Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 976 εδ. α ΑΚ σε πράγμα που βρίσκεται στη νομή άλλου, η νομή αποκτάται με παράδοση που γίνεται με την βούληση του νομέα.

Ο παράγωγος αυτός τρόπος κτήσης της νομής ακινήτου (ειδική διαδοχή) συντελείται με απλή παράδοση της νομής, σύμφωνα με την βούληση του μέχρι της μεταβίβασης νομέα, χωρίς η σχετική για τη μεταβίβαση συμφωνία, να απαιτείται να περιβληθεί τον συμβολαιογραφικό τύπο.

Προϋποθέσεις για την κτήση της νομής ακινήτου με παράδοση είναι

α) η ύπαρξη της ιδιότητας του νομέα, κατά το χρόνο παράδοσης της νομής σε αυτόν που μεταβιβάζει την νομή,

β) η κτήση της φυσικής εξουσίας του πράγματος από τον αποκτώντα και

γ) η μετάθεση της φυσικής εξουσίας από τον μέχρι τώρα νομέα στον αποκτώντα να γίνεται με την θέληση και των δύο, δηλαδή και αυτού που μεταβιβάζει την νομή.

Επειδή ο παράγωγος αυτός τρόπος κτήσης της νομής ακινήτου συντελείται με απλή παράδοση της νομής, σύμφωνα με την βούληση του μέχρι της μεταβίβασης νομέα, για την μεταβίβαση η συμφωνία δεν απαιτείται να περιβληθεί τον συμβολαιογραφικό τύπο (ΑΠ 1196/2015).

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 974, 981, 984 παρ. 1 και 989 εδ. α  ΑΚ συνάγεται ότι η νομή ακινήτου συγκροτείται από δύο στοιχεία, το σωματικό (corpus) και το πνευματικό (animus domini). Το πρώτο εκδηλώνεται με την φυσική εξουσία επί του πράγματος (κατοχή) κατά τρόπο που αποκλείει άλλον από αυτήν. Το δεύτερο εξωτερικεύεται με την μεταχείριση του πράγματος κατά τρόπο που προσιδιάζει σε κύριο αυτού. Για την διατήρηση της νομής απαιτείται η συνύπαρξη αμφοτέρων των στοιχείων της.

Επέρχεται απώλεια της νομής, εφ όσον λείψει φανερά το ένα από αυτά και για σταθερή διάρκεια. Ο νομέας δεν είναι ανάγκη να βρίσκεται διαρκώς σε σωματική επαφή με το πράγμα και να έχει, χωρίς διακοπή, την διάνοια κυρίου στραμμένη σε αυτό. Αρκεί, έχοντας την επίβλεψη και εποπτεία του ακινήτου, να μπορεί, κάθε στιγμή, να εκδηλώσει τη φυσική εξουσία του με εμφανείς υλικές πράξεις πάνω σε αυτό και δεν είναι απαραίτητο να βρίσκεται σε συνεχή εγρήγορση.

Από την διάταξη του άρθρου 1096 ΑΚ προκύπτει ότι, μετά την επίδοση της αγωγής ο νομέας ενέχεται να αποδώσει τα ωφελήματα που έχουν εξαχθεί από το πράγμα και ευθύνεται για τα ωφελήματα που δεν εισέπραξε από δική του υπαιτιότητα, ενώ μπορούσε να τα εισπράξει σύμφωνα με τους κανόνες της τακτικής διαχείρισης.

Η ενοχή υφίσταται ανεξαρτήτως αιτίας για την οποία νέμεται το πράγμα και ανεξαρτήτως όχλησης προς απόδοση. Αρκεί η πληροφόρηση του νομέα με οποιονδήποτε τρόπο ότι δεν έχει δικαίωμα νομής.

Ωφελήματα είναι όχι μόνον οι καρποί του πράγματος, ή του δικαιώματος, αλλά και κάθε όφελος που παρέχει η χρήση του πράγματος, ή του δικαιώματος (ΑΚ 962).

Επομένως ωφέλημα είναι και κάθε όφελος που έχει ο νομέας από την ενοίκηση, ή την κατά άλλο τρόπο χρήση του πράγματος από τον ίδιο, συνεπεία των οποίων εξοικονομεί την δαπάνη στην οποία θα υποβαλλόταν, αν μίσθωνε άλλο όμοιο πράγμα, οπότε η ωφέλεια συνίσταται στην εξοικονόμηση της σχετικής δαπάνης για τα μισθώματα (ΑΠ 435/2016).

Σύμφωνα με τα άρθρα 641 – 647 ΑΚ, επίμορτη αγροληψία έχουμε στην μίσθωση αγροτικού κτήματος, όπου το μίσθωμα συμφωνήθηκε σε ποσοστό των καρπών, που προσδιορίζεται με την σύμβαση, ή από την επιτόπια συνήθεια, αν δεν έχει οριστεί κάτι άλλο.

Ο εκμισθωτής έχει την γενική διεύθυνση της εκμετάλλευσης του μισθίου και την εποπτεία των σχετικών εργασιών σύμφωνα με τους όρους της σύμβασης, ή της επιτόπιας συνήθειας.

Οι καρποί του μισθίου μοιράζονται ανάμεσα στον εκμισθωτή και στον αγρολήπτη σε ίσα μέρη, εφ όσον δεν προκύπτει κάτι άλλο από την σύμβασην ή από την επιτόπια συνήθεια.

Πριν αρχίσει η συγκομιδή των καρπών ο αγρολήπτης οφείλει να ειδοποιεί τον εκμισθωτή για την έναρξή της.

Τα βάρη και οι φόροι του μισθίου βαρύνουν και τα δύο μέρη ανάλογα με τη συμμετοχή τους στους καρπούς, εφ όσον δεν προκύπτει κάτι άλλο από την σύμβαση, ή από την επιτόπια συνήθεια. Το ίδιο ισχύει και για τις έκτακτες επισκευές καθώς και για τα έξοδα του σπόρου, του λιπάσματος και των αντιπαρασιτικών, ή των υλών που είναι χρήσιμες για την αύξηση της γονιμότητας του εδάφους.

Αν η αγροληψία συμφωνήθηκε για ολόκληρη την ζωή του αγρολήπτη, ή για το διάστημα μακρότερο από δέκα χρόνια, ο αγρολήπτης έχει δικαίωμα, αφού περάσουν δέκα χρόνια, να καταγγείλει την μίσθωση τουλάχιστον πριν από ένα χρόνο και για το τέλος της γεωργικής περιόδου του μισθίου. Αντίθετη συμφωνία δεν ισχύει.

Ο εκμισθωτής έχει δικαίωμα να καταγγείλει την σύμβαση πριν από έξι μήνες και για το τέλος της γεωργικής περιόδου του μισθίου, αν ο αγρολήπτης έγινε από χρόνιο νόσημα ανίκανος να καλλιεργεί το κτήμα και τα μέλη της οικογένειάς του δεν μπορούν να τον αντικαταστήσουν σ' αυτό.

Κατά τα λοιπά στην επίμορτη αγροληψία, εφαρμόζονται αναλόγως όλες οι διατάξεις για τη μίσθωση αγροτικού κτήματος, που δεν αντίκεινται στα παραπάνω.

Σύμφωνα με τα άρθρα 902 ΑΚ, 682 επ. και 731 και 946 ΚΠολΔ, νόμιμη τυγχάνει, με την διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, η αίτηση για επίδειξη εγγράφων και χορήγηση αντιγράφων από τον διαχειριστή πολυκατοικίας, με δαπάνη του αιτούντος, και με την επίκληση έννομου συμφέροντος και επείγουσας περίπτωσης όπως

α) του βιβλίου ταμείου κοινοχρήστων δαπανών - εσόδων.

β) του ισολογισμού διαχειριστικής περιόδου.

γ) των παραστατικών εγγράφων, από τα οποία προκύπτουν όλα τα έσοδα και έξοδα της πολυκατοικίας, που ο καθ  ου ήταν διαχειριστής, καθώς και αυτών που βρίσκονται στην κατοχή του και αφορούν τις προηγούμενες διαχειριστικές περιόδους.

δ) των αποδείξεων ανεξόφλητων κοινοχρήστων, που έχει στην κατοχή του και αφορούν, τόσο τη δική του διαχειριστική περίοδο, όσο και των προηγουμένων.

ε) του βιβλίου ταμείου ιδιοκτητών (ΜονΠρΠειρ 160/2017).

Είναι παραδεκτή η συζήτηση ενώπιον δικαστηρίου εμπράγματης αγωγής επί ακινήτου, αν δεν προσκομισθεί από τον υπόχρεο σε ΕΝΦΙΑ το πιστοποιητικό του άρθρου 54Α παρ. 5 ν. 4174/2013, δηλαδή πιστοποιητικό καταβολής ΕΝΦΙΑ, γιατί η διάταξη περί απαραδέκτου της συζήτησης εμπράγματης αγωγής, που είναι  καθαρά φορολογικής φύσης, θίγει, παραβιάζει και έρχεται σε ευθεία αντίθεση με την διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (ΕΣΔΑ) και τις διατάξεις των άρθρων 17, 20 και 25 του Συντάγματος (δικαίωμα της ιδιοκτησίας, δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας και αρχή της αναλογικότητας) (ΜονΠρΧανιων 210/2014, ΠολΠρΘεσ 15203/2014, ΠολΠρΑθ 89/2015, ΕφΘρακης 214/2014, ΜονΕφΚρητης 19/2016, σχετικές και οι ΟλΑΠ 12/2000, ΑΠ 293/2014, ΣτΕ 601/2012, ΣτΕ 3087/2011).

Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 1020 ΚΠολΔ, αγωγή διεκδίκησης ακινήτου που πλειστηριάστηκε μπορεί να ασκηθεί μέσα σε αποκλειστική προθεσμία πέντε ετών από τότε που μεταγράφηκε η περίληψη της κατακυρωτικής έκθεσης.

