Κατά το άρθρο 240 ΚΠολΔ, για την επαναφορά ισχυρισμών που υποβλήθηκαν σε προηγούμενη συζήτηση στο ίδιο ή ανώτερο δικαστήριο, αρκεί η επανυποβολή τους με σύντομη περίληψη και αναφορά στις σελίδες των προτάσεων της προηγούμενης συζήτησης που τους περιέχουν. Οι προτάσεις της προηγούμενης συζήτησης προσκομίζονται απαραιτήτως σε επικυρωμένο αντίγραφο.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η επίκληση με τις προτάσεις, που υποβάλλονται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδίδεται η προσβαλλόμενη απόφαση, ισχυρισμών με γενική αναφορά στις πρωτόδικες προτάσεις, το κείμενο των οποίων ενσωματώνεται στις προτάσεις ενώπιον του Εφετείου, δεν αρκεί, ούτε είναι νόμιμη, αλλά απαιτείται και σύντομη περίληψη των ισχυρισμών και αναφορά στις σελίδες των πρωτόδικων προτάσεων που τους περιέχουν (ΑΠ 1346/2012, ΑΠ 216/2019).

 Επομένως, δεν συνιστά νόμιμη επαναφορά των ισχυρισμών  στο εφετείο η απλή αναφορά στο σύνολο των πρωτοδίκων προτάσεων, αλλά η σαφής και ορισμένη αναφορά σε συγκεκριμένα μέρη, ή ισχυρισμούς, των επαναφερομένων προτάσεων, ώστε να προκύπτει ποιοι ισχυρισμοί επαναφέρονται (ΑΠ 619/2011).

Το άρθρο 254 ΚΠολΔ, ως ισχύει με την τροποποίησή του με τον ν. 4842/2021, προβλέπει ότι, το δικαστήριο μπορεί να διατάξει την επανάληψη της συζήτησης, η οποία έχει κηρυχθεί περατωμένη, όταν κατά τη μελέτη της υπόθεσης, ή τη διάσκεψη, παρουσιάζονται κενά ή αμφίβολα σημεία που χρειάζονται συμπλήρωση ή επεξήγηση. Η απόφαση μνημονεύει απαραιτήτως τα ειδικά θέματα που αποτελούν αντικείμενο της επαναλαμβανόμενης συζήτησης. Η συζήτηση αυτή θεωρείται συνέχεια της προηγουμένης. Η επαναλαμβανόμενη συζήτηση ορίζεται το συντομότερο δυνατό και οι διάδικοι κλητεύονται (30) τουλάχιστον ημέρες πριν από αυτήν.

Σημείωση 1

Κατά την επανάληψη της συζήτησης δεν είναι αναγκαία η κατάθεση ιδιαίτερων εγγράφων προτάσεων, οι προτάσεις δε που κατατέθηκαν κατά την συζήτηση της οποίας διατάχθηκε η επανάληψη αρκούν και ισχύουν και για την κατά την επανάληψη συζήτηση, με αποτέλεσμα όσα ο διάδικος επικαλέστηκε και προέβαλε με τις έγγραφες προτάσεις του της προηγούμενης συζήτησης να θεωρούνται ως επικληθέντα και προβληθέντα και κατά την επανάληψή της, και δη, είτε ο διάδικος δεν κατέθεσε εκ νέου προτάσεις, είτε κατέθεσε προτάσεις στις οποίες απλώς ενσωμάτωσε εκείνες της προηγούμενης συζήτησης.

Τα ίδια ισχύουν και στις περιπτώσεις όπου το δικαστήριο διατάσσει αυτοπρόσωπη εμφάνιση των διαδίκων στο ακροατήριο, ή την εκ νέου εξέταση ενός ή περισσοτέρων μαρτύρων προς συμπλήρωση ή διευκρίνιση των καταθέσεών τους.

Σημείωση 2

Κατά την επαναλαμβανόμενη συζήτηση κάθε διάδικος μπορεί να επικαλεστεί και προσκομίσει αποδεικτικά μέσα που δεν είχε προσκομίσει και επικαλεστεί κατά την συζήτηση που εκδόθηκε η απόφαση, με την οποία το δικαστήριο διατάσσει την επανάληψη της συζήτησης (ΟλΑΠ 30/ 1997, ΑΠ 1336/2002, ΑΠ 836/2018).

Σημείωση  3

Σε προθεσμία (3) εργασίμων ημερών από τη συζήτηση της υπόθεσης μπορεί να κατατεθεί προσθήκη, νέοι, όμως, ισχυρισμοί και νέα αποδεικτικά μέσα δεν επιτρέπονται.

Το άρθρο 307 ΚΠολΔ, ως ισχύει με την τροποποίησή του με τον ν. 4842/2021, προβλέπει ότι, αν για οποιονδήποτε λόγο που παρουσιάστηκε μετά το τέλος της συζήτησης είναι αδύνατο να εκδοθεί η απόφαση, η συζήτηση επαναλαμβάνεται αφού οριστεί νέα δικάσιμος και κοινοποιηθεί κλήση, είτε με επιμέλεια του διαδίκου, είτε της γραμματείας του δικαστηρίου.

Σημείωση 1

Το ίδιο εφαρμόζεται και όταν το δικαστήριο διατάζει να επαναληφθεί η συζήτηση.

Σημείωση 2

Σε περίπτωση αδικαιολόγητης καθυστέρησης έκδοσης απόφασης και αφού παρέλθει η προθεσμία που έχει χορηγηθεί στον δικαστή από τον Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Επιθεώρησης των Δικαστηρίων (8 μήνες + 2 μήνες) ο δικαστής υποχρεούται να επιστρέψει τη δικογραφία, άλλως αυτή αφαιρείται και ορίζεται δικάσιμος για νέα συζήτηση, υποχρεωτικώς, εντός (3) μηνών για τις υποθέσεις ειδικών διαδικασιών και (6) μηνών για τις υποθέσεις τακτικής διαδικασίας, από τη συμπλήρωση των παραπάνω προθεσμιών των (8) ή (10) μηνών.

Σημείωση 3

Ομοίως, εάν διαπιστωθεί μετά το τέλος της συζήτησης ότι η διάσκεψη δεν μπορεί να ολοκληρωθεί εντός ευλόγου χρόνου για λόγους ανωτέρας βίας, όπως μεταξύ άλλων αναρρωτικής άδειας δικαστικού λειτουργού, μέλους της σύνθεσης του δικαστηρίου, ο δικαστής που διευθύνει το δικαστήριο, ή ο Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης, μπορεί να αποφασίσει την επανάληψη της συζήτησης.

Σημείωση 4

Στη νέα συζήτηση δεν είναι αναγκαία η παράσταση του διαδίκου. Ο απολειπόμενος διάδικος θεωρείται ως κατ αντιμωλίαν δικαζόμενος, αν είχε παραστεί προσηκόντως στην προηγούμενη συζήτηση. Δεν απαιτείται η κατάθεση νέων προτάσεων, χωρίς όμως τούτο να αποκλείεται, αλλά επιτρέπεται η επαναφορά των προτάσεων που έχουν κατατεθεί προηγουμένως.

Σημείωση 5

Οι διάδικοι μπορούν να καταθέτουν συμπληρωματικές προτάσεις στο ακροατήριο, εφόσον είχαν παραστεί στην αρχική συζήτηση. Νέοι ισχυρισμοί και νέα αποδεικτικά μέσα δεν επιτρέπονται.

Για την περίπτωση επανάληψης της συζήτησης πολιτικής δίκης προβλέπουν δύο άρθρα του ΚΠολΔ, το 307 που αφορά την αδυναμία έκδοσης απόφασης και το 254 που αφορά  την συμπλήρωση κενών της απόφασης.   

Α. Επανάληψη συζήτησης λόγω αδυναμίας έκδοσης απόφασης 

Το άρθρο 307 ΚΠολΔ, ως ισχύει με την τροποποίησή του με τον ν. 4842/2021, προβλέπει ότι, αν για οποιονδήποτε λόγο που παρουσιάστηκε μετά το τέλος της συζήτησης είναι αδύνατο να εκδοθεί η απόφαση, η συζήτηση επαναλαμβάνεται αφού οριστεί νέα δικάσιμος και κοινοποιηθεί κλήση, είτε με επιμέλεια του διαδίκου, είτε της γραμματείας του δικαστηρίου.

Σημείωση 1

Το ίδιο εφαρμόζεται και όταν το δικαστήριο διατάζει να επαναληφθεί η συζήτηση.

Σημείωση 2

Σε περίπτωση αδικαιολόγητης καθυστέρησης έκδοσης απόφασης και αφού παρέλθει η προθεσμία που έχει χορηγηθεί στον δικαστή από τον Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Επιθεώρησης των Δικαστηρίων (8 μήνες + 2 μήνες) ο δικαστής υποχρεούται να επιστρέψει τη δικογραφία, άλλως αυτή αφαιρείται και ορίζεται δικάσιμος για νέα συζήτηση, υποχρεωτικώς, εντός (3) μηνών για τις υποθέσεις ειδικών διαδικασιών και (6) μηνών για τις υποθέσεις τακτικής διαδικασίας, από τη συμπλήρωση των παραπάνω προθεσμιών των (8) ή (10) μηνών.

Σημείωση 3

Ομοίως, εάν διαπιστωθεί μετά το τέλος της συζήτησης ότι η διάσκεψη δεν μπορεί να ολοκληρωθεί εντός ευλόγου χρόνου για λόγους ανωτέρας βίας, όπως μεταξύ άλλων αναρρωτικής άδειας δικαστικού λειτουργού, μέλους της σύνθεσης του δικαστηρίου, ο δικαστής που διευθύνει το δικαστήριο, ή ο Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης, μπορεί να αποφασίσει την επανάληψη της συζήτησης.

Σημείωση 4

Στη νέα συζήτηση δεν είναι αναγκαία η παράσταση του διαδίκου. Ο απολειπόμενος διάδικος θεωρείται ως κατ αντιμωλίαν δικαζόμενος, αν είχε παραστεί προσηκόντως στην προηγούμενη συζήτηση. Δεν απαιτείται η κατάθεση νέων προτάσεων, χωρίς όμως τούτο να αποκλείεται, αλλά επιτρέπεται η επαναφορά των προτάσεων που έχουν κατατεθεί προηγουμένως.

Σημείωση 5

Οι διάδικοι μπορούν να καταθέτουν συμπληρωματικές προτάσεις στο ακροατήριο, εφόσον είχαν παραστεί στην αρχική συζήτηση. Νέοι ισχυρισμοί και νέα αποδεικτικά μέσα δεν επιτρέπονται.

Β. Επανάληψη συζήτησης για συμπλήρωση κενών

Το άρθρο 254 ΚΠολΔ, ως ισχύει με την τροποποίησή του με τον ν. 4842/2021, προβλέπει ότι, το δικαστήριο μπορεί να διατάξει την επανάληψη της συζήτησης, η οποία έχει κηρυχθεί περατωμένη, όταν κατά τη μελέτη της υπόθεσης, ή τη διάσκεψη, παρουσιάζονται κενά ή αμφίβολα σημεία που χρειάζονται συμπλήρωση ή επεξήγηση. Η απόφαση μνημονεύει απαραιτήτως τα ειδικά θέματα που αποτελούν αντικείμενο της επαναλαμβανόμενης συζήτησης. Η συζήτηση αυτή θεωρείται συνέχεια της προηγουμένης. Η επαναλαμβανόμενη συζήτηση ορίζεται το συντομότερο δυνατό και οι διάδικοι κλητεύονται (30) τουλάχιστον ημέρες πριν από αυτήν.

Σημείωση 1

Κατά την επανάληψη της συζήτησης δεν είναι αναγκαία η κατάθεση ιδιαίτερων εγγράφων προτάσεων, οι προτάσεις δε που κατατέθηκαν κατά την συζήτηση της οποίας διατάχθηκε η επανάληψη αρκούν και ισχύουν και για την κατά την επανάληψη συζήτηση, με αποτέλεσμα όσα ο διάδικος επικαλέστηκε και προέβαλε με τις έγγραφες προτάσεις του της προηγούμενης συζήτησης να θεωρούνται ως επικληθέντα και προβληθέντα και κατά την επανάληψή της, και δη, είτε ο διάδικος δεν κατέθεσε εκ νέου προτάσεις, είτε κατέθεσε προτάσεις στις οποίες απλώς ενσωμάτωσε εκείνες της προηγούμενης συζήτησης.

Τα ίδια ισχύουν και στις περιπτώσεις όπου το δικαστήριο διατάσσει αυτοπρόσωπη εμφάνιση των διαδίκων στο ακροατήριο, ή την εκ νέου εξέταση ενός ή περισσοτέρων μαρτύρων προς συμπλήρωση ή διευκρίνιση των καταθέσεών τους.

Σημείωση 2

Κατά την επαναλαμβανόμενη συζήτηση κάθε διάδικος μπορεί να επικαλεστεί και προσκομίσει αποδεικτικά μέσα που δεν είχε προσκομίσει και επικαλεστεί κατά την συζήτηση που εκδόθηκε η απόφαση, με την οποία το δικαστήριο διατάσσει την επανάληψη της συζήτησης (ΟλΑΠ 30/ 1997, ΑΠ 1336/2002, ΑΠ 836/2018).

Σημείωση  3

Σε προθεσμία (3) εργασίμων ημερών από τη συζήτηση της υπόθεσης μπορεί να κατατεθεί προσθήκη, νέοι, όμως, ισχυρισμοί και νέα αποδεικτικά μέσα δεν επιτρέπονται.

Α. Η δωρεά κινητού πράγματος γίνεται κατ αρχήν με συμβολαιογραφικό έγγραφο. Αν για την δωρεά δεν συντάχθηκε συμβολαιογραφικό έγγραφο αυτή ισχυροποιείται,  αφ ότου ο δωρητής παραδώσει το πράγμα στο δωρεοδόχο. Αν ο δωρεοδόχος κατέχει ήδη το δωρούμενο δεν υποχρεούται να το αναλάβει ο δωρητής από τον κάτοχο δωρεοδόχο και να του το παραδώσει εκ νέου.

Β. Αν το κινητό βρίσκεται στη νομή τρίτου, αρκεί για τη μεταβίβαση της κυριότητάς του η εκχώρηση της διεκδικητικής αγωγής κατά του τρίτου. Η εκχώρηση της διεκδικητικής αγωγής δεν είναι απαραίτητο να συνομολογηθεί ρητά. Η συμφωνία μεταξύ του κυρίου και του αποκτώντος για μετάθεση της κυριότητας κινητού, που βρίσκεται στη νομή τρίτου ενέχει αναγκαίως και την έννοια συμφωνίας για εκχώρηση της διεκδικητικής αγωγής, χωρίς να απαιτείται αναγγελία στον τρίτο νομέα.

Γ. Στην περίπτωση μεταβίβασης της κυριότητας με έκταξη της νομής,  ο κύριος που στερείται μόνο την κατοχή του πράγματος μεταβιβάζει την κυριότητα με την εκχώρηση προς τον αποκτώντα της ενοχικής αξίωσης για απόδοση του πράγματος. Στην περίπτωση αυτή η μεταβίβαση έναντι του κατόχου ισχύει αφ ότου του γνωστοποιηθεί τούτο από τον μεταβιβάζοντα κύριο. Η γνωστοποίηση αυτή μπορεί να γίνει και από τον αποκτώντα εφ όσον ενεργεί ως πληρεξούσιος του μεταβιβάζοντος.

Α. Από την διάταξη του άρθρου 354 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι «όποιος ομολόγησε, μπορεί ν' ανακαλέσει την ομολογία του μόνο αν αυτός αποδείξει, ότι δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια»,

Β. Η ανάκληση δεν υπόκειται σε συγκεκριμένο τύπο και γίνεται με άτυπη δήλωση. Μπορεί να καταχωρίζεται στα πρακτικά, ή να περιέχεται στις προτάσεις, ή στην προσθήκη των προτάσεων, όπως επίσης στο δικόγραφο της έφεσης, ή των πρόσθετων λόγων της.

Γ. Η ανάκληση μπορεί να γίνει σε κάθε στάση της δίκης, επομένως και στο στάδιο της εφέσεως, αδιαφόρως αν έγινε ή όχι επίκληση από τον αντίδικο του ομολογούντος, αφού η παραπάνω διάταξη δεν κάνει καμιά περί τούτου διάκριση.

Δ. Η ανάκληση επιφέρει την αντιστροφή του βάρους απόδειξης, αφού ο ανακαλέσας είναι υποχρεωμένος να αποδείξει ότι η ομολογία του δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια. Η ως άνω απόδειξη λαμβάνει χώρα με βάση μόνο τα υπάρχοντα αποδεικτικά μέσα, ενόψει της υποχρέωσης του ανακαλούντος προς προαπόδειξη. Έτσι, το δικαστήριο δεν υποχρεούται να διατάξει απόδειξη, εκτός εάν δεν μπορεί να σχηματίσει πλήρη δικανική πεποίθηση για τα αμφισβητούμενα σημεία. Αν ο ομολογήσας δεν αποδείξει την αναλήθεια του ομολογηθέντος ισχυρισμού, το δικαστήριο δεσμεύεται από την δικαστική ομολογία, η οποία αποτελεί πλήρη απόδειξη κατά του ομολογήσαντος.

Ε. Μετά την νόμιμη ανάκλησή της η ομολογία στερείται οποιασδήποτε αποδεικτικής δύναμης. Eάν, παραταύτα, ληφθεί υπόψη, θεμελιώνεται ο προβλεπόμενος στο άρθρο 559 αρ. 11 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης (ΜονΠρΑθ 113 /2016).

Α. Από τις διατάξεις των άρθρων 352 παρ. 2 και 354 ΚΠολΔ, που ορίζουν, αντιστοίχως, ότι «το δικαστήριο εκτιμά ελεύθερα την εξώδικη ομολογία» και «όποιος ομολόγησε, μπορεί ν' ανακαλέσει την ομολογία του μόνο αν αυτός αποδείξει, ότι δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια», προκύπτει ότι η ανάκληση της εξώδικης ομολογίας, μπορεί να γίνει από τον αρχικό διάδικο που εξωδίκως ομολόγησε, ή από τους καθολικούς ή ειδικούς διαδόχους του που συνεχίζουν τη δίκη, ή τον δικαστικό πληρεξούσιό τους, εκτός αν του έχει αφαιρεθεί ρητά η σχετική εξουσία.

Β. Η ανάκληση δεν υπόκειται σε συγκεκριμένο τύπο και γίνεται με άτυπη δήλωση. Μπορεί να καταχωρίζεται στα πρακτικά, ή να περιέχεται στις προτάσεις, ή στην προσθήκη των προτάσεων, όπως επίσης στο δικόγραφο της έφεσης, ή των πρόσθετων λόγων της.

Γ. Η ανάκληση μπορεί να γίνει σε κάθε στάση της δίκης, επομένως και στο στάδιο της εφέσεως, αδιαφόρως αν έγινε ή όχι επίκληση από τον αντίδικο του ομολογούντος, αφού η παραπάνω διάταξη δεν κάνει καμιά περί τούτου διάκριση.

Δ. Μετά την νόμιμη ανάκλησή της η ομολογία στερείται οποιασδήποτε αποδεικτικής δύναμης. Eάν, παραταύτα, ληφθεί υπόψη, θεμελιώνεται ο προβλεπόμενος στο άρθρο 559 αρ. 11 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης (ΜονΠρΑθ 113 /2016).

Σύμφωνα με το άρθρο 352 παρ. 2 ΚΠολΔ, το δικαστήριο εκτιμά ελεύθερα την εξώδικη ομολογία.

Α. Κατά την έννοια του άρθρου 352 παρ. 2 ΚΠολΔ εξώδικη ομολογία είναι η μονομερής άτυπη δήλωση διαδίκου, που αφορά αμφισβητούμενο και επιβλαβές για τον ομολογούντα πραγματικό περιστατικό, η οποία απευθύνεται ενώπιον άλλου δικαστηρίου, από εκείνο που δικάζει την υπόθεση ή περιέρχεται σε άλλα έγγραφα που εκδίδονται από το διάδικο που δεν απευθύνονται ενώπιον του δικάζοντος δικαστηρίου. Εξώδικη ομολογία αποτελεί και η περιεχόμενη σε αγωγή προηγούμενης δίκης (ΑΠ 137/2012).

Β. Η αιτίαση ότι δεν λήφθηκε υπόψη εξώδικη ομολογία απορρίπτεται ως αβάσιμη, αν από την απόφαση προκύπτει ότι λήφθηκε υπόψη το έγγραφο, από το οποίο συνάγεται η ομολογία (AΠ 1456/2009).

Το θέμα ρυθμίζεται με τον ν. 2071/1992, άρθρα 95 επ.

Ακούσια νοσηλεία είναι η χωρίς τη συγκατάθεση του ασθενούς εισαγωγή και παραμονή αυτού για θεραπεία σε κατάλληλη μονάδα ψυχικής υγείας.

Α. Προϋποθέσεις για να τεθεί κάποιος σε ακούσια νοσηλεία είναι πρώτον, ο ασθενής α) να πάσχει από ψυχική διαταραχή, β) να μην είναι ικανός να κρίνει για το συμφέρον της υγείας του και γ) η έλλειψη νοσηλείας να έχει ως συνέπεια, είτε να αποκλεισθεί η θεραπεία του, είτε να επιδεινωθεί η κατάσταση της υγείας του, και δεύτερον, ο ασθενής α) να πάσχει από ψυχική διαταραχή και β) η νοσηλεία του να είναι απαραίτητη για να αποτραπούν πράξεις βίας κατά του ίδιου ή τρίτου.

Β. Την ακούσια νοσηλεία του ασθενή, μπορούν να ζητήσουν, με αίτηση που απευθύνεται στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών του τόπου της κατοικίας ή διαμονής του ασθενούς, συνοδευόμενη με γνωματεύσεις δύο ψυχιάτρων, ή ενός ψυχιάτρου και ενός ιατρού παρεμφερούς ειδικότητας, α) ο σύζυγός του, β) συγγενής σε ευθεία γραμμή απεριόριστα, γ) συγγενής εκ πλαγίου μέχρι και το δεύτερο βαθμό και δ) όποιος έχει την επιμέλεια του προσώπου του, ή ο επίτροπος του δικαστικά απαγορευμένου. Την ακούσια νοσηλεία μπορεί να ζητήσει και αυτεπάγγελτα ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών του τόπου κατοικίας, ή διαμονής του ασθενή.

Γ. Μετά την υποβολή της αίτησης, ή αυτεπάγγελτα, ο εισαγγελέας, αφού διαπιστώσει την συνδρομή των τυπικών προϋποθέσεων, διατάσσει την σύλληψη και  μεταφορά του ασθενή σε κατάλληλη μονάδα ψυχικής υγείας της κατοικίας του ασθενή, εκτός αν ειδικές συνθήκες επιβάλλουν την νοσηλεία του αλλού. Η παραγγελία του Εισαγγελέα για την σύλληψη του ασθενή είναι υποχρεωτική, τόσο για την αστυνομική αρχή στην οποία απευθύνεται, όσο και για τον ασθενή, η δε αστυνομική αρχή οφείλει να τον συλλάβει και τον  παραδώσει στην μονάδα ψυχικής υγείας. Εφόσον ο ασθενής δεν προσέρχεται οικειοθελώς, τα αστυνομικά όργανα είναι υποχρεωμένα να χρησιμοποιήσουν την προς τούτο αναγκαία βία για την εκτέλεση της παραγγελίας, να συλλάβουν τον ασθενή και τον παραδώσουν στην μονάδα ψυχικής υγείας.

Δ. Σε (3) ημέρες, από τότε που ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών διέταξε την μεταφορά του ασθενή μονάδα ψυχικής υγείας, εισάγει την υπόθεση, με την διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας, στο Μονομελές Πρωτοδικείο στο οποίο υπηρετεί, ώστε να αποφασιστεί η θέση του ασθενή σε ακούσια νοσηλεία. Στην συνεδρίαση καλείται πριν από 48 ώρες ο ασθενής, ο οποίος δικαιούται να παραστεί με δικηγόρο και με ψυχίατρο ως τεχνικό σύμβουλο. Σε περίπτωση μη κλήτευσης, ή μη νόμιμης, ή μη εμπρόθεσμης κλήτευσής του, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη (ΑΠ 606/2002, ΜονΠρΠειρ 49/2020). Αν κλητεύθηκε νόμιμα και δεν εμφανιστεί, η συζήτηση της υπόθεσης γίνεται σαν να ήταν παρών, κατά εφαρμογή του άρθρου 754 εδ. β΄ ΚΠολΔ. Αν δεν εμφανιστεί ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών, η συζήτηση προχωρά κανονικά, γιατί ο Εισαγγελέας δικαιούται και δεν υποχρεούται να παραστεί σε αυτή (άρθρα 748 παρ. 2 και 750 ΚΠολΔ) (ΜονΠρΠειρ 98/2019).

Ε. Κατά της απόφασης του Πρωτοδικείου που θέτει τον ασθενή σε ακούσια νοσηλεία, μέσα σε προθεσμία (2) μηνών από την δημοσίευση της απόφασης, χωρεί έφεση και ανακοπή κατά τις διατάξεις του ΚΠολΔ. Την ανακοπή μπορεί να ασκήσει και ο επιστημονικός διευθυντής της Μονάδας Ψυχικής Υγείας που νοσηλεύεται ο ασθενής.

ΣΤ. Η διάρκεια της ακούσιας νοσηλείας δεν μπορεί να υπερβεί τους (6) μήνες. Μετά την πάροδο των τριών πρώτων μηνών, ο επιστημονικός διευθυντής της ψυχιατρικής κλινικής και άλλος ένας ψυχίατρος του τομέα ψυχικής υγείας, υποβάλλουν έκθεση στον εισαγγελέα για την κατάσταση της υγείας του ασθενή. Ο εισαγγελέας δικαιούται να διαβιβάσει την έκθεση αυτή στο Πρωτοδικείο της περιφέρειάς του με αίτησή του να συνεχιστεί ή να διακοπεί η ακούσια νοσηλεία. Σε όλως εξαιρετικές περιπτώσεις, κατά τις οποίες πρέπει να παραταθεί η νοσηλεία του ασθενή πέραν των (6) μηνών, τούτο είναι δυνατό μόνο μετά από σύμφωνη γνώμη επιτροπής εκ τριών ψυχιάτρων, εκ των οποίων ένας είναι ο θεράπων ιατρός και οι έτεροι δύο ορίζονται από τον εισαγγελέα.

Ζ. Η ακούσια νοσηλεία διακόπτεται όταν πάψουν να συντρέχουν οι προϋποθέσεις της. Την διακοπή δικαιούται να ζητήσει ο ασθενής, ή οι παραπάνω συγγενείς του, ή ο επίτροπός του με αίτησή τους προς τον Εισαγγελέα, την οποία ο Εισαγγελέας την υποβάλει στο Πρωτοδικείο. Νέα αίτηση μπορεί να υποβληθεί μετά από (3) μήνες.

Από τον συνδυασμό των διατάξεων του άρθρου 303 ΑΚ με εκείνες των άρθρων 473-477 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι εκείνος που από οποιαδήποτε αιτία, είτε από το νόμο, είτε από σύμβαση (εντολή, εταιρεία), ή από οιονεί σύμβαση (διοίκηση αλλοτρίων), ή και από διάταξη τελευταίας βουλήσεως, διαχειρίζεται ξένη ολικά ή μερικά περιουσία, έστω και μία υπόθεση, που συνεπάγεται εισπράξεις και δαπάνες έχει υποχρέωση να λογοδοτήσει (δοσίλογος) σε εκείνον που του ανέθεσε την διαχείριση (δεξίλογος) (ΑΠ 1592/2018, ΑΠ 360/2014).  

Α. Εάν ο δοσίλογος δεν προβαίνει σε εξώδικη ανακοίνωση προς το δεξίλογο λογαριασμού, ή εάν ο λογαριασμός, που ανακοίνωσε εξώδικα ο δοσίλογος, δεν είναι σαφής, ορισμένος και λεπτομερειακός, για όλο το χρονικό διάστημα της διαχείρισης, δεν εκπληρώνεται η υποχρέωση του δοσίλογου προς λογοδοσία και ο δεξίλογος δικαιούται να επιδιώξει την εκπλήρωση της υποχρέωσης του δοσίλογου για ανακοίνωση του λογαριασμού με αγωγή, στην οποία εφαρμόζονται οι ειδικές διατάξεις των άρθρων 473-477 ΚΠολΔ.

Σημείωση

Η παροχή εξώδικης λογοδοσίας δεν αρκεί από μόνη της για να αποκλεισθεί η δικαστική λογοδοσία. Μόνο η έγκριση της εξώδικης λογοδοσίας καθιστά περιττή και απαράδεκτη την αγωγή λογοδοσίας (ΜονΠρΠειρ  4063/ 2019).   

Β. Η αγωγή λογοδοσίας υπάγεται κατ’ αρχήν στην αρμοδιότητα του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, κατ’ εξαίρεση όμως, αν η αγωγή περί λογοδοσίας περιέχει και αίτημα περί καταβολής εικαζομένου ελλείμματος και ορίζεται αυτό, η αρμοδιότητα καθορίζεται βάσει του ποσού του αιτουμένου εικαζομένου ελλείμματος (ΜονΠρΠειρ 4063/2019).   

Γ. Για την θεμελίωση αξίωσης παροχής λογοδοσίας πρέπει να συντρέχουν οι εξής προϋποθέσεις, α) να πρόκειται για διαχείριση ξένης περιουσίας, β) η υπόθεση να είναι ξένη είτε στο σύνολό της, είτε κατά ένα μέρος.

α) Στην αγωγή λογοδοσίας, εκτός από το αίτημα περί λογοδοσίας, μπορεί να περιληφθεί και αίτημα περί καταβολής του υπολοίπου του λογαριασμού, χωρίς να παρίσταται ανάγκη, σύμφωνα με το άρθρο 490 ΚΠολΔ, να προσδιοριστεί τούτο στο δικόγραφο της αγωγής. 

β) Εκτός από το αίτημα περί καταβολής του υπολοίπου του λογαριασμού, μπορεί να περιληφθεί και αίτημα καταβολής ορισμένου ελλείμματος, αν δεν κατατεθεί ο λογαριασμός ή ο κατάλογος με τα δικαιολογητικά.

γ) Το αίτημα για την καταβολή του καταλοίπου συνέχεται με την κατάθεση του λογαριασμού και μπορεί να συγκεκριμενοποιείται κατά το στάδιο που θα επακολουθήσει, ενώ το αίτημα για την καταβολή του πιθανολογούμενου (εικαζόμενου) ελλείμματος, αποτελεί ιδιότυπο (πρόσθετο) μέσο εξαναγκασμού του οφειλέτη και πρόσθετο μέσο εκτέλεσης, το οποίο συντρέχει με τα μέσα εκτέλεσης του άρθρου 946 ΚΠολΔ. Το μέσο αυτό διατάζεται από το δικαστήριο κατόπιν αίτησης του ενάγοντα, και αποσκοπεί όπως και τα μέσα εκτέλεσης του άρθρου 946 ΚΠολΔ να κάμψει την άρνηση του οφειλέτη να καταθέσει εντός της ταχθείσας προθεσμίας το λογαριασμό ή τον κατάλογο των στοιχείων, πράξη η οποία δεν μπορεί να επιχειρηθεί από τρίτο πρόσωπο.

δ) Στην περίπτωση που ο δεξίλογος με την αγωγή του σωρεύει και αίτημα (καταψηφιστικό ή αναγνωριστικό) για καθορισμό συγκεκριμένου ελλείμματος, ή καταλοίπου του λογαριασμού, πρέπει για το ορισμένο του αιτήματος αυτού, να επικαλείται σε αυτήν περιστατικά που να δικαιολογούν την επιδίκαση του (π.χ. πράξεις που ενήργησε ο δοσίλογος στα πλαίσια της γενομένης από αυτόν διαχείρισης και το ποσό της δαπάνης στην οποία υποβλήθηκε γι`αυτές, καθώς και τις γενόμενες δαπάνες), κάτι που δεν απαιτείται να γίνει λεπτομερειακά (αφού πρόκειται για κονδύλια κατ` αρχήν άγνωστα στον ενάγοντα), αλλά αρκεί μια γενική περιγραφή τους, ώστε να διαταχθούν σχετικές αποδείξεις και να προσδιορισθεί το κατάλοιπο.

ε) Τα ίδια αιτήματα μπορούν να υποβληθούν και με παρεμπίπτουσα αγωγή.

Η δίκη διέρχεται τρία στάδια.  

Α) Στο πρώτο στάδιο (άρθρο 473 ΚΠολΔ), λαμβάνει χώρα ενώπιον του Δικαστηρίου η συζήτηση της αγωγής κατά τις γενικές διατάξεις, κατά την οποία ερευνάται εάν υπάρχει υποχρέωση του εναγομένου για λογοδοσία, που να προκύπτει, είτε από το άρθρο 303 του ΑΚ, είτε από άλλη διάταξη νόμου.

α) Ο δοσίλογος μπορεί να αμφισβητήσει την υποχρέωσή του για λογοδοσία, ή να αντιτάξει προς άμυνα κατά της αγωγής ενστάσεις, σχετικά με την υποχρέωσή του προς λογοδοσία, όπως ότι απαλλάχθηκε από την υποχρέωσή του για λογοδοσία, ή ότι εγκρίθηκε από το δεξίλογο, έστω και σιωπηρά, εξώδικη λογοδοσία του.

β) Ο ισχυρισμός του δοσιλόγου ότι λογοδότησε εξωδίκως προς τον δεξίλογο πριν από την άσκηση της αγωγής, με την θέση υπ όψιν του των σχετικών λογαριασμών της όλης διαχείρισης, τους οποίους αναγνώρισε αυτός και παραδέχτηκε ότι έχουν καλώς, αποτελεί ανατρεπτική ένσταση για την αγωγή λογοδοσίας, καθ όσον η εξώδικη λογοδοσία αν γίνει αποδεκτή από το δεξίλογο συνιστά σύμβαση απόλυτα έγκυρη και ισχυρή λόγω του απαλλοτριωτού των ιδιωτικών δικαιωμάτων, η οποία απαλλάσσει το δοσίλογο από την υποχρέωση να λογοδοτήσει εκ νέου και καθιστά απαράδεκτη την για την λογοδοσία αγωγή. Η έγκριση του λογαριασμού μπορεί να γίνει και σιωπηρώς, εφόσον συνάγεται από περιστατικά που υποδηλώνουν αναμφίβολα την πρόθεση έγκρισης.

γ) Στο στάδιο αυτό, κατ άρθρο 474 ΚΠολΔ, εκδίδεται μη οριστική απόφαση που διατάζει λογοδοσία, ή παράδοση καταλόγου των στοιχείων ομάδας αντικειμένων, ορίζοντας προθεσμία μέσα στην οποία ο λογαριασμός, ή ο κατάλογος, πρέπει να κατατεθεί με τα δικαιολογητικά στην γραμματεία του δικαστηρίου.

δ) Η απόφαση που διατάζει λογοδοσία και τάσσει προθεσμία από την επίδοσή της για την κατάθεση του λογαριασμού, αν μέσα στην τασσόμενη αυτή προθεσμία δεν κατατεθεί ο λογαριασμός, γίνεται οριστική ως προς την υποχρέωση της λογοδοσίας, υποκείμενη έκτοτε σε έφεση, κατά το άρθρο 513 παρ.1 περ. β ΚΠολΔ (474 και 477 παρ.1 του ΚΠολΔ).

Β) Στο δεύτερο στάδιο ο δοσίλογος σε εκτέλεση της μη οριστικής απόφασης ανακοινώνει στον δεξίλογο έγγραφο λογαριασμό για τις διαχειριστικές πράξεις, με τα δικαιολογητικά, στην γραμματεία του δικαστηρίου. Για την κατάθεσή τους συντάσσεται έκθεση, τα δε έγγραφα και τα δικαιολογητικά τοποθετούνται στο φάκελο της δικογραφίας. Στην ανακοίνωση ο δοσίλογος πρέπει να αναγράφει λεπτομερώς τα έσοδα και τα έξοδα που έχουν πραγματοποιηθεί κατά το χρόνο της διαχείρισης, καθώς και το κατάλοιπο που προκύπτει από τη, διαφορά των δύο σκελών του λογαριασμού, ακόμη δε να επισυνάψει και τα δικαιολογητικά έγγραφα, εφ όσον η έκθεσή τους συνηθίζεται, κατά τρόπο ώστε να παρέχεται στον δεξίλογο πλήρης εικόνα της υπόθεσης, που διαχειρίστηκε ο δοσίλογος και να διευκολύνεται έτσι ο έλεγχος των επί μέρους κονδυλίων (ΑΠ 1122/2006).

Αν ο δοσίλογος δεν καταθέσει τον λογαριασμό, η μη οριστική απόφαση που έχει εκδοθεί γίνεται οριστική ως προς την υποχρέωση λογοδοσίας και, όταν τελεσιδικήσει, μπορεί να εκτελεστεί ως προς τις διατάξεις της για την χρηματική ποινή και την προσωπική κράτηση.

Γ) Αν, όμως, ο δοσίλογος συμμορφωθεί προς την απόφαση και καταθέσει λογαριασμό, ή κατάλογο με όλα τα σχετικά έγγραφα, η δίκη προχωρεί στο τρίτο στάδιο (άρθρο 475 ΚΠολΔ), κατά το οποίο οι διάδικοι υποβάλλουν τις παρατηρήσεις τους, προσδιορίζουν σαφώς τα κονδύλια του λογαριασμού, ή τα στοιχεία του καταλόγου, τα οποία αμφισβητούν, τις ελλείψεις ή τις παραλείψεις τους και γενικά προβάλλουν όλα τα μέσα επίθεσης και άμυνας που αφορούν το λογαριασμό, ή τον κατάλογο (άρθρο 475 παρ. 2 ΚΠολΔ) και εκδίδεται οριστική απόφαση που επιλύει την διαφορά.

α) Aν με το λογαριασμό, ή τον κατάλογο, που έχει κατατεθεί ομολογείται

υποχρέωση για καταβολή ορισμένου ποσού, ή για απόδοση ορισμένων αντικειμένων, το δικαστήριο ύστερα από σχετική αίτηση καταδικάζει τον εναγόμενο να καταβάλει το ποσό ή να αποδώσει τα αντικείμενα με βάση την ομολογία που περιέχεται στο λογαριασμό, ή τον κατάλογο, επιφυλάσσεται όμως για όσα επιπλέον πρέπει να καταβληθούν, ή να αποδοθούν.

Σημείωση 1

Η οριστική απόφαση ακολουθεί μόνον, εφ όσον στην αγωγή περιέχεται και αίτημα για καταβολή του καταλοίπου, άνευ του οποίου είναι άσκοπη κάθε περαιτέρω διαδικαστική πράξη ελλείψει εννόμου συμφέροντος.

Σημείωση 2

α) Απαραίτητη προϋπόθεση για την επακολούθηση του δευτέρου σταδίου, είναι η τήρηση της προδικασίας του από τον δοσίλογο, δηλαδή η τήρηση της υποχρέωσης προς λογοδοσία, που υλοποιείται με την κατάθεση του λογαριασμού και των σχετικών εγγράφων.

β) Σύμφωνα με το άρθρο 477 ΚΠολΔ, αν δεν κατατεθούν μέσα στην προθεσμία που όρισε η απόφαση ο λογαριασμός ή ο κατάλογος, η απόφαση γίνεται οριστική ως προς την υποχρέωση λογοδοσίας ή την υποβολή του καταλόγου. Αν ζητήθηκε κατά το άρθρο 473 να καταβληθεί ορισμένο έλλειμμα και το έλλειμμα πιθανολογείται, το δικαστήριο με την απόφαση που διατάζει τη λογοδοσία μπορεί να καταδικάσει τον εναγόμενο, για την περίπτωση που δεν θα καταθέσει εμπρόθεσμα το λογαριασμό ή τον κατάλογο με τα δικαιολογητικά, να καταβάλει το κατά την κρίση του έλλειμμα. Το δικαστήριο μπορεί, αν το κρίνει αναγκαίο, να διατάξει απόδειξη για το πιθανό έλλειμμα (ΜονΠρΠειρ  4063/ 2019).

Σημείωση 3

Η επίδοση της αποφάσεως που γίνεται σε εκτέλεση της σχετικής επιταγής του δικαστηρίου κινεί την τασσόμενη για την κατάθεση του λογαριασμού προθεσμία και μόνον, όχι δε και την κατά το άρθρο 518 παρ.1 του ΚΠολΔ προθεσμία των τριάντα ή εξήντα ημερών από την επίδοση της απόφασής για την άσκηση της εφέσεως. Η τελευταία αυτή (για την άσκηση της εφέσεως) προθεσμία αρχίζει από την νέα, μετά την άπρακτη παρέλευση της ταχθείσης προθεσμίας, επίδοση της αποφάσεως, αφού από την παρέλευση της προθεσμίας αυτής η απόφαση γίνεται οριστική, εάν δε η απόφαση αυτή δεν επιδοθεί εκ νέου, η προθεσμία της εφέσεως είναι διετής και αρχίζει επίσης από την άπρακτη παρέλευση της ταχθείσης για την κατάθεση του λογαριασμού προθεσμίας.

Σημείωση 4

Τα ανωτέρω ως προς την προθεσμία της έφεσης ισχύουν και όταν η απόφαση περιέχει και άλλες, οριστικές, διατάξεις, και όταν δηλαδή η απόφαση είναι εν μέρει οριστική, αφού κατά την ρητή διάταξη του άρθρου 513 παρ.1 εδ. τελ. του ΚΠολΔ, «Αν η απόφαση είναι εν μέρει οριστική, δεν επιτρέπεται έφεση ούτε κατά των οριστικών διατάξεων πριν εκδοθεί οριστική απόφαση στη δίκη» (ΑΠ 1446/2012).

 

 

Σύμφωνα με το άρθρο 76 παρ. 1α ΚΠολΔ «Όταν η διαφορά επιδέχεται ενιαία μόνον ρύθμιση ή η ισχύς της απόφασης που θα εκδοθεί εκτείνεται σε όλους τους ομοδίκους ή όταν οι ομόδικοι μόνο από κοινού μπορούν να ασκήσουν αγωγή ή να εναχθούν ή, εξαιτίας των περιστάσεων που συνοδεύουν την υπόθεση, δεν μπορούν να υπάρχουν αντίθετες αποφάσεις απέναντι στους ομοδίκους, οι πράξεις του καθενός ωφελούν και βλάπτουν τους άλλους. Οι ομόδικοι που μετέχουν νόμιμα στη δίκη ή έχουν προσεπικληθεί, αν δεν παραστούν, θεωρούνται ότι αντιπροσωπεύονται από εκείνους που παρίστανται».

Α. Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι, αναγκαστική ομοδικία συντρέχει στις εξής περιπτώσεις

1) Όταν η διαφορά επιδέχεται ενιαία ρύθμιση.

Πότε συντρέχει η περίπτωση αυτή, το ορίζει το ουσιαστικό δίκαιο. Ενδεικτικά, α) όταν το δεσπόζον, ή το δουλεύον, ακίνητο ανήκει σε περισσοτέρους, για την σύσταση δουλείας, β) Όταν οι συγκύριοι του δουλεύοντας ακι­νήτου αρνούνται την ύπαρξη υπέρ γειτονικού ακινήτου πραγματικής δουλείας, π.χ. διόδου, γ) στην απόδοση μισθίου, β) στην αναπροσαρμογή μισθώματος, γ) στην αγωγή από τρίτο πρόσωπο κατά αγοραστή και πωλητή, με τον ισχυρισμό ότι η πώληση είναι εικονική ως προς το πρόσωπο του αγοραστή και ότι πραγματικός αγοραστής είναι ο ενάγων.

2) Η έκταση ισχύος της απόφασης αφορά  όλους τους ομοδίκους.

Ενδεικτικά, α) στην περίπτωση δεδικασμένου, β) της διαπλαστικής ενεργείας  των δικαστικών αποφάσεων, γ) στην σύσταση πραγματικής δουλείας σε ακίνητο, που ανήκει σε περισσότερους, δ) στις περιορισμένες δουλείες, ε) στην αγωγή ομολογήσεως δουλείας, στ) στις διαφορές  πρωτοφειλέτη – εγγυητή ως προς την ύπαρξη της κύριας οφειλής, εκτός αν υπάρχει κοινή εκπροσώπηση,  ζ) στις διαφορές  μισθωτή – υπομισθωτή στην απόδοση μισθίου, η) στις διαφορές κυρίου διαδίκου και αυτοτελώς υπέρ αυτού προσθέτως παρεμβαίνοντος, θ) στις διαφορές εκκαθαριστή κληρονομία και ο κληρονόμου

3) Όταν οι ομόδικοι μόνο από κοινού μπορούν να εναγάγουν, ή να εναχθούν.

Ενδεικτικά, α) στην σύμβαση έργου, όπου για να κηρύξουν οι οικοπεδούχοι έκπτωτο τον εργολάβο πρέπει το δικαίωμα υπαναχώρησης να ασκηθεί, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 396 ΑΚ, από όλους τους οικοπεδούχους κατά όλων των εργολάβων, β) στην αντικατάσταση του πωληθέντος ελαττωματικού πράγματος, του άρθρου 553 ΑΚ, όπου, αν οι πωλητές, ή οι αγοραστές, είναι περισσότεροι, το δικαίωμα πρέπει να ασκηθεί, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 396 ΑΚ, από όλους εναντίον όλων, γ) στην αγωγή διανομής για την λύση της κοινωνίας, βάσει του άρθρου 478 ΑΚ, όπου η αγωγή πρέπει να απευθύνεται κατά όλων των κοινωνών, δ) στην αγωγή για την αναγνώριση της ύπαρξης ή ανυπαρξίας ή την ακύρωση γάμου λόγω υφιστάμενου άλλου, που πρέπει να απευθύνεται, σε περίπτωση θανάτου του από δεύτερο γάμου συζύγου, κατά όλων των κληρονόμων του, ε) στην αγωγή ακυρώσεως διαιτητικής αποφάσεως, που πρέπει να  απευθύνεται κατά όλων όσοι συνομολόγησαν την συμφωνία περί διαιτησίας κατά το άρθρο 899 ΚΠολΔ, στ) στην ανακοπή τρίτου, που προβάλλει το δικαίωμά του στο αντικείμενο της αναγκαστικής εκτελέσεως, που πρέπει να απευθύνεται κατά του επισπεύδοντος δανειστή και κατά του οφειλέτη.

4) Όταν εξ αιτίας ειδικών περιστάσεων δεν μπορούν να εκδοθούν αντίθετες αποφάσεις έναντι των ομοδίκων.

Η διάταξη δεν αποκλείει το ενδεχόμενον να εκδοθούν αντίθετες αποφάσεις, αλλά  εννοεί ότι η τυχόν έκδοση άλλης απόφασης, αντιφατικής προς την προεκδοθείσα, δεν επηρεάζει την υφισταμένη νομική κατάσταση. Χαρακτηριστική περίπτωση είναι η άσκηση διαπλαστικής αγωγής. Δεν θεμελιώνεται αναγκαστική ομοδικία επί της «αδυναμίας» εκδόσεως αντιθέτων αποφάσεων, όταν οι εν λόγω αποφάσεις δεν θα έχουν διαπλαστικό, αλλά καταψηφιστικό χαρακτήρα, γιατί η καταδίκη του ενός κατ’ αρχήν δεν επηρεάζει την τύχη της μέλλουσας δίκης του άλλου.

Τέτοια περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας υπάρχει μεταξύ συγκοινωνών-συγκυρίων (άρθρα 785, 788, 789, 1113 ΑΚ), όταν επιδιώκεται η αναγνώριση της ακυρότητας της μισθωτικής σύμβασης η οποία λειτουργεί στα πλαίσια της κοινωνίας και η κατάρτιση της είναι πράξη διαχείρισης, οπότε επιβάλλεται η έκδοση όμοιας απόφασης.

Β. Άσκηση προσεπίκλησης αναγκαστικού ομοδίκου

1) Στην τακτική διαδικασία, η προσεπίκληση του αναγκαστικού ομοδίκου κατατίθεται και επιδίδεται με δικόγραφο εντός (60) ημερών από την κατάθεση της κυρίας αγωγής. Αν ο αρχικός εναγόμενος ή κάποιος από τους ομοδίκους του διαμένει στο εξωτερικό ή είναι άγνωστης διαμονής, οι προθεσμία παρατείνεται σε (90) και (120) ημέρες, αντίστοιχα, από την κατάθεση της αγωγής  Η κατάθεση Προτάσεων γίνεται εντός (120) ημερών, ή (180) ημερών αντίστοιχα, από την κατάθεση της αγωγής. Μέσα στην προθεσμία της κατάθεσης των προτάσεων προσκομίζονται τα αποδεικτικά μέσα και διαδικαστικά έγγραφα. Η Προσθήκη στις Προτάσεις μέσα στις επόμενες (15) ημέρες από τη λήξη της παραπάνω προθεσμίας (νέο άρθρο 238).

2) Στις ειδικές διαδικασίες η προσεπίκληση του αναγκαστικού ομοδίκου ασκείται, με ποινή απαραδέκτου, με δικόγραφο, που κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου, στο οποίο εκκρεμεί η δίκη και επιδίδεται στους διαδίκους τουλάχιστον (10) ημέρες πριν από τη συζήτηση. Προσδιορίζονται υποχρεωτικά κατά την ημερομηνία συζήτησης της κύριας υπόθεσης. Η κατάθεση Προτάσεων   το αργότερο κατά την συζήτηση. Προσθήκη στις Προτάσεις έως την δωδέκατη ώρα της (5) εργάσιμης ημέρας από την συζήτηση (νέο άρθρο 591).

Γ. Έφεση κατά αναγκαστικού ομοδίκου

Από τα άρθρα 76 παρ. 3, 4, 110 παρ. 2 και 517 ΚΠολΔ συνάγεται ότι επί αναγκαστικής ομοδικίας η έφεση πρέπει επί ποινή απαραδέκτου αυτής να απευθύνεται καθ’ όλων των αναγκαίων ομοδίκων, όταν αυτοί είναι αντίδικοι και ουχί ομόδικοι του ασκήσαντος την έφεση (ΑΠ 284 /2008, ΕφΑθ 3446 /2008), πλην όμως έχει αποτελέσματα και υπέρ του ομοδίκου που δεν άσκησε το ένδικο μέσο, ο οποίος πρέπει να καλείται για να μετάσχει στη συζήτηση του ένδικου μέσου (ΑΠ 42 / 2016).

1) Παρέπεται ότι δεν απαιτείται από το νόμο η ασκούμενη από έναν από τους αναγκαίους ομοδίκους έφεση να απευθύνεται, με ποινή απαραδέκτου, και κατά των ομοδίκων αυτού, αφού στην αντίθετη περίπτωση ο αναγκαστικός ομόδικος του εκκαλούντος, θα εμφανίζεται να έχει ταυτόχρονα την ιδιότητα του εφεσίβλητου και του εκκαλούντος, αυτό το οποίο ακριβώς είναι λογικά και νομικά απαράδεκτο (ΟλΑΠ 63/1981).

2) Απαιτείται, όμως ότι οι αναγκαίοι ομόδικοι του εκκαλούντος πρέπει να καλούνται (άρθρα 76 παρ. 3 και 110 παρ. 2 ΚΠολΔ) στην συζήτηση της έφεσης, αλλιώς, σε περίπτωση μη εμφάνισης αυτών, κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση ως προς όλους τους διαδίκους, σύμφωνα με τα άρθρα 524 παρ. 3 εδ. α΄ και 272 παρ. 2, σε συνδυασμό με 271 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ (ΑΠ 1433/2012, ΑΠ 192/2012, ΑΠ 1332/2011, ΜονΕφΠειρ 705/2018)

3) Η έφεση, τόσο στην τακτική διαδικασία, όσο και στις ειδικές διαδικασίες ασκείται μέσα σε 30 μέρες από την επίδοση της απόφασης. Επίδοση έφεσης 30 μέρες πριν από τη συζήτηση, ή 60 αν ο εφεσίβλητος είναι κάτοικος εξωτερικού, ή αγνώστου διαμονής. Αν δεν επιδοθεί η απόφαση, η προθεσμία της έφεσης είναι δύο έτη από την δημοσίευση της απόφασης.

 

 

 

Η κυρία παρέμβαση, κατά το άρθρο 79 ΚΠολΔ, κατά περιεχόμενο, σκοπό, συνέπειες και δύναμη εξομοιώνεται με την κυρία αγωγή, από την οποία τυπικώς διαφέρει γιατί δεν είναι εισαγωγικό δικόγραφο της δίκης, αλλά παρεμπίπτουσα αγωγή τρίτου κατά των αρχικών διαδίκων ή των υπεισελθόντων στη θέση τους. Αποτελεί διαδικαστική πράξη με την οποία τρίτος συμμετέχει σε εκκρεμή μεταξύ άλλων δίκη και έχει αυτοτέλεια έναντι της αγωγής, καθ όσον ο κυρίως παρεμβαίνων υποβάλλει αίτημα παροχής έννομης προστασίας με την μορφή της διαγνώσεως ότι δικαιούχος του επίδικου αντικειμένου είναι αυτός, δηλαδή ο παρεμβαίνων αντιποιείται ολόκληρο ή κατά ένα μέρος το αντικείμενο της μεταξύ άλλων εκκρεμούς δίκης (ΑΠ 10/2019).

Α. Η κυρία παρέμβαση στηρίζεται στο ίδιο δικαίωμα ή στην ίδια έννομη σχέση ως προς όλους τους κυρίους διαδίκους, το επικαλούμενο δε δικαίωμα είναι τέτοιο που να μπορεί να στραφεί εναντίον όλων των αρχικών διαδίκων, χωρίς να απαιτείται να στηρίζεται η αξίωση του παρεμβαίνοντος στην ίδια ιστορική και νομική αιτία που στηρίζεται και η αγωγή του κυρίου διαδίκου.

Β. Έτσι η κυρία παρέμβαση, με την οποία εισάγεται αυτοτελής έναντι της αγωγής αίτηση παροχής έννομης προστασίας για το αντικείμενο της αγωγής, αποτελεί παρεμπίπτουσα αγωγή που απλώς συνεκδικάζεται λόγω συνάφειας με την αγωγή, για την οποία δημιουργείται νέα παρεμπίπτουσα δίκη, αυτοτελής έναντι της αρχικής, με αντιδίκους του παρεμβαίνοντος τους αρχικούς διαδίκους, χωρίς την δημιουργία σχέσεως ομοδικίας απλής ή αναγκαστικής των τελευταίων έναντι του παρεμβαίνοντος (ΑΠ 1417/2010, ΑΠ 847/2007, ΑΠ  611/2013), ούτε συντρέχουν οι κατά το άρθρο 76 ΚΠολΔ προϋποθέσεις της αναγκαστικής ομοδικίας (ΑΠ 10/2019).

Γ. Σύμφωνα με το άρθρο 79 ΚΠολΔ, ως ισχύει μετά την τροποποίησή του με τον ν. 4335/2015, η κύρια παρέμβαση  ασκείται μόνο στον πρώτο βαθμό.

Δ. Αν ασκήθηκε κυρία παρέμβαση στην πρωτόδικη δίκη, αποκλείεται η άσκηση νέας παρέμβασης στην κατ' έφεση δίκη από τον πρωτοδίκως παρεμβάντα και αν ακόμη απορρίφθηκε αυτή. Έτσι αν απορρίφθηκε πρωτοδίκως η κυρία παρέμβαση αποκλείεται και είναι απαράδεκτη η επανάληψή της στον δεύτερο βαθμό. Χωρεί μόνον έφεση από τον έχοντα προς τούτο έννομο συμφέρον κυρίως παρεμβαίνοντα κατά της πρωτόδικης αποφάσεως που απέρριψε την κυρία παρέμβασή του (ΑΠ 611/2013).

Ε. Αν η κύρια παρέμβαση απορρίφθηκε, ο δε κυρίως παρεμβαίνων δεν άσκησε αναίρεση κατά της προσβαλλόμενης απόφασης, με διάταξη της οποίας απορρίφθηκε η εν λόγω παρέμβαση, δεν μπορεί να είναι αναιρεσίβλητος στην ασκούμενη αναίρεση του κυρίως διαδίκου που ηττήθηκε, αφού ως προς αυτόν δεν είναι δυνατόν να αναιρεθεί η απόφαση, έστω και αν ευδοκιμήσει κάποιος από τους λόγους της (ΑΠ 1417/2010, ΑΠ 40/2014, ΑΠ 10/2019)

ΣΤ. Ο δικαιούμενος σε κύρια παρέμβαση, σε περίπτωση μη άσκησής της, έχει την δυνατότητα να ασκήσει τριτανακοπή κατά της μεταξύ άλλων εκδοθείσας απόφασης, ή δική του αυτοτελή αγωγή.

 

Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 80 ΚΠολΔ η πρόσθετη παρέμβαση για την υποστήριξη κάποιου διαδίκου μπορεί να ασκηθεί μέχρι να εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση, συνεπώς για πρώτη φορά και ενώπιον του Αρείου Πάγου, περιοριζόμενη σε μόνη την υποστήριξη ή αντίκρουση των λόγων της αναίρεσης, εφόσον έχει έννομο συμφέρον (ΜονΕφΠειρ 560/2020).

Σύμφωνα δε την διάταξη του άρθρου 81 παρ. 1 ΚΠολΔ, ασκείται με κατάθεση δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου στο οποίο απευθύνεται και με επίδοση αντιγράφου της στους κύριους διαδίκους. Παρέπεται ότι χωρίς την επίδοση αντιγράφου της πρόσθετης παρέμβασης στους διαδίκους δεν ολοκληρώνεται η άσκησή της, και η τυχόν επίσπευση της συζήτησης της αναίρεσης από τον παρεμβαίνοντα και η συζήτησή της προτού επιδοθεί το αντίγραφο αυτό είναι απαράδεκτη (ΟλΑΠ 8/2011, ΑΠ 1433/2013).

Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 80 ΚΠολΔ η πρόσθετη παρέμβαση για την υποστήριξη κάποιου διαδίκου μπορεί να ασκηθεί μέχρι να εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση, συνεπώς για πρώτη φορά και ενώπιον του Εφετείου, περιοριζόμενη μόνη την υποστήριξη ή αντίκρουση των λόγων της έφεσης, εφ όσον έχει έννομο συμφέρον (ΜονΕφΠειρ 560/2020).

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 308 κα 309 εδ. α ΚΠολΔ συνάγεται πως οριστική είναι η απόφαση με την οποία περατούται η δίκη, με την παραδοχή ή την απόρριψη της αγωγής, ή άλλου εισαγωγικού δικογράφου. Αντιθέτως, μη οριστικές αποφάσεις είναι εκείνες, που προπαρασκευάζουν την υπόθεση, ώστε να καταστεί ώριμη για την έκδοση οριστικής δικαστικής αποφάσεως.

Α. Σύμφωνα με το άρθρο 309 ΚΠολΔ, οι οριστικές αποφάσεις δεν μπορούν μετά την δημοσίευσή τους να ανακληθούν από το δικαστήριο που τις εξέδωσε. Αντιθέτως οι μη οριστικές μπορούν, είτε αυτεπαγγέλτως, είτε με πρόταση κάποιου διαδίκου που υποβάλλεται μόνο στη διάρκεια της συζήτησης της υπόθεσης και όχι αυτοτελώς, να ανακληθούν (ανήκει στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου) σε κάθε στάση της δίκης από το δικαστήριο που τις εξέδωσε έως ότου εκδοθεί οριστική απόφαση.

Β. Θεωρούνται μη οριστικές και δύνανται να ανακληθούν οι αποφάσεις οι οποίες (ΜονΠρΠειρ 65/2019)

α) δέχονται την αγωγή ή την ανακοπή, ως παραδεκτή και νόμω βάσιμη, χωρίς να εκτιμούν ακόμη την ουσιαστική βασιμότητα. Οι αποφάσεις που απορρίπτουν κεφάλαια της αγωγής, ή λόγους της ανακοπής, ως νόμω αβάσιμους είναι οριστικές και δεν επιτρέπεται να ανακληθούν.

β) δέχονται ή απορρίπτουν για οποιονδήποτε λόγο τις ενστάσεις, οι οποίες προτάθηκαν και

γ) διατάσσουν οποιαδήποτε διαδικαστική ενέργεια (π.χ. αναβάλλουν τη συζήτηση ή διατάσσουν τη συνεκδίκαση περισσότερων υποθέσεων ή τη διεξαγωγή μαρτυρικών αποδείξεων)

γ. Η απόφαση για την παραπομπή στο αρμόδιο δικαστήριο είναι οριστική και  δεν ανακαλείται (ΜονΠρΠειρ 65/2019).

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68, 74, 75, 79, 118, 216 παρ. 1, 218 και 219 ΚΠολΔ συνάγεται ότι δεν επιτρέπεται η επικουρική εναγωγή, γιατί το πρόσωπο του δικαιούχου και του υπόχρεου εναγομένου πρέπει να είναι ορισμένο και θετικό και να συνάπτεται με τα πραγματικά περιστατικά που δικαιολογούν την ιδιότητα αυτού, ως ενάγοντος ή εναγομένου. Επικουρική εναγωγή υπάρχει, όταν ο δεύτερος και οι επόμενοι ενάγονται για την περίπτωση της απόρριψης της αγωγής κατά του αμέσως προηγούμενου αυτών.

Α. Στην επικουρική εναγωγή συντρέχει το γνώρισμα της αβεβαιότητας ως προς το πρόσωπο του εναγομένου, χωρίς να πρόκειται για παθητική ομοδικία των άρθρων 74 επ. ΚΠολΔ, καθόσον οι εναγόμενοι δεν είναι κοινωνοί της ίδιας υποχρέωσης έναντι του ενάγοντος, αφού ένας μόνο ευθύνεται, ο δε ενάγων ζητεί από το δικαστήριο να εξετάσει την αγωγή του ως προς τον εκάστοτε επόμενο εναγόμενο μόνο σε περίπτωση απόρριψής της έναντι του αμέσως προηγουμένου.

Β. Επομένως, επί επικουρικής εναγωγής περισσοτέρων προσώπων, η αγωγή είναι απαράδεκτη, λόγω της ακυρότητας του δικογράφου που δημιουργείται, λόγω της άσκησης της αγωγής υπό την αίρεση της απόρριψης αυτής, ως προς τον πρώτο εναγόμενο, η οποία δεν επιτρέπεται, διότι δημιουργεί εκκρεμοδικία υπό αίρεση, και συνεπώς απορρίπτεται και με αυτεπάγγελτη από το δικαστήριο έρευνα (ΑΠ 1821/2007, 1495/2007)  ΑΠ 1543/2009) 

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68, 74, 75, 79, 118, 216 παρ. 1, 218 και 219 ΚΠολΔ συνάγεται ότι δεν επιτρέπεται η διαζευκτική εναγωγή, γιατί το πρόσωπο του δικαιούχου και του υπόχρεου εναγομένου πρέπει να είναι ορισμένο και θετικό και να συνάπτεται με τα πραγματικά περιστατικά που δικαιολογούν την ιδιότητα αυτού, ως ενάγοντος ή εναγομένου.

Α. Διαζευκτική εναγωγή υπάρχει, όταν ενάγονται περισσότερα πρόσωπα, χωρίς να προσδίδεται σε ένα από αυτά, κατά τρόπο οριστικό ή θετικό, η ιδιότητα του εναγομένου και υπόχρεου, από την έννομη σχέση της δίκης. Στην διαζευκτική εναγωγή συντρέχει το γνώρισμα της αβεβαιότητας ως προς το πρόσωπο του εναγομένου, και δεν πρόκειται για παθητική ομοδικία των άρθρων 74 επ. ΚΠολΔ, καθόσον οι εναγόμενοι δεν είναι κοινωνοί της ίδιας υποχρέωσης έναντι του ενάγοντος, αφού ένας μόνο ευθύνεται.

Β. Επομένως, επί διαζευκτικής εναγωγής περισσοτέρων προσώπων, η αγωγή είναι απαράδεκτη, λόγω της ακυρότητας του δικογράφου που δημιουργείται από την πλήρη αοριστία της αγωγής ως προς το πρόσωπο του διαδίκου, και συνεπώς απορρίπτεται και με αυτεπάγγελτη από το δικαστήριο έρευνα (ΑΠ 1821/2007, ΑΠ 1495/2007, ΑΠ 1543/2009). 

Σύμφωνα με το άρθρο 219 ΚΠολΔ, αγωγή υπό αίρεση δεν επιτρέπεται, μπορεί όμως ο ενάγων για την περίπτωση που απορριφθεί η πρώτη βάση ή αίτηση της αγωγής (ή ανταγωγής) να τη στηρίξει σε άλλη βάση, ή να υποβάλει άλλη αίτηση που στηρίζεται στην ίδια ή σε άλλη βάση.

Α. Με την διάταξη του άρθρου 219 παρ. 1 ΚΠολΔ εισάγεται εξαίρεση από τον κανόνα της απαγόρευσης άσκησης αγωγής υπό αίρεση και αναγνωρίζεται η επικουρική θεμελίωση της αγωγής σε άλλη, ή άλλες, βάσεις του ίδιου επιδίκου ουσιαστικού δικαιώματος, ακόμη και όταν η επικουρικώς ασκούμενη αγωγή είναι αντιφατική προς την κυρίως ασκούμενη, η εξέταση όμως της επικουρικής εξαρτάται από την αίρεση της απόρριψης της κύριας βάσης (ΑΠ 191/2017).

Σημείωση 1

Η από το νόμο απαγορευμένη άσκηση αγωγής υπό εξωδιαδικαστική αίρεση, όπως η άσκηση αγωγής υπό την αίρεση απορρίψεως προγενέστερης αγωγής, που έχει ασκηθεί κατ' άλλου προσώπου, επιφέρει ακυρότητα του δικογράφου της αγωγής στο σύνολο της. Η ακυρότητα όμως αυτή αίρεται, όταν κατά το χρόνο συζητήσεως της αγωγής στον πρώτο βαθμό έχει πληρωθεί η αίρεση (ΑΠ 545/2012).

Σημείωση 2

Η επικουρική ανταγωγή, που εξαρτάται από το παραδεκτό και την αποδοχή της κύριας αγωγής ασκείται παραδεκτά, γιατί πρόκειται για άλλη αίτηση που στηρίζεται στην απόρριψη του κυρίως προβληθέντος ισχυρισμού του αντενάγοντος για το απαράδεκτο της κύριας αγωγής (ΑΠ 1675/2012).

Β. Σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου, η επιβοηθητική άσκηση της αγωγής μπορεί να γίνει με το ίδιο ή άλλο δικόγραφο. Η επιγενόμενη επικουρική σώρευση επιτρέπεται ως την πρώτη συζήτηση της κύριας αγωγής. Η πρώτη συζήτηση νοείται σε σχέση με τον κάθε βαθμό δικαιοδοσίας, σε περίπτωση δε αναπομπής από το Εφετείο (άρθρο 535 ΚΠολΔ), πρώτη συζήτηση θεωρείται εκείνη που διεξάγεται ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, ήτοι του δικαστηρίου της αναπομπής (ΑΠ 488/2014).

Ως σώρευση αγωγών νοείται η άσκηση από ένα πρόσωπο περισσότερων για το ίδιο πράγμα αγωγών.

Η δικονομικού δικαίου σώρευση αγωγών προβλέπεται από το άρθρο 218 ΚΠολΔ (αντικειμενική σώρευση).

Α. Σύμφωνα με το άρθρο 218 ΚΠολΔ, περισσότερες αιτήσεις του ίδιου ενάγοντος κατά του ίδιου εναγομένου οι οποίες πηγάζουν από την ίδια ή διαφορετική αιτία, αφορούν το ίδιο ή διαφορετικό αντικείμενο και στηρίζονται στον ίδιο ή διαφορετικό λόγο, μπορούν να ενωθούν στο ίδιο δικόγραφο αγωγής, α) αν δεν είναι αντιφατικές μεταξύ τους, β) αν στο σύνολό τους υπάγονται λόγω ποσού στο δικαστήριο όπου εισάγονται, γ) αν υπάγονται στην τοπική αρμοδιότητα του ίδιου δικαστηρίου, δ) αν υπάγονται στο ίδιο είδος διαδικασίας, ε) αν η σύγχρονη εκδίκασή τους δεν επιφέρει σύγχυση.

Β. Αν ενωθούν περισσότερες αιτήσεις χωρίς να συντρέχουν οι παραπάνω προϋποθέσεις, διατάσσεται ύστερα από αίτηση, ή και αυτεπαγγέλτως, ο χωρισμός, και το δικαστήριο προσδιορίζει το αρμόδιο δικαστήριο, στο οποίο παραπέμπει την υπόθεση.

Γ. Η παραπεμπτική απόφαση, όταν τελεσιδικήσει, είναι υποχρεωτική, τόσο για την αναρμοδιότητα του δικαστηρίου που παρέπεμψε, όσο και για την αρμοδιότητα του δικαστηρίου στο οποίο γίνεται η παραπομπή. Οι συνέπειες που έχει η άσκηση της αγωγής διατηρούνται (άρθρο 46). Απόφαση πολυμελούς ή μονομελούς πρωτοδικείου δεν προσβάλλεται με ένδικο μέσο για το λόγο ότι η υπόθεση ανήκει στην αρμοδιότητα του κατώτερου δικαστηρίου. Το ίδιο εφαρμόζεται αναλόγως και για την απόφαση κατώτερου δικαστηρίου που παραπέμπει την υπόθεση σε ανώτερο (άρθρο 47).

Δ. Η από το ουσιαστικό δίκαιο συρροή αξιώσεων διαφέρει της σώρευσης αγωγών. Όταν οι συρρέουσες κατά το ουσιαστικό δίκαιο αξιώσεις ενωθούν στο ίδιο δικόγραφο, τότε πρόκειται για σώρευση συρρεουσών αγωγών. Η αντικειμενική σώρευση αγωγών του άρθρου 218 ΚΠολΔ αποτελεί δικαίωμα του ενάγοντος, εναπόκειται, δηλαδή, στην βούλησή του, αφού από καμιά διάταξη νόμου δεν υποχρεώνεται για αυτή, ούτε δημιουργείται, στην αντίθετη περίπτωση, τεκμήριο καταστρατήγησης των διατάξεων περί της καθ ύλην αρμοδιότητας (ΑΠ 631/2006, ΑΠ  952/2015)

Ε. Η σώρευση περισσότερων αγωγών (αιτήσεων) στο ίδιο δικόγραφο χωρίς την συνδρομή των παραπάνω προϋποθέσεων, που ρητά ορίζονται στη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 218 ΚΠολΔ, όπως λ.χ. η σώρευση αντιφασκουσών αγωγών, δεν επιφέρει την ακυρότητα του δικογράφου, αφού στην τελευταία αυτή περίπτωση διατάσσεται από το δικαστήριο, με οριστική απόφαση, ο χωρισμός τους, όπως επιτάσσει η διάταξη της παρ. 2 του ίδιου πιο πάνω άρθρου (ΑΠ 631/2006, ΑΠ 1358/2018).

Καθιερώθηκε με τον νόμο 4842/2021 η πιλοτική δίκη στον Άρειο Πάγο για θέματα γενικότερου ενδιαφέροντος, όταν υφίσταται δυσχερές ερμηνευτικό νομικό ζήτημα, προκειμένου να επιταχυνθεί η απονομή της Δικαιοσύνης και ενισχυθεί η ασφάλεια δικαίου.

Σύμφωνα με τον νομοθέτη, με την πιλοτική δίκη, θα επιλύονται ζητήματα που αφορούν σημαντικό αριθμό δικών, θα αποφεύγεται ο κίνδυνος έκδοσης αντιφατικών αποφάσεων και η διαιώνιση δικών ενώπιον των δικαστηρίων της ουσίας, με επιτάχυνση της απονομής της Δικαιοσύνης και ενίσχυσης της ασφάλειας δικαίου.

Επισημαίνουμε ότι, ως έχει διατυπωθεί η νομοθετική πρόβλεψη, στις υποθέσεις που θα εισαχθούν απ ευθείας στον Άρειο Πάγο, παρακάμπτοντας τα  πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια δικαστήρια, η δικανική κρίση του Αρείου Πάγου έχει ισχύ «οιονεί» δεδικασμένου για κάθε συναφή υπόθεση, που θα εισαχθεί σε δικαστήριο της ουσίας, γιατί το δικαστήριο της ουσίας δεσμεύεται να ακολουθήσει την απόφαση του Αρείου Πάγου ως καθοδηγητική, ενοποιητική και δεσμευτική, αφού ο ίδιος ο νόμος προβλέπει ότι «η απόφαση της πλήρους ολομέλειας του Αρείου Πάγου δεσμεύει τους διαδίκους της ενώπιόν του δίκης, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι παρεμβάντες». Προκρίνεται ότι οι υποθέσεις που θα υπαχθούν αρχικώς στην πολιτική δίκη, θα είναι τα υπερχρεωμένα νοικοκυριά,  οι δανειολήπτες, οι συμβασιούχοι, κλπ.

Αναλύοντας το άρθρο 2 του νόμου, με το οποίο προστέθηκε άρθρο 20Α στον ΚΠολΔ, κάθε ένδικο βοήθημα ή μέσο, που ασκήθηκε ενώπιον οποιουδήποτε πολιτικού δικαστηρίου, μπορεί να εισαχθεί στην πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου με απλή πράξη τριμελούς επιτροπής (που αποτελείται από τον Πρόεδρό του, τον αρχαιότερο Αντιπρόεδρο και τον Πρόεδρο του αρμόδιου καθ’ ύλην Τμήματος) ύστερα, α) από αίτημα ενός των διαδίκων, που κατατίθεται ενώπιόν της, ή β) ύστερα από προδικαστικό ερώτημα που υποβάλλεται από το δικαστήριο της ουσίας, με απόφαση που δεν υπόκειται σε ένδικα μέσα, ή γ) με απ ευθείας εισαγωγή με απλή πράξη του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, όταν υφίσταται «νέο δυσχερές ερμηνευτικό νομικό ζήτημα γενικότερου ενδιαφέροντος, που έχει συνέπειες για ευρύτερο κύκλο προσώπων».

Ο νόμος δεν προσδιορίζει ποιο θεωρείται «νέο δυσχερές ερμηνευτικό νομικό ζήτημα γενικότερου ενδιαφέροντος που έχει συνέπειες για ευρύτερο κύκλο προσώπων», άλλωστε δεν θα μπορούσε, και το αφήνει στην νομική κρίση της Τριμελούς Επιτροπής του Αρείου Πάγου, του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και της Ολομέλειάς του.

Διαδικαστικά, πριν την έκδοση της Πράξης της Τριμελούς Επιτροπής του Αρείου Πάγου, η Επιτροπή καλεί όλους τους διαδίκους, να εμφανισθούν ενώπιόν της για να εκθέσουν τις απόψεις τους αυτοπροσώπως, ή με υπόμνημα. Η Πράξη, με την δημοσίευσή της σε (2) ημερήσιες εφημερίδες των Αθηνών, προκαλεί  άνευ ετέρου την αναστολή της εκδίκασης όλων των εκκρεμών υποθέσεων, στις οποίες τίθεται το ίδιο ζήτημα. Στη δίκη ενώπιον της πλήρους ολομέλειας του Αρείου Πάγου επιτρέπεται παρέμβαση κάθε διαδίκου σε εκκρεμή δίκη, στην οποία τίθεται το ίδιο ζήτημα. Η Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, αφού αποφανθεί σε προθεσμία (6) μηνών, παραπέμπει το ένδικο μέσο ή βοήθημα στο αρμόδιο δικαστήριο, με αποτέλεσμα, η απόφασή του να δεσμεύει τους διαδίκους της ενώπιόν του δίκης, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι παρεμβάντες, οι υποθέσεις δε, που είχε ανασταλεί η εκδίκασή τους, επαναφέρονται για συζήτηση με κλήση με επιμέλεια οποιουδήποτε διαδίκου.

