Κατά το άρθρο 691 Α ΚΠολΔ (ως ισχύει) το δικαστήριο, αν κρίνει ότι υπάρχει ανάγκη, έχει το δικαίωμα μόλις κατατεθεί αίτηση για λήψη ασφαλιστικών μέτρων και ώσπου να εκδοθεί σχετική απόφαση, να εκδώσει και αυτεπαγγέλτως προσωρινή διαταγή, που καταχωρίζεται κάτω από την αίτηση, ή τα πρακτικά, σχετικά με τα μέτρα που πρέπει αμέσως να ληφθούν για την εξασφάλιση, ή τη διατήρηση του δικαιώματος, ή τη ρύθμιση της κατάστασης μέχρι να εκδοθεί η απόφαση των ασφαλιστικών μέτρων.

Για την έκδοση προσωρινής διαταγής καλείται με οποιονδήποτε τρόπο ο καθ ου η αίτηση, αν ο δικαστής κρίνει αναγκαία την εμφάνιση του. Αν γίνει δεκτό το αίτημα για έκδοση προσωρινής διαταγής η σχετική αίτηση ασφαλιστικών μέτρων προσδιορίζεται για συζήτηση μέσα σε (30) ημέρες. Αναβολή της συζήτησης δεν επιτρέπεται, διαφορετικά παύει αυτοδικαίως η ισχύς της προσωρινής διαταγής, εκτός αν παραταθεί από το δικαστήριο που δικάζει την αίτηση.

Ο καθ ου η αίτηση διατηρεί το δικαίωμα να ζητήσει την ανάκληση της προσωρινής διαταγής κατά τις διατάξεις των άρθρων 696-698 ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται αναλόγως.

Η προσωρινή διαταγή δεν είναι δικαστική απόφαση, αφού δεν περιέχει αυθεντική διάγνωση της έννομης σχέσης που ρυθμίζει, ούτε απαγγέλλεται σε δημόσια συνεδρίαση, ως εκ τούτου δε στερείται των στοιχείων εκείνων, που ανάγονται σε προϋποθέσεις του κύρους των δικαστικών αποφάσεων. Είναι όμως τίτλος εκτελεστός, από εκείνους που αναφέρονται στο αρθρ. 904 παρ. 2 ζ ΚΠολΔ, του οποίου μπορεί να γίνει αναγκαστική εκτέλεση, κατ` αρθρ. 700 παρ. 3 ΚΠολΔ, με βάση σημείωση του δικαστή που την εξέδωσε κάτω από την αίτηση, ή τα πρακτικά (ΑΠ 133/2004, ΜονΠρΠειρ 77/2017)

Η αίτηση ασφαλιστικών μέτρων επί της οποίας εκδόθηκε προσωρινή διαταγή που έχει ως αντικείμενο την απαγόρευση μεταβολής της πραγματικής ή νομικής κατάστασης ακινήτου ή πλοίου ή αεροσκάφους επιδίδεται στην αρμόδια αρχή και εγγράφεται στο αντίστοιχο βιβλίο, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 713 και 714 ΚΠολΔ, οι οποίες εφαρμόζονται αναλόγως.Κατά το άρθρο 691 Α ΚΠολΔ (ως ισχύει) το δικαστήριο, αν κρίνει ότι υπάρχει ανάγκη, έχει το δικαίωμα μόλις κατατεθεί αίτηση για την λήψη ασφαλιστικών μέτρων και ώσπου να εκδοθεί η σχετική απόφαση, να εκδώσει και αυτεπαγγέλτως προσωρινή διαταγή, που καταχωρίζεται κάτω από την αίτηση, ή τα πρακτικά, σχετικά με τα μέτρα που πρέπει αμέσως να ληφθούν για την εξασφάλιση, ή τη διατήρηση του δικαιώματος, ή τη ρύθμιση της κατάστασης μέχρι να εκδοθεί η απόφαση των ασφαλιστικών μέτρων.

Για την έκδοση προσωρινής διαταγής καλείται με οποιονδήποτε τρόπο ο καθ ου η αίτηση, αν ο δικαστής κρίνει αναγκαία την εμφάνιση του. Αν γίνει δεκτό το αίτημα για έκδοση προσωρινής διαταγής η σχετική αίτηση ασφαλιστικών μέτρων προσδιορίζεται για συζήτηση μέσα σε (30) ημέρες. Αναβολή της συζήτησης δεν επιτρέπεται, διαφορετικά παύει αυτοδικαίως η ισχύς της προσωρινής διαταγής, εκτός αν παραταθεί από το δικαστήριο που δικάζει την αίτηση.

Ο καθ ου η αίτηση διατηρεί το δικαίωμα να ζητήσει την ανάκληση της προσωρινής διαταγής κατά τις διατάξεις των άρθρων 696-698 ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται αναλόγως.

Η προσωρινή διαταγή δεν είναι δικαστική απόφαση, αφού δεν περιέχει αυθεντική διάγνωση της έννομης σχέσης που ρυθμίζει, ούτε απαγγέλλεται σε δημόσια συνεδρίαση, ως εκ τούτου δε στερείται των στοιχείων εκείνων, που ανάγονται σε προϋποθέσεις του κύρους των δικαστικών αποφάσεων. Είναι όμως τίτλος εκτελεστός, από εκείνους που αναφέρονται στο αρθρ. 904 παρ. 2 ζ ΚΠολΔ, του οποίου μπορεί να γίνει αναγκαστική εκτέλεση, κατ` αρθρ. 700 παρ. 3 ΚΠολΔ, με βάση σημείωση του δικαστή που την εξέδωσε κάτω από την αίτηση, ή τα πρακτικά (ΑΠ 133/2004, ΜονΠρΠειρ 77/2017)

Η αίτηση ασφαλιστικών μέτρων επί της οποίας εκδόθηκε προσωρινή διαταγή που έχει ως αντικείμενο την απαγόρευση μεταβολής της πραγματικής ή νομικής κατάστασης ακινήτου ή πλοίου ή αεροσκάφους επιδίδεται στην αρμόδια αρχή και εγγράφεται στο αντίστοιχο βιβλίο, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 713 και 714 ΚΠολΔ, οι οποίες εφαρμόζονται αναλόγως.