Με την προκειμένη διάταξη δεν προβλέπεται ιδιαίτερη αγωγή για την προστασία του τρίτου που προβάλλει δικαιώματα κυριότητας στο πλειστηριασθέν ακίνητο, αλλά θεσπίζεται μόνο η ειδική βραχυπρόθεσμη αποκλειστική προθεσμία.

Επομένως, εφαρμόζονται οι διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου για την διεκδικητική αγωγή. Αφού η διεκδικητική αγωγή ασκείται κατά του νομέα ή κατόχου, σημασία έχει όχι μόνον η μεταγραφή της περίληψης της κατακυρωτικής έκθεσης, αλλά και η εγκατάσταση του εναγομένου υπερθεματιστή, αφού έκτοτε αποκτά και τη νομή του πλειστηριασθέντος. Πριν από τα γεγονότα αυτά, ο τρίτος προστατεύεται με την κατ άρθρο 936 ΚΠολΔ ανακοπή.

Είναι προφανές ότι, η διάταξη του άρθρου 1020 ΚΠολΔ έχει εφαρμογή στην περίπτωση που ο τρίτος διεκδικεί το πράγμα που εκπλειστηριάστηκε επί του οποίου αξιώνει δικαίωμα κυριότητας που είχε αποκτηθεί πριν από την εκπλειστηρίασή του και δεν αφορά την διεκδικητική αγωγή του τρίτου, ο οποίος απέκτησε την κυριότητα αυτού με νόμιμο τρόπο μετά την εγκατάσταση του υπερθεματιστή και την μεταγραφή της περίληψης της κατακυρωτικής έκθεσης (ΑΠ 517/2013).

Ο εναγόμενος υπερθεματιστής, αποκρούοντας την εναντίον του διεκδικητική αγωγή μπορεί να προτείνει την πάροδο της πενταετούς προθεσμίας κατ ένσταση, χωρίς να είναι αναγκαίο να καθορίσει τις συνθήκες υπό τις οποίες συντελέσθηκε η εγκατάστασή του, αν δηλαδή έγινε με απόδοση σε αυτόν του ακινήτου εκουσίως, ή βιαίως από τον καθ ου ο πλειστηριασμός, ή από τρίτον, αφού μετά την άπρακτη πάροδο της πενταετούς  προθεσμίας από την μεταγραφή της περίληψης της κατακυρωτικής έκθεσης και της εγκατάστασης στο πλειστηριασθέν ακίνητο του υπερθεματιστή το δικαίωμα του τρίτου αποσβέννυται (ΑΠ 136/2015).

Διατάραξη της νομής ακινήτου υπάρχει, όταν δεν αποβάλλεται ο νομέας από το πράγμα, αλλά εξακολουθεί να διατηρεί τη νομή του σε αυτό

Διατάραξη της νομής συνιστά κάθε θετική πράξη, ή παράλειψη, που αποτελεί παρενόχληση του νομέα στην άσκηση της νομής του.

Η διατάραξη της νομής εκδηλώνεται θετικά, είτε με πράξη του προσβολέα στο πράγμα, είτε με παρεμπόδιση πράξης του νομέα, αρνητικά δε με παράλειψη, όταν ο προσβολέας δεν προβαίνει στην επιβαλλόμενη ενέργεια προς αποτροπή, ή παύση της διατάραξης (ΑΠ 453/2015). 

Από τις διατάξεις των άρθρων 974, 984 εδ. α’ και 989 εδ. α’ ΑΚ προκύπτει, ότι στοιχεία της αγωγής διατάραξης της νομής είναι, η νομή του ενάγοντος στο πράγμα κατά το χρόνο της διατάραξης και της επίδοσης της αγωγής και η προσβολή αυτής από τον εναγόμενο με διατάραξη που έγινε παράνομα και χωρίς τη θέληση του νομέα ενάγοντος, καθώς και αίτημα παύσης της προσβολής και παράλειψης νέας στο μέλλον.

Από την διάταξη του άρθρου 991 ΑΚ προκύπτει ότι ο εναγόμενος για διατάραξη της νομής ( ή αποβολή απ' αυτήν) δεν μπορεί να επικαλεστεί δικαίωμα που του παρέχει εξουσία πάνω στο πράγμα παρά μόνο αν το δικαίωμα έχει αναγνωριστεί τελεσίδικα σε δίκη ανάμεσα σ' αυτόν και τον ενάγοντα.

Έτσι η αγωγή περί διατάραξης της νομής (ή αποβολής απ' αυτήν) δεν επιτρέπεται κατ' αρχήν να αποκρουστεί με την ένσταση του εναγομένου ότι η διατάραξη (ή η προσβολή) έγινε δυνάμει εμπράγματου ή ενοχικού δικαιώματος, εκτός αν το δικαίωμα έχει αναγνωριστεί τελεσίδικα σε δίκη ανάμεσα σε αυτόν και τον ενάγοντα (ΑΠ 1622/2009).

Α) Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 939 ΑΚ, οι δανειστές έχουν το δικαίωμα να απαιτήσουν την διάρρηξη κάθε απαλλοτρίωσης περιουσιακού στοιχείου του οφειλέτη, γενομένης προς βλάβη τους, εφ όσον η υπολειπόμενη περιουσία του δεν επαρκεί για την ικανοποίηση τους.

Β) Από τις διατάξεις τις διατάξεις των άρθρων 936 και 992 ΚΠολΔ, προκύπτει η διάρρηξη καταδολιευτικής δικαιοπραξίας δεν γεννά ενοχική υποχρέωση αναμεταβίβασης του αντικειμένου της απαλλοτρίωσης, ώστε στη συνέχεια ο δανειστής να προβεί στην κατάσχεση του απαλλοτριωθέντος εις χείρας του οφειλέτη, αλλά μπορεί ο δανειστής, που πέτυχε τη διάρρηξη της καταδολιευτικής δικαιοπραξίας, να προέλθει στην κατάσχεση του πράγματος στην περιουσία του οφειλέτη, ως να μην είχε μεσολαβήσει η διαρρηχθείσα απαλλοτρίωση.

Γ) Διαρκούσας της δίκης επί της παυλιανής αγωγής, είναι δυνατόν ο τρίτος που απέκτησε το καταδολιευτικώς απαλλοτριωθέν περιουσιακό στοιχείο του οφειλέτη, να το μεταβιβάσει περαιτέρω πριν από την έκδοση της σχετικής απόφασης και, προκειμένου περί ακινήτου, πριν από την κατά το άρθρο 992 παρ. 1 ΚΠολΔ σημείωση της διάρρηξης στο περιθώριο της μεταγραφής της απαλλοτριωτικής πράξης. Στην περίπτωση αυτή, ο ειδικός διάδοχος του τρίτου προστατεύεται, η δε προς αυτόν απαλλοτρίωση υπόκειται μόνο σε αυτοτελή διάρρηξη και δη υπό τους όρους των άρθρων 944 και 945 ΑΚ.

Δ) Εντεύθεν, προκύπτει το έννομο συμφέρον του δανειστή, προς περιγραφή των δικαιωμάτων του οποίου ενεργήθηκε η καταδολιευτική απαλλοτρίωση, να ζητήσει την λήψη ασφαλιστικών μέτρων για την, κατά τη διάρκειά της, διασφάλιση του αντικειμένου της δίκης, καθ όσον η «η αντιταξιμότητα» της μεταβίβασης δεν καταλαμβάνει τον ειδικό διάδοχο του τρίτου, θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι το προσήκον, στην προκείμενη περίπτωση, ασφαλιστικό μέτρο είναι η θέση υπό δικαστική μεσεγγύηση του καταδολιευτικώς μεταβιβασθέντος περιουσιακού στοιχείου του οφειλέτη, μέτρο το οποίο, αληθώς, διασφαλίζει, ενόψει των συνδυασμένων διατάξεων των άρθρων 727 και 715 παρ. 1α' του ΚΠολΔ, τον ασκήσαντα την παυλιανή αγωγή δανειστή από περαιτέρω, παρά του τρίτου αποκτήσαντος αυτό δια της καταδολιευτικής δικαιοπραξίας, μεταβίβαση του.

Ε) Το μέτρο αυτό δεν διασφαλίζει τον δανειστή του δικαιοπαρόχου του τρίτου έναντι των δανειστών του τελευταίου, οι οποίοι μπορούν ελευθέρως, κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 727 και 721 του ΚΠολΔ, να κατάσχουν το καταδολιευτικώς μεταβιβασθέν στον οφειλέτη τους - τρίτο και υπό μεσεγγύηση τελούν περιουσιακό στοιχείο, χωρίς ο υπέρ ου διετάχθη η μεσεγγύηση να έχει δυνατότητα ν' αντιταχθεί στην τοιαύτη εξέλιξη.

ΣΤ) Επομένως, από της απόψεως ταύτης, δραστικότερα προστασία του δανειστή του ενεργήσαντος την καταδολιευτική δικαιοπραξία οφειλέτη παρέχει, προκειμένου περί καταδολιευτικώς μεταβιβασθέντος ακινήτου, το ασφαλιστικό μέτρο της επ' αυτού εγγραφής προσημειώσεως υποθήκης, που ακολουθεί το επίμαχο ακίνητο σε κάθε μεταβίβαση του και το οποίο μπορεί να ληφθεί με αίτηση του κατά τα άνω δανειστή, στρεφόμενη κατά του αποκτήσαντος, δυνάμει της καταδολιευτικής δικαιοπραξίας, το ακίνητο τρίτου.

