Ο (νέος) πτωχευτικός νόμος 4738/2020 (έναρξη εφαρμογής 1-1-2021) κάνει διάκριση ως προς την διαδικασία της πτώχευσης, σε πτώχευση (μεγάλου αντικειμένου) και σε πτώχευση μικρού αντικειμένου. Στην πτώχευση μικρού αντικειμένου εφαρμόζεται η παρακάτω απλοποιημένη διαδικασία.

Μικρού αντικειμένου πτώχευση θεωρείται αυτή στην οποία ο οφειλέτης δεν υπερβαίνει τα όρια δύο τουλάχιστον από τα τρία κριτήρια, α) 350.000 ευρώ περιουσιακά στοιχεία, β) 700.000 ευρώ καθαρό κύκλο εργασιών και γ) τα 10 άτομα απασχολουμένων, με την προϋπόθεση ότι ο κύκλος εργασιών δεν υπερβαίνει τα 1.500.000 ευρώ (Πολύ μικρές οντότητες, άρθρο 172, παρ. 2 άρθρου 78 ν. 4738/2020 και άρθρου 2 ν. 4308/2014).

Ως αξία των ακινήτων θεωρείται η αξία ΕΝ.Φ.Ι.Α., όπως αυτή προκύπτει από την τελευταία πράξη προσδιορισμού φόρου. Για γήπε­δα εκτός σχεδίου πόλης και οικισμού, για τα οποία δεν προσδιορίζεται αξία ΕΝ.Φ.Ι.Α., ως αξία ακινήτων θεωρείται η αντικειμενική αξία, σύμφωνα με το άρθρο 41Α του ν. 1249/1982 .

Πτωχευτική ικανότητα μικρού αντικειμένου έχουν τα φυσικά πρόσωπα, ως και τα νομικά πρόσωπα. Η παύση της οικονομικής δραστηριότητας ή, όσον αφορά τα νομικά πρόσωπα της λειτουργίας εν γένει, ή, όσον αφορά τα φυσικά πρόσωπα ο θάνατος, δεν κωλύ­ουν την πτώχευση, αν επήλθαν σε χρόνο κατά τον οποίο ο οφειλέτης είχε παύσει τις πληρωμές του. Σε περίπτωση θανάτου του οφειλέτη, η αίτηση για κήρυξή του σε πτώ­χευση πρέπει να υποβληθεί το αργότερο εντός έτους από το θάνατό του.

Σε πτώχευση κηρύσσεται ο οφειλέτης (φυσικό ή  νομικό πρόσωπο) που βρίσκεται σε παύση πληρωμών, δηλαδή  αυτός που αδυνατεί να εκπλη­ρώνει τις ληξιπρόθεσμες χρηματικές υποχρεώσεις του κατά τρόπο γενικό και μόνιμο. Δεν αποτελούν εκπλήρωση των υποχρεώσεων οι πληρωμές που πραγματοποι­ούνται με δόλια ή καταστρεπτικά μέσα. Τεκμαίρεται ότι ο οφειλέτης βρίσκεται σε παύση πληρωμών όταν δεν καταβάλλει τις ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις του προς το Δημόσιο, τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης ή πιστωτικά ή χρηματο­δοτικά ιδρύματα, σε ύψος τουλάχιστον 60% των συνο­λικών ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεών του για περίοδο τουλάχιστον 6 μηνών, εφόσον η μη εξυπηρετούμενη υποχρέωσή του υπερβαίνει το ποσό των 30.000 ευρώ.  Η επιλεκτική εκπλήρωση ληξιπρόθεσμων χρημα­τικών υποχρεώσεων δεν αίρει την παύση πληρωμών, η οποία μπορεί να συνίσταται και στην αδυναμία εκ­πλήρωσης ακόμα και μίας σημαντικής ληξιπρόθεσμης χρηματικής οφειλής. Η πτώχευση κηρύσσεται εφ όσον, με βάση τα οικο­νομικά στοιχεία που τίθενται υπ όψιν του δικαστηρίου, πιθανολογείται ότι η περιουσία ή το εισόδημα του οφει­λέτη, επαρκούν για την κάλυψη των εξόδων της διαδι­κασίας. Άλλως, το δικαστήριο διατάσσει την καταχώριση του ονόματος ή της επωνυμίας, κατά περίπτωση, του οφειλέτη στο Ηλεκτρονικό Μητρώο Φερεγγυότητας.

