Γίνεται δεκτό ότι για να ασκηθεί παρα­δεκτά η εκ του άρθρου 633 παρ. 2 ΚΠολΔ ανακοπή, ως ισχύει μετά τον ν. 4335/2015, θα πρέπει μετά την άπρακτη πάροδο της εκ του άρθρου 632 παρ. 1 ΚΠολΔ προθεσμίας, ο δανειστής να επιδώσει για δεύτερη φορά τη διαταγή πληρωμής στον οφει­λέτη.

Α. Επομένως για να ευδοκιμήσει η εκ του άρθρου 633 παρ. 2 ΚΠολΔ ανακοπή θα πρέπει

α) να μην έχει ασκηθεί η εκ του άρθρου 632 παρ. 1 ΚΠολΔ ανακοπή. Αν αυτή έχει ασκηθεί και εκκρεμεί, η για δεύτερη φορά επίδοση της διαταγής πλη­ρωμής δεν ασκεί καμία έννομη επιρροή

β) να προβεί ο δανειστής, μετά την εκπνοή της εκ του άρθρου 632 παρ. 1 ΚΠολΔ ανακοπής, σε δεύτερη κατά σειρά επίδοση, για να αφετηριασθεί η εκ του άρθρου 633 παρ. 2 ΚΠολΔ προθεσμία.

Β. Γίνεται δεκτό ότι, πρώτιστη προϋ­πόθεση εφαρμογής της διατάξεως 633 παρ. 2 ΚΠολΔ είναι ότι ο οφειλέτης δεν άσκησε εμπρόθεσμα την κατ άρθρο 632 ανακοπή. Αν η ανακοπή ασκήθηκε, αλλά εκπρόθεσμα, η προϋπόθεση πληρούται. Αν αντιθέτως ασκήθηκε εμπρόθεσμα, η διάταξη δεν έχει εφαρμογή.

Γ. Περαιτέρω, η σωρευτικά απαιτούμενη προϋπόθεση της παρ. 2 είναι ότι ο δανειστής υπέρ του οποίου εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής προβαίνει σε δεύτερη επίδοσή της προς τον οφειλέτη. Η επίδοση αυτή θέτει σε κίνηση νέα προθεσμία δεκαπέ­ντε εργασίμων ημερών, μέσα στην οποία ο οφειλέτης μπορεί να ασκήσει ανακοπή. Αντίθετα προς ό,τι ισχύει με το άρθρο 632 ΚΠολΔ, όπου η ανακοπή στην περίπτωση αυτή μπορεί να ασκηθεί και προ πάσης επίδο­σης, η ανακοπή του άρθρου 633 ΚΠολΔ δεν ασκείται παραδεκτά προ της επίδοσης (ΜονΠρΠειρ 84/2019).