Σύμφωνα με το άρθρο 724 ΚΠολΔ, ως ισχύει μετά τον ν. 4335/2015,  ο δανειστής μπορεί με βάση οριστική απόφαση, ή με διαταγή πληρωμής, να ζητήσει με την διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, εγγραφή προσημείωσης υποθήκης, (ή να επιβάλει συντηρητική κατάσχεση στα χέρια του οφειλέτη, ή τρίτου) για το ποσό που επιδικάζεται με την απόφαση, ή ορίζεται με την διαταγή πληρωμής.

Αν πιθανολογείται η εξόφληση, ή η ανυπαρξία, ολική ή εν μέρει, της απαίτησης για την οποία έχει εκδοθεί η οριστική απόφαση, ή η διαταγή πληρωμή, το δικαστήριο που εξέδωσε την οριστική απόφαση, ή τη διαταγή πληρωμής, μπορεί με αίτηση εκείνου κατά του οποίου στρέφονται, κατά τη διαδικασία του άρθρου 702 παρ. 1 ΚΠολΔ, να αναστείλει ολικά ή εν μέρει την εκτέλεση των ληφθέντων  ασφαλιστικών μέτρων, ή να περιορίσει την εκτέλεση σε ορισμένα περιουσιακά στοιχεία, αν πιθανολογείται ότι τα στοιχεία αυτά είναι επαρκή για την εξασφάλιση της απαίτησης

Με βάση, επομένως, την οριστική και μη καταστάσα τελεσίδικη, απόφαση μπορούν να επιβληθούν αυτοδύναμα ασφαλιστικά μέτρα (ΚΠολΔ άρθρο 519 παρ. 1 και άρθρο 521 παρ.  1), προδήλως τα ίδια ασφαλιστικά μέτρα που προβλέπει και το άρθρο 724 ΚΠολΔ.

Οι διαφορές σχετικές με το κύρος, την απόσβεση, ή τον περιορισμό και την εξάλειψη, ή διόρθωση της προσημείωσης υποθήκης, που επιβλήθηκε με τίτλο δικαστική απόφαση, ή διαταγή πληρωμής, αντιμετωπίζονται στο πλαίσιο της ανακοπής, κατ άρθρο 702 ΚΠολΔ, από το δικαστήριο που εξέδωσε την οριστική απόφαση, ή τη διαταγή πληρωμής, μετά από αίτηση όποιου έχει έννομο συμφέρον.

Μετά την άσκηση ενδίκων μέσων, ή βοηθημάτων, κατά της οριστικής απόφασης, ή της διαταγής πληρωμής (π.χ. έφεσης κατά της οριστικής απόφασης ή ανακοπής κατά της διαταγής πληρωμής) αρμόδιο για την για την εξάλειψη ή τον περιορισμό της προσημειώσεως υποθήκης είναι, κατ άρθρο 697 ΚΠολΔ, το δικαστήριο ενώπιον του οποίου ασκήθηκε το ένδικο μέσο ή βοήθημα ως δικαστήριο της κύριας δίκης.

Σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση του ν. 4335/2015, που αφορά την διάταξη του άρθρου 697 ΚΠολΔ, η τελευταία δεν θέτει περιορισμούς για την ανάκληση, ή τη μεταρρύθμιση αποφάσεως ασφαλιστικών μέτρων, που δεν εκδόθηκε από το δικαστήριο της κύριας δίκης και προπάντων δεν απαιτεί μεταβολή των πραγμάτων. Έτσι η ανάκληση, ή η μεταρρύθμιση, ενεργεί ως υποκατάστατο των καταρχήν απαγορευμένων από το άρθρο 699 ΚΠολΔ ενδίκων μέσων, δηλαδή μπορεί να βασίζεται και σε νομικά ή ουσιαστικά σφάλματα της αποφάσεως, εξ αιτίας των οποίων δεν είναι πλέον δικαιολογημένη η συνέχιση των μέτρων που διέταξε. Ο ίδιος δικαιολογητικός λόγος επέβαλλε, κατά το νομοθέτη, τον έλεγχο αποφάσεως που απέρριψε ασφαλιστικό μέτρο προς αποκατάσταση της ισότητας των όπλων μεταξύ των διαδίκων. Έτσι, με την συμπληρωματική ρύθμιση του ν. 4335/2015, το δικαστήριο της κυρίας δίκης έχει την δυνατότητα και ευχέρεια, εκτιμώντας το ενώπιόν του εισφερθέν αποδεικτικό υλικό, να καταστήσει ανενεργή, εν όλω ή εν μέρει, την απόφαση που εσφαλμένως απέρριψε το ασφαλιστικό μέτρο και να διατάξει, κατόπιν σχετικώς υποβληθέντος αιτήματος, τη λήψη νέου ή τροποποιημένου ασφαλιστικού μέτρου (ΜονΕφΑθ 2647/2018).

Σύμφωνα με το άρθρο 724 ΚΠολΔ, ως ισχύει μετά τον ν. 4335/2015,  ο δανειστής μπορεί με βάση οριστική απόφαση, ή με διαταγή πληρωμής, μπορεί να επιβάλει συντηρητική κατάσχεση στα χέρια του οφειλέτη, ή τρίτου, (ή να ζητήσει με την διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων εγγραφή προσημείωσης υποθήκης) για το ποσό που επιδικάζεται με την απόφαση, ή ορίζεται με τη διαταγή πληρωμής.

Αν πιθανολογείται η εξόφληση, ή η ανυπαρξία, ολική ή εν μέρει, της απαίτησης για την οποία έχει εκδοθεί η οριστική απόφαση, ή η διαταγή πληρωμή, το δικαστήριο που εξέδωσε την οριστική απόφαση, ή τη διαταγή πληρωμής, μπορεί με αίτηση εκείνου κατά του οποίου στρέφονται, κατά τη διαδικασία του άρθρου 702 παρ. 1 ΚΠολΔ, να αναστείλει ολικά ή εν μέρει την εκτέλεση των ληφθέντων  ασφαλιστικών μέτρων, ή να περιορίσει την εκτέλεση σε ορισμένα περιουσιακά στοιχεία, αν πιθανολογείται ότι τα στοιχεία αυτά είναι επαρκή για την εξασφάλιση της απαίτησης

Με βάση, επομένως, την οριστική και μη καταστάσα τελεσίδικη, απόφαση μπορούν να επιβληθούν αυτοδύναμα ασφαλιστικά μέτρα (ΚΠολΔ άρθρο 519 παρ. 1 και άρθρο 521 παρ. 1), προδήλως τα ίδια ασφαλιστικά μέτρα που προβλέπει και το άρθρο 724 ΚΠολΔ.