 

Δημοσιεύονται οι αλλαγές στον ΚΠολΔ, σχετικά με τις ειδικές διαδικασίες στην πολιτική δίκη (νέο άρθρο 591) που θα ισχύσουν από 1-1-2022, μετά την τροποποίησή του με τον ν. 4842/2021, που δημοσιεύτηκε την 13-10-2021. 

1) Αγωγή  

Η προθεσμία κλήτευσης των διαδίκων είναι (30) ημέρες πριν από την συζήτηση. Αν ο διάδικος που καλείται ή κάποιος από τους ομοδίκους διαμένει στο εξωτερικό ή είναι άγνωστης διαμονής, η προθεσμία κλήτευσης των διαδίκων είναι (60) ημέρες πριν από την συζήτηση.

2) Παρέμβαση - Προσεπίκληση - Ανακοίνωση

Ασκούνται, με ποινή απαραδέκτου, με δικόγραφο, που κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου, στο οποίο εκκρεμεί η δίκη και επιδίδεται στους διαδίκους τουλάχιστον (10) ημέρες πριν από τη συζήτηση. Προσδιορίζονται υποχρεωτικά κατά την ημερομηνία συζήτησης της κύριας υπόθεσης.

3) Παρέμβαση μετά από προσεπίκληση ή ανακοίνωση

Κατατίθεται και επιδίδεται στους διαδίκους, τουλάχιστον (5) ημέρες πριν από την συζήτηση.

4)  Κατάθεση Προτάσεων  

Οι προτάσεις κατατίθενται το αργότερο κατά την συζήτηση.

Τα περιεχόμενα στις προτάσεις μέσα επίθεσης και άμυνας προτείνονται συνοπτικώς και προφορικά και καταχωρίζονται στα πρακτικά συζητήσεως, διαφορετικά είναι απαράδεκτα.

5) Προσθήκη στις Προτάσεις

Έως την δωδέκατη ώρα της (5) εργάσιμης ημέρας από την συζήτηση.

Αξιολογούνται οι αποδείξεις, προτείνονται ισχυρισμοί και προσκομίζονται ένορκες βεβαιώσεις, έγγραφα και γνωμοδοτήσεις μόνο για την αντίκρουση ισχυρισμών που προτάθηκαν, τα οποία το δικαστήριο, κατά άρθρο 390 ΚΠολΔ  εκτιμά ελεύθερα.

6) Συζήτηση ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου

α) Η συζήτηση είναι προφορική.

β) Μπορούν, όμως, τα μέρη να συμφωνήσουν με κοινή δήλωση ότι δεν θα παραστούν στην συζήτηση. Η δήλωση υπογράφεται από τους πληρεξουσίους δικηγόρους όλων των μερών και κατατίθεται με τις προτάσεις το αργότερο ως την παραμονή της δικασίμου.

Προσοχή

α) Η κοινή δήλωση για μη παράσταση εφαρμόζονται και στις εκκρεμείς υποθέσεις.

β) Εξαιρούνται της κοινής δήλωσης για μη παράσταση οι διαφορές από την οικογένεια, τον γάμο και την ελεύθερη συμβίωση. 

7) Μη υπαγωγή της υπόθεσης στην διαδικασία που εισήχθη

Αν η υπόθεση δεν υπάγεται στη διαδικασία που εισήχθη, το δικαστήριο αποφαίνεται αυτεπαγγέλτως και διατάζει την εκδίκαση της υπόθεσης κατά την αρμόζουσα διαδικασία.

Η διαδικασία των μικροδιαφορών (άρθρα 466 έως 471) δεν εφαρμόζεται στις ειδικές διαδικασίες.

8) Έφεση

Άσκηση έφεσης 30 μέρες από την επίδοση της απόφασης. Επίδοση έφεσης 30 μέρες πριν από τη συζήτηση, ή 60 αν ο εφεσίβλητος είναι κάτοικος εξωτερικού, ή αγνώστου διαμονής. Αν δεν επιδοθεί η απόφαση, η προθεσμία της έφεσης είναι δύο έτη από την δημοσίευση της απόφασης.

9) Ανταγωγή - Αντέφεση - Πρόσθετοι Λόγοι Έφεσης - Αναψηλάφηση

Ασκούνται, με ποινή απαραδέκτου, με δικόγραφο, που κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου, στο οποίο απευθύνονται και επιδίδεται στον αντίδικο τουλάχιστον (8) ημέρες πριν από τη συζήτηση. Προσδιορίζεται υποχρεωτικά κατά την ημερομηνία συζήτησης της κύριας υπόθεσης.

10) Ανακοπή ερημοδικίας –Έφεση - Αναψηλάφηση

Κατά την εκδίκαση της ανακοπής ερημοδικίας, της έφεσης και της αναψηλάφησης, εφαρμόζονται οι διατάξεις που ισχύουν για την εκδίκαση της υπόθεσης, επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση που προσβάλλεται με το ένδικο μέσο. Σε περίπτωση ερημοδικίας του ανακόπτοντος, του εκκαλούντος, του αντεκκαλούντος ή του αιτούντος την αναψηλάφηση, το αντίστοιχο ένδικο μέσο απορρίπτεται.

11) Αναίρεση

Η αναίρεση εκδικάζεται σύμφωνα με τις γενικές διατάξεις, εκτός αν προβλέπεται διαφορετικά στις διατάξεις των άρθρων 591 έως 645.

Δημοσιεύονται οι αλλαγές του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, που θα ισχύσουν από 1-1-2022, σχετικά με την τακτική διαδικασία στην πολιτική δίκη, μετά την τροποποίησή του με τον ν. 4842/2021, που δημοσιεύτηκε την 13-10-2021.

1) Αγωγές (νέο άρθρο 237)

α) Επίδοση 

Εντός 30 ημερών από την κατάθεση αν ο εναγόμενος διαμένει στην Ελλάδα, ή 60 ημερών αν ο εναγόμενος διαμένει στο εξωτερικό, ή είναι άγνωστης διαμονής.   

β) Κατάθεση προτάσεων

Μέσα σε (90) ημέρες από την λήξη της προθεσμίας για την επίδοση της αγωγής, ή μέσα σε (120) ημέρες από την λήξη της προθεσμίας επίδοσης της αγωγής αν ο εναγόμενος, ή κάποιος από τους ομοδίκους, διαμένει στο εξωτερικό ή είναι άγνωστης διαμονής.

Με τις προτάσεις προσάγονται, οι αποδείξεις, ένορκες βεβαιώσεις μέχρι (3) για κάθε διάδικο και (2) για την αντίκρουση, τα διαδικαστικά έγγραφα, το αποδεικτικό επίδοσης αγωγής, τα πληρεξούσια των δικηγόρων. Το δικαστικό ένσημο κατατίθεται το αργότερο μέχρι τη συζήτηση της υπόθεσης.

Προσοχή

Τα παραπάνω ισχύουν και για τα δικόγραφα, που θα κατατεθούν μετά την 14-10-2021.

γ) Προσθήκη στις προτάσεις

Μέσα στις επόμενες (15) ημέρες από τη λήξη της προθεσμίας για την κατάθεση Προτάσεων.

Νέοι ισχυρισμοί με την προσθήκη μπορεί να προταθούν και νέα αποδεικτικά μέσα να προσκομισθούν μόνο για την αντίκρουση ισχυρισμών που περιέχονται στις προτάσεις. Εκπρόθεσμες προτάσεις και προσθήκες δεν λαμβάνονται υπόψη.

2) Παρεμπίπτουσες Αγωγές, Ανταγωγές, Παρεμβάσεις, Προσεπικλήσεις, Ανακοινώσεις (νέο άρθρο 238).

α) Κατάθεση και επίδοση

Εντός (60) ημερών από την κατάθεση της αγωγής.

Αν ο αρχικός εναγόμενος ή κάποιος από τους ομοδίκους του διαμένει στο εξωτερικό ή είναι άγνωστης διαμονής, οι ως άνω προθεσμίες παρατείνονται σε (90) και (120) ημέρες, αντίστοιχα, από την κατάθεση της αγωγής.

β) Κατάθεση Προτάσεων

Εντός (120) ημερών, ή (180) ημερών αντίστοιχα, από την κατάθεση της αγωγής.

Μέσα στην προθεσμία της κατάθεσης των προτάσεων προσκομίζονται τα αποδεικτικά μέσα και διαδικαστικά έγγραφα.

γ) Προσθήκη στις Προτάσεις

Μέσα στις επόμενες (15) ημέρες από τη λήξη της παραπάνω προθεσμίας.

3) Παρεμβάσεις μετά από Προσεπίκληση, Ανακοίνωση (νέο άρθρο 238)

α) Κατάθεση και επίδοση

Μέσα σε προθεσμία (90) ημερών από την κατάθεση της αγωγής.

Αν ο αρχικός εναγόμενος ή κάποιος από τους ομοδίκους του διαμένει στο εξωτερικό ή είναι άγνωστης διαμονής, οι ως άνω προθεσμίες παρατείνονται σε (90) και (120) ημέρες, αντίστοιχα, από την κατάθεση της αγωγής.

β) Κατάθεση Προτάσεων

Εντός (120) ημερών, ή (180) ημερών αντίστοιχα, από την κατάθεση της αγωγής.

Μέσα στην προθεσμία της κατάθεσης των προτάσεων προσκομίζονται όλα τα αποδεικτικά μέσα και διαδικαστικά έγγραφα.

γ) Προσθήκη στις Προτάσεις

Μέσα στις επόμενες (15) ημέρες από τη λήξη της παραπάνω προθεσμίας.

Προσοχή

Τα παραπάνω ισχύουν και για τα δικόγραφα, που θα κατατεθούν μετά την 14-10-2021.

4) Νέα Προσθήκη στις Προτάσεις

Ισχυρισμοί που γεννήθηκαν μετά την παρέλευση της προθεσμίας για την κατάθεση των προτάσεων και της προθεσμίας αντίκρουσης, ή αποδεικνύονται εγγράφως ή με δικαστική ομολογία του αντιδίκου μπορούν να προταθούν με προσθήκη στις προτάσεις το αργότερο (20) ημέρες πριν από την ορισθείσα συζήτηση. Η αντίκρουση γίνεται το αργότερο (10) ημέρες πριν από την ορισθείσα συζήτηση.

5) Κλήση διαδίκων - Νομίμων Αντιπροσώπων

Οι διάδικοι έχουν το δικαίωμα, που υποβάλλεται με το αγωγικό δικόγραφο, ή και αυτοτελώς πριν από την ορισμένη δικάσιμο, να ζητήσουν από τον δικαστή να καλέσει  εγγράφως τους διαδίκους ή τους νομίμους αντιπροσώπους τους να εμφανιστούν αυτοπροσώπως κατά την συζήτηση για να τους υποβληθούν ερωτήσεις και να δώσουν διασαφήσεις για την υπόθεση.

Εφ όσον το αίτημα κριθεί βάσιμο, αυτοί καλούνται εγγράφως το αργότερο (20) ημέρες πριν από την ορισθείσα συζήτηση.

6) Ορισμός δικασίμου

Μέσα σε (15) ημέρες από την παρέλευση της προθεσμίας για την Προσθήκη στις Προτάσεις, σε χρόνο όχι μεγαλύτερο από (30) ημέρες από την παρέλευση της δεκαπενθήμερης προθεσμίας για την Προσθήκη στις Προτάσεις, ή κατ εξαίρεση στον απολύτως αναγκαίο χρόνο.  

Η υπόθεση εγγράφεται στο οικείο πινάκιο, το οποίο τηρείται και ηλεκτρονικά, και ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.

Με πρωτοβουλία του γραμματέα μπορεί να γνωστοποιείται η δικάσιμος που ορίστηκε με αποστολή ηλεκτρονικού μηνύματος στη διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου των διαδίκων.

7) Αναβολή συζήτησης  

Δεν επιτρέπεται

8) Εξέταση μαρτύρων - Παρουσία πληρεξουσίων κατά την συζήτηση   

Δεν εξετάζονται μάρτυρες και η υπόθεση συζητείται και χωρίς την παρουσία των διαδίκων, ή των πληρεξούσιων δικηγόρων τους. Η οριστική απόφαση εκδίδεται με βάση τα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας.

9) Εξέταση μαρτύρων, διαδίκων με διάταξη δικαστηρίου

Με διάταξη του δικαστηρίου, διατάσσεται η επανάληψη της συζήτησης στο ακροατήριο σε χρόνο όχι συντομότερο από (15) ημέρες, για εξέταση μαρτύρων (ενός από κάθε πλευρά από εκείνους, που έδωσαν ένορκη βεβαίωση, ή από τους προτεινόμενους από κάθε πλευρά), ή των διαδίκων ενώπιον του ορισμένου δικαστή, στον τόπο και στην ημέρα και ώρα που ορίζεται με τη διάταξη αυτή μέσα στο ίδιο δικαστικό έτος, εκτός αν αυτό είναι χρονικά αδύνατο.

Με την ολοκλήρωση της διαδικασίας εξέτασης των μαρτύρων ή των διαδίκων θεωρείται συντελεσμένη και η επανάληψη της συζήτησης. Η άνω διάταξη ανακαλείται είτε αυτεπαγγέλτως είτε με αίτηση των διαδίκων.

Μέσα σε οκτώ (8) εργάσιμες ημέρες από την εξέταση των μαρτύρων ή των διαδίκων οι διάδικοι δικαιούνται με προσθήκη να προβούν μόνο σε αξιολόγηση των αποδείξεων αυτών.

10) Αυτοψία – Πραγματογνωμοσύνη με διάταξη δικαστηρίου

Με διάταξη του δικαστηρίου διατάσσεται αυτοψία ή πραγματογνωμοσύνη στην οποία προσδιορίζονται ο τόπος, ο χρόνος, τα ονόματα των πραγματογνωμόνων, το θέμα της πραγματογνωμοσύνης, η προθεσμία για την κατάθεση της γνωμοδότησης των πραγματογνωμόνων, που δεν μπορεί να είναι μεγαλύτερη από εξήντα (60) ημέρες, καθώς και κάθε άλλο χρήσιμο στοιχείο.

Με την κατάθεση της έκθεσης αυτοψίας, ή της έκθεσης πραγματογνωμοσύνης, θεωρείται συντελεσμένη και η επανάληψη της συζήτησης. Η άνω διάταξη ανακαλείται είτε αυτεπαγγέλτως είτε με αίτηση των διαδίκων.

Μέσα σε οκτώ (8) εργάσιμες ημέρες από την διενέργεια της αυτοψίας ή της πραγματογνωμοσύνης οι διάδικοι δικαιούνται με προσθήκη να προβούν μόνο σε αξιολόγηση των αποδείξεων αυτών.

11) Έκδοση μη οριστικής απόφασης

α) Στην περίπτωση έκδοσης παραπεμπτικής απόφασης λόγω καθ’ ύλην ή κατά τόπον αναρμοδιότητας, ή λόγω μη εισαγωγής της υπόθεσης κατά την προσήκουσα διαδικασία, ή αν το δικαστήριο κηρύξει απαράδεκτη τη συζήτηση της αγωγής, οι παραπάνω προθεσμίες των (90) ή (120) ημερών για την κατάθεση των προτάσεων αρχίζουν από την κατάθεση της κλήσης για τον προσδιορισμό δικασίμου.

β) Στην περίπτωση αναβολής της συζήτησης εωσότου περατωθεί τελεσίδικα ή αμετάκλητα η άλλη δίκη ή εωσότου εκδοθεί από τη διοικητική αρχή απόφαση που δεν θα μπορεί να προσβληθεί (άρθρο 249), ή εωσότου περατωθεί αμετάκλητα η ποινική διαδικασία (άρθρο 250) οι διάδικοι μπορούν να καταθέτουν συμπληρωματικές προτάσεις το αργότερο μέχρι τη νέα συζήτηση της υπόθεσης, δίχως να προτείνονται νέοι ισχυρισμοί και νέα αποδεικτικά μέσα.

12) Επανάληψη συζήτησης (νέο άρθρο 254)

Το δικαστήριο μπορεί να διατάξει την επανάληψη της συζήτησης, όταν παρουσιάζονται κενά ή αμφίβολα σημεία που χρειάζονται συμπλήρωση ή επεξήγηση. Η συζήτηση θεωρείται συνέχεια της προηγουμένης. 

Στην επαναλαμβανόμενη συζήτηση, οι διάδικοι κλητεύονται (30) τουλάχιστον ημέρες πριν από αυτήν.

Προσθήκη –Αντίκρουση εντός (3) εργασίμων ημερών από την συζήτηση. Νέοι ισχυρισμοί και νέα αποδεικτικά μέσα δεν επιτρέπονται.»

13) Αδυναμία έκδοσης απόφασης (νέο άρθρο 307).

Αν για οποιοδήποτε λόγο, που παρουσιάστηκε μετά το τέλος της συζήτησης, είναι αδύνατο να εκδοθεί απόφαση, η συζήτηση επαναλαμβάνεται αφού οριστεί νέα δικάσιμος και κοινοποιηθεί κλήση.

Ο ορισμός της δικασίμου μπορεί να γίνει και η κλήση για τη συζήτηση μπορεί να κοινοποιηθεί με την επιμέλεια είτε κάποιου διαδίκου, είτε της γραμματείας του δικαστηρίου. Οι διάδικοι μπορούν να καταθέτουν συμπληρωματικές προτάσεις στο ακροατήριο. Νέοι ισχυρισμοί και νέα αποδεικτικά μέσα δεν επιτρέπονται.

14) Έκδοση οριστικής απόφασης (νέο άρθρο 308)

Το δικαστήριο εκδίδει οριστική απόφαση, όταν η υπόθεση είναι ώριμη για αυτό.

Συμφωνία των διαδίκων για μη έκδοση απόφασης μετά τη συζήτηση δεν παράγει έννομες συνέπειες.

15) Άσκηση - Επίδοση έφεσης (άρθρο 518, 524)

Άσκηση έφεσης 30 μέρες από την επίδοση της απόφασης. Επίδοση έφεσης 30 μέρες πριν από τη συζήτηση, ή 60 αν ο εφεσίβλητος είναι κάτοικος εξωτερικού, ή αγνώστου διαμονής.

Αν δεν επιδοθεί η απόφαση, η προθεσμία της έφεσης είναι δύο έτη από την δημοσίευση της απόφασης.

Σύμφωνα με τα άρθρα  466 έως 471 ΚΠολΔ,  ως τα άρθρα 468 και 469 ισχύουν μετά την τροποποίηση του ΚΠολΔ με τον ν. 4842/2021, και εφαρμόζονται και για τα  δικόγραφα που θα κατατεθούν μετά την 14-10-2021, με την διαδικασία των μικροδιαφορών δικάζονται οι υποθέσεις, που το αντικείμενο της διαφοράς υπάγεται στο Ειρηνοδικείο και το αντικείμενο της διαφοράς αφορά απαιτήσεις ή δικαιώματα πάνω σε κινητά πράγματα, ή τη νομή κινητών πραγμάτων, και το ύψος του αντικειμένου της διαφοράς δεν είναι πάνω από 5.000 ευρώ.

Σημείωση 1

Αν ο ενάγων δηλώσει ότι δέχεται προς ικανοποίησή του, αντί για το αντικείμενο που ζητά με την αγωγή, χρηματικό ποσό όχι μεγαλύτερο από 5.000 ευρώ, η αξία του αντικειμένου της διαφοράς μπορεί να υπερβαίνει και τις 5.000 ευρώ. Στην περίπτωση αυτή διατάσσεται διαζευκτικά, είτε η καταβολή του αντικειμένου που ζητείται με την αγωγή, είτε η καταβολή της αποτίμησής του κατά την απόφαση του ειρηνοδίκη.

Σημείωση 2

Στις εργατικές διαφορές και στις διαφορές από πιστωτικούς τίτλους δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις των μικροδιαφορών.

Α. Κατάθεση – Επίδοση αγωγής

Η αγωγή κατατίθεται στη γραμματεία του Ειρηνοδικείου και επιδίδεται στον εναγόμενο μέσα σε προθεσμία (10) ημερών από την κατάθεσή της. Αν ο εναγόμενος διαμένει στο εξωτερικό ή είναι άγνωστης διαμονής η αγωγή επιδίδεται σε προθεσμία (30) ημερών από την κατάθεσή της. Αν η αγωγή δεν επιδοθεί μέσα στην προθεσμία αυτή θεωρείται ως μη ασκηθείσα.

Β. Κατάθεση Υπομνήματος (Προτάσεις)

Μέσα σε (20) ημέρες από την λήξη της προθεσμίας για την επίδοση της αγωγής, οι διάδικοι καταθέτουν Υπόμνημα (Προτάσεις), προσκομίζοντας τα αποδεικτικά τους μέσα. Λαμβάνονται υπ όψιν και ένορκες βεβαιώσεις χωρίς κλήση του αντιδίκου, μέχρι (2) τον αριθμό.

Γ. Προσθήκη - Αντίκρουση

Εντός προθεσμίας (5) ημερών από τη λήξη της προθεσμίας κατάθεσης Υπομνήματος (Προτάσεις) οι διάδικοι μπορούν να καταθέσουν έγγραφη Προσθήκη-Αντίκρουση. Νέοι ισχυρισμοί µε την προσθήκη μπορεί να προταθούν και νέα αποδεικτικά μέσα να προσκομισθούν µόνο για την αντίκρουση ισχυρισμών που περιέχονται στο ως άνω υπόμνημα. Εκπρόθεσμα αποδεικτικά μέσα και ισχυρισμοί των διαδίκων δεν λαμβάνονται υπόψη.

Δ. Παρεμβάσεις και Ανταγωγές

Παρεμβάσεις και Ανταγωγές κατατίθενται και επιδίδονται στους διαδίκους μέσα σε προθεσμία (20) ημερών από την κατάθεση της αγωγής. Η προθεσμία αυτή παρατείνεται κατά (20) ημέρες αν ο εναγόμενος διαμένει στο εξωτερικό ή είναι άγνωστης διαμονής.

Ε. Κατάθεση Υπομνήματος (Προτάσεις)

Εντός (30) ή (50) ημερών, αντίστοιχα, από την κατάθεση της αγωγής.

ΣΤ. Προσθήκη-Αντίκρουση

Εντός προθεσμίας (5) ημερών από τη λήξη της προθεσμίας κατάθεσης Υπομνήματος (Προτάσεις) οι διάδικοι μπορούν να καταθέσουν έγγραφη Προσθήκη-Αντίκρουση.  

Ζ. Προσδιορισμός Δικασίμου - Εγγραφή στο Πινάκιο

Μετά την παρέλευση των ως άνω προθεσμιών προσδιορίζεται η ημέρα συζήτησης µε εγγραφή της υπόθεσης σε πινάκιο.

Η εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο, το οποίο μπορεί να τηρείται και ηλεκτρονικά, γίνεται µε πρωτοβουλία του γραμματέα και ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Με πρωτοβουλία του γραμματέα μπορεί να γνωστοποιείται η δικάσιμος που ορίστηκε µε αποστολή ηλεκτρονικού µμηνύματος στη διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου των διαδίκων.

Η. Συζήτηση

Κατά την ορισμένη δικάσιμο η υπόθεση συζητείται µε την παρουσία των διαδίκων. Αναβολή της συζήτησης δεν επιτρέπεται.

Αν οι διάδικοι συμφωνούν, μπορούν να καταθέσουν κοινή δήλωση, που υπογράφεται από τους πληρεξούσιους δικηγόρους ότι δε θα παραστούν κατά την εκφώνηση. Τέτοια δήλωση μπορεί να γίνει και από έναν ή ορισμένους µόνο πληρεξουσίους. Η δήλωση αυτή παραδίνεται στην περίπτωση κοινής δήλωσης από έναν τουλάχιστον πληρεξούσιο δικηγόρο και στην περίπτωση μονομερούς δήλωσης από τον πληρεξούσιο δικηγόρο, στον αρμόδιο γραμματέα το αργότερο την παραμονή της δικασίμου και σημειώνεται αμέσως στο πινάκιο. Στις περιπτώσεις αυτές η συζήτηση περατώνεται µε μόνη την εκφώνηση της υπόθεσης. Μόνο δήλωση βίαιης διακοπής της δίκης είναι παραδεκτή.

Θ. Αποδεικτικά Μέσα

Ο Ειρηνοδίκης λαμβάνει υπόψη και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου. Νέοι ισχυρισμοί μπορούν να προταθούν μόνον εάν αποδεικνύονται εγγράφως ή µε δικαστική ομολογία του αντιδίκου ή προέκυψαν µμεταγενέστερα, αποδεικνυόμενοι µε την προσκομιδή μέχρι δύο (2) ενόρκων βεβαιώσεων.

Ι. Ματαίωση Συζήτησης

Αν κατά την εκφώνηση της υπόθεσης δεν εμφανίζονται όλοι οι διάδικοι ή εμφανίζονται, αλλά δεν µμετέχουν κανονικά στη συζήτηση, η συζήτηση ματαιώνεται.

Αν παρέλθουν (90) ημέρες από την ματαίωση χωρίς να ζητηθεί ο προσδιορισμός νέας συζήτησης, η υπόθεση διαγράφεται από το πινάκιο και η δίκη καταργείται.

ΙΑ. Ερημοδικία

Στην περίπτωση ερημοδικίας του εναγομένου, οι περιεχόμενοι στην αγωγή πραγματικοί ισχυρισμοί του ενάγοντος θεωρούνται ομολογημένοι, εκτός αν πρόκειται για γεγονότα για τα οποία δεν επιτρέπεται ομολογία, και η αγωγή γίνεται δεκτή, εφόσον κρίνεται νομικά βάσιμη και δεν υπάρχει ένσταση που εξετάζεται αυτεπαγγέλτως.

Αν η συζήτηση γίνεται με επιμέλεια του ενάγοντος και αυτός δεν λάβει μέρος κανονικά στη δίκη, το δικαστήριο συζητεί την υπόθεση χωρίς αυτόν και απορρίπτει την αγωγή.

Αν η συζήτηση γίνεται με την επιμέλεια του εναγόμενου ή εκείνου που άσκησε κύρια ή πρόσθετη παρέμβαση, εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 271, και σε περίπτωση ερημοδικίας του ενάγοντος απορρίπτεται η αγωγή.

ΙΒ. Ανακοπή κατά ερήμην απόφασης

Ανακοπή κατά απόφασης που έχει εκδοθεί ερήμην επιτρέπεται, αν εκείνος που δικάσθηκε ερήμην δεν κλητεύθηκε καθόλου ή δεν κλητεύθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα ή αν συντρέχει λόγος ανώτερης βίας.

Σύμφωνα με τα νέα άρθρα  421 έως 424 ΚΠολΔ,  μετά την τροποποίησή των με τον ν. 4842/2021, που εφαρμόζονται και στις εκκρεμείς υποθέσεις, οι ένορκες βεβαιώσεις λαμβάνονται ενώπιον α) ειρηνοδίκη, β) συμβολαιογράφου, γ) δικηγόρου, της έδρας του δικαστηρίου, ή της κατοικίας, ή της διαμονής του μάρτυρα, ή δ) ενώπιον του προξένου της κατοικίας, ή της διαμονής του μάρτυρα.

Α. Λήψη ένορκης βεβαίωσης –Αριθμός βεβαιώσεων 

 Η λήψη της ένορκης βεβαίωσης γίνεται νόμιμα, όταν ο διάδικος, που επιθυμεί την λήψη της, επιδώσει (2) τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από την βεβαίωση στον αντίδικο κλήση, στην οποία πρέπει να αναφέρει το δικόγραφο που αφορά η βεβαίωση, τον τόπο, ημέρα και ώρα που θα δοθεί, το ονοματεπώνυμο, το επάγγελμα και την διεύθυνση της κατοικίας του μάρτυρα. Δεν επιτρέπεται η λήψη ενόρκων βεβαιώσεων πάνω από (3) για κάθε διάδικο και (2) για την αντίκρουση για κάθε βαθμό δικαιοδοσίας. Κατά την λήψη της δεν είναι υποχρεωτική η παράσταση των διαδίκων, οι οποίοι μπορούν να παρίστανται, εφόσον το επιθυμούν.

Β. Λήψη βεβαίωσης  ενώπιον δικηγόρου

Η ένορκη βεβαίωση, που λαμβάνεται ενώπιον δικηγόρου, δεν μπορεί να ληφθεί ενώπιον των πληρεξουσίων δικηγόρων των διαδίκων.

Αμέσως μετά την λήψη της ένορκης βεβαίωσης, ο δικηγόρος την αποστέλλει ηλεκτρονικά στον δικηγορικό σύλλογο στον οποίο ανήκει και λαμβάνει ηλεκτρονική απόδειξη λήψης. Με την ηλεκτρονική απόδειξη η ένορκη βεβαίωση αποκτά βέβαιη χρονολογία και µμοναδικό αριθμό. Ο δικηγόρος χορηγεί αντίγραφα της ένορκης βεβαίωσης μαζί µε την ως άνω ηλεκτρονική απόδειξη λήψης. Όμοια αντίγραφα χορηγεί και ο οικείος δικηγορικός σύλλογος µέσω της διαδικτυακής πύλης portal.olomeleia.gr.

Γ. Ποιες βεβαιώσεις δεν λαμβάνονται υπ όψιν

Η ένορκη βεβαίωση δεν λαμβάνεται υπ όψιν, ούτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, όταν

α) δεν έχει γίνει εμπρόθεσμη κλήση του αντιδίκου.

β) δίδεται ενώπιον άλλου από τα παραπάνω πρόσωπα, ή σε διαφορετικό τόπο, ημέρα και ώρα από αυτήν που αναφέρεται στην κλήση.

γ) η κλήση δεν αναφέρει το ονοματεπώνυμο του µμάρτυρα, ή το δικόγραφο που αφορά η βεβαίωση, τον τόπο, την ημέρα και την ώρα που θα δοθεί.

δ) όταν δεν τηρηθούν τα προβλεπόμενα για την λήψη της ενώπιον δικηγόρου.

Σε κάθε άλλη παρατυπία κατά την λήψης της, η ένορκη βεβαίωση λαμβάνεται υπ όψιν, εκτός αν συντρέχει δικονομική βλάβη του αντιδίκου.

Δ. Τηρούμενες διατάξεις

Κατά την λήψη της ένορκης βεβαίωσης πρέπει να τηρηθούν οι διατάξεις των άρθρων  393, 394, 398 παρ. 2, 399, 400, 402, 405, 407, 408, 409 παρ. 2, 411 και 413, για την ανεπίτρεπτη εξέταση, εξαιρέσεις μαρτυρίας, τρόπο εξέτασης του μάρτυρα. Ενστάσεις και αιτήσεις εξαίρεσης εκείνου, που δίδει την βεβαίωση, καταχωρίζονται στο προοίμιο της ένορκης βεβαίωσης, κρίνονται όμως από το Δικαστήριο.

 

 

 

Η παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής, σύμφωνα µε τις διατάξεις των άρθρων 294, 295 παρ.1, 297 και 299 ΚΠολΔ, μπορεί να γίνει, χωρίς συναίνεση του εναγομένου, πριν αυτός προχωρήσει στη συζήτηση της ουσίας της υπόθεσης και στην περίπτωση των άρθρων 237 και 238 ΚΠολΔ πριν από την κατάθεση προτάσεων από τον εναγόμενο. Η παραίτηση που γίνεται αργότερα είναι απαράδεκτη, εφ όσον ο εναγόμενος προβάλλει αντίρρηση και πιθανολογεί ότι έχει έννομο συμφέρον η δίκη να περατωθεί με έκδοση οριστικής απόφασης.

α) Η παραίτηση γίνεται με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά, ή με δικόγραφο που επιδίδεται στον αντίδικο, ή με δήλωση στις προτάσεις κατ’ άρθρα 237 και 238 ΚΠολΔ.

β) Ο πληρεξούσιος δικηγόρος δεν απαιτείται να έχει ειδική για την παραίτηση από το δικόγραφο πληρεξουσιότητα, γιατί αυτή κατ’ άρθρο 98 ΚΠολΔ απαιτείται μόνο για την παραίτηση από το σχετικό δικαίωμα.

γ) Η παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής έχει ως αποτέλεσμα ότι η αγωγή θεωρείται πως δεν ασκήθηκε και η δίκη καταργείται χωρίς να είναι αναγκαία η έκδοση απόφασης που να κηρύσσει την κατάργησή της (ΑΠ 793/2019, ΑΠ 471/2018).

Σημείωση.

Δεν αποκλείεται, όμως, και η έκδοση απόφασης του δικαστηρίου που να αναγνωρίζει το κύρος της παραίτησης και να κηρύσσει καταργημένη την δίκη, οπότε με την απόφαση αυτή γίνεται και η εκκαθάριση των δικαστικών εξόδων, εφ όσον υποβλήθηκε σχετικό αίτημα, το οποίο δεν είναι απαραίτητο να συνοδεύεται από κατάλογο των εξόδων. Στην περίπτωση αυτή η εκκαθάριση των δικαστικών εξόδων γίνεται κατά την διαδικασία των άρθρων 614 επ. ΚΠολΔ από το Μονομελές Πρωτοδικείο ή από το Ειρηνοδικείο. Σύμφωνα δε με την διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 295 ΚΠολΔ, εάν ασκηθεί πάλι η ίδια αγωγή, ο εναγόμενος μπορεί να αρνηθεί να απαντήσει, εμποδίζοντας έτσι την πρόοδο της δίκης, μέχρι να καταβληθούν τα έξοδα της πρώτης δίκης, υπό την προϋπόθεση ότι ο εναγόμενος υποβλήθηκε σε έξοδα για την πρώτη αγωγή και ότι έγινε εκκαθάριση των εξόδων αυτών, ή ότι ο ενάγων δεν αμφισβητεί τα έξοδα που τον βαρύνουν από την προηγούμενη δίκη, τα οποία ο εναγόμενος πρέπει ακριβώς να προσδιορίζει, ή να αναφέρει το είδος των διαδικαστικών πράξεων που επιχειρήθηκαν, γιατί διαφορετικά η ένσταση είναι αόριστη και δεν επιδέχεται δικαστική εκτίμηση.

Η παραίτηση από το δικόγραφο της έφεσης, σύμφωνα µε την διάταξη του άρθρου 524 παρ. 1 ΚΠολΔ και των εφαρμοζομένων διατάξεων των άρθρων 294, 295 παρ. 1, 297 και 299 ΚΠολΔ, μπορεί να γίνει, χωρίς την συναίνεση του αντιδίκου του παραιτουμένου, πριν από την έναρξη της προφορικής συζήτησης της υπόθεσης, ή με δικόγραφο που επιδίδεται στον αντίδικο του παραιτουμένου, ή με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά, είτε από τον ίδιο τον διάδικο, είτε από τον κατ’ άρθρο 96 ΚΠολΔ πληρεξούσιο δικηγόρο του παραιτουμένου.

α) Ο πληρεξούσιος δικηγόρος  δεν απαιτείται να έχει ειδική για την παραίτηση από το δικόγραφο πληρεξουσιότητα, γιατί αυτή κατ’ άρθρο 98 ΚΠολΔ απαιτείται μόνο για την παραίτηση από το σχετικό δικαίωμα.

β) Για το κύρος της παραίτησης δεν απαιτείται επίδοση του δικογράφου της έφεσης, ούτε κλήτευση του εφεσιβλήτου, αφού αυτός και αν είχε κληθεί και παρίστατο δεν θα μπορούσε να αντιταχθεί στην παραίτηση αυτή.

γ) Η παραίτηση έχει ως συνέπεια ότι η έφεση θεωρείται ότι δεν ασκήθηκε και επιφέρει αντίστοιχη, ανάλογη με το περιεχόμενο και την έκταση της, κατάργηση της δίκης ( ΑΠ 1641/2017, ΑΠ 593/2014, ΑΠ 153/2011).

δ) Δήλωση παραίτησης που γίνεται με τις προτάσεις δεν είναι νόμιμη και δεν παράγει αποτελέσματα (ΑΠ 1730/2014).

Για πρώτη φορά στην Χώρα μας, κατόπιν επιταγής του ενωσιακού δικαίου, επιχειρήθηκε με τον νόμο 4829/2021 νομοθετική πρωτοβουλία για την ρύθμιση του παγκόσμιου φαινομένου άσκησης επιρροής από ομάδες συμφερόντων (εταιρείες, σωματεία, βιομηχανικοί σύνδεσμοι, εμπορικά επιμελητήρια, κλπ), που ξοδεύουν μεγάλα ποσά για να ασκήσουν επιρροή στις κυβερνητικές αποφάσεις για την εξυπηρέτηση των δικών τους συμφερόντων, με στόχο την αναχαίτιση των φαινομένων αδιαφάνειας, διαφθοράς και αθέμιτων πρακτικών.

Με την νομοθετική πρωτοβουλία θεσμοθετήθηκε το νομικό πλαίσιο της νόμιμης άσκησης επιρροής από τις ομάδες επιρροής για την εμπέδωση μίας νοοτροπίας διαφάνειας και ακεραιότητας στην Δημόσια Διοίκηση. Το νομικό πλαίσιο επικρίθηκε από μεγάλη μερίδα της νομοθετικής λειτουργίας ως άτολμο και ελλιπές, γεγονός, όμως, είναι, ανεξάρτητα αν χρειάζονται μεταγενέστερες βελτιώσεις και τροποποιήσεις, ότι για πρώτη φορά στην Χώρα μας επιχειρήθηκε σχετική ρύθμιση.

Α. Έτσι χωρίς να προσδιοριστούν άμεσα οι «ομάδες άσκησης επιρροής συμφερόντων»,  αυτές προσδιορίστηκαν έμμεσα με βάση την δραστηριότητα που ασκούν κατά την άσκηση επιρροής. Ως τέτοια (δραστηριότητα επιρροής)προσδιορίστηκε η κάθε είδους άμεση επικοινωνία «εκπροσώπου συμφερόντων» µε θεσμικούς φορείς (δηλαδή, με τους φορείς που ασκούν νομοθετική ή εκτελεστική λειτουργία, με τα µέλη ή τους υπαλλήλους των, είτε δρουν ατοµικά ή συλλογικά), η οποία αποσκοπεί να επηρεάσει την διαδικασία λήψης απόφασης, ιδίως, ως προς στο περιεχόμενο νόμου, προεδρικού διατάγματος, υπουργικής απόφασης, άλλης κανονιστικής διοικητικής πράξης ή εγκυκλίου και η οποία διεξάγεται µε αμοιβή, στο πλαίσιο εκπροσώπησης των «συμφερόντων του πελάτη» (δηλαδή του φυσικού ή νομικού προσώπου, το οποίο έχει αναθέσει στον «εκπρόσωπο συμφερόντων» (δηλαδή στο φυσικό ή νομικό πρόσωπο, το είναι εγγεγραμμένο στο Μητρώο Διαφάνειας και το οποίο ασκεί δραστηριότητα επιρροής µε αμοιβή, µέσω οιασδήποτε μορφής επικοινωνίας του (προφορικής, γραπτής ή ηλεκτρονικής) και κατόπιν δικής του πρωτοβουλίας, να ασκεί δραστηριότητα επιρροής.

Β. Στον ορισμό της «δραστηριότητας επιρροής» δεν εμπίπτει η επικοινωνία που λαμβάνει χώρα στο πλαίσιο

α) πρόσκλησης από τους θεσμικούς φορείς για παροχή ενημέρωσης κατά την διαδικασία λήψης απόφασης,

β) νομικής ή άλλου είδους επαγγελματικής εκπροσώπησης, που αποσκοπεί στην άσκηση δικαιωμάτων, όπως ιδίως τα δικαιώματα πληροφόρησης, ακρόασης και προσφυγής σε κάθε διαδικασία,

γ) συλλογικών διαπραγματεύσεων µε µέλη συνδικαλιστικών οργανώσεων, όπως προβλέπονται από την εργατική νοµοθεσία, εφόσον δρουν υπό την ιδιότητα αυτή,

δ) συζήτησης µε µέλη διπλωματικής αποστολής ή προξενικής αρχής, ή µε εκπροσώπους κρατών µελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ή τρίτων χωρών, ή µε εκπροσώπους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ή άλλων ευρωπαϊκών και διεθνών οργανισμών, εφόσον δρουν υπό την επίσημη ιδιότητά τους.

Γ. Οι «εκπρόσωποι συμφερόντων» κατά την άσκηση δραστηριότητας επιρροής οφείλουν να ενεργούν µε ακεραιότητα, διαφάνεια και υπευθυνότητα. Ειδικότερα, υποχρεούνται

α) να γνωστοποιούν την ιδιότητά τους ως εκπρόσωποι συμφερόντων, την εγγραφή τους στο Μητρώο Διαφάνειας και την ταυτότητα του πελάτη τους, καθώς και να ενημερώνουν για τον σκοπό της δραστηριότητας επιρροής,

β) να αποφεύγουν οποιαδήποτε επικοινωνία, που δύναται να δημιουργήσει κατάσταση σύγκρουσης συμφερόντων,

γ) να απέχουν από την άσκηση οποιασδήποτε µμορφής αθέμιτης επιρροής ή πίεσης,

δ) να µην αποσπούν πληροφορίες µε αθέμιτο ή παράνομο τρόπο, να µη διαστρεβλώνουν και να µη χειραγωγούν διαθέσιμες πληροφορίες,

ε) να µη χρησιμοποιούν και να µη δημοσιοποιούν τις πληροφορίες που λαμβάνουν από θεσμικούς φορείς για εμπορικούς ή διαφημιστικούς σκοπούς,

στ) να µην προσφέρουν στους θεσμικούς φορείς οποιασδήποτε φύσης αθέμιτο ωφέλημα, συμπεριλαμβανομένων των δώρων, της φιλοξενίας, της χορηγίας, της δωρεάς ή άλλων διευκολύνσεων,

ζ) να υποβάλλουν αληθή και έγκυρα στοιχεία στο Μητρώο Διαφάνειας και στην ετήσια δήλωση και να τα επικαιροποιούν ,

η) να διατηρούν πληροφορίες σχετικές µε τις δραστηριότητες επιρροής για χρονικό διάστημα (3) ετών και να τις θέτουν στη διάθεση της Εποπτεύουσας Αρχής, εφ όσον ζητηθούν.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ 1

Οι θεσμικοί φορείς, οι σύζυγοι ή οι συμβιούντες με τους θεσμικούς φορείς, δεν επιτρέπεται να ασκούν δραστηριότητα επιρροής κατά την διάρκεια της θητείας τους και για (18) µμήνες μετά από την αποχώρηση από τη θέση τους.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ 2

Σε περίπτωση παραβίασης των παραπάνω υποχρεώσεων η Εποπτεύουσα Αρχή (η Εθνική Αρχή Διαφάνειας)προβαίνει στην επιβολή των κάτωθι κυρώσεων, σωρευτικά ή διαζευκτικά

α) σύσταση, ή πρόταση συμμόρφωσης, εντός συγκεκριμένης προθεσμίας,

β) πρόστιμο ύψους από (5.000) έως (20.000) ευρώ, και σε περίπτωση επανειλημμένης τέλεσης παραβιάσεων πρόστιμο ύψους από (20.000) έως (40.000) ευρώ.

γ) αναστολή άσκησης δραστηριοτήτων επιρροής για χρονικό διάστημα από (6) µμήνες έως (2) έτη,

δ) προσωρινή διαγραφή από το Μητρώο και απαγόρευση επανεγγραφής για χρονικό διάστημα από (6) μήνες έως και (2) έτη,

ε) οριστική διαγραφή από το Μητρώο.

Για όσο χρόνο διαρκεί η αναστολή, ή η προσωρινή διαγραφή από το Μητρώο, ο εκπρόσωπος συμφερόντων δεν µμπορεί να ασκήσει δραστηριότητα επιρροής. Σε περίπτωση άσκησης δραστηριότητας επιρροής παρά την αναστολή, ή την προσωρινή διαγραφή, επιβάλλεται πρόστιμο.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ 3

Ο νόμος ρυθμίζει επιπλέον το θέμα παροχής δώρων, παροχών, ωφεληµάτων και φιλοξενίας στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, στον Πρωθυπουργό, Αντιπρόεδρο της Κυβέρνησης, στους Υπουργούς, Υπουργούς Επικρατείας, Αναπληρωτές Υπουργών και τους Υφυπουργούς.

Έτσι οι παραπάνω απαγορεύεται

α) να αποδέχονται δώρα, παροχές, ή άλλα ωφελήματα, που τους προσφέρονται στο πλαίσιο άσκησης των καθηκόντων τους, ή τα οποία µμπορεί να θεωρηθεί ότι συνδέονται µε οποιονδήποτε τρόπο µε την άσκηση των καθηκόντων τους, εκτός αν η εκτιμώμενη αξία τους δεν υπερβαίνει τα (200) ευρώ, οπότε δύναται να περιέλθουν στην κυριότητά τους, εκτός αν δηλώσουν το αντίθετο. Οι παραπάνω µμπορούν, όμως, να αποδέχονται αντικείμενα που τους προσφέρονται ως δώρα λόγω της θεσμικής τους ιδιότητας κατά τους κανόνες της εθιμοτυπίας, ή για λόγους αβρότητας και ευγένειας και,

β) να αποδέχονται φιλοξενία, που τους προσφέρεται στο πλαίσιο άσκησης των καθηκόντων τους, ή που µμπορεί να θεωρηθεί ότι συνδέεται µε οποιονδήποτε τρόπο µε την άσκηση αυτών, εκτός αν πρόκειται για φιλοξενία που τους προσφέρεται λόγω της θεσμικής τους ιδιότητας για λόγους αβροφροσύνης, ή σύμφωνα µε την διπλωματική πρακτική. Παρουσία κατόπιν προσκλήσεως σε εκδηλώσεις, κατά τις οποίες τα παραπάνω πρόσωπα καλούνται λόγω της θεσμικής τους ιδιότητας, δεν θεωρείται φιλοξενία.

Τα αντικείμενα που προσφέρονται ως δώρα κατά τα παραπάνω περιέρχονται στην κυριότητα του Δημοσίου και τελούν υπό την διοίκηση και την διαχείριση της Προεδρίας της Δημοκρατίας, ή της Προεδρίας της Κυβέρνησης, αντίστοιχα.

Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 1047 παρ. 1 ΚΠολΔ, ως ισχύει, προσωπική κράτηση δύναται να διαταχθεί και σε απαιτήσεις από αδικοπραξία.  Η διάταξη αυτή δεν καταργήθηκε από την διάταξη του άρθρου 11 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα του ΟΗΕ, που κυρώθηκε με τον ν. 2462/1997 και κατά το οποίο, «Κανείς δεν φυλακίζεται αποκλειστικά λόγω της αδυναμίας του να εκπληρώσει συμβατική υποχρέωση». Η διάταξη αυτή αναφέρεται μόνο στις συμβατικές ενοχές και όχι στις αδικοπρακτικές και δεν μπορεί να εφαρμοσθεί αναλόγως και επί των τελευταίων, γιατί είναι διαφορετικές οι προϋποθέσεις και η εσωτερική απαξία του αδικήματος από εκείνες της συμβατικές παράβασης. Εξάλλου, η προσωπική κράτηση ως μέσο εκτελέσεως αποφάσεων, που επιδικάζουν απαιτήσεις γενικώς, δεν αντίκειται στο Σύνταγμα και την ΕΣΔΑ (ΑΠ 29/2020, ΑΠ 219/2020).

Α. Επομένως και σύμφωνα με διατάξεις των άρθρων 297, 298 και 914 επ. ΑΚ, ο κομιστής ακάλυπτης επιταγής μπορεί μαζί με την αγωγή από το αδίκημα της ακάλυπτης επιταγής, να σωρεύσει και αίτημα προσωπικής κράτησης κατά του εναγομένου εκδότη της επιταγής με βάση τις διατάξεις περί αδικοπραξιών (ΑΠ 495/2010, ΕφΠειρ 219/2015).

Β. Για την θεμελίωση της αγωγής από αδικοπραξία απαιτείται ο ενάγων να επικαλεσθεί ότι ο εκδότης-εναγόμενος εξέδωσε επιταγή χωρίς να υπάρχουν διαθέσιμα  κεφάλαια κατά τον χρόνο έκδοσης, ή πληρωμής, δόλια, δηλαδή, ενώ γνώριζε ότι δεν είχε αντίστοιχα με την αξία της διαθέσιμα κεφάλαια στην πληρώτρια Τράπεζα κατά τον χρόνο έκδοσης, ή πληρωμής και ότι η επιταγή αυτή εμφανίσθηκε εμπρόθεσμα, δηλαδή εντός προθεσμίας οκτώ ημερών.

Γ. Δεν είναι απαραίτητο στοιχείο της αγωγής η βεβαίωση της μη πληρωμής της επιταγής με διαμαρτυρικό, ή με έγγραφη δήλωση του πληρωτή, γραφόμενη επί του τίτλου, ή με δήλωση γραφείου συμψηφισμού, πράγμα που επιβάλλεται με βάση το άρθρο 40 του ν. 5960/1933 για την εξ επιταγής αγωγή, αρκεί ο ενάγων να επικαλεσθεί ότι ο εκδότης-εναγόμενος εξέδωσε επιταγή χωρίς να υπάρχουν διαθέσιμα  κεφάλαια κατά τον χρόνο έκδοσης, ή πληρωμής, δόλια (ΑΠ 687/2010, ΑΠ 571/2010, ΑΠ  219/2020).

Δ. Δικαιούχος να εγείρει την αγωγή είναι όχι μόνον ο κομιστής της επιταγής κατά τον χρόνο της εμφάνισής της (τελευταίος κομιστής), αλλά και κάθε υπογραφέας που πλήρωσε την επιταγή ως εξ αναγωγής υπόχρεος και έγινε κομιστής, αφού αυτός υφίσταται τελικά την ζημία από την μη πληρωμή της επιταγής, η δε ζημία αυτού είναι απότοκος της παράνομης συμπεριφοράς του εκδότη και τελεί σε πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια με αυτή.

Ε. Ο εκδότης της ακάλυπτης επιταγής ευθύνεται ακόμη και αν αυτή είναι μεταχρονολογημένη, οπότε ευθύνεται κατά τα άρθρα 28, 29 παρ. 1 και 4 και 56 ν. 5960/1933, αν η επιταγή εμφανισθεί προς πληρωμή οποτεδήποτε εντός του χρονικού διαστήματος, που αρχίζει από την επομένη της ημέρας που πραγματικώς εκδόθηκε και λήγει την όγδοη ημέρα μετά την αναγραφόμενη στο σώμα της επιταγής ημεροχρονολογία έκδοσης (ΑΠ 29/2007, ΑΠ  29/2020).

ΣΤ. Η αποδοχή της αίτησης προσωπικής κράτησης είναι δυνητική και εναπόκειται στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να διατάξει, ή όχι, την προσωπική κράτηση του εκδότη (ή του νομίμου εκπροσώπου του νομικού προσώπου), ως μέσο αναγκαστικής εκτέλεσης και να καθορίσει την διάρκειά της. Η κρίση του Δικαστηρίου προσδιορίζεται με βάση ορισμένα ουσιαστικά κριτήρια και ιδίως, ανάλογα με την βαρύτητα της πράξης και τις συνέπειές της, τον βαθμό του πταίσματος του εναγομένου, την φερεγγυότητα του, την απόκρυψη περιουσιακών του στοιχείων, την κοινωνικοοικονομική κατάσταση των διαδίκων (φυσικών προσώπων) και γενικά τις ιδιαίτερες συνθήκες και λοιπές συντρέχουσες περιστάσεις (ΑΠ 25/2000, ΕφΠειρ 29/2007). Μόνη η οικονομική αδυναμία προς εκπλήρωση της χρηματικής του υποχρέωση δεν τον απαλλάσσει από την προσωπική του κράτηση (ΑΠ 257/2008, ΜονΕφΠειρ 497/2020).

Ζ. Η διαταγή πληρωμής, που εκδόθηκε για απαίτηση από επιταγή, που στηρίζεται στις διατάξεις των άρθρων 40 και 45 του νόμου περί επιταγής, δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί και ως εκτελεστός τίτλος για την απαγγελία προσωπικής κράτησης σε βάρος του εκδότη της επιταγής για απαίτηση από αδικοπραξία (ΜονΕφΛαρ 282/2018).

Δεν επιτρέπεται η  προσωπική κράτηση εμπόρου για εμπορικά χρέη, γιατί η διάταξη του άρθρου 1047 παρ.1 εδ. α ΚΠολΔ, που το προέβλεπε, καταργήθηκε. Επομένως, προσωπική κράτηση κατά εμπόρου, που εξέδωσε επιταγή που δεν πληρώθηκε και για την οποία εκδόθηκε διαταγή πληρωμής δεν είναι πλέον δυνατή (ΑΠ 976/2015).

Α. Το αίτημα προσωπικής κράτησης κατά εμπόρου μπορεί να στηριχθεί στην αδικοπραξία από την έκδοση της ακάλυπτης επιταγής. Αδικοπραξία τελούν οι έμποροι, σύμφωνα με τις  διατάξεις των άρθρων 297, 298 και 914 επ. ΑΚ, όταν εκδίδουν ακάλυπτη επιταγή, ζημιώνοντας παράνομα και υπαίτια άλλον.

Β. Η διαταγή πληρωμής, που εκδόθηκε για απαίτηση από επιταγή, που στηρίζεται στις διατάξεις των άρθρων 40 και 45 του νόμου περί επιταγής, δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί και ως εκτελεστός τίτλος για την απαγγελία προσωπικής κράτησης σε βάρος του εκδότη της επιταγής για απαίτηση από αδικοπραξία (ΜονΕφΛαρ 282/2018).

Γ. Για την θεμελίωση της αγωγής από αδικοπραξία απαιτείται ο ενάγων να επικαλεσθεί ότι ο εκδότης-εναγόμενος εξέδωσε επιταγή χωρίς να υπάρχουν διαθέσιμα  κεφάλαια κατά τον χρόνο έκδοσης, ή πληρωμής, δόλια, δηλαδή, ενώ γνώριζε ότι δεν είχε αντίστοιχα με την αξία της διαθέσιμα κεφάλαια στην πληρώτρια Τράπεζα κατά τον χρόνο εκδόσεως ή πληρωμής και ότι η επιταγή αυτή εμφανίσθηκε εμπρόθεσμα, δηλαδή εντός προθεσμίας οκτώ ημερών.

Δ. Δεν είναι απαραίτητο στοιχείο της αγωγής από αδικοπραξία, η βεβαίωση της μη πληρωμής της επιταγής με διαμαρτυρικό, ή με έγγραφη δήλωση του πληρωτή, γραφόμενη επί του τίτλου, ή με δήλωση γραφείου συμψηφισμού, πράγμα που επιβάλλεται με βάση το άρθρο 40 του ν. 5960/1933 για την εξ επιταγής αγωγή, αρκεί ο ενάγων να επικαλεσθεί ότι ο εκδότης-εναγόμενος εξέδωσε επιταγή χωρίς να υπάρχουν διαθέσιμα  κεφάλαια κατά τον χρόνο έκδοσης, ή πληρωμής, δόλια (ΑΠ 687/2010, ΑΠ 571/2010, ΑΠ  219/2020).

Ε. Η αποδοχή της αίτησης προσωπικής κράτησης είναι δυνητική και εναπόκειται στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να διατάξει, ή όχι, την προσωπική κράτηση του εκδότη-εμπόρου, (ή του νομίμου εκπροσώπου του νομικού προσώπου), ως μέσο αναγκαστικής εκτέλεσης και να καθορίσει την διάρκειά της. Η κρίση του Δικαστηρίου προσδιορίζεται με βάση ουσιαστικά κριτήρια και ιδίως, ανάλογα με την βαρύτητα της πράξης και τις συνέπειές της, τον βαθμό του πταίσματος του εναγομένου, την φερεγγυότητα του, την απόκρυψη περιουσιακών του στοιχείων, την κοινωνικοοικονομική κατάσταση των διαδίκων (φυσικών προσώπων) και γενικά τις ιδιαίτερες συνθήκες και λοιπές συντρέχουσες περιστάσεις (ΑΠ 25/2000, ΕφΠειρ 29/2007).  Μόνη η οικονομική αδυναμία του εμπόρου, όμως, να  εκπληρώσει την χρηματική του υποχρέωση δεν τον απαλλάσσει από την προσωπική του κράτηση (ΑΠ 257/2008, ΜονΕφΠειρ 497/2020).

ΣΤ. Ο εκδότης της ακάλυπτης επιταγής είναι υποχρεωμένος να αποζημιώσει τον κομιστή της, ακόμη και αν αυτή είναι μεταχρονολογημένη, οπότε ευθύνεται κατά τα άρθρα 28, 29 παρ. 1 και 4 και 56 ν. 5960/1933, αν η επιταγή εμφανισθεί προς πληρωμή οποτεδήποτε εντός του χρονικού διαστήματος, που αρχίζει από την επομένη της ημέρας που πραγματικώς εκδόθηκε και λήγει την όγδοη ημέρα μετά την αναγραφόμενη στο σώμα της επιταγής ημεροχρονολογία εκδόσεως (ΑΠΟλομ ΑΠ 29/2007, ΑΠ  29/2020).

Ζ. Δικαιούχος της αξίωσης είναι όχι μόνον ο κομιστής της επιταγής κατά τον χρόνο της εμφάνισής της (τελευταίος κομιστής), αλλά και κάθε υπογραφέας που πλήρωσε την επιταγή ως εξ αναγωγής υπόχρεος και έγινε κομιστής, αφού αυτός υφίσταται τελικά την ζημία από την μη πληρωμή της επιταγής, η δε ζημία αυτού είναι απότοκος της παράνομης συμπεριφοράς του εκδότη και τελεί σε πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια με αυτή.

Η διάταξη του άρθρου 1047 παρ. 1 ΚΠολΔ, ως ισχύει, ορίζει ότι «Προσωπική κράτηση διατάσσεται στις περιπτώσεις που ορίζει ρητώς ο νόμος. Μπορεί να διαταχθεί επίσης και για απαιτήσεις από αδικοπραξία». Η διάταξη αυτή δεν καταργήθηκε από την διάταξη του άρθρου 11 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα του ΟΗΕ, που κυρώθηκε με τον ν. 2462/1997, κατά το οποίο «Κανείς δεν φυλακίζεται αποκλειστικά λόγω της αδυναμίας του να εκπληρώσει συμβατική υποχρέωση». Η διάταξη αυτή αναφέρεται μόνο στις συμβατικές ενοχές και όχι στις αδικοπρακτικές και δεν μπορεί να εφαρμοσθεί αναλόγως και επί των τελευταίων, γιατί είναι διαφορετικές οι προϋποθέσεις και η εσωτερική απαξία του αδικήματος από εκείνες της συμβατικής παράβασης. Σημειώνεται ότι, η προσωπική κράτηση ως μέσο εκτελέσεως αποφάσεων, που επιδικάζουν απαιτήσεις γενικώς, δεν αντίκειται, ούτε στο Σύνταγμα, ούτε στην ΕΣΔΑ (ΑΠ 29/2020, ΑΠ 219/2020).

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι

Α. Προσωπική κράτηση δύναται να απαγγελθεί

1) Στις περιπτώσεις που ορίζει ρητώς ο νόμος.

α) Τέτοια περίπτωση π.χ. ορίζει το άρθρο 950 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν παρεμποδίζεται το δικαίωμα της επικοινωνίας του γονέα με το τέκνο, όπου, το δικαστήριο με την απόφαση που ρυθμίζει την επικοινωνία έχει τη δυνατότητα (και όχι υποχρέωση) να απειλήσει με χρηματική ποινή και προσωπική κράτηση εκείνον που εμποδίζει την επικοινωνία, εφαρμοζομένων των διατάξεων του άρθρου 947 ΚΠολΔ.

β) Σημειώνεται ότι σε όλες τις περιπτώσεις που ο νόμος απειλεί και προσωπική κράτηση ως μέσο εκτέλεσης για την ικανοποίηση ιδιωτικών απαιτήσεων, σταθμίζονται από το δικαστήριο οι συνθήκες της κάθε ατομικής περίπτωσης σε σχέση με το σκοπό που εξυπηρετεί το μέτρο της προσωπικής κράτησης  και το μέτρο λαμβάνεται μόνο, όταν τελεί σε εύλογη σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό και είναι όχι απλώς πρόσφορο, αλλά απόλυτα αναγκαίο για την ικανοποίηση της σχετικής απαίτησης, ώστε η αναμενόμενη ωφέλεια να μην υπολείπεται της βλάβης που θα προκαλέσει. Ουσιαστικά κριτήρια της δυνατότητας του δικαστηρίου να απαγγείλει προσωπική κράτηση, όπου ο νόμος ορίζει, χρησιμεύσουν το είδος, η βαρύτητα του ζημιογόνου γεγονότος, η καλή πίστη του υποχρέου, η φερεγγυότητα αυτού και κάθε άλλο συναφές στοιχείο (ΑΠ 1051/2012, ΑΠ 1380/201, ΜονΕφΠειρ 6/2017,  ΜονΕφΠειρ 12/2018).

2) Σε απαιτήσεις από αδικοπραξία.

α) Η προσωπική κράτηση σε απαιτήσεις από αδικοπραξία αποτελεί μέσο εκτέλεσης για την ικανοποίηση ιδιωτικών απαιτήσεων. Αδικοπραξία, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 914 επ. ΑΚ, είναι η πράξη κατά την οποία κάποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια. Προϋπόθεση εφαρμογής είναι ο παράνομος χαρακτήρας της πράξης και ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ του ζημιογόνου γεγονότος και της ζημίας.

β) Για την λήψη του μέτρου της προσωπικής κράτησης σταθμίζονται από το δικαστήριο οι συνθήκες της κάθε ατομικής περίπτωσης σε σχέση με τον σκοπό που εξυπηρετεί. Λαμβάνεται δε, μόνο, όταν τελεί σε εύλογη σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό και είναι όχι απλώς πρόσφορο, αλλά απόλυτα αναγκαίο για την ικανοποίηση της σχετικής απαίτησης, ώστε η αναμενόμενη ωφέλεια να μην υπολείπεται της βλάβης που θα προκαλέσει (ΑΠ 1051/2012, ΑΠ 1380/2013).

γ) Ουσιαστικά κριτήρια για την απαγγελία προσωπικής κράτησης είναι το είδος, η βαρύτητα του ζημιογόνου γεγονότος, η καλή ή κακή πίστη του υποχρέου ως προς την ικανοποίηση της απαίτησης, η απόκρυψη περιουσιακών στοιχείων, η φερεγγυότητα αυτού, η κοινωνικοοικονομική κατάσταση των διαδίκων (φυσικών προσώπων) και κάθε άλλο συναφές στοιχείο (ΑΠ 257/2008, ΕφΑθ 3071/2014 ΜονΕφΠειρ 6/2017, ΜονΕφΠειρ 497/2020).

Β. Προσωπική κράτηση δεν απαγγέλλεται

1) Για οφειλές από οικονομική αδυναμία του οφειλέτη να εκπληρώσει συμβατική υποχρέωσή του.

Δεν απαγγέλλεται προσωπική κράτηση, όταν ο οφειλέτης από οικονομική αδυναμία αδυνατεί να εκπληρώσει συμβατική υποχρέωσή του. Απαγορεύεται, δηλαδή, η οικονομική αδυναμία του οφειλέτη, να λειτουργήσει ως μέσο πίεσης για την είσπραξη της απαίτησης του δανειστή, δηλαδή ως μέσο έμμεσης αναγκαστικής εκτέλεσης, ειδικά όταν δεν τίθεται θέμα αφερεγγυότητας, ή απόκρυψης περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη, ή κακής πίστης αυτού ως προς την ικανοποίηση της απαίτησης του δανειστή (ΜονΕφΠειρ 8/2016, ΜονΕφΠειρ 12/2018).

2) Κατά εμπόρων για εμπορικά χρέη

α) Δεν επιτρέπεται η  προσωπική κράτηση εμπόρου για εμπορικά χρέη, γιατί η διάταξη του  άρθρου 1047 παρ.1 εδ. α ΚΠολΔ, που το προέβλεπε, καταργήθηκε (ΑΠ 976/2015). Επομένως, προσωπική κράτηση κατά εμπόρου, που εξέδωσε επιταγή που δεν πληρώθηκε και για την οποία εκδόθηκε διαταγή πληρωμής δεν είναι πλέον δυνατή.

β) Το αίτημα προσωπικής κράτησης κατά εμπόρου μπορεί να στηριχθεί μόνον στην αδικοπραξία από την έκδοση της ακάλυπτης επιταγής. Αδικοπραξία τελούν οι έμποροι, σύμφωνα με τις  διατάξεις των άρθρων 297, 298 και 914 επ. ΑΚ, όταν εκδίδουν ακάλυπτη επιταγή, ζημιώνοντας παράνομα και υπαίτια άλλον. Στην περίπτωση αυτή, όπως σε κάθε περίπτωση απαίτησης από αδικοπραξία, το δικαστήριο δύναται, δεν υποχρεούται, να απαγγέλει προσωπική κράτηση κατά του εκδότη, ή του νομίμου εκπροσώπου του νομικού προσώπου (ανώνυμες εταιρίες, εταιρίες περιορισμένης ευθύνης, ιδιωτικές κεφαλαιουχικές εταιρίες). Προς τούτο το δικαστήριο λαμβάνει υπ όψιν του την βαρύτητα της πράξης και τις συνέπειές της, τον βαθμό του πταίσματος του εμπόρου, την φερεγγυότητα του, την απόκρυψη περιουσιακών του στοιχείων, την κοινωνικοοικονομική κατάσταση των διαδίκων (φυσικών προσώπων) και γενικά τις ιδιαίτερες συνθήκες και λοιπές συντρέχουσες περιστάσεις (ΑΠ 25/2000, ΕφΠειρ 29/2007). Μόνη η οικονομική αδυναμία του εμπόρου, όμως, να  εκπληρώσει την χρηματική του υποχρέωση δεν τον απαλλάσσει από την προσωπική του κράτηση (ΑΠ 257/2008, ΜονΕφΠειρ 497/2020).

3) Για απαίτηση μικρότερη από (30.000) ευρώ.

4) Για απαίτηση δικαστικών εξόδων που επιδικάστηκαν από πολιτικό δικαστήριο.

5) Κατά προσώπων που συμπλήρωσαν το 65 έτος της ηλικίας τους.

6) Κατά ανηλίκων που τελούν υπό γονική μέριμνα, ή υπό επιτροπεία.

7) Κατά των προσώπων που έχουν τεθεί σε κατάσταση δικαστικής συμπαράστασης.

8) Κατά βουλευτών, όσο διαρκεί η βουλευτική περίοδος και τέσσερις εβδομάδες μετά τη λήξη της.

9) Κατά κληρικών κάθε βαθμού κάθε γνωστής θρησκείας.

Γ. Διάρκεια προσωπικής κράτησης

Έως ένα έτος.

Δ. Πως διατάσσεται η προσωπική κράτηση

α) Με αίτηση, που περιέχεται σε αγωγή για επιδίκαση της απαίτησης. Εκδικάζεται κατά την διαδικασία στην οποία υπάγεται η αγωγή.

β)  Με αυτοτελή αγωγή για απαγγελία προσωπικής κράτησης. Στην περίπτωση αυτή εκδικάζεται κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών των άρθρων 614 επ. και υπάγεται στο μονομελές πρωτοδικείο. Εισάγεται, είτε στο δικαστήριο της γενικής δωσιδικίας του εναγομένου, είτε στο δικαστήριο που είναι κατά τόπο αρμόδιο για την απαίτηση.

Ε. Εκτέλεση προσωπικής κράτησης

α) Η διάταξη για προσωπική κράτηση εκτελείται μόνο, αφ ότου η δικαστική απόφαση που την διατάζει γίνει τελεσίδικη και αφού προηγουμένως επιδοθεί σ' αυτόν που καταδικάστηκε. Όταν πρόκειται για εκπρόσωπο νομικού προσώπου, η προσωπική κράτηση δεν εκτελείται πριν περάσουν (3) ημέρες αφ ότου η απόφαση του επιδόθηκε.

β) Όποιος καταδικάστηκε σε προσωπική κράτηση συλλαμβάνεται από το δικαστικό επιμελητή, πάντα μπροστά σε μάρτυρα που προσλαμβάνεται για το σκοπό αυτό, και συντάσσεται σχετική έκθεση.  

γ) Η σύλληψη απαγορεύεται, α) στον τόπο όπου συνεδριάζει δικαστήριο και όσο διαρκεί η συνεδρίαση, β) σε καθιερωμένο τόπο ιερουργίας γνωστής θρησκείας και όσο διαρκεί η ιερουργία, γ) από 1 έως 31 Αυγούστου, δ) από 23 Δεκεμβρίου μέχρι 7 Ιανουαρίου του επόμενου έτους, ε) από τη Μεγάλη Δευτέρα μέχρι την Κυριακή του Θωμά και στ) την προηγούμενη και την επόμενη εβδομάδα των εκλογών για την ανάδειξη βουλευτών, αντιπροσώπων στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και Οργάνων Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Η απαγόρευση αυτή ισχύει και για επαναληπτικές εκλογές και μόνο για τις περιφέρειες που διεξάγονται τέτοιες.

ΣΤ. Αντιρρήσεις  προσωποκρατηθέντος

α) Αν, όποιος έχει συλληφθεί, προβάλει αντιρρήσεις κατά της προσωπικής κράτησης, προσάγεται αμέσως στον πρόεδρο πρωτοδικών στην περιφέρεια του οποίου έγινε η σύλληψη. Αυτός, δικάζοντας κατά τη διαδικασία των άρθρων 686 επ. αποφασίζει για τις αντιρρήσεις που μπορούν να υποβληθούν και προφορικά.

β) Αν δεν προβλήθηκαν αντιρρήσεις, ή αν απορρίφθηκαν, αυτός που έχει συλληφθεί οδηγείται στις φυλακές, όπου κρατείται σε χώρο διαφορετικό από εκείνον που προορίζεται για όσους είναι υπόδικοι ή κατάδικοι για αξιόποινες πράξεις. Μόνο ώσπου να τον οδηγήσουν στη φυλακή μπορεί να φυλαχθεί σε οποιαδήποτε άλλη φυλακή ή και σε οποιοδήποτε άλλο χώρο. Ο διευθυντής της φυλακής παραλαμβάνει εκείνον που έχει συλληφθεί μόνο αν του παραδοθεί η απόφαση που διατάζει την προσωπική του κράτηση και αντίγραφο της έκθεσης της σύλληψής του και του προκαταβληθούν, με απόδειξη, για ένα μήνα, τα τροφεία που ορίζονται με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης. Στον ίδιο διευθυντή προκαταβάλλονται, με απόδειξη, τα τροφεία κάθε επόμενου μήνα.

Ζ. Απόλυση προσωποκρατηθέντος

Ο προσωποκρατηθείς απολύεται

α) αν συμπληρώθηκε η διάρκεια της προσωπικής κράτησης, που ορίζει η απόφαση.

β) αν κατατεθεί στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων το χρέος για το οποίο επιβλήθηκε η προσωπική κράτηση μαζί με τους τόκους που οφείλονται ήδη και τα έξοδα της εκτέλεσης και κατατεθεί το γραμμάτιο στο γραμματέα του πρωτοδικείου στην περιφέρεια του οποίου βρίσκεται η φυλακή.

γ) αν συναινέσουν εγγράφως ο δανειστής που επέβαλε την προσωπική κράτηση και κάθε άλλος δανειστής που ζήτησε να παραταθεί η κράτηση,

δ) αν ο κρατούμενος συμπληρώσει το 65ο έτος της ηλικίας του και

ε) αν παραλείφθηκε η προκαταβολή των τροφείων.

Στις περιπτώσεις α), γ), και ε) η απόλυση γίνεται από το διευθυντή της φυλακής. Στις άλλες, με απόφαση του προέδρου πρωτοδικών στην περιφέρεια του οποίου βρίσκεται η φυλακή, ο οποίος δικάζει κατά τη διαδικασία των άρθρων 686 επ. Στην περίπτωση ε) η απόλυση γίνεται μόλις περάσει η ώρα 12 το μεσημέρι της τελευταίας ημέρας για την οποία πληρώθηκαν τροφεία και δεν επιτρέπεται νέα κράτηση του οφειλέτη για το ίδιο χρέος.

Η. Διαφορές περί την εκτέλεση της προσωπικής κράτησης

α) Κάθε διαφορά σχετική με την εκτέλεση της προσωπικής κράτησης υπάγεται, αν δεν ορίζεται διαφορετικά, στην αρμοδιότητα του πολυμελούς πρωτοδικείου στην περιφέρεια του οποίου εκτελείται. Ο πρόεδρος του δικαστηρίου αυτού ορίζει σύντομη δικάσιμο και την προθεσμία για να κλητευθεί ο αντίδικος εκείνου που προσφεύγει.

β) Η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας και της έφεσης κατά της απόφασης που εκδίδεται σύμφωνα με την προηγούμενη παράγραφο είναι πέντε ημέρες, αλλά ούτε αυτή ούτε και η άσκηση των ένδικων αυτών μέσων αναστέλλουν την εκτέλεση.

 

 

Από τα άρθρα 321, 322 και 324 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, η τελεσίδικη απόφαση αποτελεί δεδικασμένο, δηλαδή δεν επιτρέπεται να αμφισβητηθεί και να καταστεί αντικείμενο νέας δίκης το δικαίωμα που κρίθηκε και η δικαιολογική σχέση από την οποία αυτό έχει παραχθεί.

Α. Συγκεκριμένα καλύπτει, όχι μόνο το κριθέν δικαίωμα (δηλαδή την έννομη σχέση που διαγνώσθηκε), αλλά και την ιστορική αιτία που έγινε δεκτή από την απόφαση (υπό την έννοια των περιστατικών, τα οποία ήταν αναγκαία για τη διάγνωση της έννομης σχέσης), καθώς και την νομική αιτία (το νομικό χαρακτηρισμό που το δικαστήριο έδωσε στα πραγματικά περιστατικά, υπάγοντάς τα στην οικεία διάταξη νόμου) (AΠ 1369/2002, AΠ 1254/2002).

Β. Το δεδικασμένο δημιουργείται και όταν το αντικείμενο της δίκης, που διεξάγεται μεταξύ των ίδιων προσώπων, είναι διαφορετικό από εκείνο που ζητήθηκε στη δίκη που προηγήθηκε, έχει, ως αναγκαία προϋπόθεση την ύπαρξη του δικαιώματος που κρίθηκε στη δίκη εκείνη, τούτο δε συμβαίνει, όταν στη νέα δίκη πρόκειται να κριθεί η ίδια έννομη σχέση και το ίδιο νομικό ζήτημα με αυτό το οποίο κρίθηκε με την προηγούμενη απόφαση (ΑΠολ 15/1993, ΑΠ 25/2014).

Γ. Το δεδικασμένο παράγεται και από τελεσίδικη απόφαση που εκδίδεται επί αναγνωριστικής αγωγής, αφού και στην περίπτωση αυτή τέμνει την διαφορά, όπως και στην περίπτωση της καταψηφιστικής αγωγής, η έκταση δε αυτού προσδιορίζεται από το περιεχόμενο του αιτήματος που απευθύνθηκε προς το δικαστήριο (ΑΠ 313 / 2018).

