Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 761, 748 παρ. 3, 753 παρ.  και 752 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο καθ ου η αίτηση δεν προσλαμβάνει την ιδιότητα του διαδίκου με μόνη την απεύθυνση της αίτησης εναντίον του, αν δεν εκλητεύθηκε ύστερα από διαταγή του δικαστηρίου, δεν προσεπικλήθηκε, ή δεν άσκησε παρέμβαση, ακόμη και όταν, χωρίς να ασκήσει παρέμβαση, παραστεί στη δίκη.

Η από τον δικαστή, κατά την κατάθεση της αίτησης, σημείωση απλώς της προθεσμίας για την τυχόν κοινοποίησή της στον καθ ου για να ασκήσει παρέμβαση, ή να προστατεύσει κατ άλλο τρόπο τα πιθανά συμφέροντά του, δεν συνιστά, ούτε αναπληρώνει την προβλεπόμενη από το άρθρο 748 παρ. 3 ΚΠολΔ, κλήτευση με διαταγή του  δικαστή, εκείνου που έχει έννομο συμφέρον από την δίκη, ώστε να προσδώσει στον καθ ου η αίτηση την ιδιότητα διαδίκου.

Τα ανωτέρω ισχύουν, όχι μόνο όταν η αίτηση απευθύνεται κατά του καθ ου, αλλά, και όταν απλώς κοινοποιείται προς αυτόν και διατάχθηκε η κλήτευσή του κατά το άρθρο 748 παρ. 3  ΚΠολΔ, ο οποίος δεν προσλαμβάνει από αυτό και μόνο την ιδιότητα του διαδίκου. 

 

Α. Η διόρθωση της ληξιαρχικής πράξης για σφάλματα από παραδρομή, ή τονισμού, γίνεται  από τον Ληξίαρχο (άρθρο 13 παρ.3 ν.  344/76.

Β. Η διόρθωση της ληξιαρχικής πράξης για σφάλματα από παραδρομή, τα οποία δεν αφορούν τον τόπο, μήνα, έτος και ώρα, γίνεται με άδεια του Εισαγγελέα Πρωτοδικών, ή του Ειρηνοδίκη στο οποίο εδρεύει το Ληξιαρχείο (άρθρο 13 παρ.2 ν.  344/76).

Γ. Για τη διόρθωση λοιπών στοιχείων ληξιαρχικών πράξεων απαιτείται τελεσίδικη δικαστική απόφαση (άρθρο 13 παρ.1 ν. 344/76). Στην περίπτωση αυτή

α) Σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 782 ΚΠολΔ «όταν ο νόμος απαιτεί δικαστική απόφαση για να βεβαιωθεί ένα γεγονός με σκοπό να συνταχθεί ληξιαρχική πράξη, η απόφαση εκδίδεται με αίτηση όποιου έχει έννομο συμφέρον ή του Εισαγγελέα από το δικαστήριο της περιφέρειας του ληξιάρχου ο οποίος θα συντάξει τη ληξιαρχική πράξη». Κατά  την παρ. 2 αυτού «η απόφαση πρέπει να βεβαιώνει και κάθε άλλο στοιχείο που πρέπει κατά το νόμο να περιέχει η ληξιαρχική πράξη, εκτός αν αυτό είναι αδύνατο». Κατά την παρ. 3 του ίδιου άρθρου, «οι διατάξεις της παρ. 1 εφαρμόζονται και για τη διόρθωση ληξιαρχικής πράξης».

β) Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι, κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας δικάζονται οι αιτήσεις όποιου έχει έννομο συμφέρον, ή του Εισαγγελέα, με τις οποίες ζητείται η βεβαίωση ενός γεγονότος με σκοπό να συνταχθεί ληξιαρχική πράξη, η οποία δεν έχει συνταχθεί και για τη βεβαίωση της οποίας ο νόμος απαιτεί δικαστική απόφαση, ή η διόρθωση ορισμένου στοιχείου της ληξιαρχικής πράξης που προβλέπεται από το νόμο ως απαραίτητο για τη σύνταξη της ληξιαρχικής πράξης και το οποίο από παραδρομή ή και ηθελημένα καταχωρήθηκε στη ληξιαρχική πράξη που έχει συνταχθεί.