Ζ) Πρέπει να σημειωθεί ότι, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 1257,1264,1265,1274,1276 ΑΚ και 706 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η αίτηση για εγγραφή προσημειώσεως υποθήκης σε ακίνητο, ως ασφαλιστικό μέτρο, υποβάλλεται στο δικαστήριο από τον δανειστή του οφειλέτη, ο οποίος πρέπει να είναι απαραιτήτως ο κύριος του ακινήτου, στο οποίο θα εγγραφεί η προσημείωση και να έχει εξουσία διαθέσεως αυτού. Καθού η αίτηση, όμως, μπορεί να είναι και τρίτος, στον οποίο μεταβιβάσθηκε εικονικώς από τον οφειλέτη το ακίνητο, ή εάν πιθανολογείται ότι η μεταβίβαση στον τρίτο είναι καταδολιευτική κατά το άρθρο 939 του ΑΚ (ΑΠ 1306/2006, ΜονΠρΘεσ 8/2009).

Η διακοπή επέρχεται με την έγερση διεκδικητικής αγωγής, αλλά και με την έγερση αναγνωριστικής αγωγής κυριότητας, πουβλικιανής αγωγής, αγωγής διανομής κοινού πράγματος, ανταγωγής, κύριας παρεμβάσεως και διεκδικητικής ανακοπής. Αντίθετα, δεν διακόπτεται με την έγερση ενοχικής αγωγής, όπως είναι και αυτή της αναγνώρισης εικονικότητας περί το πρόσωπο του αγοραστή (ΑΠ 147/2016).

Από την διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 297,  298  και 987 εδ. 2 ΑΚ, προκύπτει ότι, αν το πράγμα αφαιρέθηκε από το νομέα, ή έπαθε βλάβη παράνομα και υπαίτια, ο νομέας του (ή και ο κάτοχος του) έχει αγωγή αποζημίωσης.

Για να υπάρξει αδικοπραξία και συνεπώς υποχρέωση του δράστη να αποζημιώσει τον παθόντα απαιτείται, α) ύπαρξη ζημίας του νομέα, β) η ζημία να προξενήθηκε από τον δράστη παράνομα και υπαίτια, γ) η παράνομη συμπεριφορά του δράστη να οφείλεται σε πράξη ή παράλειψή του, και δ) να υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της πράξης ή παράλειψης που προξένησε την ζημία και της ζημίας που επήλθε.

Η ζημία συνίσταται, α) σε περίπτωση αφαίρεσης, στους καρπούς που έχασε ο νομέας από την εκμετάλλευση του πράγματος και β) σε περίπτωση βλάβης, στο ποσό που χρειάζεται ο νομέας για την αποκατάστασή της.

Η ζημία είναι παράνομη, όταν προσβάλλεται με την συμπεριφορά του δράστη (πράξη ή παράλειψη) δικαίωμα του παθόντος προστατευμένο από τον νόμο.

Η υπαίτια παράλειψη του δράστη γεννά την προς αποζημίωση υποχρέωση, όταν αυτός ήταν υποχρεωμένος στην πράξη από το νόμο, την δικαιοπραξία, ή την καλή πίστη κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.

Η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας εξαρτάται από το αν η πράξη, ή παράλειψη, του δράστη  ήταν ικανή, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και με τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα (ΕφΑθ 12757/1987, ΑΠ 176012001, ΑΠ 87/2000).

Από τις διατάξεις των άρθρων 1045, 980, 981, 982 ΑΚ συνάγεται ότι εκείνος που κατέχει το ακίνητο με βάση κάποια έννομη σχέση είναι αντιπρόσωπος του νομέως στην άσκηση της νομής.

Επί αντιποίησης αυτής, συνισταμένης στη μεταστροφή της διάνοιάς του από διάνοια κατόχου σε διάνοια κυρίου, δεν δύναται να αντιτάξει κατά του νομέως κτητική ή αποσβεστική παραγραφή, πριν γνωστοποιήσει σε αυτόν με οποιονδήποτε τρόπο την βούλησή του, να νέμεται το πράγμα για δικό του αποκλειστικά λογαριασμό (ΑΠ 141/2015).

Στην περίπτωση που κάποιος αμφισβητεί το δικαίωμα κυριότητας άλλου σε ακίνητο, δικαιούται ο τελευταίος, ως έχων έννομο συμφέρον, να ασκήσει κατά αυτού αναγνωριστική αγωγή της κυριότητας ακινήτου αγωγή κατ άρθρο 70 ΚΠολΔ και 973, 999, 1000, 1094 και 1095 ΑΚ, με βάση το ότι πριν από την άσκηση της αγωγής  ο ενάγων, αφ ενός απέκτησε την κυριότητα, αφ ετέρου ο εναγόμενος στη συνέχεια αμφισβήτησε την εν λόγω κυριότητα χωρίς, ωστόσο, να έχει την νομή, ή την κατοχή του ακινήτου (ΑΠ 1100/2014, ΑΠ 1105/2014).

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1033, 1041 επ, 1094 ΑΚ και 262 παρ. 1 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι ο κατά της αναγνωριστικής αγωγής ακινήτου προβαλλόμενος από τον εναγόμενο ισχυρισμός ότι απέκτησε αυτός την κυριότητα του επιδίκου αποτελεί ένσταση μεν, αν η αγωγή στηρίζεται σε παράγωγο τρόπο κτήσεως της κυριότητας (διάφορος τρόπος κτήσεως) ή και σε πρωτότυπο τρόπο, εφ όσον όμως τα περιστατικά που προτείνονται από τον τελευταίο, με βάση τα οποία απέκτησε την κυριότητα είναι μεταγενέστερα εκείνων της αγωγής, ή ο χρόνος της νομής που περιέχεται σε αυτά είναι επαρκής για την συμπλήρωση διπλής χρησικτησίας, άρνηση δε της αγωγής, αν τα περιστατικά αυτά συμπίπτουν ή είναι προγενέστερα εκείνων που περιέχονται στην αγωγή (ΑΠ 1402/2005, ΑΠ 718/2010, ΑΠ 1589/2008).

Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 8 παρ. 1 του α.ν. 1539/1938, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή της με το άρθρο 24 του ν. 2732/1999 «οποιοσδήποτε αξιώνει δικαίωμα κυριότητας ή άλλο, εκτός της νομής, εμπράγματο δικαίωμα επί ακινήτου έναντι του Ελληνικού Δημοσίου, ανεξάρτητα αν αυτό κατέχεται από το Δημόσιο ή τον ίδιο, οφείλει, πριν υποβάλει σχετική αγωγή στο αρμόδιο, κατά τις κείμενες διατάξεις, δικαστήριο, να κοινοποιήσει με δικαστικό επιμελητή προς το Δημόσιο αίτηση, η οποία θα περιλαμβάνει τις αξιώσεις του, δηλαδή, το δικαίωμά του, το είδος, την έκταση, την ακριβή θέση όπου κείται το ακίνητο και τα όριά του, μετά τοπογραφικού διαγράμματος, συντεταγμένου από μηχανικό, και τους τίτλους στους οποίους στηρίζει το δικαίωμα του, ως και τα ονόματα και την ακριβή διεύθυνση κατοικίας των μαρτύρων, οι οποίοι μπορούν να καταθέσουν υπέρ αυτού. Αγωγή που ασκείται χωρίς να έχει τηρηθεί η ως άνω προδικασία κηρύσσεται απαράδεκτη από το αρμόδιο δικαστήριο».

Σύμφωνα με την παράγραφο 4 του άρθρου αυτού, μόνο έξι μήνες μετά την επίδοση της αίτησης θεραπείας μπορούν οι αναφερόμενοι στην παράγραφο 1 του εν λόγω άρθρου, αν δεν λάβουν ειδοποίηση για την αποδοχή των αξιώσεών τους, στο σύνολο ή κατά ένα μέρος, να ασκήσουν αγωγή.

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι καθιερώνεται, κατά τροποποίηση της σχετικής ρύθμισης του άρθρου 8 παρ. 1 α.ν. 1539/1938, η τήρηση της προδικασίας της αίτησης θεραπείας πριν από την άσκηση οποιασδήποτε κατά του Δημοσίου διεκδικητικής, ή αναγνωριστικής, κυριότητας αγωγής, ανεξαρτήτως αν το ακίνητο κατέχεται ή όχι από το Δημόσιο.

Είναι απαράδεκτη η διεκδικητική, ή αναγνωριστική, κυριότητας ακινήτου αγωγή, που στρέφεται κατά του Δημοσίου, αν δεν προηγηθεί η επίδοση της αίτησης αυτής και δεν περάσουν έξι μήνες από την επίδοση, εκτός αν στο διάστημα των έξι μηνών ο αιτών έλαβε ειδοποίηση ότι έγιναν δεκτές, ή απορρίφθηκαν, οι αξιώσεις του.

Η τήρηση της εν λόγω διοικητικής προδικασίας εξετάζεται αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της δίκης και απαιτείται σε κάθε περίπτωση και όχι μόνο, εφ όσον το ακίνητο κατέχεται από το Δημόσιο, όπως γινόταν δεκτό υπό το προηγούμενο καθεστώς (ΑΠ 320/2004, ΕφΑθ 52/2004, ΜονΠρΘεσ 20163/2008).

Η αίτηση θεραπείας, για να παράγει τις κατά νόμο έννομες συνέπειές της, επιδίδεται στον Υπουργό Οικονομικών, ως νόμιμο εκπρόσωπο του Δημοσίου, στο κατάστημα όπου στεγάζεται το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους.

Αν αφορά έκταση του άρθρου 1 παρ.5 του ν.1539/1938 (δασική έκταση) η επιδιδόμενη στο Δημόσιο αίτηση θεραπείας πρέπει να διαβιβάζεται στην αρμόδια Διεύθυνση Προστασίας Δασών και Φυσικού Περιβάλλοντος της Γενικής Διεύθυνσης Ανάπτυξης και Προστασίας δασών και Φυσικού Περιβάλλοντος της Γενικής Γραμματείας Δασών και Φυσικού Περιβάλλοντος του Υπουργείου Γεωργίας (άρθρα 1 παρ.3 του π.δ/τος 352/1991, 1 δκαι 5 παρ.2 δ π.δ 46/1991 σε συνδυασμό με το άρθρο 9 παρ.6 α.ν. 1539/1938) με αρμόδιο να αποφανθεί επ αυτής το οικείο Συμβούλιο Ιδιοκτησίας Δασών.