Δ. Το δεδικασμένο αποκλείει την αμφισβήτηση σε νεώτερη δίκη, της έννομης σχέσης που αποτελεί τη βάση της αξίωσης, εφ όσον δεν επήλθε μεταβολή του νομικού καθεστώτος, που διέπει μια έννομη σχέση, ή των πραγματικών περιστατικών, που αποτελούν προϋπόθεση της σχέσης αυτής (ΑΠ 11 74/1999, ΑΠ 166/1999). Η εν λόγω απαγόρευση ενεργεί τόσο θετικά, με την έννοια ότι το δικαστήριο ενώπιον του οποίου ανακύπτει, εξ αφορμής άλλης δίκης, είτε ως κύριο, είτε ως προδικαστικό ζήτημα, το δίκαιο που κρίθηκε με τελεσίδικη απόφαση, οφείλει να θέσει ως βάση της απόφασης το δεδικασμένο, που προκύπτει από την απόφαση αυτή, λαμβάνοντάς το ως αμάχητη αλήθεια, έστω και αν η τελεσίδικη αυτή κρίση είναι σφαλερή (ΑΠ 800/1994), όσο και αρνητικά με την έννοια ότι απαγορεύεται η συζήτηση νέας αγωγής για το ίδιο δικαίωμα για την ύπαρξη του οποίου υπάρχει δεδικασμένο (ΑΠ 1025/1993, Eφ.Θεσ. 564/2001).

Ε. Η ανωτέρω ενέργεια του δεδικασμένου σε μεταγενέστερη δίκη προϋποθέτει, ότι η νέα αυτή δίκη αναφέρεται στο ίδιο αντικείμενο και στηρίζεται στην ίδια ιστορική και νομική αιτία, δηλαδή στο ίδιο νομικό γεγονός το παραγωγικό, τροποποιητικό, καταργητικό ή αποσβεστικό της συγκεκριμένης έννομης σχέσης (ΑΠ 839/1999, ΑΠ 1198/1997, ΕφΠειρ 51/2010).

ΣΤ. Το δεδικασμένο καλύπτει και το προδικαστικό ζήτημα που κρίθηκε, το ζήτημα, δηλαδή, που κρίθηκε παρεμπιπτόντως και αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση του κυρίου ζητήματος, αν το δικαστήριο ήταν καθ ύλην αρμόδιο να αποφασίσει για το παρεμπίπτον αυτό ζήτημα ( ΑΠ 2168/2014).

Ζ. Το δεδικασμένο καλύπτει, επίσης, και τις ενστάσεις που προτάθηκαν, όπως και εκείνες που δεν προτάθηκαν ενώ μπορούσαν να προταθούν και οι οποίες δεν στηρίζονται σε αυτοτελές δικαίωμα και δεν μπορούν ως εκ τούτου να ασκηθούν με κύρια αγωγή (ΑΠ 2168/2014).

Η. Το δεδικασμένο δεν καλύπτει, όμως, τις μη προταθείσες ενστάσεις (ή προταθείσες που απορρίφθηκαν ως απαράδεκτες) οι οποίες στηρίζονται σε αυτοτελές δικαίωμα που μπορεί να ασκηθεί και με κύρια αγωγή. Πρόκειται για τις γνήσιες μη αυθύπαρκτες ενστάσεις, ως στηριζόμενες σε άλλο, διαφορετικό δικαίωμα, για το οποίο μπορεί να ασκηθεί κύρια αγωγή. Τέτοιες ενστάσεις είναι, του συμψηφισμού, της επίσχεσης, του μη εκπληρωθέντος συναλλάγματος (μη εκπλήρωσης της σύμβασης), καθώς και το δικαίωμα του πωλητή να του επιστραφεί το πράγμα αν ο αγοραστής ασκήσει δικαίωμα υπαναχώρησης λόγω ελαττωμάτων του πράγματος και η σχετική αγωγή του γίνει τελεσιδίκως δεκτή. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, μεταξύ των στοιχείων του πραγματικού του κανόνα δικαίου στον οποίο θεμελιώνεται η ένσταση περιλαμβάνεται και ένα διαφορετικό, αυτοτελές δικαίωμα, όπως η ανταπαίτηση στην ένσταση του συμψηφισμού (ΑΚ 440 επ.), η συναφής αξίωση στην ένσταση επισχέσεως (ΑΚ 325) κλπ. Το δικαίωμα αυτό βαίνει παραλλήλως προς το δικαίωμα που ασκήθηκε με την κριθείσα αγωγή και δεν εξαρτάται από αυτό, ούτε τούτο εξαρτάται από εκείνο, δυνάμενο να ασκηθεί και με κύρια αγωγή και να κριθεί σε άλλη δίκη (ΑΠ 2168/2014).

 

Κατά την διάταξη του άρθρου 922 ΑΚ, ο προστήσας κάποιον άλλο σε μία υπηρεσία ευθύνεται για την ζημία που ο προστηθείς προξένησε σε τρίτον παράνομα κατά την υπηρεσία του.

Α. Κατά την έννοια της διατάξεως πρόστηση είναι η τοποθέτηση, διορισμός, χρησιμοποίηση από κάποιο πρόσωπο (του προστήσαντος) ενός άλλου προσώπου φυσικού ή νομικού (του προστηθέντος) σε θέση ή απασχόληση, που αποβλέπει στην διεκπεραίωση υπόθεσης και γενικότερα στην εξυπηρέτηση των επαγγελματικών, οικονομικών ή άλλων συμφερόντων του πρώτου.

Β. Δικαιολογητικός λόγος της καθιέρωσης της ευθύνης του προστήσαντος είναι η ωφέλεια την οποία ο προστήσας αποκομίζει από την ανάμιξη του προστηθέντος, τον οποίον εντάσσει στο πεδίο της δραστηριότητας του. Με την χρησιμοποίηση τρίτων προσώπων ο προστήσας επεκτείνει το πεδίο της δράσης του.

Γ. Είναι, επομένως, εύλογο να φέρει αυτός την ευθύνη και τους κινδύνους που προκύπτουν από την δραστηριότητα των χρησιμοποιούμενων προσώπων, αφού αυτός καρπώνεται και τα οφέλη της. Σημειώνεται ότι, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 481, 486 και 926 ΑΚ, αν συντρέχει η αντικειμενική ευθύνη του προστήσαντος για τις ζημίες που παρανόμως και υπαιτίως προκάλεσε ο προστηθείς, ο προστηθείς ευθύνεται σε ολόκληρο με τον προστήσαντα (ΑΠ 355/2013, ΑΠ 1359/2019).

Δ. Η σχέση πρόστησης έχει τέτοια ευρύτητα, ώστε καλύπτει κάθε εκούσια χρησιμοποίηση άλλου προσώπου και μπορεί να στηρίζεται δικαιοπραξία, σε σύμβαση με την στενή έννοια του όρου, σε σύμβαση εργασίας, έργου, εντολής. Μπορεί να στηρίζεται σε σχέση καθαρώς πραγματική, ή σε σχέση φιλική, ή συγγενική ΑΠ 1003/2011, ΑΠ 1976/2017).

Ε. Είναι αδιάφορο, αν η ανωτέρω σχέση είναι νόμιμη ή παράνομη, αν ο προστηθείς αμείβεται ή όχι, ή αν η σχέση πρόστησης είναι διαρκής ή ευκαιριακή, αρκεί το γεγονός ότι ο προστηθείς, όταν αδικοπρακτούσε, τελούσε υπό τις οδηγίες και εντολές του προστήσαντος ως προς τον τρόπο εκπλήρωσης των καθηκόντων του, χωρίς να είναι απαραίτητη και η διαρκής επίβλεψή του, υπό την αυτονόητη πάντως προϋπόθεση ότι ο προστηθείς ενεργούσε προς διεκπεραίωση υποθέσεως και γενικά προς εξυπηρέτηση συμφερόντων του προστήσαντος, χωρίς να απαιτείται η παροχή δεσμευτικών ειδικών οδηγιών, όσον αφορά το χρόνο, τόπο και τρόπο παροχής της εργασίας, αλλά αρκεί η παροχή γενικών οδηγιών, ή μιας γενικής εποπτείας (ΑΠ 1094/2013 ΑΠ 348/2016).

ΣΤ. Προϋπόθεση της ευθύνης του προστήσαντος από αδικοπραξία του προστηθέντος είναι

1) σχέση πρόστησης, η οποία υπάρχει όταν ο προστήσας διατηρεί το δικαίωμα να δίνει οδηγίες και εντολές στον προστηθέντα, σε σχέση με τον τρόπο εκπληρώσεως της υπηρεσίας του,

2) ενέργεια του προστηθέντος παράνομη και υπαίτια, που να καλύπτει τους όρους του άρθρου 914 ΑΚ, και

3) η ενέργεια αυτή του προστηθέντος να έγινε κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας που του είχε ανατεθεί, ακόμη δε και κατά κατάχρηση αυτής.

Ζ. Κατάχρηση υφίσταται, όταν η ζημιογόνος πράξη τελέσθηκε μεν εντός των ορίων των καθηκόντων που ανατέθηκαν στον προστηθέντα, ή επ' ευκαιρία ή εξ αφορμής της υπηρεσίας, αλλά κατά παράβαση των εντολών και των οδηγιών, που δόθηκαν σε αυτόν, ή καθ υπέρβαση των καθηκόντων του, εφ όσον μεταξύ της ζημιογόνου ενεργείας του προστηθέντος και της ανατεθείσας σε αυτόν υπηρεσίας υπάρχει εσωτερική συνάφεια, υπό την έννοια ότι η αδικοπραξία δεν θα ήταν δυνατό να υπάρξει χωρίς την πρόστηση, ή ότι η τελευταία υπήρξε το αναγκαίο μέσο για την τέλεση της αδικοπραξίας (ΑΠ 1359/2019).

Η. Αν ο προστηθείς έδρασε κατά κατάχρηση, ή επ ευκαιρία της ανατεθείσας σ' αυτόν υπηρεσίας, αίρεται η ευθύνη του προστήσαντος, εάν ο ζημιωθείς γνώριζε, ή όφειλε να γνωρίζει, την κατάχρηση αυτή, περιστατικά που πρέπει να προτείνει κατ ένσταση και να αποδείξει για την απαλλαγή του ο εναγόμενος προστήσας (άρθρο 300 ΑΚ), έναντι της αγωγής του ζημιωθέντος (ΑΠ 1198/2009, ΑΠ 272/2008, ΑΠ 686/2008)

Θ. Ο προστήσας δεν ευθύνεται, όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του προστηθέντος οφείλεται σε προσωπικούς του λόγους, άσχετους με την υπηρεσία που του έχει ανατεθεί, αφού η ύπαρξη των λόγων αυτών διακόπτει τον αιτιώδη σύνδεσμο ανάμεσα στη βλαπτική πράξη του προστηθέντα και την άσκηση ή την κατάχρηση της υπηρεσίας του. Αυτό συμβαίνει και στην περίπτωση που υπάρχει μεν τοπικός ή χρονικός σύνδεσμος της επιβλαβούς συμπεριφοράς του προστηθέντος με την υπηρεσία του, δηλαδή η συμπεριφορά του αυτή εκδηλώθηκε με την ευκαιρία της υπηρεσίας, οφείλεται όμως σε αίτια ανεξάρτητα απ' αυτήν (και δεν εκδηλώθηκε εξαιτίας της) και συγκεκριμένα σε προσωπικό πταίσμα του προστηθέντα, τον κίνδυνο του οποίου δεν μπορεί να φέρει ο προστήσας (ΑΠ 272/2008, ΑΠ 838/2011, ΑΠ 9/2011, ΑΠ 899/2014)

Ι. Αν με την βούληση του προστήσαντος, ο αρχικός προστηθείς έχει δυνατότητα να χρησιμοποιεί τρίτους (υποπροστηθέντες) στην διεκπεραίωση της υποθέσεως του προστήσαντος, αυτοί θεωρούνται προστηθέντες του αρχικού προστήσαντος, ο οποίος ευθύνεται και για τις αδικοπραξίες των υποπροστηθέντων, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 922 του ΑΚ, χωρίς να προσαπαιτείται να ασκεί έλεγχο ή να δίδει οδηγίες και εντολές σε αυτούς (ΑΠ 22/2004, ΑΠ 1570/2006).

Α. Από τις διατάξεις των άρθρων 303 ΑΚ, 473 επ. και 714 έως 723  ΚΠολΔ προκύπτει ότι, ο εταίρος διαχειριστής ομορρύθμου εταιρείας, όταν λήξει η διαχείριση, ή και πριν την λήξη της, αν αυτό ορίζεται από την εταιρική σύμβαση, ή συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 762 ΑΚ, υποχρεούται σε λογοδοσία προς τους λοιπούς μη διαχειριστές εταίρους.

Β. Αν ο δοσίλογος δεν προβαίνει εξωδίκως σε ανακοίνωση προς τον δεξίλογο λογαριασμού, δεν εκπληρώνεται η υποχρέωση του δοσίλογου, ο δε δεξίλογος δικαιούται να επιδιώξει την εκπλήρωση της υποχρεώσεως του δοσίλογου περί ανακοινώσεως του λογαριασμού με αγωγή, στην οποία εφαρμόζονται οι ειδικές διατάξεις των άρθρων 473 - 477 ΚΠολΔ (ΑΠ 977/1997, ΑΠ 1625/1995).

Γ. Η έγερση της αγωγής αποκλείεται, εάν ο δοσίλογος έχει προβεί σε εξώδικη λογοδοσία, σύμφωνα με τους άνω όρους και τύπο, ή εάν ο δεξίλογος έχει αποδεχθεί και εγκρίνει το λογαριασμό που έδωσε ο δοσίλογος, αφού έτσι συνάπτεται μεταξύ αυτών σύμβαση με την οποία δηλώνεται αμοιβαίως η θέλησή τους ότι, εφ εξής θα ισχύσει μόνο το αποτέλεσμα του εγκριθέντος λογαριασμού και ότι οι συμβαλλόμενοι δεν θα επανέλθουν στο μέλλον στα επιμέρους κονδύλια του λογαριασμού (ΑΠ 977/1997).

Δ. Ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι έθεσε υπ όψιν του ενάγοντος τους σχετικούς λογαριασμούς τους οποίους ενέκρινε ο τελευταίος πριν από την άσκηση της αγωγής λογοδοσίας αποτελεί ένσταση καταλυτική της αγωγής. Η ένσταση για να είναι ορισμένη αρκεί να περιέχει τα απαιτούμενα για την κατάρτιση της πιο πάνω σύμβασης στοιχεία, δηλαδή ότι ο ενάγων δεξίλογος ενέκρινε τον λογαριασμό που του ανακοίνωσε ο εναγόμενος και αναγνώρισε έτσι το αποτέλεσμα τούτου. Αναφορά των κονδυλίων του λογαριασμού, που εγκρίθηκε, δεν απαιτείται, αφού η εν λόγω ένσταση στηρίζεται στην συμφωνία των μερών ότι θα ισχύει εφ εξής μόνο το αποτέλεσμα του λογαριασμού και συνακόλουθα ότι δεν θα επανέλθουν οι συμβαλλόμενοι στα επί μέρους κονδύλια τούτου (ΑΠ 437/2012).

Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 247 ΑΚ το δικαίωμα να απαιτήσει κάποιος από άλλον μια πράξη ή μια παράλειψη παραγράφεται. Σύμφωνα δε με την διάταξη του άρθρου 272 ΑΚ, όταν συμπληρωθεί η παραγραφή, ο υπόχρεος έχει δικαίωμα να αρνηθεί την παροχή. Οτι καταβλήθηκε χωρίς γνώση της παραγραφής δεν αναζητείται. Έγγραφη συμβατική αναγνώριση αξίωσης που έχει παραγραφεί, καθώς και η παροχή ασφάλειας είναι έγκυρες αν έγιναν χωρίς γνώση της παραγραφής. 

Α. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι με την παραγραφή παύει η απαίτηση να είναι δικαστικά επιδιώξιμη, επειδή ο δικαιούχος παρέλειψε να την ασκήσει εντός ορισμένου χρονικού διαστήματος που ορίζεται στο νόμο. Με την συμπλήρωση, όμως,  του χρόνου παραγραφής δεν αποσβήνεται η αξίωση, η οποία εξακολουθεί να υφίσταται ως ατελής ή φυσική ενοχή, και ο οφειλέτης μπορεί να αντιτάξει εναντίον της ανατρεπτική ένσταση και να αρνηθεί την παροχή. Έτσι, δεν αποσβήνεται η αξίωση δια της παραγραφής, ούτε χάνει το εναγώγιμό της.

Β. Μπορεί μάλιστα η απαίτηση εγκύρως να εκπληρωθεί. Η διατήρηση του δικαιώματος εκδηλώνεται με τους ακόλουθους τρόπους

α) ότι καταβλήθηκε, ακόμα και χωρίς γνώση της παραγραφής, δεν αναζητείται με την αγωγή του αδικαιολόγητου πλουτισμού.

β) έγγραφη συμβατική αναγνώριση αξίωσης, που έχει παραγραφεί καθώς και η παροχή ασφάλειας είναι έγκυρες, ακόμα και αν έγιναν χωρίς γνώση της παραγραφής.

γ) η παραγεγραμμένη αξίωση είναι δυνατό να αντιταχθεί σε συμψηφισμό με τις προϋποθέσεις του άρθρου 443 ΑΚ.

δ) είναι δυνατή η κατ' ένσταση άσκηση της παραγεγραμμένης αξίωσης, κατ άρθρο 273 ΑΚ.

ε) εφ όσον η αξίωση εξακολουθεί να υπάρχει, η παραγραφή δεν στερεί το έννομο συμφέρον για την άσκηση αναγνωριστικής αγωγής (ΑΠ 1450/1988, ΕφΑθ 888/2002, ΜονΠρΑθ 4657/2013).

Α. Από τις διατάξεις των άρθρων 904 παρ.1 εδ. α και 938 ΑΚ προκύπτει ότι αν από την τέλεση αδικοπραξίας δεν επήλθε μόνο ζημία σε άλλον, αλλά συγχρόνως και ωφέλεια του αδικοπραγήσαντος από την περιουσία, ή με ζημία, του αδικηθέντος, τότε παρά την παραγραφή της αξιώσεως από αδικοπραξία υφίσταται αξίωση από αδικαιολόγητο πλουτισμό, η οποία υπόκειται εφ εξής στη ρύθμιση των άρθρων 904 επ. ΑΚ και ειδικότερα, αν μεν η αδικοπραξία έγινε με αμέλεια από την διάταξη του άρθρου 909 ΑΚ κατά την οποίαν υποχρεούται σε απόδοση της ωφελείας, εφ όσον είναι πλουσιότερος κατά τον χρόνο επίδοσης της αγωγής, αν δε έγινε με πρόθεση από την διάταξη του άρθρου 911 αριθ. 2 ΑΚ, με ανάλογη επέκταση αυτής από την διατύπωση του άρθρου 904 παρ. 1 εδ. β ΑΚ, γιατί η ωφέλεια από αδικοπραξία με πρόθεση αποτελεί πλουτισμό από παράνομη αιτία και ο νόμος αποσκοπεί να αποδοθεί η κτηθείσα από την αιτία αυτή ωφέλεια.

Β. Για να τύχουν εφαρμογής οι παραπάνω διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού πρέπει να έχει παραγραφή η αξίωση από την αδικοπραξία (πενταετία) και να συντρέχουν και οι προϋποθέσεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού (ΑΠ 547/2008, ΑΠ 562/2004).

Γ. Η αγωγή μπορεί να ασκηθεί μόνον, όταν λείπουν οι προϋποθέσεις της αγωγής από την σύμβαση ή την αδικοπραξία, εκτός εάν θεμελιώνεται σε πραγματικά περιστατικά διαφορετικά ή πρόσθετα από εκείνα, στα οποία στηρίζεται η αγωγή από τη, σύμβαση ή την αδικοπραξία, και υπό την ενδοδιαδικαστική αίρεση (επικουρικώς) της απόρριψης της κύριας βάσης της αγωγής από την σύμβαση, ή την αδικοπραξία. Εάν, επομένως, αυτή στηρίζεται στα αυτά πραγματικά περιστατικά, στα οποία θεμελιώνεται και η αγωγή από την σύμβαση, ή την αδικοπραξία, τότε η αγωγή εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού τυγχάνει νομικά αβάσιμη (ΑΠ 16/2008).

1) Απλή Ομοδικία

Σύμφωνα με το άρθρο 74 ΚΠολΔ, απλή ομοδικία υπάρχει όταν, περισσότερα πρόσωπα μπορούν να ασκήσουν αγωγή, ή να εναχθούν από κοινού, α) αν, σχετικά με το αντικείμενο της διαφοράς, έχουν κοινό δικαίωμα, ή κοινή υποχρέωση, ή αν τα δικαιώματα ή οι υποχρεώσεις τους στηρίζονται στην ίδια πραγματική και νομική αιτία, ή β) αν αντικείμενο της διαφοράς είναι ομοειδείς απαιτήσεις ή υποχρεώσεις που στηρίζονται σε όμοια, κατά τα ουσιώδη στοιχεία της, ιστορική και νομική βάση.

α) Στην απλή ομοδικία  κάθε ομόδικος ενεργεί στη δίκη ανεξάρτητα από τους άλλους. Οι πράξεις και οι παραλείψεις κάθε ομοδίκου δεν βλάπτουν, ούτε ωφελούν τους άλλους, γιατί στην απλή ομοδικία σωρεύονται υποκειμενικά, σε κοινή διαδικασία, περισσότερες ανε­ξάρτητες μεταξύ τους, δίκες, υφίστανται δε τόσα αντικείμενα δίκης όσα και οι απλοί ομόδικοι και η συνένωση των δικών των απλών ομοδίκων έχει αμιγώς δικονομικό, εξωτερικό, χαρακτήρα και δεν επηρεάζει τις εσωτερικές τους έννομες σχέσεις, επομένως, οι διαδικαστικές πράξεις κρίνονται για κάθε δίκη χωριστά και ο ομόδικος είναι τρίτος στις δίκες των άλλων ομοδίκων (ΑΠ 1285/2018, ΜονΕφΠειρ 292/2019).

β) Οι ομόδικοι είναι αυτοτελείς μεταξύ τους, τόσο ως προς την πρωτοβουλία διενέργειας των διαφόρων διαδικαστικών πράξεων, αφού καθένας ενεργεί στη δίκη ανεξάρτητα από τους άλλους και την διεξάγει για τον εαυτό του, χωρίς να μπορεί να ενεργήσει και για λογαριασμό των λοιπών, έναντι των οποίων παραμένει τρίτος, όσο και ως προς τις συνέπειες των πράξεών του για τους λοιπούς, τους οποίους δεν τους βλάπτουν, ούτε τους ωφελούν. Συνέπεια τούτου είναι, ότι η έκβαση της δίκης μπορεί να είναι διαφορετική για κάθε ομόδικο, με την παραδοχή για τον ένα και την απόρριψη για τον άλλον της αγωγής, χωρίς τούτο να επιδρά στις έννομες σχέσεις του άλλου ομοδίκου, εκτός αν η απόφαση περιέχει δυσμενή διάταξη, ή αιτιολογία, με ισχύ δεδικασμένου κατά του ενός και υπέρ του άλλου ομοδίκου  (ΑΠ 1223/15, ΑΠ 445/13)

γ) Κάθε ομόδικος έχει δικαίωμα να επισπεύσει τη δίκη. Το δικαστήριο, αν κρίνει αναγκαία την ενιαία διεξαγωγή της δίκης, έχει το δικαίωμα να διατάξει το διάδικο που επισπεύδει τη διαδικασία να καλέσει και τους ομοδίκους που δεν κάλεσε.

δ) Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 553 παρ. 1β, 74, 75 παρ. 1 και 2 και 76 παρ. 1 ΚΠολΔ, η οριστική απόφαση, που εκδίδεται στην περίπτωση απλής ομοδικίας, καθίσταται τελεσίδικη αυτοτελώς έναντι εκάστου ομοδίκου (ΑΠ 801/2017).

ε) Η  έφεση, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 516 και 517 ΚΠολΔ, απευθύνεται μόνο κατά του αντιδίκου του εκκαλούντος, όχι δε και κατά του απλού ομοδίκου του, εκτός εάν η εκκαλουμένη περιέχει κάποια επιβλαβή διάταξη για τον εκκαλούντα υπέρ του ομοδίκου του. Αν δεν συντρέχει η τελευταία περίπτωση, η κατά του απλού ομοδίκου απευθυνόμενη έφεση είναι απαράδεκτη, κατά τις διατάξεις των άρθρων 73 και 532 ΚΠολΔ (ΑΠ 839/1977, ΑΠ 1349/2008, ΑΠ 650/2019).

στ) Η αναίρεση, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 68, 556 και 558 ΚΠολΔ, απευθύνεται κατά του αντιδίκου του αναιρεσείοντος που νίκησε και όχι κατά του ομοδίκου του αναιρεσείοντος. Εξαίρεση από τον κανόνα αυτό δικαιολογείται μόνο στις περιπτώσεις που η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση περιέχει διάταξη ευνοϊκή για τον απλό ομόδικο και συγχρόνως βλαπτική για τον αναιρεσείοντα (ΑΠ 2106/2017).

ζ) Επειδή η οριστική απόφαση, που εκδίδεται καθίσταται τελεσίδικη αυτοτελώς έναντι εκάστου ομοδίκου σε αναίρεση υπόκειται  ως προς εκείνον από τους ομοδίκους που έγινε τελεσίδικη, έστω και αν δεν έγινε τελεσίδικη ως προς όλους τους ομοδίκους (ΑΠ 801/2017).

2) Αναγκαστική ομοδικία

Κατά την διάταξη του άρθρου 76 ΚΠολΔ, όταν η διαφορά επιδέχεται ενιαία μόνο ρύθμιση, ή, η ισχύς της απόφασης που θα εκδοθεί εκτείνεται σε όλους τους ομοδίκους, ή, όταν οι ομόδικοι μόνο από κοινού μπορούν να ασκήσουν αγωγή ή να εναχθούν, ή, εξ αιτίας των περιστάσεων που συνοδεύουν την υπόθεση δεν μπορούν να υπάρξουν αντίθετες αποφάσεις απέναντι στους ομοδίκους, οι πράξεις του καθενός ωφελούν και βλάπτουν τους άλλους.

Σύμφωνα με την διάταξη, αναγκαστική ομοδικία υφίσταται σε κάθε περίπτωση, κατά την οποία υπάρχει πλήρης ταυτότητα του αντικειμένου της δίκης κάθε ομοδίκου, καθ όσον η λογική αναγκαιότητα επιβάλλει την έκδοση όμοιας απόφασης και, συνεπώς, δεν είναι νοητή η έκδοση αντίθετων αποφάσεων (ΑΠ 1683/13). Αναλυτικά

Α) Αναγκαστική ομοδικία συντρέχει στις εξής περιπτώσεις

1) Όταν η διαφορά επιδέχεται ενιαία ρύθμιση

Πότε συντρέχει η περίπτωση αυτή, το ορίζει το ουσιαστικό δίκαιο. Ενδεικτικά, α) όταν το δεσπόζον, ή το δουλεύον, ακίνητο ανήκει σε περισσοτέρους, για την σύσταση δουλείας, β) Όταν οι συγκύριοι του δουλεύοντας ακι­νήτου αρνούνται την ύπαρξη υπέρ γειτονικού ακινήτου πραγματικής δουλείας, π.χ. διόδου, γ) στην απόδοση μισθίου, β) στην αναπροσαρμογή μισθώματος, γ) στην αγωγή από τρίτο πρόσωπο κατά αγοραστή και πωλητή, με τον ισχυρισμό ότι η πώληση είναι εικονική ως προς το πρόσωπο του αγοραστή και ότι πραγματικός αγοραστής είναι ο ενάγων.

2) Η έκταση ισχύος της απόφασης αφορά  όλους τους ομοδίκους

Ενδεικτικά, α) στην περίπτωση δεδικασμένου, β) της διαπλαστικής ενεργείας  των δικαστικών αποφάσεων, γ) στην σύσταση πραγματικής δουλείας σε ακίνητο, που ανήκει σε περισσότερους, δ) στις περιορισμένες δουλείες, ε) στην αγωγή ομολογήσεως δουλείας, στ) στις διαφορές  πρωτοφειλέτη – εγγυητή ως προς την ύπαρξη της κύριας οφειλής, εκτός αν υπάρχει κοινή εκπροσώπηση,  ζ) στις διαφορές  μισθωτή – υπομισθωτή στην απόδοση μισθίου, η) στις διαφορές κυρίου διαδίκου και αυτοτελώς υπέρ αυτού προσθέτως παρεμβαίνοντος, θ) στις διαφορές εκκαθαριστή κληρονομία και ο κληρονόμου

3) Όταν οι ομόδικοι μόνο από κοινού μπορούν να εναγάγουν, ή να εναχθούν

Ενδεικτικά, α) στην σύμβαση έργου, όπου για να κηρύξουν οι οικοπεδούχοι έκπτωτο τον εργολάβο πρέπει το δικαίωμα υπαναχώρησης να ασκηθεί, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 396 ΑΚ, από όλους τους οικοπεδούχους κατά όλων των εργολάβων, β) στην αντικατάσταση του πωληθέντος ελαττωματικού πράγματος, του άρθρου 553 ΑΚ, όπου, αν οι πωλητές, ή οι αγοραστές, είναι περισσότεροι, το δικαίωμα πρέπει να ασκηθεί, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 396 ΑΚ, από όλους εναντίον όλων, γ) στην αγωγή διανομής για την λύση της κοινωνίας, βάσει του άρθρου 478 ΑΚ, όπου η αγωγή πρέπει να απευθύνεται κατά όλων των κοινωνών, δ) στην αγωγή για την αναγνώριση της ύπαρξης ή ανυπαρξίας ή την ακύρωση γάμου λόγω υφιστάμενου άλλου, που πρέπει να απευθύνεται, σε περίπτωση θανάτου του από δεύτερο γάμου συζύγου, κατά όλων των κληρονόμων του, ε) στην αγωγή ακυρώσεως διαιτητικής αποφάσεως, που πρέπει να  απευθύνεται κατά όλων όσοι συνομολόγησαν την συμφωνία περί διαιτησίας κατά το άρθρο 899 ΚΠολΔ, στ) στην ανακοπή τρίτου, που προβάλλει το δικαίωμά του στο αντικείμενο της αναγκαστικής εκτελέσεως, που πρέπει να απευθύνεται κατά του επισπεύδοντος δανειστή και κατά του οφειλέτη.

4) Όταν εξ αιτίας ειδικών περιστάσεων δεν μπορούν να εκδοθούν αντίθετες αποφάσεις έναντι των ομοδίκων

Η διάταξη δεν αποκλείει το ενδεχόμενον να εκδοθούν αντίθετες απο­φάσεις, αλλά  εννοεί ότι η τυχόν έκδοση άλλης απόφασης, αντιφατικής προς την προεκδοθείσα, δεν επηρεάζει την υφισταμένη νομική κατάσταση. Χαρακτηριστική περίπτωση είναι η άσκηση διαπλαστικής αγωγής. Δεν θεμελιώνεται αναγκαστική ομοδικία επί της «αδυναμίας» εκδόσεως αντιθέτων αποφάσεων, όταν οι εν λόγω αποφάσεις δεν θα έχουν διαπλαστικό, αλλά καταψηφιστικό χαρακτήρα, γιατί η καταδίκη του ενός κατ’ αρχήν δεν επηρεάζει την τύχη της μέλλουσας δίκης του άλλου.

Β. Εξαιρέσεις από την αναγκαστική ομοδικία

Κατά την διάταξη του άρθρου 76 παρ. 2 ΚΠολΔ η αντικειμενική ενέργεια της αναγκαστικής ομοδικίας δεν καταλαμβάνει τις εξής  πράξεις

(α) Του δικαστικού συμβιβασμού, του άρθρου 293 ΚΠολΔ.

(β) Της αναγνωρίσεως, του άρθρου 298 ΚΠολΔ.

(γ) Της παραιτήσεως από τη δίκη,  των άρθρων 294 -296 ΚΠολΔ.

(δ) Της συμφωνίας περί διαιτησίας, του άρθρου 867 ΚΠολΔ

Γ. Συνέπειες της ύπαρξης αναγκαστικής ομοδικίας

α) Οι πράξεις κάθε αναγκαίου ομοδίκου ωφελούν και βλάπτουν και τους υπόλοιπους αναγκαίους ομόδικους (άρθρο 76 παρ. 1 ΚΠολΔ)

β) Ως προς τους ομοδίκους που ερημοδικούν δεν επέρχονται οι συνέπειες της ερημοδικίας των άρθρων 271, 272 ΚΠολΔ, αλλά θεωρείται ότι αντιπροσωπεύονται από τους παρισταμένους κατά το άρθρο 76 παρ. 1 ΚΠολΔ και δικάζονται κατ’ αντιμωλία.

γ) Δεν επιτρέπεται επίσπευση της συζητήσεως ως προς ορισμένους μόνον από τους ομοδίκους, αλλιώς η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς όλους. Επειδή απαιτείται επίδοση προς όλους, οι προθεσμίες υπολογίζονται, από την επίδοση προς τον τελευταίο χρονικά ομόδικο.

δ) Δικαίωμα να ασκήσει ανακοπή ερημοδικίας, σύμφωνα  με τις διατάξεις των άρθρων 76 παρ. 1 και 501 ΚΠολΔ, έχει ο ερημοδικασθείς αναγκαίος ομόδικος, έστω και αν αυτός θεωρείται ότι αντιπροσωπεύθηκε στη δίκη από τους παρόντες ομοδίκους. (ΑΠ  241/2015).

ε) Η απόφαση δεν γίνεται τελεσίδικη, αν έστω και ένας ομόδικος έχει δικαίωμα προσβολής της με ανακοπή ερημοδικίας, ενώ η άσκηση ανακοπής ερημοδικίας από έναν αναγκαίο ομόδικο έχει αποτελέσματα και για τους αδρανήσαντες, οι οποίοι πρέπει να καλούνται στη συζήτηση.

στ) Το ένδικο μέσο, που ασκείται από τον ένα από τους αναγκαστικούς ομοδίκους, σύμφωνα με τις  διατάξεις του άρθρου 76 παρ. 3 και 4 ΚΠολΔ, α) δεν πρέπει να στρέφεται κατά του αναγκαστικού ομοδίκου του, υπέρ του οποίου η προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιέχει διάταξη εις βάρος του ασκούντος το ένδικο μέσο, β) έχει   αποτελέσματα και υπέρ του ομοδίκου που δεν άσκησε το ένδικο μέσο, ο οποίος πρέπει να καλείται για να μετάσχει στην συζήτηση του ένδικου μέσου. Ο αναγκαίος ομόδικος καθίσταται διάδικος, έστω και αν δεν μπορεί να ασκήσει παραδεκτά το ένδικο μέσο, όπως στην περίπτωση που έχει παρέλθει η προθεσμία ασκήσεως του ενδίκου μέσου. Αν δεν κληθεί και δεν εμφανισθεί αυτόκλητα, κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση του ενδίκου μέσου ως προς όλους τους διαδίκους ΑΠ 42/2016, ΑΠ 1332/2011, ΑΠ 1145/2007).

ζ) Με αναίρεση προσβάλλεται η απόφαση, μόνο όταν καταστεί τελεσίδικη ως προς όλους τους αναγκαίους ομοδίκους, άλλως απορρίπτεται, ως απαράδεκτη ως προς όλους και όχι μόνο ως προς αυτόν ως προς τον οποίο δεν αποδεικνύεται η τελεσιδικία (ΑΠ  241/2015).

η) Στα πλαίσια της διάταξης του άρθρου 556 ΚΠολΔ κάθε αναγκαίος ομόδικος νομιμοποιείται ενεργητικά να ασκήσει αναίρεση μαζί με τους άλλους ομοδίκους, ή και αυτοτελώς. Η άσκηση αναίρεσης από κάποιον αναγκαίο ομόδικο καθιστά,  σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 76 παρ 4 ΚΠολΔ, τυπικά διαδίκους και τους υπόλοιπους ομοδίκους, έστω και αν αυτοί δεν μπορούν πια να ασκήσουν παραδεκτά αναίρεση λ.χ. λόγω παρέλευσης της προθεσμίας.

Α. Κατά την διάταξη του άρθρου 72 ΚΠολΔ, οι δανειστές έχουν δικαίωμα να ζητήσουν δικαστική προστασία ασκώντας τα δικαιώματα του οφειλέτη τους, εφ όσον εκείνος δεν τα ασκεί, εκτός αν συνδέονται στενά με το πρόσωπό του.

Β. Προϋπόθεση για την άσκηση πλαγιαστικής αγωγής είναι

α) ο ενάγων να είναι δανειστής του φορέα του ασκούμενου υπέρ αυτού δικαιώματος, να έχει δηλαδή συγκεκριμένη απαίτηση κατ αυτού,

β) ο οφειλέτης να έχει κατά του τρίτου, εναγομένου με την πλαγιαστική αγωγή, κάποιο δικαίωμα,

γ) το δικαίωμα να έχει περιουσιακή αξία και να μην είναι προσωποπαγές, όπως π.χ. αξίωση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, δικαίωμα οίκησης, κ.ο.κ. και δ) η αδράνεια του οφειλέτη, η έλλειψη της οποία καθιστά την αγωγή αόριστη, να συνίσταται στην παράλειψη (αμέλεια και αδιαφορία) του να προβεί στην καταδίωξη του δικού του οφειλέτη, η οποία και δικαιολογεί το έννομο συμφέρον του ενάγοντος δανειστή προς άσκηση της αγωγής του οφειλέτη του κατά του τρίτου (ΑΠ 106/2014, ΑΠ  623/2017).

Γ. Από την διατύπωση της παραπάνω διάταξης προκύπτει με σαφήνεια ότι, μόνο ο δανειστής του αδρανούντος οφειλέτη μπορεί να ασκήσει το δικαίωμα του τελευταίου ως μη δικαιούχος διάδικος και όχι οι δανειστές του δανειστή κ.ο.κ. (ΕφΑθ 327/2001).

Δ. Για την πληρότητα της αγωγής απαιτείται η επίκληση της ιδιότητας του ενάγοντος ως δανειστή του δανειστή του πλαγιαστικώς εναγομένου οφειλέτη αφενός, και των δικαιωμάτων που έχει πράγματι κατά του τελευταίου αυτού, δηλαδή του πλαγιαστικώς εναγομένου οφειλέτη, ο αδρανών να ενασκήσει αυτά δανειστής αφετέρου (ΑΠ 928/2015).

Ε. Το αίτημα της πλαγιαστικής αγωγής συνίσταται στην καταβολή της παροχής όχι στον ενάγοντα δανειστή, αλλά στον οφειλέτη του, ο οποίος είναι φορέας του ενασκούμενου από τον δανειστή του δικαιώματος. Αν δεν έχει το ως άνω αίτημα η πλαγιαστική αγωγή απορρίπτεται (ΕφΑθ1750/1987).
ΣΤ. Ο πλαγιαστικώς εναγόμενος οφειλέτης μπορεί, αμυνόμενος κατά των αξιώσεων του πλαγιαστικώς ενάγοντος, να αμφισβητήσει, τόσο την ιδιότητα του τελευταίου ως πλαγιαστικώς ενάγοντος έναντι του αδρανούντος να ασκήσει τα δικαιώματα του δανειστή του, όσο και την ιδιότητα αυτού, δηλαδή του αδρανούντος δανειστή, ως δανειστή έναντι αυτού, δηλαδή του πλαγιαστικώς εναγομένου οφειλέτη (ΑΠ 146/2007).

Α. Από τις διατάξεις των άρθρων 926 και 927 ΑΚ, συνάγεται ότι, αν από κοινή πράξη περισσοτέρων, προήλθε ζημία, ή αν για την ίδια πράξη ευθύνονται παράλληλα περισσότεροι, ενέχονται όλοι εις ολόκληρον. Εκείνος, όμως, που κατέβαλε ολόκληρη την αποζημίωση έχει δικαίωμα αναγωγής κατά των λοιπών. Το δικαστήριο προσδιορίζει το μέτρο της μεταξύ των ευθύνης ανάλογα με το βαθμό του πταίσματος και το ποσοστό αιτιότητας, δηλαδή την αιτιώδη συμβολή εκάστου συνοφειλέτη στην παραγωγή του επιζημίου αποτελέσματος. Αν δεν μπορεί να εξακριβωθεί ο βαθμός αυτός, η ζημία κατανέμεται μεταξύ όλων, κατ`ίσα μέρη.

Β. Το δικαίωμα αναγωγής, στην εσωτερική σχέση μεταξύ των περισσοτέρων συνοφειλετών, ασκείται, είτε με αυτοτελή αγωγή, αν ο συνοφειλέτης στην εξωτερική σχέση αποκατέστησε όλη την ζημία του ζημιωθέντος ή κατέβαλε περισσότερα από την μερίδα του, είτε με παρεμπίπτουσα αγωγή, αν ο συνοφειλέτης, που ενήχθη, είτε μόνος, είτε από κοινού με άλλους συνοφειλέτες στην δίκη αποζημιώσεως, δεν έχει καταβάλει ακόμη τίποτε και, για την περίπτωση της ήττας του, εγείρει αγωγή κατά των λοιπών συνοφειλετών.

Γ. Η αγωγή εξ αναγωγής είναι αυτοτελής και στηρίζεται απ ευθείας στο νόμο, δηλαδή στο άρθρο 927 ΑΚ. Δεν είναι αξίωση από αδικοπραξία. Η αξίωση αυτή έχει ως προϋπόθεση, αφ ενός την ύπαρξη περισσότερων συνυποχρέων σε αποζημίωση κατά το άρθρο 926 ΑΚ και αφ ετέρου την καταβολή από έναν από αυτούς στον τρίτο ζημιωθέντα ολόκληρης της οφειλόμενης αποζημίωσης.

Δ. Από τις διατάξεις του άρθρου 926 ΑΚ, καθορίζονται στα πλαίσια της αδικοπρακτικής ευθύνης, οι κατηγορίες των περιπτώσεων στις οποίες αναγνωρίζεται από το νόμο ευθύνη περισσότερων προσώπων. Οι περιπτώσεις αυτές είναι τρεις α) κοινή πράξη περισσοτέρων προσώπων, β) παράλληλη ευθύνη περισσοτέρων προσώπων και γ) περιπτώσεις διαζευκτικής αιτιότητας.

Ε. Στην πρώτη περίπτωση, η ζημία προέρχεται από κοινή πράξη περισσότερων προσώπων. Ο όρος κοινή πράξη λαμβάνεται με την ευρεία έννοια της αιτιώδους συμπράξεως ή συμμετοχής με οποιαδήποτε μορφή στην αδικοπραξία και ειδικότερα, είτε στην τέλεση της πράξεως, είτε στην επαγωγή της ζημίας. Έτσι εμπίπτει στην έννοια αυτή μεταξύ άλλων, και η μορφή συμμετοχής της παραυτουργίας, δηλαδή, η περίπτωση κατά την οποία δύο ή περισσότερα πρόσωπα πραγματώνουν με την συμπεριφορά τους ορισμένη αδικοπραξία, χωρίς να υπάρχει μεταξύ τους καμία συνεννόηση. Τέτοια περίπτωση υπάρχει και όταν από την σύγκρουση δύο αυτοκινήτων, η οποία οφείλεται σε συνυπαιτιότητα και των δύο οδηγών, τραυματίζεται τρίτο πρόσωπο. Στη δεύτερη περίπτωση της παράλληλης ευθύνης, περισσότερα πρόσωπα ευθύνονται από τον νόμο αυτοτελώς το καθένα, για την αποκατάσταση της ίδιας ζημίας. Η περίπτωση αυτή μπορεί να υπάρχει στο πεδίο της αντικειμενικής, αλλά και της υποκειμενικής ευθύνης. Περισσότεροι αντικειμενικά ευθυνόμενοι, είναι μεταξύ άλλων, ο οδηγός, ο κάτοχος και ο ιδιοκτήτης του ζημιογόνου αυτοκινήτου, καθώς και ο ασφαλιστής μέχρι το ποσό του ασφαλίσματος για την ζημία που προξένησε σε τρίτους το ασφαλισμένο αυτοκίνητο (άρθρο 4, 9 ν. ΓΠΝ/1911, 10 παρ. 1 πδ 237/1986). Στην τρίτη περίπτωση η ζημία προήλθε από ανεξάρτητες πράξεις ή παραλείψεις περισσότερων προσώπων, οι οποίες αποτελούν όλες δυνατούς αιτιώδεις όρους επαγωγής της ζημίας, αλλά δεν μπορεί να εξακριβωθεί ποια συγκεκριμένη πράξη προκάλεσε πράγματι τη ζημία.

ΣΤ. Όταν συντρέχει μια από τις πιο πάνω τρεις περιπτώσεις εφαρμογής του άρθρου 926 ΑΚ, θεμελιώνεται εις ολόκληρον ευθύνη των περισσοτέρων προσώπων, δηλαδή δημιουργείται παθητική εις ολόκληρον ενοχή κατά την έννοια του άρθρου 481 ΑΚ. Για να γεννηθεί, όμως, η αξίωση αναγωγής, δεν απαιτείται να διαγνωστεί προηγουμένως δικαστικά η υποχρέωση του εναγομένου προς αποζημίωση του ζημιωθέντος τρίτου και το δεδικασμένο που παράγεται στη δίκη αποζημίωσης δεν εκτείνεται στη δίκη αναγωγής. Συνέπεια είναι ότι η έκταση του δικαιώματος αναγωγής προσδιορίζεται, τελικά, από το δικαστήριο που εκδικάζει την αγωγή αναγωγής με βάση τα κριτήρια της υπαιτιότητας και της αιτιότητας (ΑΠ 1655/2017, ΑΠ 262/2019).

 

 

 

Από τις διατάξεις των άρθρων 261 εδ. α ΑΚ και 221 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι σε περίπτωση άσκησης αγωγής για μέρος μόνο της αξίωσης για αποζημίωση, η επίδοση της αγωγής διακόπτει την παραγραφή μόνο για το μέρος αυτό, ως προς το οποίο δημιουργείται, αντιστοίχως, εκκρεμοδικία.

Α. Κατά την διάταξη του άρθρου 268 εδ. α ΑΚ προκύπτει ότι, αν βεβαιωθεί με τελεσίδικη δικαστική απόφαση η ύπαρξη αξίωσης για θετική ή αποθετική ζημία, από την τελεσιδικία της αρχίζει εικοσαετής παραγραφή και ως προς το μέρος της όλης αξίωσης για αποκατάσταση της ζημίας, η οποία ανάγεται σε χρόνο μεταγενέστερο εκείνου, για τον οποίο επιδικάσθηκε αποζημίωση και αυτό γιατί και το μέρος αυτό της αξίωσης, καίτοι δεν περιέχεται ειδική αναγνωριστική διάταξη στην απόφαση, θεωρείται, ότι έχει βεβαιωθεί με δύναμη δεδικασμένου (άρθρο 331 ΚΠολΔ) με την παρεμπίπτουσα δικαστική κρίση, η οποία ήταν αναγκαία για την ύπαρξη δικαιώματος αποζημίωσης του παθόντος για κάθε ζημία του.

Β. Η νέα αυτή εικοσαετής παραγραφή προϋποθέτει αναγκαίως, κατά την έννοια του άρθρου 268 ΑΚ, την ύπαρξη αξίωσης που δεν έχει ήδη υποκύψει στην μέχρι της τελεσιδικίας ισχύουσα βραχυχρόνια παραγραφή και τούτο, γιατί, κατά μεν το άρθρο 272 ΑΚ που ορίζει ότι με τη συμπλήρωση της παραγραφής ο οφειλέτης δικαιούται να αρνηθεί την εκπλήρωση της παροχής, με την συμπλήρωση της, ο οφειλέτης έχει κεκτημένο δικαίωμα έναντι του δανειστή για άρνηση της παροχής προς αυτόν, εφ όσον δε, κατά το μεταγενέστερο μέρος της, η αξίωση δεν είχε καταστεί επίδικη, το παραχθέν με βάση την αρχική αγωγή - ως προς το μέρος της προγενέστερης ζημίας, - δεδικασμένο δεν εξοβελίζει το ως άνω κεκτημένο δικαίωμα προς απόκρουση της αξίωσης κατά το μη προβληθέν με την αρχική αγωγή μέρος της, αφού τέτοια συνέπεια δεν προβλέπεται από το άρθρο 268 ΑΚ ούτε, άλλωστε, δυνατότητα άσκησης του δικαιώματος αυτού είχε ο οφειλέτης στην αρχική δίκη, όταν δημιουργήθηκε το δεδικασμένο.

Γ. Η άποψη αυτή, ότι δηλαδή η έναρξη εικοσαετούς παραγραφής κατά το άρθρο 268 ΑΚ προϋποθέτει την μη συμπλήρωση της αρχικής συντομότερης παραγραφής μέχρι την τελεσιδικία, ενισχύεται και από το γεγονός ότι ο νομοθέτης του ΑΚ, εντάσσοντας την άνω διάταξη μεταξύ των ρυθμιζόμενων στον Κώδικα «τρόπων διακοπής» της παραγραφής (260-269 ΑΚ), αποδίδει και στην τελεσίδικη βεβαίωση, την έννοια, υπό την οποία λαμβάνει την «διακοπή» της παραγραφής, ήτοι της παύσης της διαδρομής αυτής, πριν από τη συμπλήρωση του κατά νόμο χρόνου της, καθώς και του μη υπολογισμού του, διαδραμόντος μέχρι το γεγονός της διακοπής, χρόνου (άρθρο 270 ΑΚ) (Ολ ΑΠ 24/2003).

Δ. Ως εκ τούτου αξιώσεις παροχών που επαναλαμβάνονται περιοδικά και που βεβαιώθηκαν με τελεσίδικη απόφαση, ή με δημόσιο έγγραφο εκτελεστό, ληξιπρόθεσμες στο μέλλον, υπάγονται στην συντομότερη παραγραφή. Ως αξιώσεις περιοδικά επαναλαμβανομένων παροχών νοούνται σύμφωνα με στις διατάξεις των άρθρων 250 αριθ. 17, 254 ΑΚ και 11 αριθ. 7 ΚΠολΔ εκείνες που πηγάζουν διαδοχικά από έννομη σχέση, οφείλονται δε κατά ορισμένα χρονικά διαστήματα με μόνη την πάροδο του χρόνου, χωρίς να απαιτούνται νεότερα περιστατικά και χωρίς η γένεση, ή η άσκησή του, να εξαρτάται από αίρεση. Δεν αποτελούν περιοδικές παροχές, υπό την έννοια των άνω διατάξεων, οι απλές δόσεις που προβλέπονται, είτε, από το νόμο, είτε, από τη σύμβαση για την καταβολή μιας ενιαίας οφειλής η οποία εξοφλείται τμηματικά (ΑΠ 732/2015). 

Ε. Αν υπάρξει τελεσίδικη κρίση, ως προς την αδικοπρακτική ευθύνη του υπόχρεου για ορισμένο χρονικό διάστημα, το παραγόμενο από την απόφαση αυτή δεδικασμένο εκτείνεται και ευθέως (άρθρα 322 και 324 ΚΠολΔ) και εμμέσως (άρθρο 331 ΚΠολΔ), μόνο στο χρονικό διάστημα, για το οποίο ζητήθηκε αποζημίωση, είτε με αναγνωριστική αγωγή, είτε με καταψηφιστική και δεν εκτείνεται και στη μελλοντική αξίωση, εφ όσον αυτή δεν κατήχθη σε δίκη και δεν κρίθηκε (Ολ.Π 24/2003, ΑΠ 2039/2013, ΑΠ 1010/2015).

ΣΤ. Πάντως, η τελεσίδικη απόφαση με την οποία απορρίπτεται η αγωγή ως προώρως ασκηθείσα δεν δημιουργεί, ως προς τούτο δεδικασμένο, γιατί δεν πρόκειται για τομή της διαφοράς (ΑΠ 122/2006, ΑΠ 2076/2006, ΑΠ 377/2009) η δε απόρριψη της για το λόγο ότι αυτή ασκήθηκε πρόωρα αποτελεί λόγο μη ουσιαστικό με την έννοια της ΑΚ 263 (ΑΠ 16/1967). Κατά συνέπεια, η παραγραφή που διακόπηκε με την έγερση τέτοιας αγωγής θεωρείται κατ' άρθρο 263 ΑΚ σαν να μη διακόπηκε, εκτός εάν ο δικαιούχος εγείρει και πάλι την αγωγή μέσα σε έξι μήνες, οπότε η παραγραφή θεωρείται ότι έχει διακοπεί με την προηγούμενη αγωγή (ΑΠ  377/2009).

Ζ. Στην περίπτωση, που από την ζημιογόνο πράξη προκύπτει και δυσμενής συνέπεια, που είναι απρόβλεπτη, και συνεπώς για την σχετική αξίωση που απορρέει από αυτή αρχίζει νέα χωριστή παραγραφή, ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι η δυσμενής συνέπεια ήταν από την αρχή απρόβλεπτη δεν αποτελεί αντένσταση, αλλά άρνηση της ενστάσεως παραγραφής. Ο ενάγων δεν έχει το βάρος να επικαλεσθεί το χαρακτηρισμό της ζημίας του ως απρόβλεπτης, αλλά ο εναγόμενος, ως ενιστάμενος, έχει το βάρος να επικαλεσθεί και αποδείξει ότι η ζημία ήταν από την αρχή προβλεπτή (ΑΠ 21/2012, ΑΠ 1010/2015).

Η αγωγή από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό των άρθρων 904 επ. ΑΚ, τόσο από ουσιαστική, όσο και από δικονομική, άποψη, έχει επιβοηθητικό ή επικουρικό χαρακτήρα και μπορεί να ασκηθεί, αν λείπουν οι προϋποθέσεις της αγωγής από την σύμβαση, ή από την αδικοπραξία, υπό την προϋπόθεση όμως ότι αυτή θεμελιώνεται στα ίδια πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίζεται η αγωγή από την σύμβαση, ή την αδικοπραξία (ΑΠ 222/2003, ΑΠ 712/2001, ΜονΠρΑθ 4657/2013).

Α. Η αγωγή του αδικαιολόγητου πλουτισμού αγωγή δεν χωρεί, όταν δύναται να ασκηθεί η αγωγή από την σύμβαση, ή από την αδικοπραξία, ώστε να μην αποστερηθεί ο εναγόμενος της ευχέρειας να αντιτάξει τις ενστάσεις από την σύμβαση, ή από την αδικοπραξία και μπορεί να ασκηθεί μόνον, όταν λείπουν οι προϋποθέσεις της αγωγής από την σύμβαση, ή την αδικοπραξία, εκτός εάν θεμελιώνεται σε πραγματικά περιστατικά διαφορετικά ή πρόσθετα από εκείνα, στα οποία στηρίζεται η αγωγή από την σύμβαση, ή την αδικοπραξία, και υπό την ενδοδιαδικαστική αίρεση (επικουρικώς) της απόρριψης της κύριας βάσης της αγωγής από την σύμβαση, ή την αδικοπραξία. Εάν, επομένως, αυτή στηρίζεται στα αυτά πραγματικά περιστατικά, στα οποία θεμελιώνεται και η αγωγή από την σύμβαση ή την αδικοπραξία, τότε η αγωγή εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού τυγχάνει νομικά αβάσιμη [ΟλΑΠ 2/1987,(ΑΠ 16/2008, ΑΠ 152/2013).

Β. Προϋποθέσεις

Κατά την διάταξη του άρθρου 904 ΑΚ, «Όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία η με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια. Η υποχρέωση αυτή γεννιέται ιδίως σε περίπτωση παροχής αχρεώστητης ή παροχής για αιτία που δεν επακολούθησε ή έληξε ή αιτία παράνομη ή ανήθικη».

α) Από την διάταξη αυτή προκύπτει, ότι αναγκαία προϋπόθεση, για την έγερση αγωγής προς απόδοση της από αδικαιολόγητο πλουτισμό ωφέλειας του εναγομένου σε βάρος της περιουσίας του ενάγοντος, ή επί ζημία του, είναι ότι ο πλουτισμός του εναγομένου αποκτήθηκε από αιτία μη νόμιμη, υπό μία από τις ενδεικτικώς αναφερόμενες, στην ανωτέρω διάταξη, μορφές ελλείψεως της νομιμότητάς της, δηλαδή παροχής αχρεώστητης, ή παροχής για αιτία που δεν επακολούθησε, ή έληξε, ή αιτία παράνομη, ή ανήθικη.

β) Η αξίωση του αδικαιολόγητου πλουτισμού δεν βρίσκει πεδίο εφαρμογής στην περίπτωση κατά την οποία ο πλουτισμός επήλθε από διάταξη νόμου, ή έγκυρη σύμβαση, παρά μόνο αν υπάρχει διάταξη νόμου που επιτρέπει την αναζήτηση του. Επομένως, αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις της από την κύρια σχέση αγωγής, η αγωγή αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι απορριπτέα ως μη νόμιμη, λόγω της επιβοηθητικής φύσης της, όπως αναφέρθηκε, δηλαδή, αφού ασκείται μόνο όταν λείπουν οι προϋποθέσεις άσκησης της από την κύρια σχέση (δικαιοπρακτική ή αδικοπρακτική) αγωγής και τούτο για να μπορεί ο εναγόμενος να προβάλει τις από την σχέση αυτή ενστάσεις (ΑΠ 222/2003, ΜονΠρΑθ 4657/2013).

γ) Με βάση την διάταξη του άρθρου 904 ΑΚ, ο ζημιωθείς δικαιούται να αναζητήσει την ωφέλεια από τον λήπτη, εφ όσον ισχυρισθεί και αποδείξει τα αναγκαία, κατά νόμο, στοιχεία, δηλαδή

1) την περιουσιακή μετακίνηση από την μία περιουσία στην άλλη.

2) την συγκεκριμένη αιτία της μετακινήσεως αυτής και

3) εν όψει του ότι η έλλειψη νομιμότητας της αιτίας, από την οποία προήλθε ο πλουτισμός, αποτελεί προϋπόθεση του νόμω βασίμου της αγωγής για απόδοση της από αυτόν ωφέλειας, πρέπει το δικόγραφο της αγωγής να περιέχει και τους λόγους για τους οποίους η αιτία του πλουτισμού δεν είναι νόμιμη, δηλ. την ανυπαρξία ή το ελάττωμα αυτής, που καθιστά την διατήρηση του πλουτισμού αδικαιολόγητη (ΑΠ  93/2014). Όταν, όμως, υπάρχει νόμιμη αιτία, ερειδομένη σε διάταξη νόμου, ή στην σύμβαση, από την οποία προέκυψε ο πλουτισμός, ο λήπτης δεν είναι υποχρεωμένος να αποδώσει την ωφέλεια αυτή, με βάση την ανωτέρω διάταξη και η σχετική αγωγή δεν θεμελιώνεται σε αυτήν. Κρίσιμο δηλαδή στοιχείο είναι η νόμιμη αιτία του πλουτισμού. Αιτία είναι ο σκοπός τον οποίο επιδιώκει με την παροχή του ο δότης, η αποτυχία δε του σκοπού αυτού επιφέρει την έλλειψη της αιτίας.

Γ. Περιπτωσιολογία

Περιπτώσεις, για την ευδοκίμηση της αγωγής προς απόδοση της από αδικαιολόγητο πλουτισμό ωφέλειας του εναγομένου σε βάρος της περιουσίας του ενάγοντος, ή επί ζημία του, είναι κατά το άρθρο 904 ΑΚ, ο πλουτισμός να αποκτήθηκε, α) από παροχή αχρεώστητη, β) από παροχή για αιτία που δεν επακολούθησε, ή έληξε, ή γ) από αιτία παράνομη, ή ανήθικη. Σε κάθε περίπτωση ο λήπτης, από την παροχή του δότη, πρέπει να γίνεται πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία. Η ύπαρξη, όμως, ή απουσία, της νόμιμης αιτίας, δεν λύνεται από μόνη την διάταξη του άρθρου 904 ΑΚ. Αναπόκειται στον εφαρμοστή του δικαίου να το καθορίσει, λαμβάνοντας υπ όψιν τις ειδικές διατάξεις του νόμου, στις οποίες σιωπηρά παραπέμπει η διάταξη του άρθρου 904 ΑΚ, σε συνδυασμό με τον σκοπό του δικαίου του αδικαιολόγητου πλουτισμού (ΑΠ 725/2004, ΑΠ 93/2014, ΑΠ 1751/2014, ΑΠ 1254/2017).

α) Ως αχρεώστητη παροχή νοείται η περίπτωση πλουτισμού του λήπτη που επέρχεται χωρίς την παροχή ανταλλάγματος από τον λήπτη και που δεν μπορεί να στηριχθεί σε ισχυρή σύμβαση και γενικότερα βούληση του ζημιωθέντος, δικαιολογούσα τον πλουτισμό, ούτε σε νόμιμη υποχρέωση. Πρόκειται για παροχή που καταβάλλεται σε εκπλήρωση ανύπαρκτης, κατά το χρόνο καταβολής, παροχής, είτε μεταγενέστερα αποσβεσθείσας (ΑΠ 432/2013, ΑΠ 68/2016).

β) Παροχή για αιτία που δεν επακολούθησε, έχουμε όταν η καταβολή της παροχής έγινε για ορισμένο σκοπό, ο οποίος όμως δεν επακολούθησε (ΑΠ 147/2001).

Χαρακτηριστική η περίπτωση του συμβολαιογραφικού προσυμφώνου μεταβιβάσεως κυριότητας ακινήτου, όπου, αν έχει προκαταβληθεί το τίμημα από τον αγοραστή, ο πλουτισμός του πωλητή από την προείσπραξη του τιμήματος έχει νόμιμη αιτία, το συμβολαιογραφικό προσύμφωνο δηλαδή, που τον υποχρεώνει να μεταβιβάσει την κυριότητα και να παραδώσει το ακίνητο στον αγοραστή. Για όσο χρόνο η αιτία αυτή είναι ενεργός, ο πλουτισμός του πωλητή παραμένει νόμιμος, αφού αντισταθμίζεται με την υποχρέωσή του να μεταβιβάσει και παραδώσει το ακίνητο. Καθίσταται όμως αδικαιολόγητος όταν καταστεί οριστικά αδύνατη η εκπλήρωσή της από το προσύμφωνο παροχής, δηλαδή η μεταβίβαση του πράγματος για αιτία που δεν επακολούθησε (ΑΠ 1230/2017).

γ) Παροχή για αιτία που έληξε έχει και εκείνος ο οποίος δυνάμει δικαστικής αποφάσεως που κηρύχτηκε προσωρινώς εκτελεστή, σύμφωνα με τα άρθρα 907 και 908 ΚΠολΔ, ή και διαταγής πληρωμής, κατέβαλε στον ενάγοντα το επιδικασθέν προσωρινώς χρηματικό ποσό, είτε με αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης εις βάρος του από τον δικαιούχο, είτε συμμορφούμενος με τη δικαστική απόφαση ή τη διαταγή πληρωμής, προκειμένου να αποφύγει την αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης ή της διαταγής πληρωμής, οι οποίες στη συνέχεια, η μεν απόφαση εξαφανίστηκε συνεπεία ασκήσεως ενδίκου μέσου από τον οφειλέτη, απορριφθείσης της αγωγής για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό, η δε διαταγή πληρωμής ακυρώθηκε αμετάκλητα ύστερα από άσκηση του ένδικου βοηθήματος από τα άρθρα 632 και 633  ΚΠολΔ (ανακοπής). Τούτο δε, γιατί η αιτία, δηλαδή ο σκοπός που έγινε η παροχή, που είναι η εξαφανισθείσα προσωρινώς εκτελεστή δικαστική απόφαση, ή η ακυρωθείσα διαταγή πληρωμής, έληξε με την απόρριψη της αγωγής ή την ακύρωση της διαταγής πληρωμής και όχι το δικαίωμα του ενάγοντος, ή του αιτηθέντος την έκδοση της διαταγής πληρωμής, καθ' εαυτό. Εντεύθεν έπεται ότι η μεταγενέστερη εξαφάνιση της απόφασης, ή η ακύρωση της διαταγής πληρωμής, επιφέρει τη λήξη της αιτίας του πλουτισμού και εκείνος που έλαβε την ωφέλεια οφείλει να την επιστρέψει (ΑΠ 1438/2010, ΑΠ 658/2008, ΑΠ 1438/2005, ΑΠ 1623/2012).

δ) Όταν η παροχή έγινε σε εκτέλεση συμβάσεων για την οποία δεν τηρήθηκε ο απαιτούμενος από το νόμο τύπος και η οποία, εφ όσον δεν ορίζεται το αντίθετο, είναι άκυρη και θεωρείται σαν να μην έγινε (άρθρα 159 παρ. 1 και 180 ΑΚ), νόμιμη αιτία, που να δικαιολογεί την διατήρηση της παροχής στο λήπτη, δεν υπάρχει.

ε) Εκείνος που έδωσε την παροχή σε εκτέλεση άκυρης σύμβασης, δικαιούται να αναζητήσει από τον λήπτη που έγινε πλουσιότερος από την περιουσία του αδικαιολόγητα αυτό που έδωσε, πρέπει, όμως, να ισχυρισθεί και αποδείξει κατά τα άρθρα 216 παρ.1, 335 και 338 παρ. 1 ΚΠολΔ, την δόση ορισμένης παροχής, την συγκεκριμένη αιτία της παροχής και το λόγο για τον οποίο είναι μη νόμιμη η αιτία (ΟλΑΠ 2/1987, ΑΠ 1455/2013).

στ) Η καταβολή τιμήματος σε εκτέλεση συμβάσεως αγοράς ακινήτου για την οποία δεν συντάχθηκε συμβολαιογραφικό έγγραφο, που απαιτείται από τα άρθρα 369, 513 και 1033 ΑΚ, επάγεται πλουτισμό του πωλητή χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία του αγοραστή (ΑΠ 852/2000).

Δ. Απόσβεση υποχρέωσης απόδοσης πλουτισμού

α) Η υποχρέωση για απόδοση του πλουτισμού αποσβήνεται, εφ όσον ο λήπτης δεν είναι πια πλουσιότερος κατά το χρόνο επίδοσης της αγωγής, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 909 ΑΚ. Το γεγονός της απώλειας, ή μείωσης, του πλουτισμού συγκροτεί καταχρηστική ένσταση καταλυτική του αγωγικού δικαιώματος προς απόδοση της ωφέλειας. Το βάρος επίκλησης και απόδειξης φέρει ο εναγόμενος λήπτης του πλουτισμού (ΑΠ 791/2012).

β) Οι οικονομικές θυσίες, στις οποίες υποβάλλεται ο πλουτήσας πριν από τον πλουτισμό για την απόκτηση αυτού και ιδίως ανταλλάγματα προγενέστερα του πλουτισμού, που συνδέονται με την απόκτηση αυτού, λαμβάνονται υπ όψιν, ως λόγος μη ευθύνης του πλουτήσαντος. Συνιστούν, δηλαδή, νόμιμη αιτία διατήρησης του πλουτισμού στα πλαίσια του άρθρου 904 ΑΚ, η επίκληση της οποίας συνιστά αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό. Στην περίπτωση αυτή εφαρμόζεται ευθέως η διάταξη του άρθρου 904 ΑΚ, αφού δεν γεννιέται από την αρχή απαίτηση αδικαιολόγητου πλουτισμού, και όχι εκείνη του άρθρου 909 AΚ που προϋποθέτει γεννημένη αξίωση αδικαιολόγητου πλουτισμού (ΑΠ 1438/2014).

Ε. Διατήρηση υποχρέωσης απόδοσης πλουτισμού

Η υποχρέωση για απόδοση του πλουτισμού, παρά την απώλεια του πλουτισμού, διατηρείται κατ' εξαίρεση α) σε περίπτωση απαιτήσεως αχρεωστήτου, εφ όσον ο λήπτης γνώριζε, ή αφ ότου έμαθε την ανυπαρξία του χρέους (ΑΚ 911 περ. 1), β) αν πρόκειται για απαίτηση για παράνομη ή ανήθικη αιτία (ΑΚ 911 περ. 2) και γ) σε περίπτωση απαιτήσεως για αιτία που δεν επακολούθησε, ή έληξε, αφ ότου ο λήπτης όφειλε να προβλέψει την αναζήτηση (ΑΚ 912). Ως γνώση, κατά την έννοια του άρθρου 911 περ. 1 ΑΚ, θεωρείται η θετική γνώση και δεν αρκεί αμφιβολία, υπαίτια άγνοια, ή απλή αμφισβήτηση, εκ μέρους του ζημιωθέντος. Παράνομη αιτία κατά την έννοια του άρθρου 911 περ. 2 υπάρχει μόνο σε περίπτωση παραβιάσεως απαγορευτικής διατάξεως νόμου, δηλαδή διατάξεως που αποδοκιμάζει, είτε αυτό το περιεχόμενο της δικαιοπραξίας, στο πλαίσιο της οποίας έγινε η περιουσιακή επίδοση, είτε τις συγκεκριμένες συνθήκες συνάψεώς της, ενώ απαιτείται συνείδηση του παράνομου ή ανήθικου χαρακτήρα της επιδόσεως αυτής (ΑΠ 1475/2009).

ΣΤ. Παραγραφή αξίωσης από την σύμβαση

Η αξίωση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό προϋπόθεση έχει, ότι η ωφέλεια που αποκτήθηκε από την περιουσία άλλου, ή με ζημία αυτού, οφείλεται σε μη νόμιμη αιτία, προϋπόθεση που δεν συντρέχει επί παραγραφής των από την σύμβαση αξιώσεων, γιατί η παραγραφή αποτελεί, όπως συνάγεται από την διάταξη του άρθρου 272 εδ. α ΑΚ, νόμιμη αιτία πλουτισμού.     

Αν κατά το χρόνο εκπλήρωσης της παροχής, ή προκειμένου για χρηματική παροχή κατά το χρόνο καταβολής υπήρχε νόμιμη αιτία και εξέλιπε μεταγενέστερα, δεν υφίσταται αδικαιολόγητος πλουτισμός. Ότι καταβλήθηκε χωρίς γνώση της παραγραφής δεν αναζητείται με την αγωγή του αδικαιολόγητου πλουτισμού (ΑΠ 366/1986, ΜονΠρΑθ 4657/2013).

Ζ. Παραγραφή αξίωσης από την αδικοπραξία 

Για να τύχουν εφαρμογής οι διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού πρέπει να έχει παραγραφή η αξίωση από την αδικοπραξία (πενταετία) και να συντρέχουν και οι προϋποθέσεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού (ΑΠ 547/2008, ΑΠ 562/2004).

Η. Παραγραφή της αξίωσης του αδικαιολόγητου πλουτισμού

Ο χρόνος παραγραφής της αξίωσης του αδικαιολόγητου πλουτισμού, που κατά τον κανόνα του άρθρου 249 ΑΚ είναι εικοσαετής, αρχίζει να τρέχει από την στιγμή που ο εναγόμενος αποκόμισε την ωφέλεια σε βάρος του ενάγοντος, ακριβέστερα δε από τη στιγμή που θα πληρωθούν όλοι οι όροι της διατάξεως του άρθρου 904 ΑΚ και θα είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξη της αξιώσεως.

Στην περίπτωση που ο πλουτισμός προέκυψε από αιτία η οποία δεν επακολούθησε, χρονικό σημείο γεννήσεως της υποχρεώσεως του λήπτη να αποδώσει την ωφέλεια και αντίστοιχα της αξιώσεως του δότη προς απόδοσή της και άρα αφετηρία της παραγραφής είναι εκείνο κατά το οποίο έπαυσε οριστικά να υπάρχει η αιτία, που μέχρι τότε καθιστούσε την περιουσιακή δόση νόμιμο πλουτισμό (ΑΠ 1230/2017).

Η διοίκηση αλλοτρίων (ξένης υπόθεσης) ρυθμίζεται από τις διατάξεις των άρθρων 730-740 ΑΚ. Είναι ενοχή εξωδικαιοπρακτική, που παράγεται αμέσως από το νόμο μεταξύ του διοικητή και του κυρίου της υπόθεσης και μάλιστα από μόνο το γεγονός ότι ο διοικητής χειρίζεται και διοικεί ξένη υπόθεση χωρίς να έχει δικαίωμα, ή σχετική υποχρέωση.

Η διοίκηση αλλοτρίων διακρίνεται, α) σε γνήσια διοίκηση αλλοτρίων και β) μη γνήσια διοίκηση αλλοτρίων. Η γνήσια διοίκηση αλλοτρίων διακρίνεται, α) σε γνήσια θεμιτή διοίκηση αλλοτρίων και β) σε γνήσια αθέμιτη διοίκηση αλλοτρίων. Η μη γνήσια διοίκηση αλλοτρίων διακρίνεται, α) σε εν γνώσει μη γνήσια διοίκηση αλλοτρίων και β) σε εν αγνοία μη γνήσια διοίκηση αλλοτρίων.

Α. Γνήσια θεμιτή διοίκηση αλλοτρίων

Η έννοια της γνήσιας διοίκησης αλλοτρίων δίνεται από την διάταξη του άρθρου 730 εδ. α ΑΚ, κατά την οποία, όποιος διοικεί χωρίς εντολή ξένη υπόθεση έχει υποχρέωση να την διεξάγει προς το συμφέρον του κυρίου και σύμφωνα με την πραγματική, ή την εικαζόμενη θέλησή του. Πρόκειται για θεμιτή γνήσια διοίκηση (άρθρο 736 ΑΚ) και ο διοικητής έχει το δικαίωμα να ζητήσει από τον κύριο τις δαπάνες της διοίκησης και την ανόρθωση των ζημιών κατά τις διατάξεις για την εντολή, που εφαρμόζονται αναλόγως (ΑΠ 784/2005).

Β. Γνήσια αθέμιτη διοίκηση αλλοτρίων

Σύμφωνα με το εδ. β του άρθρου 730 εδ. α ΑΚ, αντίθετη θέληση του κυρίου για την διοίκηση της υπόθεσης δεν λαμβάνεται υπόψη, αν αντιβαίνει στο νόμο ή στα χρηστά ήθη. Πρόκειται για γνήσια μεν, αθέμιτη όμως διοίκηση αλλοτρίων (άρθρο 737 ΑΚ)  και ο διοικητής δικαιούται να ζητήσει μόνο την απόδοση των δαπανών του κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό. Δηλαδή σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 904 παρ. 1 εδ. α ΑΚ. Στοιχεία, επομένως, της αγωγής για δαπάνες που πρέπει να εκθέτει και να αποδεικνύει ο ενάγων διοικητής αλλοτρίων, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 106, 111 παρ. 2, 118 περ. 4 και 216 παρ. 1α ΚΠολΔ, είναι, εφόσον η αξίωσή του στηρίζεται στην διάταξη του άρθρου 737 ΑΚ, ο πλουτισμός του εναγομένου κυρίου της υποθέσεως, η επέλευσή του σε βάρος του ενάγοντος (άρα και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας ανάμεσα στον πλουτισμό του πρώτου και την επιβάρυνση του δευτέρου) και η έλλειψη νόμιμης αιτίας (ΑΠ 784/2005, ΑΠ 326/2006). ΑΠ 1254/2017

Γ. Εν γνώσει μη γνήσια διοίκηση αλλοτρίων

Μη γνήσια διοίκηση αλλοτρίων έχουμε, όταν ο διοικητής διοικεί την ξένη υπόθεση σαν δική του, δηλαδή αποβλέποντας στο δικό του συμφέρον και όχι στο συμφέρον του κυρίου (ΑΠ 668/2007), οπότε αν αγνοεί ότι πρόκειται για ξένη υπόθεση και τη διεξάγει νομίζοντας πως είναι δική του (εν γνώσει μη γνήσια διοίκηση) τότε κατά το άρθρ. 740 ΑΚ δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις για τη διοίκηση αλλοτρίων, αλλά αυτές για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό ή τις αδικοπραξίες, εφόσον ειδικότερα η πλάνη του διοικητή οφείλεται σε αμέλειά του και η διοίκηση της ξένης υπόθεσης συνιστά παράνομη πράξη, όπως κατά κανόνα συμβαίνει.