γ) Αντικείμενο της αίτησης διόρθωσης είναι η διαπίστωση των ακριβών στοιχείων που απαιτεί ο νόμος για τη σύνταξη της ληξιαρχικής πράξης και ο τονισμός της ορθότητας αυτών, σε σύγκριση με τα στοιχεία που βεβαιώθηκαν ανακριβώς στη ληξιαρχική πράξη, της οποίας ζητείται η διόρθωση.

δ) Η απόφαση που εκδίδεται, ως προς τη ρυθμιστική της ενέργεια, είναι στην ουσία διαπιστωτική θετική διοικητική πράξη και όχι διαταγή στο ληξίαρχο για τη διόρθωση της ληξιαρχικής πράξης που ενδεχόμενα συντάχθηκε απ' αυτόν ανακριβώς.

Η διόρθωση της ληξιαρχικής πράξης, που δεν αφορά σφάλματα από παραδρομή, ή τονισμό, δεν αφορούν τον τόπο, μήνα, έτος και ώρα, γίνεται με τελεσίδικη δικαστική απόφαση (άρθρο 13 παρ.1 ν. 344/76).

Στην διόρθωση με δικαστική απόφαση ισχύουν τα εξής

α) Κατά την παρ. 1 του άρθρου 782 ΚΠολΔ «όταν ο νόμος απαιτεί δικαστική απόφαση για να βεβαιωθεί ένα γεγονός με σκοπό να συνταχθεί ληξιαρχική πράξη, η απόφαση εκδίδεται με αίτηση όποιου έχει έννομο συμφέρον ή του Εισαγγελέα από το δικαστήριο της περιφέρειας του ληξιάρχου ο οποίος θα συντάξει τη ληξιαρχική πράξη». Κατά  την παρ. 2 αυτού «η απόφαση πρέπει να βεβαιώνει και κάθε άλλο στοιχείο που πρέπει κατά το νόμο να περιέχει η ληξιαρχική πράξη, εκτός αν αυτό είναι αδύνατο». Κατά την παρ. 3 του ίδιου άρθρου, «οι διατάξεις της παρ. 1 εφαρμόζονται και για τη διόρθωση ληξιαρχικής πράξης».

β) Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι, κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας δικάζονται οι αιτήσεις όποιου έχει έννομο συμφέρον, ή του Εισαγγελέα, με τις οποίες ζητείται η βεβαίωση ενός γεγονότος με σκοπό να συνταχθεί ληξιαρχική πράξη, η οποία δεν έχει συνταχθεί και για τη βεβαίωση της οποίας ο νόμος απαιτεί δικαστική απόφαση, ή η διόρθωση ορισμένου στοιχείου της ληξιαρχικής πράξης που προβλέπεται από το νόμο ως απαραίτητο για τη σύνταξη της ληξιαρχικής πράξης και το οποίο από παραδρομή ή και ηθελημένα καταχωρήθηκε στη ληξιαρχική πράξη που έχει συνταχθεί.

γ) Αντικείμενο της αίτησης διόρθωσης είναι η διαπίστωση των ακριβών στοιχείων που απαιτεί ο νόμος για τη σύνταξη της ληξιαρχικής πράξης και ο τονισμός της ορθότητας αυτών, σε σύγκριση με τα στοιχεία που βεβαιώθηκαν ανακριβώς στη ληξιαρχική πράξη, της οποίας ζητείται η διόρθωση.

δ) Η απόφαση που εκδίδεται, ως προς τη ρυθμιστική της ενέργεια, είναι στην ουσία διαπιστωτική θετική διοικητική πράξη και όχι διαταγή στο ληξίαρχο για τη διόρθωση της ληξιαρχικής πράξης που ενδεχόμενα συντάχθηκε απ' αυτόν ανακριβώς.