Εάν πρόκειται περί άλλου Δημοσίου Κτήματος, που υπάγεται και προστατεύεται από τις διατάξεις του πιο πάνω α.ν.1539/1938, η αίτηση θεραπείας πρέπει να διαβιβάζεται στο αρμόδιο Τμήμα Δημοσίων Kτημάτων της Διεύθυνσης Δημόσιας Περιουσίας του Υπουργείου Οικονομικών (άρθρα 12 π.δ 284/1988, 1 π.δ  97/1993 σε συνδυασμό με το άρθρο 9 παρ.1 α.ν.1539/1938) με αρμόδια να αποφανθεί επ αυτής το Τμήμα Δημοσίων Κτημάτων του Γνωμοδοτικού Συμβουλίου Δημοσίων Κτημάτων και Ανταλλάξιμης Περιουσίας (ΜονΠρΘεσ 20163/2008).

Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 54Α παρ. 5 ν. 4174/2013, ως ισχύει μετά την αντικατάστασή της από το άρθρο 3 παράγραφο Γ αριθμό 5 ν. 4254/2014 «είναι απαράδεκτη η συζήτηση ενώπιον δικαστηρίου εμπράγματης αγωγής επί ακινήτου, πλην της μονομερούς εγγραφής υποθήκης ή προσημείωσης υποθήκης ή της άρσης κατάσχεσης, αν δεν προσκομισθεί από τον υπόχρεο σε ΕΝ.Φ.Ι.Α., το πιστοποιητικό των παραγράφων 1 και 3 του άρθρου αυτού.»

Έχει γίνει νομολογιακά δεκτό ότι, επί αγωγής κυριότητας ακινήτου (διεκδικητικής ή αναγνωριστικής) η  συζήτηση της αγωγής είναι παραδεκτή χωρίς να υφίσταται ανάγκη προσκόμισης εκ μέρους του ενάγοντος πιστοποιητικού ΕΝΦΙΑ, καθώς η παραπάνω διάταξη είναι μη εφαρμοστέα ως ευθέως αντιτιθέμενη, τόσο στα άρθρα 17, 20 και 25 του Συντάγματος, όσο και στο άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ.

Γιατί, παρά την προφανή φορολογική της φύση, θίγει και παραβιάζει τα προστατευόμενα από τις παραπάνω διατάξεις ανθρώπινα δικαιώματα, θεμελιώδεις ελευθερίες, δικαίωμα ιδιοκτησίας, δικαίωμα παροχής έννομης προστασίας και αρχή της αναλογικότητας, δεν εξασφαλίζει μία δίκαιη ισορροπία μεταξύ των απαιτήσεων του δημοσίου συμφέροντος και των επιταγών προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και εν όψει και της κατά τον χρόνο θέσπισης της ως άνω φορολογικής διάταξης ιδιαιτέρως δυσμενούς οικονομικής συγκυρίας, τίθεται δικονομικός φραγμός, στερώντας ουσιαστικά τους πολίτες, υπό τις σημερινές οικονομικές συνθήκες, της απλής δυνατότητας προσφυγής στα δικαστήρια, συντελώντας απλά σε άνιση μεταχείριση των πολιτών από το ίδιο το Κράτος, που τίθεται σε πλεονεκτική θέση έναντι αυτών, εξασφαλίζοντας πρωταρχικά και κύρια το δικό του δημοσιονομικό οικονομικό συμφέρον, συρρικνώνοντας το ατομικό δικαίωμα των πολιτών σε εύκολη πρόσβαση στην Δικαιοσύνη, την οποία ακριβώς θα έπρεπε να εγγυάται και όχι να χρησιμοποιεί ως μέσο πίεσης προς τακτοποίηση των φορολογικών υποχρεώσεων των πολιτών (ΟλΣτΕ 601/2012, ΟλΣτΕ 3087/2011, ΑΠ 293/2014, ΜονΠρΠειρ 837/2015, ΕΔΔΑ απόφαση της 2-12-1985, Svenska κατά Σουηδίας, Νικόλαος Νίκας, Πολιτική Δικονομία Ι, σ. 415).

Σύμφωνα με τα άρθρα 619 - 640 ΑΚ

Α. Αγρομίσθωση

Αγρομίσθωση είναι η σύμβαση της μίσθωσης αγροτικού κτήματος με αντάλλαγμα την καταβολή μισθώματος.

Ο εκμισθωτής έχει υποχρέωση να παραχωρήσει στον μισθωτή την χρήση του μισθίου και την κάρπωσή του με τους όρους της τακτικής εκμετάλλευσης.

Στη μίσθωση αγροτικού κτήματος εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις για την μίσθωση πράγματος, εφ όσον δεν ορίζεται διαφορετικά.

Η μίσθωση δεν μπορεί να συνομολογηθεί για χρονικό διάστημα συντομότερο από τέσσερα χρόνια. Αν ορίστηκε για συντομότερο διάστημα ισχύει για τέσσερα χρόνια.

Αν δεν υπάρχει συμφωνία, ή επιτόπια συνήθεια, το μίσθωμα καταβάλλεται στο τέλος του μισθωτικού έτους.

Το νόμιμο ενέχυρο του εκμισθωτή για την εξασφάλιση του μισθώματος εκτείνεται και στους καρπούς του μισθίου, εφ όσον αυτοί δεν είναι από τους ακατάσχετους.

Ο μισθωτής έχει δικαίωμα σε ανάλογη ελάττωση του μισθώματος, αν η πρόσοδος του μισθίου μειώθηκε σημαντικά πριν από τη συγκομιδή ή ύστερα απ' αυτήν εξαιτίας γεγονότων ανώτερης βίας. Κάθε προκαταβολική παραίτηση του μισθωτή απ αυτό το δικαίωμα είναι άκυρη. Ελάττωση του μισθώματος δεν χωρεί, εφ όσον η ζημία από τη μείωση της προσόδου καλύφθηκε με άλλο τρόπο και ιδίως από ασφαλιστική σύμβαση.

Σε περίπτωση καθυστέρησης του μισθώματος η προθεσμία της καταγγελίας είναι δύο μηνών. Η καταγγελία που προβλέπεται στο άρθρο 613 δεν ισχύει για τα αγροτικά κτήματα.

Αν δεν καθορίστηκε η διάρκεια της μίσθωσης, η μίσθωση λήγει αφού περάσουν τέσσερα χρόνια, οποτεδήποτε με καταγγελία καθενός από τα μέρη, που γίνεται τουλάχιστο πριν από έξι μήνες και ισχύει για το τέλος της γεωργικής περιόδου του μισθίου.

Σε περίπτωση θανάτου του μισθωτή, οι κληρονόμοι του έχουν δικαίωμα να καταγγείλουν την μίσθωση πριν από έξι τουλάχιστον μήνες για το τέλος της γεωργικής περιόδου του μισθίου.

Το ίδιο δικαίωμα έχει και ο εκμισθωτής, αν οι κληρονόμοι δεν παρέχουν τα εχέγγυα για την κατάλληλη εκμετάλλευση του κτήματος.

Η μίσθωση που συνομολογήθηκε για ορισμένο χρόνο λογίζεται ότι ανανεώθηκε για ένα έτος από την συμφωνημένη λήξη (σιωπηρή ανανέωση) αν δεν έγινε καταγγελία από το ένα μέρος έξι τουλάχιστον μήνες πριν απ' αυτή τη λήξη.

Ο μισθωτής, εφ όσον δεν προκύπτει τίποτε άλλο από την σύμβαση, ή από την επιτόπια συνήθεια, φέρει τις δαπάνες των επισκευών που απαιτούνται για την τακτική χρήση και κάρπωση, καθώς και εκείνες που απαιτούνται για τη συντήρηση των οικημάτων, των αποθηκών, των δρόμων, των τάφρων ή των περιφραγμάτων. Επίσης φέρει τις δαπάνες για την τακτική εκμετάλλευση του πράγματος, και ιδίως για την καλλιέργεια.

Ο εκμισθωτής οφείλει αποζημίωση για τις έκτακτες επισκευές, καθώς επίσης και για τις βελτιώσεις που έγιναν στο μίσθιο, εφ όσον αύξησαν την παραγωγικότητά του.

Ο μισθωτής έχει δικαίωμα να αφαιρέσει το κατασκεύασμα που πρόσθεσε στο μίσθιο.

Ο μισθωτής έχει υποχρέωση να εκμεταλλεύεται το μίσθιο με επιμέλεια και σύμφωνα με τον προορισμό του και ιδίως να φροντίζει για τη διατήρησή του σε καλή κατάσταση, ώστε να είναι παραγωγικό.

Χωρίς τη συναίνεση του εκμισθωτή, ο μισθωτής δεν έχει δικαίωμα να μεταβάλει τον υφιστάμενο τρόπο εκμετάλλευσης, έτσι ώστε αυτή να επηρεάζεται σημαντικά πέρα από το χρόνο της μίσθωσης.

Υπεκμίσθωση, εφ όσον δεν προκύπτει κάτι άλλο από την σύμβαση, ή από την επιτόπια συνήθεια, απαγορεύεται χωρίς τη συναίνεση του εκμισθωτή.

Κατά τη λήξη της μίσθωσης ο μισθωτής έχει υποχρέωση να αποδώσει το μίσθιο και τα πράγματα που περιλαμβάνονται στον εξοπλισμό του και ιδίως εργαλεία, κτήνη, λιπάσματα, στην κατάσταση που αυτό θα βρισκόταν αν κατά τη διάρκεια της μίσθωσης είχε γίνει τακτική εκμετάλλευσή του.

Αν η μίσθωση λύθηκε κατά την διάρκεια του μισθωτικού έτους, ο μισθωτής δεν έχει δικαίωμα στους καρπούς που δεν έχουν ακόμη αποχωριστεί κατά το χρόνο της λύσης. Έχει όμως δικαίωμα να απαιτήσει τις δαπάνες για την παραγωγή τους, εφόσον δεν υπερβαίνουν την αξία των καρπών.

