Από την διάταξη του άρθρου 25 ΑΚ συνάγεται ότι, αν δεν ορίστηκε από τους συμβαλλομένους ρητά, ή σιωπηρά, το δίκαιο, που θα ρυθμίζει την ενοχή από την σύμβαση, εφαρμόζεται το δίκαιο που αρμόζει σε αυτή από όλες τις προτεινόμενες από τους διαδίκους και αποδεικνυόμενες ειδικές συνθήκες.

Εξ άλλου κατά τα άρθρα 3, 4 και 8 του ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΥ ΡΩΜΗ Ι (ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ/593/2008 ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ της 17ης Ιουνίου 2008) που ισχύει ως εσωτερικό δίκαιο από τις 17 Δεκεμβρίου 2009 και έχει υπερνομοθετική και οικουμενική ισχύ, στην ενοχική σύμβαση τα συμβαλλόμενα μέρη επιλέγουν το εφαρμοστέο δίκαιο.

Εάν το δίκαιο, το οποίο τα συμβαλλόμενα μέρη επέλεξαν, δεν είναι το δίκαιο της χώρας η οποία συνδέεται στενότερα με την σύμβαση, τότε τηρούνται οι διατάξεις του τελευταίου δικαίου. Ωστόσο, αν η σύμβαση συνδέεται στενότερα με χώρα άλλη εφαρμόζεται το δίκαιο αυτής της άλλης χώρας.

Ειδικότερα στις συμβάσεις ναυτολόγησης το εφαρμοστέο δίκαιο καθορίζεται βάσει της αρχής της ελευθερίας επιλογής, με την προϋπόθεση ότι το επίπεδο προστασίας που παρέχεται στον εργαζόμενο είναι ίδιο με εκείνο το οποίο προβλέπει το εφαρμοστέο δίκαιο ελλείψει επιλογής.

Στο μέτρο, που το εφαρμοστέο στην σύμβαση ναυτολόγησης δίκαιο δεν έχει επιλεγεί από τα μέρη, η σύμβαση διέπεται από το δίκαιο της χώρας στην οποία, ή, από την οποία, ο εργαζόμενος παρέχει συνήθως την εργασία του κατ’ εκτέλεση της σύμβασης, ή, από το δίκαιο της χώρας όπου ευρίσκεται η εγκατάσταση της επιχείρησης που προσέλαβε τον εργαζό­μενο, ή, όταν προκύπτει από το σύνολο των περιστάσεων ότι η σύμβαση συνδέεται στενότερα με χώρα άλλη, εφαρμόζεται το δίκαιο της άλλης αυτής χώρας.

Από τον συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων και των άρθρων 16 ν. 551/1915 και 66 ΚΙΝΔ, συνάγεται ότι η ευθύνη από ναυτεργατικό ατύχημα, που είναι διάφορη και δεν ταυτίζεται με την ευθύνη από αδικοπραξία, έχει δε ως προϋπόθεση το βίαιο συμβάν, που αποτελεί τον πυρήνα της έννοιας του ναυτεργατικού ατυχήματος και λαμβάνει χώρα κατά την εκτέλεση, ή εξ αφορμής, της εργασίας, δεν ρυθμίζεται από το κατά το άρθρο 26 ΑΚ εφαρμοστέο δίκαιο επί των ενοχών που απορρέουν από αδίκημα, αλλά από το δίκαιο που διέπει την σύμβαση ναυτικής εργασίας, δηλαδή εκείνο που ορίζεται από την διάταξη του άρθρου 25 ΑΚ και είναι το δίκαιο στο οποίο τα μέρη υποβλήθηκαν και,  ελλείψει τούτου το εξ όλων των συνθηκών αρμόζον σύμφωνα με τον ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ ΡΩΜΗ Ι.

Κατά συνέπεια στα ναυτεργατικά ατυχήματα εφαρμοστέο δίκαιο είναι το δίκαιο της χώρας, που επέλεξαν τα συμβαλλόμενα μέρη.

Σε περίπτωση που δεν έχει γίνει επιλογή δικαίου εφαρμοστέο είναι το δίκαιο της χώρας που συνδέεται στενότερα με την σύμβαση ναυτικής εργασίας, άλλως το δίκαιο της χώρας, όπου ο ναυτικός παρέχει συνήθως την εργασία του σε εκτέλεση της σύμβασης ναυτικής εργασίας, το οποίο δεν είναι άλλο από το δίκαιο της σημαίας του πλοίου.

Έπεται ότι, αν η σύμβαση ναυτολόγησης διέπεται από το ελληνικό δίκαιο, κατά το δίκαιο τούτο θα κριθούν τα εκ του ναυτεργατικού ατυχήματος προκύπτοντα ζητήματα, όπως τόσο η υπαιτιότητα για την πρόκλησή του, όσο και οι εκ τούτου πηγάζουσες αξιώσεις και υποχρεώσεις και δη ποία τα δικαιούμενα αποζημιώσεως και ποια τα ενεχόμενα σε καταβολή αυτής πρόσωπα, ως και η έκταση αυτής (ΑΠ  356/2002, ΕφΠειρ 231/2014, ΕφΠειρ 309/2013).

Από την διάταξη του άρθρου 25 ΑΚ και του ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΥ ΡΩΜΗ Ι (ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ/593/2008 του ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ της 17ης Ιουνίου 2008) που ισχύει ως εσωτερικό δίκαιο από τις 17 Δεκεμβρίου 2009 και έχει υπερνομοθετική και οικουμενική ισχύ, τα συμβαλλόμενα μέρη δύνανται, να επιλέξουν ως δίκαιο που διέπει τη σύμβαση ναυτολόγησης το δίκαιο της σημαίας του πλοίου, εν όψει του ότι το πλοίο, που διαπλέει τις ανοιχτές θάλασσες, αποτελεί μέρος του εδάφους του κράτους της σημαίας του.

Είναι όμως δυνατόν η σημαία του πλοίου να είναι σημαία «ευκαιρίας», δηλαδή σημαία με την οποία το πλοίο δεν έχει γνήσιο, αλλά τεχνητό σύνδεσμο, γεγονός το οποίο συμβαίνει όταν, καίτοι η πλοιοκτήτρια εταιρία έχει την πλασματική της έδρα στο κράτος της σημαίας, η διοίκησή της ασκείται από αλλοδαπούς εγκατεστημένους σε άλλη χώρα, όπου και λαμβάνονται οι βασικές αποφάσεις για την λειτουργία της, συγκεντρώνονται και εκκαθαρίζονται οι λογαριασμοί της, ενώ συνήθως τα πληρώματα των πλοίων αυτών δεν αποτελούνται από υπηκόους του κράτους της σημαίας.

Στην περίπτωση αυτή, επειδή ο σύνδεσμος του δικαίου με την σύμβαση εργασίας είναι χαλαρός, ή εντελώς ανύπαρκτος, ή τεχνητός, εφαρμοστέο τυγχάνει το δίκαιο του κράτους, που, από το σύνολο των περιστάσεων, η σύμβαση ναυτολόγησης συνδέεται στενότερα, και δεν εφαρμόζεται το δίκαιο της σημαίας του πλοίου (ΕφΠειρ 309/2013).

Αν ο ναυτικός από το ατύχημα υπέστη ανικανότητα προς εργασία (πρόσκαιρη, ή ισόβια) ή θάνατο και εφαρμοστέο δίκαιο είναι το ελληνικό, έχει το επιλεκτικό δικαίωμα να αξιώσει έναντι του υποχρέου σε αποζημίωση, είτε την περιορισμένη κατ αποκοπή αποζημίωση του ν. 551/1915, είτε την πλήρη αποζημίωση του κοινού δικαίου των άρθρων 297, 298, 914, 922, 928-932 ΑΚ (ΑΠ 959/2014).

Οι δύο αυτές αξιώσεις συρρέουν διαζευκτικά, με την έννοια ότι σε περίπτωση επιλογής της μιας απ αυτές τις αξιώσεις αποζημίωσης (κοινού δικαίου ή του ν. 551/1915) αποκλείεται να ζητήσει ο παθών ταυτόχρονα ή διαδοχικά την άλλη.

Η επιλογή αυτή, που μπορεί να γίνει με άσκηση αγωγής, είναι αμετάκλητη, αφ ότου περιέλθει στο άλλο μέρος και δεν μπορεί ν' ανακληθεί μονομερώς από τον δικαιούχο. Δεν αποκλείεται η επικουρική άσκηση της μιας σε σχέση με την άλλη, που ασκείται κυρίως (ΑΠ 1132/1997). 

ΕΦΑΡΜΟΣΤΕΟ ΔΙΚΑΙΟ  

α) Στο ναυτεργατικό ατύχημα εφαρμοστέο δίκαιο είναι το δίκαιο της χώρας, που επέλεξαν τα συμβαλλόμενα μέρη (άρθρα  25 και 26 ΑΚ και άρθρα 3, 4, και 8 του Κανονισμού «Ρώμη Ι».  Ο κανονισμός «Ρώμη Ι» ισχύει ως εσωτερικό δίκαιο από τις 17 Δεκεμβρίου 2009 και έχει υπερνομοθετική ισχύ.  

β)  Σε περίπτωση που δεν έχει γίνει επιλογή δικαίου, εφαρμοστέο είναι το δίκαιο της χώρας που συνδέεται στενότερα με την σύμβαση ναυτικής εργασίας, ή, το δίκαιο της χώρας όπου ο ναυτικός παρέχει συνήθως την εργασία του σε εκτέλεση της σύμβασης ναυτικής εργασίας. Το δίκαιο αυτό είναι το δίκαιο της σημαίας του πλοίου.