Α. Σύμφωνα με τον ν.  4491/2017 «Νομική αναγνώριση της ταυτότητας φύλου - Εθνικός Μηχανισμός Εκπόνησης, Παρακολούθησης και Αξιολόγησης των Σχεδίων Δράσης για τα Δικαιώματα του Παιδιού και άλλες διατάξεις». Άρθρο 1 «1. Το πρόσωπο έχει δικαίωμα στην αναγνώριση της ταυτότητας φύλου του ως στοιχείου της προσωπικότητας του. 2. Το πρόσωπο έχει δικαίωμα στο σεβασμό της προσωπικότητας του με βάση τα χαρακτηριστικά φύλου του». Άρθρο 2. «1 Ως ταυτότητα φύλου νοείται ο εσωτερικός και προσωπικός τρόπος με τον οποίο το ίδιο το πρόσωπο βιώνει το φύλο του, ανεξάρτητα από το φύλο που καταχωρίστηκε κατά τη γέννηση του με βάση τα βιολογικά του χαρακτηριστικά. Η ταυτότητα φύλου περιλαμβάνει την προσωπική αίσθηση του σώματος καθώς και την κοινωνική και εξωτερική έκφραση του φύλου, τα οποία αντιστοιχούν στη βούληση του προσώπου. Η προσωπική αίσθηση του σώματος μπορεί να συνδέεται και με αλλαγές που οφείλονται σε ιατρική αγωγή ή άλλες ιατρικές επεμβάσεις που επιλέχθηκαν ελεύθερα. 2. Ως χαρακτηριστικά φύλου νοούνται τα χρωμοσωμικά, γονιδιακά και ανατομικά χαρακτηριστικά του προσώπου, τα οποία συμπεριλαμβάνουν πρωτογενή χαρακτηριστικά, όπως τα αναπαραγωγικά όργανα και δευτερογενή χαρακτηριστικά, όπως η μυϊκή μάζα, η ανάπτυξη μαστών ή τριχοφυΐας». Άρθρο 3. «1. Σε περίπτωση ασυμφωνίας μεταξύ ταυτότητας φύλου και καταχωρισμένου φύλου το πρόσωπο μπορεί να ζητήσει τη διόρθωση του καταχωρισμένου φύλου του, ώστε αυτό να αντιστοιχεί στη βούληση, στην προσωπική αίσθηση του σώματος και στην εξωτερική του εικόνα. 2. Για τη διόρθωση του καταχωρισμένου φύλου απαιτείται πλήρης δικαιοπρακτική ικανότητα, με εξαίρεση τους ανήλικους που έχουν συμπληρώσει το δέκατο έβδομο (17ο) έτος της ηλικίας τους, εφόσον υπάρχει ρητή συναίνεση των ασκούντων τη γονική τους μέριμνα και τους ανηλίκους που έχουν συμπληρώσει το δέκατο πέμπτο (15ο) έτος της ηλικίας τους, εφόσον υπάρχει επιπλέον θετική γνωμάτευση διεπιστημονικής Επιτροπής που συστήνεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Υγείας για δύο (2) έτη, στην οποία μετέχουν: α) ένας παιδοψυχίατρος, β) ένας ψυχίατρος, γ) ένας ενδοκρινολόγος, δ) ένας παιδοχειρουργός, ε) ένας ψυχολόγος, στ) ένας κοινωνικός λειτουργός και ζ) ένας παιδίατρος, ως Πρόεδρος, άπαντες με εξειδίκευση στο συγκεκριμένο ζήτημα. 3. Προϋπόθεση για τη διόρθωση του καταχωρισμένου φύλου είναι το πρόσωπο που αιτείται τη διόρθωση να μην είναι έγγαμο. 4. Για τη διόρθωση του καταχωρισμένου φύλου δεν απαιτείται να βεβαιώνεται ότι το πρόσωπο έχει υποβληθεί σε οποιαδήποτε προηγούμενη ιατρική επέμβαση. Δεν απαιτείται επίσης η οποιαδήποτε προηγούμενη εξέταση ή ιατρική αγωγή που σχετίζεται με τη σωματική ή ψυχική του υγεία». Άρθρο 4. «1. Η διόρθωση του καταχωρισμένου φύλου γίνεται με δικαστική απόφαση σύμφωνα με το άρθρο 782 ΚΠολΔ. Στην αίτηση δηλώνονται το επιθυμητό φύλο, το κύριο όνομα που επιλέγεται και το προσαρμοσμένο σχετικά επώνυμο.  Στην αίτηση επισυνάπτεται αντίγραφο της ληξιαρχικής πράξης γέννησης του προσώπου. 