Δ. Εν αγνοία μη γνήσια διοίκηση αλλοτρίων

Αν όμως ο διοικητής γνωρίζει ότι πρόκειται για ξένη υπόθεση και παρ όλα αυτά την διοικεί σαν δική του (εν αγνοία μη γνήσια διοίκηση) τότε κατά το άρθρο 739 ΑΚ και με την επιφύλαξη της τυχόν ευθύνης του από αδικοπραξία έχει και πάλι τις υποχρεώσεις από την διοίκηση αλλοτρίων, ενώ δαπάνες έχει δικαίωμα να απαιτήσει μόνο κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό.

Ε. Περί μη γνήσιας διοίκησης αλλοτρίων

α) Ο νόμος ορίζει ως εφαρμοστέες και στη μη γνήσια διοίκηση αλλοτρίων τις διατάξεις που ρυθμίζουν την ευθύνη του διοικητή στην γνήσια διοίκηση αλλοτρίων, παραπέμποντας έτσι μεταξύ άλλων και στη διάταξη του άρθρου 734 ΑΚ, σύμφωνα με την οποία ο διοικητής αλλοτρίων έχει απέναντι στον κύριο υποχρέωση να λογοδοτήσει, να αποδώσει όσα απέκτησε από τη διοίκηση και να καταβάλει τόκους κατά τις διατάξεις για την εντολή, που εφαρμόζονται αναλόγως. Κατ' αυτό τον τρόπο ο κύριος της υπόθεσης μπορεί να επιτύχει όχι μόνο την αποκατάσταση της ζημίας του από την αυθαίρετη επέμβαση στη διαχείριση της υπόθεσής του, αλλά να αξιώσει και την απόδοση του κέρδους που αποκόμισε ο διοικητής από τη διοίκηση αλλοτρίων κατά το ποσό που αυτό υπερβαίνει συνήθως τη προξενηθείσα ζημία. Ανάλογα θα πρόκειται, είτε για πραγματική συρροή αξιώσεων όταν ο κύριος της υπόθεσης ζητεί αποζημίωση και το επιπλέον κέρδος που αποκόμισε από τη διαχείριση της ξένης υπόθεσης ο διοικητής, είτε για απλή συρροή των περισσότερων νομικών βάσεων της αυτής ενιαίας αξίωσης, όταν ζητεί αποζημίωση θεμελιώνοντας την αξίωσή του από κοινού στις διατάξεις για τη διοίκηση αλλοτρίων και σ' αυτές για τις αδικοπραξίες (ΑΠ 1343/2013).

β) Η αγωγή, με την οποία ο κύριος της υπόθεσης προβάλλει αξιώσεις κατά του διοικητή αυτής, επικαλούμενος ευθύνη του από σχέση μη γνήσιας διοίκησης αλλοτρίων, για να είναι ορισμένη, πρέπει να περιέχει τα εξής στοιχεία α) τη διεξαγωγή ξένης υπόθεσης, που μπορεί να αφορά την επιχείρηση νομικών ή υλικών πράξεων ή και να μην έχει περιουσιακό αντικείμενο, β) τη γνώση του διοικητή ότι η υπόθεση είναι ξένη, δηλαδή πρέπει να γνωρίζει θετικά και όχι απλώς να αγνοεί, έστω και από βαριά αμέλειά του, ότι η υπόθεση που διεξάγει είναι ξένη και γ) τη διεξαγωγή της ξένης υπόθεσης από το διοικητή προς το δικό του αποκλειστικά συμφέρον παρά την ως άνω αντίθετη γνώση του ((ΑΠ1261/2010, ΑΠ 1343/2013)

ΣΤ. Ευθύνη διοικητή αλλοτρίων

Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 731 ΑΚ, ο διοικητής αλλοτρίων ευθύνεται για κάθε πταίσμα. Αν ανέλαβε την διοίκηση εναντίον της πραγματικής ή της εικαζόμενης θέλησης του κυρίου και έπρεπε να το είχε διαγνώσει, ευθύνεται και για τα τυχαία γεγονότα, εκτός αν αποδείξει ότι η ζημία θα επερχόταν και χωρίς την ανάμιξή του. Σύμφωνα δε με την διάταξη του άρθρου 732 ΑΚ, οποίος διοίκησε ξένες υποθέσεις για να αποτρέψει κίνδυνο που απειλούσε τον κύριο ευθύνεται μόνο για δόλο και βαριά αμέλεια.

 Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι ο διοικητής αλλότριων από μόνη την ανάμειξη του στη διοίκηση αλλότριων (θεμιτή ή αθέμιτη) έχει ευθύνη για κάθε πταίσμα, δηλ. δόλο, βαριά και ελαφρά αμέλεια, προκειμένου δε για αθέμιτη διοίκηση αλλότριων η ευθύνη του διοικητή αλλότριων διαπλάσσεται αυστηρότερα, εκτεινόμενη και στα τυχηρά, απαλλασσομένου τούτου μόνο στην περίπτωση της ανώτερης βίας (ΕφΑθ 3706/2008).

Ζ. Δικαιώματα διοικητή αλλοτρίων

Κατά το άρθρο 736 ΑΚ, αν ο διοικητής αλλοτρίων ανέλαβε την διοίκηση προς το συμφέρον και σύμφωνα με την πραγματική ή την εικαζόμενη θέληση του κυρίου, έχει δικαίωμα να ζητήσει απ' αυτόν τις δαπάνες της διοίκησης και την ανόρθωση των ζημιών κατά τις διατάξεις για την εντολή, κατά δε το άρθρο 737 ΑΚ, αν δεν συντρέχουν οι όροι του προηγούμενου άρθρου, ο διοικητής δεν έχει δικαίωμα να ζητήσει την ανόρθωση των ζημιών. Απόδοση των δαπανών δικαιούται να ζητήσει μόνο κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ 1

Εφ όσον ο διοικητής ανέλαβε την διοίκηση της ξένης υπόθεσης και την διεξάγει ως ξένη προς το συμφέρον και σύμφωνα με την πραγματική ή εικαζόμενη θέληση του κυρίου, πρόκειται για γνήσια θεμιτή διοίκηση αλλοτρίων και ο διοικητής έχει κατά το άρθρ. 736 ΑΚ το δικαίωμα να ζητήσει από τον κύριο τις δαπάνες της διοίκησης και την ανόρθωση των ζημιών κατά τις διατάξεις για την εντολή, διαφορετικά πρόκειται για γνήσια μεν, αθέμιτη όμως διοίκηση αλλοτρίων και ο διοικητής δικαιούται κατά το άρθρο 737 ΑΚ να ζητήσει μόνο την απόδοση των δαπανών του κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό (1343/2013).

ΣΗΜΕΙΩΣΗ 2

Η από το άρθρο 740 ΑΚ διάταξη, που ορίζει ότι «Οι διατάξεις για τη διοίκηση αλλοτρίων δεν εφαρμόζονται αν κάποιος διεξάγει ξένη υπόθεση νομίζοντας πως είναι δική του», αφορά μη γνήσια διοίκηση αλλοτρίων, όταν ο διοικητής διοικεί την ξένη υπόθεση σαν δική του, δηλαδή αποβλέποντας στο δικό του συμφέρον και όχι στο συμφέρον του κυρίου, οπότε αν μεν αγνοεί ότι πρόκειται για ξένη υπόθεση και την διεξάγει νομίζοντας πως είναι δική του, τότε κατά το άρθρο αυτό δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις για τη διοίκηση αλλοτρίων, αλλά αυτές για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό ή τις αδικοπραξίες, εφόσον ειδικότερα η πλάνη του διοικητή οφείλεται σε αμέλειά του και η διοίκηση της ξένης υπόθεσης συνιστά παράνομη πράξη, όπως κατά κανόνα συμβαίνει. Αν όμως ο διοικητής γνωρίζει ότι πρόκειται για ξένη υπόθεση και παρόλα αυτά τη διοικεί σαν δική του, τότε κατά το άρθρο 739 ΑΚ και με την επιφύλαξη της τυχόν ευθύνης του από αδικοπραξία έχει και πάλι τις υποχρεώσεις από την διοίκηση αλλοτρίων, ενώ δαπάνες έχει δικαίωμα να απαιτήσει μόνο κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό (ΑΠ 1343/2013).

Η. Αδικαιολόγητος πλουτισμός

Σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση αθέμιτης ή μη γνήσιας διοίκησης αλλοτρίων, πρέπει να ερευνάται αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την γέννηση της αξίωσης αδικαιολογήτου πλουτισμού, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 904 παρ.1 εδ. α’ ΑΚ , που ορίζει ότι «όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια».

Κατά την διάταξη, για να γεννηθεί η αξίωση του αδικαιολόγητου πλουτισμού, πρέπει να επέλθει μία περιουσιακή μεταβολή στις σχέσεις δικαιούχου και υποχρέου σε βάρος της περιουσίας του δικαιούχου χωρίς νόμιμη αιτία, αρκεί ο πλουτισμός του λήπτη να είναι πραγματικός και συγκεκριμένος, ιδιότητες που έχουν ιδιαίτερη σημασία στην περίπτωση του πλουτισμού που επιβάλλεται στο λήπτη χωρίς τη θέλησή του. Επιβαλλόμενος, εντεύθεν, πλουτισμός υπάρχει, όταν έχει υλοποιηθεί συγκεκριμένη πραγματική, κατ΄ αντικειμενική κρίση, αύξηση της περιουσίας ενός προσώπου (πλουτισμός), η οποία έρχεται σε αντίθεση με τη θέλησή του, ή τα ενδιαφέροντά του. Κάτι τέτοιο, δηλαδή επιβαλλόμενος (ανεπιθύμητος) πλουτισμός μπορεί να συμβεί ειδικά στη διοίκηση αλλοτρίων μόνο στις περιπτώσεις της αθέμιτης γνήσιας διοίκησης (άρθρο 737 εδ. β ΑΚ), ή της μη γνήσιας (άρθρο 739 εδ. β’ ΑΚ), γιατί στη γνήσια θεμιτή ο διοικητής ενεργεί προς το συμφέρον του κυρίου και σύμφωνα με την πραγματική ή την εικαζόμενη θέληση του κυρίου, στοιχείο αντίθετο προς το εννοιολογικό περιεχόμενο του επιβαλλόμενου πλουτισμού (ΑΠ 668/2007, ΑΠ 1614/1999, ΑΠ  784/2005 ΜονΠρΠειρ  2723/ 2019).

Θ. Υποχρεώσεις διοικητή

Πέραν των άλλων, σύμφωνα με το άρθρο 733 ΑΚ, ο διοικητής αλλοτρίων οφείλει, μόλις μπορέσει, να αναγγείλει στον κύριο ότι ανέλαβε την διοίκηση και να περιμένει, αν δεν υπάρχει άμεσος κίνδυνος από την αναβολή, τις οδηγίες του κυρίου, κατά δε το άρθρο 734 ΑΚ, ο διοικητής αλλοτρίων έχει απέναντι στον κύριο υποχρέωση να λογοδοτήσει, να αποδώσει όσα απέκτησε από την διοίκηση και να καταβάλει τόκους κατά τις διατάξεις για την εντολή, που εφαρμόζονται αναλόγως.

Κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, ή  τα χρηστά ήθη, ή ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.

Α. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής για να κριθεί η άσκηση του δικαιώματος ως καταχρηστικής θα πρέπει να υπάρχει προφανής υπέρβαση των ως άνω ορίων που υφίσταται, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε σε συνάρτηση με αυτή του υποχρέου, ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά τον μεσολαβήσαντα χρόνο, ή οι περιστάσεις που μεσολάβησαν, χωρίς να εμποδίζουν κατά νόμο την γένεση, ή να επάγονται την απόσβεση, του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού η συμπεριφορά αυτή τείνει στην ανατροπή της κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο με επακόλουθο, να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο, οι οποίες κρίνονται σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν σε βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση άσκησης του δικαιώματός του.

Β. Μόνη η αδράνεια του δικαιούχου για την άσκηση του δικαιώματός του επί χρόνο μικρότερο από τον απαιτούμενο χρόνο για την παραγραφή καθώς και η καλόπιστη πεποίθηση του υποχρέου ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα κατά αυτού, ή ότι δεν πρόκειται τούτο να ασκηθεί εναντίον του, έστω και αν αυτή δημιουργήθηκε από την αδράνεια του δικαιούχου, δεν αρκεί από μόνη της για να καταστήσει καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος (Ολ ΑΠ 33/2005, ΟλΑΠ 8/2001, ΟλΑΠ 8/2001, ΑΠ 1236/2004, ΑΠ 1332/2004, ΑΠ 1142/2001, ΕφΠειρ 288/2018).

Κατά το άρθρο 300 ΑΚ, αν εκείνος που ζημιώθηκε συντέλεσε από δικό του πταίσμα στη ζημία, ή την έκτασή της, το δικαστήριο μπορεί να μην επιδικάσει αποζημίωση, ή να μειώσει το ποσό της.

Α. Για την εφαρμογή της διάταξης αυτής απαιτείται η συνδρομή των προϋποθέσεων α) υποχρέωση, κατ' αρχήν, προς αποζημίωση, β) συμβολή του ζημιωθέντος στην επέλευση, ή την έκταση της ζημίας του γ) αιτιώδης συνάφεια της συμπεριφοράς του ζημιωθέντος προς την επέλευση, ή την έκταση της ζημίας. Πότε συντρέχει τέτοια περίπτωση κρίνεται εκάστοτε από το σύνολο των περιστατικών καθώς και από τις κρατούσες ηθικές και κοινωνικές αντιλήψεις.

Β. Ειδικότερα, πρώτα εξετάζεται, αν ο συνηθισμένος επιμελής άνθρωπος μπορούσε με κατάλληλη ενέργεια ή παράλειψη να αποφύγει στη συγκεκριμένη περίπτωση την ζημία, ή να την περιορίσει και δεύτερον, αν εκείνος που ζημιώθηκε όφειλε, ως έντιμος και επιμελής κοινωνικός άνθρωπος, να προβεί στη δυνατή αυτή ενέργεια ή παράλειψη..

Γ. Εφ όσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις της ΑΚ 300, ο δικαστής έχει τη δυνατότητα, είτε να απαλλάξει το ζημιώσαντα, είτε να μειώσει την ευθύνη του, είτε, τέλος, και να κρίνει ότι, παρά το συντρέχον πταίσμα, αυτός θα πρέπει να φέρει πλήρη ευθύνη. Τη διακριτική του αυτή ευχέρεια ο δικαστής ασκεί με βάση ορισμένα κριτήρια που σύμφωνα με το πνεύμα του νόμου, θεωρούνται κρίσιμα. Τέτοια κριτήρια είναι η βαρύτητα του πταίσματος του ζημιωθέντος, σε σχέση με τη βαρύτητα του πταίσματος του ζημιώσαντος, η αντικειμενική συμβολή των μερών στην παραγωγή και την έκταση της ζημίας, οι κρατούσες ηθικές και κοινωνικές αντιλήψεις και γενικότερα οι αρχές της καλής πίστης, επομένως και οι οικονομικές συνθήκες των μερών, τα χρηστά ήθη κλπ.

Δ. Επιβάλλεται δε ο καταλογισμός μέρους της ζημίας στην αμέλεια του παθόντος, όταν αυτή υπήρξε η κυρία αιτία της επαύξησης της ζημίας, θα εξετασθεί, δηλαδή, κατά τις αρχές της πρόσφορης αιτιώδους συνάφειας, ποίου εκ των ενδιαφερομένων η συμπεριφορά και κατά ποίο βαθμό, ήταν, κατά την κανονική πορεία των πραγμάτων, περισσότερο ικανή να ευνοήσει την παραγωγή του επιζήμιου αποτελέσματος (ΕφΑθ 1515/2007, ΕφΛαρ 580/2013)

1) Κατά την υπόσχεση της παροχής

Α. Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 362 ΑΚ, αυτός που υποσχέθηκε παροχή (οφειλέτης) η οποία είναι αδύνατη κατά την σύναψη της σύμβασης, για λόγους που, είτε είναι γενικοί, είτε αφορούν τον ίδιο, έχει υποχρέωση να ανορθώσει την ζημία του δανειστή από την μη εκπλήρωση της παροχής. Στην περίπτωση που ο δανειστής κατά την σύναψη της σύμβασης γνώριζε, ή όφειλε να γνωρίζει, ότι η παροχή είναι αδύνατη, τότε ο δανειστής, κατά τα άρθρα 300 και 364 ΑΚ, θα επωμισθεί ένα μέρος της ζημίας, με δυνατότητα του οφειλέτη, είτε να απαλλαγεί από την ευθύνη, είτε να μειωθεί η ευθύνη του

Β. Αν όμως ο οφειλέτης, κατά το άρθρο 363 ΑΚ, κατά την συνομολόγηση της σύμβασης αγνοούσε χωρίς υπαιτιότητα ότι η παροχή είναι αδύνατη, εφ όσον στον νόμο δεν ορίζεται διαφορετικά, απαλλάσσεται από κάθε υποχρέωση που απορρέει από την υπόσχεση της αδύνατης παροχής. Οφείλει όμως, αμέσως μόλις μάθει την αδυναμία για εκπλήρωση, να ειδοποιήσει το δανειστή για το γεγονός αυτό.  

Γ. Στην περίπτωση που η παροχή  του ενός από τους συμβαλλομένους, κατά το άρθρο 380 ΑΚ, είναι αδύνατη από γεγονός για το οποίο αυτός δεν έχει ευθύνη, απαλλάσσεται και ο άλλος συμβαλλόμενος από την αντιπαροχή και την αναζητεί, αν τυχόν την κατέβαλε, κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό. Αλλά δεν απαλλάσσεται αν απαίτησε ό,τι περιήλθε στον άλλο εξαιτίας του γεγονότος της αδυναμίας.

Δ. Αν η παροχή του ενός είναι, ή έγινε, αδύνατη από γεγονός, για το οποίο αυτός υπέχει ευθύνη, μπορεί ο άλλος, είτε να επικαλεστεί τα δικαιώματα του άρθρου 380 ΑΚ και να απαλλαγεί από την υποχρέωση να καταβάλει την αντιπαροχή του, ή αν τυχόν την κατέβαλε, να την αναζητήσει κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, είτε να ζητήσει αποζημίωση, είτε να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση (άρθρα 166, 330, 335, 336, 380, 382, και 904 AK).

Ε. Η αποζημίωση συνίσταται στο λεγόμενο θετικό διαφέρον, ή διαφέρον εκπληρώσεως, από την οριστική σύμβαση, δηλαδή αυτός που ζημιώθηκε δικαιούται να αξιώσει ό,τι θα είχε, εάν δεν υπήρχε η αντισυμβατική συμπεριφορά του οφειλέτη, δηλαδή την αξία του περιουσιακού αντικειμένου κατά το χρόνο της πρώτης συζήτησης της αγωγής (ΕφΠειρ 110/2005).

2) Κατά την εκπλήρωση της παροχής

Α. Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 335 ΑΚ, αν κατά την εκπλήρωσή της η παροχή είναι ολικά ή μερικά αδύνατη για λόγους που, είτε είναι γενικοί, είτε αφορούν τον οφειλέτη, αυτός έχει υποχρέωση να ανορθώσει τη, ζημία του δανειστή που επέρχεται από την αδυναμία.

Β. Ο οφειλέτης απαλλάσσεται από κάθε υποχρέωση εξ αιτίας αδυναμίας να εκπληρώσει την παροχή, αν αποδείξει ότι η αδυναμία οφείλεται σε γεγονός για το οποίο δεν έχει ευθύνη. Οφείλει όμως αμέσως, μόλις μάθει την αδυναμία για εκπλήρωση, να ειδοποιήσει το δανειστή (336 ΑΚ)

Γ. Σε περίπτωση μερικής υπαίτιας αδυναμίας του οφειλέτη να εκπληρώσει την παροχή ο δανειστής, μέσα σε εύλογη προθεσμία, αφ ότου γίνει η προσφορά ή η πρόσκληση από τον οφειλέτη, αν δεν έχει συμφέρον στη μερική εκπλήρωση, έχει δικαίωμα να την αρνηθεί εντελώς και να θεωρήσει την αδυναμία ολική (άρθρο 337 ΑΚ).

Δ. Αν ο οφειλέτης απαλλάχθηκε από την υποχρέωσή του, επειδή βρισκόταν σε αδυναμία να την εκπληρώσει από γεγονός για το οποίο δεν έχει ευθύνη, οφείλει να αποδώσει στο δανειστή καθετί που περιήλθε σ' αυτόν εξαιτίας αυτού του γεγονότος (άρθρο 338 ΑΚ).

3) Το βάρος της απόδειξης

Το βάρος της απόδειξης, σχετικά με την υπαιτιότητα του οφειλέτη της αδύνατης παροχής, φέρει ο ίδιος, αφού η υπαιτιότητά του τεκμαίρεται, σύμφωνα, άλλωστε, με το γενικό κανόνα που ισχύει στην ενδοσυμβατική ευθύνη. Ο ζημιωθείς δηλαδή αρκεί να αποδείξει μόνο ότι η παροχή έγινε αδύνατη, όχι, όμως, και ότι η αδυναμία οφείλεται σε πταίσμα του οφειλέτη. Αντίθετα, ο οφειλέτης, αποκρούοντας την αξίωση της αγωγής, οφείλει αυτός να αποδείξει ότι η αδυναμία του οφείλεται σε γεγονός, για το οποίο δεν έχει ευθύνη, κατ' άρθ. 336 ΑΚ (ΑΠ 405/2002).

Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 374 ΑΚ παρ.1 ΑΚ, ο υπόχρεος από αμφοτεροβαρή σύμβαση έχει δικαίωμα να αρνηθεί την εκπλήρωση της παροχής για όσο χρόνο ο αντισυμβαλλόμενος δεν εκπληρώνει, ή δεν προσφέρει, την αντιπαροχή, εκτός αν έχει υποχρέωση να εκπληρώσει πρώτος.

Α. Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι παροχή και αντιπαροχή, βρίσκονται μεταξύ τους σε σχέση λειτουργικής εξάρτησης, τόσο ως προς την γένεση, όσο και ως προς την εξέλιξη των περί παροχής και αντιπαροχής υποχρεώσεων των συμβαλλόμενων μερών. Και οι δύο συμβαλλόμενοι υποχρεούνται να εκτελέσουν ταυτόχρονα την βαρύνουσα καθένα από αυτούς παροχή. Αν ο ένας από τους συμβαλλομένους ζητήσει από τον αντισυμβαλλόμενο να εκπληρώσει εκείνος πρώτος την παροχή, θα αποκρουστεί με την ένσταση της μη εκπλήρωσης της σύμβασης, σκοπός της οποίας είναι ο εξαναγκασμός και των δύο σε ταυτόχρονη εκπλήρωση κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 378 ΑΚ, σύμφωνα με το οποίο η προβολή της ένστασης μη εκπλήρωσης της σύμβασης έχει ως αποτέλεσμα ότι ο εναγόμενος καταδικάζεται στην παροχή με τον όρο ταυτόχρονης εκπλήρωσης από τον άλλο της αντιπαροχής που τον βαρύνει.

Β. Η ένσταση της μη εκπλήρωσης της σύμβασης έχει εφαρμογή μόνον, όταν δεν δημιουργείται υποχρέωση για κανένα από τους συμβαλλομένους, είτε από τη σύμβαση είτε από το νόμο, σε προεκπλήρωση της παροχής.

Γ. Αν υπάρχει υποχρέωση σε προεκπλήρωση της παροχής, η διάταξη του άρθρου 374 ΑΚ δεν εφαρμόζεται, εκτός αν η γενόμενη από τον υπόχρεο προεκπλήρωση είναι ελλιπής ή πλημμελής, οπότε ο αντισυμβαλλόμενος που την αποδέχθηκε, έχει την ένσταση της μη προσήκουσας εκπλήρωσης της παροχής (ΑΠ 1852/2009, ΑΠ 1855/2009) ΑΠ 2208/2013

Δ. Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 380 ΑΚ, αν η παροχή του ενός από τους συμβαλλομένους είναι αδύνατη από γεγονός για το οποίο αυτός δεν έχει ευθύνη, απαλλάσσεται και ο άλλος συμβαλλόμενος από την αντιπαροχή και την αναζητεί, αν τυχόν την κατέβαλε, κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό.

Ε. Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 376 ΑΚ, αν ο ένας από τους συμβαλλομένους εκπλήρωσε κατά ένα μέρος την παροχή, δεν μπορεί ο άλλος να αρνηθεί την αντιπαροχή όταν η άρνηση αντιβαίνει στην καλή πίστη λόγω των ειδικών περιστάσεων και ιδίως επειδή το μέρος της παροχής που καθυστερείται ακόμη είναι επουσιώδες.

Κατά την διάταξη του άρθρου 371 ΑΚ, αν ο προσδιορισμός της παροχής ανατέθηκε σε έναν από τους συμβαλλομένους ή σε τρίτον, σε περίπτωση αμφιβολίας θεωρείται ότι ο προσδιορισμός πρέπει να γίνει με δίκαιη κρίση. Αν δεν έγινε με δίκαιη κρίση ή βραδύνει γίνεται από το δικαστήριο, ενώ κατά την διάταξη του άρθρου 372 ΑΚ, σύμβαση στην οποία ο προσδιορισμός της παροχής ανατίθεται στην απόλυτη κρίση ενός από τους συμβαλλόμενους είναι άκυρη.

Α. Με την πρώτη διάταξη αυτή παρέχεται η δυνατότητα ανάθεσης του προσδιορισμού της παροχής σε κάποιον από τους συμβαλλομένους, ή σε τρίτον, ο οποίος υποχρεούται να προβεί στον προσδιορισμό της παροχής, εν αμφιβολία, με δίκαιη κρίση. Μπορεί με την συμφωνία να ορίζεται ότι, η παροχή θα προσδιοριστεί από τα μέρη με μεταγενέστερη συμφωνία. Προϋποθέσεις εφαρμογής του ως άνω άρθρου είναι η ύπαρξη αοριστίας της παροχής, η οποία πρέπει να είναι ηθελημένη και υφίσταται υπό την έννοια ότι κατά την κατάρτιση της σύμβασης και μετά την σύσταση της ενοχής, το περιεχόμενο της παροχής δεν προσδιορίστηκε πλήρως στη σύμβαση κατ έκταση, χρόνο, τόπο και τρόπο καταβολής, είδος, βάρος ή κατ άλλα στοιχεία και δεν είναι δυνατή η αναπλήρωση της αοριστίας αυτής με την ερμηνεία κατά τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ.

Β. Από τον συνδυασμό των δύο διατάξεων σαφώς προκύπτει ότι είναι άκυρη η συμφωνία περί αορίστου παροχής όταν ο προσδιορισμός της παροχής ανατίθεται στον ένα των συμβαλλομένων, ο οποίος μπορεί να προβεί σ' αυτόν κατά τρόπο αυθαίρετο, μη υποκείμενο στον έλεγχο του αντισυμβαλλομένου ή του δικαστηρίου, σε τρόπο ώστε η δέσμευση του άλλου από τη συμφωνία αυτή να είναι υπέρμετρη και αλόγιστη. Αντίθετα, αν ο προσδιορισμός της παροχής ανατέθηκε από τους συμβαλλομένους, απλώς σε έναν απ' αυτούς, ο τελευταίος υποχρεούται έναντι του άλλου να προβεί στον προσδιορισμό της παροχής εν αμφιβολία με δίκαιη κρίση. Και αν η κρίση του ενός συμβαλλομένου μέρους θεωρηθεί εκ μέρους του άλλου δίκαιη, γεννιέται η αξίωση για την παροχή, όταν όμως θεωρηθεί μη δίκαιη, κάθε ένα μέρος δικαιούται να ζητήσει με αγωγή τον προσδιορισμό από το Δικαστήριο.

Γ. Δίκαιη κρίση, ή κρίση αγαθού ανδρός, θεωρείται η κρίση του ελευθέρως δικάζοντος εντός του σκοπού της ενοχής, και μάλιστα της συμβάσεως και εντός των συγκεκριμένων μεταξύ των μερών περιστάσεων. Για τον σχηματισμό δε της δίκαιης κρίσης πρέπει από την σύμβαση να προκύπτει κάποια βάση ή αφετηρία για τέτοια κρίση ως λ.χ. ο διά της συμβάσεως επιδιωκόμενος σκοπός των μερών ή η συνομολογηθείσα αντιπαροχή (ΑΠ 1879/2013)

Δ. Η απόφαση του δικαστηρίου, που προσδιορίζει την παροχή, συμπληρώνει την σύμβαση ως προς την αοριστία της παροχής, υποκαθιστώντας την βούληση των συμβαλλομένων και είναι διαπλαστικού χαρακτήρα, με αναδρομική δύναμη. Πριν από τον προσδιορισμό δεν υπάρχει γεννημένη αξίωση προς παροχή και συνακόλουθα δεν δημιουργείται υπερημερία του οφειλέτη από την μη πληρωμή, αφού δεν υφίσταται προσδιορισμένη εκπληρώσιμη παροχή (ΑΠ 110/2015, ΑΠ 1354/2015).

Α. Σύμφωνα με τον νόμο 4820/2021 (άρθρα 205 και 206)  υποχρεωτικά πρέπει να εμβολιστεί κατά του COVID-19

1) Όλο το προσωπικό (ιατρικό, παραϊατρικό, νοσηλευτικό, διοικητικό και υποστηρικτικό προσωπικό) των ιδιωτικών, δημόσιων και δημοτικών μονάδων φροντίδας ηλικιωμένων και φροντίδας ατόμων με αναπηρία, όπου και αν υπηρετούν, ακόμη και το προσωπικό που απασχολείται στο πρόγραμμα «Βοήθεια στο σπίτι».

Η πρώτη δόση του εμβολιασμού, ή η μοναδική δόση, πρέπει να γίνει έως τις 16 Αυγούστου 2021, η δε ολοκλήρωση του εμβολιαστικού κύκλου πρέπει να γίνει στον προβλεπόμενο χρόνο.

Κάθε νεοεισερχόμενος φιλοξενούμενος στις ανωτέρω μονάδες πρέπει υποχρεωτικά να είναι πλήρως εμβολιασμένος κατά του COVID-19.

2) Όλο το προσωπικό (ιατρικό, παραϊατρικό, νοσηλευτικό, διοικητικό και υποστηρικτικό) σε ιδιωτικές, δημόσιες και δημοτικές δομές υγείας (διαγνωστικά κέντρα, κέντρα αποκατάστασης, κλινικές, νοσοκομεία, δομές πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας, μονάδες νοσηλείας, Εθνικός Οργανισμός Δημόσιας Υγείας)  και Εθνικό Κέντρο Άμεσης Βοήθειας (ΕΚΑΒ).

Η πρώτη δόση του εμβολιασμού, ή η μοναδική δόση, πρέπει να γίνει έως την 1 Σεπτεμβρίου 2021, η δε ολοκλήρωση του εμβολιαστικού κύκλου πρέπει να γίνει στον προβλεπόμενο χρόνο.

Β. Ποιοι δεν έχουν υποχρέωση εμβολιασμού

Δεν υπέχουν την υποχρέωση να εμβολιαστούν όσοι από τους παραπάνω έχουν νοσήσει και για διάστημα (6) μηνών από τη νόσηση και όσοι έχουν αποδεδειγμένους λόγους υγείας που εμποδίζουν την διενέργεια του εμβολίου.

Οι λόγοι υγείας εγκρίνονται από τριμελείς επιτροπές ανά υγειονομική περιφέρεια, οι οποίες αποτελούνται από ιατρούς του Εθνικού Συστήματος Υγείας και πανεπιστημιακούς ιατρούς.

Γ. Υποχρέωση επίδειξης πιστοποιητικού εμβολιασμού

Όλοι οι εργαζόμενοι στον δημόσιο και ιδιωτικό τομέα, οι οποίοι έχουν ολοκληρώσει τον εμβολιασμό, ή έχουν νοσήσει εντός του τελευταίου εξαμήνου, υποχρεούνται όπως επιδεικνύουν στον προϊστάμενο της οργανικής μονάδας όπου υπηρετούν ή στον εργοδότη τους, αντίστοιχα, το Ευρωπαϊκό Ψηφιακό Πιστοποιητικό COVID-19, ή άλλη σχετική βεβαίωση εμβολιασμού.

Δ. Συνέπειες μη εμβολιασμού προσωπικού δημόσιου φορέα

Όσοι από τους παραπάνω εργάζονται σε φορείς του δημοσίου τομέα και δεν εμβολιαστούν εμπρόθεσμα, ή καθόλου, με απόφαση του επικεφαλής του φορέα τίθενται σε αναστολή εργασίας μέχρι να εμβολιαστούν και συμπληρωθούν 14 ημέρες από την ολοκλήρωση του εμβολιασμού.

Κατά τον χρόνο αναστολής εργασίας δεν καταβάλλονται αποδοχές. Ο χρόνος αναστολής δεν λογίζεται ως χρόνος πραγματικής δημόσιας υπηρεσίας. Δικαιούνται ιατροφαρμακευτική περίθαλψη. 

Ε. Συνέπειες μη εμβολιασμού προσωπικού ιδιωτικού τομέα

Όσοι από τους παραπάνω εργάζονται στον ιδιωτικό τομέα (ανεξάρτητα αν πρόκειται για συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας, συμβάσεις έργου, παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών, συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας δανειζόμενου προσωπικού, ή προσωπικού που συμβάλλεται με εργολάβο) και δεν εμβολιαστούν εμπρόθεσμα, ή καθόλου, ο εργοδότης υποχρεούται να τους θέσει σε αναστολή εργασίας μέχρι να εμβολιαστούν και συμπληρωθούν 14 ημέρες από την ολοκλήρωση του εμβολιασμού.

Κατά τον χρόνο αναστολής εργασίας δεν καταβάλλονται οι αποδοχές. Ο διαδραμών χρόνος δεν λαμβάνεται ως συντάξιμος. Δικαιούνται ιατροφαρμακευτική περίθαλψη. 

Στον εργοδότη που απασχολεί προσωπικό ανεμβολίαστο επιβάλλεται διοικητικό πρόστιμο από 10.000 ευρώ έως 50.000 ευρώ για κάθε παράβαση και σε περίπτωση υποτροπής, διοικητικό πρόστιμο από 20.000 ευρώ έως 200.000 ευρώ για κάθε παράβαση.

ΣΤ. Προσλήψεις προσωπικού από φορείς δημοσίου τομέα

Οι φορείς του δημοσίου τομέα δύνανται να προσλάβουν  προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου μέχρι 3 μήνες, με δυνατότητα παράτασης για επιπλέον 3 μήνες, αντίστοιχων προσόντων του προσωπικού που έχει τεθεί σε αναστολή καθηκόντων και μέχρι του αριθμού του προσωπικού που έχει τεθεί σε αναστολή καθηκόντων.

Οι νεοπροσλαμβανόμενοι πρέπει υποχρεωτικά να είναι πλήρως εμβολιασμένοι κατά του COVID-19 και να έχουν παρέλθει 14 ημέρες από την ολοκλήρωση του εμβολιασμού, ή  έχουν νοσήσει και για διάστημα (6) μηνών από την νόσηση.

Ζ. Προσλήψεις προσωπικού ιδιωτικού τομέα 

Ο νόμος δεν αναφέρεται σε προσλήψεις προσωπικού στον ιδιωτικό τομέα στην θέση αυτών που τέθηκαν σε αναστολή εργασίας και αφήνεται το θέμα αυτό στο διευθυντικό δικαίωμα του εργοδότη.

Νοείται ότι αν ο εργοδότης προσλάβει προσωπικό, το προσωπικό αυτό  πρέπει υποχρεωτικά να είναι πλήρως εμβολιασμένο κατά του COVID-19 και να έχουν παρέλθει 14 ημέρες από την ολοκλήρωση του εμβολιασμού, ή  να έχουν νοσήσει και για διάστημα (6) μηνών από την νόσηση.

Η. Εξουσιοδότηση για επέκταση της υποχρεωτικότητας εμβολιασμού

Ο υπουργός Υγείας έχει την εξουσιοδότηση για επέκταση των κατηγοριών στις οποίες δύνανται να επιβληθεί η υποχρεωτικότητα του εμβολιασμού.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ

Κατά την κρατούσα άποψη στη νομολογία και στη θεωρία

1) Απαγορεύεται ο εμβολιασμός προσώπου με τη βία.

2) Ο υποχρεωτικός εμβολιασμός για την αντιμετώπιση μεταδοτικών ασθενειών, όπως είναι ο COVID-19, σε ειδικές κατηγορίες εργαζομένων, δεν προσκρούει στο Σύνταγμα.

3) Ο εργοδότης δεν μπορεί  αυτοβούλως να επιβάλει τον υποχρεωτικό εμβολιασμό στους εργαζόμενους. Η απόφαση λαμβάνεται από το κράτος.

Δημοσιεύονται οι αλλαγές στον ΚΠολΔ (νέο άρθρο 591) σχετικά με τις προθεσμίες κατάθεσης και επίδοσης ενδίκων βοηθημάτων στις ειδικές διαδικασίες στην πολιτική δίκη, που θα ισχύσουν από 1-1-2022, μετά την τροποποίηση του ΚΠολΔ με τον ν.

1) Αγωγή

Η προθεσμία κλήτευσης των διαδίκων είναι (30) ημέρες πριν από την συζήτηση. Αν ο διάδικος που καλείται ή κάποιος από τους ομοδίκους διαμένει στο εξωτερικό ή είναι άγνωστης διαμονής, η προθεσμία κλήτευσης των διαδίκων είναι (60) ημέρες πριν από την συζήτηση.

2) Παρέμβαση - Προσεπίκληση - Ανακοίνωση

Ασκούνται, με ποινή απαραδέκτου, με δικόγραφο, που κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου, στο οποίο εκκρεμεί η δίκη και επιδίδεται στους διαδίκους τουλάχιστον (10) ημέρες πριν από τη συζήτηση. Προσδιορίζονται υποχρεωτικά κατά την ημερομηνία συζήτησης της κύριας υπόθεσης.

3) Παρέμβαση μετά από προσεπίκληση ή ανακοίνωση

Κατατίθεται και επιδίδεται στους διαδίκους, τουλάχιστον (5) ημέρες πριν από την συζήτηση.

4)  Κατάθεση Προτάσεων  

Οι προτάσεις κατατίθενται το αργότερο κατά την συζήτηση.

Τα περιεχόμενα στις προτάσεις μέσα επίθεσης και άμυνας προτείνονται συνοπτικώς και προφορικά και καταχωρίζονται στα πρακτικά συζητήσεως, διαφορετικά είναι απαράδεκτα.

5) Προσθήκη στις Προτάσεις

Έως την δωδέκατη ώρα της (5) εργάσιμης ημέρας από την συζήτηση.

6) Έφεση

Άσκηση έφεσης 30 μέρες από την επίδοση της απόφασης. Επίδοση έφεσης 30 μέρες πριν από τη συζήτηση, ή 60 αν ο εφεσίβλητος είναι κάτοικος εξωτερικού, ή αγνώστου διαμονής. Αν δεν επιδοθεί η απόφαση, η προθεσμία της έφεσης είναι δύο έτη από την δημοσίευση της απόφασης.

7) Ανταγωγή - Αντέφεση - Πρόσθετοι Λόγοι Έφεσης - Αναψηλάφηση

Ασκούνται, με ποινή απαραδέκτου, με δικόγραφο, που κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου, στο οποίο απευθύνονται και επιδίδεται στον αντίδικο τουλάχιστον (8) ημέρες πριν από τη συζήτηση. Προσδιορίζεται υποχρεωτικά κατά την ημερομηνία συζήτησης της κύριας υπόθεσης.

Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 80 ΚΠολΔ «Αν σε δίκη που εκκρεμεί μεταξύ άλλων τρίτος έχει έννομο συμφέρον να νικήσει κάποιος διάδικος, έχει δικαίωμα, έως την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, να ασκήσει πρόσθετη παρέμβαση, για να υποστηρίξει το διάδικο αυτόν», κατά δε την διάταξη του άρθρου 83 ΚΠολΔ «Αν η ισχύς της απόφασης στην κύρια δίκη εκτείνεται και στις έννομες σχέσεις εκείνου που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση προς τον αντίδικό του εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 76 έως 78».

Α. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι αποφασιστικό κριτήριο για το χαρακτηρισμό της πρόσθετης παρέμβασης ως αυτοτελούς είναι η επέκταση της ισχύος της απόφασης, δηλαδή των υποκειμενικών ορίων του δεδικασμένου, της εκτελεστότητας και της διαπλαστικής ενέργειας αυτής, στις έννομες σχέσεις του τρίτου προς τον αντίδικό του.

Β. Το δικονομικό δικαίωμα της άσκησης αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης παρέχεται όχι λόγω της πιθανής εκδήλωσης δυσμενών ενεργειών της απόφασης σε βάρος τρίτου, αλλά λόγω της δεσμευτικότητας αυτών που θα κριθούν στην ήδη εκκρεμή δίκη, όσον αφορά στις σχέσεις του παρεμβαίνοντος προς τον αντίδικό του, χωρίς να υπάρχει δυνατότητα άλλης διαδικασίας.

Γ. Ως αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση πρέπει να θεωρηθεί και εκείνη, την οποία ασκεί αυτός που έγινε διάδοχος του διαδίκου όσο διαρκούσε η δίκη ή μετά το πέρας αυτής (άρθρο 225 παρ. 2 ΚΠολΔ), αφού το δεδικασμένο από τη δίκη ισχύει υπέρ και κατά αυτού κατά το άρθρο 325 αριθ. 2 ΚΠολΔ (ΑΠ 1564/2017, ΑΠ 1731/2011, ΑΠ 368/2019).

Δ. Με την άσκηση της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης ο παρεμβαίνων, χωρίς να εισάγει στη δίκη μια νέα έννομη σχέση, αντιδικεί για την ήδη εκκρεμή έννομη σχέση, η διάγνωση της οποίας επισύρει την επέκταση της ισχύος της απόφασης (ΜονΠρΠειρ 1324/2020).

Ε. Η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση δημιουργεί περιορισμένου περιεχομένου επιγενόμενη αναγκαία ομοδικία του παρεμβαίνοντος με το διάδικο υπέρ του οποίου η παρέμβαση, στο μέτρο που ο παρεμβαίνων θεωρείται κατά πλάσμα δικαίου ως αναγκαίος ομόδικος με τις παρεχόμενες δικονομικές εξουσίες αυτού, χωρίς όμως να έχει στη διάθεσή του διαδικαστικές ευχέρειες που προσιδιάζουν αποκλειστικά στο πρόσωπο του κυρίου διαδίκου (ΑΠ 1485/2006, ΑΠ 91/2005, ΑΠ 368/2019).

ΣΤ. Στην αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση οι πράξεις ενός έκαστου, δηλαδή του  παρεμβάντος και του υπερ ου η παρέμβαση, ωφελούν και βλάπτουν τους λοιπούς, οι δε ομόδικοι, που μετέχουν νόμιμα στη δίκη, αν δεν παραστούν, παρ ότι έχουν νομίμως κλητευθεί, αντιπροσωπεύονται από εκείνους που παρίστανται.

Α. Από την διάταξη του άρθρου 80 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι τρίτος μπορεί να ασκήσει σε εκκρεμή μεταξύ άλλων δίκη πρόσθετη παρέμβαση για την υποστήριξη κάποιου διαδίκου, μέχρι να εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση, εφόσον έχει έννομο συμφέρον. Η πρόσθετη παρέμβαση ασκείται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για την αγωγή, δηλαδή με κατάθεση του δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου, στο οποίο απευθύνεται, που είναι αναγκαίο στοιχείο της προδικασίας και ολοκληρώνεται με την κοινοποίηση αυτής στους διαδίκους (άρθρα 81 παρ. 1 και 215 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Β. Έννομο συμφέρον για την άσκηση της πρόσθετης παρέμβασης υφίσταται, όταν με την πρόσθετη παρέμβαση μπορεί να προστατευτεί δικαίωμα του παρεμβαίνοντος, ή να αποτραπεί η δημιουργία σε βάρος του νομικής υποχρέωσης, που είτε απειλούνται από τη δεσμευτικότητα και την εκτελεστότητα της απόφασης που θα εκδοθεί, είτε υπάρχει κίνδυνος προσβολής τους από τις αντανακλαστικές συνέπειές της.

Γ. Τρίτος, κατά την έννοια της ίδιας διάταξης νοείται εκείνος ο οποίος δεν είχε προσλάβει την ιδιότητα του διαδίκου με οποιοδήποτε τρόπο στην αρχική δίκη, ή σε στάδιο προηγούμενης δίκης επί της υπόθεσης (ΑΠ 1329/2017, ΑΠ 1171/2012).

Δ. Από την ίδια διάταξη προκύπτει ότι, απαραίτητη προϋπόθεση για την άσκηση πρόσθετης παρέμβασης είναι η ύπαρξη εκκρεμούς δίκης. Έτσι, δεν μπορεί να ασκηθεί πρόσθετη παρέμβαση, ούτε πριν από την έναρξη της δίκης, ούτε μετά την περάτωσή της με την έκδοση οριστικής απόφασης, με την παραίτηση από την αγωγή ή την αποδοχή της. Ακόμη και αν περατωθεί η κύρια δίκη, με την απόρριψη της αγωγής, ή του ενδίκου μέσου, χωρίς να έχει δικασθεί και η πρόσθετη παρέμβαση, η πρόσθετη παρέμβαση απορρίπτεται, γιατί δεν υπάρχει στάδιο συζήτησης αυτής, δεδομένου ότι, βάσει της ως διάταξης του άρθρου 80 ΚΠολΔ, η δίκη που ανοίχτηκε με την πρόσθετη παρέμβαση δεν είναι αυτοτελής και ανεξάρτητη, αλλά εξαρτάται από την κύρια δίκη που έχει ανοιχτεί με την αγωγή, ή το ένδικο μέσο, από την οποία δεν χωρίζεται και η περάτωση της κυρίας αγωγής επιφέρει και την περάτωση-κατάργηση της δίκης που ανοίχτηκε με την πρόσθετη παρέμβαση (ΕφΠειρ 710/2014).

Ε. Παρέπεται ότι, ο προσθέτως παρεμβαίνων καθίσταται βοηθός του διαδίκου, υπέρ του οποίου παρενέβη, ο δε ρόλος του, παρέχει σε αυτόν το δικαίωμα να ενεργήσει όλες τις διαδικαστικές πράξεις, που επιτρέπονται στη δίκη, προς το συμφέρον εκείνου, για την υποστήριξη του οποίου ασκήθηκε η παρέμβαση. Μπορεί, συνεπώς, μεταξύ άλλων, ο προσθέτως παρεμβαίνων να επισπεύδει τη δίκη, δηλαδή να ζητεί τον ορισμό δικασίμου, να εγγράφει την υπόθεση στο πινάκιο και να παραγγέλλει την επίδοση διαδικαστικών εγγράφων, κλητεύοντας όλους τους διαδίκους, η δε παράλειψη της κλήτευσης, οδηγεί στην κήρυξη της συζήτησης ως απαράδεκτης ως προς όλους, γιατί άλλως παραβιάζεται η αρχή της εκατέρωθεν ακρόασης (ΑΠ 1465/2007).

ΣΤ. Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 80 ΚΠολΔ, η πρόσθετη παρέμβαση προς υποστήριξη διαδίκου μπορεί να ασκηθεί ως την έκδοση αμετάκλητης απόφασης και συνεπώς για πρώτη φορά ενώπιον του Εφετείου και του Αρείου Πάγου, περιοριζόμενη μόνη την υποστήριξη ή αντίκρουση των λόγων της της έφεσης, εφ όσον έχει έννομο συμφέρον (ΜονΕφΠειρ 560/2020).

 

 

Από την διάταξη του άρθρου 88 ΚΠολΔ προκύπτει ότι προσεπίκληση ασκείται και κατά του υποχρέου προς αποζημίωση σε περίπτωση ήττας του προσεπικαλούντος στην κύρια δίκη, δηλαδή του καλουμένου δικονομικού εγγυητή.

Σημείωση

Προσεπίκληση επιτρέπεται και σε δύο άλλες περιπτώσεις

α) των ομοδίκων επί αναγκαστικής ομοδικίας (άρθρο 86).

β) του αληθινού κυρίου ή νομέως επί εμπράγματης αγωγής (άρθρο 87).

Α. Κατά την έννοια του άρθρου 88 ΚΠολΔ, για την νομιμότητα της προσεπίκλησης του δικονομικού εγγυητή πρέπει μεταξύ του προσεπικαλούντος και του προσεπικαλουμένου να υπάρχει, δυνάμει του νόμου ή της σύμβασης, έννομη σχέση, η οποία, σε περίπτωση ήττας του προσεπικαλούντος στην κύρια δίκη, του παρέχει δικαίωμα αποζημιώσεως κατά του προσεπικαλουμένου. Απαιτείται δηλ. στην περίπτωση της προσεπίκλησης του δικονομικού εγγυητή να υπάρχουν δύο έννομες σχέσεις, μία η επίδικη στην εκκρεμή δίκη και μία η ασκουμένη με την προσεπίκληση, επιπλέον δε η δεύτερη να εξαρτάται από την πρώτη, με την έννοια ότι μόνον εάν ο προσεπικαλών ηττηθεί ως προς αυτήν (πρώτη), αποκτά δικαίωμα αποζημίωσης με βάση την δεύτερη κατά του προσεπικαλουμένου (ΑΠ 4/2010).

Β. Επιτρέπεται με την προσεπίκληση του δικονομικού εγγυητή να σωρευθεί και παρεμπίπτουσα αγωγή, με την οποία να ζητείται η καταβολή στον προσεπικαλούντα από τον προσεπικαλούμενο, α) όλου ή μέρους εκείνου, το οποίο σε περίπτωση ευδοκίμησης της κατά του εναγομένου κύριας αγωγής θα υποχρεωθεί αυτός να καταβάλει στον κυρίως ενάγοντα, όταν η προσεπίκληση ασκείται από τον εναγόμενο,  ή β) αποζημίωσης για την περίπτωση ήττας στην κύρια δίκη, όταν η προσεπίκληση ασκείται από τον ενάγοντα.

Γ. Από τις ίδιες διατάξεις συνάγεται ότι η προσεπίκληση προϋποθέτει εκκρεμοδικία κύριας δίκης και ασκείται όπως και η αγωγή. Όταν με την αγωγή ενώνεται και αγωγή αποζημίωσης, το αντικείμενό της δεν πρέπει να ανήκει σε καθ ύλην αναρμόδιο δικαστήριο, ή να υπάγεται σε διάφορη διαδικασία, αλλιώς διατάσσεται χωρισμός και παραπομπή στο αρμόδιο δικαστήριο, ή ανάλογα εκδίκαση της παρεμπίπτουσας αγωγής με την προσήκουσα διαδικασία, ενώ η ασκηθείσα προσεπίκληση έχει τις συνέπειες της απλής ανακοίνωσης της δίκης και συνεκδικάζεται με την κύρια αγωγή (ΕφΠειρ 525/2009, ΕφΠειρ 319/2010).

Δ. Σε περίπτωση που η ιστορική βάση της προσεπίκλησης, περιέχει μόνο τον ισχυρισμό ότι αποκλειστικά υπαίτιος της ζημίας του κυρίως ενάγοντος, και γενικότερα υπόχρεος έναντι αυτού από την επίδικη έννομη σχέση, υπήρξε ο προσεπικαλούμενος τρίτος, τότε η προσεπίκληση, με την παρεμπίπτουσα αγωγή, είναι νομικά αβάσιμη, αφού η αλήθεια του αρνητικού της κύριας αγωγής ισχυρισμού που συνεπάγεται την απόρριψή της, αίρει ταυτόχρονα και τον νομικό λόγο της προσεπίκλησης και της ενωμένης σε αυτή παρεμπίπτουσας αγωγής, ο οποίος είναι η ικανοποίηση του ηττηθέντος κυρίου διαδίκου σε μία και την αυτή δίκη, προς εξοικονόμηση χρόνου και δαπάνης (ΑΠ 934/2013, ΑΠ 2077/2013, ΑΠ 1105/2017).

Ε. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68, 81, 88, 89 277 αρ. 4, 325, 558 και 577 ΚΠολΔ συνάγεται ότι ο δικονομικός εγγυητής, ο οποίος προσεπικλήθη από τον εναγόμενο, δεν γίνεται διάδικος στην κυρία δίκη και επομένως δεν νομιμοποιείται παθητικώς ώστε να απευθυνθεί κατ' αυτού έφεση ή αίτηση αναίρεσης κατά της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας που αφορά τον κυρίως ενάγοντα και τον εναγόμενο προσεπικαλούντα, αν δεν παρέμβει στην κυρία δίκη, αλλά περιορισθεί απλώς να αποκρούσει την προσεπίκληση (ΑΠ 2065/2009).

ΣΤ. Στην τακτική διαδικασία, η προσεπίκληση κατατίθεται και επιδίδεται με δικόγραφο εντός (60) ημερών από την κατάθεση της κυρίας αγωγής. Αν ο αρχικός εναγόμενος ή κάποιος από τους ομοδίκους του διαμένει στο εξωτερικό ή είναι άγνωστης διαμονής, οι προθεσμία παρατείνεται σε (90) και (120) ημέρες, αντίστοιχα, από την κατάθεση της αγωγής  Η κατάθεση Προτάσεων γίνεται εντός (120) ημερών, ή (180) ημερών αντίστοιχα, από την κατάθεση της αγωγής. Μέσα στην προθεσμία της κατάθεσης των προτάσεων προσκομίζονται τα αποδεικτικά μέσα και διαδικαστικά έγγραφα. Η Προσθήκη στις Προτάσεις μέσα στις επόμενες (15) ημέρες από τη λήξη της παραπάνω προθεσμίας (νέο άρθρο 238). Η έφεση ασκείται μέσα σε 30 μέρες από την επίδοση της απόφασης. Επίδοση έφεσης 30 μέρες πριν από τη συζήτηση, ή 60 αν ο εφεσίβλητος είναι κάτοικος εξωτερικού, ή αγνώστου διαμονής. Αν δεν επιδοθεί η απόφαση, η προθεσμία της έφεσης είναι δύο έτη από την δημοσίευση της απόφασης.

Ζ. Στις ειδικές διαδικασίες η προσεπίκληση ασκείται, με ποινή απαραδέκτου, με δικόγραφο, που κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου, στο οποίο εκκρεμεί η δίκη και επιδίδεται στους διαδίκους τουλάχιστον (10) ημέρες πριν από τη συζήτηση. Προσδιορίζονται υποχρεωτικά κατά την ημερομηνία συζήτησης της κύριας υπόθεσης. Η κατάθεση Προτάσεων   το αργότερο κατά την συζήτηση. Προσθήκη στις Προτάσεις έως την δωδέκατη ώρα της (5) εργάσιμης ημέρας από την συζήτηση (νέο άρθρο 591). Η έφεση ασκείται μέσα σε 30 μέρες από την επίδοση της απόφασης. Επίδοση έφεσης μέσα σε 30 μέρες πριν από τη συζήτηση, ή 60 αν ο εφεσίβλητος είναι κάτοικος εξωτερικού, ή αγνώστου διαμονής. Αν δεν επιδοθεί η απόφαση, η προθεσμία της έφεσης είναι δύο έτη από την δημοσίευση της απόφασης.

Σύμφωνα με το νέο άρθρο 238 του ΚΠολΔ, μετά την εκκρεμοδικία ο εναγόμενος μπορεί να ασκήσει ανταγωγή με χωριστό δικόγραφο, η οποία σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας ασκείται από όλους, ή εναντίον όλων των ομοδίκων.

Σύμφωνα με τον νέο Κώδικα Πολιτικής δικονομίας η ανταγωγή,

Α. Αν υπάγεται στην τακτική διαδικασία.

α) Κατάθεση και επίδοση

Εντός (60) ημερών από την κατάθεση της αγωγής.

Αν ο αρχικός εναγόμενος ή κάποιος από τους ομοδίκους του διαμένει στο εξωτερικό ή είναι άγνωστης διαμονής, οι ως άνω προθεσμίες παρατείνονται σε (90) και (120) ημέρες, αντίστοιχα, από την κατάθεση της αγωγής.

β) Κατάθεση Προτάσεων

Εντός (120) ημερών, ή (180) ημερών αντίστοιχα, από την κατάθεση της αγωγής.

Μέσα στην προθεσμία της κατάθεσης των προτάσεων προσκομίζονται τα αποδεικτικά μέσα και διαδικαστικά έγγραφα.

γ) Προσθήκη στις Προτάσεις

Μέσα στις επόμενες (15) ημέρες από τη λήξη της παραπάνω προθεσμίας.

Β. Αν υπάγεται στις ειδικές  διαδικασίες

α) Κατάθεση - Επίδοση 

Με δικόγραφο, που κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου, στο οποίο απευθύνονται και επιδίδεται στον αντίδικο τουλάχιστον (8) ημέρες πριν από τη συζήτηση. Προσδιορίζεται υποχρεωτικά κατά την ημερομηνία συζήτησης της κύριας υπόθεσης.

β)  Κατάθεση Προτάσεων  

Οι προτάσεις κατατίθενται το αργότερο κατά την συζήτηση.

γ) Προσθήκη στις Προτάσεις

Έως την δωδέκατη ώρα της (5) εργάσιμης ημέρας από την συζήτηση.

 

 

Σύμφωνα με τα άρθρα 91 παρ.1 και 92 εδ. α ΚΠολΔ, όποιος έχει έννομο συμφέρον δικαιούται να ανακοινώσει την δίκη σε τρίτους, ώσπου να εκδοθεί από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο οριστική απόφαση για την ουσία της υπόθεσης, ο δε τρίτος, στον οποίο έγινε η ανακοίνωση, έχει δικαίωμα να συμμετάσχει στη δίκη, σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για την παρέμβαση. Κατά  δε την διάταξη του άρθρου 88 ΚΠολΔ, ο ενάγων, εναγόμενος και όποιος άσκησε κύρια παρέμβαση έχουν δικαίωμα να προσεπικαλέσουν στη δίκη εκείνους από τους οποίους έχουν δικαίωμα να απαιτήσουν αποζημίωση σε περίπτωση ήττας, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 89 ΚΠολΔ η προσεπίκληση ασκείται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για την αγωγή και κοινοποιείται στον προσεπικαλούμενο, η δε άσκησή της έχει τα αποτελέσματα που έχει και η άσκηση της αγωγής.

Σύμφωνα με τον νέο Κώδικα Πολιτικής δικονομίας (νέο άρθρο 591) η Προσεπίκληση, Ανακοίνωση   

1) Αν υπάγεται στην τακτική διαδικασία

α) Κατάθεση και επίδοση

Εντός (60) ημερών από την κατάθεση της αγωγής.

Αν ο αρχικός εναγόμενος ή κάποιος από τους ομοδίκους του διαμένει στο εξωτερικό ή είναι άγνωστης διαμονής, οι ως άνω προθεσμίες παρατείνονται σε (90) και (120) ημέρες, αντίστοιχα, από την κατάθεση της αγωγής.

β) Κατάθεση Προτάσεων

Εντός (120) ημερών, ή (180) ημερών αντίστοιχα, από την κατάθεση της αγωγής.

Μέσα στην προθεσμία της κατάθεσης των προτάσεων προσκομίζονται τα αποδεικτικά μέσα και διαδικαστικά έγγραφα.

γ) Προσθήκη στις Προτάσεις

Μέσα στις επόμενες (15) ημέρες από τη λήξη της παραπάνω προθεσμίας.

2) Αν υπάγεται στις ειδικές  διαδικασίες

α) Κατάθεση και επίδοση

Με δικόγραφο, που κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου, στο οποίο εκκρεμεί η δίκη και επιδίδεται στους διαδίκους τουλάχιστον (10) ημέρες πριν από τη συζήτηση. Προσδιορίζονται υποχρεωτικά κατά την ημερομηνία συζήτησης της κύριας υπόθεσης.

β)  Κατάθεση Προτάσεων  

Οι προτάσεις κατατίθενται το αργότερο κατά την συζήτηση.

γ) Προσθήκη στις Προτάσεις

Έως την δωδέκατη ώρα της (5) εργάσιμης ημέρας από την συζήτηση.

 

 

Σύμφωνα με το άρθρο 81 ΚΠολΔ η κύρια και η πρόσθετη παρέμβαση ασκείται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για την αγωγή και κοινοποιείται σε όλους τους διαδίκους.

Σύμφωνα με τον νέο Κώδικα Πολιτικής δικονομίας (νέο άρθρο 591) η παρέμβαση (κύρια ή πρόσθετη) στις ειδικές διαδικασίες 

α) Άσκηση - Επίδοση 

Με δικόγραφο, που κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου, στο οποίο εκκρεμεί η δίκη και επιδίδεται στους διαδίκους τουλάχιστον (10) ημέρες πριν από τη συζήτηση. Προσδιορίζονται υποχρεωτικά κατά την ημερομηνία συζήτησης της κύριας υπόθεσης.

β) Παρέμβαση μετά από προσεπίκληση ή ανακοίνωση

Κατατίθεται και επιδίδεται στους διαδίκους, τουλάχιστον (5) ημέρες πριν από την συζήτηση.

γ)  Κατάθεση Προτάσεων  

Οι προτάσεις κατατίθενται το αργότερο κατά την συζήτηση.

δ) Προσθήκη στις Προτάσεις

Έως την δωδέκατη ώρα της (5) εργάσιμης ημέρας από την συζήτηση.

 

 

Σύμφωνα με το άρθρο 81 ΚΠολΔ η κύρια και η πρόσθετη παρέμβαση ασκείται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για την αγωγή και κοινοποιείται σε όλους τους διαδίκους.

Σύμφωνα με τον νέο Κώδικα Πολιτικής δικονομίας (νέο άρθρο 591) η παρέμβαση (κύρια ή πρόσθετη) στην τακτική διαδικασία

Α. Παρέμβαση χωρίς Προσεπίκληση, Ανακοίνωση

α) Κατάθεση και επίδοση

Εντός (60) ημερών από την κατάθεση της αγωγής.

Αν ο αρχικός εναγόμενος ή κάποιος από τους ομοδίκους του διαμένει στο εξωτερικό ή είναι άγνωστης διαμονής, οι ως άνω προθεσμίες παρατείνονται σε (90) και (120) ημέρες, αντίστοιχα, από την κατάθεση της αγωγής.

Β. Παρέμβαση μετά από Προσεπίκληση, Ανακοίνωση (νέο άρθρο 238)

α) Κατάθεση και επίδοση

Μέσα σε προθεσμία (90) ημερών από την κατάθεση της αγωγής.

Αν ο αρχικός εναγόμενος ή κάποιος από τους ομοδίκους του διαμένει στο εξωτερικό ή είναι άγνωστης διαμονής, οι ως άνω προθεσμίες παρατείνονται σε (90) και (120) ημέρες, αντίστοιχα, από την κατάθεση της αγωγής.

Γ. Κατάθεση Προτάσεων

Εντός (120) ημερών, ή (180) ημερών αντίστοιχα, από την κατάθεση της αγωγής.

Δ. Προσθήκη στις Προτάσεις

Μέσα στις επόμενες (15) ημέρες από τη λήξη της παραπάνω προθεσμίας.

 

Ε) Νέα Προσθήκη στις Προτάσεις

Ισχυρισμοί που γεννήθηκαν μετά την παρέλευση της προθεσμίας για την κατάθεση των προτάσεων και της προθεσμίας αντίκρουσης, ή αποδεικνύονται εγγράφως ή με δικαστική ομολογία του αντιδίκου μπορούν να προταθούν με προσθήκη στις προτάσεις το αργότερο (20) ημέρες πριν από την ορισθείσα συζήτηση. Η αντίκρουση γίνεται το αργότερο (10) ημέρες πριν από την ορισθείσα συζήτηση.

 

 

 

 

Σύμφωνα με το άρθρο 81 ΚΠολΔ η κύρια και η πρόσθετη παρέμβαση ασκείται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για την αγωγή και κοινοποιείται σε όλους τους διαδίκους.

Σύμφωνα με τον νέο Κώδικα Πολιτικής δικονομίας η παρέμβαση (κύρια ή πρόσθετη) ασκείται μόνο με χωριστό δικόγραφο.

1) Αν υπάγεται στην τακτική διαδικασία (νέο άρθρο 238)

Α. Παρέμβαση χωρίς Προσεπίκληση, Ανακοίνωση

α) Κατάθεση και επίδοση

Εντός (60) ημερών από την κατάθεση της αγωγής.

Αν ο αρχικός εναγόμενος ή κάποιος από τους ομοδίκους του διαμένει στο εξωτερικό ή είναι άγνωστης διαμονής, οι ως άνω προθεσμίες παρατείνονται σε (90) και (120) ημέρες, αντίστοιχα, από την κατάθεση της αγωγής.

β) Κατάθεση Προτάσεων

Εντός (120) ημερών, ή (180) ημερών αντίστοιχα, από την κατάθεση της αγωγής.

γ) Προσθήκη στις Προτάσεις

Μέσα στις επόμενες (15) ημέρες από τη λήξη της παραπάνω προθεσμίας.

Β. Παρέμβαση μετά από Προσεπίκληση, Ανακοίνωση (νέο άρθρο 238)

α) Κατάθεση και επίδοση

Μέσα σε προθεσμία (90) ημερών από την κατάθεση της αγωγής.

Αν ο αρχικός εναγόμενος ή κάποιος από τους ομοδίκους του διαμένει στο εξωτερικό ή είναι άγνωστης διαμονής, οι ως άνω προθεσμίες παρατείνονται σε (90) και (120) ημέρες, αντίστοιχα, από την κατάθεση της αγωγής.

β) Κατάθεση Προτάσεων

Εντός (120) ημερών, ή (180) ημερών αντίστοιχα, από την κατάθεση της αγωγής.

γ) Προσθήκη στις Προτάσεις

Μέσα στις επόμενες (15) ημέρες από τη λήξη της παραπάνω προθεσμίας.

δ) Νέα Προσθήκη στις Προτάσεις

Ισχυρισμοί που γεννήθηκαν μετά την παρέλευση της προθεσμίας για την κατάθεση των προτάσεων και της προθεσμίας αντίκρουσης, ή αποδεικνύονται εγγράφως ή με δικαστική ομολογία του αντιδίκου μπορούν να προταθούν με προσθήκη στις προτάσεις το αργότερο (20) ημέρες πριν από την ορισθείσα συζήτηση. Η αντίκρουση γίνεται το αργότερο (10) ημέρες πριν από την ορισθείσα συζήτηση.

2) Αν υπάγεται στις ειδικές διαδικασίες (νέο άρθρο 591)

α) Παρέμβαση χωρίς προσεπίκληση ή ανακοίνωση

Με δικόγραφο, που κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου, στο οποίο εκκρεμεί η δίκη και επιδίδεται στους διαδίκους τουλάχιστον (10) ημέρες πριν από τη συζήτηση. Προσδιορίζονται υποχρεωτικά κατά την ημερομηνία συζήτησης της κύριας υπόθεσης.

β) Παρέμβαση μετά από προσεπίκληση ή ανακοίνωση

Κατατίθεται και επιδίδεται στους διαδίκους, τουλάχιστον (5) ημέρες πριν από την συζήτηση.

γ)  Κατάθεση Προτάσεων  

Οι προτάσεις κατατίθενται το αργότερο κατά την συζήτηση.

Τα περιεχόμενα στις προτάσεις μέσα επίθεσης και άμυνας προτείνονται συνοπτικώς και προφορικά και καταχωρίζονται στα πρακτικά συζητήσεως, διαφορετικά είναι απαράδεκτα.

δ) Προσθήκη στις Προτάσεις

Έως την δωδέκατη ώρα της (5) εργάσιμης ημέρας από την συζήτηση.

 

 

 

 

 

Κατά την διάταξη του άρθρου 94 παρ. 2 ΚΠολΔ, κατ' εξαίρεση, επιτρέπεται στον διάδικο η παράσταση και η διενέργεια πράξης χωρίς δικηγόρο α) στο ειρηνοδικείο, εφ όσον πρόκειται για μικροδιαφορές και β) ενώπιον παντός δικαστηρίου για την αποτροπή επικειμένου κινδύνου.

Επικείμενος κίνδυνος νοείται η ύπαρξη ασυνήθους ανάγκης έκτακτης  δικαστικής προστασίας του διαδίκου, η οποία δικαιολογείται από την συνδρομή πραγματικών περιστατικών, και, συγκεκριμένα κινδύνου να ματαιωθεί η απαίτησή του, ή επείγουσα περίπτωση της παρούσας στιγμής. 

Σε κάθε περίπτωση ο δικαστής έχει δικαίωμα, εκτιμώντας τις ιδιαίτερες περιστάσεις, να υποχρεώσει το διάδικο να προσλάβει δικηγόρο.

Ο ανήλικος δεν έχει δικαίωμα να παρίσταται με το δικό του όνομα σε δικαστήριο, αλλά εκπροσωπείται από τους δύο γονείς του, οι οποίοι από κοινού ασκούν τη γονική μέριμνά του. Διάδικος όμως είναι το ανήλικο τέκνο και όχι οι γονείς του, οι οποίοι απλώς αναπληρώνουν την έλλειψη ικανότητας του τέκνου να παρίσταται το ίδιο στο δικαστήριο με το δικό του όνομα.

Σε δίκη με διάδικο ανήλικο τέκνο που δεν έχει περατωθεί, μετά την ενηλικίωσή του, οπότε αυτό καθίσταται ικανό για κάθε δικαιοπραξία, παύει αυτοδικαίως η αντιπροσωπευτική εξουσία του νόμιμου αντιπροσώπου του και στο εξής, χωρίς να μεσολαβήσει διακοπή της δίκης κατά τα άρθρα 286 επ. ΚΠολΔ, συνεχίζεται η διαδικασία με τη συμμετοχή στη δίκη του τέκνου που ενηλικιώθηκε (ΑΠ 1626/2011).

Σύμφωνα με το άρθρο του 579 παρ. 1 ΚΠολΔ, αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και η διαδικασία πριν από την απόφαση αυτήν ακυρώνεται μόνο εφόσον στηρίζεται στην παράβαση για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση. Κάθε απόφαση που στηρίζεται σ' αυτήν που αναιρέθηκε αναιρείται, εφόσον οι λόγοι της αναίρεσης αναφέρονται και σ' αυτήν.

Σύμφωνα με το άρθρο του 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 (δηλαδή για υπέρβαση δικαιοδοσίας ή για παράβαση των διατάξεων των σχετικών με την αρμοδιότητα, αντίστοιχα), παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση σε άλλο δικαστήριο ισόβαθμο και ομοειδές προς εκείνο το οποίο εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε ή στο ίδιο, αν είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές.

Σύμφωνα με το άρθρο του 581 παρ. 2 ΚΠολΔ η υπόθεση συζητείται στο δικαστήριο της παραπομπής μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση.

Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι μετά την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση που αναιρέθηκε, δηλαδή αναβιώνει η αίτηση παροχής έννομης προστασίας (έφεση, αγωγή).

Η απόφαση αναιρείται κατά το μέτρο παραδοχής της αναιρέσεως, δηλαδή ως προς τα κεφάλαιά της που προσβλήθηκαν με την αναίρεση, όχι δε ως προς άλλα κεφάλαιά της, εκτός αν τα τελευταία συνάπτονται αρρήκτως με τα κεφάλαια ως προς τα οποία χώρησε αναίρεση της αποφάσεως, οπότε συναναιρούνται.

Τα παράπονα που είχαν διατυπωθεί ως λόγοι εφέσεως και ως αναιρετικοί λόγοι κατ' αρχήν καλύπτονται από το δεδικασμένο της αναιρετικής αποφάσεως. Και στην περίπτωση αυτή, αν είχαν γίνει δεκτά ως αναιρετικοί λόγοι, τότε το δικαστήριο της παραπομπής δεσμεύεται να τα δεχτεί και ως βάσιμους λόγους της εφέσεως, ενώ αν είχαν απορριφθεί ως αναιρετικοί λόγοι είναι ως λόγοι εφέσεως απαράδεκτοι (ΑΠ 1476/2012, ΑΠ 738/2012).

Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει και ότι η αναίρεση της απόφασης και επομένως και η εξαφάνιση της μπορεί να είναι ολική ή μερική. Τούτο θα εξαρτηθεί από το κατά πόσο έχουν προσβληθεί όλα ή κάποιο από τα περισσότερα κεφάλαια αυτής (ΑΠ 738/2012, ΑΠ 975/2000). Η έκταση αυτή της αναιρέσεως προκύπτει από το συγκεκριμένο περιεχόμενο της αναιρετικής αποφάσεως και κατισχύει κάθε αντίθετης γενικής διατυπώσεως αυτής και μάλιστα του τυχόν χαρακτηρισμού της από αυτήν της εκτάσεως της αναιρέσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως ως ολικής (ΑΠ 738/2012, ΑΠ 1308/2004).

Οι διάδικοι ενώπιον του δικαστηρίου της παραπομπής, που, εφόσον πρόκειται περί διαφοράς υπαγόμενης στις ειδικές διαδικασίες, δικάζει κατ εφαρμογή των αναλόγων διατάξεων, προτείνουν όποιους ισχυρισμούς μπορούσαν να προτείνουν και κατά τη συζήτηση που εκδόθηκε η απόφαση που αναιρέθηκε. Το δικαστήριο αυτό, ερευνώντας μόνον τους λόγους εφέσεως που είναι σχετικοί με τα κεφάλαια της δίκης για τα οποία αναιρέθηκε η εφετειακή απόφαση, ως προς τα οποία μόνον επανακρίνεται, εφ όσον ως προς τα μη αναιρεθέντα κεφάλαια υπάρχει δεδικασμένο που δεν ανατράπηκε με την αναίρεση και δεσμεύει έτσι το δικαστήριο της παραπομπής, δεν δεσμεύεται να κρίνει διαφορετικά επί της ουσίας, δεσμευόμενο μόνον για τα νομικά ζητήματα που επέλυσε η αναιρετική απόφαση με το λόγο αναιρέσεως που έκανε δεκτό (ΑΠ 738/2012, ΑΠ251/2016).

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 18 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο της παραπομπής δεν συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση. Ο λόγος αυτός αφορά κάθε παράλειψη του δικαστηρίου της παραπομπής να συμμορφωθεί προς την αναιρετική απόφαση σχετικά με το νομικό ζήτημα που κρίθηκε με την απόφαση αυτή, ανεξάρτητα από το αν το νομικό αυτό ζήτημα ανάγεται στο ουσιαστικό ή στο δικονομικό δίκαιο (ΑΠ 1476/2012).

Α. Σύμφωνα με το άρθρο 937 ΑΚ οι απαιτήσεις από αδικοπραξία παραγράφονται σε πέντε χρόνια, αφ ότου ο παθών έμαθε την ζημία και τον υπόχρεο σε αποζημίωση και σε κάθε περίπτωση μετά πάροδο είκοσι ετών από την πράξη. Στην περίπτωση που η άδικη πράξη είναι συνάμα και ποινικό αδίκημα, η παρ. 2 του άρθρου 937 ΑΚ ορίζει ότι ισχύει για την παραγραφή της απαίτησης του παθόντος η μακρότερη παραγραφή που τυχόν προβλέπεται για το ποινικό αδίκημα.

Β. Με βάση την ρύθμιση αυτή το ζήτημα της παραγραφής επί κακουργημάτων είναι σπάνιο στην πράξη, δεδομένου ότι για αυτά το άρθρο 111 παρ. 2 ΠΚ προβλέπει μακρότατη παραγραφή (20ετή και 15ετή με τις εκεί διακρίσεις), η οποία υπερισχύει της 5ετούς παραγραφής του άρθρου 937 παρ. 1 ΑΚ.