Στην πτώχευση μικρού αντικειμένου αρμόδιο πτωχευτικό δικαστήριο για την κήρυξη της πτώχευσης είναι το Ειρηνοδικείο, στην περιφέρεια του οποίου ο οφειλέτης έχει την κύρια κατοικία του, ή το κέντρο των κυρίων συμφερόντων του, αν ασκεί επιχειρηματική δραστηριότητα. Σε περίπτωση αμφισβήτη­σης, κύρια κατοικία είναι η αναφερόμενη ως κατοικία του οφειλέτη στην τελευταία προ της κατάθεσης αίτη­σης πτώχευσης φορολογική δήλωσή του. Κέντρο των κύριων συμφερόντων είναι ο τόπος, όπου ο οφειλέτης ασκεί συνήθως τη διοίκηση των συμ­φερόντων του και, συνεπώς, είναι αναγνωρίσιμος από τους τρίτους. Για τα νομικά πρόσωπα τεκμαίρεται, μέχρι να αποδειχθεί το αντίθετο, ότι κέντρο των κύριων συμ­φερόντων είναι ο τόπος της καταστατικής έδρας.

Η αίτηση πτώχευσης υποβάλ­λεται ηλεκτρονικά, μέσω του Ηλεκτρονικού Μητρώου Φερεγγυότητας, στο οποίο και δημοσιοποιείται για χρονικό διάστημα 30 ημερών. Σε περίπτωση που εντός του χρονικού διαστήματος δεν υποβληθεί παρέμβαση κατά της αίτησης, ή υποβληθεί παρέμβαση που αφορά μόνο τον διορισμό συνδίκου, η αίτηση γίνεται δεκτή με μόνη τη διαπίστωση παρέ­λευσης του χρονικού διαστήματος από το πτωχευτικό δικαστήριο. Με την ίδια απόφαση ορίζεται από το πτω­χευτικό δικαστήριο ο εισηγητής. Ο εισηγητής διορίζει τον σύνδικο, εφόσον δεν προσδιορίζεται στην αίτηση. Σε ανεπάρκεια μη βεβαρυμμένων στοιχείων της περιουσίας του οφειλέτη δεν διορίζεται σύνδικος και ο εισηγητής διατάσσει την καταχώρηση του ονό­ματος ή της επωνυμίας του οφειλέτη στο Ηλεκτρονικό Μητρώο Φερεγγυότητας. Η καταχώρηση στο Ηλεκτρονικό Μητρώο Φερεγγυότητας δεν επηρεάζει την εξέλιξη της διαδικασίας εκτέλεσης σε βάρος των βεβαρυμμέ­νων στοιχείων από τους ενέγγυους πιστωτές, σύμφωνα με τις ισχύουσες γενικές διατάξεις.

Με την αίτησή του ο οφειλέτης υποχρεούται να καταθέσει, με ποινή απαραδέκτου, τις οικονομικές του καταστάσεις, εφόσον υπάρχουν, για την τελευταία χρήση για την οποία είναι διαθέσιμες. Σε περίπτωση αίτησης (φυσικού ή νομικού προσώ­που) που δεν δημοσιεύει χρηματοοικονομικές καταστά­σεις, με την αίτηση κατατίθεται επί ποινή απαραδέκτου η τελευταία δήλωση φόρου εισοδήματος, η δήλωση στοιχείων ακινήτων και, εφόσον συντρέχει περίπτωση, η κατάσταση οικονομικών στοιχείων από επιχειρηματική δραστηριότητα. Η αίτηση συνοδεύεται από κατάσταση του συνόλου των πιστωτών του και βεβαίωση της αρμό­διας οικονομικής υπηρεσίας για τα χρέη του οφειλέτη προς το Δημόσιο. Η αίτηση μπορεί να συνοδεύεται και από άλλα έγγραφα που υποστηρίζουν τα παρεχόμενα από τον οφειλέτη στοιχεία.

Αν τα μη βεβαρυμμένα στοιχεία της περιουσίας του οφειλέτη επαρκούν για την κάλυψη των εξόδων της διαδικασίας, εφ όσον γίνει αποδεκτή η αίτηση πτώχευσης, ο εισηγητής διατάσσει τη σφράγιση της πτωχευτικής περιουσίας και προσδιορίζει την ημέρα παύσης πληρωμών.

Εάν στη συνέχεια της διαδικασίας παραιτηθεί σύνδικος που έχει υποδειχθεί από πιστωτή, δικαίωμα υπόδειξης συνδίκου έχει ο ίδιος πιστωτής, εφόσον κοινοποιήσει στον εισηγητή τα στοιχεία του υποδεικνυομένου και την έγγραφη αποδοχή από τον τελευταίο του διορισμού του, εντός 15 ημερών από τη δημοσιοποίηση της παραίτησης. Τον διορισμό του υποδεικνυόμενου συνδίκου αποφασίζει ο εισηγητής με πράξη του, χωρίς άλλη διαδικασία. Σε κάθε άλλη περίπτωση, ο εισηγητής έχει την αποκλειστική αρμοδιότητα αντικατάστασης του συνδίκου.