2. Για τη διόρθωση του καταχωρισμένου φύλου απαιτείται αυτοπρόσωπη δήλωση ενώπιον του δικαστηρίου. Η δήλωση γίνεται σε ιδιαίτερο γραφείο χωρίς δημοσιότητα. Η δικαστική απόφαση καταχωρίζεται στο Ληξιαρχείο που είχε συντάξει τη ληξιαρχική πράξη γέννησης του προσώπου. Η καταχώριση της δικαστικής απόφασης περί διόρθωσης φύλου γίνεται με τρόπο που διασφαλίζει τη μυστικότητα της μεταβολής και της αρχικής ληξιαρχικής πράξης γέννησης έναντι όλων. 3. Με βάση τη νέα ληξιαρχική πράξη, οι υπηρεσίες που είναι αρμόδιες για την έκδοση άλλων εγγράφων στα οποία αναγράφεται η ταυτότητα του προσώπου ή από τα οποία το πρόσωπο εξαρτά δικαιώματα, καθώς και για την καταχώριση σε μητρώα ή καταλόγους, όπως εκλογικούς, έχουν την υποχρέωση να εκδώσουν νέα έγγραφα ή να προβούν σε νέες καταχωρίσεις με διορθωμένο το καταχωρισμένο φύλο, το κύριο όνομα και το επώνυμο του προσώπου. Στη νέα ληξιαρχική πράξη γέννησης, στα νέα έγγραφα και στις νέες καταχωρίσεις δεν επιτρέπεται η αναφορά ότι μεσολάβησε διόρθωση του καταχωρισμένου φύλου. 4. Η νέα ληξιαρχική πράξη μπορεί στο εξής να αλλάξει μία φορά, με την ίδια διαδικασία και τις ίδιες προϋποθέσεις». Άρθρο 5. «1. Από την καταχώριση της στο Ληξιαρχείο η διόρθωση του φύλου του προσώπου ισχύει έναντι όλων. Δικαιώματα, υποχρεώσεις και κάθε είδους ευθύνη του προσώπου, που δημιουργήθηκαν πριν από τη διόρθωση του φύλου, εξακολουθούν να υφίστανται. Διατηρούνται επίσης οι αριθμοί φορολογικού μητρώου (ΑΦΜ) και μητρώου κοινωνικής ασφάλισης (ΑΜΚΑ). Εντός τριών (3) ημερών από την καταχώριση της μεταβολής στο Ληξιαρχείο σύμφωνα με το άρθρο 14 του ν. 344/1976 (ΦΕΚ Α' 143), ο Ληξίαρχος υποχρεούται να ενημερώσει την Εισαγγελία Πρωτοδικών του τόπου γέννησης του προσώπου ή το Τμήμα Ποινικού Μητρώου και Απονομής Χάριτος του Υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, αν πρόκειται για πρόσωπο γεννημένο στην αλλοδαπή, για τη μεταβολή των ταυτοποιητικών του στοιχείων, προκειμένου να προβούν σε ενημέρωση τυχόν καταχώρισης στο Ποινικό Μητρώο σύμφωνα με το άρθρο 5 του π.δ. 35/2015 (ΦΕΚ Α' 56). 2. Αν το πρόσωπο που διόρθωσε το καταχωρισμένο φύλο του έχει παιδιά, είτε γεννημένα σε γάμο, είτε γεννημένα σε σύμφωνο, είτε γεννημένα χωρίς γάμο των γονέων τους, είτε υιοθετημένα, τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις του από τη γονική μέριμνα δεν επηρεάζονται. Στη ληξιαρχική πράξη γέννησης των παιδιών δεν επέρχεται καμία μεταβολή λόγω της διόρθωσης του καταχωρισμένου φύλου του γονέα». Άρθρο 6. «1. Οι υπάλληλοι του Ληξιαρχείου, καθώς και όσοι άλλοι εμπλέκονται επαγγελματικά στη διόρθωση του καταχωρισμένου φύλου ή έλαβαν γνώση της τέλεσης της με την ευκαιρία της άσκησης των καθηκόντων τους, έχουν καθήκον εχεμύθειας. Στη δικαστική απόφαση της παραγράφου 1 του άρθρου 4, στην αρχική ληξιαρχική πράξη γέννησης του προσώπου, καθώς και σε κάθε άλλο στοιχείο ή έγγραφο το οποίο τηρείται στο οικείο ληξιαρχείο ή σε οποιαδήποτε άλλη δημόσια υπηρεσία, από το οποίο προκύπτει η διόρθωση φύλου που μεσολάβησε, έχει πρόσβαση μόνο το ίδιο το πρόσωπο, καθώς και όσοι έχουν ειδική έγγραφη εξουσιοδότηση από αυτό. Πρόσβαση τρίτου στα στοιχεία αυτά επιτρέπεται μόνο εφόσον αυτός υποδεικνύει ειδικό έννομο συμφέρον μη δυνάμενο να ικανοποιηθεί διαφορετικά και κατόπιν άδειας που χορηγείται σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 2472/1997 (ΦΕΚ Α' 50) για πρόσβαση σε ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα».