Αν ο μισθωτής παρέλαβε διατιμημένα τα πράγματα που ανήκουν στον εξοπλισμό του μισθίου, έχει υποχρέωση κατά την λήξη της μίσθωσης να αποδώσει εξοπλισμό της ίδιας ποιότητας και αξίας ή να αποκαταστήσει τη διαφορά από τη μειωμένη αξία.

Ο μισθωτής δεν οφείλει αποζημίωση, ή τη διαφορά από τη μείωση της αξίας, αν αποδείξει ότι τα πράγματα χάθηκαν ή καταστράφηκαν ή χειροτέρεψαν από πταίσμα του εκμισθωτή ή από ανώτερη βία. Ο μισθωτής έχει δικαίωμα στην επιπλέον αξία, εφόσον αυτή οφείλεται αποκλειστικά σε δαπάνες και σε εργασία του.

Κατά τη λήξη της μίσθωσης ο μισθωτής έχει υποχρέωση να αφήσει από τα προϊόντα του κτήματος, ιδίως από το σπόρο, το χόρτο και το λίπασμα, όση ποσότητα απαιτείται για την τακτική καλλιέργεια του κτήματος έως τη νέα εσοδεία. Εφόσον όμως δεν παρέλαβε τέτοια προϊόντα κατά την είσοδό του στο κτήμα, έχει αξίωση να αποζημιωθεί γι' αυτά από τον εκμισθωτή.

Β. Μίσθωση άλλου προσοδοφόρου αντικειμένου

Τα παραπάνω (που ισχύουν για τη μίσθωση αγροτικού κτήματος) έχουν, με εξαίρεση τις διατάξεις για τον θάνατο του μισθωτή και την σιωπηρή αναμίσθωση, ανάλογη εφαρμογή και σε μισθώσεις όπου, με αντάλλαγμα την καταβολή μισθώματος, παραχωρείται η χρήση άλλου πράγματος, ή δικαιώματος και η κάρπωσή του κατά τους κανόνες της τακτικής εκμετάλλευσης (μίσθωση προσοδοφόρου αντικειμένου

Γ. Μίσθωση ζώων 

Σε περίπτωση μίσθωσης ζώων (κτηνοληψία) που δεν περιλαμβάνονται στη μίσθωση αγροτικού κτήματος, και εφ όσον δεν προκύπτει κάτι άλλο από την σύμβαση, ή από την επιτόπια συνήθεια, το μαλλί και η γονή ανήκουν μισά - μισά και στα δύο μέρη, ενώ τα υπόλοιπα ωφελήματα ανήκουν στο μισθωτή. Ο μισθωτής φέρει τη δαπάνη της διατροφής.

Στην περίπτωση μίσθωσης ζώων, εφ όσον δεν προκύπτει κάτι άλλο από την σύμβαση, ή από την επιτόπια συνήθεια, η τυχαία απώλεια όλων των ζώων βαρύνει τον εκμισθωτή. Η απώλεια ενός μέρους μόνο από αυτά αναπληρώνεται από την γονή των επόμενων ετών.

Κατά τα λοιπά στη μίσθωση κτηνών εφαρμόζονται αναλόγως οι γενικές διατάξεις για την μίσθωση πράγματος.

Αν ο σκύλος δεν είναι πλήρως αποπαρασιτωμένος, ή απόλυτα υγιής, τα περιττώματα και τα ούρα του μπορεί να περιέχουν πολλών ειδών μικρόβια, εύκολα μεταδιδόμενα σε άλλα ζώα, ή ακόμα και στον άνθρωπο.

Για αυτό ο νόμος 4039/2012, ως ισχύει, επιβάλει ο ιδιοκτήτης/κάτοχος του ζώου να μεριμνά για τον άμεσο καθαρισμό του περιβάλλοντος από τα περιττώματά του.

Όποιος παραβαίνει την υποχρέωση για τον άμεσο καθαρισμό του περιβάλλοντος από τα περιττώματα του σκύλου τιμωρείται με διοικητικό πρόστιμο 300 ευρώ για κάθε ζώο και για κάθε περιστατικό.

1. Απαγορεύεται ο βασανισμός, η κακοποίηση, η κακή και βάναυση μεταχείριση οποιουδήποτε είδους ζώου, καθώς και οποιαδήποτε πράξη βίας κατ' αυτού, όπως ιδίως η δηλητηρίαση, το κρέμασμα, ο πνιγμός, το κάψιμο, η σύνθλιψη και ο ακρωτηριασμός. Η στείρωση του ζώου καθώς και κάθε άλλη κτηνιατρική πράξη με θεραπευτικό σκοπό, δεν θεωρείται ακρωτηριασμός.

2. Απαγορεύεται, η πώληση, εμπορία, παρουσίαση, διακίνηση μέσω διαδικτύου οποιουδήποτε οπτικοακουστικού υλικού, όπως βίντεο ή άλλου είδους κινηματογραφικού ή φωτογραφικού υλικού, στα οποία απεικονίζεται οποιαδήποτε πράξη βίας εναντίον ζώου, καθώς και σεξουαλική συνεύρεση μεταξύ ζώων, ή μεταξύ ζώου και ανθρώπου με σκοπό το κέρδος, ή τη σεξουαλική ικανοποίηση ατόμων που παρακολουθούν ή συμμετέχουν σε αυτά.

3. Απαγορεύεται η μονομαχία μεταξύ ζώων.

4. Όποιος παραβαίνει τις παραπάνω απαγορεύσεις  τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον (1) έτους και χρηματική ποινή από (5.000) έως (15.000) ευρώ.

5. Όποιος παραβαίνει τις παραπάνω απαγορεύσεις  τιμωρείται με διοικητικό πρόστιμο 30.000 ευρώ για κάθε ζώο και για κάθε περιστατικό.  

6. Με εντολή του αρμόδιου εισαγγελέα αφαιρείται προσωρινά, ή οριστικά, το ζώο από  την κατοχή του παραβάτη και το ζώο παραδίνεται στο καταφύγιο αδέσποτων ζώων του αρμόδιου Δήμου, ή σε ενδιαφερόμενη φιλοζωική εταιρεία, ή σωματείο. Αν η μεταχείριση του ζώου είναι ιδιαίτερα σκληρή και βάναυση και προκάλεσε ιδιαίτερο πόνο ή φόβο στο ζώο, η αφαίρεση είναι οριστική. Ο εισαγγελέας μπορεί επίσης με διάταξή του να απαγορεύσει την απόκτηση άλλου ζώου από τον παραβάτη.

Σύμφωνα με τον νόμο 4039/2012, ως ισχύει, ο ιδιοκτήτης/κάτοχος κατοικιδίου ζώου ευθύνεται για οποιαδήποτε βλάβη ή ζημία, που προκαλείται από το ζώο, σύμφωνα με το άρθρο 924 ΑΚ. Αν η ζημία έγινε από ζώο που χρησιμοποιείται για το επάγγελμα, ή την φύλαξη της κατοικίας του κατόχου του, ο κάτοχός του δεν ευθύνεται, αν αποδείξει ότι δεν τον βαρύνει κανένα πταίσμα ως προς τη φύλαξη και την εποπτεία του ζώου.

Ο ιδιοκτήτης κατοικιδίου ζώου (σκύλου /γάτας κλπ) υποχρεούται

α) Να μεριμνά για τη σήμανση και την καταγραφή του ζώου του, καθώς και για την έκδοση βιβλιαρίου υγείας πριν εγκαταλείψει το ζώο τον τόπο γέννησής του και οπωσδήποτε μέσα σε προθεσμία (2) μηνών από τη γέννηση αυτού,  ή μέσα σε (1) μήνα από την εύρεση ή απόκτησή του, καθώς και να τοποθετεί σε εμφανές σημείο του περιλαίμιου του ζώου μεταλλική κονκάρδα, η οποία παρέχεται από τους κτηνιάτρους κατά την πραγματοποίηση του αντιλυσσικού εμβολιασμού του,

β) Να δηλώνει μέσα σε (5) ημέρες την απώλεια του ζώου του σε κτηνίατρο, που έχει πιστοποιηθεί στη Διαδικτυακή Ηλεκτρονική Βάση σήμανσης και καταγραφής των ζώων συντροφιάς και των ιδιοκτητών τους,

γ) Να τηρεί τους κανόνες ευζωίας του ζώου και να μεριμνά για την κτηνιατρική εξέτασή του, η οποία αποδεικνύεται από τη σχετική εγγραφή στο βιβλιάριο υγείας, ή στο διαβατήριο του ζώου, καθώς και να μεριμνά για την εξασφάλιση άνετου, υγιεινού και κατάλληλου καταλύματος, προσαρμοσμένου στο φυσικό τρόπο διαβίωσης του ζώου, που να του επιτρέπει να βρίσκεται στη φυσική του όρθια στάση, χωρίς να εμποδίζονται οι φυσικές του κινήσεις και η δυνατότητά του για την πραγματοποίηση της απαραίτητης για την υγεία και την ευζωία του άσκησης,

δ) Να εφοδιάζεται με το διαβατήριο του ζώου του, εάν πρόκειται να ταξιδέψει με αυτό στο εξωτερικό και να μεριμνά για την ενημέρωσή του σε κάθε αλλαγή του ιδιοκτήτη ή του προσωρινού κατόχου του.  