Γ. Για το ζήτημα της παραγραφής σε σχέση με τα πλημμελήματα, για τα οποία το άρθρο 111 παρ. 3 ΠΚ προβλέπει 5ετή παραγραφή με δυνατότητα αναστολής του χρόνου αυτού για 3 επιπλέον έτη κατά το άρθρο 113 παρ. 2 εδ. α΄ ΠΚ, έχει κριθεί ότι, αν η ποινική παραγραφή είναι μακρότερη της αστικής θα κριθεί αποκλειστικά με βάση το άρθρο 111 ΠΚ, στο οποίο παραπέμπει το άρθρο 937 ΑΚ, χωρίς να συνυπολογιστεί ο χρόνος της αναστολής, δεδομένου ότι η αναστολή της παραγραφής ρυθμίζεται αυτοτελώς και διαφορετικά στο αστικό και ποινικό δίκαιο (ΑΠ 1049/2014,  ΜονΠρΠειρ 3013/2020).

Δ. Κατά συνέπεια η αξίωση του ζημιωθέντος μπορεί να παραγραφεί, ακόμα και εν επιδικία, αν μεταξύ της αρχικής δήλωσης παράστασης πολιτικής αγωγής και της εκδίκασης της υπόθεσης μεσολάβησε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των 5 ετών, χωρίς να συντρέχει λόγος διακοπής της παραγραφής κατά το αστικό δίκαιο (ΜονΠρΠειρ 3013/2020), εν όψει ότι η κατά την ποινική διαδικασία με την δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής εισαγωγή προς δικαστική κρίση της αξίωσης και μάλιστα σε οποιοδήποτε στάδιο της ποινικής διαδικασίας συνιστά άσκηση αγωγής κατ’ άρθρο 261 ΑΚ, που διακόπτει την παραγραφή (ΑΠ 245/2015,  ΑΠ 1049/2014).  Αν, όμως, η δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής είναι απαράδεκτη, τότε δεν διακόπτεται η παραγραφή.

Ε. Το άρθρο 261 ΑΚ, ως ισχύει, προβλέπει, στην παρ. 1 ότι η παραγραφή διακόπτεται με την άσκηση της αγωγής και αρχίζει πάλι από την έκδοση τελεσίδικης απόφασης, ή την κατ’ άλλο τρόπο περάτωση της δίκης, στην παρ. 2 ότι αν οι διάδικοι δεν επισπεύδουν την πρόοδο της δίκης και εφ όσον δεν προβλέπεται άλλη προθεσμία για τη διενέργεια διαδικαστικών πράξεων απ’ αυτούς, η παραγραφή αρχίζει πάλι 6 μήνες μετά την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ενώ στις περιπτώσεις αυτές η παραγραφή διακόπτεται εκ νέου εφ όσον κάποιος διάδικος επισπεύδει την πρόοδο της δίκης, και στην παρ. 3 ότι οι διατάξεις του άρθρου 261 ΑΚ εφαρμόζονται και στις εκκρεμείς υποθέσεις, εφόσον δεν έχει εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση.

ΣΤ. Με βάση την διάταξη του άρθρου 261 ΑΚ γίνεται δεκτό ότι μετά την δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής στην ποινική διαδικασία διακόπτεται η παραγραφή. Η επανέναρξη της παραγραφής τοποθετείται χρονικά μετά την έκδοση τελεσίδικης απόφασης, εν όψει ότι, στα πλαίσια της ποινικής δίκης, δεν έχει εφαρμογή η παρ. 2 του άρθρου 261 ΑΚ, που προβλέπει επανέναρξη της παραγραφής σε περίπτωση αδράνειας των διαδίκων και μη διενέργειας της προβλεπόμενης διαδικαστικής πράξης, καθώς, σε αντίθεση με την πολιτική δίκη, η έναρξη και πρόοδος της ποινικής διαδικασίας δεν εξαρτάται από την βούληση και τις ενέργειες των διαδίκων (ΜονΠρΠειρ 3013/2020).

Α. Σύμφωνα με το άρθρο 250 ΑΚ, οι αστικές απαιτήσεις παραγράφονται σε πέντε χρόνια, κατ' άρθρο δε 253 ΑΚ, η παραγραφή αρχίζει μόλις λήξει το έτος μέσα στο οποίο συμπίπτει η κατ άρθρο 251 ΑΚ έναρξή της. Σύμφωνα με το άρθρο 937 ΑΚ οι απαιτήσεις από αδικοπραξία παραγράφονται σε πέντε χρόνια, αφ ότου ο παθών έμαθε τη ζημία και τον υπόχρεο σε αποζημίωση και σε κάθε περίπτωση μετά πάροδο είκοσι ετών από την πράξη.

Β. Το άρθρο 261 ΑΚ, ως ισχύει, προβλέπει στην παρ. 1 ότι, η παραγραφή διακόπτεται με την άσκηση της αγωγής και αρχίζει πάλι από την έκδοση τελεσίδικης απόφασης, ή την κατ’ άλλο τρόπο περάτωση της δίκης, δηλαδή,  λόγω καταργήσεως της δίκης με δικαστικό συμβιβασμό, καθώς και η παραίτηση από το δικόγραφο, ή το δικαίωμα της αγωγής και στην παρ. 2 ότι, αν οι διάδικοι δεν επισπεύδουν την πρόοδο της δίκης και εφόσον δεν προβλέπεται άλλη προθεσμία για τη διενέργεια διαδικαστικών πράξεων απ’ αυτούς, η παραγραφή αρχίζει πάλι 6 μήνες μετά την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων, ή του δικαστηρίου, ενώ στις περιπτώσεις αυτές η παραγραφή διακόπτεται εκ νέου, εφ όσον κάποιος διάδικος επισπεύδει την πρόοδο της δίκης.

Διαδικαστικές πράξεις, κατά την έννοια της διάταξης αυτής είναι κάθε πράξη των διαδίκων, ή των νομίμων αντιπροσώπων τους και των πληρεξουσίων τους, ή του δικαστηρίου και των δικαστικών υπαλλήλων, που χρησιμεύουν προς κίνηση, διεξαγωγή και περάτωση της δίκης.

Γ. Κατά συνέπεια εκκρεμείς υποθέσεις, για τις οποίες δεν έχει εκδοθεί τελεσίδικη δικαστική απόφαση, μπορούν να υποπέσουν σε παραγραφή εν επιδικία, μόνο, στην περίπτωση που οι διάδικοι δεν επισπεύδουν την πρόοδο της δίκης και εφ όσον δεν προβλέπεται άλλη προθεσμία για την ενέργεια διαδικαστικών πράξεων από αυτούς, η οποία, όμως μπορεί εκ νέου να διακοπεί με διαδικαστικές πράξεις των διαδίκων.

Α. Έναρξη παραγραφής

Σύμφωνα με το άρθρο 250 ΑΚ, οι αστικές απαιτήσεις παραγράφονται σε πέντε χρόνια, κατ' άρθρο δε 253 ΑΚ και 251 ΑΚ, η παραγραφή αρχίζει μόλις λήξει το έτος μέσα στο οποίο γεννήθηκε η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξή της.

Σύμφωνα με το άρθρο 937 ΑΚ οι απαιτήσεις από αδικοπραξία παραγράφονται σε πέντε χρόνια, αφ ότου ο παθών έμαθε τη ζημία και τον υπόχρεο σε αποζημίωση και σε κάθε περίπτωση μετά πάροδο είκοσι ετών από την πράξη. Η πενταετής παραγραφή αρχίζει να τρέχει για όλες τις ζημίες ενιαίως από τότε που ο ζημιωθείς έλαβε γνώση των πρώτων επιζήμιων συνεπειών και του υπόχρεου προς αποζημίωση.

Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 249 ΑΚ, εφ όσον δεν ορίζεται διαφορετικά, οι αστικές απαιτήσεις παραγράφονται σε είκοσι χρόνια, όπως η από αδικαιολόγητο πλουτισμό.

Β. Διακοπή παραγραφής

1) Κατά το άρθρο 261 παρ. 1 ΑΚ η παραγραφή διακόπτεται με άσκηση αγωγής από τον δικαιούχο κατά του υποχρέου. Με άσκηση αγωγής εξομοιώνεται κάθε πράξη του δικαιούχου κατά του υποχρέου, η οποία έχει ως σκοπό την με οποιοδήποτε νόμιμο τρόπο ικανοποίηση της επίδικης αξιώσεως, όπως είναι η ανταγωγή, η κυρία παρέμβαση.

2) Η παραγραφή που διακόπηκε με τον τρόπο αυτόν αρχίζει και πάλι από την έκδοση τελεσίδικης απόφασης,  ή την κατ' άλλον τρόπο περάτωση της δίκης.

3) Σύμφωνα με την διάταξη του  άρθρου 261 παρ. 2 ΑΚ, στην περίπτωση που οι διάδικοι δεν επισπεύδουν την πρόοδο της δίκης και εφόσον δεν προβλέπεται άλλη προθεσμία για την ενέργεια διαδικαστικών πράξεων από αυτούς, η παραγραφή αρχίζει και πάλι έξι μήνες μετά την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου. Στις περιπτώσεις αυτές η παραγραφή διακόπτεται εκ νέου εφόσον κάποιος διάδικος επισπεύσει την πρόοδο της δίκης.

Διαδικαστικές πράξεις, κατά την έννοια της διάταξης αυτής είναι κάθε πράξη των διαδίκων, ή των νομίμων αντιπροσώπων τους και των πληρεξουσίων τους, ή του δικαστηρίου και των δικαστικών υπαλλήλων, που χρησιμεύουν προς κίνηση, διεξαγωγή και περάτωση της δίκης.

4) Κατά το άρθρο 263 ΑΚ, κάθε παραγραφή που διακόπηκε με την άσκηση της  αγωγής θεωρείται σαν να μη διακόπηκε, αν ο ενάγων παραιτηθεί από την αγωγή ή η αγωγή απορριφθεί τελεσίδικα για λόγους μη ουσιαστικούς.

5) Αν ο δικαιούχος εγείρει και πάλι την αγωγή μέσα σε έξι μήνες, η παραγραφή θεωρείται ότι έχει διακοπεί με την προηγούμενη αγωγή.

Γ. Αναστολή παραγραφής

α) Κατ άρθρο 255 ΑΚ, η παραγραφή αναστέλλεται για όσο χρόνο ο δικαιούχος εμποδίστηκε από δικαιοστάσιο ή από άλλο λόγο ανώτερης βίας να ασκήσει την αξίωσή του μέσα στο τελευταίο εξάμηνο του χρόνου της παραγραφής.

β) Αναστέλλεται επίσης η παραγραφή για όσο χρονικό διάστημα μέσα στο τελευταίο εξάμηνο του χρόνου της ο υπόχρεος απέτρεψε με δόλο το δικαιούχο να ασκήσει την αξίωση.

γ) Κατ άρθρο 256 ΑΚ, αναστέλλεται η παραγραφή των αξιώσεων

1) μεταξύ συζύγων κατά τη διάρκεια του γάμου, έστω και αν ύστερα ακυρωθεί, καθώς και μεταξύ προσώπων που έχουν συνάψει σύμφωνο συμβίωσης, όσο αυτό ισχύει».

2) μεταξύ γονέων και τέκνων κατά τη διάρκεια της ανηλικότητας.

3) μεταξύ επιτρόπων και επιτροπευομένων κατά τη διάρκεια της επιτροπείας.

4) των υπηρετών και των κυρίων κατά τη διάρκεια της υπηρετικής σχέσης, όχι όμως πέρα από δεκαπέντε χρόνια

Δ. Συμπλήρωση παραγραφής

Κατ άρθρο 257 ΑΚ, το χρονικό διάστημα της αναστολής, δεν υπολογίζεται στο χρόνο της παραγραφής. Όταν πάψει η αναστολή, η παραγραφή συνεχίζεται, σε καμία όμως περίπτωση δεν συμπληρώνεται πριν περάσουν έξι μήνες.

Με βάση το άρθρο 51 παρ. 1, 2 και 3 του ν. 2172/1993 συστάθηκαν στο Πρωτοδικείο και Εφετείο Πειραιά ειδικά τμήματα ναυτικών διαφορών, η δικαιοδοσία των οποίων εκτείνεται σε ολόκληρο το νομό Αττικής, για την εκδίκαση ιδιωτικών διαφορών που πηγάζουν από πράξεις του θαλασσίου εμπορίου, τη χρησιμοποίηση, λειτουργία, ή ναυσιπλοΐα πλοίου, ή την παροχή εργασίας σε αυτό.

Σύμφωνα με τις διατάξεις του ιδίου άρθρου, οι πιο πάνω διαφορές και υποθέσεις, αν εισαχθούν σε άλλο Πρωτοδικείο του νομού Αττικής, ή σε άλλο τμήμα του Πρωτοδικείου, ή Εφετείου Πειραιά, παραπέμπονται στο τμήμα ναυτικών διαφορών του Πρωτοδικείου, ή Εφετείου Πειραιά.

Οι διαφορές και υποθέσεις που δεν υπάγονται στο τμήμα ναυτικών διαφορών και εισάγονται σε αυτά, μπορούν να δικαστούν από αυτά, ή να παραπεμφθούν στο αρμόδιο τμήμα, εφαρμοζομένης αναλόγως της διάταξης του άρθρου 46 ΚΠολΔ (ΕφΠειρ 988/2005, ΕφΠειρ 1/2011).

Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. β  ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπ όψιν αποδείξεις, που δεν προσκομίσθηκαν.

Κατά την έννοια της διάταξης, που προκύπτει και από τον συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 106, 237 εδ.1 στοιχ. β, 346 και 453 παρ.1 ΚΠολΔ, η πρώτη από τις οποίες εισάγει το συζητητικό σύστημα στη διαγνωστική δίκη, δηλαδή της ενεργείας του δικαστηρίου κατόπιν πρωτοβουλίας των διαδίκων, ως αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν, νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου, που τις προσκόμισε.

Σαφής και ορισμένη είναι η επίκληση εγγράφου όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητά του. Μπορεί δε η επίκληση αυτή να γίνει, είτε με τις προτάσεις της συζήτησης, μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση, είτε με αναφορά δια των προτάσεων αυτών σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζόμενων προτάσεων προηγούμενης συζήτησης, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 240 ΚΠολΔ.

Η τελευταία αυτή διάταξη, αναφέρεται στον τρόπο επαναφοράς ισχυρισμών, έχει όμως εφαρμογή και για την επίκληση αποδεικτικών μέσων, λόγω της ταυτότητας του νομικού λόγου.

Δεν είναι συνεπώς νόμιμη η κατ' έφεση επίκληση εγγράφου, προς άμεση ή έμμεση απόδειξη, όταν στις προτάσεις ενώπιον του Εφετείου περιέχεται γενική μόνο αναφορά σε όλα τα έγγραφα, που ο διάδικος είχε επικαλεστεί και προσαγάγει πρωτοδίκως, χωρίς παραπομπή σε συγκεκριμένα μέρη των επανυποβαλλομένων πρωτοδίκων προτάσεων, που περιέχεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου, ή με ενσωμάτωση των προτάσεων προηγουμένων συζητήσεων, στις οποίες γίνεται επίκληση των εγγράφων, στις προτάσεις της δευτεροβάθμιας δίκης (Ολ.ΑΠ 23/2008).

Σε έφεση υπόκεινται οι οριστικές αποφάσεις (513 παρ.1 εδ. α ΚΠολΔ).

Οριστική είναι η απόφαση με την οποία περατώνεται η δίκη ύστερα από παραδοχή, ή απόρριψη της αγωγής, ή άλλου εισαγωγικού δικογράφου και απεκδύεται ο δικαστής από οποιαδήποτε εξουσία στη δικαζόμενη υπόθεση. Ο χαρακτήρας της απόφασης ως οριστικής, ή μη, κρίνεται κατά το χρόνο άσκησης της έφεσης, δηλαδή τον χρόνο κατάθεσης του δικογράφου της στη γραμματεία του δικαστηρίου, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση (ΟλΑΠ 18/2001).

Δεν υπόκεινται σε έφεση οι εν μέρει οριστικές αποφάσεις, με τις οποίες περατώνεται η δίκη ως προς ορισμένα μόνο κεφάλαια της αγωγής, ή βάσεις αυτής, ή ως προς ορισμένους διαδίκους, δηλαδή πριν εκδικασθεί και περατωθεί όλη η διαφορά (άρθρ. 513 παρ.1 εδ. γ ΚΠολΔ) προς αποφυγή κατάτμησης της διαφοράς, έκδοσης διαφορετικών αποφάσεων και εξοικονόμηση δαπανών.

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 416, 417 εδ. α και 424 εδ. α ΑΚ προκύπτει ότι, η ενοχή αποσβήνεται με καταβολή, η οποία είναι εξοφλητική πράξη και όχι δικαιοπραξία.

Η καταβολή, για να επιφέρει το αποσβεστικό της αποτέλεσμα, πρέπει. 

α) να είναι η προσήκουσα προς εκπλήρωση της οφειλόμενης παροχής, δηλαδή να υπάρχει ταυτότητα μεταξύ εκείνης που οφείλεται και εκείνης που καταβλήθηκε, ώστε ο δανειστής να λαμβάνει από τον οφειλέτη ότι δικαιούται να αξιώσει απ αυτόν, σύμφωνα με το νόμο ή τη σύμβαση και

β) να γίνει προς το δανειστή, ή σε όποιον αυτός επέτρεψε να δεχθεί την καταβολή. Τέτοιος μπορεί να είναι, είτε ο πληρεξούσιος, είτε ο εξουσιοδοτημένος από το δανειστή να λάβει στο δικό του όνομα και για δικό του λογαριασμό, αλλά με τη συγκατάθεση του δανειστή, είτε ο δυνάμει συμφωνίας δανειστή και οφειλέτη διορισμένος ως δεκτικός της καταβολής.

Ο οφειλέτης, προβαίνοντας σε καταβολή με τις προηγούμενες αναγκαίες προϋποθέσεις, έχει το δικαίωμα να ζητήσει έγγραφη εξοφλητική απόδειξη.

Η παράδοση της εξοφλητικής απόδειξης αποτελεί έγγραφο μαρτυρίας, που αποτελεί πλήρη απόδειξη υπέρ του οφειλέτη, μη αποκλειόμενης όμως ανταπόδειξης.

Η καταβολή σε τρίτο πρόσωπο, μη δικαιούμενο σε είσπραξη, δεν απαλλάσσει τον οφειλέτη έναντι του δανειστή, έστω και αν έγινε από συγγνωστή πλάνη.

Μπορεί όμως η προς τον τρίτο καταβολή, που γίνεται με καλή πίστη, να θεωρηθεί ως αποσβεστικός λόγος της ενοχής, όταν συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άρθρων 281 και 288 ΑΚ, όπως τούτο συμβαίνει στην περίπτωση του κομιστή (κατόχου) εγγράφου εξοφλητικής απόδειξης, όπου ο οφειλέτης με την προσκομιδή της σχετικής έγγραφης εξοφλητικής απόδειξης δικαιούται να καταβάλει αζημίως στον κομιστή της, οπότε και ελευθερώνεται, αν άσκησε το δικαίωμα του ανυπαίτια και καλόπιστα, κατά το άρθρο 426 ΑΚ (ΑΠ 626/10, ΕφΑθ 25/2011).

Α. Σύμφωνα με τις διατάξεις των παρ. 1 και 2 του άρθρου 393 ΚΠολΔ, δεν επιτρέπεται να αποδειχθούν με μάρτυρες συμβάσεις, ή συλλογικές πράξεις, καθώς και πρόσθετα συμφώνα, προγενέστερα, σύγχρονα ή μεταγενέστερα δικαιοπραξίας που έχει συνταχθεί εγγράφως όταν η αξία του αντικειμένου τους υπερβαίνει τα (30.000) ευρώ, έστω και αν δεν είναι αντίθετα προς το περιεχόμενο του εγγράφου. Δεν επιτρέπεται η απόδειξη με μάρτυρες κατά του περιεχομένου εγγράφου.

Β. Ο περιορισμός αφορά την απόδειξη της κατάρτισης της σύμβασης ή της συλλογικής πράξης, το περιεχόμενο της έγγραφης δικαιοπραξίας, ή των πρόσθετων συμφώνων και όχι τα αποσβεστικά γεγονότα αυτών, ή τα πραγματικά γεγονότα που, βάσει των συμφωνηθέντων, συνιστούν πλημμελή ή ελλιπή εκπλήρωση.

Η επικουρική βάση της αγωγής στον αδικαιολόγητο πλουτισμό με κυρία βάση την αδικοπραξία, επειδή  είναι επιβοηθητικής φύσης, μπορεί να ασκηθεί μόνο αν λείπουν οι προϋποθέσεις της αγωγής από την αδικοπραξία και υπό την προϋπόθεση ότι αυτή δεν θεμελιώνεται επί των αυτών πραγματικών περιστατικών στα οποία στηρίζεται η αγωγή από την αδικοπραξία (ΑΠ 712/2001, ΑΠ 1440/2000).

Δεν συγχωρείται, δηλαδή, έστω και επικουρικά ασκουμένη, εφ όσον στηρίζεται στα ίδια πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίζεται και η αγωγή από την αδικοπραξία, και ως εκ τούτου στην περίπτωση αυτή στερείται νόμιμης βάσης, γιατί αφού υπάρχει η αδικοπραξία, ο ενάγων δύναται να ασκήσει τις αξιώσεις του από αυτή και δεν μπορεί να προσφύγει στην επικουρική βάση του αδικαιολογήτου πλουτισμού (ΑΠ 222/2003, ΑΠ 104/2003, ΑΠ 1440/2000).

Στην επικουρική βάση του αδικαιολογήτου πλουτισμού, η παραγραφή της αξίωσης από την αδικοπραξία δεν θεμελιώνει αξίωση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, γιατί η αξίωση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό προϋπόθεση έχει ότι η ωφέλεια που αποκτήθηκε από την περιουσία άλλου ή με ζημία αυτού οφείλεται σε μη νόμιμη αιτία, προϋπόθεση η οποία δεν συντρέχει επί παραγραφής της από αδικοπραξία αξίωσης, επειδή γίνεται δεκτό, από τη διάταξη του άρθρου 272 εδ. α ΑΚ, ότι η παραγραφή αποτελεί νόμιμη αιτία πλουτισμού (ΑΠ 813/2002, ΑΠ 139/1991).

Από τις διατάξεις, όμως, των άρθρων 938 και 904 παρ. 1 εδ. α ΑΚ,  προκύπτει ότι, αν από την τέλεση της αδικοπραξίας δεν επήλθε μόνο ζημία σε άλλον, αλλά συγχρόνως και ωφέλεια του αδικοπραγήσαντος από την περιουσία ή με ζημία του αδικηθέντος, τότε, παρά την παραγραφή της αξίωσης από αδικοπραξία, υφίσταται αξίωση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, η οποία υπόκειται εφ εξής στη ρύθμιση των άρθρων 904 επ. ΑΚ και ειδικότερα, αν μεν η αδικοπραξία έγινε με αμέλεια, από την διάταξη του άρθρου 909 ΑΚ κατά την οποίαν υποχρεούται σε απόδοση της ωφελείας, εφ όσον είναι πλουσιότερος κατά τον χρόνο επίδοσης της αγωγής, γιατί απόδοση ανύπαρκτου πλουτισμού δεν νοείται, αν δε έγινε με πρόθεση, από τη διάταξη του άρθρου 911 αρ. 2 ΑΚ με ανάλογη επέκταση αυτής, η οποία όπως προκύπτει από τη διατύπωση του άρθρου 904 παρ. 1 εδ. β ΑΚ, που εφαρμόζεται στην περίπτωση απόδοσης ωφελείας, που αποκτήθηκε από παράνομη ή ανήθικη αιτία, η οποία θεμελιώνεται σε δικαιοπραξία, γιατί η ωφέλεια από αδικοπραξία με πρόθεση αποτελεί πλουτισμό από παράνομη αιτία και ο νόμος αποσκοπεί να αποδοθεί η κτηθείσα από την αιτία αυτή ωφέλεια.

Επομένως μπορεί να εγερθεί αγωγή με κύρια βάση τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, αρκεί να συντρέχουν οι όροι της αδικοπραξίας, να έχει παραγραφεί η εξ αυτής αγωγή και να συντρέχουν και οι προϋποθέσεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού (ΑΠ 744/1977, ΑΠ 547/2008, ΕφΑθ 1147/1992, ΕφΘεσ 777/2003).

Από τις διατάξεις των άρθρων 929 και 298 ΑΚ προκύπτει ότι, αυτός, που έπαθε στο σώμα ή στην υγεία του, δικαιούται, να αξιώσει και τη μελλοντική αποθετική ζημία (διαφυγόν κέρδος), γιατί, λόγω της μειωμένης ικανότητας προς εργασία από βλάβη του σώματος ή της υγείας, χάνει τα εισοδήματα από την εργασία του, την οποία, έχοντας πλήρη ικανότητα, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, θα ασκούσε στο μέλλον.

Δεν απαιτείται γι' αυτό βεβαιότητα, αλλά αρκεί πιθανότητα κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, πράγμα που πρέπει να προκύπτει από τις ιδιαίτερες περιστάσεις, ιδίως δε από τα μέτρα που λήφθηκαν προς τούτο.

Ο ζημιωθείς πρέπει να εκθέσει στην αγωγή του συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, τα οποία πιθανολογούν τη μελλοντική ζημία του και θα καταστήσουν δυνατή στον δικαστή την εκτίμηση της πιθανότητας επέλευσης της ζημίας, οπότε η αγωγή είναι ορισμένη και νόμιμη.

Αν από την έκθεση των περιστατικών η μελλοντική ζημία παρίσταται ως ενδεχόμενη απλά, τότε η αγωγή δεν είναι νόμιμη και δεν θεμελιώνει αξίωση αποζημίωσης. Αν στην αγωγή η ζημία εμφανίζεται ως πιθανή κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, από τις αποδείξεις όμως προκύπτει ότι αυτή είναι απλά ενδεχόμενη, η αγωγή απορρίπτεται ως κατ' ουσίαν αβάσιμη (ΑΠ 122/2006, ΑΠ 2076/2006, ΑΠ 377/2009).

Α. Σύμφωνα με το άρθρο 3Ε του νόμου 2251/1994, για την προστασία των καταναλωτών, ως ισχύει, ο καταναλωτής έχει προθεσμία 14 ημερολογιακών ημερών, από την ημέρα που απέκτησε την φυσική κατοχή του προϊόντος, να υπαναχωρήσει από την εξ αποστάσεως σύμβαση πώλησης, χωρίς να αναφέρει τους λόγους και χωρίς καμία επιβάρυνση.

Β. Για την άσκηση του δικαιώματος της υπαναχώρησης (αναστροφής) με την άσκηση του οποίου καταλύεται εξ' ολοκλήρου η αρχική σύμβαση της πώλησης και στη θέση της εντάσσεται η αποκαλούμενη σχέση της εκκαθάρισης, ο αγοραστής, πριν την λήξη της προθεσμίας υπαναχώρησης, ενημερώνει τον πωλητή (προμηθευτή) για την απόφασή του να υπαναχωρήσει από την σύμβαση. Προς τον σκοπό αυτό, ο καταναλωτής δύναται, ή α) να χρησιμοποιήσει σχετικό  υπόδειγμα εντύπου υπαναχώρησης, ή β) να κάνει οποιαδήποτε άλλη σαφή δήλωση που να παρουσιάζει την απόφασή του να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση. Ο αγοραστής φέρει το βάρος της απόδειξης ότι άσκησε το δικαίωμα υπαναχώρησης (άρθρο 3Ζ).

Γ. Ο πωλητής πρέπει να επιστρέψει κάθε πληρωμή που έλαβε από τον αγοραστή, συμπεριλαμβανομένων, κατά περίπτωση, των δαπανών παράδοσης, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση και οπωσδήποτε εντός 14 ημερολογιακών ημερών από την ημέρα κατά την οποία ενημερώθηκε για την απόφαση του αγοραστή να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση

Δ. Ο δε αγοραστής να επιστρέψει τα αγαθά, ή να τα μεταβιβάσει στον πωλητή, ή σε άτομο εξουσιοδοτημένο από αυτόν, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση και οπωσδήποτε εντός 14 ημερολογιακών ημερών από την ημέρα κατά την οποία ανακοίνωσε στον πωλητή την απόφασή του να υπαναχωρήσει από την πώληση.

Α. Σύμφωνα με το άρθρο 5 του νόμου 2251/1994 για την προστασία των καταναλωτών, ως ισχύει, σε κάθε πώληση από απόσταση, ο πωλητής υποχρεούται να παραδώσει στον αγοραστή το προϊόν με τις συνομολογημένες ιδιότητες και χωρίς πραγματικά ελαττώματα σύμφωνα με τα άρθρα 534 επ. του Αστικού Κώδικα. Παραίτηση του καταναλωτή από την προστασία του πριν από την εμφάνιση του ελαττώματος, ή της έλλειψης της συνομολογημένης ιδιότητας, είναι άκυρη.

Β. Σύμφωνα δε με το άρθρο 3Ε του ίδιου νόμου, ο αγοραστής μπορεί εντός προθεσμίας (14) ημερολογιακών ημερών, από την ημέρα που απέκτησε την φυσική κατοχή του προϊόντος, να υπαναχωρήσει από την εξ αποστάσεως σύμβαση πώλησης, χωρίς να αναφέρει τους λόγους και χωρίς καμία επιβάρυνση.

Γ Κατά συνέπεια, αν το πωληθέν δεν φέρει τις συνομολογημένες ιδιότητες, ή έχει πραγματικά ελαττώματα, ο αγοραστής κατ επιλογή του

α) Εντός (14) ημερολογιακών ημερών από την παράδοση του προϊόντος, επιστρέφει το προϊόν χωρίς επιβάρυνσή του και χωρίς να αναφέρει τους λόγους, ο δε πωλητής οφείλει να επιστρέψει κάθε πληρωμή που έλαβε,  συμπεριλαμβανομένων, κατά περίπτωση, των δαπανών παράδοσης.

β) Εντός (2) ετών από την παράδοση του πράγματος μπορεί να εγείρει τις εξής αξιώσεις

1) Να απαιτήσει χωρίς επιβάρυνσή του την διόρθωση, ή την αντικατάσταση του πράγματος με άλλο, απαλλαγμένο από ελαττώματα, ή που φέρει την συνομολογηθείσα ιδιότητα, εκτός εάν μια τέτοια ενέργεια είναι αδύνατη, ή απαιτεί δυσανάλογες δαπάνες,

2) Να απαιτήσει την μείωση του τιμήματος,

3) Να υπαναχωρήσει από την σύμβαση, εκτός εάν πρόκειται για επουσιώδες πραγματικό ελάττωμα,

4) Να απαιτήσει αποζημίωση για μη εκτέλεση της σχετικής σύμβασης.

Δ. Σε περίπτωση πώλησης μεταχειρισμένων αγαθών, ο πωλητής και ο αγοραστής μπορούν να συμφωνήσουν μικρότερη χρονική περίοδο ευθύνης του πωλητή από αυτή των (2) ετών του ΑΚ. Σε κάθε περίπτωση, η περίοδος αυτή δεν μπορεί να είναι μικρότερη του (1) έτους.

Σύμφωνα με το άρθρο 3 του νόμου 2251/1994, για την προστασία των καταναλωτών, ως ισχύει, πώληση από απόσταση ενός προϊόντος είναι η σύμβαση, η οποία συνάπτεται μεταξύ του πωλητή (προμηθευτή) και του καταναλωτή στο πλαίσιο ενός οργανωμένου συστήματος πωλήσεων από απόσταση, χωρίς την ταυτόχρονη φυσική παρουσία του πωλητή (προμηθευτή) και του καταναλωτή, με αποκλειστική χρήση ενός ή περισσότερων μέσων επικοινωνίας από απόσταση, όπως το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο, το τηλέφωνο, η τηλεομοιοτυπία, ή το διαδίκτυο.

Α. ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΗ

Πριν από κάθε δέσμευση του καταναλωτή, σύμφωνα με το άρθρο 4 νόμου 2251/1994, ο προμηθευτής παρέχει στον καταναλωτή τις ακόλουθες πληροφορίες με ευκρινή και κατανοητό τρόπο, α) τα κύρια χαρακτηριστικά του προϊόντος, β) την ταυτότητα του προμηθευτή, γ) τη συνολική τιμή του προϊόντος, συμπεριλαμβανομένου του Φ.Π.Α. και κάθε άλλου τέλους, δ) τις ρυθμίσεις για την πληρωμή, την παράδοση, την εκτέλεση, την προθεσμία εντός της οποίας ο προμηθευτής αναλαμβάνει την υποχρέωση να παραδώσει το προϊόν, ε) την ύπαρξη νόμιμης εγγύησης, τεχνικής εξυπηρέτησης μετά την πώληση και, κατά περίπτωση, την παροχή εμπορικών εγγυήσεων μαζί με τις σχετικές προϋποθέσεις.

Β. ΧΡΟΝΟΣ ΠΑΡΑΔΟΣΗΣ

Σύμφωνα με το άρθρο 4Β του νόμου 2251/1994, ο προμηθευτής παραδίδει τα αγαθά με την μεταβίβαση της φυσικής κατοχής, ή ελέγχου του προϊόντος στον καταναλωτή χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, αλλά οπωσδήποτε εντός 30 ημερολογιακών ημερών από τη σύναψη της σύμβασης.

Όταν ο προμηθευτής δεν εκπληρώσει την υποχρέωσή του να παραδώσει το προϊόν εντός της παραπάνω προθεσμίας, ή αυτής που συμφώνησε με τον καταναλωτή, ο καταναλωτής, α)  πρέπει να του ζητήσει να πραγματοποιήσει την παράδοση εντός επιπλέον προθεσμίας ανάλογης των περιστάσεων και β) αν ο προμηθευτής δεν παραδώσει τα αγαθά εντός αυτής της επιπλέον προθεσμίας, ο καταναλωτής δικαιούται να καταγγείλει τη σύμβαση. Μόλις καταγγελθεί η σύμβαση, ο προμηθευτής οφείλει να επιστρέψει, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, όλα τα χρήματα που είχαν πληρωθεί βάσει της σύμβασης. Η καταγγελία επέρχεται αυτόματα με την επιφύλαξη παντός νομίμου δικαιώματός του καταναλωτή.

Γ. ΜΕΤΑΘΕΣΗ ΚΙΝΔΥΝΟΥ

Σύμφωνα με το άρθρο 4Δ του νόμου 2251/1994, στις συμβάσεις κατά τις οποίες ο προμηθευτής αποστέλλει τα προϊόντα στον καταναλωτή, ο κίνδυνος απώλειας ή βλάβης των αγαθών μετατίθεται στον καταναλωτή, όταν αυτός, ή κάποιο τρίτο μέρος το οποίο ορίζεται σχετικά από τον καταναλωτή και είναι διάφορο του μεταφορέα, έχει αποκτήσει την φυσική κατοχή των αγαθών. Εάν ο μεταφορέας ενταλθεί από τον καταναλωτή να μεταφέρει το προϊόν ο κίνδυνος μετατίθεται στον καταναλωτή άμα τη παραδώσει στον μεταφορέα.

Δ. ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ ΠΡΟΜΗΘΕΥΤΗ

α) Σύμφωνα με το άρθρο 5 του νόμου 2251/1994, σε κάθε πώληση, ο πωλητής υποχρεούται να παραδώσει στον καταναλωτή τα αγαθά με τις συνομολογημένες ιδιότητες και χωρίς πραγματικά ελαττώματα, σύμφωνα με τα άρθρα 534 επ. του Αστικού Κώδικα. Παραίτηση του καταναλωτή από την προστασία του πριν από την εμφάνιση του ελαττώματος, ή της έλλειψης της συνομολογημένης ιδιότητας είναι άκυρη.

β) Σύμφωνα με τα άρθρα 534 επ. ΑΚ, αν το πωληθέν δεν φέρει τις συνομολογημένες ιδιότητες, ή έχει πραγματικά ελαττώματα, και μέχρι την πάροδο (2) ετών από την μετάθεση του κινδύνου (παράδοση του πράγματος) ο αγοραστής έχει τις εξής αξιώσεις, 1) Να απαιτήσει χωρίς επιβάρυνσή του την διόρθωση ή την αντικατάσταση του πράγματος με άλλο, απαλλαγμένο από ελαττώματα ή που φέρει τη συνομολογηθείσα ιδιότητα, εκτός εάν μια τέτοια ενέργεια είναι αδύνατη ή απαιτεί δυσανάλογες δαπάνες, 2) Να απαιτήσει την μείωση του τιμήματος, 3) Να υπαναχωρήσει από την σύμβαση, εκτός εάν πρόκειται για επουσιώδες πραγματικό ελάττωμα, 4) Να απαιτήσει αποζημίωση για μη εκτέλεση της σχετικής σύμβασης.

γ) Σε περίπτωση πώλησης μεταχειρισμένων αγαθών, ο πωλητής και ο καταναλωτής μπορούν να συμφωνήσουν μικρότερη χρονική περίοδο ευθύνης του πωλητή από αυτή των (2) ετών του ΑΚ. Σε κάθε περίπτωση, η περίοδος αυτή δεν μπορεί να είναι μικρότερη του (1) έτους.

Ε. ΥΠΟΧΡΕΩΣΗ ΠΑΡΟΧΗΣ ΕΜΠΟΡΙΚΗΣ ΕΓΓΥΗΣΗΣ

α) Σύμφωνα με το άρθρο 5Α του νόμου 2251/1994, ο πωλητής (ή παραγωγός) μπορεί να παρέχει εμπορική εγγύηση, εγγράφως, ή πάνω σε άλλο σταθερό μέσο αποτύπωσης το οποίο είναι διαθέσιμο και προσιτό στον καταναλωτή, η οποία συνίσταται στην ανάληψη από μέρους του κάθε μορφής υποχρέωση έναντι του καταναλωτή, επιπλέον της νόμιμης εγγύησης, για επιστροφή του καταβληθέντος τιμήματος, αντικατάσταση, επισκευή ή φροντίδα με οποιονδήποτε τρόπο του καταναλωτικού αγαθού, χωρίς επιπλέον επιβάρυνση, αν αυτό δεν ανταποκρίνεται στα χαρακτηριστικά που αναφέρονται στη δήλωση εγγύησης ή στη σχετική διαφήμιση.

β) Η εγγύηση αυτή περιλαμβάνει, με απλή, ευανάγνωστη και κατανοητή διατύπωση στην ελληνική γλώσσα, τουλάχιστον την επωνυμία και τη διεύθυνση του εγγυητή, το αγαθό στο οποίο αναφέρεται η εγγύηση, το ακριβές περιεχόμενό της, τη διάρκεια και την έκταση της εδαφικής της ισχύος. Στην εγγύηση αυτή δηλώνονται με σαφήνεια και πληρότητα τα δικαιώματα του καταναλωτή και διευκρινίζεται ότι τα δικαιώματα αυτά δεν θίγονται από την εμπορική εγγύηση. Η εγγύηση πρέπει να είναι σύμφωνη με τους κανόνες της καλής πίστης και να μην αναιρείται από υπερβολικές ρήτρες εξαιρέσεων.

γ) Όταν για προϊόν με εκτιμώμενη πιθανή διάρκεια ζωής άνω των (2) ετών δεν παρέχεται εμπορική εγγύηση, ο πωλητής το γνωστοποιεί στον καταναλωτή με οποιονδήποτε πρόσφορο τρόπο εγγράφως, ή πάνω σε σταθερό μέσο πριν από την πώληση.

δ) Σε περίπτωση αντικατάστασης του προϊόντος η εμπορική εγγύηση αυτόματα ανανεώνεται για όλη τη διάρκειά της ως προς το νέο προϊόν, εκτός αν σε αυτή ορίζεται διαφορετικά.

ε) Αν κατά τη διάρκεια ισχύος της εμπορικής εγγύησης, η οποία παρέχει επισκευή καταναλωτικού αγαθού, το αγαθό εμφανίσει κάποιο ελάττωμα και ο απαιτούμενος χρόνος επισκευής του υπερβαίνει τις (15) εργάσιμες ημέρες, ο καταναλωτής δικαιούται να ζητήσει την προσωρινή αντικατάστασή του για όσο χρόνο διαρκεί η επισκευή.

Α. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 80, 88, 89, 277 και 517 ΚΠολΔ συνάγεται ότι, ο προσεπικληθείς και με την παρεμπίπτουσα αγωγή εναγόμενος, εφ όσον δεν παρενέβη, δεν καθίσταται διάδικος στην κύρια δίκη μεταξύ του ενάγοντος και του εναγομένου, ούτε δημιουργείται ομοδικία μεταξύ αυτού (προσεπικληθέντος) και του προσεπικαλέσαντος αυτόν εναγομένου.

Β. Στην περίπτωση αυτή, ο ενάγων της κύριας αγωγής, ασκώντας έφεση κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, δεν δικαιούται να την απευθύνει και κατά του προσεπικληθέντος και παρεμπιπτόντως εναγομένου, γιατί ο τελευταίος, εφ όσον δεν παρενέβη, δεν κατέστη διάδικος στην κύρια δίκη, δηλαδή η έφεση που ασκεί ο αντίδικος του προσεπικαλούντος στρέφεται απαραδέκτως κατά του προσεπικληθέντος δικονομικού εγγυητή.

Γ. Για να μεταβιβαστεί η υπόθεση στο Εφετείο και κατά το μέρος της που αφορά την προσεπίκληση και την παρεμπίπτουσα αγωγή πρέπει να ασκήσει έφεση (επικουρική) και ο προσεπικαλέσας – παρεμπιπτόντως ενάγων της αγωγής αυτής ζητώντας την επανεξέταση της σε περίπτωση που γίνει δεκτή η έφεση του κυρίως ενάγοντος (ΑΠ 485/2010, ΕφΑθ 2416/2010). Με την συνεκδίκαση περισσότερων αγωγών δεν μεταβάλλονται οι ενάγοντες ή οι εναγόμενοι κλπ των συνεκδικαζομένων υποθέσεων σε ομόδικους.

Δ. Έτσι, δικαίωμα ασκήσεως εφέσεως κατά της αποφάσεως που εκδόθηκε επί των συνεκδικαζομένων δικών έχει κάθε διάδικος εκάστης από τις αυτοτελείς συνεκδικαζόμενες δίκες, ο οποίος οφείλει να απευθύνει αυτό κατά του αντιδίκου του στην ίδια αυτοτελή δίκη και όχι κατά των διαδίκων των άλλων συνεκδικαζομένων δικών (ΑΠ 1355/2004, ΕφΠερ 9/2021).

Στην προκειμένη περίπτωση εξετάζεται η περίπτωση, που το προϊόν είναι ακατάλληλο «για την χρήση που προορίζεται», όπου εφαρμογή έχουν οι διατάξεις του Αστικού Κώδικα και όχι η περίπτωση που είναι «ανασφαλές», δηλαδή επικίνδυνο για την ασφάλεια του αγοραστή, όπου εφαρμόζονται οι διατάξεις του νόμου 2251/1994 για την προστασία των καταναλωτών.

Α. Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 534 ΑΚ, ακατάλληλο (ελαττωματικό) είναι ένα προϊόν, που δεν φέρει τις συνομολογημένες ιδιότητες και έχει πραγματικά ελαττώματα. Η συνομολογημένη ιδιότητα, περιλαμβάνει κάθε ιδιότητα του πράγματος, η οποία αποτέλεσε αντικείμενο συμφωνίας και ο πωλητής εγγυήθηκε την ύπαρξή της, δηλαδή ανέλαβε την ευθύνη για όλες τις συνέπειες της έλλειψής της και μάλιστα ανεξαρτήτως πταίσματός του. Το πραγματικό ελάττωμα περιλαμβάνει κάθε ατέλεια του πράγματος, που αφορά την ιδιοσυστασία, ή την κατάστασή του κατά το κρίσιμο χρόνο ευθύνης του πωλητή, η οποία ατέλεια έχει αρνητική επίδραση στην αξία, ή την χρησιμότητα του πράγματος (ΜονΕφΠειρ 322/2016). Η διάκριση μεταξύ συνομολογημένης ιδιότητας και πραγματικού ελαττώματος δεν έχει ιδιαίτερη σημασία, αφού και οι δύο περιπτώσεις συγκροτούν την έννοια της «έλλειψης ανταπόκρισης προς την σύμβαση», η οποία ερμηνεύεται κατά τα άρθρα 173 και 200 ΑΚ, προκειμένου να αναζητηθεί η πραγματική βούληση των μερών.

Β. Η παροχή πράγματος από τον πωλητή στον αγοραστή χωρίς τις ως άνω ιδιότητες και με πραγματικά ελαττώματα είναι θεμελιωτική της ευθύνης λόγω μη εκπληρώσεως, η οποία υπόκειται στην ειδική ρύθμιση του άρθρου 537 ΑΚ, που βασικά ορίζει γνήσια αντικειμενική ευθύνη, ανεξάρτητα από υπαιτιότητα του πωλητή, και παρέχει στον αγοραστή, είτε πρόκειται για πώληση γένους, είτε για πώληση είδους, κατ άρθρο 540 παρ. 1 ΑΚ, κατ' επιλογή του ((ΑΠ 1544/ 2008, ΕφΘ 638/2012).

α) Να απαιτήσει χωρίς επιβάρυνσή του, την διόρθωση, ή αντικατάσταση, του πράγματος με άλλο εκτός εάν μία τέτοια ενέργεια είναι αδύνατη, ή απαιτεί δυσανάλογες δαπάνες.

β) Να απαιτήσει την μείωση του τιμήματος.

γ) Να υπαναχωρήσει από την σύμβαση, εκτός αν πρόκειται για επουσιώδες πραγματικό ελάττωμα (ΑΠ 1588/2018).

Οι παραπάνω αξιώσεις μπορούν να ασκηθούν με αγωγή και με άτυπη δήλωση του αγοραστή προς τον πωλητή (εξωδίκως).

Γ. Από την παραπάνω διάταξη και από την του άρθρου 535 ΑΚ σαφώς προκύπτει, ότι για την ίδρυση της ευθύνης του πωλητή αρκεί η διαπίστωση της ύπαρξης οποιουδήποτε ελαττώματος, χωρίς να προϋποτίθεται, ότι το ελάττωμα πρέπει να είναι και ουσιώδες, με την έννοια ότι πρέπει να αναιρεί, ή να μειώνει ουσιωδώς, την αξία ή την χρησιμότητα του πράγματος, με εξαίρεση την περίπτωση της υπαναχώρησης, κατά ρητή επιταγή της ΑΚ 540 παρ. 1 αρ. 3, όπου το πραγματικό ελάττωμα πρέπει να είναι ουσιώδες.

Δ. Εάν το ελάττωμα είναι επουσιώδες, ισχύουν οι όροι του άρθρου 542 ΑΚ, και το δικαστήριο μπορεί μολονότι ο αγοραστής άσκησε αγωγή για αντικατάσταση του πράγματος, εάν κρίνει ότι από τις περιστάσεις δεν δικαιολογείται η αιτουμένη από τον αγοραστή αντικατάσταση του πράγματος, να διατάξει αντ’ αυτής μείωση του τιμήματος (ΑΠ 996/2015).

Ε. Σε περίπτωση που η έλλειψη της συνομολογηθείσας ιδιότητας, ή η παροχή ελαττωματικού πράγματος, οφείλεται σε πταίσμα του πωλητή, σύμφωνα με το άρθρο 543 ΑΚ, ο αγοραστής δικαιούται, αντί των ανωτέρω δικαιωμάτων, να απαιτήσει αποζημίωση για μη εκτέλεση της σχετικής σύμβασης ή, σωρευτικώς μετά των δικαιωμάτων αυτών, να απαιτήσει αποζημίωση για την ζημία που δεν καλύπτεται από την άσκησή τους (ΑΠ 996/2015).

ΣΤ. Όσον αφορά στην αξίωση διόρθωσης, ο αγοραστής εξακολουθεί να έχει το δικαίωμα υπαναχώρησης, ή μείωσης του τιμήματος, στην περίπτωση που η διόρθωση έλαβε μεν χώρα, το ελάττωμα όμως παρέμεινε, εκτός εάν πρόκειται για επουσιώδες πραγματικό ελάττωμα, οπότε αποκλείεται το δικαίωμα της υπαναχώρησης (ΑΠ 575/2013, ΕφΑθ 1798/2008).

Ζ. Όσον αφορά την αξίωση αντικατάστασης, αν ο πωλητής δεν προβεί στην αντικατάσταση εντός ευλόγου χρόνου κατ' άρθρο 540 παρ. 2 ΑΚ, ευθυνόμενος πλέον για μη εκπλήρωση της σύμβασης, ο αγοραστής δικαιούται σε άσκηση μιας εκ των άλλων αξιώσεων, εφ όσον, η άσκηση της πρώτης αξίωσής του (αντικατάσταση πράγματος) δεν οδηγεί στην αποκατάσταση της ισοδυναμίας των εκατέρωθεν παροχών (ΑΠ 575/2013).

Η. Κρίσιμος χρόνος για την εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 534-535 ΑΚ είναι να υπάρχει το πραγματικό ελάττωμα, ή η έλλειψη της ιδιότητας, κατά τον χρόνο που μεταβαίνει ο κίνδυνος από τον πωλητή στον αγοραστή. Τούτο όμως δεν σημαίνει ότι ο αγοραστής θα πρέπει να δεχθεί το ελαττωματικό πράγμα προκειμένου να ασκήσει τα δικαιώματά του, ούτε σημαίνει ότι είναι υποχρεωμένος να αναμείνει το χρόνο παράδοσης του πράγματος, σύμφωνα με τη σύμβαση, για να ασκήσει τα δικαιώματά του από τις ΑΚ 534 επ., όταν είναι βέβαιο ότι το ελάττωμα που διαπίστωσε δεν μπορεί να αρθεί, ή η έλλειψη δεν μπορεί να συμπληρωθεί.

Θ. Σε κάθε όμως περίπτωση τα δικαιώματά του ο αγοραστής πρέπει να τα ασκήσει πριν την συμπλήρωση της αποσβεστικής προθεσμίας του άρθρου 554 ΑΚ, σύμφωνα με το οποίο, το δικαίωμα παραγράφεται μετά την πάροδο δύο ετών, με έναρξη της παραγραφής, κατά το άρθρο 555 ΑΚ, από την παράδοση του πράγματος στον αγοραστή.

Το δικαίωμα υπαναχώρησης παρέχεται στον αγοραστή ελαττωματικού προϊόντος, που το ελάττωμά του οφείλεται στην ακαταλληλότητά του «για την χρήση που προορίζεται». Εφαρμογή έχουν οι διατάξεις του Αστικού Κώδικα.

Στην περίπτωση που το ελάττωμα του προϊόντος οφείλεται στο γεγονός ότι είναι «ανασφαλές», δηλαδή επικίνδυνο για την ασφάλεια του αγοραστή, εφαρμόζονται οι διατάξεις του νόμου 2251/1994 για την προστασία των καταναλωτών.

Α. Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 534 ΑΚ, ο πωλητής υποχρεούται να παραδώσει το πράγμα με τις συνομολογημένες ιδιότητες και χωρίς πραγματικά ελαττώματα. Η συνομολογημένη ιδιότητα, περιλαμβάνει κάθε ιδιότητα του πράγματος, η οποία αποτέλεσε αντικείμενο συμφωνίας και ο πωλητής εγγυήθηκε την ύπαρξή της, δηλαδή ανέλαβε την ευθύνη για όλες τις συνέπειες της έλλειψής της και μάλιστα ανεξαρτήτως πταίσματός του. Το πραγματικό ελάττωμα περιλαμβάνει κάθε ατέλεια του πράγματος, που αφορά την ιδιοσυστασία, ή την κατάστασή του κατά το κρίσιμο χρόνο ευθύνης του πωλητή, η οποία ατέλεια έχει αρνητική επίδραση στην αξία, ή την χρησιμότητα του πράγματος (ΜονΕφΠειρ 322/2016).

Β. Από την διάταξη του άρθρου 540 παρ. 3 ΑΚ προκύπτει ότι στις περιπτώσεις ευθύνης του πωλητή για πραγματικό ελάττωμα, ή για έλλειψη συνομολογημένης ιδιότητας, η οποία (ευθύνη) υπόκειται στην ειδική ρύθμιση του άρθρου 537 ΑΚ, που βασικά ορίζει γνήσια αντικειμενική ευθύνη, ανεξάρτητα από υπαιτιότητα του πωλητή, παρέχει στον αγοραστή, είτε πρόκειται για πώληση γένους, είτε για πώληση είδους (ΑΠ 1544/ 2008, ΕφΘ 638/2012), πέραν των άλλων (απαίτηση για διόρθωση, ή αντικατάσταση του πράγματος, ή μείωση του τιμήματος) το δικαίωμα να υπαναχωρήσει από την σύμβαση, όταν το πραγματικό ελάττωμα είναι ουσιώδες. Ουσιώδες είναι το πραγματικό ελάττωμα, όταν αναιρεί, ή μειώνει ουσιωδώς, την αξία, ή την χρησιμότητα του πράγματος.

Γ. Το δικαίωμα της υπαναχώρησης (αναστροφής) με την άσκηση του οποίου καταλύεται εξ' ολοκλήρου η αρχική σύμβαση της πώλησης και στη θέση της εντάσσεται η αποκαλούμενη σχέση της εκκαθάρισης, συνιστά διαπλαστικό δικαίωμα, αφού με την άσκησή του διαπλάσσεται μία νέα έννομη κατάσταση, κατά την οποία, ο μεν αγοραστής είναι υπόχρεος να αποδώσει  το πράγμα και τα ωφελήματα αυτού, ο δε πωλητής, ανεξάρτητα υπαιτιότητας, το τίμημα και τα έξοδα της πώλησης.

Δ. Οι αξιώσεις που απορρέουν από την υπαναχώρηση ρυθμίζονται από το άρθρο 547 ΑΚ σύμφωνα με το οποίο, ο μεν αγοραστής έχει υποχρέωση να αποδώσει το πράγμα ελεύθερο από κάθε βάρος που αυτός πρόσθεσε καθώς και τα ωφελήματα που αποκόμισε απ' αυτό, ο δε πωλητής υποχρεούται να επιστρέψει το τίμημα, τα έξοδα της πώλησης καθώς και όσα ο αγοραστής δαπάνησε για το πράγμα.

Ε. Εάν το ελάττωμα είναι επουσιώδες, ισχύουν οι όροι του άρθρου 542 ΑΚ, και το δικαστήριο μπορεί, μολονότι ο αγοραστής άσκησε αγωγή για υπαναχώρηση, να επιδικάσει μόνο μείωση του τιμήματος, ή να διατάξει αντικατάσταση του πράγματος, αν κρίνει πως οι περιστάσεις δεν δικαιολογούν την υπαναχώρηση, βάσει των αντικειμενικών κριτηρίων της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών. Προς τούτο το δικαστήριο εξετάζει, εάν το πράγμα μπορεί να χρησιμοποιηθεί από τον αγοραστή για την κατά προορισμό χρήση του και εάν η από την υπαναχώρηση της πωλήσεως επερχομένη ζημία στον πωλητή είναι δυσανάλογη προς την ωφέλεια που θα επέλθει στον αγοραστή (ΑΠ 996/2015).

ΣΤ. Το δικαίωμα της υπαναχώρησης είναι διαπλαστικό δικαίωμα και μπορεί να ασκηθεί με αγωγή και με άτυπη δήλωση του αγοραστή προς τον πωλητή (εξωδίκως). Από την περιέλευση της άτυπης δήλωσης του αγοραστή στον πωλητή ανατρέπεται αμέσως και αναδρομικά η σύμβαση της πώλησης. Το γεγονός αυτό, δηλαδή της εξώδικης υπαναχώρησης από την πώληση μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο αναγνωριστικής αγωγής κατά το άρθρο 70 ΚΠολΔ. Επίσης μπορεί να ασκηθεί και με σχετική αγωγή, η οποία όμως έχει στην περίπτωση αυτή διαπλαστικό χαρακτήρα. Παραδεκτά μπορούν να σωρευτούν σε αυτή και οι δευτερογενείς αξιώσεις από την υπαναχώρηση της πώλησης (ΑΠ 1596/2014).

Ζ. Κρίσιμος χρόνος για την άσκηση της υπαναχώρησης είναι να υπάρχει το πραγματικό ελάττωμα, ή η έλλειψη της ιδιότητας, κατά τον χρόνο που μεταβαίνει ο κίνδυνος από τον πωλητή στον αγοραστή. Τούτο όμως δεν σημαίνει ότι ο αγοραστής θα πρέπει να δεχθεί το ελαττωματικό πράγμα προκειμένου να ασκήσει το δικαίωμά του, ούτε σημαίνει ότι είναι υποχρεωμένος να αναμείνει το χρόνο παράδοσης του πράγματος, σύμφωνα με την σύμβαση, για να ασκήσει το δικαίωμά του, όταν είναι βέβαιο ότι το ελάττωμα, που διαπίστωσε, δεν μπορεί να αρθεί, ή η έλλειψη δεν μπορεί να συμπληρωθεί. Σε κάθε όμως περίπτωση το δικαίωμα της υπαναχώρησης πρέπει να ασκηθεί πριν την συμπλήρωση της αποσβεστικής προθεσμίας του άρθρου 554 ΑΚ σύμφωνα με το οποίο, το δικαίωμα παραγράφεται μετά την πάροδο δύο ετών, με έναρξη της παραγραφής, κατά το άρθρο 555 ΑΚ, από την παράδοση του πράγματος στον αγοραστή.

Η. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 389, 390, 397 εδ. α και 399 ΑΚ προκύπτει, ότι, αν ασκηθεί η υπαναχώρηση, η σύμβαση διαλύεται ενοχικά, αυτοδίκαια και αναδρομικά (εξ υπαρχής - ex tunc) και κάθε συμβαλλόμενο μέρος υπέχει την υποχρέωση να αποδώσει την παροχή που έλαβε κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Επειδή οι διατάξεις αυτές είναι ενδοτικού δικαίου, τα συμβαλλόμενα μέρη μπορούν να συμφωνήσουν, ότι η ενέργεια της υπαναχώρησης θα αφορά το μέλλον (ex nunc). Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για τη συνδρομή των προϋποθέσεων προς άσκηση του δικαιώματος υπαναχώρησης, αναγόμενη σε εκτίμηση πραγμάτων, διαφεύγει τον ακυρωτικό έλεγχο (ΑΠ 274/2008).

Γίνεται διάκριση μεταξύ «ανασφαλούς προϊόντος» και «προϊόντος ακατάλληλου για την χρήση που προορίζεται», γιατί κατά τα δύο χαρακτηρίζονται ως «ελαττωματικά» προϊόντα, αλλά με διαφορετικές συνέπειες το καθένα.

Α. Αγορά «ανασφαλούς» προϊόντος

Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 6 του ν. 2251/1994 για την προστασία των καταναλωτών, που έχει ενσωματώσει την με αριθμό 85/374/25.7.1985 Οδηγία της ΕΟΚ, ως «ελαττωματικό» προϊόν θεωρείται εκείνο, που δεν παρέχει την εύλογα αναμενόμενη ασφάλεια, εν όψει όλων των ειδικών συνθηκών και ιδίως της εξωτερικής εμφάνισης του, της εύλογα αναμενόμενης χρησιμοποιήσεως του και του χρόνου, κατά τον οποίο τέθηκε σε κυκλοφορία.  Σύμφωνα με την διάταξη αυτή «ελαττωματικό» είναι το επικίνδυνο προϊόν, δηλαδή αυτό που είναι «ανασφαλές».

1) Επομένως ο νόμος 2251/1994 για την προστασία των καταναλωτών προστατεύει τον αγοραστή «ανασφαλούς» προϊόντος.

2) Αν, όμως, το προϊόν δεν είναι «ανασφαλές» αλλά είναι «ακατάλληλο για την χρήση που προορίζεται», και επομένως είναι «ελαττωματικό», οι συνέπειες από την αγορά του δεν ρυθμίζονται από τον ν. 2251/1994 για την προστασία των καταναλωτών, αλλά από τις γενικές διατάξεις του Αστικού Κώδικα (ΑΠ 989/2004, ΜονΕφΠειρ 322/2016, ΑΠ 1305/2018).

Β. Αποζημίωση αγοραστή «ανασφαλούς» προϊόντος

α) Σε αποζημίωση του αγοραστή «ανασφαλούς» προϊόντος ευθύνεται, κατά το άρθρο 6 παρ. 2  του ν. 2251/1994, ο παραγωγός του προϊόντος. Ως παραγωγός θεωρείται ο κατασκευαστής τελικού προϊόντος, πρώτης ύλης ή συστατικού, καθώς και κάθε πρόσωπο που εμφανίζεται ως παραγωγός του προϊόντος, επιθέτοντας σε αυτό την επωνυμία, το σήμα ή άλλο διακριτικό του γνώρισμα. Παραγωγός, κατά πλάσμα δικαίου, θεωρείται και ο εισαγωγέας του προϊόντος σύμφωνα με την παρ. 3 του ίδιου άρθρου, σύμφωνα δε με την παρ. 4 του ίδιου άρθρου αν η ταυτότητα του παραγωγού είναι άγνωστη, κάθε προμηθευτής του προϊόντος θεωρείται παραγωγός, εκτός αν μέσα σε εύλογο χρόνο ενημερώσει τον καταναλωτή για την ταυτότητα του παραγωγού, ή εκείνου που του προμήθευσε το προϊόν.

β) Ο αγοραστής «ανασφαλούς» προϊόντος έχει τις εξής αξιώσεις

1) αποζημίωση για κάθε βλάβη, ή καταστροφή, εξ αιτίας του ελαττωματικού προϊόντος, κάθε περιουσιακού στοιχείου του (εκτός από το ίδιο το ελαττωματικό προϊόν) εφ όσον η ζημία από την βλάβη, ή την καταστροφή τους, υπερβαίνει το ποσό των (500) ευρώ και υπό την προϋπόθεση ότι κατά την φύση του προορίζονταν και πραγματικά χρησιμοποιήθηκε από το ζημιωθέντα αγοραστή για προσωπική του χρήση, ή κατανάλωση.

2) αποζημίωση για ζημία λόγω θανάτου, ή σωματικής βλάβης, που υπέστη.

3) χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, ή ψυχικής οδύνης, οφειλόμενης στο ελάττωμα του προϊόντος.

Σύμφωνα με άρθρο 6 παρ. 13 του νόμου, οι αξιώσεις του αγοραστή παραγράφονται μετά τριετία, αφ ότου πληροφορήθηκε, ή ώφειλε να πληροφορηθεί την ζημία, το ελάττωμα και την ταυτότητα του παραγωγού και μέχρι την δεκαετία από την κυκλοφορία του προϊόντος.

Γ. Αγορά προϊόντος «ακατάλληλου για την χρήση που προορίζεται»

Ως ελέχθη, αν το προϊόν είναι «ελαττωματικό, γιατί είναι «ακατάλληλο για την χρήση που προορίζεται», ο αγοραστής προστατεύεται από τις γενικές διατάξεις του Αστικού Κώδικα.

1) Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 534 ΑΚ το προϊόν είναι ακατάλληλο για την χρήση που προορίζεται, όταν δεν έχει τις «συνομολογημένες ιδιότητες», ή έχει «πραγματικά ελαττώματα». Η διάκριση μεταξύ συνομολογημένης ιδιότητας και πραγματικού ελαττώματος δεν έχει ιδιαίτερη σημασία, αφού και οι δύο περιπτώσεις συγκροτούν την έννοια της «έλλειψης ανταπόκρισης προς την σύμβαση», η οποία ερμηνεύεται κατά τα άρθρα 173 και 200 ΑΚ, προκειμένου να αναζητηθεί η πραγματική βούληση των μερών.

2) Σύμφωνα με το άρθρο 535 ΑΚ το προϊόν δεν φέρει τις συνομολογημένες ιδιότητες και είναι με πραγματικά ελαττώματα, όταν

α) δεν ανταποκρίνεται στην περιγραφή που έχει γίνει από τον πωλητή, ή στο δείγμα, ή υπόδειγμα που ο πωλητής είχε παρουσιάσει στον αγοραστή.

β) δεν είναι κατάλληλο για το σκοπό της συγκεκριμένης σύμβασης.

γ) δεν είναι κατάλληλο για τη χρήση για την οποία προορίζονται συνήθως τα πράγματα της ίδιας κατηγορίας.

δ) δεν έχει την ποιότητα, ή απόδοση, που ο αγοραστής ευλόγως προσδοκά.

ε) είναι διαφορετικό από το συμφωνηθέν.

Δ) Αποζημίωση αγοραστή προϊόντος «ακατάλληλου για την χρήση που προορίζεται»

α) Σε αποζημίωση του αγοραστή προϊόντος «ακατάλληλου για την χρήση που προορίζεται» ευθύνεται ο πωλητής, και είναι αδιάφορο αν ο ίδιος ή τρίτος είναι και ο κατασκευαστής του προϊόντος, ή αν τούτο ανήκει σε μία σειρά παραγωγής, της οποίας όλα τα προϊόντα παρουσιάζουν το ίδιο ελάττωμα.

β) Ο αγοραστής προϊόντος «ακατάλληλου για την χρήση που προορίζεται», έχει, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 513, 522, 534, 535, 537,  540  και 543 ΑΚ, τις εξής αξιώσεις.

1) Να απαιτήσει χωρίς επιβάρυνσή του την διόρθωση ή την αντικατάσταση του πράγματος με άλλο, απαλλαγμένο από ελαττώματα ή που φέρει τη συνομολογηθείσα ιδιότητα, εκτός εάν μια τέτοια ενέργεια είναι αδύνατη ή απαιτεί δυσανάλογες δαπάνες.

2) Να απαιτήσει την μείωση του τιμήματος,

3) Να υπαναχωρήσει από την σύμβαση, εκτός εάν πρόκειται για επουσιώδες πραγματικό ελάττωμα.

4) Να απαιτήσει αποζημίωση για μη εκτέλεση της σχετικής σύμβασης

5) Και σωρευτικά με τα δικαιώματα αυτά, να απαιτήσει αποζημίωση για τη ζημία που δεν καλύπτεται από την άσκηση των παραπάνω δικαιωμάτων (ΑΠ 983/2019).

γ) Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 554 και 555ΑΚ, οι αξιώσεις του αγοραστή παραγράφονται μετά την πάροδο δυο ετών. Η παραγραφή αρχίζει από την παράδοση του πράγματος στον αγοραστή. Κατά τη διάταξη του άρθρου 557 ΑΚ, ο πωλητής δεν μπορεί να επικαλεστεί την πιο πάνω παραγραφή, αν απέκρυψε, ή αποσιώπησε, με δόλο το ελάττωμα, ή την έλλειψη της συνομολογημένης ιδιότητας, οπότε η παραγραφή, σύμφωνα με την γενική διάταξη του άρθρου 149 ΑΚ, είναι εικοσαετής.

Α. Σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 4α του ν. 2251/1994, ως ισχύει, καταναλωτής θεωρείται το φυσικό ή νομικό πρόσωπο, ή ενώσεις προσώπων χωρίς νομική προσωπικότητα

α) για τα οποία προορίζονται τα προϊόντα ή οι υπηρεσίες που προσφέρονται στην αγορά και τα οποία κάνουν χρήση των προϊόντων ή των υπηρεσιών αυτών, εφόσον αποτελούν τον τελικό αποδέκτη τους.

β) κάθε αποδέκτης διαφημιστικού μηνύματος,

γ) κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που εγγυάται υπέρ καταναλωτή, εφόσον δεν ενεργεί στο πλαίσιο της επαγγελματικής ή επιχειρηματικής δραστηριότητάς του.

Β. Προκειμένου λοιπόν, να θεωρηθεί ως καταναλωτής ένα πρόσωπο, πρέπει να πληροί δύο προϋποθέσεις,

α) να πρόκειται για προϊόντα, ή υπηρεσίες που προσφέρονται στην αγορά,

β) ο προμηθευόμενος να είναι ο τελικός αποδέκτης.

Η έννοια του καταναλωτή, επομένως, είναι ευρεία και καταλαμβάνει κάθε πρόσωπο που αποτελεί τον τελικό αποδέκτη ενός προϊόντος, ή μιας υπηρεσίας, ασχέτως αν η χρήση για την οποία προορίζεται είναι προσωπική ή επαγγελματική (ΑΠ 1343/2012, 1332/2012, 733/2011).

Γ. Δεν είναι καταναλωτής, το πρόσωπο που αποκτά τα προϊόντα με σκοπό να τα μεταβιβάσει αυτούσια, ή επεξεργασμένα, να παραχωρήσει την χρήση, ή να τα χρησιμοποιήσει για λογαριασμό, ή για την οικονομική εξυπηρέτηση, τρίτου.

Δ. Δεν απαιτείται ο τελικός αποδέκτης να χρησιμοποιήσει το αγαθό για προσωπικές του ανάγκες,  δηλαδή μη επαγγελματικές ανάγκες (ΑΠ 1305/2018).

Α. Ακατάλληλο μπορεί να είναι ένα προϊόν, όταν είναι ακατάλληλο για την χρήση που προορίζεται, ή όταν είναι ελαττωματικό και επομένως «ανασφαλές».

Αν το προϊόν είναι ακατάλληλο για την χρήση που προορίζεται, οι συνέπειες ρυθμίζονται από τις γενικές διατάξεις του Αστικού Κώδικα και όχι από τις διατάξεις του ν. 2251/1994 για την προστασία των καταναλωτών (ΑΠ 989/2004, ΜονΕφΠειρ 322/2016, ΑΠ 1305/2018).

Μόνο αν το προϊόν είναι «ανασφαλές» οι συνέπειες ρυθμίζονται από τον ν. 2251/1994 για την προστασία των καταναλωτών.

Β. Ορισμός του «ελαττωματικού» προϊόντος

Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 6 του ν. 2251/1994, που έχει ενσωματώσει την με αριθμό 85/374/25.7.1985 Οδηγία της ΕΟΚ, ως ελαττωματικό προϊόν θεωρείται εκείνο, που δεν παρέχει την εύλογα αναμενόμενη ασφάλεια, εν όψει όλων των ειδικών συνθηκών και ιδίως της εξωτερικής εμφάνισης του, της εύλογα αναμενόμενης χρησιμοποιήσεως του και του χρόνου, κατά τον οποίο τέθηκε σε κυκλοφορία.  Συνεπώς ελαττωματικό είναι το επικίνδυνο προϊόν, και αντιδιαστέλλεται από το ασφαλές.

Γ. Ορισμός του «ανασφαλούς» προϊόντος

Ο ν. 2251/1994 το «ανασφαλές» προϊόν το ορίζει αρνητικά.

Κατά το άρθρο 7 παρ. 3 και 4, «Ασφαλές θεωρείται το προϊόν το οποίο, υπό συνήθεις ή ευλόγως προβλέψιμες συνθήκες χρήσης, συμπεριλαμβανομένης της διάρκειάς της και της θέσης αυτού σε λειτουργία, της εγκατάστασής του και των αναγκών συντήρησής του, ή δεν παρουσιάζει κανένα κίνδυνο ή παρουσιάζει κινδύνους ήσσονος σημασίας, που είναι συνυφασμένοι με τη χρήση του προϊόντος και οι οποίοι θεωρούνται αποδεκτοί στο πλαίσιο ενός υψηλού βαθμού προστασίας της υγείας και της ασφάλειας των προσώπων, λαμβανομένων υπόψιν, ιδίως, των ακόλουθων στοιχείων

α) των χαρακτηριστικών του προϊόντος και ιδίως της σύνθεσης, της συσκευασίας, των οδηγιών συναρμολόγησης, της εγκατάστασης και της συντήρησής του,

β) των επιπτώσεων που έχει το προϊόν σε άλλα προϊόντα, εφόσον, ευλόγως, μπορεί να προβλεφθεί ότι το προϊόν αυτό θα χρησιμοποιηθεί μαζί με άλλα προϊόντα,

γ) της παρουσίασης του προϊόντος, της επισήμανσής του, των προειδοποιήσεων κινδύνου και των οδηγιών χρήσης και διάθεσής του, καθώς και κάθε άλλης οδηγίας ή πληροφορίας σχετικής με το προϊόν,

δ) των κατηγοριών καταναλωτών που εκτίθενται σε κίνδυνο λόγω της χρησιμοποίησης του προϊόντος, ιδίως των ανηλίκων και των ηλικιωμένων.

Η δυνατότητα επίτευξης υψηλότερου βαθμού ασφάλειας, ή προμήθειας άλλων προϊόντων, χαμηλότερης επικινδυνότητας, δεν συνιστά επαρκή λόγο για το χαρακτηρισμό ενός προϊόντος ως μη ασφαλούς ή επικίνδυνου.

Δ. Υπόχρεος σε αποζημίωση καταναλωτή

Σε αποζημίωση του καταναλωτή «ανασφαλούς» προϊόντος ευθύνεται, κατά το άρθρο 6 παρ. 2  του ν. 2251/1994, ο παραγωγός του προϊόντος. Ως παραγωγός θεωρείται ο κατασκευαστής τελικού προϊόντος, πρώτης ύλης ή συστατικού, καθώς και κάθε πρόσωπο που εμφανίζεται ως παραγωγός του προϊόντος, επιθέτοντας σε αυτό την επωνυμία, το σήμα ή άλλο διακριτικό του γνώρισμα. Παραγωγός, κατά πλάσμα δικαίου, θεωρείται και ο εισαγωγέας του προϊόντος σύμφωνα με την παρ. 3 του ίδιου άρθρου, σύμφωνα δε με την παρ. 4 του ίδιου άρθρου αν η ταυτότητα του παραγωγού είναι άγνωστη, κάθε προμηθευτής του προϊόντος θεωρείται παραγωγός, εκτός αν μέσα σε εύλογο χρόνο ενημερώσει τον καταναλωτή για την ταυτότητα του παραγωγού, ή εκείνου που του προμήθευσε το προϊόν.

Ε. Το είδος της ευθύνης σε αποζημίωση

Στο πλαίσιο της ρυθμίσεως του άρθρου 6 ν. 2251/1994, ο παραγωγός (και τα πρόσωπα που εξομοιώνονται με αυτούς), για το πωληθέν ανασφαλές προϊόν  ευθύνεται

α) για ζημία λόγω θανάτου, ή σωματικής βλάβης.

β) για βλάβη, ή καταστροφή, εξ αιτίας του ελαττωματικού προϊόντος, κάθε περιουσιακού στοιχείου του καταναλωτή (εκτός από το ίδιο το ελαττωματικό προϊόν) εφ όσον η ζημία από τη βλάβη ή την καταστροφή τους υπερβαίνει το ποσό των (500) ευρώ και υπό την προϋπόθεση ότι κατά τη φύση τους προορίζονταν και πραγματικά χρησιμοποιήθηκαν από το ζημιωθέντα για προσωπική του χρήση, ή κατανάλωση.

γ) για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης, οφειλόμενης στο ελάττωμα του προϊόντος.

ΣΤ. Μείωση ευθύνης  σε αποζημίωση

Κατά την παρ. 11 του άρθρου 6 του ίδιου νόμου, η ευθύνη του παραγωγού (και των προσώπων που εξομοιώνονται με αυτούς), δεν μειώνεται αν η ζημία οφείλεται σωρευτικά, τόσο σε ελάττωμα του προϊόντος, όσο και σε πράξη ή παράλειψη τρίτου, προδήλως εκείνων που παρεμβαίνουν στη διαδικασία διάθεσης.

Μπορεί όμως, εν όψει όλων των ειδικών συνθηκών, να μειωθεί ή και να αρθεί, όταν συντρέχει πταίσμα του ζημιωθέντος, ή προσώπου για το οποίο ευθύνεται ο ζημιωθείς.