Κατά συνέπεια

Αν η σύμβαση ναυτολόγησης διέπεται από το ελληνικό δίκαιο, κατά το δίκαιο τούτο θα κριθούν τα εκ του ναυτεργατικού ατυχήματος προκύπτοντα ζητήματα, όπως, η υπαιτιότητα για την πρόκλησή του, οι εκ τούτου πηγάζουσες αξιώσεις και υποχρεώσεις, τα πρόσωπα που δικαιούνται αποζημίωσης, τα πρόσωπα που ενέχονται σε καταβολή, ως και η έκταση της αποζημίωσης (ΑΠ  356/2002, ΕφΠειρ 231/2014, ΕφΠειρ 309/2013). 

Αν διέπεται από το δίκαιο της σημαίας άλλης χώρας, από το δίκαιο αυτό διέπονται όλα τα παραπάνω.   

Εφαρμοστέο δίκαιο σε πλοίο με σημαία ευκαιρίας

Αν η σημαία άλλης χώρας, είναι σημαία «ευκαιρίας», δηλαδή σημαία με την οποία το πλοίο δεν έχει γνήσιο, αλλά τεχνητό σύνδεσμο, που συμβαίνει, όταν

Η πλοιοκτήτρια εταιρία έχει την πλασματική της έδρα στο κράτος της σημαίας.

Η διοίκησή της ασκείται από αλλοδαπούς εγκατεστημένους σε άλλη χώρα.

Στην άλλη χώρα λαμβάνονται οι βασικές αποφάσεις για την λειτουργία της (πχ.  συγκεντρώνονται και εκκαθαρίζονται οι λογαριασμοί της).

Τα συνήθη πληρώματα των πλοίων δεν αποτελούνται από υπηκόους του κράτους της σημαίας.

Στην περίπτωση αυτή, επειδή ο σύνδεσμος του δικαίου με την σύμβαση εργασίας είναι χαλαρός, ή εντελώς ανύπαρκτος, ή τεχνητός, εφαρμοστέο δίκαιο δεν τυγχάνει το δίκαιο της σημαίας, αλλά το δίκαιο του κράτους, που η σύμβαση ναυτολόγησης συνδέεται στενότερα (ΕφΠειρ 309/2013). 

Δικαιοδοσία πλοίου πλέοντος στην ανοικτή θάλασσα

Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 92 παρ. 1 της Συμβάσεως των Ηνωμένων Εθνών για το δίκαιο της θάλασσας, που κυρώθηκε με το ν. 2321/1995, θεσπίζεται το δικαίωμα της πολιτείας, την σημαία της οποίας φέρει το πλοίο, να ασκεί αυτή και μόνη την δημοσία εξουσία επ αυτού, όταν τούτο πλέει στην ανοικτή θάλασσα, θεωρουμένου του πλοίου μέρος του εδάφους της. Απαιτείται δηλαδή το πλοίο να πλέει σε διεθνή ύδατα. Στην περίπτωση αυτή εφαρμόζεται το δίκαιο της σημαίας του πλοίου.  Αυτό σημαίνει, ότι αν συμβεί ναυτεργατικό ατύχημα, άμεσα θα εφαρμοστούν οι διατάξεις του δικαίου της αλλοδαπής πολιτείας, τόσο  ως προς στην αναγγελία του ατυχήματος, της νοσηλείας του ναυτικού και αν χρειασθεί του επαναπατρισμού του.

Άλλο θέμα είναι αν αυτός δικαιούται αποζημίωσης λόγω του ατυχήματος και με ποίο δίκαιο. Αυτό θα εξαρτηθεί από τους όρους, που αναφέρονται παραπάνω, και δη από το δίκαιο που η σύμβαση ναυτολόγησης συνδέεται στενότερα (ΕφΠειρ 309/2013). 

ΑΤΥΧΗΜΑ ΜΕ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΑΛΛΟΔΑΠΟΤΗΤΑΣ

Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 26 ΑΚ αν το ατύχημα συνέβη σε αλλοδαπό και εφαρμοστέο δίκαιο είναι το ελληνικό, κατά το ελληνικό δίκαιο κρίνεται ο παράνομος χαρακτήρας της πράξης, η υπαιτιότητα, το τυχόν οικείο πταίσμα του αλλοδαπού, το ζήτημα της πρόσφορης αιτιώδους συνάφειας, αν η ευθύνη είναι αντικειμενική ή υποκειμενική, οι προϋποθέσεις  θεμελίωσης αυτής, η ικανότητα προς καταλογισμό, ο υπόχρεος προς αποζημίωση, το πρόσωπο του δικαιούχου της αποζημίωσης, η μορφή και η έκταση της αποζημίωσης, η παροχή ή μη, χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, ή ψυχικής οδύνης.

Σε περίπτωση θανάτου του αλλοδαπού, η έννοια της «οικογένειας» του, θα προσδιορισθεί αποκλειστικά από το ελληνικό δίκαιο. Μόνο όταν, αμφισβητηθεί μια από τις συγγενικές ιδιότητες του αλλοδαπού, που έχει σχέση με την ύπαρξη, ή την εγκυρότητα της συγγενικής σχέσης, όπως η ύπαρξη, ή όχι, γάμου, ή συγγενικής σχέσης γονέα και τέκνου, τότε κατά εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 13, 14, 17-24 ΑΚ θα εφαρμοσθεί το δίκαιο της ιθαγενείας του αλλοδαπού (ΟλΑΠ 10/2011).

ΑΡΜΟΔΙΟ ΚΑΘ ΥΛΗ ΚΑΙ ΤΟΠΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ

Αρμόδιο καθ ύλη δικαστήριο εκδίκασης των διαφορών από εργατικό ατύχημα είναι το Ειρηνοδικείο, αν το αιτούμενο χρηματικό ποσό δεν υπερβαίνει τα 20.000 ευρώ.

Άνω των 20.000 ευρώ αρμόδιο είναι το Μονομελές Πρωτοδικείο (άρθρα 14 παρ1 και 16 παρ. 2 ΚΠολΔ).

Αρμόδιο κατά τόπο δικαστήριο είναι το δικαστήριο στην περιφέρεια του οποίου έχει την κατοικία του ο εναγόμενος, ή την έδρα της εταιρεία, ή το δικαστήριο του τόπου όπου συνέβη το ατύχημα (άρθρα 22, 25, 35 ΚΠολΔ).  

Όταν ενάγονται περισσότερα πρόσωπα αρμόδιο είναι το δικαστήριο στην περιφέρεια του οποίου έχει την κατοικία του, ή την έδρα του, οποιοσδήποτε από τους ομοδίκους (άρθρο 37 ΚΠολΔ)

Στην δικαιοδοσία του δικαστηρίου υπάγονται Έλληνες και αλλοδαποί, εφ όσον το ατύχημα διαπράχθηκε στην Ελλάδα (άρθρο 26 ΑΚ και άρθρο 3 ΚΠολΔ).

Ατύχημα που συνέβη εντός του νομού Αττικής, ή έχει την έδρα της η ναυτική εταιρεία, ή την κατοικία τους οι λοιποί υπεύθυνοι και υπάγεται στην αρμοδιότητα του Πρωτοδικείου (άνω των 20.000 ευρώ απαίτηση) δικάζεται από το Πρωτοδικείου Πειραιά από το ειδικό τμήμα «ναυτικών διαφορών» (άρθρο 51 Ν. 2172/1993).       

Αν η υπόθεση εισαχθεί σε άλλο Πρωτοδικείο του νομού Αττικής, ή σε άλλο τμήμα του Πρωτοδικείου, ή Εφετείου Πειραιά, παραπέμπεται στο τμήμα ναυτικών διαφορών του Πρωτοδικείου, ή Εφετείου, Πειραιά (ΕφΠειρ 988/2005, ΕφΠειρ 1/2011).

Για εκτός νομού Αττικής ατυχήματα ισχύουν τα παραπάνω.   

H Αποζημίωση του ν. 551/1915

Η αποζημίωση του ν. 551/1915 αφορά μόνο περιουσιακή αποζημίωση, για την βλάβη που υπέστη το σώμα του ναυτικού (ανικανότητα προς εργασία, ή θάνατο), είναι δε περιορισμένη. Παρέχεται ανεξαρτήτως ευθύνης του υπόχρεου σε αποζημίωση 

Δεν αφορά  χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη, που υπέστη από το ατύχημα, ή για την ψυχική οδύνη, που υπέστησαν οι συγγενείς σε περίπτωση θανάτου του από το ατύχημα (άρθρο 932 ΑΚ). Αυτή παρέχεται από το κοινό δίκαιο.

Σύμφωνα με το άρθρο 3 ν. 551/1915 η αποζημίωση προσδιορίζεται ανάλογα με τον βαθμό ανικανότητας για εργασία, ή θάνατο.

α. Αν προκλήθηκε πλήρης διαρκής ανικανότητα (ΠΔΑ) για εργασία (δηλ πάνω από 2 έτη), αποζημίωση ίση με μισθούς 6 ετών.

β. Αν προκλήθηκε μερική διαρκής ανικανότητα (ΜΔΑ) για εργασία, αποζημίωση ίση με το εξαπλάσιο του ποσού κατά το οποίο ελαττώθηκε το ετήσιο εισόδημά του από μισθό.

γ. Αν προκλήθηκε πλήρης πρόσκαιρη ανικανότητα (ΠΠΑ) για εργασία (δηλ μέχρι 2 έτη), ημερήσια αποζημίωση ίση με το 1/2 του μισθού, που ελάμβανε την ημέρα του ατυχήματος. Καταβάλλεται από την 5 ημέρα του ατυχήματος, εφ όσον η ΠΠΑ διήρκεσε μέχρι 10 ημέρες. Τις πρώτες 5 ημέρες δικαιούται επίδομα ασθένειας. Αν η ΠΠΑ διήρκεσε πέραν των 10 ημερών, η αποζημίωση καταβάλλεται από την ημέρα του ατυχήματος. 

