνεται μόνο αντικειμενικά, δηλαδή ανεξάρτητα από την υποκειμενική αντίληψη του δηλούντος και την καλή, ή κακή, πίστη του. Αντικείμενο της σχετικής δίκης, που δημιουργείται μεταξύ του ανακόπτοντος και του τρίτου, είναι η εκδίκαση της απαίτησης του καθ ου η εκτέλεση κατά του τρίτου, ώστε να διαπιστωθεί αν ο τρίτος είναι, ή όχι, και με ποιους περιορισμούς οφειλέτης του οφειλέτη του κατασχόντος. Στο δικόγραφο της ανακοπής, που αποτελεί μορφή της γενικής ανακοπής του άρθρου 583 ΚΠολΔ, πρέπει να προσδιορίζεται κατά τα ουσιώδη στοιχεία της η απαίτηση, δηλαδή η αιτία της οφειλής του τρίτου προς τον καθ ου η εκτέλεση κατά τα πραγματικά περιστατικά που την στηρίζουν, αφού ο ανακόπτων βαρύνεται με την απόδειξη της κατασχεθείσας απαίτησης (ΑΠ 480/2012, ΑΠ 1092/2015).

Η ανακοπή εκδικάζεται κατά την τακτική διαδικασία, εκτός αν με βάση τη φύση της κατασχεμένης οφειλής εφαρμοστέα είναι μία από τις ειδικές διαδικασίες (ΜονΠρΑθ 2247/2017). Η ανακοπή γίνεται δεκτή, εφ όσον η δήλωση δεν αληθεύει ως προς τα πραγματικά περιστατικά, ή αναλόγως ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών. Μολονότι η ανακοπή του άρθρου 986 ΚΠολΔ εμπεριέχει και καταψηφιστικό αίτημα, δεν απαιτείται η καταβολή δικαστικού ενσήμου, λόγω της φύσης της ανακοπής, ως παρεμπίπτουσας διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης, που αποσκοπεί στην ικανοποίηση απαίτησης για την οποία έχει ήδη καταβληθεί δικαστικό ένσημο (ΕφΑθ 4345/1991). Το δικαστήριο με την απόφαση του με την οποία δέχεται την ανακοπή υποχρεώνει τον τρίτο να καταβάλλει το κατασχεμένο ποσό, ή να παραδώσει το κατασχεμένο πράγμα, ανεξάρτητα από την υποβολή σχετικού αιτήματος από τον ανακόπτοντα.

Γ. Ανακοπή από τον καθ ου η εκτέλεση οφειλέτη (ΚΠολΔ 933).  

Ο καθ ου η εκτέλεση οφειλέτης, εν όψει ότι η επιβολή της κατάσχεσης στα χέρια τρίτου αποτελεί την πρώτη μετά την επιταγή πράξη της κυρίας διαδικασίας της εκτέλεσης, μπορεί να ασκήσει, στο ειρηνοδικείο, αν ο εκτελεστός τίτλος έχει εκδοθεί από το δικαστήριο αυτό, ή στο μονομελές πρωτοδικείο σε κάθε άλλη περίπτωση, την ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ μέσα στην προθεσμία των (45) ημερών  από την επίδοση του κατασχετηρίου εγγράφου σε αυτόν (άρθρο 934 παρ. 1α ΚΠολΔ). Εφ όσον ακολουθήσει πλειστηριασμός, ο καθ ου οφειλέτης δύναται να ασκήσει την ανακοπή του άρθρου 934 παρ. 1β ΚΠολΔ, μέσα σε (30) ημέρες από την ημέρα του πλειστηριασμού.

Η άσκηση της ανακοπής του άρθρου 933 ΚΠολΔ δεν αποκλείει την άσκηση της ανακοπής του άρθρου 632 ΚΠολΔ (ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής) ακόμη και αν οι δύο ανακοπές στηρίζονται στους ίδιους λόγους, χωρίς να γεννάται ζήτημα εκκρεμοδικίας, γιατί τα αντικείμενα των δύο δικών δεν συμπίπτουν, λόγω της διαφοράς των αιτημάτων των δύο ανακοπών, δεδομένου ότι η δίκη που ανοίγεται με την κατά το άρθρο 632 ΚΠολΔ ανακοπή αντικείμενο και αίτημα έχει την ακύρωση της διαταγής πληρωμής, ενώ η κατά το άρθρο 933 ΚΠολΔ ανακοπή και όταν ακόμη αφορά την απαίτηση, αντικείμενο και αίτημα έχει την ακύρωση της αναγκαστικής εκτέλεσης, άρα δεν πρόκειται για την «ίδια επίδικη διαφορά». Το δικαστήριο, όμως, έχει την δυνατότητα να αναβάλει τη συζήτηση, κατά το άρθρο 249 ΚΠολΔ για την αποφυγή έκδοσης αντιφατικών αποφάσεων (ΜονΠρΑθ 1874/2013). 

Δ. Ανακοπή από τους δανειστές του καθ ου η εκτέλεση οφειλέτη (ΚΠολΔ 933).

Το κύρος της κατάσχεσης στα χέρια τρίτου δύνανται να προσβάλλουν και οι δανειστές του καθ ου η εκτέλεση οφειλέτη. Αυτοί δικαιούνται να προσβάλλουν τις πράξεις κατά την διαδικασία της εκτέλεσης υπό τις προϋποθέσεις και κατά την διαδικασία των άρθρων 933 επ ΚΠολΔ. Οι ακυρότητες και γενικώς αταξίες αυτής θα εισαχθούν με ανακοπή κατά το άρθρο 933 ΚΠολΔ υπό του νομιμοποιουμένου προς τούτο. Η ανακοπή του δανειστή πρέπει να απευθύνεται, τόσο κατά του ετέρου δανειστή, όσο και κατά του οφειλέτη, μεταξύ των οποίων δημιουργείται σχέση αναγκαίας ομοδικίας (ΕφΑθ 499/1997, ΕφΛαρ 68/2013).