ε) Να μην εγκαταλείπει το ζώο του, ενώ σε περίπτωση που επιθυμεί να αποχωριστεί το ζώο συντροφιάς, πρέπει να γνωστοποιεί στην αρμόδια υπηρεσία του Δήμου του τόπου της κατοικίας του την πρόθεσή του αυτή, να το παραδίδει σε αυτόν και να λαμβάνει από πιστοποιημένο κτηνίατρο αντίγραφο της μεταβολής της εγγραφής του ζώου του στη Διαδικτυακή Ηλεκτρονική Βάση σήμανσης και καταγραφής των ζώων συντροφιάς, όπου θα αναφέρεται ο Δήμος ως προσωρινός κάτοχος του αδέσποτου πλέον ζώου,

στ) Να μεριμνά για τον άμεσο καθαρισμό του περιβάλλοντος από τα περιττώματα του ζώου, εκτός αν πρόκειται για σκύλο βοήθειας. Σε παράβαση απειλείται με διοικητικό πρόστιμο 300 ευρώ για κάθε ζώο και για κάθε περιστατικό.  

ζ) Να μεριμνά για τη στείρωσή τους, εφόσον δεν επιθυμεί τη διατήρηση των νεογέννητων ζώων ή δεν μπορεί να τα διαθέσει σε νέους ιδιοκτήτες,

Ειδικά ο ιδιοκτήτης σκύλου οφείλει

α) Να μεριμνά για να γίνεται ο περίπατος σκύλων πάντα με συνοδό,

β) Να παίρνει τα κατάλληλα μέτρα, ώστε να μην εξέρχεται ελεύθερα ο σκύλος του από το χώρο της ιδιοκτησίας του και εισέρχεται σε χώρους άλλων ιδιοκτησιών ή σε κοινόχρηστους χώρους,

γ) Για την αποφυγή ατυχημάτων υποχρεούται κατά τη διάρκεια του περιπάτου να κρατάει το σκύλο του δεμένο και να βρίσκεται σε μικρή απόσταση από αυτόν.

Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1003 ΑΚ, 57 παρ. 1 εδ. α ΑΚ, άρθρων 1 και 3 α.ν. 2520/1940,  417 ΠΚ και με αριθμό 1023/2/37ια/1996 αστυνομική διάταξη (μέτρα για την τήρηση της κοινής ησυχίας), όποιος δεν λαμβάνει ως κάτοχος κατοικίδιου ζώου (σκύλου/γάτας) μέτρα προς αποφυγή όχλησης των περιοίκων ενεργεί παράνομα. Σε παράβαση επιβάλλεται διοικητικό πρόστιμο 500 ευρώ.

Σε περίπτωση που με την ενόχληση, ή διατάραξη, βλάπτεται η υγεία του γείτονα, προσβάλλεται συγχρόνως παράνομα και η προσωπικότητά του. Επομένως, ο γείτονας, που προσβάλλεται, έχει το δικαίωμα, να ζητήσει από τον ιδιοκτήτη του ζώου δικαστικώς, εφ όσον αυτός αρνείται, να παραλείψει και να μην επαναλάβει την προσβολή στο μέλλον. Στην περίπτωση αυτή δεν ισχύει η γενική υποχρέωση ανοχής (για εκπομπές από συνηθισμένη κ.λπ. χρήση) που προβλέπει το άρθρο 1003 ΑΚ, γιατί πρόκειται για προσβολή διαφορετικών εννόμων αγαθών (ΑΠ 718/2001, ΜονΠρΠειρ 629/2015).

Στις μονοκατοικίες επιτρέπεται η διατήρηση κατοικίδιων ζώων (σκύλοι / γάτες), που έχουν σημανθεί και καταχωρισθεί νομίμως, και φέρουν βιβλιάριο υγείας, με την προϋπόθεση ότι τηρούνται οι κανόνες καλής μεταχείρισης και ευζωίας των ζώων, καθώς και οι ισχύουσες υγειονομικές διατάξεις και οι αστυνομικές διατάξεις περί κοινής ησυχίας.

Δεν υπάρχει ποσοτικός περιορισμός των ζώων.

Σύμφωνα, όμως,  με τις διατάξεις των άρθρων 1003 ΑΚ, 57 παρ. 1 εδ. α ΑΚ, άρθρων 1 και 3 α.ν. 2520/1940,  417 ΠΚ και με αριθμό 1023/2/37ια/1996 αστυνομική διάταξη (μέτρα για την τήρηση της κοινής ησυχίας), όποιος δεν λαμβάνει ως κάτοχος κατοικίδιου ζώου (σκύλου/γάτας) μέτρα προς αποφυγή όχλησης των περιοίκων ενεργεί παράνομα. Σε περίπτωση που με την ενόχληση, ή διατάραξη, βλάπτεται η υγεία του γείτονα, προσβάλλεται συγχρόνως παράνομα και η προσωπικότητά του. Ο γείτονας, που προσβάλλεται, έχει το δικαίωμα, να ζητήσει από τον ιδιοκτήτη του ζώου δικαστικώς, εφ όσον αυτός αρνείται, να παραλείψει και να μην επαναλάβει την προσβολή στο μέλλον. Στην περίπτωση αυτή δεν ισχύει η γενική υποχρέωση ανοχής (για εκπομπές από συνηθισμένη κ.λπ. χρήση) που προβλέπει το άρθρο 1003 ΑΚ, γιατί πρόκειται για προσβολή διαφορετικών εννόμων αγαθών (ΑΠ 718/2001, ΜονΠρΠειρ 629/2015).

Στις πολυκατοικίες επιτρέπεται η διατήρηση κατοικίδιων ζώων (σκύλου / γάτας) σε κάθε διαμέρισμα με την προϋπόθεση ότι (σωρευτικά),

α) διαμένουν στο ίδιο διαμέρισμα με τον ιδιοκτήτη τους ή τον κάτοχό τους,

β) δεν παραμένουν μόνιμα στις βεράντες, ή στους ανοιχτούς χώρους του διαμερίσματος,

γ) κατά την παραμονή στα διαμερίσματα τηρούνται από τον ιδιοκτήτη τους οι κανόνες ευζωίας, οι υγειονομικές διατάξεις και οι αστυνομικές διατάξεις περί κοινής ησυχίας. Σε παράβαση επιβάλλεται διοικητικό πρόστιμο 500 ευρώ ανά ζώο.

και δ) έχουν ελεγχθεί ηλεκτρονικά, έχουν σημανθεί, καταγραφεί, και φέρουν βιβλιάριο υγείας.

Με τον κανονισμό της πολυκατοικίας δεν μπορεί να απαγορευθεί η διατήρηση των κατοικιδίων ζώων, εφ όσον πληρούνται οι παραπάνω προϋποθέσεις.

Με τον κανονισμό της πολυκατοικίας μπορεί να περιορισθεί μόνο ο μέγιστος αριθμός των ζώων στα (2) ζώα ανά διαμέρισμα. Σε παράβαση του αριθμού που επιτρέπει ο κανονισμός της πολυκατοικίας επιβάλλεται διοικητικό πρόστιμο 300 ευρώ ανά ζώο.

Απαγορεύεται η διατήρηση και παραμονή των κατοικιδίων ζώων στους κοινόχρηστους και κοινόκτητους χώρους της πολυκατοικίας. Σε παράβαση επιβάλλεται διοικητικό πρόστιμο 300 ευρώ ανά ζώο.

Επιτρέπεται, όμως, στην πυλωτή, στην ταράτσα, στον ακάλυπτο χώρο και στον κήπο, εφ όσον υφίσταται ομόφωνη απόφαση της γενικής συνέλευσης των ιδιοκτητών.

Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1003 ΑΚ, 57 παρ. 1 εδ. α ΑΚ, άρθρων 1 και 3 α.ν. 2520/1940,  417 ΠΚ και με αριθμό 1023/2/37ια/1996 αστυνομική διάταξη (μέτρα για την τήρηση της κοινής ησυχίας), όποιος δεν λαμβάνει ως κάτοχος κατοικίδιου ζώου (σκύλου / γάτας) μέτρα προς αποφυγή όχλησης των περιοίκων ενεργεί παράνομα. Σε περίπτωση που με την ενόχληση, ή διατάραξη, βλάπτεται η υγεία του γείτονα, προσβάλλεται συγχρόνως παράνομα και η προσωπικότητά του. Ο γείτονας, που προσβάλλεται, έχει το δικαίωμα, να ζητήσει από τον ιδιοκτήτη του ζώου δικαστικώς, εφ όσον αυτός αρνείται, να παραλείψει και να μην επαναλάβει την προσβολή στο μέλλον. Στην περίπτωση αυτή δεν ισχύει η γενική υποχρέωση ανοχής (για εκπομπές από συνηθισμένη κ.λπ. χρήση) που προβλέπει το άρθρο 1003 ΑΚ, γιατί πρόκειται για προσβολή διαφορετικών εννόμων αγαθών (ΑΠ 718/2001, ΜονΠρΠειρ 629/2015).

Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 534, 535, 540 ΑΚ και ν. 3043/2002 σε περίπτωση ευθύνης του πωλητή για την ύπαρξη πραγματικού ελαττώματος, ή την έλλειψη συνομολογημένης ιδιότητας, κατά τον χρόνο που ο κίνδυνος μεταβαίνει στον αγοραστή, ο τελευταίος δικαιούται να ζητήσει μείωση του συνομολογηθέντος τιμήματος, ισόποση προς την προκύπτουσα διαφορά της αξίας του πράγματος  λόγω του ελαττώματος, ή της έλλειψης της συνομολογηθείσας ιδιότητας σε σχέση με εκείνη χωρίς πραγματικά ελαττώματα, ή έλλειψη συνομολογηθείσας ιδιότητας, ή ισόποση αξίωση αποζημίωσης.

Για το ορισμένο της αγωγής αποζημίωσης του αγοραστή κατά του πωλητή ακινήτου, λόγω πραγματικών ελαττωμάτων του ακινήτου,  πρέπει να αναφέρονται σ' αυτήν το πραγματικό ελάττωμα, δηλαδή η σχετική με την ιδιοσυστασία και την κατάσταση του πράγματος ατέλεια του, η οποία ασκεί αρνητική επίδραση στην αξία, ή τη χρησιμότητά του, ότι το ελάττωμα αυτό είναι ουσιώδες, εκμηδενίζει δηλαδή, ή μειώνει ουσιωδώς την αξία, ή τη χρησιμότητα του πράγματος, στην οποία απέβλεψαν οι συμβαλλόμενοι.