δ. Αν προκλήθηκε μερική πρόσκαιρη ανικανότητα (ΜΠΑ) ημερήσια αποζημίωση ίση με το 1/2 της ελαττώσεως που υφίσταται ο μισθός του, εξ αιτίας της ανικανότητας.

ε. Σε περίπτωση θανάτου η αποζημίωση ίση με μισθούς 5 ετών.

Αν ο εργοδότης τηρούσε όλους τους προβλεπόμενους κανόνες ασφάλειας και αποδειχθεί ότι το ατύχημα προκλήθηκε αποκλειστικά από αμέλεια του εργαζόμενου, το δικαστήριο μπορεί να μειώσει το ύψος της αποζημίωσης στο μισό (άρθρο 16 παρ. 4 του ν. 551/1915, ΑΠ 19/2014).

Η Αποζημίωση του κοινού δικαίου

Ο παθών δικαιούται να επιλέξει να αναζητήσει από τον υπόχρεο σε αποζημίωση την πλήρη αποζημίωση του κοινού δικαίου των άρθρων 297, 298, 914, 922, 928-932 ΑΚ (ΑΠ 959/2014).

Η υποχρέωση αποζημίωσης με το κοινό δίκαιο ρυθμίζεται από τα άρθρα 34 παρ. 2 και 60 παρ. 3 α.ν. 1846/1951 «περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων», σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 16 παρ. 1 και 3 του ν. 551/1915, σε συνδυασμό με το άρθρα 297,  298 ΑΚ 914 επ. ΑΚ (ΟλΑΠ 1287/1986, (ΟλΑΠ 26/1995, ΑΠ 274/2000, ΟλΑΠ 1267/1976, ΑΠ 412/2008, ΟλΑΠ 1117/1986, ΑΠ 855/2010, ΑΠ 1858/2011, ΑΠ 1293/2013, ΑΠ 1076/2014).

Για να δικαιούται, όμως,  την αποζημίωση του κοινού δικαίου πρέπει το ατύχημα να οφείλεται.

Σε δόλο του υπόχρεου σε αποζημίωση (άρθρο 27 ΠΚ, σε συνδυασμό με άρθρο 34 παρ. 2 α.ν 1846/51).

Σε αμέλεια, από την μη τήρηση της υποχρέωσης πρόνοιας του εργοδότη (άρθρο 622).

Σε αμέλεια, από την μη τήρηση των διατάξεων για τους όρους υγιεινής και ασφαλείας των ναυτικών (άρθρο 16 παρ.1 του ν. 551/1915, ΑΠ 412/2008, ΑΠ 561/2015).

Η αποζημίωση περιλαμβάνει  (ενδεικτικά)

α. Έξοδα ιατροφαρμακευτικής και νοσοκομειακής περίθαλψης, αν δεν έχουν καλυφθεί.

β. Μισθούς ασθενείας του άρθρου 66 ΚΙΝΔ, αν δεν έχουν καλυφθεί.

 γ. Απώλεια εισοδήματος κατά τον χρόνο ανικανότητας προς εργασία, έως ισόβια).

δ. Αποζημίωση λόγω αναπηρίας.

ε. Χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.

στ. Αποζημίωση κηδείας και συναφών δαπανών, οι συγγενείς.

ζ. Αποζημίωση λόγω απώλειας διατροφής, ο σύζυγος και τα τέκνα.

η. Χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, οι συγγενείς.

Ο Κανονισμός προλήψεως εργατικών ατυχημάτων σε πλοία (Π.∆. 1349/81) εφαρμόζεται, α) Στα υπό Ελληνική σημαία πλοία ολικής χωρητικότητας άνω των 200 κόρων, ανεξαρτήτως περιοχής πλου και β) Στα υπό ξένη σημαία πλοία ολικής χωρητικότητας άνω των 200 κόρων, τα οποία καταπλέουν στους Ελληνικούς λιμένες.

ΜΕΤΡΑ ΠΡΟΛΗΨΗΣ ΑΤΥΧΗΜΑΤΩΝ

ΠΡΟΣΒΑΣΗ ΣΤΟ ΠΛΟΙΟ 

Η πρόσβαση στο πλοίο επιτυγχάνεται με ασφαλή κλίμακα, ή διαβάθρα προσπελάσεως καταλλήλου κλίσεως και αντοχής, με πλευρικά κιγκλιδώματα, ικανά να παρέχουν από πλευράς ύψους και αντοχής επαρκή ασφάλεια και να φωτίζονται ικανοποιητικά καθ’ όλο το μήκος των κατά την διάρκεια του σκότους. Κάτωθεν της κλίμακας, ή της διαβάθρας προσβάσεως, εφ’ όσον αυτή δεν εφάπτεται κατά την διάστασιν του μήκους στη πλευρά του πλοίου, τοποθετείται προστατευτικό δίκτυ για την αποτροπή πτώσεως προσώπων, εφ’ όσον το ύψος του άνω μέρους της κλίμακας, ή της διαβάθρας υπερβαίνει τα δύο μέτρα από το κρηπίδωμα, ή την επιφάνεια της θάλασσας.

ΚΑΛΥΜΜΑΤΑ ΑΝΟΙΓΜΑΤΩΝ

Τα μόνιμα ανοίγματα, όπως ανθρωποθυρίδες, φρεάτια αποστραγγίσεως, στόμια κυτών και λοιπά ανοίγματα καλύπτονται με ασφαλή και υδατοστεγή καλύμματα. Τα καλύμματα των κυτών και τα ζυγά στηρίξεως αυτών πρέπει να διατηρούνται σε καλή κατάσταση και να διατίθενται μέσα για την αποτελεσματική ασφάλισή των.

ΔΙΑΔΡΟΜΟΙ ΚΑΤΑΣΤΩΜΑΤΟΣ 

Στους επί του καταστρώματος διαδρόμους των δεξαμενοπλοίων και πλοίων ξηρών φορτίων, που έχουν μήκος άνω των 210 ποδών τοποθετούνται αναλόγως του μήκους των στέγαστρα ανά 30 μέτρα για την προστασία των διερχόμενων σε περίπτωση θαλασσοταραχής.

ΦΩΤΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΑΕΡΙΣΜΟΣ ΧΩΡΩΝ ΕΡΓΑΣΙΑΣ

Τα καταστρώματα, κύτη, διάδρομοι και προσβάσεις στα κύτη, όπου εργάζονται, ή διέρχονται άνθρωποι, φωτίζονται επαρκώς και διατηρούνται καθαροί και ελεύθεροι αντικειμένων. Τα μόνιμα  εμπόδια χρωματίζονται με ευδιάκριτα χρώματα. Όλοι οι χώροι του πλοίου στους οποίους είναι δυνατόν να εργασθούν, ή διέλθουν άνθρωποι, αερίζονται και φωτίζονται επαρκώς. Απαγορεύεται η είσοδος µέλους του πληρώματος εντός δεξαμενών για οιαδήποτε αιτία, έστω και με ειδική συσκευή οξυγόνου, εφ όσον προηγουμένως δεν έχουν εξαεριστεί επαρκώς και χαρακτηρισθεί ως ελεύθεροι αερίων, εκρηκτικών ή τοξικών. Για την πρόσβαση στα κύτη ή άλλους παρόμοιους χώρους του πλοίου, όπου το βάθος υπερβαίνει το ενάμισυ μέτρο διατίθεται µία τουλάχιστον μόνιμη κλίμακα. Η οδός προσπελάσεως προς τις κλίμακες πρέπει να είναι επαρκούς πλάτους και ελεύθερη εμποδίων. Όπου το κύτος χωρίζεται πλήρως με προσωρινά χωρίσματα, ή μόνιμα   διαφράγματα πρέπει να διατίθεται µία µόνιµη τουλάχιστον κλίµακα σε κάθε πλευρά των χωρισμάτων ή διαφραγμάτων.

ΚΙΓΚΛΙΔΩΜΑΤΑ 

Τα κιγκλιδώματα, ή τα προστατευτικά διαφράγματα στα στόμια κυτών,  ή σε άλλα ανοίγματα και τα κιγκλιδώματα των καταστρωμάτων πρέπει να είναι καταλλήλου ύψους και ασφαλούς κατασκευής και αντοχής.  Όταν εργάζονται άτομα εντός δεξαμενών, ή άλλων κλειστών χώρων, στις εισόδους αυτών τοποθετούνται προστατευτικά κιγκλιδώματα και πινακίδες ενδεικτικές της εκτέλεσης εργασιών.

ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΑ ΜΗΧΑΝΗΜΑΤΑ 

Πέριξ των επικινδύνων μερών των διαφόρων μηχανημάτων, πρέπει να υπάρχουν προστατευτικά μέσα, ή διαφράγματα.

ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΣΩΛΗΝΩΣΕΩΝ 

Οι ατμαγωγοί σωλήνες, σωλήνες επιστροφής και εξαγωγής, ως και λοιποί σωλήνες, που λόγω θέσεως και θερμοκρασίας παρουσιάζουν κινδύνους πρέπει να είναι επαρκώς µμονωμένοι, ή κατ άλλο τρόπο προστατευμένοι.