Β. Σύμφωνα με το άρθρο 782 ΚΠολΔ, όταν ο νόμος απαιτεί δικαστική απόφαση για να βεβαιωθεί ένα γεγονός με το σκοπό να συνταχθεί ληξιαρχική πράξη, η απόφαση εκδίδεται με αίτηση όποιου έχει έννομο συμφέρον, ή του εισαγγελέα, από το δικαστήριο της περιφέρειας του ληξιάρχου ο οποίος θα συντάξει τη ληξιαρχική πράξη. Η απόφαση πρέπει να βεβαιώνει και κάθε άλλο στοιχείο που πρέπει κατά το νόμο να περιέχει η ληξιαρχική πράξη, εκτός αν αυτό είναι αδύνατο. Οι διατάξεις αυτές εφαρμόζονται και για τη διόρθωση ληξιαρχικής πράξης.

Γ. Περαιτέρω, σύμφωνα με την με αριθμό 195/2020 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, η αλλαγή της νομικής καταχώρησης φύλου δεν προϋποθέτει ιατρικές επεμβάσεις στο σώμα του ενδιαφερομένου ατόμου, και κυρίως δεν περιλαμβάνει τον ακρωτηριασμό του προσώπου. Ο ακρωτηριασμός έχει ρητά καταδικαστεί από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, έρχεται δε σε αντίθεση με τα άρθρα 2 και 26 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, που κατοχυρώνουν την ισότητα και την απαγόρευση των διακρίσεων, με την έννοια ότι μια κατάσταση, όπως η «δυσφορία γένους», δεν πρέπει να επιβαρύνει υπερβολικά τον ενδιαφερόμενο, προκειμένου αυτός να εξασφαλίσει τη μεταχείριση που ζητά από την πολιτεία (στην ίδια κατεύθυνση και οι ΕιρΑΘ 572/2017, ΕιρΑΘ 604/2017, ΕιρΘεσ 281/2017, ELpA9 418/2016, ΕιρΘεσ 1479/2016). Τη νομολογία αυτή επιβεβαίωσε και το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου στην υπόθεση «Α.Ρ. Garpon και Nicot κατά Γαλλίας» (αριθμ. προσφυγών 79885/12, 52471/13 καί 52596/13, για το ίδιο θέμα - βλ. επίσης και Λίνα Παπαδοπούλου, Η συνταγματική θεμελίωση του δικαιώματος στην εναρμόνιση ψυχοκοινωνικού και νομικού φύλου, Αναγνώριση της ταυτότητας φύλου ενόψει του σχεδίου νόμου της νομοπαρασκευαστικής επιτροπής του Υπουργείου Δικαιοσύνης, σελ. 37 επ.). Η δικαστική απόφαση δέχεται ότι, ως βασική ουσιαστική προϋπόθεση της διόρθωσης του καταχωρισμένου φύλου, τίθεται (α) η «ασυμφωνία μεταξύ της ταυτότητας φύλου και καταχωρισμένου φύλου». Τίθενται, περαιτέρω, δύο (2) θετικές και μία (1) αρνητική προϋποθέσεις: (β) Η πλήρης δικαιοπρακτική ικανότητα, (γ) η αγαμία και (δ) να μην έχει διορθωθεί το καταχωρισμένο φύλο ήδη δύο (2) φορές. Ειδικότερα, δεν απαιτείται η πρώτη προϋπόθεση να τεκμηριώνεται - αποδεικνύεται με οποιονδήποτε τρόπο. Δεν απαιτείται, δηλαδή, το πρόσωπο να επικαλεστεί και να προσκομίζει οποιοδήποτε έγγραφο ή άλλο αποδεικτικό μέσο για να αποδείξει την ασυμφωνία ανάμεσα στο καταχωρισμένο φύλο και ταυτότητα του φύλου του, γιατί αυτό θα ήταν αντίθετο προς το γενικό πνεύμα του νομοθετήματος, όσο και στη προστασία της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και του ιδιωτικού βίου. Για τους ίδιους λόγους, δε θα πρέπει το δικαστήριο να εξετάζει τη δικαιοπρακτική ικανότητα ενός ενήλικου προσώπου, παρά μόνον αν υπάρχουν ειδικοί λόγοι προς αυτό. Η δικαιοπρακτική ικανότητα ισχύει κατά τεκμήριο, όπως, δηλαδή, σε όλες τις δικαιοπρακτικές δηλώσεις, ένα ενήλικο πρόσωπο που δεν έχει τεθεί υπό δικαστική συμπαράσταση είναι πλήρως ικανό για δικαιοπραξία (εκτός αν προκύπτει ότι βρίσκεται σε μία από τις καταστάσεις της ΑΚ 131) και δεν πρέπει, φυσικά, το στοιχείο αυτό να τίθεται εν αμφιβόλω, για μόνο το λόγο ότι το πρόσωπο ζητεί τη διόρθωση του καταχωρισμένου φύλου του (βλ. Φουντεδάκη Κ., το Σχέδιο Νόμου της Νομοπαρασκευαστικής Επιτροπής του Υπουργείου Δικαιοσύνης για την αναγνώριση της ταυτότητας φύλου, Αναγνώριση της ταυτότητας φύλου ενόψει του σχεδίου νόμου της νομοπαρασκευαστικής επιτροπής του Υπουργείου Δικαιοσύνης, σελ. 58 επ.).