Ζ. Έλλειψη ευθύνης σε αποζημίωση

Σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ. 8 του νόμου, ο παραγωγός δεν ευθύνεται αν αποδείξει ότι

α) δεν έθεσε το προϊόν σε κυκλοφορία,

β) το ελάττωμα δεν υπήρχε όταν το προϊόν τέθηκε σε κυκλοφορία,

γ) δεν κατασκεύασε το προϊόν αποβλέποντας στη διανομή του και δεν το διένειμε στα πλαίσια της επαγγελματικής του δραστηριότητας,

δ) το ελάττωμα οφείλεται στο γεγονός ότι το προϊόν κατασκευάστηκε σύμφωνα με κανόνες αναγκαστικού δικαίου.

ε) όταν το προϊόν τέθηκε σε κυκλοφορία, το επίπεδο επιστημονικών και τεχνικών γνώσεων δεν επέτρεπε τη διαπίστωση του ελαττώματος.

Η. Βάρος απόδειξης

Επειδή το αίτιο της βλαπτικής ελαττωματικότητας του προϊόντος, ο καταναλωτής βρίσκεται σε αντικειμενική αδυναμία να το προσδιορίσει και να το αποδείξει, αφού αυτός είναι ξένος προς την διαδικασία παραγωγής και διάθεσης του προϊόντος και συνεπώς δεν μπορεί να γνωρίζει τις πράξεις ή παραλείψεις, καθώς και ποιου προσώπου, από εκείνα που αναμείχθηκαν στη διαδικασία διάθεσης, οδήγησαν στην κυκλοφορία του ελαττωματικού προϊόντος, γίνεται δεκτό, κατ ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 925 ΑΚ, ότι ο καταναλωτής απαλλάσσεται από το σχετικό βάρος και αντίθετα έχει το βάρος ο παραγωγός του προϊόντος να επικαλεσθεί και να αποδείξει ότι κατά το χρόνο που το προϊόν ήταν στη σφαίρα επιρροής του, δεν υπήρξε πλημμέλεια στην παραγωγή, ή ανάλογα στη συντήρηση και διάθεση του προϊόντος, ή ότι η τυχόν πλημμέλεια δεν οφείλεται σε υπαιτιότητά του, ή σε υπαιτιότητα προσώπων για τα οποία ευθύνεται. Έτσι με αντιστροφή του βάρους αποδείξεως, η αδικοπρακτική ευθύνη των προσώπων αυτών διαμορφώνεται, κατά τις κοινές διατάξεις σε νόθο αντικειμενική (ΑΠ 891/2013).

Θ. Παραγραφή αξιώσεων

Σύμφωνα με άρθρο 6 παρ. 13, οι αξιώσεις κατά του παραγωγού για ζημίες παραγράφονται μετά τριετία, αφ ότου ο ζημιωθείς πληροφορήθηκε, ή ώφειλε να πληροφορηθεί την ζημία, το ελάττωμα και την ταυτότητα του παραγωγού. Μετά δεκαετία από την κυκλοφορία του συγκεκριμένου προϊόντος επέρχεται απόσβεση των δικαιωμάτων του ζημιωθέντος κατά του παραγωγού.

Α. Ακατάλληλο μπορεί να είναι ένα προϊόν, όταν είναι ελαττωματικό και επομένως «ανασφαλές», ή όταν είναι ακατάλληλο για την χρήση που προορίζεται.

Αν το προϊόν είναι ακατάλληλο για την χρήση που προορίζεται, οι συνέπειες ρυθμίζονται από τις γενικές διατάξεις του Αστικού Κώδικα και όχι από τις διατάξεις του ν. 2251/1994 για την προστασία των καταναλωτών (ΑΠ 989/2004, ΜονΕφΠειρ 322/2016, ΑΠ 1305/2018).

Μόνο αν το προϊόν είναι «ανασφαλές» οι συνέπειες ρυθμίζονται από τον ν. 2251/1994 για την προστασία των καταναλωτών.

Β. Ορισμός του ακατάλληλου προϊόντος για την χρήση που προορίζεται

1. Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 534 ΑΚ το προϊόν είναι ακατάλληλο για την χρήση που προορίζεται, όταν δεν έχει τις συνομολογημένες ιδιότητες, ή έχει πραγματικά ελαττώματα.

α) Ως «πραγματικό ελάττωμα» νοείται κάθε ατέλεια του «προϊόντος» που αφορά την ιδιοσυστασία, ή την κατάστασή του, κατά τον κρίσιμο χρόνο ευθύνης του πωλητή, η οποία (ατέλεια) έχει αρνητική επίδραση στην αξία ή την χρησιμότητά του (ΑΠ 1381/13, 1734/13, 1736/13).

β) Ως «ιδιότητα» θεωρείται, όχι μόνο κάποιο συγκεκριμένο φυσικό γνώρισμα, ή πλεονέκτημα του προϊόντος, αλλά και οποιαδήποτε σχέση, η οποία από το είδος και τη διάρκειά της, επιδρά κατά την αντίληψη των συναλλαγών στην αξία, ή στη χρησιμότητα του προϊόντος (ΑΠ 1381/13, 1420/13).

γ) Η διάκριση μεταξύ συνομολογημένης ιδιότητας και πραγματικού ελαττώματος δεν έχει ιδιαίτερη σημασία, αφού και οι δύο περιπτώσεις συγκροτούν την έννοια της «έλλειψης ανταπόκρισης προς τη σύμβαση», η οποία ερμηνεύεται κατά τα άρθρα 173 και 200 ΑΚ, προκειμένου να αναζητηθεί η πραγματική βούληση των μερών.

2. Σύμφωνα με το άρθρο 535 ΑΚ το προϊόν δεν φέρει τις συνομολογημένες ιδιότητες και είναι με πραγματικά ελαττώματα, όταν

α) δεν ανταποκρίνεται στην περιγραφή που έχει γίνει από τον πωλητή, ή στο δείγμα, ή υπόδειγμα που ο πωλητής είχε παρουσιάσει στον αγοραστή.

β) δεν είναι κατάλληλο για το σκοπό της συγκεκριμένης σύμβασης.

γ) δεν είναι κατάλληλο για τη χρήση για την οποία προορίζονται συνήθως τα πράγματα της ίδιας κατηγορίας.

δ) δεν έχει την ποιότητα, ή απόδοση, που ο αγοραστής ευλόγως προσδοκά.

ε) είναι διαφορετικό από το συμφωνηθέν.

Γ. Δικαιώματα αγοραστή

Από τις διατάξεις των άρθρων 513, 522, 534, 535, 537,  540  και 543 ΑΚ, προκύπτει ότι στις περιπτώσεις αυτές ο αγοραστής δικαιούται κατ επιλογή του

α) Να απαιτήσει χωρίς επιβάρυνσή του την διόρθωση ή την αντικατάσταση του πράγματος με άλλο, απαλλαγμένο από ελαττώματα ή που φέρει τη συνομολογηθείσα ιδιότητα, εκτός εάν μια τέτοια ενέργεια είναι αδύνατη ή απαιτεί δυσανάλογες δαπάνες.

β) Να απαιτήσει τη μείωση του τιμήματος,

γ) Να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση, εκτός εάν πρόκειται για επουσιώδες πραγματικό ελάττωμα.

δ) Να απαιτήσει αποζημίωση για μη εκτέλεση της σχετικής σύμβασης

ε) Και σωρευτικά με τα δικαιώματα αυτά, να απαιτήσει αποζημίωση για τη ζημία που δεν καλύπτεται από την άσκηση των παραπάνω δικαιωμάτων (ΑΠ 983/2019).

Δ. Ευθύνη πωλητή

Όλα τα παραπάνω δικαιώματα, είναι ανεξάρτητα από οποιαδήποτε υπαιτιότητα του πωλητή. Αν, όμως, ο πωλητής αγνοεί ανυπαίτια την ύπαρξη του ελαττώματος, δεν θεμελιώνεται απαίτηση για διαφέρον κατ άρθρο 543 ΑΚ.

α) Η προβλεπόμενη αποζημίωση συνιστά περίπτωση θετικού διαφέροντος «για μη εκπλήρωση της σύμβασης» και αποσκοπεί, καλύπτοντας, τόσο τις θετικές ζημίες, όσο και το διαφυγόν κέρδος του αγοραστή, να έρθει οικονομικά ο αγοραστής στη θέση που θα βρισκόταν, αν το προϊόν ανταποκρινόταν στη σύμβαση, δεν είχε δηλαδή το πραγματικό ελάττωμα ή αν έφερε τη συνομολογημένη ιδιότητα (ΑΠ 553/2009, ΤριμΕφΛαρ 68/2020).

β) Ο αγοραστής, εάν επιλέξει να κρατήσει το προϊόν, μπορεί να ζητήσει αποζημίωση για κάθε ζημία (θετική ή διαφυγόν κέρδος) που συνάπτεται άμεσα με την ύπαρξη του ελαττώματος, ή την έλλειψη της ιδιότητας, δηλ. την διαφορά των δύο αξιών, τις δαπάνες που έγιναν για την προσπάθεια διόρθωσης του πράγματος, το διαφυγόν κέρδος από την αδυναμία μεταπώλησης, ή μίσθωσης, την ζημία από τυχόν στέρηση της χρήσης του και όλα τα έξοδα για άλλους λόγους (ΑΠ 1703/130).

γ) Αν επιλέξει να επιστρέψει το πράγμα, δικαιούται να ζητήσει αποζημίωση για ολική μη εκπλήρωση της σύμβασης, στην οποία περιλαμβάνεται ιδίως η επιστροφή του τυχόν ήδη καταβληθέντος τιμήματος ή μέρους του, τυχόν διαφυγόντα κέρδη που προσδοκούσε από την μεταπώληση, τις ζημίες από τη μη εκτέλεση της σύμβασης (θετικές, όπως το τίμημα, έξοδα συμβολαίου και το διαφυγόν κέρδος (ΤριμΕφΛαρ 68/2020).

δ) Ο αγοραστής μπορεί να αναζητήσει και «περαιτέρω ζημίες», δηλαδή τις ζημίες σε άλλα περιουσιακά αγαθά, εκτός του αντικειμένου της πώλησης, ή σε αγαθά που απορρέουν από την προσωπικότητα, εφ όσον συνδέονται αιτιωδώς με την ελαττωματικότητα, ή την έλλειψη συνομολογημένης ιδιότητας (ΕφΑθ 457/2008).

ε) Αν και η αθέτηση ενοχής δεν συνιστά αδικοπραξία, εφ όσον ο αγοραστής υπέστη ζημία, που θα την υφίστατο ανεξάρτητα από την συμβατική σχέση, ως παράνομη και αντίθετη προς το γενικό καθήκον, που επιβάλλει το άρθρο 914 ΑΚ, να μην προκαλεί κανένας σε άλλον υπαιτίως ζημία, μπορεί να αναζητηθεί αποζημίωση και κατά τις  γενικές διατάξεις περί αδικοπραξιών (ΟλΑΠ 969/1973, ΤριμΕφΛαρ 68/2020).

Τέτοια πρόσθετα στοιχεία που εγκαθιδρύουν την αυτοτέλεια της αδικοπρακτικής ευθύνης έναντι της συμβατικής είναι, όταν το ελαττωματικό πράγμα προκάλεσε ζημία σε άλλα πράγματα και προστατευόμενα έννομα αγαθά (υλικά ή ηθικά) του αγοραστή, ή όταν η ύπαρξη του ελαττώματος αυτού, κατά το χρόνο που ο κίνδυνος του πράγματος μεταβαίνει στον αγοραστή, αποδίδεται σε υπαίτια συμπεριφορά του πωλητή, με την οποία αυτός από πρόθεση επιδιώκει να παραγάγει, ενισχύει ή διατηρήσει πεπλανημένη αντίληψη, ή εντύπωση, στον αγοραστή σε σχέση με την ύπαρξη του ελαττώματος του πράγματος, ανεξάρτητα αν η συμπεριφορά αυτή συνίσταται σε παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθών, ή σε απόκρυψη, ή αποσιώπηση, ή ατελή ανακοίνωση των αληθών γεγονότων, των όποιων η αποκάλυψη στον αγοραστή, που τα αγνοεί, ήταν επιβαλλόμενη από την καλή πίστη, ή από την υφισταμένη μεταξύ πωλητή και αγοραστή (ΑΠ 983/2019, ΑΠ 1596/2014, ΑΠ 776/2004, ΑΠ 1600/2002).

Ε. Παραγραφή αξιώσεων

Από τις διατάξεις των άρθρων 554 και 555ΑΚ προκύπτει ότι οι αγωγές του αγοραστή για υπαναχώρηση, ή μείωση του τιμήματος, ή για αποζημίωση λόγω πραγματικού ελαττώματος, ή έλλειψης συνομολογημένης ιδιότητας παραγράφονται μετά την πάροδο δυο ετών. Η παραγραφή αυτή αρχίζει από την παράδοση του πράγματος στον αγοραστή. Όμως, κατά τη διάταξη του άρθρου 557 ΑΚ, ο πωλητής δεν μπορεί να επικαλεστεί την πιο πάνω παραγραφή, αν απέκρυψε, ή αποσιώπησε, με δόλο το ελάττωμα, ή την έλλειψη της συνομολογημένης ιδιότητας, οπότε η παραγραφή, σύμφωνα με την γενική διάταξη του άρθρου 149 ΑΚ, είναι εικοσαετής.

Σύμφωνα με το άρθρο 263 ΑΚ «Κάθε παραγραφή που διακόπηκε με την έγερση της αγωγής θεωρείται σαν να μη διακόπηκε, αν ο ενάγων παραιτηθεί από την αγωγή ή η αγωγή απορριφθεί τελεσίδικα για λόγους μη ουσιαστικούς. Αν ο δικαιούχος εγείρει και πάλι την αγωγή μέσα σε έξι μήνες, η παραγραφή θεωρείται ότι έχει διακοπεί με την προηγούμενη αγωγή».

Α. Απόρριψη της αγωγής για λόγους μη ουσιαστικούς κατά την έννοια της διάταξης υπάρχει σε κάθε περίπτωση κατά την οποία η παροχή δικαστικής προστασίας ματαιώθηκε για λόγο που δεν ανάγεται στην νομική ή ουσιαστική βασιμότητα της υπό διάγνωση απαίτησης.

Β. Τέτοιοι λόγοι μπορεί να είναι, η μη συνδρομή των διαδικαστικών προϋποθέσεων της δίκης, η έλλειψη της ικανότητας δικαστικής παράστασης, η αοριστία της αγωγής και γενικότερα οι λόγοι εκείνοι οι οποίοι, κατά βασική δικονομική αρχή, ερευνώνται πριν από την αξιολόγηση της ύπαρξης και του περιεχομένου της ουσιαστικής αξίωσης και των οποίων η θετική ή αρνητική συνδρομή παρεμποδίζει τη διάγνωσή της.

Γ. Ως επανέγερση της αγωγής νοείται η υποβολή νέου αιτήματος παροχής δικαστικής προστασίας από τον ίδιο ενάγοντα, ή σε περίπτωση που μεσολαβήσει νόμιμη καθολική ή ειδική διαδοχή, από το διάδοχό του κατά του ιδίου εναγομένου, ή των διαδόχων εκείνου, που βασίζεται στην ίδια με την προηγούμενη νομική και ιστορική αιτία.

Δ. Ταυτότητα ιστορικής αιτίας υπάρχει, όταν τα περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό της νομικής διάταξης που εφαρμόσθηκε στην προηγούμενη δίκη είναι τα ίδια με αυτά που συνθέτουν το πραγματικό της νομικής διάταξης που πρόκειται να εφαρμοσθεί στη νέα δίκη. Η ταυτότητα αυτή υπάρχει και όταν με τη νέα αγωγή επέρχονται οι αναγκαίες διαφοροποιήσεις με τις οποίες συμπληρώνονται οι ασάφειες ή οι ελλείψεις που προκάλεσαν το δικονομικό απαράδεκτο της προηγούμενης αγωγής, αρκεί να μην μεταβάλλεται η ταυτότητα της αξίωσης υπέρ της οποίας πρέπει να παρασχεθεί δικαστική προστασία (ΑΠ 768/2016, ΑΠ 252/2016, ΑΠ 215/2011, ΑΠ 190/2008).

Ε. Εάν ο δικαιούχος επανεγείρει την αγωγή εντός έξι μηνών από της τελεσιδικίας της απόφασης, που απέρριψε για λόγους μη ουσιαστικούς την προηγούμενη αγωγή, η αποσβεστική προθεσμία λογίζεται ότι έχει διακοπεί με την άσκηση της αρχικής αγωγής (ΑΠ 404/2008, ΑΠ 1673/2011,  ΑΠ 163/2018, ΑΠ 113/2019).

Σύμφωνα με το άρθρο 257 ΑΚ «Το χρονικό διάστημα της αναστολής, δεν υπολογίζεται στο χρόνο της παραγραφής. Όταν πάψει η αναστολή, η παραγραφή συνεχίζεται, σε καμία όμως περίπτωση δεν συμπληρώνεται πριν περάσουν έξι μήνες».

Α. Κατά την έννοια της διατάξεως το χρονικό διάστημα της αναστολής, δεν υπολογίζεται στο χρόνο της παραγραφής. Όταν λήξει ο διακωλυτικός της ασκήσεως της αξιώσεως λόγος, η προθεσμία συνεχίζεται, αλλά δεν λήγει πριν περάσουν έξι μήνες, ή όταν είναι μικρότερης διάρκειας, όταν παρέλθει η μικρότερη αυτή προθεσμία.

Β. Εάν, κατά την διάρκεια της τελευταίας προθεσμίας, ανακύψει νέος λόγος αναστολής, η παραγραφή συνεχίζεται και πάλι μετά την παύση της νέας αναστολής και συμπληρώνεται μόλις παρέλθει η τελευταία προθεσμία (ΑΠ 3/2010).

Σύμφωνα με το άρθρο 255 ΑΚ η παραγραφή (και αναλογικώς, κατά επιταγή του άρθρου 279 ΑΚ, η αποσβεστική προθεσμία) «αναστέλλεται για όσο χρόνο ο δικαιούχος εμποδίστηκε από δικαιοστάσιο ή από άλλο λόγο ανώτερης βίας να ασκήσει την αξίωσή του μέσα στο τελευταίο εξάμηνο του χρόνου της παραγραφής. Αναστέλλεται επίσης η παραγραφή για όσο χρονικό διάστημα μέσα στο τελευταίο εξάμηνο του χρόνου της ο υπόχρεος απέτρεψε με δόλο το δικαιούχο να ασκήσει την αξίωση».

1. Ανωτέρα βία

α) Σύμφωνα με την διάταξη η παραγραφή (και η αποσβεστική προθεσμία) αναστέλλεται, για όσο χρόνο ο δικαιούχος εμποδίστηκε από άλλο λόγο ανώτερης βίας να ασκήσει την αξίωσή του μέσα στο τελευταίο εξάμηνο του χρόνου της παραγραφής.

β) Ως ανώτερη βία νοείται κάθε απρόβλεπτο και εξαιρετικό γεγονός, είτε αντικειμενικό, είτε σχετικό με το πρόσωπο του διαδίκου, ή του πληρεξουσίου του δικηγόρου, το οποίο, στη συγκεκριμένη περίπτωση, δεν μπορεί να αποτραπεί ακόμη και με μέτρα εξαιρετικής επιμέλειας και σύνεσης. Η δικονομική αυτή ανώτερη βία διαφοροποιείται από την ομώνυμη έννοια του ουσιαστικού δικαίου, μόνο κατά τις συνέπειες, ως συνεπαγόμενη την δυνατότητα επαναφοράς των πραγμάτων στην πρότερα κατάσταση, με ανατροπή της κύρωσης από την παράβαση του δικονομικού βάρους, ενώ, κατά το ουσιαστικό δίκαιο, λειτουργεί ως λόγος απαλλαγής του οφειλέτη, εμφανιζόμενη ως στενότερη έννοια έναντι του τυχηρού, όπου τούτο δημιουργεί ευθύνη του οφειλέτη.

γ) Κατά το περιεχόμενο της, επομένως, η δικονομική ανώτερη βία είναι η κατάσταση της, παρά την καταβολή εξιδιασμένης προσοχής και επιμέλειας εκ μέρους του διαδίκου και του πληρεξουσίου του, αδυναμίας αυτού να ανταποκριθεί σε δικονομικό βάρος του, συνεπεία της οποίας η διαδικαστική πράξη πάσχει ακυρότητα ή απαράδεκτο (ΑΠ 456/2013, ΑΠ  429/2016).

2. Δόλια συμπεριφορά

Σύμφωνα με την διάταξη η παραγραφή (και η αποσβεστική προθεσμία)  αναστέλλεται για όσο χρονικό διάστημα μέσα στο τελευταίο εξάμηνο του χρόνου της ο υπόχρεος απέτρεψε με δόλο το δικαιούχο να ασκήσει την αξίωση.

α) Τέτοια δόλια συμπεριφορά υπάρχει, όταν οι προβαλλόμενες από τον υπόχρεο δικαιολογίες για την πρόσκαιρη μη ικανοποίηση του  δικαιώματος του δικαιούχου είναι προσχηματικές και κατατείνουν στην πραγματικότητα, να συνεχισθεί η απραξία του δικαιούχου στη δικαστική επιδίωξη του δικαιώματός του και την παρέλευση άπρακτης οριζόμενης προς τούτο παραγραφής, ή αποσβεστικής προθεσμίας.

β) Δεν συνιστούν δόλια αποτροπή του δικαιούχου, οι δηλώσεις του υποχρέου, που διατυπώνουν ευθεία άρνηση των θεμελιωτικών του δικαιώματος του δικαιούχου πραγματικών περιστατικών και με την έννοια αυτή δεν αποτελεί παραπλανητική συμπεριφορά, δυνάμενη με οποιονδήποτε τρόπο να οδηγήσει σε απραξία του δικαιούχου μέχρι συμπλήρωσης της παραγραφής, ή αποσβεστικής προθεσμίας, που προϋποθέτει παραδοχή του δικαιώματος και αποτροπή στην άσκηση αυτού με δόλιες ενέργειες (ΑΠ 159/2011).

Κατά την διάταξη του άρθρου 261 ΑΚ «1. Την παραγραφή διακόπτει η άσκηση της αγωγής. Η παραγραφή που διακόπηκε με τον τρόπο αυτόν αρχίζει και πάλι από την έκδοση τελεσίδικης απόφασης ή την κατ' άλλον τρόπο περάτωση της δίκης. 2. Στην περίπτωση που οι διάδικοι δεν επισπεύδουν την πρόοδο της δίκης και εφόσον δεν προβλέπεται άλλη προθεσμία για την ενέργεια διαδικαστικών πράξεων από αυτούς, η παραγραφή αρχίζει και πάλι έξι μήνες μετά την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου. Στις περιπτώσεις αυτές η παραγραφή διακόπτεται εκ νέου εφόσον κάποιος διάδικος επισπεύσει την πρόοδο της δίκης».

Α. Σύμφωνα με την διάταξη η παραγραφή που διακόπηκε με την άσκηση της αγωγής αρχίζει και πάλι από την έκδοση τελεσίδικης απόφασης.  

Ο όρος «τελεσίδικη απόφαση» εννοεί την επερχόμενη με οποιοδήποτε τρόπο τελεσιδικία όπως π.χ οριστική απόφαση που καθίσταται τελεσίδικη λόγω παρελεύσεως των προθεσμιών για την άσκηση τακτικών ενδίκων μέσων, παραιτήσεως από το δικαίωμα ασκήσεώς τους, αποδοχής της αποφάσεως, αποδοχή της αγωγής κλπ.

Β. Εκτός από την τελεσιδικία της αποφάσεως, προβλέπεται περαιτέρω ότι η παραγραφή αρχίζει και πάλι, όταν η δίκη περατωθεί με άλλο τρόπο, δηλαδή, με κατάργηση της δίκης με δικαστικό συμβιβασμό (ΚΠολΔ 293), με παραίτηση από το δικόγραφο, ή από το δικαίωμα της αγωγής (294 - 297 ΚΠολΔ, ΑΠ 361/2019).

 Γ. Στην περίπτωση, όμως, που οι διάδικοι δεν επισπεύδουν την πρόοδο της δίκης και εφ όσον δεν προβλέπεται άλλη προθεσμία για την ενέργεια διαδικαστικών πράξεων από αυτούς, η παραγραφή αρχίζει και πάλι έξι μήνες μετά την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων, ή του δικαστηρίου.

Δ. Η παραγραφή, επομένως, μπορεί να συμπληρωθεί με την παρέλευση του χρόνου παραγραφής που ισχύει για αυτήν, αν δεν μεσολαβήσει κάποια διαδικαστική πράξη, ή άλλος λόγος διακοπής της, προτού περατωθεί τελεσιδίκως η δίκη (ΑΠ 361/2019).

Ε. Κατά συνέπεια, αν, πριν την τελεσιδικία της απόφασης, ή της με άλλο τρόπο περάτωση της δίκης, απρακτούν οι διάδικοι, τότε η παραγραφή δεν διακόπτεται ούτε αναστέλλεται από την λήξη της επιδικίας, δηλαδή από την δημοσίευση της οριστικής αποφάσεως και μέχρις ότου αρχίσει νέα δίκη με την άσκηση ένδικου μέσου, αφού η διάταξη δεν θέτει ως προϋπόθεση για την εφαρμογή της διάταξης αυτής την ύπαρξη εκκρεμοδικίας. Μόνο αν η αξίωση βεβαιωθεί με τελεσίδικη απόφαση, ή με δημόσιο έγγραφο εκτελεστό, η παραγραφή, σύμφωνα με το άρθρο 268 ΑΚ, γίνεται εικοσαετής και αν ακόμη η αξίωση υπόκειται σε βραχύτερη παραγραφή (ΜονΠρΠειρ 73/2016).

1. Προϋποθέσεις   

Α. Σύμφωνα με το άρθρο 135 ΚΠολΔ, αν είναι άγνωστος ο τόπος κατοικίας, ή η ακριβής διεύθυνση διαμονής εκείνου προς τον οποίο πρέπει να γίνει η επίδοση, η επίδοση γίνεται στον εισαγγελέα του δικαστηρίου, στο οποίο εκκρεμεί, ή πρόκειται να εισαχθεί η δίκη, ή σε  αυτό που εξέδωσε την επιδιδόμενη απόφαση. Για δίκες στο ειρηνοδικείο η επίδοση γίνεται στον εισαγγελέα του πρωτοδικείου, στην περιφέρεια του οποίου υπάγεται το ειρηνοδικείο.

Β. Συγχρόνως δημοσιεύεται, α) περίληψη του δικογράφου που κοινοποιήθηκε στον εισαγγελέα σε δύο ημερήσιες εφημερίδες, από τις οποίες η μία πρέπει να εκδίδεται στην Αθήνα και η άλλη στην έδρα του δικαστηρίου, διαφορετικά και η άλλη πρέπει να εκδίδεται στην Αθήνα, ύστερα από υπόδειξη του εισαγγελέα στον οποίο γίνεται η επίδοση και β) πρόσκληση σε δύο ημερήσιες εφημερίδες, σύμφωνα με τα παραπάνω, προς καθένα, που γνωρίζει τον τόπο και την διεύθυνση διαμονής του, να ανακοινώσει ενυπογράφως τα στοιχεία αυτά στη γραμματεία του πρωτοδικείου Αθηνών, ή του πρωτοδικείου της τελευταίας κατοικίας, ή διαμονής του.

Γ. Αν, ύστερα από οκτώ ημέρες μετά την τελευταία δημοσίευση, δεν φτάσει ανακοίνωση σε καμιά από τις γραμματείες αυτές, τεκμαίρεται ότι ο τόπος, ή η συγκεκριμένη διεύθυνση διαμονής του παραλήπτη της επίδοσης είναι άγνωστη. Ανταπόδειξη αποκλείεται.

2. Δικονομικές ακυρότητες

Α. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 117, 139, 438 και 440 ΚΠολΔ συνάγεται ότι, η έκθεση επίδοσης που έχει συνταχθεί, από τον αρμόδιο καθ' ύλη και κατά τόπο δικαστικό επιμελή, συνιστά δημόσιο έγγραφο, το οποίο παρέχει πλήρη απόδειξη, ως προς όσα βεβαιώνονται σε αυτό ότι έγιναν από τον δικαστικό επιμελητή, ή ενώπιον του, μέχρις όμως ότου αποδειχθεί το αντίθετο.

Β. Ανταπόδειξη χωρεί, μόνο εφόσον προσβληθεί το έγγραφο αυτό ως πλαστό (ΑΠ 350/2013, ΑΠ 1916/2005, ΤρΕφΠειρ 373/2020). Η διεξαγωγή της ανταπόδειξης γίνεται στην περίπτωση αυτή, κατά τη διαδικασία που εκδικάζεται η συγκεκριμένη εκάστοτε υπόθεση (ΑΠ  1553/2008, ΑΠ 236/2006).

Γ. Για τα περιστατικά, όμως, που περιέχονται στην έκθεση, αλλά δεν υποπίπτουν από την φύση τους στην άμεση αντίληψη του δικ. επιμελητή και των οποίων την αλήθεια όφειλε να εξετάσει, επιτρέπεται ανταπόδειξη, με κάθε νόμιμο αποδεικτικό μέσο και με μάρτυρες, το βάρος της οποίας φέρει, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 338 ΚΠολΔ, εκείνος που αμφισβητεί την αλήθειά τους και ζητά την ακύρωση  της επίδοσης (ΑΠ 374/2015, ΑΠ 322/2015, ΑΠ 375/2015, ΑΠ 440/2020).

Δ. Την ακυρότητα της επίδοσης, σύμφωνα με τα άρθρα 159 αρ. 3 και 160 αρ. 1 και 3 ΚΠολΔ, προτείνει αυτός που υπέστη βλάβη, η οποία δεν μπορεί να αποκατασταθεί διαφορετικά παρά μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας. Η πρόταση της ακυρότητας είναι απαράδεκτη, αν δεν γίνει κατά την πρώτη διαδικαστική πράξη, ύστερα από εκείνη που προσβάλλεται ως άκυρη (ΑΠ  1323/2014).

Α. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 117, 139, 438 και 440 ΚΠολΔ συνάγεται ότι, η έκθεση επίδοσης δικογράφου, που έχει συνταχθεί από τον αρμόδιο δικαστικό επιμελή, συνιστά δημόσιο έγγραφο, το οποίο παρέχει πλήρη απόδειξη, ως προς όσα βεβαιώνονται σε αυτό ότι έγιναν από τον δικαστικό επιμελητή, ή ενώπιον του, μέχρις όμως ότου αποδειχθεί το αντίθετο.

Β. Ανταπόδειξη χωρεί, μόνο εφ όσον προσβληθεί το έγγραφο αυτό ως πλαστό (ΑΠ 350/2013, ΑΠ 1916/2005, ΤρΕφΠειρ 373/2020). Η διεξαγωγή της ανταπόδειξης γίνεται στην περίπτωση αυτή, κατά την διαδικασία που εκδικάζεται η συγκεκριμένη εκάστοτε υπόθεση (ΑΠ  1553/2008, ΑΠ 236/2006).

Γ. Για τα περιστατικά, όμως, που περιέχονται στην έκθεση, αλλά δεν υποπίπτουν από την φύση τους στην άμεση αντίληψη του δικ. επιμελητή και των οποίων την αλήθεια όφειλε να εξετάσει, επιτρέπεται ανταπόδειξη, με κάθε νόμιμο αποδεικτικό μέσο και με μάρτυρες, το βάρος της οποίας φέρει, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 338 ΚΠολΔ, εκείνος που αμφισβητεί την αλήθειά τους και ζητά την ακύρωση  της επίδοσης (ΑΠ 374/2015, ΑΠ 322/2015, ΑΠ 375/2015, ΑΠ 440/2020).

Δ. Την ακυρότητα της επίδοσης, σύμφωνα με τα άρθρα 159 αρ. 3 και 160 αρ. 1 και 3 ΚΠολΔ, προτείνει αυτός που υπέστη βλάβη, η οποία δεν μπορεί να αποκατασταθεί διαφορετικά παρά μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας. Η πρόταση της ακυρότητας είναι απαράδεκτη, αν δεν γίνει κατά την πρώτη διαδικαστική πράξη, ύστερα από εκείνη που προσβάλλεται ως άκυρη (ΑΠ  1323/2014).

Ε. Έχει κριθεί ότι

α) Αυτός που  ισχυρίζεται ότι το οίκημα, στο οποίο έγινε η επίδοση του εγγράφου, δεν αποτελούσε το γραφείο του, επειδή δεν είναι από τα γεγονότα για τα οποία έχει άμεση αντίληψη ο δικαστικός επιμελητής, βαρύνεται με την απόδειξη του γεγονότος αυτού, χωρίς να είναι ανάγκη να προσβάλλει την έκθεση επίδοσης ως πλαστή (ΑΠ 1019/2009).

β) Η επίδοση εγγράφου σε ανήλικο, είναι άκυρη, όταν κριθεί από το δικαστήριο ότι προκάλεσε στον διάδικο που την προτείνει βλάβη, η οποία δεν μπορεί να αποκατασταθεί διαφορετικά, παρά μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας (ΑΠ  1323/2014).

γ) Η επίδοση εγγράφου σε πρόσωπο που κατά το χρόνο της επίδοσης δεν έχει συνείδηση των πράξεων του και βρίσκεται σε ψυχική ή διανοητική διαταραχή που περιορίζει  αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής του (ΑΚ 127-137), είναι άκυρη (ΑΠ 374/2015).

Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 128 παρ. 4 ΚΠολΔ, αν το πρόσωπο στο οποίο απευθύνεται το προς επίδοση έγγραφο δεν βρίσκεται στην κατοικία του (ή τυχόν ενήλικος σύνοικός του), ή δεν βρίσκεται στο κατάστημα, γραφείο ή εργαστήριο (ή τυχόν διευθυντής του καταστήματος, του γραφείου ή του εργαστηρίου, ή συνέταιρος, συνεργάτης, υπάλληλος, ή υπηρέτης) ο αρμόδιος δικαστικός επιμελητής προβαίνει σε θυροκόλληση του εγγράφου.

1. Προϋποθέσεις νόμιμης θυροκόλλησης

Α. Το έγγραφο πρέπει να κολληθεί στην πόρτα της κατοικίας σε ενσφράγιστο φάκελο, επί του οποίου θα υπάρχουν μόνο τα στοιχεία του δικαστικού επιμελητή και του προς όν η επίδοση, μπροστά σε ένα μάρτυρα. Σε περιπτώσεις πολυκατοικιών, οι οποίες είναι κλειστές και δεν είναι δυνατόν να κολληθεί το έγγραφο στην πόρτα της κατοικίας, η επικόλληση μπορεί να γίνεται κατά τα ανωτέρω και στην κεντρική είσοδο της πολυκατοικίας,

Β. Το αργότερο την επομένη εργάσιμη ημέρα μετά την θυροκόλληση, αντίγραφο του εγγράφου, πρέπει να παραδοθεί στα χέρια του προϊσταμένου του αστυνομικού τμήματος, ή σταθμού της περιφέρειας της κατοικίας, και αν λείπει ο προϊστάμενος στον αξιωματικό ή υπαξιωματικό υπηρεσίας, ή στο σκοπό του αστυνομικού καταστήματος, επί αποδείξει. Η απόδειξη πρέπει να αναφέρει την ημερομηνία που έγινε η παράδοση, και το ονοματεπώνυμο, καθώς και την ιδιότητα εκείνου που παρέλαβε το αντίγραφο, ο οποίος υπογράφει την απόδειξη και την σφραγίζει με την υπηρεσιακή σφραγίδα. Το αντίγραφο που παραδόθηκε φυλάγεται σε ιδιαίτερο φάκελο στο υπηρεσιακό γραφείο, όπου υπηρετεί εκείνος που το παρέλαβε.

Γ. Το αργότερο την επόμενη εργάσιμη ημέρα από την παραπάνω παράδοση, εκείνος που ενήργησε την επίδοση του εγγράφου πρέπει να ταχυδρομήσει σε εκείνον προς τον οποίο απευθύνεται η επίδοση έγγραφη ειδοποίηση στην οποία πρέπει να αναφέρεται το είδος του εγγράφου που επιδόθηκε, η διεύθυνση της κατοικίας, όπου έγινε η θυροκόλλησή του, η ημερομηνία της θυροκόλλησης, η αρχή στην οποία παραδόθηκε το αντίγραφο, καθώς και η ημερομηνία της παράδοσης. Η ειδοποίηση ταχυδρομείται με έξοδα εκείνου που ζητεί να γίνει η επίδοση.

Δ. Το γεγονός ότι ταχυδρομήθηκε η ειδοποίηση βεβαιώνεται με απόδειξη, την οποία συντάσσει και υπογράφει ατελώς, κάτω από την επιδοτήρια έκθεση, εκείνος που ενεργεί την επίδοση. Η βεβαίωση πρέπει να αναφέρει το ταχυδρομικό γραφείο, με το οποίο έστειλε την ειδοποίηση, και τον υπάλληλο που την παρέλαβε, ο οποίος προσυπογράφει τη βεβαίωση.

Ε. Ύστερα από προφορική αίτηση του παραλήπτη, η αρχή στην οποία είχε παραδοθεί το αντίγραφο, του το παραδίδει, με έγγραφη απόδειξη που συντάσσεται ατελώς.

2. Δικονομικές ακυρότητες

Α. Αν δεν τηρηθούν οι παραπάνω διατυπώσεις η επίδοση δεν ολοκληρώνεται και είναι ανυπόστατη.

Β. Είναι άκυρη η επίδοση, αν στο αποδεικτικό επιδόσεως δεν αναφέρεται η ιδιότητα του αστυνομικού που παρέλαβε το εγχειρισθέν από το δικαστικό επιμελητή έγγραφο (ΑΠ 22/1994).  

Γ. Αν το αντίγραφο του θυροκολληθέντος εγγράφου παραδοθεί σε αστυφύλακα του αστυνομικού τμήματος της περιφέρειας της κατοικίας εκείνου προς τον οποίο γίνεται η επίδοση, χωρίς να βεβαιώνεται στην απόδειξη ότι αυτός εκτελούσε χρέη προϊσταμένου, ή λόγω απουσίας του προϊσταμένου εκτελούσε χρέη αξιωματικού υπηρεσίας κλπ, η επίδοση είναι άκυρη ( ΑΠ 372/2016, ΑΠ 660/2015).

Δ. Αν το αντίγραφο του θυροκολληθέντος εγγράφου γίνει στον προϊστάμενο και εν απουσία του στον αξιωματικό υπηρεσίας άλλου αστυνομικού τμήματος από αυτό της περιφέρειας της κατοικίας, ή του τόπου εργασίας, του προς ον η επίδοση, η επίδοση είναι άκυρη, έστω κι αν πρόκειται για γειτονικό αστυνομικό τμήμα (ΤρΕφΠειρ 373/2020).

Ε. Τα περιστατικά, που περιέχονται στην έκθεση επίδοσης, αλλά δεν υποπίπτουν από την φύση τους στην άμεση αντίληψη του δικαστικού επιμελητή και των οποίων την αλήθεια όφειλε να εξετάσει αυτός, η έκθεση επίδοσης αποτελεί κατά το άρθρο 440 ΚΠολΔ πλήρη απόδειξη. Επιτρέπεται, όμως, ανταπόδειξη, με κάθε νόμιμο αποδεικτικό μέσο και με μάρτυρες, το βάρος της οποίας φέρει, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 338 ΚΠολΔ, εκείνος, που αμφισβητεί την αλήθειά τους (ΑΠ 350/2013, ΑΠ 1916/2005, ΤρΕφΠειρ 373/2020).

ΣΤ. Την ακυρότητα της επίδοσης, σύμφωνα με τα άρθρα 159 αρ. 3 και 160 αρ. 1 και 3 ΚΠολΔ, προτείνει αυτός που υπέστη βλάβη, η οποία δεν μπορεί να αποκατασταθεί διαφορετικά παρά μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας. Η πρόταση της ακυρότητας είναι απαράδεκτη, αν δεν γίνει κατά την πρώτη διαδικαστική πράξη, ύστερα από εκείνη που προσβάλλεται ως άκυρη (ΑΠ  1323/2014).

1. Σύμφωνα με τo άρθρο 130 παρ. 1 ΚΠολΔ, αν το πρόσωπο στο οποίο απευθύνεται το προς επίδοση έγγραφο βρίσκεται στην κατοικία του (ή βρίσκεται τυχόν ενήλικος σύνοικός του), ή βρίσκεται στο κατάστημα, γραφείο ή εργαστήριο (ή βρίσκεται τυχόν διευθυντής του καταστήματος, του γραφείου ή του εργαστηρίου, ή συνέταιρος, συνεργάτης, υπάλληλος, ή υπηρέτης), και αρνείται αυτός (ή τα πρόσωπα που συνοικούν, ή ο διευθυντής του καταστήματος, γραφείου, εργαστηρίου, ή ο συνέταιρος, συνεργάτης, υπάλληλος, ή υπηρέτης), να παραλάβουν το έγγραφο, ή να υπογράψουν την έκθεση της επίδοσης, ή αν δεν μπορούν να την υπογράψουν, ο αρμόδιος δικαστικός επιμελητής επικολλά το έγγραφο στην πόρτα της κατοικίας, του γραφείου, του καταστήματος, ή του εργαστηρίου, μπροστά σε ένα μάρτυρα.

2. Δικονομικές ακυρότητες

Α. Τα περιστατικά, που περιέχονται στην έκθεση επίδοσης, αλλά δεν υποπίπτουν από την φύση τους στην άμεση αντίληψη του δικαστικού επιμελητή και των οποίων την αλήθεια όφειλε να εξετάσει αυτός, η έκθεση επίδοσης αποτελεί κατά το άρθρο 440 ΚΠολΔ πλήρη απόδειξη. Επιτρέπεται, όμως, ανταπόδειξη, με κάθε νόμιμο αποδεικτικό μέσο και με μάρτυρες, το βάρος της οποίας φέρει, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 338 ΚΠολΔ, εκείνος, που αμφισβητεί την αλήθειά τους (ΑΠ 350/2013, ΑΠ 1916/2005, ΤρΕφΠειρ 373/2020).

Β. Για την εγκυρότητα της παραπάνω επιδόσεως πρέπει να βεβαιώνεται στην έκθεση επιδόσεως, ότι ο ευρεθείς στον χώρο αρνήθηκε να παραλάβει το έγγραφο, ή να υπογράψει την έκθεση επιδόσεως, ή να μη μπορεί να πράξει τούτο (ΑΠ 617/2012, ΜονΕφΑθ 2367/2016).

Γ. Την ακυρότητα της επίδοσης, σύμφωνα με τα άρθρα 159 αρ. 3 και 160 αρ. 1 και 3 ΚΠολΔ, προτείνει αυτός που υπέστη βλάβη, η οποία δεν μπορεί να αποκατασταθεί διαφορετικά παρά μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας. Η πρόταση της ακυρότητας είναι απαράδεκτη, αν δεν γίνει κατά την πρώτη διαδικαστική πράξη, ύστερα από εκείνη που προσβάλλεται ως άκυρη (ΑΠ  1323/2014).

Σύμφωνα με τα άρθρα 122 επ. ΚΠολΔ η επίδοση κάθε εγγράφου γίνεται με δικαστικό επιμελητή διορισμένο στο δικαστήριο, στην περιφέρεια του οποίου έχει την κατοικία του, όταν γίνεται η επίδοση, εκείνος προς τον οποίο αυτή απευθύνεται. Ως επίδοση του εγγράφου νοείται η παράδοση του εγγράφου στα χέρια του προσώπου προς το οποίο γίνεται.

1. Η επίδοση του εγγράφου γίνεται

Α. Προσωπικά σε εκείνον στον οποίο απευθύνεται το έγγραφο, α) στην κατοικία του, ή β) στο κατάστημα, γραφείο, ή εργαστήριο που διατηρεί μόνος του ή με άλλον, ή εργάζεται εκεί ως υπάλληλος, εργάτης ή υπηρέτης. Η επίδοση σε άλλο μέρος απαγορεύεται, χωρίς την συναίνεσή του. Αν το πρόσωπο αυτό στερείται κατοικίας, καταστήματος, γραφείου, ή εργαστηρίου, η επίδοση επιτρέπεται να γίνει οπουδήποτε βρεθεί.

Β. Αν το πρόσωπο στον οποίο απευθύνεται το έγγραφο δεν βρίσκεται στην κατοικία του, το έγγραφο παραδίδεται σε έναν από τους ενήλικους συνοίκους του, που έχουν συνείδηση των πράξεων τους και δεν συμμετέχουν στη δίκη ως αντίδικοί του. Σύνοικοι θεωρούνται εκείνοι που διαμένουν στο ίδιο διαμέρισμα, οι θυρωροί πολυκατοικιών και τα μέλη της οικογένειάς τους που συνοικούν μαζί τους, οι διευθυντές ξενοδοχείων και οικοτροφείων, καθώς και το υπηρετικό και υπαλληλικό προσωπικό τους, όχι όμως οι ένοικοι άλλου διαμερίσματος, ή δωματίου της ίδιας κατοικίας.

Γ. Αν το πρόσωπο στον οποίο απευθύνεται το έγγραφο δεν βρίσκεται στο κατάστημα, γραφείο, ή εργαστήριο, το έγγραφο παραδίδεται στα χέρια του διευθυντή του καταστήματος, του γραφείου, του εργαστηρίου, ή σε έναν από τους συνεταίρους, συνεργάτες, υπαλλήλους, ή υπηρέτες, εφ όσον έχουν συνείδηση των πράξεων τους και δεν συμμετέχουν στη δίκη ως αντίδικοί του.

Δ. Αν το πρόσωπο στον οποίο απευθύνεται το έγγραφο, ή τα πρόσωπα που αναφέρονται παραπάνω, αρνηθούν να παραλάβουν το έγγραφο, ή να υπογράψουν την έκθεση της επίδοσης, ή αν δεν μπορούν να την υπογράψουν, ο δικ. επιμελητής επικολλά το έγγραφο στην πόρτα της κατοικίας, του γραφείου, του καταστήματος, ή του εργαστηρίου, μπροστά σε ένα μάρτυρα.

Ε. Αν κανένα από τα παραπάνω πρόσωπα δεν βρίσκεται στην κατοικία, ή στο κατάστημα, γραφείο ή εργαστήριο, ο δικ. επιμελητής προβαίνει σε θυροκόλληση του εγγράφου, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 128 παρ. 4 ΚΠολΔ.

ΣΤ. Αν το πρόσωπο στον οποίο απευθύνεται το έγγραφο είναι αγνώστου διαμονής η επίδοση γίνεται στον εισαγγελέα του δικαστηρίου, στο οποίο εκκρεμεί, ή πρόκειται να εισαχθεί η δίκη, ή σε  αυτό που εξέδωσε την επιδιδόμενη απόφαση, με δημοσίευση περίληψης του δικογράφου που κοινοποιήθηκε στον εισαγγελέα σε δύο ημερήσιες εφημερίδες και πρόσκληση σε δύο ημερήσιες εφημερίδες προς καθένα, που γνωρίζει τον τόπο και την διεύθυνση διαμονής του, να ανακοινώσει ενυπογράφως τα στοιχεία αυτά στη γραμματεία του πρωτοδικείου Αθηνών, ή του πρωτοδικείου της τελευταίας κατοικίας ή διαμονής του, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 135 ΚΠολΔ.

Ζ. Επίδοση εγγράφου είναι δυνατόν να γίνει και με ηλεκτρονικά μέσα από πιστοποιημένο για τον σκοπό αυτόν δικαστικό επιμελητή, διορισμένο στο δικαστήριο, στην περιφέρεια του οποίου έχει την κατοικία ή τη διαμονή του ή την έδρα του, κατά τον χρόνο διενέργειας της επίδοσης, το φυσικό ή νομικό πρόσωπο προς το οποίο αυτή απευθύνεται.

2. Δικονομικές ακυρότητες

Α. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 117, 139, 438 και 440 ΚΠολΔ συνάγεται ότι, η έκθεση επίδοσης που έχει συνταχθεί, από τον αρμόδιο καθ' ύλη και κατά τόπο δικαστικό επιμελή, συνιστά δημόσιο έγγραφο, το οποίο παρέχει πλήρη απόδειξη, ως προς όσα βεβαιώνονται σε αυτό ότι έγιναν από τον δικαστικό επιμελητή, ή ενώπιον του, μέχρις όμως ότου αποδειχθεί το αντίθετο.

Β. Ανταπόδειξη χωρεί, μόνο εφόσον προσβληθεί το έγγραφο αυτό ως πλαστό (ΑΠ 350/2013, ΑΠ 1916/2005, ΤρΕφΠειρ 373/2020). Η διεξαγωγή της ανταπόδειξης γίνεται στην περίπτωση αυτή, κατά τη διαδικασία που εκδικάζεται η συγκεκριμένη εκάστοτε υπόθεση (ΑΠ  1553/2008, ΑΠ 236/2006).

Γ. Για τα περιστατικά, όμως, που περιέχονται στην έκθεση, αλλά δεν υποπίπτουν από την φύση τους στην άμεση αντίληψη του δικ. επιμελητή και των οποίων την αλήθεια όφειλε να εξετάσει, επιτρέπεται ανταπόδειξη, με κάθε νόμιμο αποδεικτικό μέσο και με μάρτυρες, το βάρος της οποίας φέρει, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 338 ΚΠολΔ, εκείνος που αμφισβητεί την αλήθειά τους και ζητά την ακύρωση  της επίδοσης (ΑΠ 374/2015, ΑΠ 322/2015, ΑΠ 375/2015, ΑΠ 440/2020).

Δ. Την ακυρότητα της επίδοσης, σύμφωνα με τα άρθρα 159 αρ. 3 και 160 αρ. 1 και 3 ΚΠολΔ, προτείνει αυτός που υπέστη βλάβη, η οποία δεν μπορεί να αποκατασταθεί διαφορετικά παρά μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας. Η πρόταση της ακυρότητας είναι απαράδεκτη, αν δεν γίνει κατά την πρώτη διαδικαστική πράξη, ύστερα από εκείνη που προσβάλλεται ως άκυρη (ΑΠ  1323/2014).

Α. Σύμφωνα με το άρθρο 8 του ν. 2251/1994, για την προστασία των καταναλωτών, ο παρέχων υπηρεσίες ευθύνεται για κάθε περιουσιακή ζημία, ή ηθική βλάβη, που προκάλεσε παράνομα και υπαίτια, με πράξη ή παράλειψή του, κατά την παροχή αυτών στον καταναλωτή.

Ως παρέχων υπηρεσίες νοείται όποιος, στο πλαίσιο της άσκησης επαγγελματικής δραστηριότητας, παρέχει υπηρεσία, κατά τρόπο ανεξάρτητο, καταναλωτής δε κάθε πρόσωπο που δέχεται τις υπηρεσίες αυτές και ζημιώθηκε παράνομα και υπαίτια  με πράξη ή παράλειψή του.

 Β. Η ευθύνη του παρέχοντος υπηρεσίες, μπορεί να είναι, είτε ενδοσυμβατική, είτε αδικοπρακτική, ανεξάρτητα από προϋφιστάμενη ενοχική σχέση μεταξύ παρέχοντος τις υπηρεσίες και ζημιωθέντος.

Γ. Προϋποθέσεις για την θεμελίωση ευθύνης σε βάρος του παρέχοντος υπηρεσίες είναι 

α) Παροχή ανεξάρτητων υπηρεσιών στα πλαίσια άσκησης επαγγελματικής δραστηριότητας.

β) Το παράνομο. Η συμπεριφορά του παρέχοντος υπηρεσίες πρέπει να ανταποκρίνεται στην ευλόγως προσδοκώμενη ασφάλεια, δηλαδή στις συναλλακτικές υποχρεώσεις πρόνοιας και ασφάλειας που επιβάλλουν οι κανόνες της επιστήμης, ή τέχνης του.

γ) Υπαιτιότητα του παρέχοντος υπηρεσίες κατά την παροχή υπηρεσίας. Η υπαιτιότητα τεκμαίρεται και ο παρέχων έχει το βάρος απόδειξης της έλλειψής της. Για την έλλειψη υπαιτιότητας λαμβάνονται υπόψη ιδίως, α) η φύση και το αντικείμενο της υπηρεσίας, ιδίως σε σχέση με το βαθμό επικινδυνότητάς της, β) η παρουσίαση και ο τρόπος παροχής της, γ) ο χρόνος παροχής της, δ) η αξία της παρεχόμενης υπηρεσίας, ε) η ελευθερία δράσης που καταλείπεται στον ζημιωθέντα στο πλαίσιο της υπηρεσίας, στ) αν ο ζημιωθείς ανήκει σε κατηγορία μειονεκτούντων ή ευπρόσβλητων προσώπων και ζ) αν η παρεχόμενη υπηρεσία αποτελεί εθελοντική προσφορά του παρέχοντος αυτήν.

δ) Ζημία με βάση το γενικό δίκαιο της αποζημίωσης και

ε) Αιτιώδης συνάφεια μεταξύ παροχής της υπηρεσίας και ζημίας.

Δ. Σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 8 του νόμου, μόνη η ύπαρξη ή δυνατότητα τελειότερης υπηρεσίας κατά τον χρόνο παροχής της υπηρεσίας ή μεταγενέστερα δεν συνιστά υπαιτιότητα.

Ε. Εν όψει της καθιερούμενης νόθου αντικειμενικής ευθύνης, με την έννοια της αντιστροφής του βάρους αποδείξεως, τόσο ως προς την υπαιτιότητα, όσο και ως προς την παρανομία, ο ζημιωθείς φέρει το βάρος να αποδείξει την παροχή των υπηρεσιών, την ζημία του και τον αιτιώδη σύνδεσμο της ζημίας με την εν γένει παροχή των υπηρεσιών, όχι όμως και την συγκεκριμένη πράξη, ή παράλειψη, που επέφερε το ζημιογόνο αποτέλεσμα. Ο παρέχων τις υπηρεσίες, προκειμένου να απαλλαγεί από την ευθύνη, πρέπει να αποδείξει, είτε την ανυπαρξία παράνομης και υπαίτιας πράξεώς του, είτε την έλλειψη αιτιώδους συνδέσμου της ζημίας με την παράνομη και υπαίτια πράξη του, είτε την συνδρομή κάποιου λόγου επαγόμενου την άρση, ή τη μείωση, της ευθύνης του (ΑΠ 589/2001, ΑΠ 1227/2007, ΑΠ 535/2012, ΑΠ 2257/2014). 

Α. Σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 4α του ν. 2251/1994, ως ισχύει, καταναλωτής είναι κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή ενώσεις προσώπων χωρίς νομική προσωπικότητα για τα οποία προορίζονται τα προϊόντα ή οι υπηρεσίες που προσφέρονται στην αγορά και τα οποία κάνουν χρήση των προϊόντων ή των υπηρεσιών αυτών, εφόσον αποτελούν τον τελικό αποδέκτη τους. Καταναλωτής είναι και: αα) κάθε αποδέκτης διαφημιστικού μηνύματος, ββ) κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που εγγυάται υπέρ καταναλωτή, εφόσον δεν ενεργεί στο πλαίσιο της επαγγελματικής ή επιχειρηματικής δραστηριότητάς του.

Β. Προκειμένου λοιπόν, να θεωρηθεί ως καταναλωτής ένα πρόσωπο, πρέπει να πληροί δύο προϋποθέσεις,

α) να πρόκειται για προϊόντα, ή υπηρεσίες που προσφέρονται στην αγορά,

 β) ο προμηθευόμενος να είναι ο τελικός αποδέκτης.

Δεν είναι καταναλωτής, το πρόσωπο που αποκτά τα προϊόντα με σκοπό να τα μεταβιβάσει αυτούσια, ή επεξεργασμένα, να παραχωρήσει την χρήση, ή να τα χρησιμοποιήσει για λογαριασμό, ή για την οικονομική εξυπηρέτηση, τρίτου. Δεν απαιτείται ο τελικός αποδέκτης να χρησιμοποιήσει το αγαθό για προσωπικές του ανάγκες,  δηλαδή μη επαγγελματικές ανάγκες (ΑΠ 1305/2018). Η έννοια του καταναλωτή, σύμφωνα με την ως άνω διάταξη, είναι ευρεία και καταλαμβάνει κάθε πρόσωπο που αποτελεί τον τελικό αποδέκτη ενός προϊόντος, ή μιας υπηρεσίας, ασχέτως αν η χρήση για την οποία προορίζεται είναι προσωπική ή επαγγελματική (ΑΠ 1343/2012, 1332/2012, 733/2011).

Γ. Κατά την διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 του ίδιου νόμου, παραγωγός θεωρείται

α)  ο κατασκευαστής τελικού προϊόντος, πρώτης ύλης ή συστατικού.

β) κάθε πρόσωπο που εμφανίζεται ως παραγωγός του προϊόντος, επιθέτοντας σε αυτό την επωνυμία, το σήμα, ή άλλο διακριτικό του γνώρισμα.

γ)  παραγωγός, κατά πλάσμα δικαίου, σύμφωνα με την παρ. 3 του ίδιου ως άνω άρθρου, θεωρείται και ο εισαγωγέας, ο οποίος εισάγει ένα προϊόν για πώληση, χρηματοδοτική ή απλή μίσθωση, ή άλλης μορφής διανομή, στα πλαίσια της επαγγελματικής εμπορικής του δραστηριότητας..

Δ. Κατά την παρ. 4 του ίδιου άρθρου, αν η ταυτότητα του παραγωγού είναι άγνωστη, κάθε προμηθευτής του προϊόντος θεωρείται παραγωγός, εκτός αν μέσα σε εύλογο χρόνο ενημερώσει τον καταναλωτή για την ταυτότητα του παραγωγού, ή εκείνου που του προμήθευσε το προϊόν. Το ίδιο ισχύει και για τον προμηθευτή προϊόντων εισαγωγής, όταν η ταυτότητα του εισαγωγέα είναι άγνωστη, έστω και αν η ταυτότητα του παραγωγού είναι γνωστή.

Ε. Σημειώνεται ότι κατά την διάταξη του άρθρου 1 παρ. 4β  του ν. 2251/1994,  προμηθευτής θεωρείται το φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο, κατά την άσκηση της επαγγελματικής ή επιχειρηματικής δραστηριότητάς του, προμηθεύει προϊόντα ή παρέχει υπηρεσίες στον καταναλωτή. Προμηθευτής νοείται και ο διαφημιζόμενος. Όποιος διακινεί προϊόντα μεταξύ των κρατών - μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης ευθύνεται μόνο ως προμηθευτής.

ΣΤ. Η ευθύνη του παραγωγού ελαττωματικών προϊόντων (και των προσώπων που εξομοιώνονται με αυτόν), ρυθμίζεται από την διάταξη του άρθρου 6 του ν. 2251/1994, που έχει ενσωματώσει την με αριθμό 85/374/25.7.1985 Οδηγία της ΕΟΚ για την προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών - μελών σε θέματα ευθύνης λόγω ελαττωματικών προϊόντων.

Ζ. Σύμφωνα με το άρθρο ως ελαττωματικό προϊόν θεωρείται εκείνο, που δεν παρέχει την εύλογα αναμενόμενη ασφάλεια, εν όψει όλων των ειδικών συνθηκών και ιδίως της εξωτερικής εμφάνισης του, της εύλογα αναμενόμενης χρησιμοποιήσεως του και του χρόνου, κατά τον οποίο τέθηκε σε κυκλοφορία. 

Συνεπώς ελαττωματικό είναι το επικίνδυνο προϊόν, και αντιδιαστέλλεται από το ασφαλές και με την έννοια αυτή η ελαττωματικότητα του προϊόντος συνδέεται κατά τρόπο άμεσο με την θεμελίωση της ειδικής αδικοπρακτικής ευθύνης του παραγωγού.

Έτσι, ενώ στην πώληση των γενικών διατάξεων του Αστικού Κώδικα, ο θεμελιωτικός λόγος της ευθύνης από την ύπαρξη του ελαττώματος βρίσκεται στη διατάραξη της ισοτιμίας ανάμεσα στην παροχή (πράγμα) και στην αντιπαροχή (τίμημα) στην ρύθμιση του ν. 2251/1994 εντοπίζεται στην ελλιπή ασφάλεια του προϊόντος.  Συνεπώς με τον ν. 2251/1994 ο καθορισμός της ελαττωματικότητας ενός προϊόντος γίνεται όχι σε συνάρτηση με την μη καταλληλότητά του προς χρήση, αλλά σε συνάρτηση με την έλλειψη ασφαλείας που δικαιούται να αναμένεται από αυτό.

Η. Επομένως, αν το πωληθέν πράγμα είναι ακατάλληλο για την χρήση που προορίζεται, οι συνέπειες εξ αυτής δεν εμπίπτουν στην ρύθμιση του ν. 2251/1994 (ΑΠ 989/2004,  ΜονΕφΠειρ 322/2016, ΑΠ 1305/2018), αλλά στις ρυθμίσεις των γενικών διατάξεων του Αστικού Κώδικα. Μόνο οι συνέπειες του «ανασφαλούς» προϊόντος ρυθμίζεται από τον ν. 2251/1994

Θ. Ο ν. 2251/1994 το «ανασφαλές» προϊόν το ορίζει αρνητικά. Κατά το άρθρο 7 παρ. 3 και 4, «Ασφαλές θεωρείται το προϊόν το οποίο, υπό συνήθεις ή ευλόγως προβλέψιμες συνθήκες χρήσης, συμπεριλαμβανομένης της διάρκειάς της και της θέσης αυτού σε λειτουργία, της εγκατάστασής του και των αναγκών συντήρησής του, ή δεν παρουσιάζει κανένα κίνδυνο ή παρουσιάζει κινδύνους ήσσονος σημασίας, που είναι συνυφασμένοι με τη χρήση του προϊόντος και οι οποίοι θεωρούνται αποδεκτοί στο πλαίσιο ενός υψηλού βαθμού προστασίας της υγείας και της ασφάλειας των προσώπων, λαμβανομένων υπόψιν, ιδίως, των ακόλουθων στοιχείων: α) των χαρακτηριστικών του προϊόντος και ιδίως της σύνθεσης, της συσκευασίας, των οδηγιών συναρμολόγησης, της εγκατάστασης και της συντήρησής του, β) των επιπτώσεων που έχει το προϊόν σε άλλα προϊόντα, εφόσον, ευλόγως, μπορεί να προβλεφθεί ότι το προϊόν αυτό θα χρησιμοποιηθεί μαζί με άλλα προϊόντα, γ) της παρουσίασης του προϊόντος, της επισήμανσής του, των προειδοποιήσεων κινδύνου και των οδηγιών χρήσης και διάθεσής του, καθώς και κάθε άλλης οδηγίας ή πληροφορίας σχετικής με το προϊόν, δ) των κατηγοριών καταναλωτών που εκτίθενται σε κίνδυνο λόγω της χρησιμοποίησης του προϊόντος, ιδίως των ανηλίκων και των ηλικιωμένων. Η δυνατότητα επίτευξης υψηλότερου βαθμού ασφάλειας ή προμήθειας άλλων προϊόντων, χαμηλότερης επικινδυνότητας, δεν συνιστά επαρκή λόγο για το χαρακτηρισμό ενός προϊόντος ως μη ασφαλούς ή επικίνδυνου.»

Ι. Στο πλαίσιο της ρυθμίσεως του άρθρου 6 ν. 2251/1994, ο παραγωγός (και τα πρόσωπα που εξομοιώνονται με αυτούς), για το πωληθέν ανασφαλές προϊόν  ευθύνεται

α) για ζημία λόγω θανάτου, ή σωματικής βλάβης.

β) για βλάβη, ή καταστροφή, εξ αιτίας του ελαττωματικού προϊόντος, κάθε περιουσιακού στοιχείου του καταναλωτή (εκτός από το ίδιο το ελαττωματικό προϊόν) εφ όσον η ζημία από τη βλάβη ή την καταστροφή τους υπερβαίνει το ποσό των (500) ευρώ και υπό την προϋπόθεση ότι κατά τη φύση τους προορίζονταν και πραγματικά χρησιμοποιήθηκαν από το ζημιωθέντα για προσωπική του χρήση, ή κατανάλωση.

γ) για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης, οφειλόμενης στο ελάττωμα του προϊόντος.

ΙΑ. Κατά την παρ. 11 του άρθρου 6 του ίδιου νόμου, η ευθύνη του παραγωγού (και των προσώπων που εξομοιώνονται με αυτούς), δεν μειώνεται αν η ζημία οφείλεται σωρευτικά, τόσο σε ελάττωμα του προϊόντος, όσο και σε πράξη ή παράλειψη τρίτου (προδήλως και εκείνων που παρεμβαίνουν στη διαδικασία διάθεσης). Μπορεί όμως, εν όψει όλων των ειδικών συνθηκών, να μειωθεί ή και να αρθεί, όταν συντρέχει πταίσμα του ζημιωθέντος ή προσώπου για το οποίο ευθύνεται ο ζημιωθείς.

ΙΒ. Σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ. 8 του νόμου, ο παραγωγός δεν ευθύνεται αν αποδείξει ότι

α) δεν έθεσε το προϊόν σε κυκλοφορία,

β) το ελάττωμα δεν υπήρχε όταν το προϊόν τέθηκε σε κυκλοφορία,

γ) δεν κατασκεύασε το προϊόν αποβλέποντας στη διανομή του και δεν το διένειμε στα πλαίσια της επαγγελματικής του δραστηριότητας,

δ) το ελάττωμα οφείλεται στο γεγονός ότι το προϊόν κατασκευάστηκε σύμφωνα με κανόνες αναγκαστικού δικαίου.

ε) όταν το προϊόν τέθηκε σε κυκλοφορία, το επίπεδο επιστημονικών και τεχνικών γνώσεων δεν επέτρεπε τη διαπίστωση του ελαττώματος.

ΙΓ. Σύμφωνα με άρθρο 6 παρ. 13, οι αξιώσεις κατά του παραγωγού για ζημίες παραγράφοντια μετά τριετία, αφ ότου ο ζημιωθείς πληροφορήθηκε, ή ώφειλε να πληροφορηθεί την ζημία, το ελάττωμα και την ταυτότητα του παραγωγού. Μετά δεκαετία από την κυκλοφορία του συγκεκριμένου προϊόντος επέρχεται απόσβεση των δικαιωμάτων του ζημιωθέντος κατά του παραγωγού.

ΙΔ. Για την θεμελίωση της αδικοπρακτικής ευθύνης του παραγωγού, εφαρμογή έχουν οι κοινές διατάξεις του Αστικού Κώδικα, σύμφωνα με τις οποίες απαιτείται παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του παραγωγού, με την οποία να συνδέεται η αντικειμενική βλαπτική ελαττωματικότητα του προϊόντος. Συνεπώς, το ελάττωμα και η ταυτότητα του προϊόντος, η ζημία από την συνηθισμένη χρήση του και ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ ελαττώματος και ζημίας, είναι στοιχεία που έχει το βάρος να επικαλεσθεί και να αποδείξει ο ενάγων καταναλωτής, για να θεμελιώσει και κατά τις κοινές διατάξεις αδικοπρακτική ευθύνη του παραγωγού.

ΙΕ. Επειδή το αίτιο της βλαπτικής ελαττωματικότητας του προϊόντος, ο καταναλωτής βρίσκεται σε αντικειμενική αδυναμία να το προσδιορίσει και να το αποδείξει, αφού αυτός είναι ξένος προς την διαδικασία παραγωγής και διάθεσης του προϊόντος και συνεπώς δεν μπορεί να γνωρίζει τις πράξεις ή παραλείψεις, καθώς και ποιου προσώπου, από εκείνα που αναμείχθηκαν στη διαδικασία διάθεσης, οδήγησαν στην κυκλοφορία του ελαττωματικού προϊόντος, γίνεται δεκτό, κατ ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 925 ΑΚ, ότι ο καταναλωτής απαλλάσσεται από το σχετικό βάρος και αντίθετα έχει το βάρος ο παραγωγός του προϊόντος να επικαλεσθεί και να αποδείξει ότι κατά το χρόνο που το προϊόν ήταν στη σφαίρα επιρροής του, δεν υπήρξε πλημμέλεια στην παραγωγή, ή ανάλογα στη συντήρηση και διάθεση του προϊόντος, ή ότι η τυχόν πλημμέλεια δεν οφείλεται σε υπαιτιότητά του, ή σε υπαιτιότητα προσώπων για τα οποία ευθύνεται. Έτσι με αντιστροφή του βάρους αποδείξεως, η αδικοπρακτική ευθύνη των προσώπων αυτών διαμορφώνεται, κατά τις κοινές διατάξεις σε νόθο αντικειμενική (ΑΠ 891/2013).

ΙΣΤ. Δεν ισχύουν τα ίδια, προκειμένου περί ελαττωμάτων σχετικών με την παροχή οδηγιών χρήσεως, ή ελαττωμάτων σχετικών με την επισήμανση των κινδύνων από την χρήση του προϊόντος, γιατί είναι ευχερές για τον ζημιωθέντα να εντοπίσει την παντελή έλλειψη ή παροχή εσφαλμένων ή ανεπαρκών οδηγιών χρήσεως του προϊόντος, εξαιτίας των οποίων προκλήθηκε το βλαπτικό αποτέλεσμα. Στις περιπτώσεις αυτές ο ζημιωθείς ενάγων οφείλει να επικαλεσθεί και να αποδείξει την μη τήρηση της υποχρεώσεως παροχής των κατάλληλων οδηγιών χρήσεως, από την οποία προκύπτει και η ελαττωματικότητα του προϊόντος (ΑΠ 1305/2018).

Α. Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 922 ΑΚ, για να θεμελιωθεί ευθύνη από πρόστηση του επιχειρηματία κλινικής, στην οποία ο ιατρός νοσήλευσε παθόντα πελάτη του, αρκεί και η παροχή από τον επιχειρηματία γενικών μόνο οδηγιών ως προς τον τόπο, το χρόνο και τους όρους εργασίας του ιατρού μέσα στην κλινική.

Β. Αρκεί δηλαδή μία χαλαρή, έστω, εξάρτηση του ιατρού από την κλινική και δεν απαιτείται η παροχή ειδικών οδηγιών προς αυτόν κάθε φορά για την άσκηση του έργου του, αφού ο ιατρός είναι υποχρεωμένος κατά την εκτέλεση των ιατρικών καθηκόντων του να ενεργεί όχι σύμφωνα με ενδεχόμενες οδηγίες του κλινικάρχη, αλλά σύμφωνα με τις θεμελιώδεις αρχές της ιατρικής επιστήμης.

Γ. Στο πλαίσιο αυτό, η ευθύνη του επιχειρηματία της κλινικής από τη σχέση της πρόστησης με το συνεργαζόμενο με την κλινική ιατρό δημιουργείται από την αμελή συμπεριφορά του ιατρού, τόσο κατά την παροχή του ιατρικού του έργου εντός της κλινικής, όσο και εκτός αυτής, εφ όσον πρόκειται για ιατρικές οδηγίες συναφείς και αμέσως συνεχόμενες με επέμβαση ή θεραπεία που προηγήθηκαν στο χώρο της κλινικής, δηλαδή η ευθύνη από την πρόστηση καλύπτει και το απόλυτα αναγκαίο στάδιο της αποθεραπείας (ΑΠ 687/2013).

Δ. Σε κάθε περίπτωση, παρά την ανεξαρτησία του συνεργαζόμενου ιατρού σχετικά με την άσκηση των κύριων ιατρικών του καθηκόντων, υπάρχει εξάρτηση κατά την πιο πάνω έννοια και, επομένως, ευθύνη του φυσικού ή νομικού προσώπου, που διατηρεί την ιατρική κλινική, ή το νοσηλευτικό ίδρυμα, κατά το άρθρο 922 ΑΚ, αφού και τότε η δραστηριότητα του ιατρού γενικά εμπίπτει στον επιχειρηματικό και επαγγελματικό κύκλο δράσης αυτού. Η άποψη αυτή είναι σύμφωνη με το δικαιολογητικό λόγο της ευθύνης του προστήσαντος, ο οποίος ευθύνεται για αλλότρια πράξη (του προστηθέντος), για το λόγο ότι ωφελείται από την δραστηριότητα εκείνου με την συνδρομή του οποίου επεκτείνει τον κύκλο της επιχειρηματικής του δραστηριότητας, την δυνατότητα κερδών και πρέπει βέβαια ευλόγως να αυξάνει και το πεδίο των κινδύνων που του αναλογούν, επίσης δε και με τη σύγχρονη αντίληψη των συναλλαγών, οι οποίες έχουν γίνει πολύπλοκες και για την επίτευξη ενός αποτελέσματος παρεμβάλλονται όχι σπάνια πολλά, διαφόρων μάλιστα ειδικοτήτων, επιστημονικών ή τεχνικών γνώσεων, πρόσωπα, υπό την επήρεια των οποίων (συναλλαγών) γίνεται ορθά δεκτό ότι οι οδηγίες του προστήσαντος δεν είναι ανάγκη να φθάνουν μέχρι παροχής λεπτομερειών ιδίως σε τεχνικής φύσεως θέματα, ή ακόμη ότι δεν είναι και απαραίτητο οι οδηγίες να αφορούν τον τόπο, χρόνο ή την τεχνική άσκηση της εργασίας του προστηθέντος, αλλά αρκεί μία χαλαρή έστω εξάρτηση του ιατρού από την κλινική για να προσδώσει σε αυτήν τον χαρακτηρισμό της προστήσασας, έστω και υπό τη μορφή της ελεύθερης συνεργασίας (ΑΠ 1362/2007, ΠολΠρΑθ 260/2014).

Α. Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 5 του ν. 2619/1998 σχετικά με την σύμβαση για τα ανθρώπινα δικαιώματα και την βιοϊατρική, επέμβαση σε θέματα υγείας μπορεί να υπάρξει, μόνον εφόσον το ενδιαφερόμενο πρόσωπο δώσει την ελεύθερη συναίνεσή του, κατόπιν σχετικής εκ των προτέρων ενημέρωσής του ως προς σκοπό και την φύση της επέμβασης, καθώς και ως προς τα επακόλουθα και τους κινδύνους που αυτή συνεπάγεται, μπορεί δε το ενδιαφερόμενο πρόσωπο να ανακαλέσει ελεύθερα και οποτεδήποτε τη συναίνεσή του. Επομένως, κατά την άσκηση οποιασδήποτε φύσης ιατρικής πράξης, υφίσταται υποχρέωσή του ιατρού να ενημερώνει τον ασθενή ως προς το είδος, τους κινδύνους και τις πιθανότητες αποτυχίας της θεραπείας, που επιλέγει, κι αυτό, προκειμένου ο ασθενής, ενημερωμένος πλέον, να καταλήξει σε έγκυρη συναίνεση ως προς τη διενέργεια της ιατρικής πράξης.

Β. Κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων, η ενημέρωση του ασθενούς από τον ιατρό σχετικά με τα πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα των θεραπευτικών μεθόδων και πρακτικών και τους πιθανούς κινδύνους επιπλοκών, συνιστά δικαίωμα αυτού και αντίστοιχη υποχρέωση του ιατρού, ώστε να μπορεί να λαμβάνει ελεύθερα τις αποφάσεις του για την υποβολή του στις μεθόδους και πρακτικές αυτές ή όχι.

Γ. Παραβίαση του δικαιώματος αυτού και της αντίστοιχης υποχρέωσης του ιατρού, η οποία προβλέπεται και από τις διατάξεις των άρθρων 11 και 12 του ν. 3418/2005 (Κώδικα Ιατρικής Δεοντολογίας) συνιστά νόμιμο λόγο ευθύνης προς αποζημίωση του ασθενούς, σε περίπτωση επέλευσης βλάβης στη σωματική και ψυχική υγεία του ασθενούς από επιπλοκές, σχετιζόμενες με την εφαρμογή των πιο πάνω θεραπευτικών και ιατρικών μεθόδων και πρακτικών, κατ' εφαρμογή των άρθρων 330 και 914 ΑΚ (ΑΠ 687/2013).