ΔΙΚΤΥΟ ΗΛΕΚΤΡΙΚΟΥ ΡΕΥΜΑΤΟΣ 

Ο ηλεκτρικός εξοπλισμός πρέπει να προστατεύεται και συντηρείται κατά τρόπο, που να αποτρέπονται κίνδυνοι ατυχημάτων. Στην περιοχή των πινάκων διανομής ηλεκτρικού ρεύματος πρέπει να υπάρχουν οδηγίες προλήψεως ατυχημάτων και παροχής πρώτων βοηθειών. Έµπροσθεν των πινάκων διανομής του ηλεκτρικού ρεύματος πρέπει να υπάρχει ελαστικός διάδρομος. Σε όλες τις επικινδύνους περιοχές πρέπει να υπάρχουν μονίμως  τοποθετημένα κατάλληλα σήματα  ασφαλείας. Τα σήματα πρέπει να είναι απολύτως ορατά και ευδιάκριτα και να φωτίζονται επαρκώς. Για καλύτερη ορατότητα τις νυκτερινές ώρες πρέπει  να χρησιμοποιούνται κατάλληλες φθορίζουσες,  ή φωσφορίζουσες ουσίες.

ΦΟΡΗΤΑ ΦΩΤΑ 

Η χρησιμοποίηση γυμνών φώτων στα κύτη απαγορεύεται. Τα φορητά φώτα πρέπει να φέρουν επαρκή και κατάλληλη προστασία, για να αποφεύγεται η θραύση των λαµπτήρων, ή, η επαφή αυτών µε εύφλεκτα υλικά.

ΚΑΠΝΙΣΜΑ ΚΑΙ ΓΥΜΝΗ ΦΛΟΓΑ 

Στα πλοία μεταφοράς εύφλεκτων φορτίων απαγορεύεται το κάπνισμα, εκτός των ειδικών προς τούτο οριζομένων χώρων, ως και η χρήση γυμνής φλόγας.

ΣΗΜΑΤΑ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ 

Στις επικίνδυνες περιοχές πρέπει να υπάρχουν μονίμως τοποθετημένα κατάλληλα σήματα ασφαλείας. Τα σήματα πρέπει να είναι απολύτως ορατά και ευδιάκριτα, φωτίζονται δε επαρκώς με κατάλληλο φωτισμό, όταν και όπου τούτο απαιτείται. Για καλύτερη ορατότητα τις νυκτερινές ώρες στην σύνθεση των χρωμάτων πρέπει να χρησιμοποιούνται κατάλληλες φθορίζουσες, ή φωσφορίζουσες ουσίες. Τα σήματα ασφαλείας, δεόντως χρωματισμένα και µε επισήμανση της σημασίας καθενός, καταχωρίζονται σε μικρογραφία σε συγκεντρωτικούς πίνακας. Οι πίνακες πρέπει να βρίσκονται αναρτημένοι σε κατάλληλα και εμφανή σημεία, για να λαμβάνουν γνώση του περιεχομένου των οι επιβαίνοντες του πλοίου. Οι χώροι, όπου υφίσταται μόνιμος κίνδυνος, σηματοδοτούνται με συνδυασμό χρωμάτων κίτρινου - μαύρου. Περιπτώσεις τέτοιων χώρων είναι μεταξύ άλλων, χώροι που παρουσιάζουν κίνδυνο πτώσεων, ή ολισθήσεων προσώπων, ή κίνδυνο πτώσης υλικών, κλιμάκων, ή οπών στο δάπεδο κλπ.

ΜΕΣΑ ΑΤΟΜΙΚΗΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ 

Στα πλοία πρέπει να υπάρχουν σε επαρκή αριθμό μέσα για την προσωπική προστασία του πληρώματος. Συμπεριλαμβάνονται, γυαλιά, ή προσωπίδες για τα μάτια, κράνη, γάντια, παπούτσια από ελαστικό, ωτοασπίδες για την προστασία από υψηλούς θορύβους, αναπνευστήρες για την προστασία από σκόνη και αναπνευστικές συσκευές.

ΚΡΑΝΟΣ 

Όλα τα µέλη του πληρώματος καταστρώματος πρέπει να φέρουν προστατευτικό κράνος κατά την φορτοεκφόρτωση του πλοίου. Κράνος πρέπει να φέρουν και τα µέλη του πληρώματος μηχανοστασίου καθ όλη την διάρκεια της εργασίας των στο μηχανοστάσιο, ή κατά την εργασία στο κατάστρωμα, εφ’ όσον διενεργείται φορτοεκφόρτωση.

ΠΡΟΣΤΑΤΕΥΤΙΚΟΣ ΙΜΑΤΙΣΜΟΣ 

Στην περίπτωση μεταφοράς ειδικών φορτίων, ή επικινδύνων εμπορευμάτων πρέπει να διατίθενται στα µέλη του πληρώματος, που απασχολούνται στην διακίνηση, στοιβασία και µμεταφορά των, επιπρόσθετος προστατευτικός ιματισμός, στον οποίο πρέπει να περιλαμβάνεται επαρκής αριθμός ποδιών, ειδικών µακρών γαντιών, καταλλήλων παπουτσιών και ενδυμασιών από υλικά ανθεκτικά στις  χημικές αντιδράσεις.

ΑΝΙΧΝΕΥΣΗ ΒΛΑΒΕΡΩΝ ΑΕΡΙΩΝ 

Στο πλοίο πρέπει να υπάρχουν μέσα για την ανίχνευση βλαβερών, ή δηλητηριωδών αερίων, ή για την έλλειψη οξυγόνου στις δεξαμενές, ή τα διαμερίσματα, όπου πρόκειται να εισέλθει µέλος του πληρώματος.

Κατά την εκτέλεση εργασιών ελαιοχρωματισμού διαμερισμάτων με ψεκασμό, πρέπει να λαμβάνεται μέριμνα προς αποφυγή συγκεντρώσεως εκρηκτικών αερίων.

Ο Κανονισμός Ναυτικής Εργασίας 2006 (με αριθμό 3522.2/08/2013 ΚΥΑ για την εφαρμογή των απαιτήσεων της Διεθνούς Σύμβασης Ναυτικής Εργασίας 2006 (MLC 2006)), αποτελεί το κυριότερο νομοθέτημα προστασίας της  ναυτικής εργασίας και του ναυτικού από ναυτεργατικό ατύχημα και έχει εφαρμογή σε όλους τους ναυτικούς σε πλοία, ανεξάρτητα εάν είναι δημόσιας ή ιδιωτικής ιδιοκτησίας, τα οποία απασχολούνται τακτικώς σε εμπορικές δραστηριότητες.

Δεν αφορά τα πλοία, 1) που απασχολούνται με την αλιεία, ή παρόμοιες εργασίες, όπως βοηθητικά ιχθυοκαλλιέργειας και τα πλοία που είναι χαρακτηρισμένα παραδοσιακά, 2) που πλέουν αποκλειστικά α) σε λίμνες, ποτάμια και κανάλια, β) εντός λιμένων, συμπεριλαμβανομένων των θαλασσίων περιοχών στις οποίες αγκυροβολούν πλοία (ράδα), τα οποία προορίζονται να εξυπηρετηθούν από τον πλησίον αυτών λιμένα. Ειδικά για τον λιμένα του Πειραιά «εντός λιμένα» θεωρείται η θαλάσσια περιοχή κατά μήκος των ακτών της Αττικής μέχρι τα Ίσθμια και τη Βουλιαγμένη, γ) σε προσβάσεις λιμένων μέχρι τρία ναυτικά μίλια από το στόμιο αυτών, δ) μεταξύ λιμένων, ή μεταξύ συνεχόμενων όρμων σε απόσταση που δεν υπερβαίνει τα έξι ναυτικά μίλια.

ΓΕΝΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ ΠΡΟΛΗΨΗΣ

Οι πλοιοκτήτες έχουν

α. Γενική υποχρέωση να λαμβάνουν υπ όψιν τους κινδύνους πάνω στο πλοίο προς αποφυγή των. 

β. Να εκτιμούν τους κινδύνους, που δεν μπορούν να αποφευχθούν και να τους καταπολεμούν στην πηγή τους.

γ. Να προσαρμόζουν την εργασία στο άτομο και τις περιστάσεις, ιδίως όσον αφορά στο σχεδιασμό των χώρων εργασίας και την επιλογή των εξοπλισμών και των μεθόδων εργασίας.

δ. Να αντικαθιστούν το επικίνδυνο με το μη επικίνδυνο, ή το λιγότερο επικίνδυνο.

ε. Να μη μεταθέτουν τον κίνδυνο.

στ. Να δίνουν προτεραιότητα στη λήψη μέτρων συλλογικής προστασίας σε σχέση με τα μέτρα ατομικής προστασίας.

ζ. Να λαμβάνουν υπ όψιν τις φυσικές επιπτώσεις στην επαγγελματική υγεία και ασφάλεια των ναυτικών, που έχουν σχέση, α. Με τον χειροκίνητο χειρισμό φορτίων, β. Τον θόρυβο και τις δονήσεις, γ. Τις χημικές και βιολογικές επαγγελματικές επιπτώσεις στην υγεία, δ. Τις φυσικές και πνευματικές επιπτώσεις της κόπωσης στην υγεία και τα εργατικά ατυχήματα.

ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ ΠΡΟΝΟΙΑΣ ΠΛΟΙΟΚΤΗΤΩΝ

Οι ναυτικοί που εργάζονται στο πλοίο καλύπτονται από επαρκή μέτρα για την προστασία της υγείας τους και έχουν πρόσβαση σε άμεση και κατάλληλη ιατρική περίθαλψη όσο το δυνατόν εφάμιλλης με αυτή που διατίθεται γενικά στους εργαζομένους στην ξηρά. Η προστασία και η περίθαλψη αυτή παρέχεται χωρίς κόστος για τους ναυτικούς.

Οι πλοιοκτήτες οφείλουν  

α. Να λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα, ώστε να εξασφαλίσουν ότι στους ναυτικούς των πλοίων τους παρέχεται προστασία επαγγελματικής υγείας και ότι διαβιούν, εργάζονται και εκπαιδεύονται επί του πλοίου, σε ασφαλές και υγιεινό περιβάλλον.