Δ. Κατά συνέπεια, όταν η κοινωνική και εξωτερική έκφραση του φύλου προσιδιάζει σε θήλυ άτομο, ζει δε, ο αιτών, εντασσόμενος στον κοινωνικό του περίγυρο, κατά το ρόλο του θήλεος φύλου, σύμφωνα με την ελεύθερη βούλησή του, χρησιμοποιώντας στον κοινωνικό του περιβάλλον και στις διαπροσωπικές του σχέσεις, ως κύριο όνομα όνομα άρρενος, η δε καταχώρησή του στα δημόσια έγγραφα, όπως στην αστυνομική ταυτότητα και ληξιαρχική πράξη γέννησης, ως άρρεν, και το όνομα προκαλεί δυσχέρειες ως προς την ταυτοποίησή του και σύγχυση ως προς τα προσωπικά στοιχεία του, λόγω της εξωτερικής του εμφάνισης και κατά συνέπεια, προκαλεί σοβαρή βλάβη των εννόμων συμφερόντων του, με δυσμενείς επιπτώσεις στις εν γένει συναλλαγές του, ενώ θίγει και την ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας του, δυνατόν είναι να αποδοθεί στον αιτούντα το γυναικείο φύλο, ως «θήλυ», και το κύριο όνομά του, καθώς και το επώνυμό του, να αποδοθούν στο θηλυκό γένος και να διορθωθεί η ληξιαρχική πράξη γέννησής του κατά το όνομα και το επώνυμο.