Η συντηρητική κατάσχεση, που επιβάλλεται βάσει διαταγής πληρωμής, είναι νοητή και δυνατή κατά το διάστημα της αναστολής του άρθρου 632 παρ. 2 ΚΠολΔ, το οποίο εκτείνεται μέχρι την τελεσιδικία της απόφασης επί της ασκηθείσας ανακοπής.

Η επιβληθείσα συντηρητική κατάσχεση, δυνάμει διαταγής πληρωμής, ισχυροποιείται πλήρως από της επιβολής της, τρεπόμενη σε αναγκαστική, αν απορριφθεί η ανακοπή και επικυρωθεί η διαταγή πληρωμής. Αν αντίθετα η διαταγή πληρωμής ακυρωθεί η εξάλειψη της αυτοδυνάμως επιβληθείσας συντηρητικής κατάσχεσης μπορεί να ζητηθεί κατ άρθρο 702 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΕφΑθ 5526/2006).

Οι διαφορές σχετικές με το κύρος της συντηρητικής κατάσχεσης, που επιβλήθηκε με τίτλο δικαστική απόφαση, ή διαταγή πληρωμής, αντιμετωπίζονται στο πλαίσιο της ανακοπής, κατ άρθρο 702 ΚΠολΔ, από το δικαστήριο που εξέδωσε την οριστική απόφαση, ή την διαταγή πληρωμής, μετά από αίτηση όποιου έχει έννομο συμφέρον.

Μετά την άσκηση ενδίκων μέσων, ή βοηθημάτων, κατά της οριστικής απόφασης, ή της διαταγής πληρωμής (π.χ. έφεσης κατά της οριστικής απόφασης ή ανακοπής κατά της διαταγής πληρωμής) αρμόδιο για την ανάκληση, ή τη μεταρρύθμιση, της συντηρητικής κατάσχεσης είναι, κατ άρθρο 697 ΚΠολΔ, το δικαστήριο ενώπιον του οποίου ασκήθηκε το ένδικο μέσο ή βοήθημα ως δικαστήριο της κύριας δίκης.  

Σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση του ν. 4335/2015, που αφορά την διάταξη του άρθρου 697 ΚΠολΔ, η τελευταία δεν θέτει περιορισμούς για την ανάκληση, ή τη μεταρρύθμιση αποφάσεως ασφαλιστικών μέτρων, που δεν εκδόθηκε από το δικαστήριο της κύριας δίκης και προπάντων δεν απαιτεί μεταβολή των πραγμάτων. Έτσι η ανάκληση, ή η μεταρρύθμιση, ενεργεί ως υποκατάστατο των καταρχήν απαγορευμένων από το άρθρο 699 ΚΠολΔ ενδίκων μέσων, δηλαδή μπορεί να βασίζεται και σε νομικά ή ουσιαστικά σφάλματα της αποφάσεως, εξ αιτίας των οποίων δεν είναι πλέον δικαιολογημένη η συνέχιση των μέτρων που διέταξε. Ο ίδιος δικαιολογητικός λόγος επέβαλλε, κατά το νομοθέτη, τον έλεγχο αποφάσεως που απέρριψε ασφαλιστικό μέτρο προς αποκατάσταση της ισότητας των όπλων μεταξύ των διαδίκων. Έτσι, με την συμπληρωματική ρύθμιση του ν. 4335/2015, το δικαστήριο της κυρίας δίκης έχει την δυνατότητα και ευχέρεια, εκτιμώντας το ενώπιόν του εισφερθέν αποδεικτικό υλικό, να καταστήσει ανενεργή, εν όλω ή εν μέρει, την απόφαση που εσφαλμένως απέρριψε το ασφαλιστικό μέτρο και να διατάξει, κατόπιν σχετικώς υποβληθέντος αιτήματος, τη λήψη νέου ή τροποποιημένου ασφαλιστικού μέτρου (ΜονΕφΑθ 2647/2018).

Από τις διατάξεις των άρθρων 682 και 688 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η συντηρητική κατάσχεση, ως ασφαλιστικό μέτρο, επιτρέπεται και διατάσσεται σε περίπτωση

α) ύπαρξης επικείμενου κινδύνου, που απειλεί το επίδικο δικαίωμα ή απαίτηση και προς αποτροπή αυτού ή,

β) εάν συντρέχει επείγουσα περίπτωση, που επιβάλλει την ταχεία και άμεση λήψη δικαστικών προφυλακτικών μέτρων πριν ή κατά τη διάρκεια της τακτικής διαγνωστικής δίκης.

Στην περίπτωση που δεν υπάρχουν, ή δεν πιθανολογούνται, οι πραγματικές αυτές προϋποθέσεις, δεν δικαιολογείται η λήψη του ασφαλιστικού μέτρου της συντηρητικής κατάσχεσης.  

Ως επικείμενος κίνδυνος, ή επείγουσα περίπτωση, νοείται η ύπαρξη ασυνήθους ανάγκης έκτακτης δικαστικής προστασίας του διαδίκου, που δικαιολογείται από τη συνδρομή παρόντων πραγματικών περιστατικών συγκεκριμένου κινδύνου, ή επείγουσας περίπτωσης της παρούσας στιγμής.

Στην αίτηση της λήψης του ασφαλιστικού μέτρου της συντηρητικής κατάσχεσης, ως επικείμενος κίνδυνος, νοείται η πιθανολόγηση ότι επίκειται εκποίηση της υφισταμένης περιουσίας, ή αναγκαστική εκποίηση αυτής για την πληρωμή άλλων χρεών και εν γένει η αποξένωση του καθ ου η αίτηση από την κατασχετή περιουσία του, έτσι ώστε να είναι αδύνατη η επίσπευση εναντίον του αναγκαστικής εκτέλεσης, όταν κάποτε ο αιτών δανειστής θα αποκτήσει εκτελεστό τίτλο μετά τον τερματισμό της διαγνωστικής δίκης.

Αντίθετα δεν αρκεί για να δικαιολογήσει τη λήψη του ασφαλιστικού μέτρου η ελαττωμένη περιουσιακή κατάσταση του καθ ου η αίτηση, ενώ δεν δύναται να θεωρηθεί ότι αποτελεί επικείμενο κίνδυνο, ή επείγουσα περίπτωση, η πιθανή μεταβολή στο μέλλον της περιουσιακής κατάστασης του καθ ου η αίτηση, γιατί με τέτοια εκδοχή θα δικαιολογείτο η λήψη ασφαλιστικών μέτρων σε κάθε εκκρεμή αγωγή, εν όψει της ενδεχόμενης κατά την κοινή πείρα και λογική, μεταβολής ή ελάττωσης της περιουσιακής κατάστασης του διαδίκου (ΜονΠρΘεσ. 15137/2012, ΜονΠρΠειρ 167/2015, ΜονΠρΘεσ 4228/2015).