Δ. Στην περίπτωση αυτή ο ασθενής βαρύνεται με την απόδειξη του ισχυρισμού ότι, αν είχε ενημερωθεί επαρκώς, δεν θα είχε υποβληθεί στην ιατρική πράξη που επέφερε τη ζημία, καθώς ο ισχυρισμός αυτός ουσιαστικά εντάσσεται στη στοιχειοθέτηση αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ των παραλείψεων που αφορούν τη συναίνεση και την ενημέρωση και της ζημίας από την ιατρική πράξη.

Ε. Σημειώνεται ότι, προκειμένου να στοιχειοθετηθεί κατά τις πιο πάνω διατάξεις ευθύνη  του ιατρού και υποχρέωσή του για αποζημίωση, απαραίτητη προϋπόθεση είναι η ύπαρξη πρόσφορου αντικειμενικού αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της φερομένης ως παράνομης συμπεριφοράς του ιατρού και της ζημίας που έχει προκληθείμ ή και της βλάβης, περιουσιακής ή ηθικής, την οποία ο ασθενής επικαλείται. Ο εν λόγω αντικειμενικός αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει, όταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, η φερομένη ως ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη ή υλική ενέργεια, κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων, ήταν ικανή και πρόσφορη να επιφέρει το ζημιογόνο γεγονός.

Α. Από τις διατάξεις των άρθρων 298, 299, 330 εδ. β', 914 και 932 ΑΚ προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση ή προς ικανοποίηση της ηθικής βλάβης, ή της ψυχικής οδύνης προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση περιουσιακής ζημίας ή (και) ηθικής βλάβης και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της, περιουσιακού ή μη χαρακτήρα, ζημίας. Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται οπωσδήποτε παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί και η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξεως. Έτσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρεώσεως πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της, κοινωνικώς επιβεβλημένης και εκ της θεμελιώδους δικαιικής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς απορρέουσας υποχρεώσεως για τη λήψη ορισμένων μέτρων επιμέλειας για την αποφυγή πρόκλησης ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων. Αμέλεια, ως μορφή υπαιτιότητας, υπάρχει όταν, εξαιτίας της παράλειψης του δράστη να καταβάλει την επιμέλεια που αν κατέβαλλε, -με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς εκπροσώπου του κύκλου δραστηριότητας του-, θα ήταν δυνατή η αποτροπή του ζημιογόνου αποτελέσματος, αυτός (δράστης) είτε δεν προέβλεψε την επέλευση του εν λόγω αποτελέσματος, είτε προέβλεψε μεν το ενδεχόμενο επελεύσεως του, ήλπισε όμως ότι θα το αποφύγει. Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του δράστη ήταν σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε όντως στη συγκεκριμένη περίπτωση (ΑΠ 655/2019)

Β. Περαιτέρω, μετά την κατάργηση με το άρθρο 341 ν. 4512/2018 του ο Α.Ν. 1565/1939  η ιατρική αμέλεια θεμελιώνεται ειδικότερα στις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 3 εδ. α', 3 παρ. 2 και 3 και 10 παρ. 1 και 3 του ν. 3418/2005 (Κώδικας Ιατρικής Δεοντολογίας) που εκσυγχρονίζουν και εξειδικεύουν το ζητούμενο πρότυπο της ορθής ιατρικής συμπεριφοράς.

Γ. Έτσι «Το ιατρικό λειτούργημα ασκείται σύμφωνα με τους γενικά αποδεκτούς και ισχύοντες κανόνες της ιατρικής επιστήμης» (άρθρο 2 παρ. 3 εδ. α'), «2. Ο ιατρός ενεργεί με βάση: α) την εκπαίδευση που του έχει παρασχεθεί κατά τη διάρκεια των προπτυχιακών του σπουδών, την άσκηση του για την απόκτηση τίτλου ιατρικής ειδικότητας και τη συνεχιζόμενη ιατρική του εκπαίδευση, β) την πείρα και τις δεξιότητες που αποκτά κατά την άσκηση της ιατρικής και γ) τους κανόνες της τεκμηριωμένης και βασισμένης σε ενδείξεις ιατρικής επιστήμης. 3. Ο ιατρός, κατά την άσκηση της ιατρικής, ενεργεί με πλήρη ελευθερία, στο πλαίσιο των γενικά αποδεκτών κανόνων και μεθόδων της ιατρικής επιστήμης, όπως αυτοί διαμορφώνονται με βάση τα αποτελέσματα της εφαρμοσμένης σύγχρονης επιστημονικής έρευνας. Έχει δικαίωμα για επιλογή μεθόδου θεραπείας, την οποία κρίνει ότι υπερτερεί σημαντικά έναντι άλλης, για τον συγκεκριμένο ασθενή, με βάση τους σύγχρονους κανόνες της ιατρικής επιστήμης, και παραλείπει τη χρήση μεθόδων που δεν έχουν επαρκή επιστημονική τεκμηρίωση» (άρθρο 3 παρ. 2 και 3), «1. Η άσκηση της ιατρικής γίνεται σύμφωνα με τους γενικά παραδεκτούς κανόνες της ιατρικής επιστήμης. Ο ιατρός έχει υποχρέωση συνεχιζόμενης δια βίου εκπαίδευσης και ενημέρωσης σχετικά με τις εξελίξεις της ιατρικής επιστήμης και της ειδικότητας του. ... 3. Ο ιατρός οφείλει να αναγνωρίζει τα όρια των επαγγελματικών του ικανοτήτων και να συμβουλεύεται τους συναδέλφους του» (άρθρο 10 παρ 1 και 3).  

Δ. Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι ο ιατρός ευθύνεται σε αποζημίωση για τη ζημία που έπαθε ο ασθενής πελάτης του από κάθε αμέλεια του, ακόμη και ελαφρά, εάν κατά την εκτέλεση των ιατρικών καθηκόντων του παρέβη την υποχρέωση επιμελείας του να ενεργήσει σύμφωνα με τις θεμελιώδεις αρχές της ιατρικής επιστήμης. Αντιθέτως, δεν φέρει καμιά ευθύνη, αν ενήργησε σύμφωνα με τους πιο πάνω κανόνες και ειδικότερα, όπως θα ενεργούσε κάτω από τις ίδιες συνθήκες και περιστάσεις και έχοντας στη διάθεση του τα ίδια μέσα ένας μέσος, συνετός και επιμελής ιατρός  (ΑΠ 1693/2013)

Ε. Περαιτέρω την ευθύνη  του ιατρού, ως προς ορισμένα (ειδικά) θέματα, καλύπτει η ρυθμιστική εμβέλεια του άρθρου 8 του ν. 2251/1994 για την «προστασία των καταναλωτών», το οποίο ορίζει, μεταξύ άλλων, ότι «ο παρέχων υπηρεσίες ευθύνεται για κάθε ζημία που προκάλεσε παράνομα και υπαίτια, με πράξη ή παράλειψη του, κατά την παροχή αυτών στον καταναλωτή» (παρ. 1), ότι «ο ζημιωθείς υποχρεούται να αποδείξει τη ζημία και την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της παροχής της υπηρεσίας και της ζημίας» (παρ. 3), ότι «ο παρέχων τις υπηρεσίες φέρει το βάρος της απόδειξης για την έλλειψη παρανομίας και υπαιτιότητας του» (παρ. 4 εδ. α'), ότι «για την έλλειψη υπαιτιότητας λαμβάνονται υπόψη η ευλόγως προσδοκώμενη ασφάλεια και το σύνολο των ειδικών συνθηκών και ιδίως, α) η φύση και το αντικείμενο της υπηρεσίας, ιδίως σε σχέση με τον βαθμό επικινδυνότητας της, β) η παρουσία και ο τρόπος της παροχής της, γ) ο χρόνος παροχής της, δ) η ελευθερία δράσης που καταλείπεται στο ζημιωθέντα στο πλαίσιο της υπηρεσίας, ε) το αν ο ζημιωθείς ανήκει σε κατηγορία μειονεκτούντων ή ευπρόσβλητων προσώπων και στ) το αν η παρεχόμενη υπηρεσία αποτελεί εθελοντική προσφορά του παρέχοντος αυτήν» (παρ. 4 εδ. β') και ότι «μόνη η ύπαρξη ή δυνατότητα τελειότερης υπηρεσίας κατά τον χρόνο παροχής της υπηρεσίας ή μεταγενέστερα δεν συνιστά υπαιτιότητα» (παρ. 5).

ΣΤ. Από τις διατάξεις του άρθρου 8 του ν. 2251/1994 προκύπτει ότι στο πεδίο εφαρμογής του εμπίπτουν και οι ιατρικές υπηρεσίες, γιατί ο παρέχων αυτές ιατρός δεν υπόκειται σε συγκεκριμένες υποδείξεις, ή οδηγίες, του ασθενούς, αλλά έχει την πρωτοβουλία και την ευχέρεια να προσδιορίζει τον τρόπο παροχής των υπηρεσιών του, με επακόλουθο και την καθιέρωση νόθου αντικειμενικής ευθύνης του ιατρού ((ΑΠ 1693/2013, ΑΠ 687/2013).

Ζ. Εν όψει δε της νόθου αντικειμενικής ευθύνης, με την έννοια της αντιστροφής του βάρους απόδειξης τόσο ως προς την υπαιτιότητα, όσο και ως προς την παρανομία, ο ζημιωθείς φέρει το βάρος να αποδείξει την παροχή των υπηρεσιών, την ζημία του και τον αιτιώδη σύνδεσμο της ζημίας με την εν γένει παροχή των υπηρεσιών, όχι όμως και την συγκεκριμένη πράξη, ή παράλειψη που επέφερε το ζημιογόνο αποτέλεσμα, ενώ ο παρέχων τις υπηρεσίες ιατρός, προκειμένου να απαλλαγεί από την ευθύνη, πρέπει να αποδείξει, είτε την ανυπαρξία παράνομης και υπαίτιας πράξης του, είτε την έλλειψη αιτιώδους συνδέσμου της ζημίας με την παράνομη και υπαίτια πράξη του, είτε τη συνδρομή κάποιου λόγου επαγόμενου την άρση, ή τη μείωση της ευθύνης του (ΑΠ 1693/2013,ΑΠ 1227/2007, ΠολΠρΚοζάνης 60/2018).

Η. Σε κάθε περίπτωση για την θεμελίωση της αδικοπρακτικής ιατρικής ευθύνης απαιτείται παράνομη και υπαίτια πρόκληση ζημίας. Αμφότερες οι προϋποθέσεις αυτές (παρανομία και υπαιτιότητα) συντρέχουν ταυτοχρόνως, με βάση την θεώρηση της αμέλειας ως μορφής πταίσματος και ως μορφής παρανομίας. Έτσι, αν, στο πλαίσιο μιας ιατρικής πράξης, παραβιασθούν οι κανόνες και αρχές της ιατρικής επιστήμης και εμπειρίας, και οι, εκ του γενικού καθήκοντος πρόνοιας και ασφάλειας, απορρέουσες υποχρεώσεις επιμέλειας του μέσου συνετού ιατρού, τότε η συμπεριφορά αυτή είναι παράνομη και, συγχρόνως υπαίτια.

Θ. Ευθύνη φέρει ο ιατρός και στην περίπτωση, που κατά το άρθρο 5 του ν. 2619/1998 σχετικά με την σύμβαση για τα ανθρώπινα δικαιώματα και την βιοϊατρική, δεν ενημερώσει τον ασθενή ως προς το είδος, τους κινδύνους και τις πιθανότητες αποτυχίας της θεραπείας, που επιλέγει, κι αυτό, προκειμένου ο ασθενής, ενημερωμένος πλέον, να καταλήξει σε έγκυρη συναίνεση ως προς τη διενέργεια της ιατρικής πράξης.

Ι. Παραβίαση του δικαιώματος αυτού και της αντίστοιχης υποχρέωσης του ιατρού, η οποία προβλέπεται και από τις διατάξεις των άρθρων 11 και 12 του ν. 3418/2005 (Κώδικα Ιατρικής Δεοντολογίας) συνιστά νόμιμο λόγο ευθύνης προς αποζημίωση του ασθενούς, σε περίπτωση επέλευσης βλάβης στη σωματική και ψυχική υγεία του ασθενούς από επιπλοκές, σχετιζόμενες με την εφαρμογή των πιο πάνω θεραπευτικών και ιατρικών μεθόδων και πρακτικών, κατ' εφαρμογή των άρθρων 330 και 914 ΑΚ (ΑΠ 687/2013). Στην περίπτωση αυτή ο ασθενής βαρύνεται με την απόδειξη του ισχυρισμού ότι, αν είχε ενημερωθεί επαρκώς, δεν θα είχε υποβληθεί στην ιατρική πράξη που επέφερε τη ζημία, καθώς ο ισχυρισμός αυτός ουσιαστικά εντάσσεται στη στοιχειοθέτηση αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ των παραλείψεων που αφορούν τη συναίνεση και την ενημέρωση και της ζημίας από την ιατρική πράξη.

ΙΑ. Ευθύνη φέρει ο ιατρός και στις περιπτώσεις, α) που πριν από την χειρουργική επέμβαση δεν προέβη στον απαιτούμενο προεγχειρητικό έλεγχο, β) που προέβη σε εσφαλμένη διάγνωση ή σε λάθη κατά τη διάγνωση, γ) σε σφάλμα περί την επιλογή της θεραπείας, λόγω της οποίας επήλθε βλάβη στον ασθενή, είτε αυτό οφείλεται σε άγνοια της προσήκουσας για την περίπτωση θεραπείας, είτε γιατί επελέγη μέθοδος και θεραπεία η οποία, κατά τις γενικά κρατούσες αρχές της ιατρικής επιστήμης, δεν ήταν η ενδεδειγμένη για την περίπτωση, δ) σε εσφαλμένη χορήγηση αναισθησίας, ε) σε λάθος διαδικασίες και στ) στη μη παρακολούθηση του ασθενούς κατά την διάρκεια της θεραπείας (ΠολΠρΚοζάνης 60/2018, ΑΠ 655/2019).

ΙΒ. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ. Αντίθετα, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, περί του ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε ή δεν αποτέλεσε την αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος, περί του ότι δηλαδή το ζημιογόνο γεγονός σε σχέση με τη ζημία βρίσκεται ή δεν βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ 1 ΚΠολΔ), δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 100/2015, 145/2014).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 57 ΑΚ, όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον. Με την ανωτέρω διάταξη, σε συνδυασμό και με εκείνη του άρθρου 59 ΑΚ,  προστατεύεται το δικαίωμα της προσωπικότητας, το οποίο αποτελεί πλέγμα αγαθών που συνθέτουν την υπόσταση του προσώπου, με το οποίο είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένα.

Α. Η προστασία που παρέχεται προϋποθέτει προσβολή από τρίτο, αφορά δε οποιοδήποτε από τα αγαθά, τα οποία συνθέτουν ή αποτελούν έκφανση της προσωπικότητας του ατόμου και συγκροτούν την σωματική, ψυχική, πνευματική και κοινωνική ατομικότητα του βλαπτομένου, και συνεπάγεται μειωτική διαταραχή αυτής σε ένα από αυτά.

Β. Τέτοια προστατευόμενα αγαθά είναι η ζωή, υγεία, ελευθερία, η οποία περιλαμβάνει τη δυνατότητα ακώλυτης αναπτύξεως κάθε ανθρώπινης ενέργειας, η οποία μπορεί να συνίσταται στην ελεύθερη τέλεση κάθε πράξης που ανάγεται στην επαγγελματική, οικονομική, επιστημονική και λοιπή κοινωνική δράση, η σωματική ακεραιότητα, το απόρρητο της ιδιωτικής ζωής, η εικόνα του προσώπου, ο συναισθηματικός του κόσμος, το άσυλο της κατοικίας του, όπως και η τιμή κάθε ανθρώπου, η οποία αντικατοπτρίζεται στην υπόληψη, εκτίμηση και αξία που αποδίδεται σε αυτόν από τους άλλους και μάλιστα εκείνη που σχετίζεται με την ιδιωτική ή την οικογενειακή ζωή του (με συκοφαντία ή δυσφήμηση ή εξύβριση), και σε περίπτωση προσβολής τους, με κάποια παράνομη ενέργεια, δικαιούται να απαιτήσει την άρση της και την παράλειψή της στο μέλλον (ΑΠ 846/2010, ΑΠ 660/2010, ΑΠ 333/2010, ΑΠ 1187/2009, ΑΠ 1339/2008, ΑΠ 518/2008, ΑΠ 273/2008, ΑΠ 261/2008, ΑΠ 543/2009, ΑΠ 195/2007, ΑΠ 1010/2002).

Γ. Για την άρση της προσβολής πρέπει η προσβολή να είναι ενεργός, δηλαδή να έχει προηγηθεί και να υπάρχει κίνδυνος επανάληψης, ή να επίκειται στο μέλλον. Για την αξίωση της παράλειψης της προσβολής στο μέλλον, πρέπει να υπάρχει βάσιμη απειλή επικείμενης προσβολής και δεν αρκεί η επίκληση μιας υποθετικής απειλής, αλλά θα πρέπει να υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις που να καθιστούν σφοδρά πιθανό ότι ο εναγόμενος θα συμπεριφερθεί κατά ορισμένο τρόπο  (ΠολΠρΑθ 5162/2005).  

Δ. Στα προστατευόμενα αγαθά ανήκουν και η ψυχική υγεία και ο συναισθηματικός κόσμος, ο οποίος προσβάλλεται τόσο δευτερογενώς συνεπεία άλλης παράνομης πράξης που στρέφεται πρώτα κατ΄ αυτού τούτου του προσβαλλόμενου και προκαλεί πόνο σωματικώς ή ψυχικώς, όσον και αυτοτελώς με παράνομη πράξη, όταν ο προσβάλλων περιάγει κάποιον σε τρόμο με απειλή χρήσης βίας.

Ε. Προϋποθέσεις για την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων των άρθρων 57 και 59 ΑΚ είναι

α) προσβολή του δικαιώματος της προσωπικότητας,

β) η προσβολή να είναι παράνομη, όπως είναι η προσβολή που γίνεται χωρίς δικαίωμα ή με την άσκηση δικαιώματος το οποίο όμως είτε είναι, από την άποψη της εννόμου τάξεως, μικρότερης σπουδαιότητας, είτε ασκείται υπό περιστάσεις που καθιστούν την άσκησή του καταχρηστική, σύμφωνα με το άρθρο 281 ΑΚ, ή το άρθρο 25 παρ 3 του Συντάγματος, οπότε ο προσβαλλόμενος δικαιούται να απαιτήσει την άρση της προσβολής και την παράλειψή της στο μέλλον, χωρίς τη συνδρομή υπαιτιότητας (ΑΠ 1339/2008, ΑΠ 273/2008, ΑΠ 261/2008).

ΣΤ. Σύμφωνα με το άρθρο 732 ΚΠολΔ, το δικαστήριο δύναται να διατάξει ως ασφαλιστικό μέτρο, κάθε μέτρο, που κατά τις περιστάσεις, είναι, κατά την κρίση του, πρόσφορο για την εξασφάλιση ή διατήρηση του δικαιώματος, ή την ρύθμιση κατάστασης. Κατά το άρθρο 692 παρ. 4 ΚΠολΔ, τα ασφαλιστικά μέτρα δεν πρέπει, να συνίστανται στην ικανοποίηση του δικαιώματος, του οποίου ζητείται η εξασφάλιση ή διατήρηση (ΜονΠρΑθ 4629/2004 ΜονΠρΑθ 1377/2004).

Ζ. Κατ’ ακολουθία, σε περίπτωση προσβολής του δικαιώματος της προσωπικότητας, δεν αποκλείεται με τα ασφαλιστικά μέτρα η καταδίκη του καθ ου προς προσωρινή άρση της προσβολής, αφού η προστασία της προσωπικότητας φέρει χαρακτήρα διαρκούς έννομης σχέσης, η οποία, όταν υπάρξει ανάγκη, μπορεί να τεθεί προσωρινά σε λειτουργία, χωρίς με αυτό να κινδυνεύει να ματαιωθεί ο σκοπός της κύριας δίκης, εφ όσον σε περίπτωση που τυχόν ο καθ’ ου δικαιωθεί στην κύρια δίκη, θα δικαιούται στο μέλλον να επαναλάβει τις πράξεις που κρίθηκαν σε προσωρινό στάδιο αθέμιτες (ΜονΠρΘεσ 3315/2016).

Η. Επομένως, εφ όσον συντρέχουν οι παραπάνω προϋποθέσεις, είναι δυνατή για την προστασία της προσωπικότητας η λήψη ασφαλιστικών μέτρων προσωρινής ρύθμισης της κατάστασης και το δικαστήριο μπορεί να διατάξει οτιδήποτε επιβάλλεται από τις περιστάσεις, με απειλή προσωπικής κράτησης και χρηματικής ποινής, όπως (ενδεικτικά)

α) Απαγόρευση προσβολής της προσωπικότητας, με υβριστικές, και απειλητικές συμπεριφορές (ΜονΠρΠειρ 230/2016).

β) Απαγόρευση προσέγγισης της αιτούσας και των ανηλίκων τέκνα της και την κατοικία τους, σε απόσταση μικρότερη των 50 μέτρων, ή των 100 μέτρων, και κάθε με αυτούς επικοινωνία του καθ ου (ΜονΠρΠατρων 486/2020, ΜονΠρΠειρ 657/2019, ΜονΠρΘεσ 1249/2016).

γ) Απαγόρευση απεύθυνσης, είτε δια ζώσης, είτε δια τηλεφώνου (σταθερού ή κινητού) ή τηλεφωνικού μηνύματος (SMS), τόσο στην οικία, όσο και στον τόπο εργασίας, κατά τρόπο προσβλητικό, συκοφαντικό, υβριστικό, ή απειλητικό, ή να ενεργεί οποιαδήποτε πράξη με σκοπό να βλάψει οποιαδήποτε έκφανση του δικαιώματος της προσωπικότητας (ΜονΠρΘεσ 9990/2016).

δ) Απαγόρευση στον καθ ου να επισκέπτεται την αιτούσα στην οικία της, και να προσβάλει την προσωπικότητά της, εκδηλώνοντας σε βάρος της εριστική και υβριστική συμπεριφορά (ΜονΠρΠειρ 32/2020).

ε) Απαγόρευση προσβολής  της τιμής και υπόληψη με ύβρεις με λόγια και έργα, απαγόρευση απειλής της ζωής και σωματικής ακεραιότητας με την δημιουργία φόβου και ανησυχίας. απαγόρευση προσέγγισης σε απόσταση μικρότερη των (15) μέτρων και εν γένει απαγόρευση ενόχλησης δια ζώσης ή με οποιονδήποτε τρόπο (τηλεφωνικά, να χτυπά το θυροτηλέφωνο, ή με κάθε άλλο μέσο επικοινωνίας) (ΜονΠρΠειρ 103/2019). 

Κατά την διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια, έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει.

Α. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, προϋποθέσεις της υποχρέωσης προς αποζημίωση από αδικοπραξία, ή χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης από αδικοπραξία, είναι,

α) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη),

β) παράνομος χαρακτήρας της πράξης, ή παράλειψης,

γ) υπαιτιότητα,

δ) ζημία και

ε) πρόσφορος αιτιώδης σύνδεσμος, μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς και ζημίας.

Β. Ζημιογόνος συμπεριφορά, υφίσταται όταν υπήρχε υποχρέωση του υπαιτίου προς ενέργεια της πράξης που παραλείφθηκε από τον νόμο, ή την δικαιοπραξία, ή την καλή πίστη κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη και ιδία την προηγούμενη συμπεριφορά του υπαίτιου από την οποία δημιουργήθηκε κατάσταση, η οποία επέβαλε τη λήψη μέτρων προς αποτροπή του απειλούμενου κινδύνου.

Γ. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας. Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξεως.

Δ. Στην έννοια της υπαιτιότητας περιλαμβάνεται ο δόλος και η αμέλεια  με τις διάφορες μορφές της.  Η αμέλεια, ο ορισμός της οποίας δίδεται στο άρθρο 330 εδ. 2 ΑΚ, δηλαδή μη καταβολή της επιμέλειας που απαιτείται στις συναλλαγές, είναι παρά ταύτα αόριστη νομική έννοια, της οποίας απαιτείται εκάστοτε εξειδίκευση, με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας.

Ε. Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του δράστη ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων και χωρίς τη μεσολάβηση άλλου περιστατικού, να επιφέρει τη ζημία, που επήλθε, και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση

ΣΤ. Αν το ζημιογόνο αποτέλεσμα οφείλεται σε αμέλεια του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση, ή χρηματική ικανοποίηση, ενώ, εάν διαπιστωθεί συντρέχον πταίσμα αυτού, το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με τα άρθρα 300 και 932 ΑΚ, να μην επιδικάσει αποζημίωση, ή χρηματική ικανοποίηση, ή να μειώσει το ποσά αυτά. Δεν υφίσταται αμέλεια του παθόντος, όταν το ζημιογόνο αποτέλεσμα οφείλεται σε συγκλίνουσα αμέλεια περισσοτέρων υποχρέων προς ενέργεια της πράξης που παραλήφθηκε, από την οποία μπορούσε να αποτραπεί το αποτέλεσμα αυτό.

Ζ. Από τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ.2, 118 παρ.4, 216 ΚΠολΔ, 914, 297, 298 ΑΚ, προκύπτει ότι για την πληρότητα της αγωγής πρέπει να αναφέρονται τα περιστατικά εκείνα που συνιστούν την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του εναγόμενου. Η συμπεριφορά αυτή μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος να ενεργήσει, όσα παρέλειψε, από τον νόμο, τη δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη. Περαιτέρω πρέπει να αναφέρονται τα γεγονότα που δικαιολογούν την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της συμπεριφοράς και του ζημιογόνου αποτελέσματος, που επήλθε στον ενάγοντα, καθώς και τα στοιχεία εκείνα που προσδιορίζουν τη θετική και αποθετική ζημία του (ΑΠ 115/2012, ΑΠ 59/2019, ΜονΠρΠειρ 2961 /2019).

Η έννομη σχέση που συνδέει τον εγγυητή με τον πρωτοφειλέτη ονομάζεται εσωτερική σχέση και δεν επηρεάζει τις σχέσεις του εγγυητή με τον δανειστή. Αυτή η σχέση μπορεί να είναι εντολή, σύμβαση έργου, διοίκηση αλλοτρίων, δωρεά κλπ.

Στην περίπτωση που ο εγγυητής ικανοποιήσει το δανειστή έχοντας εξοφλήσει την οφειλή, έχει δικαίωμα αναγωγής, εκπορευόμενο από την μεταξύ τους έννομη σχέση και υποκαθίσταται στα δικαιώματα του δανειστή.

Ο εγγυητής δεν έχει πάντα το δικαίωμα αναγωγής,  αλλά μόνο εφ όσον αυτός συνδέεται με τον πρωτοφειλέτη με κάποια έννομη σχέση που το δικαιολογεί.

Η κήρυξη του πρωτοφειλέτη σε κατάσταση πτώχευσης δεν επάγεται μεταβολή στην ευθύνη του εγγυητή.

Μετά την ικανοποίηση του δανειστή γεννιέται το δικαίωμα υποκατάστασης στη θέση του εγγυητή,  ο οποίος μπορεί να αξιώσει τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων για την εξασφάλιση της ικανοποίησής του από τον πρωτοφειλέτη. Η ύπαρξη του δικαιώματος αναγωγής προτείνεται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση και αποδεικνύεται από τον εγγυητή.  

Επί εγγύησης με ορισμένη διάρκεια,  η ικανοποίηση του δανειστή από τον εγγυητή ακόμα και μετά την παρέλευση μηνός από την λήξη του χρόνου ευθύνης του τελευταίου, του παρέχει το δικαίωμα αναγωγής κατά του πρωτοφειλέτη, υπό την προϋπόθεση ότι η εγγύηση είχε δοθεί δυνάμει σύμβασης, που προέβλεπε την υποχρέωση του εγγυητή να πληρώσει  το ποσό της εγγύησης, καίτοι κατ άρθρο 866 ΑΚ θα είχε ελευθερωθεί από την εγγυητική του ευθύνη. 

Κατά το άρθρο 859 ΑΚ ο εγγυητής, που ικανοποιεί το δανειστή, στερείται του δικαιώματος αναγωγής, εάν έχει παραλείψει να αντιτάξει κατά του τελευταίου ενστάσεις του πρωτοφειλέτη τα στοιχεία των οποίων γνώριζε, ή έπρεπε να γνωρίζει.

Ο εγγυητής δεν στερείται του δικαιώματος της αναγωγής, αν έχει παραλείψει να προβάλει προσωπικές του ενστάσεις κατά του δανειστή. 

Ο εγγυητής κατά το άρθρο 861  ΑΚ έχει το δικαίωμα, να  απαιτήσει από τον πρωτοφειλέτη ασφάλεια και πριν καταστεί απαιτητή η κύρια οφειλή στην περίπτωση που χειροτερεύει η περιουσιακή κατάσταση του πρωτοφειλέτη, ή που η δίωξή του γίνεται δυσχερής λόγω αλλαγής της κατοικίας, ή της διαμονής του, ή επειδή έχει καταστεί υπερήμερος, ή έχει καταδικασθεί ο εγγυητής σε πληρωμή κλπ. Το εν λόγω δικαίωμα αποκτά ο εγγυητής αμέσως μόλις συντρέξει μία από τις παραπάνω περιπτώσεις, που πηγάζουν, όμως, από κάποια έννομη σχέση, που τους συνδέει.

Η απαίτηση του εγγυητή για ασφάλεια προϋποθέτει ότι έχει δικαίωμα αναγωγής κατά του πρωτοφειλέτη,  με βάση την μεταξύ τους σχέση και δεν αποτελεί προϋπόθεση της απόσβεσης της εγγύησης, κατ’ άρθρο 862 ΑΚ.   

Η διάταξη του άρθρου 861  ΑΚ διαφέρει από αυτή της 858 ΑΚ κατά το ότι στην πρώτη περίπτωση υπάρχει εκ του νόμου η ευχέρεια λήψης ορισμένων εξασφαλιστικής μορφής μέτρων από μέρος του εγγυητή κατά του πρωτοφειλέτη πριν ακόμη καταστεί απαιτητή η κύρια οφειλή.

Η 861 ΑΚ μπορεί να ασκηθεί ανεξάρτητα της τυχόν παραίτησης του εγγυητή από το δικαίωμα προβολής της ένστασης διζήσεως του άρθρου 855 ΑΚ.

Η διάταξη του άρθρου 861  ΑΚ είναι ενδοτικού δικαίου και, συνεπώς, ο εγγυητής μπορεί να παραιτηθεί από το δικαίωμα να ζητήσει ασφάλεια, χωρίς να απαιτείται για αυτό τήρηση έγγραφου τύπου.

Η ασφάλεια δεν μπορεί να είναι συντηρητική, γιατί με αυτή δεν εξασφαλίζεται η ικανοποίηση μέλλοντος δικαιώματος, αλλά η ικανοποίηση του δικαιώματος του δανειστή να προβεί σε αναγκαστική κατάσχεση των πραγμάτων του οφειλέτη προς το σκοπό αναγκαστικού πλειστηριασμού αυτών μετά την απόκτηση τίτλου αναγκαστικής εκτελέσεως για γεννημένη χρηματική απαίτηση.

Η ασφάλεια μπορεί να δοθεί από τρίτο πρόσωπο, ή να είναι προσωπική τρίτου προσώπου, ή εμπράγματη  (ενέχυρο,  υποθήκη και προσημείωση υποθήκης),

Η ασφάλεια μπορεί να διαταχθεί κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων μόνο εφ όσον συγχωρείται η λήψη ασφαλιστικού μέτρου.

Κατά το άρθρο 860  ΑΚ ο συνεγγυητής που ικανοποιεί το δανειστή έχει το δικαίωμα αναγωγής κατά των λοιπών συνεγγυητών στην έκταση που, σύμφωνα με το άρθρο 847 ΑΚ,  ευθύνονται μεταξύ τους οι συνοφειλέτες σε ολόκληρο.

Αν δεν προκύπτει κάτι άλλο από τη συγκεκριμένη σχέση οι συνεγγυητές ευθύνονται κατά ίσα μέρη, ενώ από το ποσό που θα καταβληθεί στον δανειστή θα αφαιρεθεί η μερίδα που βάρυνε τον καταβάλλοντα συνεγγυητή.

Α. Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 11 του ν. 5422/1932, όπως αυτή τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε μεταγενέστερα με τα άρθρα 3 του από 14.7.1932 ν.δ/τος το οποίο κυρώθηκε με το ν. 5665/1932, 2 του ν. 39/1936, 3 του ν. 300/1937, 4 του α.ν. 362/1945, ν. 994/1946 και ν. 2415/1953, απαγορεύεται η συνομολόγηση υποχρεώσεων σε ξένο νόμισμα.

Β. Η απαγόρευση δεν επεκτείνεται στις διεθνείς γενικά συναλλαγές και στις κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 740/1977, συμβάσεις που αναφέρονται οπωσδήποτε στην εκμετάλλευση πλοίων (Εφ Πειρ 546/2010).

Γ. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με τα άρθρα 291, 292 ΑΚ, συνάγεται ότι όταν συνομολογήθηκε νόμιμα οφειλή σε ξένο νόμισμα, ο δανειστής ενασκώντας, με την αγωγή, την αξίωσή του, μπορεί να ζητήσει να του καταβληθεί το ισάξιο σε ευρώ του αλλοδαπού νομίσματος κατά την ημέρα, κατά την οποία πράγματι γίνεται η πληρωμή, όχι δε και κατά τον χρόνο της λήξεως ή κάποιον άλλον χρόνο (ΑΠ 678/2010, ΑΠ 698/2006, ΕφΑθ 182/2011, ΜονΠρΠειρ 1374/2019).

Κατ άρθρο 904 παρ.1 εδ. α ΑΚ «όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια". Κατ άρθρο 938 ΑΚ «όποιος οφείλει αποζημίωση από αδικοπραξία έχει την υποχρέωση, κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού, να αποδώσει ότι περιήλθε σ` αυτόν, ακόμη και αν η απαίτηση από την αδικοπραξία έχει παραγραφεί".

Α. Από τις διατάξεις συνάγεται ότι, αν από την τέλεση αδικοπραξίας δεν επήλθε μόνο ζημία σε άλλον, αλλά συγχρόνως και ωφέλεια του αδικοπραγήσαντος από την περιουσία, ή με ζημία, του αδικηθέντος, τότε παρά την παραγραφή της αξίωσης από αδικοπραξία υφίσταται αξίωση από αδικαιολόγητο πλουτισμό, η οποία υπόκειται εφεξής στη ρύθμιση των άρθρων 904 επ. ΑΚ.

Β. Ειδικότερα, αν η αδικοπραξία έγινε με αμέλεια από την διάταξη του άρθρου 909 ΑΚ κατά την οποίαν υποχρεούται σε απόδοση της ωφελείας, εφ όσον είναι πλουσιότερος κατά τον χρόνο επίδοσης της αγωγής, γιατί  απόδοση ανύπαρκτου πλουτισμού δεν νοείται, αν δε έγινε με πρόθεση, από τη διάταξη του άρθρου 911 αριθ. 2 ΑΚ με ανάλογη επέκταση αυτής, η οποία όπως προκύπτει από τη διατύπωση του άρθρου 904 παρ. 1 εδ. β ΑΚ, που εφαρμόζεται στην περίπτωση απόδοσης ωφελείας, που αποκτήθηκε από παράνομη ή ανήθικη αιτία, η οποία θεμελιώνεται σε δικαιοπραξία, γιατί η ωφέλεια από αδικοπραξία με πρόθεση αποτελεί πλουτισμό από παράνομη αιτία και ο νόμος αποσκοπεί να αποδοθεί η κτηθείσα από την αιτία αυτή ωφέλεια (ΑΠ 744/1977, ΕφΑθ. 1147/1992, ΕφΘεσ 777/2003, ΑΠ 547/2008).

Γ. Για να τύχουν εφαρμογής οι παραπάνω διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού και να αποτελέσουν βάση αγωγής πρέπει να συντρέχουν οι όροι της αδικοπραξίας, να έχει παραγραφεί η εξ αυτής αγωγή και να συντρέχουν και οι προϋποθέσεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού.

 

Από τις διατάξεις των άρθρων 1142-1144 και 1167-1168 ΑΚ προκύπτει ότι η επικαρπία παύει να υπάρχει με τον θάνατο του επικαρπωτή και έκτοτε ο ψιλός κύριος αποκτά την πλήρη κυριότητα του πράγματος, εφ όσον στην ουσιαστική πράξη της δικαιοπραξίας δεν έχει οριστεί διαφορετικά (ΑΠ 57/2006).

Α. Δηλαδή, με τον θάνατο του επικαρπωτή η επικαρπία επιστρέφει  αυτομάτως στην κυριότητα από την οποία είχε αποσπασθεί, δηλαδή ενώνεται με την ψιλή κυριότητα σε πλήρη κυριότητα και δεν μεταβιβάζεται στους κληρονόμους του επικαρπωτή, εκτός αν ορίστηκε διαφορετικά (ΑΠ 482/1993, ΕφΔωδ 356/2006, ΕφΑθ 4920/2004).

Β. Στην περίπτωση που ο ψιλός κύριος είναι και κληρονόμος του επικαρπωτή, η μεταβίβαση της επικαρπίας στον ψιλό κύριο γίνεται λόγω της ιδιότητας του ως ψιλού κυρίου και όχι λόγω της ιδιότητας του ως κληρονόμου (ΑΠ 320/1980).

Γ. Εφ όσον στη συστατική δικαιοπραξία δεν έχει οριστεί διαφορετικά, οπότε η επικαρπία παύει να υπάρχει με τον θάνατο του επικαρπωτή και ο ψιλός κύριος αποκτά την πλήρη κυριότητα του πράγματος, ο τελευταίος, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 999 και 1094 ΑΚ, σε συνδυασμό με το άρθρο 70 ΚΠολΔ, μπορεί να ζητήσει, αν η κυριότητα του αμφισβητείται, να αναγνωριστεί δικαστικά ότι είναι κύριος του πράγματος κατά πλήρη κυριότητα, εφ όσον το έννομο συμφέρον του, που δικαιολογεί την άσκηση της αναγνωριστικής αυτής αγωγής, είναι αυτονόητο. Στην περίπτωση που το πράγμα κατακρατείται από τρίτον, εκτός από την αναγνώριση της κυριότητας του, μπορεί να ζητήσει την απόδοση του πράγματος.

Δ. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 992 παρ. 1, 1005 παρ. 1 ΚΠολΔ και 1167 εδ. α ΑΚ, προκύπτει ότι, σε περίπτωση που γίνει αναγκαστική κατάσχεση και στη συνέχεια πλειστηριασμός μόνο της ψιλής κυριότητας ακινήτου και ακολούθως, μετά τον πλειστηριασμό, επέλθει απόσβεση της επικαρπίας με τον θάνατο του επικαρπωτή, ο υπερθεματιστής αποκτά αυτοδικαίως και τις εξουσίας του επικαρπωτή, από και με μόνη την απόσβεση της επικαρπίας, ως δικαιούχος του δικαιώματος της κυριότητας (ΕφΑθ 9371/2001, ΕφΘεσ 418/2010).

Α. Ο εγγυητής κατά το άρθρο 861  ΑΚ έχει το δικαίωμα να απαιτήσει από τον πρωτοφειλέτη ασφάλεια και πριν καταστεί απαιτητή η κύρια οφειλή, στην περίπτωση που χειροτερεύει η περιουσιακή κατάσταση του δεύτερου, ή που η δίωξη του γίνεται δυσχερής λόγω αλλαγής της κατοικίας ή της διαμονής του, που ακολούθησε την σύναψη της σύμβασης εγγύησης, ή επειδή έχει καταστεί υπερήμερος, ή έχει καταδικασθεί ο εγγυητής σε πληρωμή.  Το εν λόγω δικαίωμα αποκτά ο εγγυητής ευθύς μόλις συντρέξει μία από τις προαναφερθείσες περιπτώσεις και πηγάζει από κάποια έννομη σχέση που τους συνδέει.

Β. Η παραπάνω διάταξη είναι ενδοτικού δικαίου και, συνεπώς, ο εγγυητής μπορεί να παραιτηθεί από το δικαίωμα να ζητήσει ασφάλεια, χωρίς να απαιτείται γι’ αυτό η τήρηση έγγραφου τύπου.

Γ. Το δικαίωμα της ΑΚ 861 μπορεί να ασκηθεί, εφ όσον συντρέχουν οι παραπάνω ουσιαστικές προϋποθέσεις, από τον εγγυητή, δικαστικώς ή και εξωδίκως,  είναι δε ανεξάρτητο της τυχόν παραίτησης του τελευταίου από το δικαίωμα προβολής της ένστασης διζήσεως του άρθρου 855 ΑΚ.

Δ. Η απαίτηση του εγγυητή για ασφάλεια προϋποθέτει ότι έχει δικαίωμα αναγωγής κατά του πρωτοφειλέτη,  με βάση την μεταξύ τους σχέση και δεν αποτελεί προϋπόθεση της απόσβεσης της εγγύησης, κατ’ άρθρο 862 ΑΚ.   

Ε. Η ασφάλεια μπορεί να δοθεί από τρίτο πρόσωπο, ή να είναι προσωπική τρίτου προσώπου, ή εμπράγματη  (ενέχυρο,  υποθήκη και προσημείωση υποθήκης), μπορεί δε να διαταχθεί κατά την διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, μόνο, εφ όσον συγχωρείται η λήψη ασφαλιστικού μέτρου, εν όψει του απαιτούμενου είδους της ασφάλειας (άρθρα 682 επ ΚΠολΔ)

ΣΤ. Η χειροτέρευση της περιουσιακής κατάστασης  του πρωτοφειλέτη πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα από την σύγκριση της περιουσίας του μεταξύ του χρόνου παροχής της εγγύησης αφ ενός και της προβολής του αιτήματος για λήψη ασφάλειας αφ ετέρου. Η χειροτέρευση της περιουσιακής κατάστασης του πρωτοφειλέτη δεν συνδέεται απαραίτητα με τυχόν υπαιτιότητα αυτού ή μη. Σε περίπτωση ύπαρξης ευθύνης του ίδιου του εγγυητή για το γεγονός δεν μπορεί να ζητηθεί από τον τελευταίο η ενεργοποίηση της σχετικής προστασίας (ΑΠ 262/96)

Ζ. Η χειροτέρευση της περιουσιακής κατάστασης του πρωτοφειλέτη δεν αποτελεί προϋπόθεση της απόσβεσης της εγγύησης που προβλέπεται από το άρθρο 862 ΑΚ, που επέρχεται εφ όσον συντρέξουν οι όροι του παραπάνω άρθρου και χωρίς την απαίτηση ασφαλείας κατά το άρθρο 861 ΑΚ.

Η. Η ασφάλεια του άρθρου 861 ΑΚ δεν μπορεί να συνιστάται σε συντηρητική,  γιατί με αυτή δεν εξασφαλίζεται η ικανοποίηση μέλλοντος δικαιώματος, αλλά η ικανοποίηση του δικαιώματος του δανειστή να προβεί σε αναγκαστική κατάσχεση των πραγμάτων του οφειλέτη προς τον σκοπό αναγκαστικού πλειστηριασμού αυτών μετά την απόκτηση τίτλου αναγκαστικής εκτέλεσης για τη γεννημένη χρηματική απαίτηση.

Θ. Είναι προφανές ότι η ενδεχόμενη ζημία του εγγυητή έχει άμεση σχέση με την ύπαρξη δικαιώματος αναγωγής του έναντι του πρωτοφειλέτη και υποκατάστασής του στα δικαιώματα του δανειστή κατ’  άρθρο 858  ΑΚ. Νοείται ότι καμία ζημία κινδυνεύει να υποστεί ο εγγυητής εκείνος που δεν διαθέτει δικαίωμα αναγωγής και υποκατάστασης κατά του αφερέγγυου πρωτοφειλέτη,  αφού ούτως ή άλλως φέρει την ακέραιη και αποκλειστικά προσωπική εγγυητική ευθύνη, μέσω δε αυτής την υποχρέωση ενδεχομένως καταβολής ολόκληρης της κύριας οφειλής προς το δανειστή.

Ι. Συμπεραίνεται ότι η ενεργοποίηση της ΑΚ 861 δεν μπορεί παρά να αφορά μόνο τους εγγυητές αυτούς, που λόγω ύπαρξης ιδιαίτερης σχέσης «κάλυψης» με τον πρωτοφειλέτη, έχουν δικαίωμα αναγωγής και υποκατάστασης έναντι του τελευταίου. Σε  αυτό,  άλλωστε,  διαφέρει γενικότερα η διάταξη του άρθρου 861  ΑΚ από αυτής της ΑΚ 858, στο ότι δηλαδή στην πρώτη περίπτωση υπάρχει η εκ του νόμου ευχέρεια λήψης ορισμένων εξασφαλιστικής μορφής μέτρων από μέρος του εγγυητή κατά του πρωτοφειλέτη και πριν ακόμη καταστεί απαιτητή η κύρια οφειλή.

ΙΑ. Αν την έλλειψη προσφυγής στην ΑΚ 861 προβάλλει ο δανειστής ως άμυνα στην ένσταση απελευθέρωσης του εγγυητή κατά το άρθρο 862,  το σχετικό βάρος απόδειξης αναφορικά με την ύπαρξη των δικαιωμάτων αναγωγής και υποκατάστασης στο πρόσωπο του εγγυητή έναντι του πρωτοφειλέτη φέρει ο δανειστής

Χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης επιδικάζεται ακόμη και στην περίπτωση, που ο δικαιούχος δεν επικοινωνεί με το περιβάλλον του, βρίσκεται δηλαδή σε κατάσταση άγρυπνου κώματος και χαρακτηρίζεται ως «φυτό».

Δεν απαλλάσσεται ο υπόχρεος σε αποζημίωση από το συμπτωματικό γεγονός, ότι ο δικαιούχος της χρηματικής ικανοποίησης, δεν μπορεί, να αντιληφθεί τη σημασία της αδικοπραξίας εις βάρος του, για κάποια αιτία πρόσκαιρη ή διαρκή (πνευματική ή ψυχική νόσο), αφού μελλοντικά δεν αποκλείεται να βελτιωθεί η θέση του παθόντος σε ικανοποιητικό βαθμό, ώστε να μπορεί να συναισθανθεί τη σημασία της αδικοπραξίας (ΕφΠειρ 102/20).

Α. Κατά το άρθρο 478 ΑΚ, αν τρίτος υποσχέθηκε στον οφειλέτη ότι θα καταβάλει το χρέος του, σε περίπτωση αμφιβολίας, ο τρίτος δεν αποκτά δικαίωμα από την σύμβαση αυτή. Από την διάταξη αυτή, που καθιερώνει ερμηνευτικό κανόνα, συνάγεται ότι η περί καταβολής του χρέους, υπαρκτού ή μελλοντικού, υπόσχεση του τρίτου προς τον οφειλέτη, αν δεν προκύπτει ειδικά το αντίθετο, αποτελεί απλή σύμβαση ελευθερώσεως χρέους, η ενέργεια της οποίας περιορίζεται αποκλειστικά μεταξύ των συμβληθέντων (ΕφΠατρ 89/2008).

Β. Η σύμβαση ελευθερώσεως, είναι υποσχετική δικαιοπραξία, αιτιώδης, μπορεί δε να συναφθεί και ως αμφοτεροβαρής σύμβαση, οπότε εξαρτάται από τη συμφωνία των μερών το περιεχόμενο των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων καθ ενός. Η σύμβαση ελευθερώσεως είναι κατά κανόνα άτυπη, εκτός αν η τήρηση του τύπου επιβάλλεται από το αντικείμενό της.

Γ. Για να αποκτήσει ο δανειστής τρίτος άμεση αξίωση εναντίον εκείνου που υποσχέθηκε από μια τέτοια σύμβαση, πρέπει από την τελευταία να προκύπτει αυτό σαφώς, σύμφωνα με τον κανόνα του άρθρου 411 ΑΚ, δηλαδή να προκύπτει τέτοια βούληση των μερών που έχουν συμβληθεί, ή αυτό να συνάγεται από την φύση και τον σκοπό της σύμβασης (ΑΠ 1791/2007).

Δ. Αν ο υποσχεθείς ήταν και οφειλέτης του προς ον η υπόσχεση, τότε η δοθείσα από εκείνον υπόσχεση διακανονισμού του χρέους και ελευθερώσεως του οφειλέτη από τις έναντι των δανειστών οφειλές, τους οποίους αναφέρει κατ' όνομα και απαίτηση, ερμηνεύεται ως ενέχουσα την βούληση των συμβληθέντων, όπως, με την καταβολή του υποσχεθέντος προς τους δανειστές του οφειλέτη, εκκαθαρισθεί η όλη κατάσταση και εξυπηρετηθούν έτσι σι συναλλακτικές ανάγκες και τα συμφέροντα των ενδιαφερομένων με τη δημιουργία υπέρ του δανειστή αυτοτελούς και άμεσου δικαιώματος, να απαιτήσει την παροχή ευθέως από τον υποσχεθέντα (ΕφΑθ 182/2011, ΕφΘεσ 68/1982).

Α. Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 166 ΑΚ, το προσύμφωνο είναι σύμβαση, με την οποία τα μέρη υποχρεούνται να συνάψουν ορισμένη σύμβαση. Το προσύμφωνο, αποτελεί ενοχική - υποσχετική σύμβαση.

Β. Η σύναψη της οριστικής σύμβασης επιφέρει απόσβεση της εκ του προσυμφώνου ενοχής. Η εκπλήρωση της ενοχής καθορίζεται από τον νόμο, ή από την δικαιοπραξία.

Γ. Η άπρακτη πάροδος της ορισμένης ημέρας προς σύναψη της οριστικής σύμβασης πώλησης, εκ μέρους είτε του ενός είτε αμφοτέρων των μερών του προσυμφώνου, επιφέρει συνέπειες. Για τις συνέπειες προέχουσα σημασία έχει η βούληση των μερών. Η πρακτική σημασία του καθορισμού του χρόνου σύναψης της οριστικής σύμβασης πώλησης συνίσταται, κατά την κρατούσα νομολογία, που δέχεται την εφαρμογή του άρθρου 249 ΑΚ, στο ότι έκτοτε η απαίτηση καθίσταται ληξιπρόθεσμη και αρχίζει η παραγραφή, η οποία είναι 20ετής και αρχίζει από τότε που γεννήθηκε η αξίωση (ΑΠ 242/1991, ΑΠ 891/1982, ΑΠ 1500/2008, ΕφΘεσ. 10/1989, ΕφΘεσ 472/1989, ΕφΛαρισ 680/2002).

Δ. Η εν λόγω προθεσμία, εφ όσον δεν ορίσθηκε διαφορετικά, έχει απλώς τον χαρακτήρα προθεσμίας εκπλήρωσης της παροχής των συμβληθέντων, οπότε η άπρακτη πάροδος αυτής δεν επάγεται ανατροπή του προσυμφώνου. Και μετά την πάροδο της προθεσμίας και μέχρι συμπλήρωσης της 20ετούς παραγραφής, στην οποία υπόκειται η σχετική αξίωση, μπορεί να ζητηθεί η σύναψη της οριστικής σύμβασης. Οι συμβαλλόμενοι, όμως, μπορούν να ορίσουν, ρητά ή σιωπηρά, ότι η άπρακτη πάροδος της ορισθείσας προθεσμίας, ανεξαρτήτως του λόγου που την προκάλεσε, επάγεται ανατροπή του προσυμφώνου και ματαίωση κατάρτισης της οριστικής σύμβασης. Στην περίπτωση αυτή η προθεσμία λειτουργεί ως διαλυτική (ΑΠ 1500/2008).

Ε. Έχει κριθεί ότι αν έχει προκαταβληθεί εκ μέρους του αγοραστή αξιόλογο μέρος του τιμήματος (πολλώ δε μάλλον ολόκληρο το τίμημα), έχει δε παραδοθεί στον αγοραστή η κατοχή του πράγματος ήδη από την σύναψη του προσυμφώνου, τότε, κατά κανόνα, η ταχθείσα προθεσμία σύναψης της οριστικής σύμβασης δεν είναι διαλυτική, αλλά ορίστηκε ως προθεσμία εκπλήρωσης της παροχής των συμβληθέντων (ΑΠ 388/1970, ΑΠ 77/1971, ΑΠ 356/1976, ΑΠ 1755/1984, ΕφΠειρ 106/1998,  ΕφΑθ 9758/2002).

ΣΤ. Το προσύμφωνο πώλησης ακινήτου, αποτελεί καταρτισμένη σύμβαση από την οποία γεννιέται υποχρέωση των συμβαλλομένων μερών για σύναψη της κυρίας σύμβασης, σύμφωνα με τους όρους που έχουν καθοριστεί σε αυτό (ΑΠ 152/2001, ΑΠ 528/1988). Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 383, 385 και 387 ΑΚ, εάν ο ένας από τους συμβαλλομένους βρίσκεται σε υπερημερία ως προς την παροχή που οφείλει, ο έτερος έχει δικαίωμα να του τάξει εύλογη προθεσμία για εκπλήρωση, δηλώνοντας ταυτόχρονα ότι μετά την πάροδο της αποκρούει την παροχή. Αν η προθεσμία περάσει άπρακτη, ο τελευταίος έχει δικαίωμα, ή να απαιτήσει αποζημίωση για την μη εκπλήρωση, ή να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση (άρθρ. 383 ΑΚ). Αν επιλέξει και ασκήσει το δεύτερο δικαίωμα δεν μπορεί μετά να ανακαλέσει την επιλογή που έκανε  και να ζητήσει πλήρη αποζημίωση για την μη εκπλήρωση. Δεν απαιτείται όμως να ταχθεί στον υπερήμερο οφειλέτη προθεσμία για την εκπλήρωση της παροχής, εκτός των περιπτώσεων του άρθρου 385 ΑΚ, όταν δηλαδή από την όλη στάση του προκύπτει ότι το μέτρο αυτό θα ήταν άσκοπο και όταν ο δανειστής δεν έχει συμφέρον στην εκτέλεση της σύμβασης,  εξ αιτίας της υπερημερίας και στην περίπτωση που ρητώς συμφωνήθηκε ότι ο συμβαλλόμενος που έγινε υπερήμερος θεωρείται ότι εξέπεσε από τα δικαιώματα της σύμβασης (ΕφΛαρισ 680/2002)

Ζ. Αν αυτός που υποσχέθηκε την πώληση του πράγματος και έλαβε ολόκληρο ή μέρος από το τίμημα, στη συνέχεια, αθετώντας την υποχρέωση του για κατάρτιση της οριστικής σύμβασης, δεν προχωρήσει στην κατάρτιση της οριστικής σύμβασης, έχει τις συνέπειες των διατάξεων των άρθρων 166, 330, 335, 336, 380, 382, και 904 AK και ο αντισυμβαλλόμενός του έχει δικαίωμα, επικαλούμενος τη διάταξη του άρθρου 380 ΑΚ, να αναζητήσει το τίμημα που προκατέβαλε κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, το οποίο και ζητεί με την αγωγή του αυτουσίως και όχι αποζημίωση του άρθρου 382 ΑΚ που έχει διαφορετικό περιεχόμενο (ΑΠ 528/1988, ΕφΠειρ 508/2008).

Η. Κατά την κατάρτιση του προσυμφώνου πώλησης,  κατά τις διατάξεις των άρθρων 402 και 403 ΑΚ, μπορεί να δοθεί αρραβώνας. Γενικά ο αρραβώνας, αν δεν συμφωνήθηκε διαφορετικά, έχει τον χαρακτήρα ποινής προς κάλυψη της ζημίας για την περίπτωση μη εκπλήρωσης, ή,  μη προσήκουσας εκπλήρωσης της σύμβασης. Ειδικά στην περίπτωση του προσυμφώνου ο αρραβώνας δίνεται για την εξασφάλιση της εκπλήρωσης αυτού και όχι της σκοπούμενης οριστικής σύμβασης  και εξομοιώνεται με ποινική ρήτρα, θεμελιώνεται δε με τη δόση περιουσιακού στοιχείου με σκοπό την έκπτωση, ή απόδοση του διπλάσιου, σε περίπτωση μη εκπλήρωσης της κύριας σύμβασης.

Θ. Συνεπώς όταν ο ένας δεν συμπράττει στην κατάρτιση της οριστικής σύμβασης δικαιούται ο άλλος, είτε να αξιώσει την καταδίκη του στην τέλεση της δικαιοπραξίας, είτε να αρκεσθεί στον αρραβώνα, ή να ζητήσει την απόδοση του διπλού, εκτός αν από την σύμβαση προκύπτει διαφορετική ρύθμιση,  εν όψει του ενδοτικού χαρακτήρα των παραπάνω διατάξεων, δηλαδή, να θέλησαν τα μέρη να απαιτηθεί ο αρραβώνας αθροιστικά σε κάθε περίπτωση.

Ι. Οι συμβαλλόμενοι μπορεί να συμφωνήσουν ότι ο αρραβώνας έχει το χαρακτήρα και την έννοια του επιτίμιου μεταμελείας (ΑΚ 398), δηλαδή ότι ο αρραβώνας δίνεται με την συμφωνία ότι αυτός που δίνειν ή αυτός που τον λαμβάνει, μπορούν να υπαναχωρήσουν από την σύμβαση, χάνοντας τον αρραβώνα, ή αποδίδοντάς τον διπλάσιο. Ο αρραβώνας ως επιτίμιο μεταμέλειας, επειδή δίνεται για την ανατροπή της σύμβασης, απαιτείται για να χαρακτηρισθεί με αυτήν την έννοια, να έχει συμφωνηθεί ρητά, ή να συνάγεται αναμφίβολα ότι οι συμβαλλόμενοι συμφώνησαν να έχουν το δικαίωμα υπαναχώρησης από την σύμβαση χάνοντας τον αρραβώνα, ή αποδίδοντας αυτόν διπλάσιο (ΑΠ 1256/1976, ΑΠ 849/76, ΑΠ 58/97, ΑΠ 1462/94, ΕφΠειρ 106/1998).

ΙΑ. Η σύμβαση του αρραβώνα, ως παρεπόμενη της κυρίας σύμβασης, υποβάλλεται στον ίδιο συστατικό τύπο, ο οποίος προβλέπεται για την κύρια σύμβαση. Προκειμένου περί προσυμφώνου με αντικείμενο την ανάληψη υποχρέωσης προς μεταβίβαση εμπραγμάτου δικαιώματος επί ακινήτου, η περί αρραβώνος σύμβαση πρέπει να περιληφθεί τον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 369, 1033, 164 και 166 ΑΚ διαφορετικά είναι άκυρη (ΑΠ 1500/2008).

Α. Από το συνδυασμό των διατάξεων 744, 759 παρ. 3 ΚΠολΔ (όπως ισχύουν μετά την αντικατάσταση τους με τον ν. 4335/2015, με έναρξη ισχύος από 1.01.20160) προκύπτει ότι στην εκούσια δικαιοδοσία ισχύει το σύστημα της ελεύθερης απόδειξης και το δικαστήριο δύναται να λαμβάνει υπ όψιν του και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου.

Β. Ακόμη και οι περιορισμοί που ισχύουν κατά το άρθρο 270 ΚΠολΔ δεν εφαρμόζονται αναλόγως στις υποθέσεις της εκούσιας δικαιοδοσίας. Μεταξύ των περιορισμών αυτών περιλαμβάνονται και αντίστοιχες ρυθμίσεις των νέων άρθρων 421 επ ΚΠολΔ, ως προς την λήψη των ενόρκων βεβαιώσεων ( ΑΠ 695/2018, ΑΠ 769/2015).

Γ. Με τις αυτές διατάξεις των άρθρων 744 και 759 παρ. 3 ΚΠολΔ, εισάγεται απόκλιση από την ρύθμιση του άρθρου 106 ΚΠολΔ και καθιερώνεται για τις υποθέσεις της εκούσιας δικαιοδοσίας το ανακριτικό σύστημα, το οποίο παρέχει στο δικαστήριο ελευθερία αυτεπάγγελτης ενέργειας και συλλογής του αποδεικτικού υλικού και εξακρίβωσης πραγματικών γεγονότων και μάλιστα ακόμη και μη προταθέντων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Δ. Η ειδική αυτή ρύθμιση καταλαμβάνει τις γνήσιες και μη γνήσιες υποθέσεις της εκούσιας δικαιοδοσίας, δηλαδή και εκείνες τις ιδιωτικές διαφορές που ο νόμος παραπέμπει για εκδίκαση στην ειδική αυτή διαδικασία, λόγω της απλότητας και συντομίας από την οποία κυριαρχείται.

Ε. Η εξουσία του δικαστηρίου για λήψη κάθε πρόσφορου μέτρου για την ανεύρεση της αλήθειας δεν οριοθετείται από το νόμο και άρα είναι απεριόριστη, λαμβάνει δε υπόψη ακόμη και άκυρα ή ανυπόστατα αποδεικτικά μέσα, μη πληρούντα τους όρους του νόμου αποδεικτικά μέσα ή αποδεικτικά μέσα εκτός του καταλόγου του άρθρου 339 ΚΠολΔ και αποδεσμεύεται από τους αποδεικτικούς τύπους της αυστηρής απόδειξης (ΑΠ 257/2020, ΑΠ 769/2015, ΑΠ 438/2019, ΑΠ 11/2010).

Α. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 237 παρ. 4 εδ. ζ, όπως αυτό αντικαταστάθηκε και ισχύει από 1.01.2016 με τον ν. 4335/2015, «κατά την ορισμένη δικάσιμο δεν εξετάζονται μάρτυρες και η υπόθεση συζητείται και χωρίς την παρουσία των διαδίκων ή των πληρεξούσιων δικηγόρων τους», ενώ σύμφωνα με το άρθρο 237 παρ. 6 του νέου ΚΠολΔ, «αν από τη μελέτη του φακέλου της δικογραφίας κρίνεται απολύτως αναγκαία η εξέταση μαρτύρων στο ακροατήριο, ενός από κάθε πλευρά από εκείνους που έδωσαν ένορκη βεβαίωση ή σε περίπτωση ανυπαρξίας αυτών από τους προτεινόμενους από κάθε πλευρά, με απλή διάταξη του προέδρου επί πολυμελούς πρωτοδικείου ή του δικαστή της υπόθεσης επί μονομελούς πρωτοδικείου και ειρηνοδικείου, διατάσσεται η επανάληψη της συζήτησης στο ακροατήριο σε χρόνο όχι συντομότερο από δεκαπέντε (15) ημέρες, για την εξέταση των μαρτύρων ενώπιον του ήδη ορισμένου δικαστή, στον τόπο και στην ημέρα και ώρα που ορίζεται με τη διάταξη αυτή μέσα στο ίδιο δικαστικό έτος, εκτός αν αυτό είναι χρονικά αδύνατο».

Β. Από το συνδυασμό των παραπάνω άρθρων του νέου ΚΠολΔ, συνάγεται ότι η εμμάρτυρος απόδειξη με το ν. 4335/2015, έχει καταρχήν καταργηθεί στην τακτική διαδικασία, εκτός αν ο δικαστής που δικάζει την υπόθεση κρίνει διαφορετικά, όπως αποτυπώνεται στο προαναφερόμενο άρθρο. Επομένως, αυτό σημαίνει ότι η εμμάρτυρος απόδειξη δεν απαγορεύεται ούτε στη διαδικασία αυτή, απλώς η αναγκαιότητα της εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια και τη δικανική κρίση του δικάζοντος δικαστή στη συγκεκριμένη κάθε φορά επίδικη περίπτωση (ΜονΠρΧανιων 197/2017).

Α. Σύμφωνα με τις διατάξεις των παρ. 1 και 2 του άρθρου 393 ΚΠολΔ, δεν επιτρέπεται να αποδειχθούν με μάρτυρες συμβάσεις, ή συλλογικές πράξεις, καθώς και πρόσθετα συμφώνα, προγενέστερα, σύγχρονα ή μεταγενέστερα δικαιοπραξίας που έχει συνταχθεί εγγράφως όταν η αξία του αντικειμένου τους υπερβαίνει τα 30.000 ευρώ, έστω και αν δεν είναι αντίθετα προς το περιεχόμενο του εγγράφου. Δεν επιτρέπεται η απόδειξη με μάρτυρες κατά του περιεχομένου εγγράφου.

Β. Ο περιορισμός αφορά την απόδειξη της κατάρτισης της σύμβασης ή της συλλογικής πράξης, το περιεχόμενο της έγγραφης δικαιοπραξίας, ή των πρόσθετων συμφώνων και όχι τα αποσβεστικά γεγονότα αυτών, ή τα πραγματικά γεγονότα που, βάσει των συμφωνηθέντων, συνιστούν πλημμελή ή ελλιπή εκπλήρωση.

Α. Κατά το άρθρο 339 ΚΠολΔ, στα αποδεικτικά μέσα περιλαμβάνονται και τα δικαστικά τεκμήρια, η χρήση των οποίων, όπως προκύπτει από το άρθρο 395 ΚΠολΔ, επιτρέπεται, όταν δεν αποκλείεται, αλλά επιτρέπεται, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 393 και 394  ΚΠολΔ, η απόδειξη με μάρτυρες.

Β. Τα τεκμήρια μπορούν να συναχθούν από το δικαστή από οπουδήποτε, επομένως και από έγγραφα άκυρα, ανεπίσημα, ανυπόγραφα ή ανεπικύρωτα (ΑΠ 647/2016, ΑΠ 1531/2012, ΑΠ 189/2011).

Α. Από τον συνδυασμό των διατάξεων 340 παρ. 1 και 393 - 394 ΚΠολΔ, (όπως ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους από το άρθρο 1, άρθρο δεύτερο παρ. 2 του ν. 4335/2015, με έναρξη ισχύος από 1.01.20160)  στις υποθέσεις που εκδικάζονται, τόσο κατά την τακτική διαδικασία ενώπιον των πρωτοβάθμιων δικαστηρίων (ειρηνοδικείων, μονομελών και πολυμελών πρωτοδικείων), όσο και με τις ειδικές διαδικασίες, λαμβάνονται υπ όψιν, τόσο τα αποδεικτικά μέσα που πληρούν τους όρους του νόμου, σύμφωνα με την προβλεπόμενη αποδεικτική αξία του καθενός, όσο και τα αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, τα οποία, με την επιφύλαξη των ως άνω άρθρων 393 και 394 ΚΠολΔ, δηλαδή μόνο εφ όσον είναι επιτρεπτή η εμμάρτυρη απόδειξη, εκτιμώνται και αξιολογούνται ελεύθερα, παράλληλα και αδιακρίτως με τα πληρούντα τους όρους του νόμου αποδεικτικά μέσα.

Β. Τέτοια μη πληρούντα τους όρους του νόμου αποδεικτικά μέσα είναι, έγγραφα αχρονολόγητα, ανεπικύρωτα, άκυρα και μη συντεταγμένα κατ' αποδεικτικό τύπο, καθώς και ιδιωτικά ανυπόγραφα, ή υπέρ του εκδότη τους, γενικά δε κάθε είδους έγγραφα που δεν φέρουν την υπογραφή του εκδότη τους, καθώς και φωτοτυπίες εγγράφων, των οποίων δεν βεβαιώνεται η ακρίβεια τους από αρμόδιο για το σκοπό αυτό πρόσωπο, γενικά δε κάθε είδους έγγραφα (ΑΠ 1757/2011 ΑΠ 1251/2019, ΜονΠρΧανιων 197/2017).

Σύμφωνα με τον αριθμό 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχτηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο ή ότι υπάρχει δεδικασμένο με βάση απόφαση που εξαφανίστηκε ύστερα από ένδικο μέσο ή αναγνωρίστηκε ως ανύπαρκτη.

Η τελεσίδικη απόφαση αποτελεί δεδικασμένο, που δεν επιτρέπει να αμφισβητηθεί και να καταστεί αντικείμενο νέας δίκης το δικαίωμα που κρίθηκε και η δικαιολογική σχέση, από την οποία αυτό έχει παραχθεί. Το δεδικασμένο εκτείνεται στο ουσιαστικό ζήτημα που κρίθηκε, αν η απόφαση έκρινε οριστικά για έννομη σχέση που προβλήθηκε με αγωγή, ανταγωγή, κυρία παρέμβαση ή ένσταση συμψηφισμού.

Έννομη σχέση είναι το σύνολο των εννόμων συνεπειών που κρίθηκαν τελεσιδίκως, όχι δε και τα γενεσιουργά ή αποσβεστικά των τελεσιδίκως κριθέντων εννόμων συνεπειών περιστατικά.

Δεδικασμένο παράγεται και από τελεσίδικη απόφαση που εκδίδεται επί αναγνωριστικής αγωγής, αφού και στην περίπτωση αυτή τέμνει την διαφορά, όπως και στην περίπτωση της καταψηφιστικής αγωγής, η έκταση δε αυτού προσδιορίζεται από το περιεχόμενο του αιτήματος που απευθύνθηκε προς το δικαστήριο (ΟλΑΠ 959/1985, ΑΠ  313/2018).

Σύμφωνα με το άρθρο 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο για τους παρακάτω λόγους

Αριθμός 1

Αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς.

Ο λόγος αναιρέσεως για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν έπρεπε καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή. Η παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία του κανόνα δικαίου, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σε αυτόν των περιστατικών της ατομικής περιπτώσεως (ΟλΑΠ 10/2011, ΑΠ191/2013, ΑΠ486,568/13, ΑΠ 382/2020)

Αριθμός 2

Αν το δικαστήριο δεν είχε τη νόμιμη σύνθεση ή έλαβε μέρος στη σύνθεσή του δικαστής του οποίου είχε γίνει δεκτή η εξαίρεση ή κατά του οποίου είχε ασκηθεί αγωγή κακοδικίας.

Αριθμός 3

Αν το δικαστήριο απέρριψε την αίτηση για εξαίρεση δικαστή, αν και ο δικαστής αυτός, σύμφωνα με τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε η απόφαση, έπρεπε κατά το νόμο να εξαιρεθεί.

Αριθμός 4

Αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων.

Υφίσταται υπέρβαση δικαιοδοσίας, όταν τα πολιτικά δικαστήρια επιλαμβάνονται υπόθεσης, η οποία, κατά το νόμο, ανήκει στη δικαιοδοσία άλλου δικαστηρίου, ποινικού, ή διοικητικού, ή στη δικαιοδοσία διοικητικής αρχής (Ολ.ΑΠ 5/1995). Όταν το δικαστήριο, αν και έχει δικαιοδοσία για την έρευνα της υπόθεσης, απορρίπτει την αίτηση δικαστικής προστασίας για έλλειψη δικαιοδοσίας, (αρνητική υπέρβαση δικαιοδοσίας), υποπίπτει στην πλημμέλεια της παρά το νόμο κήρυξης απαραδέκτου του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 487/2011, ΑΠ  741/2017).

Αριθμός 5

Αν το δικαστήριο σε περίπτωση καθ' ύλην αρμοδιότητας εσφαλμένα δέχτηκε ότι είναι αρμόδιο ή αναρμόδιο, με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 47 ΚΠολΔ, ή αν το δικαστήριο στο οποίο παραπέμφθηκε η υπόθεση παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 46 ΚΠολΔ.

Ο λόγος αναιρέσεως ιδρύεται μόνον όταν υπάρχει σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας αναφερόμενο σε παραδοχή καθ' ύλην αρμοδιότητας ή αναρμοδιότητας αυτού του ιδίου (ΑΠ 938/2019, ΑΠ 700/2019).

Αριθμός 6

Αν παρά το νόμο και ιδίως παρά τις σχετικές με την επίδοση διατάξεις ο διάδικος δικάστηκε ερήμην.

Ο λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 6 ΚΠολΔ δημιουργείται μόνον αν ο διάδικος δικάσθηκε ερήμην παρά το νόμο, ιδίως, παρά τις διατάξεις για την επίδοση, όχι όμως και όταν αυτός δικάστηκε κατ' αντιμωλία, ενώ θα έπρεπε, για κάποιο τυπικό λόγο, (μη κατάθεση εμπρόθεσμων προτάσεων), να θεωρηθεί ως δικαζόμενος ερήμην (ΑΠ 496/2017, ΑΠ 36/2020).

Αριθμός 7

Αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας.

Αριθμός 8

Αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ως πράγματα κατά την έννοια της διάταξης νοούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, ή αντένστασης (ΑΠ 95/2017, ΑΠ 1/2016).

Αριθμός 9

Αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη.

Στις περιπτώσεις α) και β) αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε, ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν. Στην περίπτωση γ) αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως «αίτηση», κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή αυτής (ΑΠ 1591/2017, ΑΠ 886/2017, ΑΠ 704/2011, ΑΠ 777/2010, ΑΠ 871/2019, ΑΠ 854/2019).

Αριθμός 10

Αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη.

Ο λόγος αυτός ιδρύεται όταν για τα «πράγματα» που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο δεν έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε απόδειξη, ή όταν το δικαστήριο δεν εκθέτει στην απόφασή του, έστω και γενικά, από ποία αποδεικτικά μέσα έχει αντλήσει την απόδειξη για «πράγματα» που δέχθηκε ως αληθινά. Ως «πράγματα» νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση, ή παρακώλυση, του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής (ανταγωγής, ένστασης) όχι όμως και οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους (ΑΠ 1864/2017, ΑΠ 97/2016, ΑΠ 677/2015). (ΑΠ 677/2015, ΑΠ 2148/2007, ΑΠ 1093/2020).

Αριθμός 11

Αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν.

Με την περίπτωση α) ιδρύεται αναιρετικός λόγος, όταν το δικαστήριο έλαβε υπ όψιν του αποδεικτικά μέσα, που ο νόμος δεν επιτρέπει. Με την περίπτωση β) αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν. Η περίπτωση γ) ιδρύει τον αναιρετικό λόγο, υπό την αυτονόητη προϋπόθεση ότι το αποδεικτικό μέσο, το οποίο προβάλλεται ως μη ληφθέν υπόψη, απέβλεπε στην απόδειξη πραγματικού γεγονότος που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 14/2005, ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 771/2020, ΑΠ 835/2008, ΑΠ 1416/2007, ΑΠ 1091/2019).

Αριθμός 12

Αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων.

Ο λόγος ιδρύεται, όταν το δικαστήριο προσέδωσε σε αποδεικτικό μέσο εξαιρετική δύναμη, που δεν είχε κατά νόμο, ή δεν του προσέδωσε τέτοια δύναμη, παρ ότι είχε κατά νόμο και όχι όταν, εκτιμώντας ελεύθερα τις αποδείξεις, όπως έχει δικαίωμα από το νόμο (άρθρο 340 ΚΠολΔ), αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα μεγαλύτερη βαρύτητα, ή αξιοπιστία από άλλα, που έχουν κατά νόμο την ίδια αποδεικτική δύναμη (ΟλΑΠ 11/2005, ΑΠ 1294/2018, ΑΠ 437/2000, ΑΠ 1091/2019).

Αριθμός 13

Αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης.

Ο λόγος ιδρύεται όταν, το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου, αναφορικά με το ρυθμιζόμενο στην διάταξη του άρθρου 338 ΚΠολΔ βάρος της αποδείξεως (ΑΠ 1182/2018, ΑΠ  893/2020, ΑΠ 117/2020).

Αριθμός 14

Αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο.

Ο λόγος αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο (ΑΠ 64/2020). Δεν αναφέρεται σε ακυρότητες του ουσιαστικού δικαίου, η παράβαση των οποίων ελέγχεται αναιρετικώς με τον από το άρθρο 559 αριθ. 1 προβλεπόμενο λόγο (ΑΠ 99/2020, ΑΠ 274/2020).

Αριθμός 15

Αν παρά το νόμο ανακλήθηκε οριστική απόφαση.