Ε. Αρμόδιο δικαστήριο είναι το Ειρηνοδικείο της περιφέρειας του ληξιάρχου που θα συντάξει τη σχετική πράξη. Η δωσιδικία δεν αποκλειστική και αν το γεγονός σύνταξης της ληξιαρχικής πράξης γέννησης συντελέσθηκε στο εξωτερικό, αρμόδιο κατά τόπον είναι, καταρχήν, το Ειρηνοδικείο Αθηνών, δεν  αποκλείεται, όμως, η υποβολή της αίτησης και στο δικαστήριο της κατοικίας του αιτούντος, ή στο δικαστήριο που βρίσκονται τα αποδεικτικά μέσα.

Σύμφωνα με το άρθρο 781 ΚΠολΔ, το δικαστήριο που δικάζει αίτηση εκουσίας δικαιοδοσίας για να εξασφαλιστεί, ή να διατηρηθεί, δικαίωμα ή να ρυθμιστεί κατάσταση, μπορεί σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, ύστερα από σχετικό αίτημα, ή και αυτεπαγγέλτως, να εκδώσει προσωρινή διαταγή που καταχωρίζεται στα πρακτικά, με την οποία διατάζει τα αναγκαία ασφαλιστικά μέτρα έως την έκδοση της απόφασής του.

Το ίδιο δικαστήριο ανακαλεί οποτεδήποτε, ακόμη και αυτεπαγγέλτως, την προσωρινή διαταγή του.

Η τριτανακοπή στην εκουσία δικαιοδοσία (άρθρο 773 ΚΠολΔ) ασκείται από τρίτο, δηλαδή από αυτόν που δεν μετείχε στη δίκη, είτε ύστερα από κλήτευσή του, είτε με προσεπίκληση και δεν προσήλθε στη συζήτηση, έχει δε αίτημα την ακύρωση της απόφασης εκούσιας δικαιοδοσίας. Με την άσκηση τριτανακοπής ο τριτανακόπτων καθίσταται διάδικος στην αρχική δίκη.

Η άσκηση τριτανακοπής προϋποθέτει έννομο συμφέρον του τρίτου για ακύρωση της απόφασης, που συνίσταται στην άμεση, ή έμμεση, βλάβη, ή τον ενδεχόμενο κίνδυνο βλάβης των εννόμων συμφερόντων του (ΑΠ 128/1991). Η έννοια του τρίτου προσδιορίζεται αρνητικά, σε σχέση με τους διαδίκους της εκουσίας δικαιοδοσίας. 'Ετσι, τα πρόσωπα, που δικαιούνται να ασκήσουν τριτανακοπή, εντοπίζονται σε όσους δεν συμμετείχαν στη δίκη ως αιτούντες, ή με ένα από τους αναφερόμενους στα άρθρα 748 παρ.3, 752 και 753 ΚΠολΔ τρόπους. Μεταξύ αυτών συγκαταλέγονται και εκείνος εναντίον του οποίου απευθύνθηκε η αίτηση, χωρίς να το επιβάλλει ο νόμος (ΑΠ 646/1975) ή αυτός που κλητεύθηκε με πρωτοβουλία του αιτούντος, χωρίς διαταγή του δικαστηρίου, εφ όσον δεν έλαβαν μέρος εκουσίως, με την άσκηση παρεμβάσεως, στη δίκη (ΑΠ 1040/2009).