Πρέπει επίσης να αναφέρεται ότι το ελάττωμα τούτο υπήρχε κατά το χρόνο σύναψης της σύμβασης και κατά το χρόνο μετάβασης του κινδύνου στον πωλητή, δηλαδή κατά το χρόνο παράδοσης του πράγματος και, αν προηγήθηκε της παράδοσης ακινήτου η μεταγραφή του σχετικού συμβολαίου και κατά το χρόνο της μεταγραφής, ότι ο πωλητής κατά τη σύναψη της σύμβασης γνώριζε, ή αγνοούσε από αμέλεια του, την ύπαρξη του ελαττώματος (ΑΠ 160/2011).

Αίτημα είναι η καταβολή της αποζημίωσης, δηλαδή τη διαφορά μεταξύ της αξίας που θα είχε το πράγμα χωρίς το ελάττωμα και εκείνης που έχει ως ελαττωματικό.

Από τις διατάξεις των άρθρων 1000, 1001 ΑΚ προκύπτει ότι στην έννοια της κυριότητας πάνω σε ακίνητο περιλαμβάνεται κάθε εξουσία μη ειδικώς, από τον νόμο, ή από δικαίωμα τρίτου, αποκλειομένη (ΑΠ 1855/1984). Η εξουσία όμως του κυρίου περιορίζεται με τους νομίμους περιορισμούς, που επιβάλλονται από το ιδιωτικό γειτονικό δίκαιο και αποτελούν, κυρίως ειπείν, προσδιοριστικούς του περιεχομένου της κυριότητας όρους.

Από τις διατάξεις των άρθρων 1004 και 1005 ΑΚ προκύπτει ότι, αν, στο ακίνητο υφίστανται βλαβερές και παράνομες επενέργειες από την ύπαρξη εγκαταστάσεων στο γειτονικό ακίνητο, ο ιδιοκτήτης αυτού δικαιούται, να απαγορεύσει την κατασκευή, ή διατήρηση αυτών στο γειτονικό ακίνητο, προληπτικά μεν κατά την ΑΚ 1004, αν, απ' την ύπαρξη, ή χρήση τους, προβλέπονται με βεβαιότητα οι παράνομες επενέργειες στο ακίνητο του, κατασταλτικά δε κατά την ΑΚ 1005, αν, επήλθαν αυτές και οι εγκαταστάσεις έχουν γίνει με άδεια της αρμόδιας αρχής.

Γειτονικό ακίνητο θεωρείται όχι μόνο το όμορο, αλλά όλα τα ακίνητα από τα οποία μπορεί να επέλθει επενέργεια στο ακίνητο του κυρίου (ΕιρΑθ  2625/1993).

Εγκατάσταση θεωρείται κάθε χειροποίητο έργο, ή κατασκεύασμα με κάποιο διαρκή χαρακτήρα και ανεξάρτητα, αν, λειτουργεί με ανθρώπινη δράση, ή όχι (ΕιρΑθ 2625/1993).

Οι απειλούμενες επενέργειες πρέπει να είναι παράνομες, δηλαδή αυτές που δεν είναι υποχρεωμένος να ανέχεται ο γείτονας, γιατί βλάπτουν ουσιωδώς τη χρήση του ακινήτου του και δεν είναι συνήθεις για την περιοχή του βλάπτοντος ακινήτου.

Αν η ενόχληση του κυρίου οφείλεται σε πράξη του γείτονα, που περιορίζεται μέσα στα όρια του κτήματος του και μόνο αντανακλαστικά βλάπτει το γειτονικό κτήμα, ο πρώτος είναι υποχρεωμένος να ανέχεται τις αντανακλαστικές αυτές οχλήσεις, εφ όσον στην περίπτωση αυτή δεν υπάρχει καμία προσβολή της κυριότητας του, αφού λείπει η απαιτούμενη, κατ' άρθρο 1000 ΑΚ, επενέργεια άλλου.

Οι παράνομες επενέργειες πρέπει να προβλέπονται με βεβαιότητα από  την ύπαρξη, ή χρήση, της εγκατάστασης στο ακίνητο στην περίπτωση της ΑΚ 1004 και θα πρέπει να επήλθαν σε αυτήν στην περίπτωση της ΑΚ 1005 (ΕιρΠαρ 18/1991).

Από τις διατάξεις των άρθρων 1000, 1001 ΑΚ προκύπτει ότι στην έννοια της κυριότητας πάνω σε ακίνητο περιλαμβάνεται κάθε εξουσία μη ειδικώς, από τον νόμο, ή από δικαίωμα τρίτου, αποκλειομένη (ΑΠ 1855/1984). Η εξουσία όμως του κυρίου περιορίζεται με τους νομίμους περιορισμούς, που επιβάλλονται από το ιδιωτικό γειτονικό δίκαιο και αποτελούν, κυρίως ειπείν, προσδιοριστικούς του περιεχομένου της κυριότητας όρους.

Από την διάταξη του άρθρου 1007 ΑΚ συνάγεται ότι, δεν επιτρέπεται να σκάπτεται το ακίνητο σε τέτοιο βάθος, ώστε το έδαφος του γειτονικού ακινήτου, να στερηθεί του απαιτουμένου ερείσματος, εκτός αν έχει ληφθεί πρόνοια, να στερεωθεί αρκετά το έδαφος με άλλο τρόπο.

Αν από την εκσκαφή του ακινήτου βλάπτεται το έδαφος, ή το οικοδόμημα, του γειτονικού ακινήτου, παρέχεται το δικαίωμα στον κύριο του βλαπτομένου ακινήτου, να ασκήσει την αρνητική αγωγή κατά του ενεργήσαντος, ή ανεχομένου, την εκσκαφή, ο οποίος δεν πρέπει κατ ανάγκη να είναι και ο ιδιοκτήτης.

Με την αγωγή αυτή ζητείται η απαγόρευση της επιβλαβούς εκσκαφής και η άρση της γενομένης, καθώς και αποζημίωση κατά τις περί αδικοπραξιών διατάξεις των άρθρων 914, 297, 298 ΑΚ για τη ζημία του ενάγοντος από υπαιτιότητα του εναγομένου και δεν ασκεί επιρροή ότι αυτός ενήργησε μετά από άδεια της αρμοδίας δημοσίας αρχής (ΑΠ 959/2005).

Από τις διατάξεις των άρθρων 1000, 1001 ΑΚ προκύπτει ότι στην έννοια της κυριότητας πάνω σε ακίνητο περιλαμβάνεται κάθε εξουσία μη ειδικώς, από τον νόμο, ή από δικαίωμα τρίτου, αποκλειομένη (ΑΠ 1855/1984). Η εξουσία όμως του κυρίου περιορίζεται με τους νομίμους περιορισμούς, που επιβάλλονται από το ιδιωτικό γειτονικό δίκαιο και αποτελούν, κυρίως ειπείν, προσδιοριστικούς του περιεχομένου της κυριότητας όρους.

Από την διάταξη του άρθρου 1018 ΑΚ συνάγεται ότι, όταν για την επισκευή, ή ανακαίνιση, κτιρίου απαιτείται η είσοδος και κυκλοφορία στο γειτονικό ακίνητο του εργαζόμενου προσωπικού, ή η παροδική τοποθέτηση σ' αυτό εγκαταστάσεων, ή οικοδομικού υλικού, υποχρεούται ο κύριος του ακινήτου τούτου, να ανεχθεί τις ενοχλήσεις που γίνονται, εφ  όσον η χρήση τούτου δεν εμποδίζεται σοβαρά, έναντι αποζημίωσης, ή παροχής ασφάλειας για την τυχόν ζημία.

Η παραπάνω διάταξη εφαρμόζεται και στην περίπτωση ανεγειρόμενης νέας οικοδομής, όταν δεν είναι δυνατή η εκτέλεση των αναγκαίων εργασιών με άλλο τρόπο στα εξωτερικά τοιχώματα αυτής, που βρίσκονται στο κοινό όριο των ομόρων ιδιοκτησιών (ΠρΠρΠατρ 1068/1966).

Η  παραπάνω αξίωση μπορεί να ασκηθεί, είτε με αγωγή που εκδικάζεται κατά την τακτική διαδικασία, είτε, αν συντρέχει επείγουσα περίπτωση, ή επίκειται κίνδυνος από τις επερχόμενες δυσμενείς καιρικές συνθήκες, με αίτηση λήψης ασφαλιστικών μέτρων (ΠΠρΠατρ 1168/1966).

Καταγγελία και υπαναχώρηση οικοπεδούχου, κατάπτωση ποινικής ρήτρας.

Κατά το άρθρο 700 ΑΚ, ο κύριος του έργου (οικοπεδούχος) έχει δικαίωμα έως την αποπεράτωση του έργου να καταγγείλει οποτεδήποτε την σύμβαση. Στην περίπτωση αυτή οφείλει να καταβάλλει στον εργολάβο την συμφωνημένη αμοιβή.

Κατά το άρθρο 686 εδ. α και β ΑΚ, αν ο εργολάβος δεν αρχίσει εγκαίρως την εκτέλεση του έργου, ή, αν, χωρίς υπαιτιότητα του κυρίου του έργου (οικοπεδούχου), επιβραδύνει την εκτέλεση στο σύνολό της, ή εν μέρει, με τρόπο που αντιβαίνει στην σύμβαση και καθιστά αδύνατη την έγκαιρη περάτωση του έργου, ο κύριος του έργου μπορεί να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση, ανεξάρτητα από πταίσμα του εργολάβου, χωρίς να περιμένει τον χρόνο παράδοσης του έργου.

Η δήλωση βούλησης του κυρίου του έργου περί υπαναχώρησης κατά το εδ. α του άρθρου 686 ΑΚ, ή καταγγελίας κατά το άρθρο 700 ΑΚ, μπορεί να είναι είτε ρητή, είτε σιωπηρή.

