Α. Σύμφωνα με το άρθρο 632 παρ.1 ΚΠολΔ, ως ισχύει μετά τον ν. 4335/2015, ο οφειλέτης κατά του οποίου στρέφεται η διαταγή πληρωμής έχει το δικαίωμα να ασκήσει ανακοπή. Η ανακοπή απευθύνεται στο καθ' ύλην αρμόδιο Δικαστήριο του τόπου έκδοσης της διαταγής πληρωμής. Επαναφέρεται η ρύθμιση που ίσχυε πριν από τον ν. 4335/2015 για την καθ΄ ύλη αρμοδιότητα του δικαστηρίου της ανακοπής με βάση το ύψος της απαίτησης (επομένως και το Πολυμελές Πρωτοδικείο).

Αντίγραφα των εγγράφων, τα οποία αποδεικνύουν την απαίτηση, παραμένουν στη γραμματεία του δικαστηρίου μέχρι την πάροδο της προθεσμίας για την άσκηση ανακοπής.

Β. Κατά την παρ. 2 του αυτού άρθρου η προθεσμία για την άσκηση της ανακοπής είναι (15) εργάσιμες ημέρες, αν η διαταγή πληρωμής έχει εκδοθεί κατά προσώπου που έχει την διαμονή ή την έδρα του στην Ελλάδα και (30) εργάσιμες ημέρες αν η διαταγή πληρωμής έχει εκδοθεί κατά προσώπου που έχει τη διαμονή ή την έδρα του στο εξωτερικό. ή η διαμονή του είναι άγνωστη.

Γ. Κατά το εδ. β της παρ. 2 του άρθρου 632 ΚΠολΔ, η ανακοπή εκδικάζεται κατά την διαδικασία των περιουσιακών διαφορών των άρθρων 614 επ. ΚΠολΔ

Με την νέα αυτή ρύθμιση, στην δίκη της ανακοπής κατά της διαταγής πληρωμής είναι υποχρεωτική η κατάθεση προτάσεων και καταργείται η δυνατότητα προφορικής υποβολής ισχυρισμών που δεν περιέχονται στις προτάσεις, όπως ίσχυε με το άρθρο 591 παρ. 1 στοιχ. γ ΚΠολΔ.  Το δικαστήριο λαμβάνει υπ όψιν του αποδεικτικά μέσα που πληρούν τους όρους του νόμου, αλλά και αυτά που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, με την επιφύλαξη των άρθρων 393 και 394 ΚΠολΔ.

Με την νέα ρύθμιση η ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής δεν εκδικάζεται πλέον κατά την τακτική διαδικασία, όπως ίσχυε στο προϊσχύον δίκαιο και πριν το ν. 4055/2012, όπου ανάλογα με την φύση της απαίτησης η ανακοπή εκδικαζόταν με την τακτική, ή με κάποια από τις ειδικές διαδικασίες.

Η ανακοπή εκδικάζεται πλέον, είτε με τη διαδικασία των πιστωτικών τίτλων, αν η διαταγή πληρωμής έχει εκδοθεί με βάση αξιόγραφο, στην οποίαν εφαρμόζονται συμπληρωματικά οι διατάξεις του άρθρου 591 επ. ΚΠολΔ, που με τη σειρά του παραπέμπει στις διατάξεις της τακτικής διαδικασίας με την επιφύλαξη της εναρμόνισής τους με τις διατάξεις της ειδικής αυτής διαδικασίας, είτε με την διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, στην οποία εφαρμόζονται και οι διατάξεις της τακτικής διαδικασίας με την επιφύλαξη πάλι της εναρμόνισής τους με αυτές.

Μετά την επαναφορά της υλικής αρμοδιότητας του δικαστηρίου με βάση το ποσό της απαίτησης για την οποίαν εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής για την εκδίκαση της ανακοπής, εμφανίζεται το δικονομικό φαινόμενο όπου το Πολυμελές Πρωτοδικείο εκδικάζει μία ανακοπή, όχι με την τακτική διαδικασία, όπως ίσχυε στο προϊσχύσαν  δίκαιο, αλλά με βάση τις ειδικές διατάξεις του άρθρου 591 επ. ΚΠολΔ.

Σημειώνεται ότι, τίθεται ως γενική διάταξη κατ΄ άρθρο 591 παρ. 7 ΚΠολΔ, ότι οι διατάξεις που ισχύουν για την εκδίκαση της υπόθεσης από τα πρωτοβάθμια δικαστήρια εφαρμόζονται στα ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας, της έφεσης και της αναψηλάφησης, ενώ η αναίρεση εκδικάζεται κατά τις γενικές διατάξεις, εκτός εάν ορίζεται διαφορετικά στις διατάξεις των άρθρων 591 έως 645.

Δ. Ως προς τη δυνατότητα άσκησης πρόσθετων λόγων ανακοπής κατά της διαταγής πληρωμής ισχύει το νέο άρθρο 585 παρ. 2 ΚΠολΔ και εξακολουθεί να παραμένει η προθεσμία άσκησής τους οκτώ ημέρες πριν από τη συζήτηση, εφ όσον η ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής εκδικάζεται πλέον, είτε με την ειδική διαδικασία των πιστωτικών τίτλων, είτε με την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών.