β. Να λαμβάνουν μέτρα προληπτικού χαρακτήρα, όπως προγράμματα προαγωγής της υγείας και εκπαίδευσης περί της υγείας.

γ. Να υιοθετούν αποτελεσματική εφαρμογή και προώθηση πολιτικής και προγράμματος επαγγελματικής ασφάλειας και υγείας επί πλοίου, συμπεριλαμβανομένης της αξιολόγησης κινδύνων, καθώς και της εκπαίδευσης και παροχής οδηγιών των ναυτικών. Η παραπάνω πολιτική και πρόγραμμα μπορεί να υιοθετούνται και να εφαρμόζονται μέσω του Συστήματος Ασφαλούς Διαχείρισης που προβλέπεται από τον Διεθνή Κώδικα Ασφαλούς Διαχείρισης (ISM Code).

δ. Να λαμβάνουν εύλογες προφυλάξεις για την πρόληψη εργατικών ατυχημάτων, τραυματισμών και ασθενειών επί του πλοίου. Συμπεριλαμβάνονται τα μέτρα για την μείωση και πρόληψη του κινδύνου έκθεσης του ναυτικού σε επιβλαβή επίπεδα περιβαλλοντικών παραγόντων και χημικών, καθώς και του κινδύνου τραυματισμού, ή ασθένειας του ναυτικού, που μπορεί να προκύψει από τη χρήση εξοπλισμού και μηχανημάτων επί πλοίων.

ε. Να θέτουν πρόγραμμα επί του πλοίου για την πρόληψη εργατικών ατυχημάτων, τραυματισμών και ασθενειών.

στ. Να λαμβάνουν προληπτικά μέτρα, συμπεριλαμβανομένου του μηχανολογικού και σχεδιαστικού εξοπλισμού και της χρήσης εξοπλισμού ατομικής προστασίας.

ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ ΠΛΟΙΟΚΤΗΤΩΝ ΣΕ ΑΣΘΕΝΕΙΑ / ΤΡΑΥΜΑΤΙΣΜΟ

Οι πλοιοκτήτες έχουν την υποχρέωση

α. Να εξασφαλίζουν την εφαρμογή γενικών διατάξεων περί προστασίας της υγείας και ιατρικής περίθαλψης, συμπεριλαμβανομένης βασικής οδοντιατρικής περίθαλψης, των ναυτικών πάνω στο πλοίο, όσο το δυνατόν εφάμιλλης με αυτή που διατίθεται σε εργαζομένους στην ξηρά.

β. Να παρέχουν στους ναυτικούς, με χρέωση του πλοίου, το δικαίωμα επίσκεψης σε ιατρό, ή οδοντίατρο, χωρίς καθυστέρηση στους λιμένες κατάπλου του πλοίου, όπου αυτό είναι πρακτικά δυνατόν.

γ. Τα πλοία πρέπει να φέρουν φαρμακείο, ιατρικό υλικό, εξοπλισμό, φάρμακα και ιατρικό οδηγό.

δ. Στα πλοία, που μεταφέρουν 100 ή περισσότερα πρόσωπα και εκτελούν τακτικά διεθνείς πλόες, διάρκειας μεγαλύτερης των τριών ημερών, πρέπει να υπηρετεί ιατρός, υπεύθυνος για την παροχή ιατρικής περίθαλψης.

ε. Πλοία, που δεν φέρουν ιατρό, έχουν, είτε τουλάχιστον ένα ναυτικό επί του πλοίου, ο οποίος είναι υπεύθυνος για την ιατρική περίθαλψη και τη χορήγηση φαρμάκων, είτε τουλάχιστον ένα ναυτικό επί του πλοίου,  ικανό να παρέχει ιατρικές πρώτες βοήθειες.

στ. Σε περίπτωση οιασδήποτε φύσεως ανάγκης για ιατρική συνδρομή, κάθε πλοίο, ανεξαρτήτως της σημαίας του κράτους την οποία φέρει και την περιοχή που διαπλέει μπορεί να απευθύνεται, μέσω ασυρμάτου ή δορυφόρου, για παροχή δωρεάν ιατρικής βοήθειας υπό μορφή συμβουλών, στο Κέντρο Ιατρικών Οδηγιών (Κ.Ι.Ο.) του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού, το οποίο λειτουργεί από το κοινωφελές ίδρυμα «Νοσοκομείο ΕΡ− ΡΙΚΟΣ ΝΤΥΝΑΝ» του Ε.Ε.Σ.

ζ. Οι πλοιοκτήτες είναι υπεύθυνοι  για την κάλυψη των δαπανών των ναυτικών που εργάζονται στα πλοία τους σε σχέση με ασθένεια και τραυματισμό, που επέρχεται μεταξύ της ημερομηνίας έναρξης άσκησης των καθηκόντων τους και της ημερομηνίας κατά την οποία θεωρούνται ότι έχουν δεόντως παλιννοστηθεί, ή που απορρέουν από την απασχόλησή τους σύμφωνα με τη σύμβαση ναυτολόγησης.

η. Σε περίπτωση, που η σύμβαση ναυτολόγησης λυθεί λόγω ασθενείας ή τραυματισμού του ναυτικού και αυτός νοσηλεύεται εκτός του πλοίου, δικαιούται, εφ όσον διαρκεί η ασθένεια, ή ο τραυματισμός, νοσήλεια, συμπεριλαμβανομένης της ιατρικής θεραπείας και της παροχής απαραίτητων φαρμάκων και θεραπευτικών συσκευών, διατροφή και στέγαση όταν νοσηλεύεται εκτός κατοικίας του, καθώς και τον μισθό, έως ότου ο ασθενής, ή τραυματίας, ναυτικός αναρρώσει, ή έως ότου διαπιστωθεί ο μόνιμος χαρακτήρας της ασθένειας, ή της αναπηρίας, όχι όμως πέραν των τεσσάρων μηνών. Προς υπολογισμό των παραπάνω απαιτήσεων, επιτρέπεται να συνομολογείται ειδικός μισθός, σύμφωνα με τη σύμβαση ναυτολόγησης, ή την τυχόν ισχύουσα συλλογική σύμβαση ναυτικής εργασίας.

η. Οι πλοιοκτήτες είναι υπεύθυνοι για την καταβολή του κόστους των δαπανών κηδείας σε περίπτωση θανάτου ναυτικού που επήλθε επί του πλοίου ή στην ξηρά κατά τη διάρκεια της σύμβασης ναυτολόγησης.

ι. Οι παραπάνω διατάξεις είναι ανεξάρτητες από την εφαρμογή ειδικών διατάξεων που προβλέπουν αποζημίωση των παθόντων από την εργασία. Αναφέρεται στον ν. 551/1915.

ια. Ο πλοίαρχος στο πλαίσιο των ενεργειών του συντάσσει έκθεση περί κάθε ατυχήματος, ή ασθένειας, ή τραυματισμού του ναυτικού με σχετική εγγραφή, που καταχωρείται στο ημερολόγιο γέφυρας. Την έκθεση διαβιβάζει το ταχύτερο δυνατό και με κάθε πρόσφορο μέσο στον πλοιοκτήτη για την τήρηση εκ μέρους του σχετικού αρχείου, στις Λιμενικές, ή Προξενικές αρχές και, σε περίπτωση που αυτές δεν υπάρχουν στο ΥΝΑ.

ΑΠΑΛΛΑΓΗ ΠΛΟΙΟΚΤΗΤΩΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΥΘΥΝΗ 

Οι πλοιοκτήτες απαλλάσσονται των ευθυνών

α. Γενικά για συμβάντα επί του πλοίου, που οφείλονται σε ξένες προς αυτούς μη ομαλές και απρόβλεπτες συνθήκες, ή σε έκτακτα γεγονότα, οι συνέπειες των οποίων δεν θα μπορούσαν να έχουν αποφευχθεί παρ' όλη την επιδειχθείσα επιμέλεια.

β. Αν η ασθένεια, ή ο τραυματισμός του ναυτικού, οφείλεται σε πταίσμα του ίδιου του ναυτικού.

γ. Αν η ασθένεια,  ή ο τραυματισμός του ναυτικού, επήλθε για λόγους που δεν συνδέονται με τις υπηρεσίες του για το πλοίο.

δ. Για υπάρχουσα ασθένεια, ή αναπηρία, που αποκρύφθηκε από το ναυτικό σκοπίμως κατά την έναρξη της ναυτολόγησης.

ε. Οι πλοιοκτήτες απαλλάσσονται από την ευθύνη κάλυψης των δαπανών ιατρικής περίθαλψης, σίτισης και στέγασης και των εξόδων κηδείας, εφ όσον η εν λόγω ευθύνη αναλαμβάνεται από δημόσιες αρχές.

στ. Οι πλοιοκτήτες απαλλάσσονται της ευθύνης για την ανάληψη του κόστους ασθενούς, ή τραυματία, ναυτικού από τη στιγμή που ο ναυτικός μπορεί να εγείρει απαίτηση για ιατρικές παροχές, σύμφωνα με πρόγραμμα υποχρεωτικής ασφάλισης ασθένειας, υποχρεωτικής ασφάλισης ατυχημάτων, ή αποζημίωσης, εργαζομένων για ατυχήματα.

ζ. Τα έξοδα κηδείας, που κατέβαλε ο πλοιοκτήτης επιστρέφονται από το ασφαλιστικό ίδρυμα σε περιπτώσεις στις οποίες καταβάλλεται επίδομα κηδείας για τον αποθανόντα ναυτικό.

