Σύμφωνα με τα άρθρα 103 και 105 του Πτωχευτικού Νόμου 4738/2020, η κήρυξη της πτώχευσης, την εξηκοστή ημέρα από την κήρυξή της, επιφέρει την αυτόματη λύση όλων των συμβάσε­ων εργασίας του πτωχευτικού οφειλέτη. Η λύση των συμβάσε­ων εργασίας ισοδυναμεί με καταγγελία ως προς την υποχρέ­ωση παροχής αποζημίωσης προς τον εργαζόμενο, χωρίς, όμως, για το κύρος της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας να απαιτείται η καταβολή αποζημίωσης.

Εξαιρείται η περίπτωση, που ο σύνδικος, εντός της παραπάνω προθε­σμίας, ζητήσει  την συνέχιση, μέσω κατάρ­τισης νέων συμβάσεων με τους εργαζομένους με τους ίδιους όρους συμβάσεων που ίσχυαν πριν την κήρυξη της πτώχευσης. Η κατάρτιση νέων συμβάσεων εγκρίνεται από τον εισηγητή και την συνέλευση πιστωτών.

Οι απαιτήσεις των εργαζομένων από μισθούς και λοιπές παροχές που γεννήθηκαν πριν την κήρυξη της πτώχευσης, καθώς και κάθε συναρτώμενη με την καταγγελία απαίτησή τους, όπως ιδίως αποζημίωση εκ του νόμου, αποτελούν πτωχευτικές απαιτήσεις, για τις οποίες οι μισθωτοί ικανοποιούνται ως πτωχευτικοί πιστωτές κατά τις περί κατατάξεως των πιστωτών διατάξεις.

Ο εργαζόμενος, που συνεχίζει να παρέχει την εργασία του μετά την κήρυξη της πτώχευσης, για τους μισθούς και τις συναφείς παροχές, ικανοποιείται ως ομαδικός πιστωτής.

Αν η απόφαση που κηρύσσει την πτώχευση προβλέπει την εκποίηση του συνόλου του ενεργητικού της επιχείρησης ή των επιμέρους λειτουρ­γικών συνόλων αυτής, ο σύνδικος μπορεί να συνάπτει συμβάσεις εργασίας αποκλειστικά ως προς τις τρέχουσες εργασίες της πτώχευσης. Με απόφασή της, που λαμβάνεται εντός προθεσμίας (30) ημερολογιακών ημερών από τη δημοσιοποίηση της συμβάσεως, η συνέλευση των πιστωτών μπορεί να καταγγείλει τη σύμβαση. Οι απαιτήσεις από τις συμβάσεις αυτές ικανοποιούνται ως ομαδικές, εφόσον παρέλθει η ανωτέρω προθεσμία και η σύμβαση δεν καταγγελθεί.