Σύμφωνα με το άρθρο 697 ΚΠολΔ, ως ισχύει μετά τον ν. 4335/2015, «Το αρμόδιο για την κύρια υπόθεση δικαστήριο όσο διαρκεί η εκκρεμοδικία μπορεί, με αίτηση του διαδίκου που έχει έννομο συμφέρον, η οποία υποβάλλεται και αυτοτελώς να μεταρρυθμίσει ή να ανακαλέσει ολικά ή εν μέρει την απόφαση που δέχεται ή απορρίπτει αίτηση ασφαλιστικών μέτρων. Ο δικαστής, και στο πολυμελές πρωτοδικείο, ο πρόεδρος, ορίζουν την δικάσιμο και την προθεσμία κλήτευσης».

Από το άρθρο αυτό  προκύπτει ότι το δικαστήριο, το οποίο δικάζει την κυρία υπόθεση, μπορεί ύστερα από αίτηση του διαδίκου που έχει έννομο συμφέρον και υποβάλλεται, είτε σε κάποια στάση της δίκης για την εκκρεμή κύρια υπόθεση, είτε και αυτοτελώς, δηλαδή κατά πάντα χρόνο και ανεξάρτητα από την ύπαρξη ή μη στάσης δίκης και χωρίς ακόμη επίκληση και πιθανολόγηση νέων στοιχείων (μεταβολή πραγμάτων) να μεταρρυθμίσει, ή να ανακαλέσει, εν όλω ή εν μέρει την απόφαση που διατάζει ασφαλιστικά μέτρα με βάση μόνο τα στοιχεία της δικογραφίας  

Η ανακλητική αίτηση, που απευθύνεται, σύμφωνα με το άρθρο 697 ΚΠολΔ, στο δικαστήριο που είναι αρμόδιο για την κύρια δίκη, στο πλαίσιο της εκκρεμοδικίας της αγωγής, λειτουργεί ως υποκατάστατο των ενδίκων μέσων, που απαγορεύονται κατά το άρθρο 699 ΚΠολΔ.

Στο τελευταίο εδάφιο του άρθρου 697 ΚΠολΔ γίνεται λόγος μόνο για το Πολυμελές Πρωτοδικείο, γίνεται όμως δεκτό ότι αρμόδιο να δικάσει ανακλητική αίτηση είναι και το Εφετείο, αν εκκρεμεί σε αυτό η κύρια υπόθεση, εν όψει του ότι το πρώτο εδάφιο της παραπάνω διάταξης δεν κάνει καμία διάκριση (ΜονΕφΑθ 2647/2018).

Κατά την διάταξη του άρθρου 697 ΚΠολΔ, το αρμόδιο για την κύρια υπόθεση δικαστήριο, όσο διαρκεί η εκκρεμοδικία μπορεί με αίτηση του διαδίκου που έχει έννομο συμφέρον, η οποία υποβάλλεται και αυτοτελώς, να μεταρρυθμίσει ή να ανακαλέσει ολικά ή εν μέρει, την απόφαση που διατάζει ασφαλιστικά μέτρα.

Εξ άλλου, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 696 παρ. 3 ΚΠολΔ επιτρέπεται στο δικαστήριο που διέταξε ασφαλιστικά μέτρα έως την πρώτη συζήτηση της αγωγής που αφορά την κύρια υπόθεση, με αίτηση όποιου έχει έννομο συμφέρον, να μεταρρυθμίσει ή να ανακαλέσει ολικά ή εν μέρει την απόφασή του μόνο εάν έχει επέλθει μεταβολή των πραγμάτων που δικαιολογεί την ανάκληση ή τη μεταρρύθμισή της, δηλαδή αν έχουν μεταβληθεί τα δεδομένα (το δικαίωμα ή η ιστορική ή νομική αιτία), στην οποία η απόφαση στηρίχθηκε.

Επειδή παρόμοια πρόβλεψη δεν υφίσταται στην διάταξη του άρθρου 697 ΚΠολΔ, κατά συνέπεια η ανακλητική αίτηση, η οποία λειτουργεί ως υποκατάστατο των απαγορευμένων ενδίκων μέσων κατά των αποφάσεων που διατάσσουν ασφαλιστικά μέτρα, μπορεί να ασκηθεί ανεξάρτητα από την ύπαρξη ή μη νέων στοιχείων που δικαιολογούν την ανάκληση.

Δηλαδή, η ανακλητική αίτηση ενώπιον του αρμοδίου για την κύρια υπόθεση δικαστηρίου μπορεί να στηρίζεται όχι μόνο στην μεταβολή πραγμάτων, υπό την έννοια του άρθρου 696 παρ. 3 ΚΠολΔ, αλλά σε οποιαδήποτε νέα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά ή αποδεικτικά στοιχεία, καθώς επίσης σε νομικές ή πραγματικές πλημμέλειες της αρχικής απόφασης, με την οποία διατάχθηκαν τα ασφαλιστικά μέτρα.

Τα παραπάνω όμως ισχύουν μόνο στην περίπτωση κατά την οποία ζητείται με την αίτηση η ανάκληση ή η μεταρρύθμιση ασφαλιστικού μέτρου που έχει ληφθεί και όχι αν η προηγούμενη όμοια αίτηση έχει απορριφθεί από το δικαστήριο.

Σε περίπτωση που το δικαστήριο απέρριψε κατ  ουσία την αίτηση για λήψη ασφαλιστικού μέτρου, με την απόφαση αυτή παράγεται προσωρινό δεδικασμένο ως προς τη διάγνωση της ανυπαρξίας του λόγου στον οποίο στηρίζεται και, κατά συνέπεια νέα αίτηση που στηρίζεται στον ίδιο λόγο και ζητεί να ληφθεί το ίδιο ασφαλιστικό μέτρο είναι απαράδεκτη (αρνητική λειτουργία του δεδικασμένου), εκτός εάν με τη νέα, όμοια κατά το αντικείμενο αίτησή του, ο αιτών επικαλείται μεταβολή του δικαιώματος ή της ιστορικής και νομικής αιτίας (άρθρα 695 σε συνδ. με 324 ΚΠολΔ, ΑΠ 497/1978, ΑΠ 155/1978, ΕφΑθ 4862/1985). Το προσωρινό δεδικασμένο λαμβάνεται υπ όψιν από το δικαστήριο, όταν καλείται να δικάσει άλλη αίτηση λήψης ασφαλιστικού μέτρου, μετά από πρόταση των διαδίκων ή και αυτεπαγγέλτως.