η. Οι παραπάνω απαλλαγές του πλοιοκτήτη από την ευθύνη δεν επηρεάζουν την υποχρέωσή του να αποζημιώσει τον ναυτικό σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 551/1915.

ΕΠΙΤΡΟΠΕΣ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ 

α. Επί πλοίου στο οποίο είναι ναυτολογημένοι πέντε ή περισσότεροι ναυτικοί, συγκροτείται από τον πλοίαρχο επιτροπή ασφάλειας από τρεις τουλάχιστον ναυτικούς, λαμβάνοντας υπόψη τα καθήκοντα και τις ικανότητες αυτών σε θέματα ασφάλειας και υγείας προκειμένου να συμμετέχουν σε συνεδριάσεις της. Στην παραπάνω επιτροπή μπορεί να συμπεριλαμβάνεται ο πλοίαρχος.

β. Περί της συγκρότησης της επιτροπής ασφαλείας καταχωρείται εγγραφή στο ημερολόγιο γεφύρας του πλοίου ή/και στο Σύστημα Ασφαλούς Διαχείρισης που προβλέπεται από τον Διεθνή Κώδικα Ασφαλούς Διαχείρισης (ISM).

Έργο της επιτροπής είναι, α. να συμβάλλει στην εφαρμογή της πολιτικής και του προγράμματος για την προστασία της υγείας, της επαγγελματικής ασφάλειας και της πρόληψης ατυχημάτων, τραυματισμών και ασθενειών επί του πλοίου και να υποβάλλει στον πλοίαρχο προς προώθηση στον πλοιοκτήτη προτάσεις για τη βελτίωση αυτών, β. να καταγράφει και εξετάζει τυχόν παρατηρήσεις και προτάσεις των υπόλοιπων ναυτικών που σχετίζονται με την προστασία της επαγγελματικής υγείας και ασφάλειας και την πρόληψη ατυχημάτων, γ. να ενημερώνεται από τον πλοίαρχο για τα αποτελέσματα της αξιολόγησης κινδύνων που αφορούν στο πλοίο, δ. να διερευνά, κατά το δυνατόν, συμβάντα επί του πλοίου που σχετίζονται με την προστασία της υγείας και της επαγγελματικής ασφάλειας και την πρόληψη ατυχημάτων, προτείνοντας στον πλοιοκτήτη τυχόν διορθωτικά και προληπτικά μέτρα.

ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ ΝΑΥΤΙΚΩΝ

Αποτελεί ευθύνη του ναυτικού, να φροντίζει ανάλογα με τις δυνατότητές του για την ασφάλεια και την υγεία του, καθώς και για την ασφάλεια και την υγεία των άλλων ναυτικών που επηρεάζονται από τις πράξεις ή παραλείψεις του κατά την εργασία, σύμφωνα με την εκπαίδευση και ενημέρωσή του.

Οι ναυτικοί οφείλουν ειδικότερα, α. να χρησιμοποιούν σωστά τις μηχανές, τις συσκευές, τα εργαλεία, τις επικίνδυνες ουσίες και άλλα μέσα, β. να χρησιμοποιούν σωστά τον ατομικό προστατευτικό εξοπλισμό που τίθεται στη διάθεσή τους και, μετά τη χρήση, να τον τακτοποιούν στη θέση του, γ. να μη θέτουν εκτός λειτουργίας, αλλάζουν, μετατοπίζουν ή εξαρμόζουν αυθαίρετα τους μηχανισμούς ασφάλειας των μηχανών, εργαλείων, συσκευών και εγκαταστάσεων και να χρησιμοποιούν σωστά αυτούς τους μηχανισμούς ασφαλείας, δ. να ενημερώνουν τον προϊστάμενο της υπηρεσίας τους, σχετικά με όλες τις καταστάσεις που μπορεί να θεωρηθεί εύλογα ότι παρουσιάζουν άμεσο και σοβαρό κίνδυνο για την ασφάλεια και την υγεία, καθώς και κάθε έλλειψη που διαπιστώνεται στα συστήματα προστασίας, ε. να συνδράμουν όταν ζητηθεί τον πλοίαρχο, την επιτροπή ασφαλείας και τον πλοιοκτήτη για όσο χρονικό διάστημα είναι αναγκαίο, ώστε αφενός να καταστεί δυνατή η εκπλήρωση των καθηκόντων και των απαιτήσεων που επιβάλλονται για την προστασία της ασφάλειας και της υγείας των ναυτικών κατά την εργασία και αφετέρου να διασφαλισθεί ότι το περιβάλλον και οι συνθήκες εργασίας είναι ασφαλείς και χωρίς κινδύνους για την ασφάλεια και την υγεία εντός του πεδίου δραστηριότητάς τους.

Οι παρακάτω διατάξεις για την ασφάλεια του ναυτικού από ατύχημα θεωρούνται «ειδικές διατάξεις ασφάλειας των ναυτικών  από ατύχημα» και λαμβάνονται υπ όψιν από τα ελληνικά δικαστήρια

Α.   ΠΔ 151/2003

Σύμφωνα με το άρθρο 16 του ΠΔ 152/2003 «Περί οργάνωσης του χρόνου εργασίας των ναυτικών, σε συμμόρφωση προς τις Οδηγίες 1999/63/ ΕΚ και 1999/95/ΕΚ» οι ναυτικοί τυγχάνουν προστασίας της ασφάλειας και της υγείας τους ανάλογα με τη φύση της εργασίας τους και σύμφωνα με τις αντίστοιχες σχετικές διατάξεις της εσωτερικής νομοθεσίας και των Διεθνών Συμβάσεων που έχει κυρώσει η Ελλάδα.  Στους ναυτικούς παρέχεται ισοδύναμη προστασία και υπηρεσίες ή διευκολύνσεις πρόληψης για την ασφάλεια και την υγεία τους ανεξαρτήτως αν εργάζονται την ημέρα ή τη νύκτα.

Β.   Ν.  3850/2010 (ΚΩΔΙΚΑΣ ΝΟΜΩΝ)  

Σύμφωνα με τον ν. 3850/2010, όλες οι διατάξεις νόμων, που ρυθμίζουν τη ναυτική εργασία, εναρμονίζονται με τον ν. 3850/2010 «Κύρωση του Κώδικα νόμων για την υγεία και την ασφάλεια των εργαζομένων».

Γ.  Διεθνής ΚΩΔΙΚΑΣ Ναυτικής Εργασίας 2006 (MLC 2006). 

Η Γενική Συνδιάσκεψη της Διεθνούς Οργάνωσης Εργασίας (ΔΟΕ) στη Γενεύη Ελβετίας το 2006 υιοθέτησε την διεθνή σύμβαση «Maritime Labour Convention 2006» (MLC 2006).  Αποτελεί ενιαίο και συνεκτικό όργανο, ενσωματώνοντας πρότυπα ναυτικής εργασίας, στον τομέα παροχής υπηρεσιών θαλάσσιων μεταφορών και των συνθηκών εργασίας των ναυτικών που εργάζονται σε αυτά. Θεωρείται «Χάρτα Δικαιωμάτων των ναυτικών» και αποτελεί τον πρώτο Διεθνή Κώδικα Ναυτικής Εργασίας, συμπληρώνοντας άλλες συμβάσεις, όπως την Διεθνή Σύμβαση «Περί ασφάλειας της ανθρώπινης ζωής στη θάλασσα (SOLAS), την Διεθνή Σύμβαση «Για πρότυπα εκπαίδευσης, έκδοσης πιστοποιητικών και τήρησης φυλακών των ναυτικών του 1978» και την Διεθνή Σύμβαση «Για την πρόληψη της ρύπανσης της θάλασσας από πλοία του 1973 και 1978 κλπ. Αναγνωρίζει την σημασία του ανθρώπινου παράγοντα στην ασφαλή δραστηριοποίηση των πλοίων, την προστασία της ανθρώπινης ζωής και περιουσίας στη θάλασσα, την προστασία του θαλασσίου περιβάλλοντος, την ασφάλεια από έκνομες ενέργειες, καθώς και την ευθεία σχέση της αποτελεσματικότητας και της παραγωγικότητας των υπηρεσιών των θαλασσίων μεταφορών με τη βιώσιμη ανάπτυξη του διεθνούς εμπορίου, αλλά δεν λαμβάνει ειδικά μέτρα για την υγιεινή και ασφάλεια των ναυτικών.  5. Η σύμβαση κυρώθηκε από την Ελλάδα με τον Ν. 4078/2012 «Κύρωση της Σύμβασης Ναυτικής εργασίας 2006 της Διεθνούς Οργάνωσης Εργασίας». Σε εφαρμογή της κυρωμένης Διεθνούς Σύμβασης εκδόθηκε ο Κανονισμός με αριθμό 3522.2/08/2013 ΚΥΑ «για την εφαρμογή απαιτήσεων της Σύμβασης Ναυτικής Εργασίας 2006 της Διεθνούς Οργάνωσης Εργασίας».

Δ. ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ ΝΑΥΤΙΚΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ 2006  

Ο Κανονισμός αυτός αποτελεί το κυριότερο νομοθέτημα προστασίας της ναυτικής εργασίας και του ναυτικού από ναυτεργατικό ατύχημα, και έχει  εφαρμογή σε όλους τους ναυτικούς.

Οι διατάξεις των παρακάτω διεθνών συμβάσεων, που περιέχουν μέτρα ασφάλειας, αλλά αναφέρονται γενικά σε μέτρα προστασίας των ναυτικών, που πρέπει να λαμβάνει το πλοίο και όχι σε ειδικές συγκεκριμένες διατάξεις για την ασφάλεια του ναυτικού από ατύχημα, δεν θεωρούνται «ειδικές διατάξεις ασφάλειας των ναυτικών  από ατύχημα» και δεν λαμβάνονται υπ όψιν από τα ελληνικά δικαστήρια (ΕφΠειρ 102/2015).