Ε. Σύμφωνα με την παρ. 3 του αυτού άρθρου, η άσκηση της ανακοπής δεν αναστέλλει την εκτέλεση της διαταγής πληρωμής. Το δικαστήριο όμως, ο δικαστής του οποίου εξέδωσε τη διαταγή πληρωμής, μπορεί, κατά τη διαδικασία των άρθρων 686 επ., να χορηγήσει αναστολή, με ή και χωρίς εγγύηση, ώσπου να εκδοθεί οριστική απόφαση για την ασκηθείσα ανακοπή. Η αναστολή αυτή δεν εμποδίζει την λήψη ασφαλιστικών μέτρων σύμφωνα με το άρθρο 724 ΚΠολΔ.

Με την νέα ρύθμιση η υποχρέωση συζήτησης της αίτηση αναστολής εκτέλεσης  υποχρεωτικά με την ανακοπή καταργήθηκε και επανήλθε το προηγούμενο καθεστώς της χωριστής συζήτησης της αίτησης αναστολής από την ανακοπή στο αρμόδιο δικαστήριο.

ΣΤ. Κατά την παρ. 4 του αυτού άρθρου, αν ασκηθεί εμπρόθεσμα έφεση κατά της οριστικής απόφασης, το δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση που προσβάλλεται μπορεί, δικάζοντας κατά τη διαδικασία των άρθρων 686 επ., έως τη συζήτηση της έφεσης, μετά από αίτηση του οφειλέτη, και εφ όσον πιθανολογείται η ευδοκίμηση της έφεσης, να αναστείλει ολικά ή εν μέρει την εκτέλεση, ώσπου να εκδοθεί οριστική απόφαση, με τον όρο να δοθεί εγγύηση, η οποία ορίζεται από την απόφαση που διατάσσει την αναστολή ή και χωρίς εγγύηση. Με τις ίδιες προϋποθέσεις το δικαστήριο που δικάζει την έφεση μπορεί, σε κάθε στάση της δίκης, ύστερα από αίτηση του οφειλέτη η οποία υποβάλλεται με το δικόγραφο της έφεσης, ή με τις προτάσεις, να αναστείλει την εκτέλεση.  

Με την νέα ρύθμιση, μετά από την άσκηση έφεσης κατά της απόφασης που απορρίπτει την ανακοπή και έως την συζήτηση της έφεσης, παρέχεται η δυνατότητα αίτησης αναστολής (έως την έκδοση οριστικής απόφασης επί του ένδικου μέσου) ενώπιον του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, υπό την προϋπόθεση ότι πιθανολογείται η ευδοκίμηση της έφεσης. Η ίδια δυνατότητα παρέχεται και ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει την έφεση σε κάθε στάση της ενώπιόν του δίκης.

Ζ. Αυτές οι ευχέρειες αιτήσεων αναστολής υφίστανται, κατά την νέα παρ. 5 του αυτού άρθρου, που ορίζει ότι «Η δυνατότητα αναστολής της εκτέλεσης κατά την παράγραφο 4 του παρόντος άρθρου παρέχεται και στην περίπτωση που δεν είχε χορηγηθεί αναστολή της εκτέλεσης σύμφωνα με την παράγραφο 3» και όταν δεν είχε χορηγηθεί αναστολή έως την έκδοση απόφασης επί της ανακοπής.

Η. Ο οφειλέτης, πέραν της δυνατότητας αίτησης αναστολής κατά το άρθρο 632 παρ. 3 ΚΠολΔ, έχει και άλλα μέσα προστασίας όπως π.χ. την ανακοπή κατά της εκτέλεσης και την αναστολή της εκτέλεσης κατ' άρθρο 937 ΚΠολΔ, όταν ασκείται το ένδικο μέσο της έφεσης κατά της απόφασης που απέρριψε την ανακοπή.

Ταυτόχρονα δίνεται η δυνατότητα επανειλημμένης άσκησης αίτησης αναστολών και πολλαπλών κρίσεων επί του ζητήματος της αναστολής ή μη της εκτελεστότητας της διαταγής πληρωμής. Είναι δυνατή η υποβολή αίτησης αναστολής της εκτελεστότητας της διαταγής πληρωμής με τις προϋποθέσεις του άρθρου 632 παρ. 4 ΚΠολΔ, δηλ. όταν έχει ασκηθεί έφεση κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου επί ανακοπής του άρθρου 633 παρ. 2 ΚΠολΔ, δηλ. αυτής που ασκείται μετά την δεύτερη επίδοση της διαταγής πληρωμής.

Θ. Στην παρ. 6 του ιδίου άρθρου ορίζεται ότι « Με την ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής μπορεί να σωρευθεί και αίτημα ακυρώσεως των πράξεων εκτελέσεως, οι οποίες ενεργούνται με βάση αυτήν, αν συντρέχουν και οι προϋποθέσεις του άρθρου 218 ΚΠολΔ».