Σε περίπτωση που απαιτείται η εκπροσώπηση και παράσταση ενώπιον δικαστηρίου, ο σύνδικος μπορεί να αναθέτει τη σχετική εντολή σε δικηγόρο, μετά από σύμφωνη γνώμη του εισηγητή, ο οποίος καθορίζει και την αμοιβή του, κατ' εύλο­γη κρίση, με αιτιολογημένη διάταξή του, κατά της οποίας δεν επιτρέπεται προσφυγή στο πτωχευτικό δικαστήριο.

Αν μετά την παρέλευση ενός έτους από την κήρυξή της η πτώχευση δεν έχει περατωθεί, ο σύνδικος υποχρεούται να υποβάλει στον εισηγητή έκθεση, στην οποία εξηγεί τους λόγους καθυ­στέρησης της διαδικασίας. Σε περίπτωση που η καθυ­στέρηση κρίνεται από τον εισηγητή αδικαιολόγητη, ο εισηγητής τον αντικαθιστά με πράξη του.

Οι αποφάσεις του πτωχευτικού δικαστηρίου υπόκεινται μόνο σε έφεση.

Ο οφειλέτης υποχρεούται να παραδώσει στον σύνδι­κο κατάλογο των πιστωτών του και του ύψους των απαι­τήσεών τους. Ο σύνδικος οφείλει αμέσως να ενημερώσει εγγράφως όλους τους πιστωτές και τους καλεί να αναγγείλουν την απαίτησή τους και να καταχωρήσουν τα έγγραφα στο Ηλεκτρονικό Μητρώο Φερεγγυότητας και τις προθεσμίες εντός των οποίων υποχρεούνται σε αναγγελία και επαλήθευση των απαι­τήσεών τους. Η αναγγελία γίνεται στο Ηλεκτρονικό Μητρώο Φε­ρεγγυότητας.

Η αναγγελία απαίτησης πιστωτή γίνεται εντός (3) μηνών από τη δημοσιοποίηση της κήρυξης της πτώχευσης. Κατ' εξαίρεση, οι απαιτήσεις του Δημοσίου αναγγέλλονται χωρίς τον χρονικό περιορισμό το αργότερο μέχρι τη σύνταξη του τελευταίου πίνακα διανομής. Η παράλειψη της αναγγελίας εκ μέρους του πιστωτή, του οποίου η απαίτηση είναι εξοπλισμένη με εμπράγμα­τη ασφάλεια ή ειδικό προνόμιο, δεν επιφέρει απώλεια της εμπράγματης αγωγής.

Πιστωτές που δεν ανήγγειλαν την απαίτησή τους μέσα στη νόμιμη προθεσμία, ώστε να μετάσχουν στην επαλή­θευση, μπορούν με ανακοπή και δικά τους έξοδα να ζητήσουν την επαλήθευσή της από το πτωχευτικό δικαστήριο.

Ο σύνδικος, μετά την παρέλευση της προθεσμίας αναγγελίας επαληθεύει τις απαιτήσεις που έχουν αναγ­γελθεί. Η επαλήθευση των απαιτήσεων πρέπει να γίνει εντός (3) μηνών από τη λήξη της προθεσμίας αναγγελίας. Ο ειση­γητής μπορεί πάντοτε, με αίτηση κάθε ενδιαφερομένου ή και αυτεπαγγέλτως, να ζητήσει την προσκόμιση των βιβλίων του πιστωτή ή ακριβούς αποσπάσματος αυτών ως αποδεικτικού μέσου.

Μετά την παρέλευση της προθεσμίας αναγγελίας απαιτήσεων, ο σύνδικος συντάσσει πίνακα των επαληθευθεισών απαιτήσεων, τον οποίο δημοσιεύει ως πίνακα πτωχευτικών πιστωμάτων. Στον πίνακα πτωχευτικών πιστωμάτων αναφέρονται η ταυτότητα των πιστωτών, το είδος της απαίτησης, το ύψος της, καθώς και αν έχει προνομιακό χαρακτήρα ή εμπράγματη ασφάλεια, σύντομη περιγραφή των κατατεθέντων αποδεικτικών εγγράφων, και τυχόν μεταβολές.

Ο εισηγητής, αφού ακούσει τους ενδιαφερομένους, αποφαίνεται με αιτιολογημένη διάταξή του για τις ανακοπές κατά του πίνακα κατάταξης των πιστωτών. Κατά της πράξης αυτής του εισηγητή επιτρέπεται, εντός 10 ημερών, προσφυγή ενώπιον του πτωχευτικού δικαστηρίου, το οποίο αποφαίνεται αμετάκλητα.

Τέλος ο σύνδικος δημοσιοποιεί διακήρυξη περί διενέρ­γειας πλειστηριασμού και αρχίζει η διαδικασία του πλειστηριασμού.  

(Για τα περί πλειστηριασμού βλ. ανάρτηση «Πλειστηριασμός ακινήτων πτωχεύσαντος οφειλέτη με τον (νέο) πτωχευτικό νόμο 4738/2020»