Λόγο τριτανακοπής αποτελεί κάθε ισχυρισμός, που βάλλει κατά της ουσιαστικής, ή τυπικής, ορθότητας της απόφασης, όπως λ.χ. ότι δεν συνέτρεχαν οι νόμιμες προϋποθέσεις για την έκδοση της απόφαση, ή ότι, αν ακουόταν ο ίδιος, η απόφαση θα ήταν διαφορετική. Δεν απαιτείται η επίκληση δόλου, ή συμπαιγνίας, των αρχικών διαδίκων, καθώς η δέσμευση του τρίτου αποτελεί συνέπεια της διαπλαστικής ενέργειας της απόφασης και όχι του δεδικασμένου της, καθ ότι οι αποφάσεις της εκουσίας δικαιοδοσίας δεν παράγουν μεν δεδικασμένο, πλην, όμως, διαπλάσσουν νέα κατάσταση erga omnes (ΑΠ 829/81, ΑΠ 1040/2009).

Η άσκηση της τριτανακοπής γίνεται με κατάθεση δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου, το οποίο έχει εκδώσει την τριτανακοπτόμενη απόφαση. Για την άσκησή της εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 743 έως 759 ΚΠολΔ. Νέοι λόγοι τριτανακοπής μπορούν να προστεθούν και με τις προτάσεις.

Το αίτημα για την ακύρωση της τριτανακοπτόμενης απόφασης στρέφεται εναντίον εκείνων που είχαν μετάσχει στη δίκη, στην οποία εκδόθηκε η τριτανακοπτόμενη απόφαση. Στους άλλους απλώς κοινοποιείται με κλήση στη συζήτηση της τριτανακοπής.

Αν η τριτανακοπή γίνει δεκτή το δικαστήριο ακυρώνει την προσβαλλομένη απόφαση. Δύναται δε να διατάξει την αναστολή της εκτέλεσης και την αναστολή της ισχύος της απόφασης (άρθρα 773 και 589 ΚΠολΔ). Η απόφαση που δέχεται την τριτανακοπή σημειώνεται χωρίς υπαίτια καθυστέρηση στο βιβλίο που τηρείται κατά τις διατάξεις του άρθρου 776 και στο περιθώριο της απόφασης που ακυρώνεται, με επιμέλεια της γραμματείας του δικαστηρίου.

Η τριτανακοπή δεν υπόκειται σε προθεσμία, ή παραγραφή, εκτός των εξαιρέσεων, που εισάγονται με τα άρθρα 800 παρ. 4 ΚΠολΔ (επί υιοθεσίας), 824 παρ. 2 ΚΠολΔ (επί αφαιρέσεως κλπ. κληρονομητηρίου) και 849 ΚΠολΔ (επί αποφάσεως αποκλεισμού μη αναγγελθέντος δικαιώματος).

Α. Κατά την διάταξη του άρθρου 780 ΚΠολΔ  απόφαση εκουσίας δικαιοδοσίας αλλοδαπού δικαστηρίου αναπτύσσει την τυπική ισχύ της στην Ελλάδα αυτοδικαίως, εφ όσον εκδόθηκε.

α) κατά τις διατάξεις του εφαρμοστέου δικαίου (lex causea).

β) καθοριζομένου βάσει των ελληνικών κανόνων συγκρούσεως.

γ) το αλλοδαπό δικαστήριο είχε δικαιοδοσία βάσει των διατάξεων της lex causae.

δ) η  απόφαση δεν αντίκειται στην ελληνική δημόσια τάξη (ordre public).

Β. Ο χαρακτήρας της αλλοδαπής απόφασης ως εκουσίας δικαιοδοσίας κρίνεται βάσει της ομοιότητάς της, ή λειτουργικής έστω αντιστοιχίας της, με υποθέσεις εκουσίας δικαιδοσίας της lex fori, ενώ κατά το αλλοδαπό δίκαιο κρίνεται ο απαιτούμενος βαθμός δικονομικής ωριμότητας για την ισχύ της απόφασης (ΠολΠρΑθ 9970/1997, ΜονΠρΜεσολ 193/2007).