Παρέχεται δηλαδή η δυνατότητα σώρευσης ανακοπής κατά διαταγής πληρωμής και ανακοπής κατά της εκτέλεσης με την συνδρομή των προϋποθέσεων του άρθρου 218 ΚΠολΔ. Οι ανακοπές αυτές εκδικάζονται με τη διαδικασία των περιουσιακών διαφορών των άρθρων 614 επ. σύμφωνα με τα άρθρα 632 παρ. 2 εδ. τελ. και 937 παρ. 3 ΚΠολΔ. Έτσι, η απαίτηση της ταυτότητας της διαδικασίας για την αντικειμενική σώρευση των δύο αυτών διαδικαστικών πράξεων υποχωρεί πλήρως, και δεν εξακολουθεί να υφίσταται το προηγούμενο ζήτημα της εκδίκασης της ανακοπής κατά της εκτέλεσης με βάση της διαδικασία εκδίκασης της απαίτησης, τακτική ή με κάποια από τις δίκες ειδικών διαδικασιών, έστω και εάν πρόκειται για ανακοπή κατά της εκτέλεσης με βάση εκτελεστό τίτλο διαταγή πληρωμής που έχει εκδοθεί με πιστωτικούς τίτλους, με την επιφύλαξη της διάταξης του άρθρου 622Β παρ. 4 ΚΠολΔ.

Σημειώνεται η διαφορετική ρύθμιση της καθ΄ ύλην αρμοδιότητας του δικαστηρίου που εκδικάζει την ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής, με βάση το ποσό της απαίτησης( άρθρο 632 παρ. 1 ΚΠολΔ) και την ανακοπή κατά της εκτέλεσης, πάντα με το Ειρηνοδικείο ή το Μονομελές Πρωτοδικείο (άρθρο 933 παρ. 1 ΚΠολΔ

Ι. Σύμφωνα με την παρ. 7 του ιδίου άρθρου  «Αν ο ανακόπτων δεν λάβει μέρος κανονικά στη δίκη, το δικαστήριο συζητεί την υπόθεση χωρίς αυτόν και απορρίπτει την ανακοπή».

ΙΑ. Σύμφωνα με το άρθρο 633 ΚΠολΔ «Αν η ανακοπή έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα και νόμιμα και οι λόγοι της είναι νόμιμοι και βάσιμοι, το δικαστήριο ακυρώνει τη διαταγή πληρωμής. Διαφορετικά απορρίπτει την ανακοπή και επικυρώνει τη διαταγή πληρωμής».

Λόγοι ανακοπής κατά διαταγής πληρωμής που γεννήθηκαν μετά το χρόνο έκδοσής της δεν μπορούν να προταθούν νόμιμα με την ανακοπή του άρθρου 632 ΚΠολΔ αλλά με την ανακοπή κατά της εκτέλεσης κατά το άρθρο 933 ΚΠολΔ.

Κατά την παρ. 2 του άρθρου 633 ΚΠολΔ, αν δεν έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα ανακοπή, εκείνος υπέρ του οποίου έχει εκδοθεί η διαταγή πληρωμής μπορεί να επιδώσει πάλι τη διαταγή στον οφειλέτη, ο οποίος έχει το δικαίωμα να ασκήσει την ανακοπή μέσα σε προθεσμία (15) εργασίμων ημερών από τη νέα επίδοση. Στην περίπτωση αυτή δεν χορηγείται η αναστολή εκτέλεσης που προβλέπεται από την παράγραφο 3 του προηγούμενου άρθρου. Αν περάσει άπρακτη και η παραπάνω προθεσμία, η διαταγή πληρωμής αποκτά δύναμη δεδικασμένου και είναι δυνατό να προσβληθεί μόνο με αναψηλάφηση.

Σύμφωνα με την ρύθμιση, πριν από την πάροδο και της δεύτερης αυτής προθεσμίας, η διαταγή πληρωμής δεν αποκτά ισχύ δεδικασμένου και έτσι, κατά τις διατάξεις των άρθρων 933 και 330 ΚΠολΔ, δεν κωλύεται ο οφειλέτης, επιχειρουμένης αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος του με βάση τη διαταγή πληρωμής, να προτείνει με την κατά το άρθρο 933 ΚΠολΔ ασκούμενη ανακοπή, ως λόγους ακυρωτικούς της εκτέλεσης, και ενστάσεις οι οποίες βάλλουν κατά του ουσιαστικού υποστατού της επιδικασθείσας απαίτησης.

Σημειώνεται ότι σύμφωνα με το άρθρο 634 ΚΠολΔ, η επίδοση διαταγής πληρωμής διακόπτει την παραγραφή και την αποσβεστική προθεσμία. Αν ακυρωθεί η διαταγή πληρωμής, η παραγραφή ή η αποσβεστική προθεσμία θεωρείται ότι έχει ανασταλεί από την επίδοση της διαταγής πληρωμής ώσπου να εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση για την ανακοπή.