Α. Διεθνής Σύμβαση για την Ασφάλεια της Ανθρώπινης Ζωής στη Θάλασσα (SOLAS)

Η Διεθνής Σύμβαση «International Convention for the Safety of Life at Sea» (SOLAS), υιοθετήθηκε το 1974  από τη Διεθνή Διάσκεψη για την Ασφάλεια της Ανθρώπινης Ζωής στη θάλασσα από τον Διεθνή Ναυτιλιακό Οργανισμό (ΙΜΟ). Έκτοτε έχει τροποποιηθεί με αρκετά Πρωτόκολλα. Στην Ελλάδα κυρώθηκε με τον ν. 1045/1980, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί και συμπληρωθεί με το ΠΔ 68/2005  

Β. Κώδικας ασφαλούς διαχείρισης (ISM Code) 

Η Διεθνής Σύμβαση «International Safety Management Code» (ISM Code) υιοθετήθηκε από τον Διεθνή Ναυτιλιακό Οργανισμό (ΙΜΟ). Είναι εργαλείο για την αναβάθμιση της ασφάλειας των πλοίων και της εργασίας πάνω στο πλοίο και έχει ενσωματωθεί στην συνθήκη SOLAS εισάγοντας την ιδέα της υποχρεωτικής ανάπτυξης Συστήματος Ασφαλούς Διαχείρισης (SMS) σε κάθε πλοιοκτήτρια, ή διαχειρίστρια εταιρεία.

Γ. Διεθνής Σύμβαση για τη Ναυτική Ερευνα και Διάσωση (SAR)

Η Διεθνής Σύμβαση «Search and Rescue» (SAR) αφορά την έρευνα και διάσωση σε περιπτώσεις ναυτικών ατυχημάτων. Η Ελλάδα ασκεί τον συντονισμό των εν λόγω επιχειρήσεων εντός του FIR Αθηνών, από την δεκαετία του 1950, υπάρχουν όμως τα γνωστά προβλήματα με την Τουρκία. Σε κάθε περίπτωση η Ελλάδα, μέσω του αρμοδίου ελληνικού Ενιαίου Κέντρου Συντονισμού Έρευνας και Διάσωσης στον Πειραιά, συντονίζει όλες τις επιχειρήσεις έρευνας και διάσωσης, σε όλα τα κινδυνεύοντα πλοία, αλλά και αεροπλάνα εντός της ελληνικής περιοχής ευθύνης.

Α) Η παραγραφή των αξιώσεων του ναυτικού από το ναυτεργατικό ατύχημα κατά του εργοδότη, εφ όσον ο εργοδότης τήρησε τις προϋποθέσεις των άρθρων 10 εδ α και 17 εδ. α του κ.ν. 551/1915 είναι τριετής από του ατυχήματος. Προϋπόθεση της βραχυπρόθεσμης παραγραφής των τριών ετών είναι ο εργοδότης, εφ όσον από το ατύχημα προκλήθηκε ανικανότητα προς εργασία πέραν της εβδομάδος, να βεβαιώσει εντός 15 ημερών από το ατύχημα εγγράφως και ενόρκως ενώπιον του ειρηνοδίκη του τόπου του ατυχήματος, με δύο αυτόπτες μάρτυρες, εφ όσον υπάρχουν, τις λεπτομέρειες του ατυχήματος, την ημέρα που συνέβη, το όνομα και τον τόπο καταγωγής του παθόντος (ΑΠ 541/2005, ΕφΠειρ 1136/2005, ΕφΔυτΜακ 36/2007). Για τους συγγενείς του θανόντος ναυτικού η τριετία αρχίζει  από τον θάνατο του ναυτικού.

Β) Σε κάθε άλλη περίπτωση οι αξιώσεις αποζημίωσης υπόκεινται στην  πενταετή  παραγραφή από τότε που ο ζημιωθείς έλαβε γνώση της ζημίας και του προς αποζημίωση υποχρέου. Θεωρείται ότι ο παθών, ή οι συγγενείς του σε περίπτωση θανάτου του, γνωρίζει τον υπόχρεο, όταν αυτός γνωρίζει τόσα περιστατικά, ώστε βάσει αυτών να μπορεί να εγείρει αγωγή εναντίον ορισμένου προσώπου με ελπίδες επιτυχίας (ΑΠ 779/2002, ΑΠ 141/2007).

Γ. Όταν ο εργοδότης δεν έχει μόνιμη κατοικία στην Ελλάδα, ή είναι αλλοδαπή ναυτιλιακή εταιρεία, είτε εισάγεται με τον ν. 551/1915, είτε με το κοινό δίκαιο, η παραγραφή των αξιώσεων του ναυτικού από το ναυτεργατικό ατύχημα είναι τριάντα μηνών και αρχίζει από την καθ` οιονδήποτε τρόπο λύση της σύμβασης ναυτολόγησης (άρθρο 1 ν. 762/78). Αν, λόγω του θανάτου του παθόντος, την αγωγή ασκούν τα συγγενικά του πρόσωπα, η προθεσμία της παραγραφής αρχίζει από την επομένη ημέρα του θανάτου του ναυτικού (ΕφΠειρ 352/2007).

Δ. Στην ίδια παραγραφή υπόκεινται και οι αξιώσεις του ναυτικού κατά του αντιπρόσωπου του εργοδότη, που με τον ναυτικό σύναψε στην Ελλάδα σύμβαση ναυτολόγησης σε πλοίο του εργοδότη που δεν κατοικεί, ή δεν έχει έδρα στην Ελλάδα, ως και κατά του φυσικού προσώπου, που ενήργησε ως νόμιμος εκπρόσωπος του αντιπροσώπου του αλλοδαπού εργοδότη.

Ε. Η παραγραφή των αξιώσεων του ναυτικού κατά του πλοίου για μισθούς ασθένειας είναι ετήσια από την λήξη του έτους που έγινε η καταγγελία της σύμβασης ναυτολόγησης (άρθρο 289, 291 ΚΙΝΔ, ΕφΠειρ 352/2007). Το αυτό ισχύει και όταν ο εργοδότης του  ναυτικού δεν έχει μόνιμη κατοικία στην Ελλάδα, ή είναι αλλοδαπή ναυτιλιακή εταιρεία, ή η σύμβαση ναυτολόγησης συνήφθη με τον αντιπρόσωπου του εργοδότη στην Ελλάδα, ή κατά του φυσικού προσώπου, που ενήργησε ως νόμιμος εκπρόσωπος του αντιπροσώπου του αλλοδαπού εργοδότη.

Αν ο ναυτικός από το ατύχημα υπέστη ανικανότητα προς εργασία (πρόσκαιρη, ή ισόβια) ή θάνατο και εφαρμοστέο δίκαιο είναι το ελληνικό, έχει το επιλεκτικό δικαίωμα να αξιώσει έναντι του υποχρέου σε αποζημίωση, είτε την περιορισμένη κατ' αποκοπή αποζημίωση του ν. 551/1915, είτε την πλήρη αποζημίωση του κοινού δικαίου των άρθρων 297, 298, 914, 922, 928-932 ΑΚ (ΑΠ 959/2014). Οι δύο αυτές αξιώσεις συρρέουν διαζευκτικά, με την έννοια ότι σε περίπτωση επιλογής της μιας απ' αυτές τις αξιώσεις αποζημίωσης (κοινού δικαίου ή του ν. 551/1915) αποκλείεται να ζητήσει ο παθών ταυτόχρονα ή διαδοχικά την άλλη. Η επιλογή αυτή, που μπορεί να γίνει με άσκηση αγωγής είναι αμετάκλητη, αφ ότου περιέλθει στο άλλο μέρος και δεν μπορεί ν' ανακληθεί μονομερώς από τον δικαιούχο. Δεν αποκλείεται η επικουρική άσκηση της μιας σε σχέση με την άλλη, που ασκείται κυρίως (ΑΠ 1132/1997). 

Α. Η Αποζημίωση του ν. 551/1915

Η αποζημίωση του ν. 551/1915 αφορά μόνο περιουσιακή αποζημίωση, για την βλάβη που υπέστη το σώμα του ναυτικού (ανικανότητα προς εργασία, ή θάνατο), είναι δε περιορισμένη. Παρέχεται ανεξαρτήτως ευθύνης του υπόχρεου σε αποζημίωση. Δεν αφορά  χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη, που υπέστη από το ατύχημα, ή για την ψυχική οδύνη, που υπέστησαν οι συγγενείς σε περίπτωση θανάτου του από το ατύχημα (άρθρο 932 ΑΚ). Αυτή παρέχεται από το κοινό δίκαιο. Σύμφωνα με το άρθρο 3 ν. 551/1915 η αποζημίωση προσδιορίζεται ανάλογα με τον βαθμό ανικανότητας για εργασία, ή θάνατο.

α. Αν προκλήθηκε πλήρης διαρκής ανικανότητα (ΠΔΑ) για εργασία (δηλ πάνω από 2 έτη), αποζημίωση ίση με μισθούς 6 ετών.

β. Αν προκλήθηκε μερική διαρκής ανικανότητα (ΜΔΑ) για εργασία, αποζημίωση ίση με το εξαπλάσιο του ποσού κατά το οποίο ελαττώθηκε το ετήσιο εισόδημά του από μισθό.

γ. Αν προκλήθηκε πλήρης πρόσκαιρη ανικανότητα (ΠΠΑ) για εργασία (δηλ μέχρι 2 έτη), ημερήσια αποζημίωση ίση με το 1/2 του μισθού, που ελάμβανε την ημέρα του ατυχήματος. Καταβάλλεται από την 5 ημέρα του ατυχήματος, εφ όσον η ΠΠΑ διήρκεσε μέχρι 10 ημέρες. Τις πρώτες 5 ημέρες δικαιούται επίδομα ασθένειας. Αν η ΠΠΑ διήρκεσε πέραν των 10 ημερών, η αποζημίωση καταβάλλεται από την ημέρα του ατυχήματος. 