Κατά την διάταξη του άρθρου 690 παρ 1 ΚΠολΔ σε υποθέσεις που αφορούν ασφαλιστικά μέτρα είναι υποχρεωτική η προαπόδειξη και αρκεί η πιθανολόγηση των ισχυρισμών, ενώ κατά την διάταξη του άρθρου 691 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, που εισάγει στην διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων εν μέρει το ανακριτικό σύστημα, συνδυαζόμενο και με το συζητητικό σύστημα (άρθρο 106 ΚΠολΔ), το δικαστήριο μπορεί και αυτεπαγγέλτως να συγκεντρώσει όλα τα στοιχεία που απαιτούνται για το σχηματισμό της κρίσης του και με την απόφασή του δέχεται ή απορρίπτει ολόκληρη ή εν μέρει την αίτηση.

Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι στην διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων είναι επιτρεπτή η λήψη υπ όψιν ένορκων βεβαιώσεων ανεξάρτητα από το αν έχει προηγουμένως κληθεί να παραστεί κατά την σύνταξή τους ο αντίδικος του επιμεληθέντος την σύνταξή τους, αφού αυτό επιβάλλει η ταχύτητα της όλης διαδικασίας που αποσκοπεί στην παροχή προσωρινής μόνον δικαστικής προστασίας με την έκδοση απόφασης προσωρινής αντίστοιχα ισχύος κατά το άρθρο 695 ΚΠολΔ. Έτσι αντισταθμίζεται και ο όποιος κίνδυνος από την σύνταξη ένορκων βεβαιώσεων για να χρησιμοποιηθούν σε δίκη ασφαλιστικών μέτρων χωρίς να έχει προηγηθεί η κλήση του αντιδίκου. Το ίδιο ισχύει και στις υποθέσεις οριστικής δικαστικής προστασίας, που για λόγους ταχύτητας, μολονότι δεν αφορούν την λήψη ασφαλιστικών μέτρων δικάζονται κατά την αντίστοιχη διαδικασία, αφού με διαφορετική άποψη φαλκιδεύεται ο σκοπός της παραπομπής τους στη διαδικασία αυτή (ΑΠ 1857/2011).

Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 707 επ. ΚΠολΔ, το δικαστήριο δικαιούται να διατάξει ως ασφαλιστικό μέτρο την συντηρητική κατάσχεση κινητών, ακινήτων, εμπραγμάτων δικαιωμάτων επάνω σε αυτά, απαιτήσεων και γενικά όλων των περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη, είτε βρίσκονται στα χέρια του, είτε στα χέρια τρίτου. Η απόφαση που διατάζει την συντηρητική κατάσχεση πρέπει να καθορίζει το ποσό για το οποίο διατάσσεται. Δεν επιτρέπεται συντηρητική κατάσχεση πραγμάτων, τα οποία είναι ακατάσχετα κατά τις διατάξεις της αναγκαστικής εκτέλεσης, καθώς και εκείνων που μπορούν να υποστούν άμεση φθορά.

Με το ασφαλιστικό μέτρο της συντηρητικής κατάσχεσης σκοπείται να αποτραπεί ο κίνδυνος να ματαιωθεί η ικανοποίηση της απαίτησης του δανειστή κατά τον ενδιάμεσο χρόνο, μέχρις ότου η απαίτηση εξοπλισθεί με τίτλο εκτελεστό, είτε γιατί, κατά το χρόνο αυτό ο οφειλέτης, θα έχει αποξενωθεί από την διαθέσιμη κατασχετή περιουσία του, είτε, θα έχει βλάψει, αλλοιώσει και γενικά αποκρύψει τα περιουσιακά του στοιχεία.

Προϋποθέσεις για την λήψη του ασφαλιστικού μέτρου.

Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 682 και 688 ΚΠολΔ ασφαλιστικά μέτρα διατάσσονται σε περίπτωση, που υπάρχει, επικείμενος κίνδυνος, ο οποίος απειλεί το επίδικο δικαίωμα, ή την απαίτηση, προς αποτροπή του, ή επείγουσα περίπτωση, η οποία επιβάλλει την ταχεία και άμεση λήψη μέτρων πριν ή κατά την διάρκεια της τακτικής διαγνωστικής δίκης.

Η ελαττωμένη περιουσιακή κατάσταση του καθ ου οφειλέτη δεν αρκεί για να δικαιολογήσει την λήψη του ασφαλιστικού μέτρου της συντηρητικής κατάσχεσης, ούτε μπορεί να θεωρηθεί ότι αποτελεί επικείμενο κίνδυνο, ή επείγουσα περίπτωση, πιθανή μεταβολή στο μέλλον της περιουσιακής κατάστασής του, γιατί με τέτοια εκδοχή θα δικαιολογείτο η λήψη του ασφαλιστικού μέτρου της συντηρητικής κατάσχεσης σε κάθε εκκρεμή αγωγή, εν όψει της ενδεχόμενης, κατά την κοινή πείρα και λογική, μεταβολής, ή ελάττωσης, της περιουσιακής κατάστασης του καθ ου οφειλέτη.

Απαιτώντας ο νόμος επικείμενο κίνδυνο, εννοεί την ύπαρξη ασυνήθους ανάγκης για έκτακτη δικαστική προστασία του δανειστή, δικαιολογημένη από την συνδρομή πραγματικών περιστατικών και συγκεκριμένα κινδύνου ματαίωσης ικανοποίησης της απαίτησης, λόγω πιθανολόγησης αποξένωσης του οφειλέτη από την περιουσία του, έτσι, ώστε, να είναι αδύνατη στο μέλλον αναγκαστική εκτέλεση, όταν κάποτε ο δανειστής θα αποκτήσει τίτλο εκτελεστό, μετά τον τερματισμό της διαγνωστικής δίκης.

