Αν ο πλειστηριασμός διενεργηθεί παρά την ανυπαρξία τελείως όλων ή μιας των τασσομένων με ποινή ακυρότητας διατυπώσεών του είναι άκυρος, ανεξαρτήτως βλάβης, οπότε η ακυρότητα αυτή, αφορά την ίδια την τελευταία πράξη της εκτέλεσης και απαγγέλλεται, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 933 και 934 ΚΠολΔ, ως ισχύουν, κατόπιν ανακοπής του άρθρου 933 ΚΠολΔ, που ασκείται από οποιονδήποτε έχει έννομο συμφέρον εντός 60 ημερών από τη μεταγραφή της περίληψης της κατακυρωτικής εκθέσης (ΑΠ.   658/2007).

Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 1010 η ανακοπή για την ακύρωση του πλειστηριασμού (ή αναπλειστηριασμού) ακινήτου είναι απαράδεκτη, αν δεν εγγραφεί στο βιβλίο διεκδικήσεων της περιφέρειας όπου βρίσκεται το ακίνητο μέσα σε (30)  ημέρες από την κατάθεσή της. Σε αυτή την περίπτωση επιτρέπεται νέα ανακοπή μέσα στην προθεσμία του άρθρου 934 ΚΠολΔ.

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 76 παρ. 1 και 933 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η ανακοπή αυτή στρέφεται κατά του υπερθεματιστή και του επισπεύσαντος την εκτέλεση δανειστή, μεταξύ των οποίων δημιουργείται δεσμός αναγκαστικής ομοδικίας, γιατί η διαφορά επιδέχεται ενιαία ρύθμιση, αφού, εξ αιτίας της πλήρους για αυτούς ταυτότητος του αντικειμένου της δίκης, δεν μπορεί να νοηθεί ουσιαστική κρίση ακυρότητας του πλειστηριασμού για τον ένα και εγκυρότητας για τον άλλον.

Λόγω της αναγκαστικής ομοδικίας, σε περίπτωση άσκησης ενδίκου μέσου από τον ένα ομόδικο θεωρούνται από τον νόμο ως ασκήσαντες αυτό και οι ομόδικοί του αν και αδρανήσαντες και για αυτό πρέπει οι τελευταίοι να καλούνται σε όλες τις συζητήσεις του ενδίκου μέσου (άρθρα 76 παρ. 3, 110 παρ. 2 ΚΠολΔ) άλλως η συζήτηση αυτού κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς όλους τους διαδίκους (ΑΠ 1403/2005, ΑΠ 2089/2013).

Η παραπάνω ανακοπή αποτελεί το μόνο μέσο ακύρωσης του διενεργηθέντος και ολοκληρωθέντος με την μεταγραφή της περίληψης της κατακυρωτικής έκθεσης πλειστηριασμού.

Ακύρωση  του πλειστηριασμού δεν μπορεί να ζητηθεί με αγωγή, ή ένσταση κατά την διάρκεια άλλης δίκης, ούτε το κύρος της μπορεί να αμφισβητηθεί σε δίκη αποζημίωσης, ή αδικαιολόγητου πλουτισμού (ΑΠ 819/2013).

Δεν αποκλείεται, όμως, παρεμπίπτουσα κρίση κατά την διάρκεια τακτικής δίκης ως προς την ακυρότητα οποιασδήποτε πράξης για την οποία δεν ασκήθηκε ανακοπή (άρθρο 583 ΚΠολΔ), μόνο όμως προς θεμελίωση δικαιώματος αποζημίωσης του καθ ου η εκτέλεση. Είναι, λοιπόν, δυνατή η άσκηση αναγνωριστικής, ή καταψηφιστικής, αγωγής με αίτημα την αποζημίωση για την παράνομη επίσπευση της εκτέλεσης, η οποία δε μπορεί πλέον να προσβληθεί, συντρεχόντων των όρων του ουσιαστικού δικαίου, χωρίς όμως κατά τη διάρκεια της σχετικής δίκης να είναι δυνατό να αμφισβητηθεί το κύρος της αναγκαστικής εκτέλεσης (ΑΠ 819/2013).

Αν ο πλειστηριασμός του ακινήτου ακυρωθεί με τελεσίδικη δικαστική απόφαση τότε καθίσταται νομικά ελαττωματική η μεταβίβαση του πλειστηριασθέντος ακινήτου προς τον υπερθεματιστή και συνακόλουθα ο καθ ου κύριος τούτου θεωρείται ότι ουδέποτε απώλεσε αυτό κατά κυριότητα. Δηλαδή είναι άκυρη η μεταβίβαση της κυριότητας του ακινήτου στον υπερθεματιστή και η περίληψη της κατακυρωτικής έκθεσης, ως τίτλος μετάθεσης με την μεταγραφή της κυριότητας, δεν παράγει αποτέλεσμα, χωρίς να απαιτείται συμπροσβολή και συνακύρωσή της με την ακύρωση της διαδικασίας του πλειστηριασμού ( ΑΠ 2233/2009, ΑΠ 2089/2013).

Κατά το άρθρο 940 παρ. 3 ΚΠολΔ, αν ακυρωθεί αμετάκλητα η αναγκαστική εκτέλεση, εκείνος, κατά του οποίου έγινε η εκτέλεση, έχει δικαίωμα να ζητήσει από τον επισπεύσαντα, αποζημίωση για τη ζημία του, αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άρθρων 914 ή 919 ΑΚ. Παρέχεται, δηλαδή, στην περίπτωση αυτή γνήσια ουσιαστικού δικαίου αξίωση αποζημίωσης στον θιγέντα, στηριζόμενη σε ειδική αδικοπραξία, τα στοιχεία της οποίας ορίζονται σε συνδυασμό με τα άρθρα 914 ή 919 ΑΚ (ΑΠ 1462/2013).

Από την ίδια διάταξη προκύπτει ότι δεν αποκλείεται αποζημίωση, υπό τις προϋποθέσεις των άρθρων 914 ή 919 ΑΚ, να ζητήσει και ο υπερθεματιστής που απέκτησε στον πλειστηριασμό ακίνητο, ο οποίος μεταγενέστερα ακυρώθηκε αμετάκλητα για ελάττωμα που αφορά τη διαδικασία ενέργειάς του, όπως στην περίπτωση που ο επισπεύδων την εκτέλεση δανειστής διατελεί σε πταίσμα (δόλο ή αμέλεια) αν με την παραγγελία, ή την έγκριση της παράνομης πράξης, επήλθε η ζημία του υπερθεματιστή, οπότε και θεωρείται ότι αυτός προξένησε τη ζημία (ΑΠ 1084/2013, ΑΠ 947/2015).