δ. Αν προκλήθηκε μερική πρόσκαιρη ανικανότητα (ΜΠΑ) ημερήσια αποζημίωση ίση με το 1/2 της ελαττώσεως που υφίσταται ο μισθός του, εξ αιτίας της ανικανότητας.

ε. Σε περίπτωση θανάτου η αποζημίωση ίση με μισθούς 5 ετών.

Αν ο εργοδότης τηρούσε όλους τους προβλεπόμενους κανόνες ασφάλειας και αποδειχθεί ότι το ατύχημα προκλήθηκε αποκλειστικά από αμέλεια του εργαζόμενου, το δικαστήριο μπορεί να μειώσει το ύψος της αποζημίωσης στο μισό (άρθρο 16 παρ. 4 του ν. 551/1915, ΑΠ 19/2014).

Β. Η Αποζημίωση του κοινού δικαίου

Ο παθών δικαιούται να επιλέξει να αναζητήσει από τον υπόχρεο σε αποζημίωση την πλήρη αποζημίωση του κοινού δικαίου των άρθρων 297, 298, 914, 922, 928-932 ΑΚ (ΑΠ 959/2014). Η υποχρέωση αποζημίωσης με το κοινό δίκαιο ρυθμίζεται από τα άρθρα 34 παρ. 2 και 60 παρ. 3 α.ν. 1846/1951 «περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων», σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 16 παρ. 1 και 3 του ν. 551/1915, σε συνδυασμό με το άρθρα 297,  298 ΑΚ 914 επ. ΑΚ (ΟλΑΠ 1287/1986, (ΟλΑΠ 26/1995, ΑΠ 274/2000, ΟλΑΠ 1267/1976, ΑΠ 412/2008, ΟλΑΠ 1117/1986, ΑΠ 855/2010, ΑΠ 1858/2011, ΑΠ 1293/2013, ΑΠ 1076/2014).

Για να δικαιούται, όμως,  την αποζημίωση του κοινού δικαίου πρέπει το ατύχημα να οφείλεται, α) σε δόλο του υπόχρεου σε αποζημίωση (άρθρο 27 ΠΚ, σε συνδυασμό με άρθρο 34 παρ. 2 α.ν 1846/51), β) σε αμέλεια, από την μη τήρηση της υποχρέωσης πρόνοιας του εργοδότη (άρθρο 622), γ) σε αμέλεια, από την μη τήρηση των διατάξεων για τους όρους υγιεινής και ασφαλείας των ναυτικών (άρθρο 16 παρ.1 του ν. 551/1915, ΑΠ 412/2008, ΑΠ 561/2015).

γ. Η πλήρης αποζημίωση του κοινού δικαίου περιλαμβάνει  

α. Έξοδα ιατροφαρμακευτικής και νοσοκομειακής περίθαλψης, αν δεν έχουν καλυφθεί.

β. Μισθούς ασθενείας του άρθρου 66 ΚΙΝΔ, αν δεν έχουν καλυφθεί.

 γ. Απώλεια εισοδήματος κατά τον χρόνο ανικανότητας προς εργασία, έως ισόβια).

δ. Αποζημίωση λόγω αναπηρίας.

ε. Χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.

στ. Αποζημίωση κηδείας και συναφών δαπανών, οι συγγενείς.

ζ. Αποζημίωση λόγω απώλειας διατροφής, ο σύζυγος και τα τέκνα.

η. Χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, οι συγγενείς.

1. Αρμόδιο καθ ύλη δικαστήριο εκδίκασης των διαφορών από ναυτεργατικό ατύχημα είναι το Ειρηνοδικείο, αν το αιτούμενο χρηματικό ποσό δεν υπερβαίνει τα 20.000 ευρώ.

 Άνω των 20.000 ευρώ αρμόδιο είναι το Μονομελές Πρωτοδικείο (άρθρα 14 παρ1 και 16 παρ. 2 ΚΠολΔ).

2. Αρμόδιο κατά τόπο δικαστήριο είναι το δικαστήριο στην περιφέρεια του οποίου έχει την κατοικία του ο εναγόμενος, ή την έδρα της εταιρεία, ή το δικαστήριο του τόπου όπου συνέβη το ατύχημα (άρθρα 22, 25, 35 ΚΠολΔ).  

Όταν ενάγονται περισσότερα πρόσωπα αρμόδιο είναι το δικαστήριο στην περιφέρεια του οποίου έχει την κατοικία του, ή την έδρα του, οποιοσδήποτε από τους ομοδίκους (άρθρο 37 ΚΠολΔ)

3. Στην δικαιοδοσία του δικαστηρίου υπάγονται Έλληνες και αλλοδαποί, εφ όσον το ατύχημα διαπράχθηκε στην Ελλάδα (άρθρο 26 ΑΚ και άρθρο 3 ΚΠολΔ).

4. Ατύχημα που συνέβη εντός του νομού Αττικής, ή έχει την έδρα της η ναυτική εταιρεία, ή την κατοικία τους οι λοιποί υπεύθυνοι και υπάγεται στην αρμοδιότητα του Πρωτοδικείου (άνω των 20.000 ευρώ απαίτηση) δικάζεται από το Πρωτοδικείου Πειραιά από το ειδικό τμήμα «ναυτικών διαφορών» (άρθρο 51 Ν. 2172/1993). Αν η υπόθεση εισαχθεί σε άλλο Πρωτοδικείο του νομού Αττικής, ή σε άλλο τμήμα του Πρωτοδικείου, ή Εφετείου Πειραιά, παραπέμπεται στο τμήμα ναυτικών διαφορών του Πρωτοδικείου, ή Εφετείου, Πειραιά (ΕφΠειρ 988/2005, ΕφΠειρ 1/2011).

Σύμφωνα με τον  Ν. 551/1915, Ν. 762/1978 (Διεθνής Σύμβαση περί «προστασίας της ανθρώπινης ζωής στη θάλασσα» (SOLAS) και τον Κανονισμό με αριθμό 3522.2/08/2013 ΚΥΑ «για την εφαρμογή απαιτήσεων της Σύμβασης Ναυτικής Εργασίας 2006, μετά το ατύχημα, ο πλοίαρχος συντάσσει έκθεση περί του ναυτικού ατυχήματος με σχετική εγγραφή, που καταχωρείται στο ημερολόγιο γέφυρας. Την έκθεση διαβιβάζει το ταχύτερο δυνατό και με κάθε πρόσφορο μέσο στον πλοιοκτήτη για την τήρηση εκ μέρους του σχετικού αρχείου. Το πλοίο, δηλαδή ο πλοιοκτήτης, ή ο πλοίαρχος, έχει υποχρέωση άμεσης (αμελλητί) αναγγελίας του ναυτικού ατυχήματος στις αρμόδιες Λιμενικές, ή Προξενικές αρχές και, σε περίπτωση που αυτές δεν υπάρχουν στο ΥΝΑ, ώστε αυτές να επιμεληθούν για τον εντοπισμό και παροχή βοηθείας και διάσωσης του ναυτικού.

Το ατύχημα υποχρεούνται να το αναγγείλουν, α) Ο παθών. Σε περίπτωση αδυναμίας ή θανάτου του, τα οικεία του πρόσωπα, β) Ο γιατρός του πλοίου μέσα σε 24 ώρες από τότε που έμαθε το ατύχημα, γ) Οποιοσδήποτε τρίτος έλαβε γνώση αυτού, από την γνώση.

Ο εργοδότης, σύμφωνα με τον Ν. 3850/2010 (Κώδικας Νόμων), εφ όσον πρόκειται περί σοβαρού τραυματισμού ή θανάτου, τηρεί αμετάβλητα όλα τα στοιχεία, που δύνανται να χρησιμεύσουν για εξακρίβωση των αιτίων του ατυχήματος. Τηρεί ειδικό βιβλίο ατυχημάτων στο οποίο να αναγράφονται τα αίτια και η περιγραφή του ατυχήματος και να το θέτει στη διάθεση των αρμόδιων αρχών. Τηρεί κατάλογο των εργατικών ατυχημάτων που είχαν ως συνέπεια για τον εργαζόμενο ανικανότητα εργασίας μεγαλύτερη των τριών εργάσιμων ημερών.

Σύμφωνα με το άρθρο 2 του Ν. 551/1915, του άρθρου 8 του Α.Ν 1846/1951 «Περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων» και των διατάξεων του ΚΙΝΔ, εργοδότης του ναυτικού είναι  κατά περίπτωση, ο πλοιοκτήτης, ο εφοπλιστής, ο κύριος του πλοίου, η ναυτική εταιρεία, ο αντιπρόσωπος της ναυτικής εταιρείας. Σε αποζημίωση του ναυτικού, που υπέστη ναυτεργατικό ατύχημα, εκτός των παραπάνω, ευθύνονται και όσοι έχουν έναντι του ναυτικού ιδιαίτερη νομική υποχρέωση τήρησης μέτρων υγιεινής και ασφαλείας. Ιδιαίτερη νομική υποχρέωση τήρησης μέτρων υγιεινής και ασφαλείας έχουν ο πλοίαρχος και τα λοιπά μέλη του πληρώματος, ή και ο γιατρός του πλοίου, εφ όσον βαρύνονται με ίδιο πταίσμα (δόλο ή αμέλεια) κατά την εκτέλεση των καθηκόντων που τους έχουν ανατεθεί.