Επείγουσα περίπτωση νοείται η περίπτωση εκείνη, η οποία χρήζει άμεσης ρύθμισης με δικαστική παρέμβαση, λόγω ανάγκης για ταχεία προστασία του ουσιαστικού δικαιώματος, το οποίο πρέπει να ασφαλισθεί από τον δικαιούχο, για να μη προξενηθεί, από την βραδύτητα της επίλυσης της διαφοράς, ουσιώδης και αναπότρεπτος κίνδυνος.

Για το ορισμένο της αίτησης, ως προς την προϋπόθεση της συνδρομής επικείμενου κινδύνου, ή επείγουσας περίπτωσης, πρέπει σε αυτήν να γίνεται έστω και συνοπτικά αναφορά των πραγματικών περιστατικών που πιθανολογούν την συνδρομή του επικείμενου κινδύνου, ή της επείγουσας περίπτωσης, και δεν αρκεί η αναφορά στη στερεότυπη διατύπωση του νόμου, αλλά απαιτείται παράθεση συγκεκριμένων, έστω και συνοπτικώς, περιστατικών του εννοιολογικού προσδιορισμού των προϋποθέσεων αυτών, π.χ. ότι ο καθ ου είναι κατάχρεος, και, είτε έχει αρχίσει να εκποιεί τα περιουσιακά του στοιχεία και επιδιώκει να αποξενωθεί από αυτά, είτε επίκειται άμεση αναγκαστική εκποίησή τους για την πληρωμή άλλων χρεών του καθ ου, οπότε θα είναι αδύνατη η επίσπευση εναντίον του αναγκαστικής εκτέλεσης, όταν κάποτε ο αιτών δανειστής θα αποκτήσει εκτελεστό τίτλο, μετά τον τερματισμό της διαγνωστικής δίκης, και γενικά ότι υπάρχει ασυνήθης ανάγκη έκτακτης δικαστικής προστασίας του αιτούντος, διαφορετικά είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη λόγω της αοριστίας της.

Αν οι πραγματικές αυτές προϋποθέσεις δεν υπάρχουν, ή δεν πιθανολογούνται, τότε δεν δικαιολογείται η λήψη του ασφαλιστικού μέτρου, καθ όσον αυτό αποτελεί την εξαίρεση του κανόνα κατά τον οποίο τα εξαναγκαστικά μέτρα κατά της περιουσίας διατάσσονται και λαμβάνονται μόνο μετά την οριστική και τελεσίδικη διάγνωση της διαφοράς (ΕφΑθ 1173/1999, ΜΠρΑθ 9804/2011, ΜΠρΡοδ 3417/2007,  ΜΠρΑθ 7810/2003).

Πως γίνεται η συντηρητική κατάσχεση.

Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 711 ΚΠολΔ, η συντηρητική κατάσχεση κινητών, ή εμπραγμάτων δικαιωμάτων επάνω σε αυτά, στα χέρια του οφειλέτη γίνεται κατά τις διατάξεις της αναγκαστικής κατάσχεσης, χωρίς να επιδοθεί προηγουμένως η απόφαση που διατάζει την κατάσχεση. Αντίγραφο, ή περίληψη, της έκθεσης της κατάσχεσης επιδίδεται σε εκείνον σε βάρος του οποίου επιβάλλεται η κατάσχεση, αν δεν ήταν παρών κατά την επιβολή της, το αργότερο την επόμενη ημέρα, εφ όσον έχει την κατοικία του στον τόπο της κατάσχεσης, διαφορετικά μέσα σε οκτώ ημέρες από αυτήν. Αντίγραφο της έκθεσης κατάσχεσης επιδίδεται από το δικαστικό επιμελητή στον ειρηνοδίκη του τόπου της κατάσχεσης, ο οποίος είναι υποχρεωμένος, να καταχωρίσει περίληψή της σε ειδικό βιβλίο με αλφαβητικό ευρετήριο εκείνων κατά των οποίων έχει επιβληθεί κατάσχεση.

Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 712 ΚΠολΔ, η συντηρητική κατάσχεση απαιτήσεων, ή κινητών, στα χέρια τρίτου, γίνεται με επίδοση στον τρίτο αντιγράφου της απόφασης, που την διατάζει με επιταγή να μην εξοφλήσει την απαίτηση, ή να μην παραδώσει τα κινητά, καθώς και με επίδοση μέσα σε οκτώ ημέρες σε εκείνον κατά του οποίου στρέφεται η κατάσχεση εγγράφου στο οποίο αναφέρεται η κατάσχεση που έχει επιβληθεί στα χέρια του τρίτου. Αλλιώς η κατάσχεση είναι άκυρη. Στην κατάσχεση αυτή εφαρμόζονται οι διατάξεις της αναγκαστικής κατάσχεσης απαιτήσεων ή κινητών σε χέρια τρίτου. Ο τρίτος, εκείνος που επέβαλε την κατάσχεση και ο οφειλέτης έχουν όλες τις υποχρεώσεις και τα δικαιώματα που προβλέπουν οι διατάξεις της αναγκαστικής κατάσχεσης απαιτήσεων ή κινητών στα χέρια τρίτου, και εφαρμόζεται η διαδικασία για την άσκηση ή τη διαφύλαξή τους που ορίζεται στις διατάξεις αυτές.

Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 714 ΚΠολΔ, η συντηρητική κατάσχεση ακινήτου, ή εμπράγματου δικαιώματος επάνω σε αυτό, στα χέρια του οφειλέτη, γίνεται με κοινοποίηση αντιγράφου της απόφασης που διατάζει την κατάσχεση στον οφειλέτη και στην αρχή που είναι αρμόδια να τηρεί το βιβλίο κατασχέσεων της περιφέρειας του τόπου όπου βρίσκεται το ακίνητο. Η παραγγελία για την επίδοση αντιγράφου της απόφασης που διατάζει τη συντηρητική κατάσχεση πρέπει να προσδιορίζει το ακίνητο ή το εμπράγματο δικαίωμα που κατάσχεται και το ποσό για το οποίο γίνεται η συντηρητική κατάσχεση. Η αρχή που τηρεί το βιβλίο κατασχέσεων εγγράφει χωρίς υπαίτια καθυστέρηση τη συντηρητική κατάσχεση στο βιβλίο κατασχέσεων. Για την εγγραφή, την εξάλειψη, και τη σειρά των εγγραφών εφαρμόζονται οι διατάξεις της αναγκαστικής κατάσχεσης.

Συνέπειες της συντηρητικής κατάσχεσης.

Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 715 ΚΠολΔ, απαγορεύεται και είναι άκυρη υπέρ εκείνου που επέβαλε την κατάσχεση η διάθεση των πραγμάτων που κατασχέθηκαν από εκείνον σε βάρος του οποίου έγινε η κατάσχεση. Σε χρηματικές απαιτήσεις η απαγόρευση ισχύει μόνο έως το ποσό για το οποίο έγινε η κατάσχεση.

Τα αποτελέσματα της κατάσχεσης αρχίζουν α) σε κατάσχεση κινητών, ή εμπράγματων δικαιωμάτων επάνω σε κινητά στα χέρια του οφειλέτη, από την κατάσχεση, αν ήταν παρών κατά την επιβολή της, διαφορετικά από την επίδοση από το δικαστικό επιμελητή, β) σε κατάσχεση στα χέρια τρίτου απαιτήσεων, ή κινητών, από την επίδοση του εγγράφου που ανακοινώνει την κατάσχεση σε εκείνον κατά του οποίου στρέφεται, γ) σε κατάσχεση ακινήτου, ή εμπράγματου δικαιώματος επάνω σε αυτό, από την κοινοποίηση στον οφειλέτη της απόφασης που διατάζει την κατάσχεση.

Στη συντηρητική κατάσχεση ακινήτου, ή εμπράγματου δικαιώματος επάνω σε αυτό, η παραπάνω ακυρότητα ισχύει ως προς τους τρίτους μόνο αν κατά το χρόνο της διάθεσης είχε γίνει η εγγραφή της κατάσχεσης στο βιβλίο κατασχέσεων. Αν έγινε κατάσχεση απαίτησης στα χέρια τρίτου, απαγορεύεται και είναι άκυρη υπέρ εκείνου που επέβαλε την κατάσχεση η εξόφληση από τον τρίτο της απαίτησης που έχει κατασχεθεί, ή ο συμψηφισμός της με μεταγενέστερη απαίτηση. Αν έγινε κατάσχεση κινητών στα χέρια τρίτου, απαγορεύεται και είναι άκυρη υπέρ εκείνου που επέβαλε την κατάσχεση η απόδοση, ή η διάθεση, των κατασχεμένων.

Υποχρεωτική η άσκηση αγωγής για την κυρία απαίτηση.

Προ της κατάθεσης της αίτησης για την λήψη του ασφαλιστικού μέτρου της συντηρητικής κατάσχεσης, δεν απαιτείται να έχει ασκηθεί αγωγή για την κύρια απαίτηση. Αν, όμως, γίνει δεκτό το ασφαλιστικό μέτρο της συντηρητικής κατάστασης και προηγουμένως ο αιτών δανειστής δεν έχει ασκήσει αγωγή κατά του οφειλέτη για την κύρια απάιτηση, οφείλει, κατά την διάταξη του άρθρου  715 παρ. 5 ΚΠολΔ, να ασκήσει την αγωγή για την κύρια απαίτηση μέσα σε (30) ημέρες από την επίδοση στον οφειλέτη του εγγράφου για την κατάσχεση. Μέσα στην παραπάνω προθεσμία πρέπει να κατατεθεί, αλλά και να επιδοθεί η αγωγή (άρθρ. 215 παρ. 1 ΚΠολΔ). Αν περάσει άπρακτη η προθεσμία αυτή, αίρεται αυτοδικαίως το ασφαλιστικό μέτρο.

Δεν απαιτείται να ασκηθεί αγωγή, αν η συντηρητική κατάσχεση έγινε με βάση διαταγή πληρωμής, ή αν επιδοθεί διαταγή πληρωμής μέσα στην παραπάνω προθεσμία των 30 ημερών.

Συνέπειες μη άσκησης αγωγής για την κυρία απαίτηση.

Η πάροδος άπρακτης της προθεσμίας αποδυναμώνει από κάθε ισχύ, τόσο την απόφαση ασφαλιστικών μέτρων ως εκτελεστό τίτλο, όσο και την συντηρητική κατάσχεση, που ήδη επιβλήθηκε, η οποία αίρεται αυτοδικαίως. Το γεγονός αυτό δεν χρειάζεται να βεβαιωθεί με δικαστική απόφαση (ΜονΠρΠειρ 1847/ 1978).

Ενδέχεται, όμως, μετά την άπρακτη πάροδο της προθεσμίας του άρθρ. 715 παρ. 5 ΚΠολΔ να προκύψει άρνηση της αρμόδιας αρχής (υποθηκοφυλακείο) να προβεί στη διαγραφή από τα οικεία βιβλία της συντηρητικής κατάσχεσης που αφορά ακίνητο, παρά την προσκόμιση δικαστικού πιστοποιητικού, που βεβαιώνει ότι δεν ασκήθηκε για την απαίτηση εμπρόθεσμα αγωγή.

Η διαφορά, που θα ανακύψει μετά την αυτοδίκαιη άρση της συντηρητικής κατάσχεσης, δεν είναι διαφορά ως προς το κύρος της, αλλά ως προς την υποχρέωση για επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, η οποία αποτελεί διαφορά περί την εκτέλεση απόφασης ασφαλιστικών μέτρων και δικαιολογείται, έτσι, η άσκηση αίτησης επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση κατά το άρθρο 702 ΚΠολΔ. Πάντως, η έκδοση αντίστοιχης απόφασης δεν είναι αναγκαίο προηγούμενο για την διαγραφή της συντηρητικής κατάσχεσης, ούτε η διαγραφή απαιτείται για την απόσβεση του αντίστοιχου ουσιαστικού δικαιώματος, δηλαδή του δικαιώματος για διατήρηση της συντηρητικής κατάσχεσης. Απαιτείται απλώς για την τυπική ολοκλήρωση και την πιστοποίηση έναντι τρίτων της αυτοδίκαιης κατά το άρθρ. 715 παρ. 5 ΚΠολ Δ άρσης και γενικότερα απόσβεσης της συντηρητικής κατάσχεσης (ΜονΠρΑθ 15776/1997).