Σε περίπτωση υπαναχώρησης, η σύμβαση καταργείται αναδρομικώς και επέρχεται απόσβεση των εκατέρωθεν υποχρεώσεων. Οι παροχές των μερών αποδίδονται κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού.

Όταν υπάρχει υπερημερία του εργολάβου, η οποία επέρχεται κατ άρθρο 341 παρ. 1 ΑΚ και με την παρέλευση της δήλης ημέρας που συμφωνήθηκε, ο κύριος του έργου έχει τα δικαιώματα που προβλέπονται από το άρθρο 383 ΑΚ.

Όπως προκύπτει από την διάταξη του άρθρου 686 εδ. α ΑΚ, για την άσκηση του δικαιώματος του κυρίου του έργου για υπαναχώρηση από τη σύμβαση έργου δεν απαιτείται η συνδρομή των προϋποθέσεων της υπερημερίας του εργολάβου, ούτε η ύπαρξη υπαιτιότητας του εργολάβου στην καθυστέρηση, που μπορεί να οφείλεται και σε αντικειμενικές δυσχέρειες, ούτε η τήρηση των διατάξεων των άρθρων 383 επ. ΑΚ, γιατί πρόκειται για υπαναχώρηση που παρέχεται ευθέως από το νόμο και σε αυτήν έχουν μόνο ανάλογη εφαρμογή οι διατάξεις των άρθρων 389 έως 396 ΑΚ. Αυτή έχει ως αποτέλεσμα την κατάργηση αναδρομικά όλης της σύμβασης και την απόδοση στον εργολάβο της αξίας της εργασίας και των υλικών που ενσωματώθηκαν στο έργο, όχι ως αμοιβή, αλλά ως ωφέλεια κατά τη διάταξη του άρθρου 904 ΑΚ(ΑΠ 1035/2010).

Στην περίπτωση που εκτελέστηκε ένα μόνο μέρος του έργου, ο κύριος του έργου έχει το δικαίωμα, εφ όσον έχει έννομο συμφέρον, να υπαναχωρήσει μόνο σε σχέση με το τμήμα του έργου που δεν έχει εκτελεσθεί κατά τον χρόνο της υπαναχώρησης, οφείλοντας στην περίπτωση αυτή μόνο αντίστοιχη αμοιβή για τις εργασίες που μέχρι τον χρόνο εκείνο εκτελέστηκαν.

Η υπαναχώρηση αυτή ενεργεί στην πραγματικότητα ως καταγγελία της σύμβασης, αφού ισχύει για το μέλλον και δεν θίγει την σύμβαση σε σχέση με το μέρος του έργου που εκτελέσθηκε μέχρι την άσκησή της.

Στην περίπτωση αυτή ο κύριος του έργου διατηρεί ακέραιο το δικαίωμα καταβολής της συνομολογηθείσας ποινικής ρήτρας μέχρι τον χρόνο της λειτουργούσας στην πραγματικότητα ως καταγγελίας υπαναχώρησης (ΑΠ 1035/2010).

Ανέγερση πολυκατοικίας με αντιπαροχή.

Με τη διάταξη του άρθρου 681 ΑΚ καθορίζονται τα ουσιώδη στοιχεία της σύμβασης μίσθωσης έργου, τα οποία είναι η συμφωνία των συμβαλλομένων, το έργο και η αμοιβή, η οποία επί ανέγερσης πολυκατοικίας «επί αντιπαροχή», συνίσταται  σε ποσοστά εξ αδιαιρέτου στο οικόπεδο του εργοδότη.

Η αμοιβή καταβάλλεται σύμφωνα με το άρθρο 694 του ίδιου κώδικα, κατά την παράδοση του έργου, εκτός αν η παράδοση συμφωνήθηκε κατά τμήματα, οπότε καταβάλλεται με την παράδοση κάθε τμήματος.

Ως παράδοση νοείται η πλήρης εκπλήρωση της κύριας υποχρέωσης του εργολάβου με την προσπόριση του έργου στον κύριο αυτού (οικοπεδούχο) δηλαδή η περιέλευση του έργου στη σφαίρα εξουσίασης του τελευταίου, το οποίο όμως πρέπει να είναι το προσήκον, δηλαδή να μην είναι εντελώς διαφορετικό από εκείνο που συμφωνήθηκε, γιατί αλλιώς δεν θεωρείται ότι ο εργολάβος εκπλήρωσε πρώτος την βαρύνουσα αυτόν υποχρέωση.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 688, 689, 690 και 694 AΚ προκύπτει ότι ένα έργο θεωρείται περατωμένο, ή εκτελεσμένο, έστω και αν έχει ελλείψεις συμφωνημένων ιδιοτήτων, ή πραγματικά ελαττώματα, ακόμη και ουσιώδη που το καθιστούν άχρηστο.

Στην περίπτωση αυτή ο κύριος του έργου (οικοπεδούχος) έχει, υπό προϋποθέσεις, ορισμένα δικαιώματα, όπως εκείνο της αναστροφής της σύμβασης, ή της μείωσης της αμοιβής, ή εκείνο της αποζημίωσης.

Δεν έχει όμως τις ενστάσεις της μη εκπλήρωσης, ή της μη προσήκουσας εκπλήρωσης, της σύμβασης του άρθρου 374 ΑΚ, ούτε τα δικαιώματα από τα άρθρα 380 επ. και 383 επ. σε συνδυασμό με τα άρθρα 337, 343 παρ. 2, 384, 386 και 387 AΚ για τις περιπτώσεις της αδυναμίας, ή της υπερημερίας του εργολάβου σχετικά με τη μη προσήκουσα εκπλήρωση της παροχής.

Δεν έχει επίσης, ούτε το δικαίωμα υπαναχώρησης από τη σύμβαση, εκτός αν, α) εξ αιτίας της έλλειψης ιδιοτήτων, ή των ελαττωμάτων, το έργο που παραδόθηκε, ή προσφέρθηκε, είναι εντελώς διαφορετικό από εκείνο που συμφωνήθηκε ως εκτελεστέο, αφού τότε δεν υπάρχει εκπλήρωση της παροχής και ο εργολάβος δεν δικαιούται να αξιώσει την αμοιβή του, ή β) έχει συμφωνηθεί μεταξύ του κυρίου του έργου και του εργολάβου αντίθετη ρύθμιση.

Με βάσει τα ανωτέρω, αν το έργο που εκτελέστηκε και παραδόθηκε έστω και με ελαττώματα δεν είναι εντελώς διαφορετικό από εκείνο που συμφωνήθηκε ως εκτελεστέο, ο κύριος του έργου (οικοπεδούχος) αδικαιολόγητα αρνείται να συμπράξει στην συμβολαιογραφική μεταβίβαση στον εργολάβο των ποσοστών συγκυριότητας του ακινήτου, που είχαν συμφωνηθεί ως μέρος της αμοιβής του, ισχυριζόμενος ότι, τα διαμερίσματα που έλαβε ως αντιπαροχή είχαν ελλείψεις συμφωνημένων ιδιοτήτων και πραγματικά ελαττώματα, του είχε τάξει προθεσμία για την αποκατάστασή τους και μετά την άπρακτη παρέλευσή της τον  κήρυξε έκπτωτο, γιατί η υπαναχώρηση είναι αλυσιτελής και δεν επέφερε τις προβλεπόμενες έννομες συνέπειες, αφού το έργο που εκτελέστηκε και παραδόθηκε έστω και με ελαττώματα δεν είναι εντελώς διαφορετικό από εκείνο που συμφωνήθηκε ως εκτελεστέο (ΑΠ 1434/2007).

Ανέγερση οικοδομής σε γειτονικό ακίνητο κατά ένα μέρος.

Από τις διατάξεις των άρθρων 1000, 1001 ΑΚ προκύπτει ότι στην έννοια της κυριότητας πάνω σε ακίνητο περιλαμβάνεται κάθε εξουσία μη ειδικώς, από τον νόμο, ή από δικαίωμα τρίτου, αποκλειομένη (ΑΠ 1855/1984). Η εξουσία όμως του κυρίου περιορίζεται με τους νομίμους περιορισμούς, που επιβάλλονται από το ιδιωτικό γειτονικό δίκαιο και αποτελούν, κυρίως ειπείν, προσδιοριστικούς του περιεχομένου της κυριότητας όρους.

Από την διάταξη του άρθρου 1010 ΑΚ συνάγεται ότι, αν, ο κύριος ακινήτου ανεγείροντας επ' αυτού οικοδομή, την επεκτείνει καλόπιστα στο γειτονικό γήπεδο, ο δε κύριος τούτου, πριν, ή, κατά μέγα μέρος, ανεγερθεί η οικοδομή, δεν διαμαρτυρήθηκε καθόλου, το δικαστήριο δύναται κατά εύλογη κρίση, να επιδικάσει την κυριότητα του καταληφθέντος γηπέδου στον κύριο του οικοδομηθέντος ακινήτου, με την καταβολή της κατά τον χρόνο κατάληψης αξίας αυτού,  ως και κάθε άλλης ζημίας και ιδίως από την τυχόν μείωση της αξίας του υπολειφθέντος ακινήτου.

Η εν μέρει οικοδόμηση στο γειτονικό ακίνητο αποτελεί καθολική προσβολή της νομής, αφού συνέπεια αυτής ο νομέας στερείται πλήρως τη φυσική εξουσία, έστω και σε μέρος, του ακινήτου (ΑΠ 314/1966, ΕφΑιγ 131/1976).

Στην περίπτωση, που το οικοδομηθέν καταληφθέν τμήμα του γειτονικού ακινήτου είναι πράγμα κοινόχρηστο, πχ. δημοτική οδός, δεν δύναται τούτο να επιδικασθεί κατά κυριότητα στον κύριο του οικοδομηθέντος, γιατί διαφορετικά θα ανερείτο η κοινή χρήση (ΑΠ 684/73, ΠολΠρΙωαν 306/1981).