Από τα άρθρα 691 παρ. 2 και 700 παρ. 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η προσωρινή διαταγή, που εκδίδεται από το δικαστήριο στα πλαίσια της διαδικασίας των ασφαλιστικών μέτρων, διαλαμβάνει τα μέτρα που πρέπει να ληφθούν αμέσως έως την έκδοση της απόφασης του δικαστηρίου για την εξασφάλιση ή την διατήρηση του δικαιώματος, ή την ρύθμιση της κατάστασης και ότι εκτελείται μόλις καταχωριστεί κάτω από την αίτηση ή στα πρακτικά με βάση σημείωση του δικαστή που την εξέδωσε,  αναπτύσσει δε, την διαπλαστική της ενέργεια, δηλαδή την δεσμευτικότητά της ακόμη και έναντι των καλόπιστων τρίτων, ως προς τους οποίους μπορεί να αντιταχθεί, υπό την προϋπόθεση της γνωστοποίησης αυτής στον καθ ου οφειλέτη, προκειμένου αυτός, λαμβάνοντας γνώση του περιεχομένου της, να συμμορφωθεί προς αυτή και να απέχει από οποιαδήποτε πράξη, αντιβαίνουσα σε αυτή (ΑΠ 697/2008).Από τις ίδιες διατάξεις προκύπτει ότι η προσωρινή διαταγή δεν είναι δικαστική απόφαση, γιατί δεν περιέχει καμιά αυθεντική διάγνωση της έννομης σχέσης που ρυθμίζει, είναι όμως τίτλος εκτελεστός από αυτούς που αναφέρονται στο άρθρο 904 παρ. 2 περ. ζ ΚΠολΔ.

Οι διατάξεις αυτές καθιερώνουν την δεσμευτικότητα των προσωρινών διαταγών, με την έννοια ότι αρνούνται να προσδώσουν έννομες συνέπειες σε πράξεις, που αντίκεινται στο περιεχόμενο τους και επιβάλλουν σιωπηρώς την ακυρότητα ως κύρωση της παράβασής τους. Έτσι, η απαγόρευση με προσωρινή διαταγή της διάθεσης και μεταβολής εν γένει της γενικής και νομικής και πραγματικής κατάστασης ακινήτου ισχύει έναντι των τρίτων, με την προϋπόθεση ότι σημειώθηκε προηγουμένως η προσωρινή διαταγή στα αντίστοιχα δημόσια βιβλία κατασχέσεων, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 715 παρ. 3 ΚΠολΔ, η οποία εφαρμόζεται αναλόγως.

Στην περίπτωση εγγραφής προσημείωσης υποθήκης επί ακινήτου για το οποίο προηγουμένως έχει εκδοθεί προσωρινή διαταγή μη μεταβολής της νομικής του κατάστασης, άσχετα με το αν η προσημείωση αυτή εγγράφεται αναγκαστικά δυνάμει διαταγής πληρωμής, ή συναινετικά με την σύμπραξη του οφειλέτη, η πράξη αυτή είναι άκυρη, της σχετικής ακυρότητας προτεινομένης και κατά του προσημειούχου ενυποθήκου δανειστού, ώστε να προηγηθεί κατά τάξη η εκ της προσωρινής διαταγής συναρτηθείσα και μεταγενέστερα αυτής εγγραφείσα άλλη προσημείωση έστω και αν η παρά την ύπαρξη της προσωρινής διαταγής εγγραφείσα προσημείωση προηγήθηκε χρονικά της προσημείωσης υπέρ εκείνου, στον οποίον χορηγήθηκε η προσωρινή διαταγή (ΑΠ 557/2010)

Η κατά τα άρθρα 731 και 732 του ΚΠολΔ προσωρινή ρύθμιση κατάστασης δεν αποτελεί ασφαλιστικό μέτρο με προκαθορισμένο περιεχόμενο, αλλά το πλαίσιο για τη λήψη πρόσφορων μέτρων, με τα οποία ορισμένη κατάσταση που έχει διαμορφωθεί στις έννομες σχέσεις των διαδίκων αντιμετωπίζεται προσωρινά, μέχρι να κριθούν οριστικά οι έννομες σχέσεις τους, ως προς τις οποίες έχει ανακύψει έρις και εφόσον υπάρχει άμεση και πιεστική ανάγκη (επείγουσα περίπτωση) να ενεργοποιηθούν ως τότε ή ανάλογα να αδρανοποιηθούν, εν όλω ή εν μέρει, για να αποφευχθεί η δημιουργία αμετάκλητων ή δυσβάστακτων συνεπειών ως προς το πιθανολογούμενο αποτέλεσμα της κυρίας δίκης.

Η προσωρινή ρύθμιση κατάστασης έχει ευρύτερο αντικείμενο από την απλή εξασφάλιση ή διατήρηση του δικαιώματος με μέτρα ρυθμιστικού χαρακτήρα, αφού μπορεί να αφορά και κάθε άλλου είδους ρύθμιση, με την οποία εξυπηρετούνται οι ανεπίδεκτες αναβολής έννομες σχέσεις των διαδίκων και παράλληλα εμπεδώνεται η δικαιϊκή ειρήνη.

Η προσωρινή ρύθμιση της κατάστασης διακρίνεται, α) σε ενέργεια, παράλειψη ή ανοχή πράξης (άρθρα 731 και 733, 734 ΚΠολΔ), όπου η υποχρέωση για ενέργεια ή ανοχή αφορά υλική πράξη, ενώ η υποχρέωση για παράλειψη αφορά είτε υλική είτε νομική πράξη και β) σε προσωρινή λήψη ρυθμιστικών μέτρων διαπλαστικού χαρακτήρα (άρθρα 732, 735, 736 ΚΠολΔ).

Βασική προϋπόθεση για την προσωρινή ρύθμιση κατάστασης είναι η ύπαρξη διάταξης του ισχύοντος δικαίου που να προβλέπει την παροχή εννόμου προστασίας υπό τους όρους, το περιεχόμενο και την έκταση, τη μορφή και το συνδυασμό των οποίων ζητείται η προσωρινή ρύθμιση της κατάστασης. Απαραίτητη προϋπόθεση για να ευδοκιμήσει η αίτηση ασφαλιστικών μέτρων είναι η ύπαρξη ασφαλιστέας αξίωσης δηλαδή η «κατάσταση» της οποίας ζητείται η προσωρινή ρύθμιση, πρέπει να υπήρχε ήδη στο παρελθόν ή να βρισκόταν στο στάδιο της δημιουργίας και να διαταράχθηκε ή να ανατράπηκε.

Δεν μπορεί να είναι αντικείμενο προσωρινής ρύθμισης μιας κατάστασης η «προσωρινή» αναγνώριση της ύπαρξης ή μη εννόμου σχέσεως, αφού η αναγνώριση αυτή κατά το άρθρο 70 ΚΠολΔ μπορεί να είναι αντικείμενο μόνο της κύριας υπόθεσης, δηλαδή της διαγνωστικής δίκης με την οποία ζητείται η οριστική δικαστική προστασία