Οριστική απόφαση είναι εκείνη με την οποία τελειώνει η δίκη, με την παραδοχή ή την απόρριψη της αγωγής ή άλλου εισαγωγικού δικογράφου και το δικαστήριο απεκδύεται κάθε άλλης εξουσίας στη δικαζόμενη υπόθεση. Μη οριστικές αποφάσεις είναι εκείνες που παρασκευάζουν την υπόθεση, ώστε να καταστεί ώριμη για έκδοση οριστικής απόφασης. Η απόφαση, που είναι εν μέρει οριστική και εν μέρει μη οριστική, δεν υπόκειται σε ανάκληση ως προς τις οριστικές τις διατάξεις, ενώ ως προς τις μη οριστικές μπορεί, είτε αυτεπαγγέλτως, είτε με πρόταση κάποιου διαδίκου, που υποβάλλεται μόνο στη διάρκεια της συζήτησης της υπόθεσης και όχι αυτοτελώς, να ανακληθεί, σε κάθε στάση της δίκης από το δικαστήριο που τις εξέδωσε εωσότου εκδοθεί οριστική απόφαση (ΑΠ1358/2011, 1821/2008, 140/2006).

Αριθμός 16

Αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχτηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο ή ότι υπάρχει δεδικασμένο με βάση απόφαση που εξαφανίστηκε ύστερα από ένδικο μέσο ή αναγνωρίστηκε ως ανύπαρκτη.

Η τελεσίδικη απόφαση αποτελεί δεδικασμένο, που δεν επιτρέπει να αμφισβητηθεί και να καταστεί αντικείμενο νέας δίκης το δικαίωμα που κρίθηκε και η δικαιολογική σχέση, από την οποία αυτό έχει παραχθεί. Το δεδικασμένο εκτείνεται στο ουσιαστικό ζήτημα που κρίθηκε, αν η απόφαση έκρινε οριστικά για έννομη σχέση που προβλήθηκε με αγωγή, ανταγωγή, κυρία παρέμβαση ή ένσταση συμψηφισμού. Δεδικασμένο παράγεται και από τελεσίδικη απόφαση που εκδίδεται επί αναγνωριστικής αγωγής, αφού και στην περίπτωση αυτή τέμνει την διαφορά, όπως και στην περίπτωση της καταψηφιστικής αγωγής, η έκταση δε αυτού προσδιορίζεται από το περιεχόμενο του αιτήματος που απευθύνθηκε προς το δικαστήριο (ΟλΑΠ 959/1985, ΑΠ  313/2018).

Αριθμός 17

Αν η ίδια απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις.

Για την ίδρυση του λόγου απαιτείται, όπως η αντίφαση των διατάξεων εντοπίζεται στο διατακτικό της αποφάσεως και δεν αρκεί η ύπαρξη αντιφάσεων μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού (ΑΠ 537/2016, ΑΠ 309/2014, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 854/2019).

Αριθμός 18

Αν το δικαστήριο της παραπομπής δεν συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση.

Ο λόγος αφορά κάθε παράλειψη του δικαστηρίου της παραπομπής, να συμμορφωθεί προς την αναιρετική απόφαση, σχετικά με το νομικό ζήτημα που κρίθηκε με την απόφαση αυτήν, ανεξάρτητα από το αν το νομικό αυτό ζήτημα ανάγεται στο ουσιαστικό ή στο δικονομικό δίκαιο (ΑΠ 758/2018, ΑΠ 1150/2017, ΑΠ 251/2016, ΑΠ 188/2020)

Αριθμός 19

Αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως, όταν στην ελάσσονα πρότασή της δεν αναφέρονται διόλου, ή αναφέρονται ανεπαρκώς, ή αντιφατικά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του, επί ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ζητήματος και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνος ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε. Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση, ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή, ή αντιφατικό, στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο. Δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές, αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 870/2017, ΑΠ 204/2016, ΑΠ 799/2020).

Αριθμός 20

Αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχτεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό.

Με τον λόγο αυτό αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο. Παραμόρφωση υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει σε διαγνωστικό λάθος (εσφαλμένη ανάγνωση), αποδίδει, δηλαδή, ύστερα από εσφαλμένη ανάγνωση του κειμένου του αποδεικτικού εγγράφου, περιεχόμενο προφανώς διαφορετικό εκείνου που πραγματικά έχει, και κατά προφανή παρανόηση δέχεται ως μνημονευόμενα σε αυτό πραγματικά περιστατικά, τα οποία, όμως, είναι καταδήλως διάφορα των πράγματι διαλαμβανομένων στο έγγραφο (ΑΠ 11/2016, ΑΠ 305/2016, ΑΠ 177/2016, ΑΠ 374/13, ΑΠ 1643/2005, ΑΠ 1093/2020).

Από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλομένων από τους διαδίκους πραγματικών ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπ όψιν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς όμως να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός.

Βέβαια δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αδιστάκτως βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν οι διάδικοι.

Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει τον λόγο αναίρεσης του άρθρου 559 αρ. 11 περ. γ ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 42/2002, ΑΠ 261/2011).

Από το άρθρο 352 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι δικαστική ομολογία, η οποία αποτελεί πλήρη απόδειξη εναντίον εκείνου που ομολόγησε, δεν είναι κάθε ομολογία, αλλά μόνο αυτή που έγινε με σκοπό την αποδοχή του αμφισβητούμενου και επιβλαβούς για αυτόν που ομολογεί γεγονότος (ΑΠ 814/2011).

Δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές, αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 622/1983).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 413/1993).

Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΟλΑΠ 861/1984).

Μόνο το τι αποδείχθηκε, ή δεν αποδείχθηκε, είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε, ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1547/1997).

Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν «αιτιολογία» της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα, ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ούτε εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 16/2005).

Η μη ακριβής διεύθυνση κατοικίας στο δικόγραφο του ενάγοντος (αιτούντος, ανακόπτοντος) δεν επιφέρει οποιαδήποτε δικονομική ακυρότητα κατ’ άρθρα 118 επ. και 505 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 135/1987, ΕφΠειρ 72/2010).

Α. Κατά την διάταξη του άρθρου 927 ΑΚ εκείνος που κατά το άρθρο 926 ΑΚ κατέβαλε ολόκληρη την αποζημίωση έχει δικαίωμα αναγωγής κατά των λοιπών. Η ως άνω διάταξη ρυθμίζει την δυνατότητα που έχει εκείνος από τους περισσότερους συνοφειλέτες που κατέβαλε όλη την αποζημίωση να στραφεί κατά των άλλων συνοφειλετών και να απαιτήσει από αυτούς να αναλάβουν μέρος, ή και όλη την αποζημίωση (δικαίωμα αναγωγής).

Β. Το δικαίωμα αναγωγής στην εσωτερική σχέση μεταξύ των περισσότερων συνοφειλετών, κατά κανόνα ασκείται με αγωγή. Η αγωγή έχει την μορφή αυτοτελούς, ή παρεμπίπτουσας, αναλόγως, του αν α) ο οφειλέτης στην εξωτερική σχέση αποκατέστησε όλη τη ζημία του ζημιωθέντος, ή κατέβαλε περισσότερα από την μερίδα του, ή β) αν ο συνοφειλέτης, που ενήχθη, είτε μόνος, είτε μαζί με άλλους συνοφειλέτες, στη δίκη αποζημιώσεως δεν έχει ακόμη καταβάλει τίποτε και για την περίπτωση ήττας του εγείρει αγωγή (αναγωγή) κατά των λοιπών συνοφειλετών. Στην πρώτη περίπτωση το δικαίωμα αναγωγής ασκείται με αυτοτελή αγωγή, ενώ στη δεύτερη περίπτωση ασκείται με παρεμπίπτουσα αγωγή (ΑΠ 218/2014, ΑΠ 64/2011).

Γ. Και στη μία και στην άλλη περίπτωση, για να είναι νόμιμη η (αν)αγωγή, πρέπει ο ενάγων να αποδέχεται εξ αρχής και την δική του συνυπαιτιότητα. Αντίθετα, εάν δεν την αποδέχεται και υποστηρίζει ότι αποκλειστικά υπαίτιος είναι ο παρεμπιπτόντως εναγόμενος, ή ο ενάγων, τότε δεν έχει θέση η αναγωγή, γιατί αυτή προϋποθέτει συνενοχή. Σε περίπτωση, όμως, αποκλειστικής υπαιτιότητας, μία μόνον ενοχή γεννάται, εκείνη του υπαιτίου και συνεπώς δεν νοείται αναγωγή.

Δ. Τόσο στην αυτοτελή, όσο και στην παρεμπίπτουσα, αγωγή εξ αναγωγής, ο ενάγων πρέπει να επικαλεστεί το βαθμό πταίσματος του εναγομένου και τα πραγματικά περιστατικά που το θεμελιώνουν. Αν ισχυρίζεται ότι ο ίδιος δεν βαρύνεται με υπαιτιότητα και για αυτό πρέπει την ζημία, στην εσωτερική σχέση, να φέρει αποκλειστικά ο εναγόμενος, οφείλει να επικαλεστεί και αποδείξει τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν τον ισχυρισμό αυτό. Στην περίπτωση που δεν μπορέσει να αποδείξει τους ισχυρισμούς του, ή ο καθ' ου η αναγωγή, προβάλλει γεγονότα που δικαιολογούν τον ισχυρισμό ότι ο βαθμός υπαιτιότητας και αιτιότητας κάθε ενός από τους συνοφειλέτες δεν είναι δυνατό να εξακριβωθεί, το δικαστήριο θα εφαρμόσει τον κανόνα της ΑΚ 927 εδ. 3 και θα κατανείμει τη ζημία μεταξύ όλων των συνυποχρέων κατ' ίσα μέρη (ΑΠ 1491/2011, ΑΠ 48/2016).

Α. Κατά την διάταξη του άρθρου 923 ΑΚ «όποιος έχει την εποπτεία ανηλίκου ή ενηλίκου, ο οποίος τελεί υπό δικαστική συμπαράσταση ευθύνεται για τη ζημία που τα πρόσωπα αυτά προξενούν παράνομα σε τρίτο, εκτός αν αποδείξει ότι άσκησε την προσήκουσα εποπτεία ή ότι η ζημία δεν μπορούσε να αποτραπεί. Την ίδια ευθύνη έχει και όποιος ασκεί την εποπτεία με σύμβαση».

Β. Η ανωτέρω διάταξη έχει ως σκοπό, μόνο, την προστασία των τρίτων από παράνομη πράξη του εποπτευομένου (ΑΠ 48/2016).

Γ. Εποπτεία είναι η επίβλεψη, επιτήρηση και προφύλαξη του εποπτευομένου, αναλόγως των περιστάσεων, προκειμένου δε περί ανηλίκου ασκείται από τους έχοντες την γονική μέριμνα αυτού γονείς του, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 1510 ΑΚ και περιλαμβάνεται στα καθήκοντα και δικαιώματα αυτών αλλά και τις υποχρεώσεις τους.

Δ. Για την θεμελίωση ευθύνης του εποπτεύοντας τον ανήλικο απαιτείται η συνδρομή των κατωτέρω προϋποθέσεων,

α) Ύπαρξη υποχρέωσης εποπτείας ανηλίκου, που πηγάζει από το νόμο, ή σύμβαση, που δεν συμπλήρωσε το 18° έτος της ηλικίας του (άρθρο 127 ΑΚ) κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης. Υπόχρεοι εποπτείας ανηλίκου από τον νόμο είναι οι γονείς αυτού στα πλαίσια άσκησης της γονικής μέριμνας (άρθρα 1510, 1513, 1514, 1515 ΑΚ), οι οποίοι ευθύνονται εις ολόκληρον στην περίπτωση που ασκούν την γονική μέριμνα από κοινού.

β) Υπαίτια παραμέληση της εποπτείας που έχει ανατεθεί στον εποπτεύοντα από τον νόμο, η οποία τεκμαίρεται μαχητά σε περίπτωση που ο εποπτευόμενος προκάλεσε παράνομα ζημία σε τρίτον.

γ) Παράνομη πρόκληση ζημίας από τον εποπτευόμενο σε τρίτο, υπό την έννοια ότι η ζημιογόνα συμπεριφορά του εποπτευομένου στοιχειοθετεί την αντικειμενική υπόσταση μιας από τις προβλεπόμενες στη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ αδικοπραξίες, χωρίς να απαιτείται οπωσδήποτε πταίσμα του εποπτευομένου. Σε περίπτωση που ο εποπτευόμενος είναι ικανός προς καταλογισμό και ενήργησε υπαίτια ευθύνεται και ο ίδιος προσωπικά σε αποζημίωση, διατηρούμενης εις ολόκληρον της (συν)ευθύνης του εποπτεύοντος με βάση τις διατάξεις των άρθρων 923 και 926 ΑΚ (ΑΠ 1998/2014).

δ) ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας ανάμεσα στην παραμέληση της εποπτείας από τον εποπτεύοντα και στη ζημιογόνα συμπεριφορά του εποπτευομένου και στην εντεύθεν ζημία του τρίτου. Η συνάφεια αυτή τεκμαίρεται μαχητά σε περίπτωση, που ο εποπτευόμενος προκάλεσε παράνομα ζημία σε τρίτον.

Ε. Με την συνδρομή των παραπάνω προϋποθέσεων σε βάρος του εποπτεύοντος γεννιέται ατομική ευθύνη αυτού για αποκατάσταση της περιουσιακής ζημίας που ο εποπτευόμενος προξενεί σε τρίτο (ΑΠ 1468/2009, ΑΠ 1306/2015).

ΣΤ. Εκτός από την άνω ευθύνη γεννιέται σε βάρος του ιδίου του εποπτεύοντος και υποχρέωση για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης του τρίτου, βάσει της διατάξεως του άρθρου 932 ΑΚ.

Ζ. Ο εποπτεύων-εναγόμενος, για να ανατρέψει τα ανωτέρω μαχητά τεκμήρια, πρέπει να επικαλεστεί και αποδείξει ότι άσκησε την προσήκουσα εποπτεία, ή ότι η αποτροπή της ζημίας δεν ήταν δυνατή, ή ότι δεν τον βαρύνει πταίσμα για την παραμέληση της εποπτείας, ή ότι δεν ήταν από τα πράγματα δυνατή η άσκησή της (ΑΠ 1328/2007, ΑΠ731/2008, ΑΠ 1366/2003, ΑΠ 1998/2014).

Α. Κατά την διάταξη του άρθρου 923 ΑΚ «όποιος έχει την εποπτεία ανηλίκου ή ενηλίκου, ο οποίος τελεί υπό δικαστική συμπαράσταση ευθύνεται για τη ζημία που τα πρόσωπα αυτά προξενούν παράνομα σε τρίτο, εκτός αν αποδείξει ότι άσκησε την προσήκουσα εποπτεία ή ότι η ζημία δεν μπορούσε να αποτραπεί. Την ίδια ευθύνη έχει και όποιος ασκεί την εποπτεία με σύμβαση».

Β. Η ευθύνη του εποπτεύοντος απέναντι στον εποπτευόμενο για ζημία την οποία ο εποπτευόμενος ανήλικος υφίσταται από αδικοπραξία τρίτου, στην πραγμάτωση της οποίας συνέβαλε παραμέληση της εποπτείας, δεν καλύπτεται από την παραπάνω διάταξη του άρθρου 923 ΑΚ, αλλά κρίνεται με βάση την εκ του νόμου, ή την συμβατική σχέση από την οποία πηγάζει η υποχρέωση της εποπτείας, είτε ενδεχομένως στην διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, συνεπεία παράβασης του καθήκοντος επίβλεψης (ΑΠ 48/2016).

Γ. Εποπτεία είναι η επίβλεψη, επιτήρηση και προφύλαξη του εποπτευομένου, αναλόγως των περιστάσεων, προκειμένου δε περί ανηλίκου ασκείται από τους έχοντες την γονική μέριμνα αυτού γονείς του, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 1510 ΑΚ και περιλαμβάνεται στα καθήκοντα και δικαιώματα αυτών αλλά και τις υποχρεώσεις τους.

Δ. Για την βλάβη σε βάρος του ίδιου του εποπτευομένου υπάρχει εις ολόκληρο ευθύνη  του τρίτου και του εποπτεύοντος, κατά τις διατάξεις των άρθρων 926, 927 ΑΚ. Όμως το συντρέχον πταίσμα του εποπτεύοντος στην πρόκληση της ζημίας του εποπτευόμενου δεν μπορεί να αντιταχθεί από τον εναγόμενο τρίτο, κατά της αγωγής αποζημιώσεως του εποπτευομένου, εφ όσον δεν πρόκειται για πταίσμα του ιδίου του εποπτευομένου (ΑΠ 239/2010, ΑΠ 48/2016).

Ε. Στην περίπτωση αυτή, ο ισχυρισμός του εναγομένου τρίτου, περί συνυπαιτιότητας του εποπτεύοντος τον παθόντα-ενάγοντα,  κατ' άρθρο 300 ΑΚ, δεν είναι νόμιμος. Είναι, όμως νόμιμος, όταν ο εποπτεύων ζητά αποζημίωση από τον τρίτο για δική του ζημία (ΑΠ 532/2012, ΑΠ 1106/2011, ΑΠ 239/2010, ΑΠ 48/2016).

ΣΤ. Ο ευθυνόμενος, αν αποζημιώσει τον εποπτευόμενο σε περίπτωση που η αδικοπραξία οφείλεται στην παραμέληση της εποπτείας του από το νόμιμο αντιπρόσωπό του, μπορεί να στραφεί αναγωγικώς, κατ άρθρο 927 ΑΚ, κατά του εποπτεύοντος και να απαιτήσει όσα κατέβαλε, ισχυριζόμενος και αποδεικνύων ότι ο τραυματισμός του εποπτευομένου οφείλεται σε παράβαση του καθήκοντος εποπτείας εκ μέρους εκείνου (ΑΠ 1743/2007, ΑΠ 48/2016).

Α. Γενικός κανόνας της αδικοπραξίας είναι ότι όποιος ζημιώσει άλλον υποχρεώνεται σε αποζημίωση (άρθ. 914 ΑΚ και 105 ΕισΝ ΑΚ). Για να μη διευρυνθεί όμως υπέρμετρα ο κύκλος των δικαιουμένων αποζημιώσεως, όταν πρόκειται για εμμέσως ζημιωθέντες, ο νομοθέτης περιόρισε τον κύκλο των υπαγομένων στο γενικό κανόνα για αποζημίωση, εκτός από τον ίδιο τον παθόντα μόνο στα μέλη της οικογένειας και συγκεκριμένα στον ή στη σύζυγο, τους γονείς και τα τέκνα, πρόσωπα τα οποία δικαιούνται αποζημίωση λόγω στέρησης της διατροφής ή παροχής υπηρεσιών (ΑΚ 928 εδ. β' και 929 εδ. β'). Οι ρυθμίσεις αυτές αποτελούν ειδικότερη εκδήλωση και εφαρμογή των αναφερομένων στον ειδικό και αδιάσπαστο νομικό δεσμό των μελών της οικογένειας διατάξεων των άρθρων 1507, 1508, 1485, 1486, 1489 εδ. β' και 1493 του ΑΚ και ως εκ τούτου οι πιο πάνω περιπτώσεις αποζημιώσεως των εμμέσως ζημιουμένων είναι περιοριστικές, ως προς τον κύκλο των δικαιουμένων της αποζημιώσεως προσώπων (ΑΠ 656/2019).

Β. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 299 ΑΚ, για μη περιουσιακή ζημία οφείλεται χρηματική ικανοποίηση στις περιπτώσεις, που ορίζει ο νόμος. Μια τέτοια περίπτωση είναι και η χρηματική ικανοποίηση των μελών της υπό τη στενή έννοια οικογένειας του παθόντος (γονείς, τέκνα, σύζυγος) λόγω του έντονου ψυχικού πόνου, που υφίστανται από το θάνατό του, την οποία προβλέπει η διάταξη του τρίτου εδαφίου του άρθρου 932 ΑΚ. Με τη διάταξη αυτή ο νομοθέτης επιδίωξε κατά τρόπο εμφαντικό, να κατοχυρώσει την ικανοποίηση των μελών της οικογένειας, λόγω της ψυχικής οδύνης, που οπωσδήποτε υφίστανται από το θάνατο οικείου προσώπου, κρίνοντας ότι η περίπτωση αυτή, ως αφορώσα βαρύτατη προσβολή της προσωπικότητάς τους, χρήζει ιδιαίτερης μέριμνας. Από την διάταξη όμως του άρθρου 932 ΑΚ, προκύπτει σαφώς ότι δικαιούχος της απαίτησης για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης είναι μόνο το πρόσωπο που άμεσα υπέστη την ηθική βλάβη από την αδικοπραξία. Τέτοιο πρόσωπο είναι ο φορέας του προσβληθέντος εννόμου αγαθού και επί βλάβης του σώματος, ή της υγείας εκείνος που την υπέστη (ο παθών).

Γ. Συνεπώς τρίτα πρόσωπα δεν δικαιούνται κατά νόμο χρηματική ικανοποίηση, έστω και αν αυτά λόγω του στενού συγγενικού δεσμού προς τον παθόντα δοκιμάζουν ψυχικό πόνο και στενοχώρια, όπως στην περίπτωση του συζύγου, των γονέων ή αδελφών, από τη βλάβη του σώματος, ή της υγείας του συζύγου, τέκνου τους ή αδελφού, γιατί στην περίπτωση αυτή η ηθική βλάβη των προσώπων αυτών είναι έμμεση και ως εκ τούτου δεν αποκαθίσταται (Απ. Γεωργιάδη-Μιχ. Σταθόπουλου Κατ άρθρον ερμηνεία του ΑΚ άρθρο 932 αρ. 11, ΑΠ 350/1972, ΕφΑθ 7347/1998, ΕφΘεσ 2486/1999)

Δ. Σημειώνεται ότι η διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ δεν έρχεται σε αντίθεση, α)  με τις γενικές διατάξεις των άρθρων 57 και 59 ΑΚ, που ορίζουν ότι όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητα του δικαιούται χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, β) με την διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του Συντάγματος, το οποίο προστατεύει την προσωπικότητα του ατόμου, γ) με το άρθρο 9 παρ. 1 του Συντάγματος, δ) με τα άρθρα 17 παρ. 1 του Συντάγματος και 1 παρ. 1 του Πρόσθετου (Πρώτου) πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α. ε) με τα  άρθρα 6 παρ. 1 και 13 της Ε.Σ.Δ.Α, σύμφωνα με τα οποία κάθε πρόσωπο δικαιούται, να ακουσθεί από το δικαστήριο και σε περίπτωση προσβολής αστικής φύσεως δικαιωμάτων του, να έχει στη διάθεσή του μια αποτελεσματική προσφυγή, καθώς και στ) με τα άρθρα 8 της Ε.Σ.Δ.Ρ.Α.,  23 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα του Ο.Η.Ε. και 10 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Οικονομικά και Πολιτιστικά Δικαιώματα του Ο.Η.Ε ΕφΑθ 6082\96, ΕφΑθ3539\97, ΑΠ 694\2005, ΕφΡόδου 225\2004, ΕφΛαρ 647\2004, ΑΠ 624/2010,  ΕφΠειρ 102/2011).      

Ε. Έτσι, στην περίπτωση της σωματικής βλάβης από πρόθεση, ή από αμέλεια, δικαιούχος της απαίτησης για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης είναι μόνο ο φορέας του έννομου αγαθού της σωματικής ακεραιότητας, που υπέστη την προσβολή, και όχι τρίτα πρόσωπα, που ανήκουν συνήθως στο άμεσο οικογενειακό περιβάλλον του θύματος της αδικοπραξίας, έστω και αν αυτά υφίστανται ψυχική στεναχώρια και πόνο από την αδικοπραξία, που στρέφεται κατά του οικείου τους, γιατί θεωρούνται τρίτοι και δεν καθίστανται και αυτά φορείς της σχετικής αξίωσης για χρηματική ικανοποίηση (ΕφΑθ. 430\90,

ΣΤ. Η διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ δεν επιδέχεται αναλογική, ή διασταλτική ερμηνεία, ώστε να καλύψει αξιώσεις τρίτων συγγενικών προσώπων, γιατί έχει την έννοια ότι αποκλείεται να επιδικασθεί σε μέλη της οικογένειας χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, ακόμη και σε περίπτωση που αυτά υφίστανται ψυχικό πόνο ανάλογο με την προκαλούμενη από τον θάνατο ψυχική  οδύνη. Ίσως η μοναδική, να δύναται να θεωρηθεί η περίπτωση κάποιων τραυματισμών με μόνιμες και βαριές συνέπειες που συνδέονται με την απώλεια σημαντικών λειτουργιών του σώματος, ή της διάνοιας, οι οποίες ελάχιστα απέχουν από τον βιολογικό θάνατο, δηλαδή να βρίσκεται ο παθών για μεγάλο χρονικό διάστημα σε κωματώδη κατάσταση, σε πλήρη έλλειψη επαφής με το περιβάλλον με διάγνωση μη επαναφοράς, οδηγούσα προς την κατεύθυνση του φυσικού θανάτου, όπως κρίθηκε με την ΕφΛαρ 259/07, αλλά στην περίπτωση αυτή η ηθική βλάβη που υπέστη το συγγενικό πρόσωπο πρέπει να ανάγεται αποκλειστικά στο πρόσωπο του παθόντος από τον τραυματισμό και να μην συνδέεται με καταστάσεις που αφορούν τον πρόσωπο του προσβληθέντος συγγενούς.

Κατά το άρθρο 64 ΚΠολΔ, οι ανίκανοι προς το παρίστασθαι στο δικαστήριο με το δικό τους όνομα, εκπροσωπούνται από τους νόμιμους αντιπροσώπους τους.

Προκειμένου περί ανηλίκων, οι οποίοι, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 127 παρ. 1 ΑΚ, 63 και 64 ΚΠολΔ, ως ανίκανοι για δικαιοπραξία δεν έχουν δικαίωμα να παρίστανται στο δικαστήριο με το δικό τους όνομα, στο δικαστήριο εκπροσωπούνται από τους οι γονείς τους, οι οποίοι, κατ' άρθρο 1510 ΑΚ, από κοινού ασκούν την γονική μέριμνα επ αυτών (ΑΠ 1864/1984, 511/1989, 1005/2006).

Α. Κατά το άρθρο 928 εδ. β ΑΚ, σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου, ο υπαίτιος υποχρεούται να αποζημιώσει εκείνον που κατά νόμο είχε δικαίωμα να απαιτήσει από το θύμα διατροφή, ή παροχή υπηρεσιών.

Β. Κατά το άρθρο 1508 ΑΚ, το τέκνο, εφ όσον αποτελεί μέλος του οίκου των γονέων του και ανατρέφεται, ή διατρέφεται, από αυτούς, υποχρεούται να παρέχει στους γονείς του για τη διοίκηση του οίκου, ή την άσκηση του επαγγέλματός τους, υπηρεσίες ανάλογες με τις δυνάμεις τους και τις βιοτικές συνθήκες του ίδιου και της οικογένειάς του.

Γ. Από την διάταξη αυτή, που είναι αναγκαστικού δικαίου, συνάγεται ότι για να δημιουργηθεί υποχρέωση του τέκνου προς παροχή υπηρεσιών, χωρίς αντίστοιχο δικαίωμα αμοιβής, προς τους γονείς ή τον γονέα, που παρέχουν σ' αυτό διατροφή, όταν είναι ενήλικο, ή μεριμνούν για την ανατροφή του όταν είναι ανήλικο, πρέπει να συντρέχουν οι εξής προϋποθέσεις

α) Το τέκνο να έχει συμπληρωμένο τουλάχιστον το 14ο έτος της ηλικίας του, πριν από το οποίο δεν είναι επιτρεπτή, κατά το άρθρο 135 ΑΚ, ούτε η εκμίσθωση της εργασίας του τέκνου σε τρίτους

β) Να συνοικεί με τους γονείς του, έστω και αν είναι έγγαμο ή περιοδικά διαμένει σε διαφορετικό τόπο ή οικία.

γ) Να διατρέφεται από τους γονείς του, δηλαδή να παρέχονται σ' αυτό σε είδος και χρήμα τα απαραίτητα μέσα για τροφή, ένδυση, στέγαση, ψυχαγωγία, μόρφωση και επαγγελματική εκπαίδευση, ανεξαρτήτως αν η παροχή της διατροφής αυτής είναι εκούσια ή επιβάλλεται κατ' άρθρο 1485 επ. ΑΚ και

δ) Οι υπηρεσίες του τέκνου για τη διοίκηση του οίκου των γονέων του ή την άσκηση του επαγγέλματός τους να βρίσκονται σε αναλογία τόσο με τις δυνάμεις του τέκνου, όσο και με τις βιοτικές συνθήκες του ίδιου και των γονέων του, που υπαγορεύουν την ανάγκη παροχής των υπηρεσιών του.

Δ. Από το συνδυασμό και των δύο διατάξεων αυτών προκύπτει ότι σε περίπτωση θανάτωσης τέκνου, που αποτελούσε μέλος του οίκου των γονέων του και ανατρεφόταν, ή διατρεφόταν, από αυτούς, ο υπαίτιος για την θανάτωσή του έχει υποχρέωση να αποζημιώσει τους γονείς του, οι οποίοι είχαν δικαίωμα, κατά το άρθρο 1508 ΑΚ, να απαιτούν από το θανατωθέν τέκνο τους, για την διοίκηση του οίκου τους, ή την άσκηση του επαγγέλματός τους, υπηρεσίες ανάλογες με τις δυνάμεις του και τις βιοτικές συνθήκες του ίδιου και της οικογένειάς του. Η υποχρέωση αυτή της αποζημιώσεως υπάρχει, είτε είναι η ευθύνη υποκειμενική, είτε αντικειμενική, ενώ ο δικαιούχος υπόκειται στην ένσταση του άρθρο 300 ΑΚ (ΑΠ 505/1999, ΑΠ 1447/1983, ΑΠ 121/1979). ΑΠ 1297/2014

Ε. Σε συνδυασμό με την διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι για το ορισμένο της σχετικής αγωγής αρκεί να εκτίθεται σε αυτή ότι το τέκνο αποτελούσε μέλος του οίκου των γονέων του και διατρεφόταν απ αυτούς, καθώς και να προσδιορίζεται το είδος και η έκταση των υπηρεσιών που προσέφερε, ώστε να καθίσταται δυνατό να κριθεί αν αυτές ήταν ανάλογες με τις δυνάμεις και τις βιοτικές του συνθήκες και να αποτιμηθεί η αξία τους (ΑΠ 303/2005).

Από τις διατάξεις των άρθρων 297-299, 914 και 928 ΑΚ προκύπτει, ότι τότε μόνο υφίσταται υποχρέωση προς αποζημίωση, όταν μεταξύ της υπαίτιας ζημιογόνου πράξεως ή παραλείψεως και του επιζήμιου αποτελέσματος υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος.

Α. Στην περίπτωση μελλοντικής ζημίας προσαπαιτείται να είναι δυνατός από πριν ο προσδιορισμός της. Η αιτιώδης διαδρομή μεταξύ πράξεως και ζημίας πρέπει να προσδοκάται με πιθανότητα, η οποία δεν υπάρχει όταν παρεμβάλλονται μελλοντικοί αστάθμητοι παράγοντες, που καθιστούν την ζημία άδηλη και υποθετική και προσδίδουν σ' αυτήν χαρακτήρα απλής ελπίδας ή προσδοκίας και όχι κεκτημένου δικαιώματος, που μπορεί να επιδιωχθεί με αγωγή (Μπαλή, ΕνοχΔ 623 αρ. 6, Κρητικό αρ. 311, ΕφΔωδ 107/ 1997, ΕφΑΘ 4353/1986).

Β. Εάν όμως η πραγματοποίησή της στο μέλλον εξαρτάται και από άλλους παράγοντες, που, κατά την άσκηση ή έστω μέχρι τη συζήτησή της, είναι άγνωστοι και αστάθμητοι, από πιθανότητες, οι οποίες είναι ενδεχόμενο να επέλθουν ή όχι στο μέλλον και των οποίων η πραγματοποίηση στο μέλλον είναι αδύνατο, κατά τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής, να προβλεφθεί με ασφάλεια κατά το χρόνο που αυτή συζητείται, δεν μπορεί να απαιτηθεί αποζημίωση από τώρα ως πρόωρη, γιατί η σχετική αξίωση, δεν έχει πλήρως γεννηθεί και διαμορφωθεί και δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί το πραγματικό της αγωγής, αναβαλλόμενου του καθορισμού της αποζημιώσεως και της καταδίκης των εναγόμενων σε μεταγενέστερο χρόνο (βλΕφΑΘ 7995/2006 ΕλλΔ/νη 2008.222 και τις εκεί παραπομπές, (ΑΠ 2076/2006).

Γ. Η διάταξη του άρθρου 929 εδ. β' ΑΚ έχει ουσιαστικό μεν χαρακτήρα, εφ όσον καθορίζει τα στοιχεία της αξιώσεως αποζημιώσεως, και δικονομικό χαρακτήρα, εφ όσον επιτρέπει στον δικαστή να αρκεσθεί σε απλή πιθανολόγηση (ΑΠ 1306/2003). Εν όψει αυτών, στην περίπτωση που από την εκτίμηση των αποδείξεων προκύψει κατά την κρίση του Δικαστηρίου ότι η ζημία του ενάγοντος που εμφανιζόταν κατά την αγωγή ως πιθανή κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων, είναι απλά ενδεχόμενη, στην περίπτωση αυτή η αγωγή απορρίπτεται, η απόρριψη δε αυτή έχει την έννοια ότι η αγωγή ασκήθηκε πρόωρα (ΑΠ 2076/2006).

Από την διάταξη του άρθρου 1439 παρ. 3 ΑΚ καθιερώνεται ως λόγος διαζυγίου ο αντικειμενικός κλονισμός της έγγαμης σχέσης των συζύγων, που προκύπτει εφ όσον αποδειχθεί διετής διάσταση.

Α. Η διετής διάσταση υπολογίζεται αναδρομικά από τον χρόνο της πρώτης στο ακροατήριο κατ' ουσίαν συζήτησης της αγωγής, Εφ όσον τεκμαίρεται αμάχητα ο κλονισμός των σχέσεων των συζύγων και το δικαστήριο χωρεί, μετά και την διαπίστωση της πρόθεσης για διάσταση, στη λύση του γάμου.

Β. Ως διάσταση, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοείται εκείνη κατά την οποίαν οι σύζυγοι απομακρύνονται φυσικώς και ψυχικώς μεταξύ τους, με την θέληση να μην έχουν πλέον κοινωνία βίου, ανεξάρτητα από το εάν η απομάκρυνση αυτή, ως πραγματικό γεγονός, είναι αποτέλεσμα της πρωτοβουλίας του ενός από τους συζύγους, ή και των δύο και ανεξάρτητα από το εάν διαμένουν στην ίδια κατοικία, αλλά υπό καθεστώς χωρισμού από τραπέζης και κοίτης. Η υποκειμενική πρόθεση διακοπής της έγγαμης συμβίωσης (ψυχικό στοιχείο), που δεν αφορά υποχρεωτικά τον ενάγοντα, ή μπορεί να αφορά και τους δύο, δεν αρκεί να αποτελεί ενδόμυχη διάθεση ή επιθυμία, αλλά πρέπει να εκδηλώνεται και εξωτερικά.

Γ. Με το ανωτέρω περιεχόμενο της διάστασης, ο νόμος, για να διευκολύνει την προσπάθεια αποκατάστασης των συζυγικών σχέσεων, δεν θεωρεί ότι παρεμποδίζουν τη συμπλήρωση του χρόνου οι μικρές διακοπές της διάστασης, που γίνονται προς επίτευξη της αποκατάστασης, παρά το ότι, στην περίπτωση αυτή, ελλείπει η πρόθεση διακοπής της συμβίωσης, ενώ κατά μείζονα λόγο δεν ελλείπει η διάσταση, όταν παρεμβάλλονται μικρές διακοπές εξ' άλλων λόγων, που δεν αναιρούν την σταθερή εξακολουθητικά υπάρχουσα πρόθεση διάσπασης του συζυγικού δεσμού.

Δ. Η επίκληση της διετούς διάστασης είναι στοιχείο της ιστορικής βάσης της αγωγής διαζυγίου, η οποία στηρίζεται στον ανωτέρω λόγο, ο δε ισχυρισμός του εναγομένου ότι δεν έχει συμπληρωθεί η διετής διάσταση, γιατί αυτή άρχισε σε χρόνο μεταγενέστερο του επικαλούμενου με την αγωγή, συνιστά αιτιολογημένη άρνηση της ιστορικής βάσης της αγωγής και όχι ένσταση.

Ε. Τα όποια διακοπτικά της ψυχικής και σωματικής απομάκρυνσης περιστατικά, που τυχόν επικαλείται ο εναγόμενος τείνουν σε αποδυνάμωση της έννοιας της διάστασης, που αποτελεί στοιχείο της βάσης της αγωγής και συνιστούν άρνηση, εφ όσον δε, κατά το στάδιο της αποδεικτικής διαδικασίας, προκύψουν τέτοια διακοπτικά περιστατικά, εκτιμώνται ανελέγκτως από το δικαστήριο της ουσίας, αν αναιρούν ή όχι το στοιχείο της διάστασης (ΑΠ 1350/2017, Α 242/2015, ΑΠ 1068/2014, ΑΠ 200/2020, ΑΠ 1164/2020).

Α. Kατά την διάταξη του άρθρου 1400 παρ. 1 ΑΚ «Aν ο γάμος λυθεί ή ακυρωθεί και η περιουσία του ενός συζύγου έχει, αφότου τελέστηκε ο γάμος, αυξηθεί, ο άλλος σύζυγος, εφόσον συνέβαλε με οποιονδήποτε τρόπο στην αύξηση αυτή, δικαιούται να απαιτήσει την απόδοση του μέρους της αύξησης το οποίο προέρχεται από τη δική του συμβολή. Τεκμαίρεται ότι η συμβολή αυτή ανέρχεται στο ένα τρίτο της αύξησης, εκτός αν αποδειχθεί μεγαλύτερη ή μικρότερη ή καμία συμβολή. H προηγούμενη παράγραφος εφαρμόζεται αναλογικά και στην περίπτωση διάστασης των συζύγων, που διάρκεσε περισσότερο από τρία χρόνια. Στην αύξηση της περιουσίας των συζύγων δεν υπολογίζεται ό,τι αυτοί απέκτησαν από δωρεά, κληρονομιά ή κληροδοσία ή με διάθεση των αποκτημάτων από αυτές τις αιτίες».

Β. Προϋποθέσεις της αξίωσης του δικαιούχου συζύγου προς συμμετοχή στα αποκτήματα του άλλου είναι

α) η λύση ή ακύρωση του γάμου, ή, κατ' ανάλογη εφαρμογή, η συμπλήρωση τριετούς διάστασης των συζύγων,

β) η αύξηση της περιουσίας του υποχρέου, αφ ότου τελέσθηκε ο γάμος,

γ) η συμβολή με οποιονδήποτε τρόπο του δικαιούχου συζύγου στην αύξηση αυτή της περιουσίας του υποχρέου κατά τη διάρκεια του γάμου

δ) αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της αύξησης της περιουσίας του υποχρέου συζύγου και της συμβολής του ενάγοντος δικαιούχου συζύγου.

Γ. Η απαίτηση του κάθε συζύγου προς συμμετοχή στα αποκτήματα του άλλου είναι κατ' αρχήν ενοχή αξίας, δηλαδή χρηματική ενοχή, αντικείμενο της οποίας αποτελεί η χρηματική αποτίμηση της περιουσιακής αύξησης του υποχρέου συζύγου, που προέρχεται από τη συμβολή, άμεση ή έμμεση του δικαιούχου (Ολ ΑΠ 28/1996).

Δ. Ως αύξηση νοείται όχι μια συγκεκριμένη κτήση, αλλ' η διαφορά που υπάρχει στην περιουσιακή κατάσταση του υποχρέου σε δύο διαφορετικά χρονικά σημεία, ήτοι κατά την τέλεση του γάμου και κατά το χρόνο που γεννιέται η αξίωση για συμμετοχή στα αποκτήματα.

Από τη σύγκριση της αξίας αυτών, αναγόμενης σε τιμές του χρόνου γέννησης της αξίωσης, θα κριθεί αν υπάρχει περιουσιακή αύξηση του ενός συζύγου που να δικαιολογεί την αξίωση του άλλου για συμμετοχή στα αποκτήματα.

Ε. Για την περαιτέρω αναγωγή σε χρήμα των περιουσιακών στοιχείων, για την εξεύρεση δηλαδή της αξίας τους σε χρήμα, κρίσιμος είναι ο χρόνος της παροχής έννομης προστασίας, δηλαδή ο χρόνος της έγερσης της αγωγής, εάν προκύπτει διαφορά μεταξύ του χρόνου αυτού και του χρόνου της αμετάκλητης λύσης του γάμου, ή της συμπλήρωσης της τριετούς διάστασης.

ΣΤ. Για το στοιχείο της αύξησης λαμβάνεται υπόψη το σύνολο της περιουσιακής κατάστασης του υποχρέου, ώστε, από τη σύγκριση αυτής κατά το χρονικό σημείο τέλεσης του γάμου (αρχική περιουσία) προς εκείνη που υφίσταται κατά το χρονικό σημείο γένεσης της αξίωσης (τελική περιουσία), πρέπει να προκύπτει αύξηση. Η τυχόν ύπαρξη αρχικής περιουσίας ή στοιχείων που την διαφοροποιούν, αποτελεί βάση ένστασης, που προβάλλεται και αποδεικνύεται από τον εναγόμενο.

Ζ. Ο χρόνος λύσης, ή ακύρωσης του γάμου, ή της συμπλήρωσης τριετίας από τη συζυγική διάσταση είναι κρίσιμος για την εξεύρεση της εν λόγω τελικής περιουσίας υπό την έννοια του καθορισμού των περιουσιακών στοιχείων που την αποτελούν. Κατά το χρόνο δε γέννησης της αξίωσης απαιτείται να διατηρείται η αύξηση της περιουσίας που έγινε με τη συμβολή του δικαιούχου συζύγου.

Η. Η συμβολή του τελευταίου στην αύξηση της περιουσίας του υπόχρεου συζύγου, υπό την έννοια των διατάξεων του άρθρου 1400 ΑΚ, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο στην παροχή κεφαλαίου με οποιαδήποτε μορφή, αλλά και στην παροχή υπηρεσιών, αποτιμωμένων σε χρήμα, ακόμη και υπηρεσιών, οι οποίες παρέχονται στο συζυγικό οίκο, όταν και κατά το μέτρο που αυτές δεν επιβάλλονται από την, κατά τα άρθρα 1389 και 1390 του ΑΚ, υποχρέωση συνεισφοράς στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών, κατά το οποίο έμεινε απερίσπαστος από την εκπλήρωση της αντίστοιχης υποχρέωσής του σε συνεισφορά στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών ο υπόχρεος σύζυγος και έτσι εξοικονόμησε δαπάνες και δυνάμεις που συνέβαλαν στην επαύξηση της περιουσίας του.

Θ. Συγκεκριμένα, κατά την διάταξη του άρθρου 1389 ΑΚ οι σύζυγοι έχουν την υποχρέωση να συνεισφέρουν από κοινού, ο καθένας ανάλογα με τις δυνάμεις του, για την αντιμετώπιση των αναγκών της οικογένειας και η συνεισφορά αυτή γίνεται με οποιοδήποτε τρόπο, όπως με την προσωπική εργασία, τα εισοδήματά τους και την περιουσία τους, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 1390 ΑΚ στην υποχρέωση του προηγουμένου άρθρου περιλαμβάνονται η αμοιβαία υποχρέωση των συζύγων για διατροφή τους, η κοινή υποχρέωση για διατροφή των τέκνων τους και γενικά η υποχρέωση για συμβολή τους στη λειτουργία του κοινού οίκου. Το μέτρο της υποχρέωσης προσδιορίζεται ανάλογα με τις συνθήκες της οικογενειακής ζωής και η εκπλήρωσή της γίνεται με τον τρόπο που επιβάλλει η έγγαμη συμβίωση.

Ι. Η αποτίμηση όμως των υπηρεσιών του ενάγοντος, με τις οποίες αυτός συνέβαλε στην επελθούσα αύξηση της περιουσίας του εναγομένου συζύγου του, δεν είναι αναγκαία για το ορισμένο της αγωγής, όταν αυτή ερείδεται επί της εξ 1/3 τεκμαρτής συμβολής του στα αποκτήματα του συζύγου του, ή σε μικρότερο ποσοστό, όπως αντιθέτως απαιτείται, όταν η αγωγή στηρίζεται επί της πραγματικής συμβολής.

ΙΑ. Μόνο στην τελευταία περίπτωση, για να ληφθούν υπόψη και να υπολογισθούν αυτού του είδους οι υπηρεσίες, ως συμβολή στην επαύξηση της περιουσίας του υπόχρεου συζύγου, απαιτείται να γίνεται η, κατά το μέρος που υπερβαίνει το επιβαλλόμενο από την υποχρέωση της συνεισφοράς στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών μέτρο, χρηματική αποτίμησή τους, ή η αποτίμηση των δυνάμεων που εξοικονόμησε από την παροχή τους ο υπόχρεος σύζυγος, εάν προβάλλεται, ότι η εξοικονόμηση αυτή συνέβαλε κατά διαφορετικό από την αποτίμηση των υπηρεσιών ποσό στην αύξηση της περιουσίας του υπόχρεου που διαφορετικά δεν θα επιτυγχανόταν χωρίς αυτήν. Κατά συνέπεια, οι υπηρεσίες αυτές πρέπει να προσδιορίζονται κατ' είδος και αξία, τόσο στην αγωγή, όσο και στην απόφαση, μόνο όταν και κατά το μέρος που υπερβαίνουν το μέτρο το επιβαλλόμενο από την υποχρέωση συμβολής στις οικογενειακές ανάγκες.

ΙΒ. Όταν όμως ζητείται η επιδίκαση του τεκμαιρομένου ποσοστού (1/3) των αποκτημάτων, ο ενάγων θα δικαιούται το ένα τρίτο από την επαύξηση της περιουσίας του άλλου συζύγου, χωρίς να χρειάζεται να επικαλεσθεί και αποδείξει οποιαδήποτε συμβολή του στην αύξηση αυτή, υπό την προϋπόθεση βέβαια της επίκλησης και απόδειξης τέτοιας αύξησης της περιουσίας του άλλου συζύγου.

ΙΓ. Ωστόσο, ο εναγόμενος, ως υπόχρεος σύζυγος, του οποίου η περιουσία αυξήθηκε με τη συμβολή του ενάγοντος συζύγου, μπορεί να προβάλει, μεταξύ άλλων, ότι η συμβολή του ενάγοντος ήταν κάτω από το ένα τρίτο, ή ότι δεν υπάρχει καμία συμβολή. Για να γίνει όμως δεκτή η ανυπαρξία συμβολής που αποκλείει την αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα, θα πρέπει ο εναγόμενος σύζυγος να επικαλεσθεί και αποδείξει ότι ο δικαιούχος της αξίωσης συμμετοχής σύζυγος, είτε δεν μπορούσε εκ των πραγμάτων, είτε δεν ήθελε να συμβάλει και ότι η επαύξηση της περιουσίας οφείλεται μόνο στον ίδιο.

ΙΔ. Ο ισχυρισμός αυτός του εναγομένου, ενόψει του ότι το καθιερούμενο από το άρθρο 1400 ΑΚ τεκμήριο της συμβολής συμμετοχής στα αποκτήματα κατά το 1/3 ενεργεί και ως προς τους δύο συζύγους, συνιστά, ως προς την απόκρουση του τεκμηρίου, ένσταση. Έτσι, το καθιερούμενο από τη διάταξη του άρθρου 1400 εδ. β ΑΚ μαχητό τεκμήριο ότι η συμβολή του δικαιούχου συζύγου ανέρχεται στο 1/3 της αύξησης της περιουσίας του υποχρέου, εκτός αν αποδειχθεί μεγαλύτερη ή μικρότερη ή καμία συμβολή, λειτουργεί αμφιμερώς και υπέρ των δύο διαδίκων, με την έννοια ότι αν ο ενάγων ζητήσει με την αγωγή του ποσοστό της αύξησης που αντιστοιχεί σε μεγαλύτερη του 1/3 συμβολή, αυτός υποχρεούται να αποδείξει το μεγαλύτερο του τεκμαρτού ποσοστό της συμβολής του, ενώ ο εναγόμενος μπορεί, κατ' ένσταση, να προβάλει και να αποδείξει ότι ο ενάγων είχε μικρότερη της τεκμαιρόμενης ή και καμία συμβολή.

ΙΕ. Με τη διάταξη αυτή δεν καθιερώνεται ιδιαίτερος τρόπος υπολογισμού της αξίωσης σε σχέση με το ποσοστό του τεκμηρίου, αλλ' απλώς γίνεται κατανομή του βάρους της απόδειξης με βάση μαχητό τεκμήριο, ενώ η αξίωση συμμετοχής στην επαύξηση της περιουσίας του υπόχρεου συζύγου είναι μία και ενιαία, οποιοδήποτε ποσοστό (μεγαλύτερο ή μικρότερο του τεκμαιρομένου) συμμετοχής και αν ζητεί με την αγωγή ο δικαιούχος σύζυγος.

ΙΣΤ. Ο εναγόμενος στην εν λόγω αγωγή μπορεί κατ' ένσταση να ζητήσει, προκειμένου να εξευρεθεί η τελική καθαρή αύξηση της περιουσίας, να αφαιρεθεί το παθητικό αυτής, το οποίο υπάρχει κατά το χρόνο παροχής έννομης προστασίας, δηλαδή κατά το χρόνο της πρώτης συζήτησης της αγωγής (ΑΠ 1550/2018, ΑΠ 1553/2018, ΑΠ 2120/2017, ΑΠ 1316/2017, ΑΠ 1059/2014, ΑΠ 2042/2013, ΑΠ 588/2020).

Η στάθμευση αυτοκινήτου σε parking (ή garage) εμφανίζεται με δύο νομικές μορφές, με διαφορετικές νομικές συνέπειες κάθε μορφή.  

1) Ως μίσθωση χώρου, του άρθρου 574 ΑΚ.

Στην περίπτωση αυτή η στάθμευση του αυτοκινήτου γίνεται συνήθως με αντάλλαγμα, σε χώρο ανοικτό, ή κλειστό parking, που διατίθεται στον κάτοχο του αυτοκινήτου και επιλέγεται από αυτόν, αλλά χωρίς επίβλεψη του αυτοκινήτου από τον εκμεταλλευόμενο το parking. Ο κάτοχος του αυτοκινήτου μετά την στάθμευσή του παραλαμβάνει μαζί του τα κλειδιά του αυτοκινήτου.  

α) Σύμφωνα με τις διατάξεις της μίσθωσης πράγματος των άρθρων 574, 575 ΑΚ, η υποχρέωση του εκμεταλλευομένου το parking εξαντλείται στην παραχώρηση του χώρου και στην διατήρησή του κατάλληλου για τη στάθμευση του αυτοκινήτου, χωρίς να ευθύνεται για φθορές, ή καταστροφή του.

β) Στην περίπτωση αυτή (μίσθωση χώρου) ο εκμεταλλευόμενος το parking δεν ευθύνεται σε αποζημίωση του κατόχου του αυτοκινήτου στην περίπτωση αδυναμίας αποδόσεως του αυτοκινήτου, ή βλάβης του, ή κλοπής, ή απώλειας, των πραγμάτων που είχαν αποτεθεί σ’ αυτό. 

2) Ως σύμβαση αμειβόμενης παρακαταθήκης, του άρθρου 822 ΑΚ.

Στην περίπτωση αυτή η στάθμευση του αυτοκινήτου γίνεται με  αντάλλαγμα σε υπαίθριο (ή κλειστό parking) και ο κάτοχος του αυτοκινήτου, χωρίς να επιλέγει ο ίδιος την θέση στάθμευσης, αφήνει σε αυτό τα κλειδιά του, δίνοντας έτσι την δυνατότητα στον εκμεταλλευόμενο το parking για, ανάλογα με τις περιστάσεις, μεταβολές της θέσεως του αυτοκινήτου.

α) Σύμβαση παρακαταθήκης αποτελεί η σύμβαση, η οποία καταρτίζεται με την παραλαβή από τον εκμεταλλευόμενο το parking του αυτοκινήτου,  που δίδεται σε αυτόν προς φύλαξη από τον κάτοχό του.

β) Κύρια υποχρέωση του εκμεταλλευόμενου το parking είναι η φύλαξη του αυτοκινήτου και του περιεχομένου του. Τούτο γιατί ο εκμεταλλευόμενος το parking αποκτά δυνατότητα επεμβάσεως στο αυτοκίνητο, όπως προξένηση βλαβών, αποτροπή κινδύνου κλοπής κ.λπ. ως και στα πράγματα που είναι αποτεθειμένα σε αυτό.

γ) Στην περίπτωση αυτή (αμειβόμενη παρακαταθήκη) ο εκμεταλλευόμενος το parking ευθύνεται σε αποζημίωση του κατόχου του αυτοκινήτου στην περίπτωση αδυναμίας αποδόσεως του αυτοκινήτου, ή βλάβης του, ή κλοπής, ή απώλειας, των πραγμάτων που είχαν αποτεθεί σ’ αυτό.    

δ) Για την θεμελίωση της σχετικής αγωγής ο κάτοχος του αυτοκινήτου αρκεί να επικαλεσθεί και να αποδείξει την σύμβαση της παρακαταθήκης και την ζημία που υπέστη από την μη εκπλήρωσή της. Ο εκμεταλλευόμενος το parking πρέπει να επικαλεσθεί και να αποδείξει ότι η αδυναμία αποδόσεως του πράγματος οφείλεται στο γεγονός για το οποίο αυτός δεν έχει ευθύνη. Μπορεί επίσης να επικαλεσθεί ότι η απώλεια του πράγματος συνέβη σε χρόνο που αυτός, βάσει συμβατικού όρου, δεν είχε την ευθύνη για τη φύλαξή του, δεδομένου ότι είναι δυνατός με σχετική συμφωνία ο χρονικός περιορισμός της υποχρεώσεώς του προς φύλαξη, δηλ. προς εκπλήρωση μιας από τις κύριες υποχρεώσεις του από τη σύμβαση της παρακαταθήκης, ο οποίος δεν αναιρεί το χαρακτήρα της συμβάσεως αυτής, αλλά περιορίζει κατ' ουσίαν χρονικώς την λειτουργία της με βάση την κατ' άρθρον 361 ΑΚ ελευθερία των συμβάσεων (ΑΠ 232/1982, ΑΠ 685/1974, ΕφΑθ 3262/1988, ΕιρΘεσ 765/2013).

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68, 556 και 558 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, η αίτηση αναίρεσης απευθύνεται μόνο κατ' εκείνων, που ήταν διάδικοι στη δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση και μάλιστα αντίδικοι του αναιρεσείοντος και νίκησαν, ή κατά των καθολικών διαδόχων τους, ή των κληροδόχων τους, όχι όμως και κατά των ομοδίκων του αναιρεσείοντος, όπως είναι οι συνεναγόμενοι αυτού.

Α. Έτσι, η αναίρεση, που απευθύνεται κατά των ομοδίκων του αναιρεσείοντος, είναι κατά το μέρος αυτό απαράδεκτη, γιατί ο τελευταίος δεν έχει έννομο συμφέρον να προσβάλει την απόφαση ως προς αυτούς, εκτός αν στην απόφαση περιελήφθη διάταξη υπέρ αυτών, που τον βλάπτει (ΑΠ 936/2011).

Β. Εξαίρεση από τον κανόνα αυτό δικαιολογείται στις περιπτώσεις που η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση περιέχει διάταξη ευνοϊκή για τον απλό ομόδικο και συγχρόνως βλαπτική για τον αναιρεσείοντα ομόδικο, που οδηγεί στη δημιουργία επιβλαβούς για αυτόν δεδικασμένου (ΑΠ 590/2016, ΑΠ 893/2018).

Με την διάταξη του άρθρου 568 παρ. 4 εδ. τελ. ΚΠολΔ ορίζεται ότι αν ο αναιρεσίβλητος επισπεύδει την συζήτηση, ή την επισπεύδει άλλος διάδικος εκτός από τον αναιρεσείοντα, η κλήση επιδίδεται μέσα στην ίδια προθεσμία με επιμέλεια εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση στον αναιρεσείοντα και τους άλλους διαδίκους. Με την διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 εδάφια α και γ ΚΠολΔ ορίζεται ότι αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανισθεί, ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Με την διάταξη του άρθρου 576 παρ. 3 του ιδίου Κώδικα ορίζεται ότι αν μετέχουν περισσότεροι στη δίκη για την αναίρεση και δεν κλητεύθηκε κάποιος από αυτούς η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους και ότι, σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως, ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς.

Από τον συνδυασμό των πιο πάνω διατάξεων προκύπτει ότι επί αίτησης αναίρεσης στρεφομένης κατά περισσοτέρων αναιρεσιβλήτων που συνδέονται μεταξύ τους με σχέση απλής ομοδικίας, είναι επιτρεπτή η επίσπευση της συζήτησης αυτής από ορισμένους μόνο των αναιρεσιβλήτων ομοδίκων, που παρείχαν προς τούτο εγκύρως εντολή και πληρεξουσιότητα στον εκπροσωπήσαντα αυτούς πληρεξούσιο δικηγόρο (ΑΠ 76/2020).

Με αναίρεση προσβάλλονται οι αποφάσεις των ειρηνοδικείων, των μονομελών και των πολυμελών πρωτοδικείων, καθώς και των εφετείων.

Α. Σύμφωνα με το άρθρο 556 ΚΠολΔ δικαίωμα αναίρεσης έχουν, εφόσον νικήθηκαν ολικά ή εν μέρει στη δίκη που εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ο ενάγων, ο εναγόμενος, ο εκκαλών, ο εφεσίβλητος, εκείνος που ζητεί την αναψηλάφηση, εκείνος κατά του οποίου στρέφεται η αναψηλάφηση, εκείνοι που είχαν ασκήσει κύρια ή πρόσθετη παρέμβαση, οι καθολικοί διάδοχοι και οι ειδικοί διάδοχοι, εφόσον απέκτησαν την ιδιότητα αυτή μετά την άσκηση της αγωγής, καθώς και οι εισαγγελείς, μόνο αν ήταν διάδικοι. Αναίρεση δικαιούται να ασκήσει και ο διάδικος που νίκησε, εφόσον έχει έννομο συμφέρον.

Β. Κατ άρθρο 558 ΚΠολΔ η αναίρεση απευθύνεται κατά εκείνων οι οποίοι ήταν διάδικοι στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ή των καθολικών διαδόχων τους, ή των κληροδόχων τους. Αν υπάρχει αναγκαστική ομοδικία, η αναίρεση πρέπει να απευθύνεται κατά όλων των ομοδίκων, αλλιώς απορρίπτεται ως απαράδεκτη.

Γ. Δεύτερη αναίρεση από τον ίδιο διάδικο κατά της ίδιας απόφασης, ως προς το ίδιο ή άλλο κεφάλαιο, δεν επιτρέπεται.

Ο αναιρετικοί λόγοι του άρθρου 560 ΚΠολΔ στρέφονται κατά αποφάσεων Ειρηνοδικείων και Πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων. Κατά αποφάσεων Εφετείων ισχύουν οι διατάξεις του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Με τον λόγο με αριθμό 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται «αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης».

Α. Σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 106, 335 και 338 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι «πράγματα» που προτάθηκαν, ή δεν προτάθηκαν, των οποίων η λήψη ή μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο ιδρύει τον προβλεπόμενο από αυτή λόγο αναιρέσεως, αποτελούν οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που θεμελιώνουν, ή καταλύουν, την βάση της αγωγής (ανταγωγής, ενστάσεως, αντενστάσεως) και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όχι δε και οι ισχυρισμοί που συνέχονται με την ιστορική αιτία της αγωγής (ενστάσεως, αντενστάσεως) οι οποίοι αποκρούονται, ή γίνονται δεκτοί με την παραδοχή ή την απόρριψη, αντίστοιχα, ως βασίμων ή αβασίμων των θεμελιωτικών της αγωγής (ενστάσεως, αντενστάσεως) πραγματικών γεγονότων (ΑΠ 1159/2018).

Β. Δεν αποτελούν «πράγματα» τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδείξεων.

Γ. Ο λόγος ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της εννόμου συνεπείας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΑΠ 12/2018).

Δ. Δεν ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως, αν δεν λήφθησαν υπ όψιν επιχειρήματα, ή συμπεράσματα, από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως, όπως και οι νομικοί ισχυρισμοί, ή η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων, ούτε οι ισχυρισμοί που ανάγονται στην κατ' ορθή ερμηνεία έννοια του εφαρμοστέου νόμου (ΑΠ 234/2019, ΑΠ 576/2017, ΑΠ 1159/2018).

Ο αναιρετικοί λόγοι του άρθρου 560 ΚΠολΔ στρέφονται κατά αποφάσεων Ειρηνοδικείων και Πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων. Κατά αποφάσεων Εφετείων ισχύουν οι διατάξεις του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Με τον λόγο με αριθμό 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται «αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης».

Α. Ο λόγος ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά «έλλειψη αιτιολογίας», ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνησή της «ανεπαρκής αιτιολογία», ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους «αντιφατική αιτιολογία». Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Β. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και, γενικότερα, ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε, ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Γ. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, ως εκ τούτου, δεν αποτελούν «αιτιολογία», ώστε να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα, ή ανεπάρκεια (ΑΠ 619/2018, ΑΠ 1577/2013, ΑΠ 357/2019, ΑΠ 923/2020).

Δ. Για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση εξ αιτίας ανεπαρκών, ή αντιφατικών, αιτιολογιών, πρέπει στο αναιρετήριο να εξειδικεύονται οι ανεπάρκειες, ή οι αντιφάσεις, που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή, να διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις.

Ε. Η έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλομένης αποφάσεως για ελλιπείς, ανεπαρκείς, ή αντιφατικές, αιτιολογίες, πρέπει να προκύπτει από την διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της αποφάσεως ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δηλαδή, από τις παραδοχές της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και βάσει των οποίων, ως αναγκαίων, το δικαστήριο κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απορρίψεως της αγωγής (ενστάσεως ή αντενστάσεως).

ΣΤ. Επιπλέον πρέπει να εκτίθεται στο αναιρετήριο ότι υποβλήθηκε στο Εφετείο ισχυρισμός για την αντιμετώπιση του οποίου εσφαλμένα εφαρμόστηκε, ή, ενώ έπρεπε να εφαρμοστεί, εσφαλμένα δεν εφαρμόστηκε ο επικαλούμενος κανόνας ουσιαστικού δικαίου, ώστε από το αναιρετήριο να προκύπτει η προβαλλόμενη νομική πλημμέλεια, δοθέντος ότι η από την παράλειψη αυτή αοριστία του λόγου της αναιρέσεως, η οποία επάγεται την απόρριψη αυτή ως απαραδέκτου (άρθρο 577 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ), δεν μπορεί, όπως άλλωστε και κάθε αοριστία οποιουδήποτε εισαγωγικού δίκης δικογράφου, να συμπληρωθεί από στοιχεία που βρίσκονται εκτός του αναιρετηρίου

Ζ. Σημειώνεται ότι από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, είναι απαράδεκτος, αφού πλήττεται η ουσία της υποθέσεως που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 319/2017, ΑΠ 1909/2014, ΑΠ 7/2020, ΑΠ 1184/2015, ΑΠ 1420/2013)

Ο αναιρετικοί λόγοι του άρθρου 560 ΚΠολΔ στρέφονται κατά αποφάσεων Ειρηνοδικείων και Πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων. Κατά αποφάσεων Εφετείων ισχύουν οι διατάξεις του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Με τον λόγο με αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται «αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης, μόνο, αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την εφαρμογή των κανόνων του δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν μπορεί να προβληθεί σε μικροδιαφορές».

A. Ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου παραβιάζεται, αν εφαρμόσθηκε εσφαλμένα καθώς και αν δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόσθηκε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, δηλ. κατά τα παραπάνω, αν το δικαστήριο της ουσίας απαίτησε περισσότερα στοιχεία, ή αν αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα, που ο νόμος απαιτεί.

B. Η παραβίαση εκδηλώνεται, είτε ως ψευδής ερμηνεία, δηλ. όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, δηλ. όταν το δικαστήριο της ουσίας έκανε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών της ένδικης υποθέσεως σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας δεν υπάγονται και, έτσι, κατέληξε σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού.

Γ. Με τον λόγο ελέγχονται τα σφάλματα του Ειρηνοδικείου κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής, ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων καθώς και τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου κατά την έρευνα της υποθέσεως στην ουσία.

Δ. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παραβίαση του κανόνος δικαίου ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, αποκλειστικώς και μόνο, με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που, ανελέγκτως, δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 171/2019, ΑΠ 359/2015, ΑΠ 1387/2015).

Ε. Σύμφωνα με το άρθρο 578 ΚΠολΔ, αν το αιτιολογικό της αποφάσεως, που προσβάλλεται, κρίνεται εσφαλμένο, αλλά το διατακτικό της ορθό, ο Άρειος Πάγος απορρίπτει την αναίρεση, εκτός αν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο, οπότε αναιρείται η απόφαση μόνο ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία της (ΑΠ 18/2020, ΑΠ 67/2020).

Κατά τον λόγο με αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται «αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχτεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό».

Α. Σύμφωνα με τον λόγο αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο.

Β. Παραμόρφωση υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει σε διαγνωστικό λάθος (εσφαλμένη ανάγνωση), αποδίδει, δηλαδή, ύστερα από εσφαλμένη ανάγνωση του κειμένου αποδεικτικού, σύμφωνα με τα άρθρα 432 επ. ΚΠολΔ, εγγράφου, περιεχόμενο προφανώς διαφορετικό εκείνου που πραγματικά έχει, και κατά προφανή παρανόηση δέχεται ως μνημονευόμενα σε αυτό πραγματικά περιστατικά, τα οποία, όμως, είναι καταδήλως διάφορα των πράγματι διαλαμβανομένων στο έγγραφο, ακολούθως, δε, στηριζόμενο αποκλειστικά στο ίδιο έγγραφο ή κυρίως σε αυτό, οδηγείται σε ουσιαστική κρίση βλαπτική για τον επικαλούμενο τον πιο πάνω αναιρετικό λόγο.

Γ. Παραμόρφωση εγγράφου συνιστά, πάντως, η παράλειψη του δικαστηρίου να αναγνώσει μέρος του εγγράφου, όταν το μέρος αυτό είναι κρίσιμο για την ουσία της υπόθεσης (ΑΠ 516/2016, ΑΠ 886/2008).

Δ. Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, εκτιμώντας το έγγραφο ως αποδεικτικό μέσο, δεν υπέπεσε σε διαγνωστικό σφάλμα, αλλά αναγιγνώσκοντας το περιεχόμενο του εγγράφου αυτού όπως αυτό πραγματικά έχει, προβαίνει σε εκτίμηση του αληθινού περιεχομένου του, δηλαδή σε αποδεικτική αξιολόγησή του, και συνάγει εξ αυτού, έστω και εσφαλμένα, αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που θεωρεί ορθό ο αναιρεσείων (ΑΠ 1071/2015, ΑΠ 825/2014).

Ε. Ο λόγος δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας σχημάτισε την κρίση του για την βασιμότητα της αγωγής (ανταγωγής, ενστάσεως)  στηριζόμενο σε περισσότερα αποδεικτικά μέσα, το δε φερόμενο ως παραμορφωθέν έγγραφο το συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, χωρίς να στηριχθεί κυρίως ή αποκλειστικώς σε αυτό, με αποτέλεσμα να οδηγηθεί σε κρίση διαφορετική από εκείνη την οποία εκλαμβάνει ως ορθή εκείνος που προβάλλει ότι χώρησε παραμόρφωση του εγγράφου (ΑΠ 365/2017, ΑΠ 25/2017, ΑΠ 99/2016).

ΣΤ. Για το ορισμένο του λόγου πρέπει να προσδιορίζεται στην αίτηση

 α) το έγγραφο που παραμορφώθηκε, το περιεχόμενό του και το παραμορφωμένο περιεχόμενο, που προσέδωσε σ' αυτό το δικαστήριο, και μάλιστα αυτολεξεί, ώστε από τη σχετική σύγκριση να καθίσταται εμφανές το διαγνωστικό σφάλμα του δικαστηρίου,

β) έστω και έμμεσα ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο και,

γ) το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο της ουσίας εξαιτίας της παραμορφώσεως του εγγράφου (ΑΠ 11/2016, ΑΠ 305/2016, ΑΠ 177/2016, ΑΠ 374/13, ΑΠ 1643/2005, ΑΠ 1093/2020).

Κατά τον λόγο με αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται «αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης».

Α. Η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως, όταν στην ελάσσονα πρότασή της δεν αναφέρονται διόλου, ή αναφέρονται ανεπαρκώς, ή αντιφατικά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του, επί ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ζητήματος και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνος ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.

Β. Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση, ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή, ή αντιφατικό, στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο (Ολ. ΑΠ 24/1992, ΑΠ 178/2020).

Γ. Δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγομένου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος (ΑΠ 1206/2008, 361/2008, ΑΠ 672/2017, ΑΠ 382/2020).

Δ. Ελλείψεις αναγόμενες μόνον στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δε συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες, δηλαδή, μόνον το ό,τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 421/2020).

Ε. Δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές, αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 421/2020).

ΣΤ. Για να είναι ορισμένος ο λόγος πρέπει να μνημονεύονται στο αναιρετήριο, εκτός από τον κανόνα δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, προκειμένου να ελεγχθεί αν υπάρχει, σχετικά με την εφαρμογή του, έλλειψη αιτιολογιών ή αντίφαση ή, κυρίως, ανεπάρκεια αυτών, και

α) έστω και συνοπτικά οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες,

β) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση, και η σύνδεσή του με το διατακτικό και

γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποία επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποίες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει.

Ζ. Γενικές εκφράσεις για ανεπάρκεια, ή αντιφατικότητα των αιτιολογιών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης δεν αρκούν, όπως, επίσης, δεν αρκούν οι όλως περιορισμένες, μεμονωμένες και κατ' επιλογήν αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης (ΑΠ 892/2019, ΑΠ 209/2019, ΑΠ 472/2017).

Η. Δεν έχει εφαρμογή η διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, και ιδίως στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε.

Θ. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, κατά συνέπεια, δεν αποτελούν «αιτιολογία» της απόφασης, ώστε, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.

Ι. Δεν δημιουργείται ο λόγος αναίρεσης, εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς.

ΙΑ. Δεν ιδρύεται ο λόγος όταν το δικαστήριο της ουσίας έχει απορρίψει την αγωγή (ένσταση, αντένσταση) ως απαράδεκτη, αόριστη ή μη νόμιμη ή για άλλο τυπικό λόγο, αφού στις περιπτώσεις αυτές το δικαστήριο δεν εκτιμά πραγματικά περιστατικά, ώστε να είναι δυνατό να υπάρξουν ελλείψεις στην περιγραφή τους (ΑΠ 870/2017, ΑΠ 204/2016, ΑΠ 799/2020).

Κατά τον λόγο με αριθμό 18 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται «αν το δικαστήριο της παραπομπής δεν συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση».

Ο λόγος αφορά κάθε παράλειψη του δικαστηρίου της παραπομπής, να συμμορφωθεί προς την αναιρετική απόφαση, σχετικά με το νομικό ζήτημα που κρίθηκε με την απόφαση αυτήν, ανεξάρτητα από το αν το νομικό αυτό ζήτημα ανάγεται στο ουσιαστικό ή στο δικονομικό δίκαιο.

Νομικό ζήτημα δεν επιλύεται, αν η απόφαση του Αρείου Πάγου αναιρέσει την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη νόμιμης βάσης (άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ) και ειδικότερα για το λόγο ότι τα πραγματικά περιστατικά, που έγιναν δεκτά απ' αυτήν, δεν καθιστούν δυνατή, λόγω της ανεπάρκειας των αιτιολογιών της, την υπαγωγή στον εφαρμοζόμενο κανόνα δικαίου, χωρίς να αμφισβητείται το εννοιολογικό περιεχόμενο αυτού (ΑΠ 758/2018, ΑΠ 1150/2017, ΑΠ 251/2016, ΑΠ 188/2020)

Κατά τον λόγο με αριθμό 17 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται «αν η ίδια απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις».

Α. Για την ίδρυση του λόγου απαιτείται, όπως η αντίφαση των διατάξεων εντοπίζεται στο διατακτικό της αποφάσεως και δεν αρκεί η ύπαρξη αντιφάσεων μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού.

Β. Η ύπαρξη αντιφάσεων στο διατακτικό της αποφάσεως ιδρύει τον συγκεκριμένο λόγο, όταν εξ αυτών προκαλείται αοριστία του διατακτικού, ώστε να εμποδίζεται η εκτελεστότητα της αποφάσεως ή η πρόκληση της σκοπουμένης διαπλάσεως.

Γ. Για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο οι αντιφάσεις του διατακτικού εξ αιτίας των οποίων εμποδίζεται η εκτελεστότητα ή η πρόκληση της σκοπουμένης διαπλάσεως (ΑΠ 537/2016, ΑΠ 309/2014, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 854/2019).

Κατά τον λόγο με αριθμό 15 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται « αν παρά το νόμο ανακλήθηκε οριστική απόφαση».

Α. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 308, 309, 513, 539 και 533 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι οριστική απόφαση είναι εκείνη με την οποία τελειώνει η δίκη, με την παραδοχή ή την απόρριψη της αγωγής ή άλλου εισαγωγικού δικογράφου και το δικαστήριο απεκδύεται κάθε άλλης εξουσίας στη δικαζόμενη υπόθεση. Αντίθετα, μη οριστικές αποφάσεις είναι εκείνες που παρασκευάζουν την υπόθεση, ώστε να καταστεί ώριμη για έκδοση οριστικής απόφασης. Σε περίπτωση σώρευσης περισσοτέρων βάσεων ή αιτημάτων, οπότε και τα αντικείμενα της δίκης είναι περισσότερα, το δικαστήριο μπορεί να εκδώσει οριστική απόφαση για όσα αντικείμενα (βάσεις ή αγωγές) είναι ήδη ώριμα, αναβάλλοντας να αποφασίσει οριστικά για τα άλλα ή διατάσσοντας την επανάληψη της συζήτησης στο ακροατήριο.

Β. Η απόφαση,  που είναι εν μέρει οριστική και εν μέρει μη οριστική, δεν υπόκειται σε ανάκληση ως προς τις οριστικές τις διατάξεις, ενώ ως προς τις μη οριστικές μπορεί, είτε αυτεπαγγέλτως, είτε με πρόταση κάποιου διαδίκου, που υποβάλλεται μόνο στη διάρκεια της συζήτησης της υπόθεσης και όχι αυτοτελώς, να ανακληθεί, σε κάθε στάση της δίκης από το δικαστήριο που τις εξέδωσε εωσότου εκδοθεί οριστική απόφαση (ΑΠ1358/2011, 1821/2008, 140/2006).

Γ. Στις παραπάνω περιπτώσεις, η αίτηση ανάκλησης μη οριστικής απόφασης μπορεί να υποβληθεί παραδεκτώς και με την κλήση για την κατ’ ουσία συζήτηση της υπόθεσης, η εισαγωγή της οποίας με τον τρόπο αυτό δημιουργεί στάση δίκης (ΑΠ1450/2010, 1638/2005).

Δ. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι συντρέχουν λόγοι ανάκλησης της μη οριστικής απόφασής του είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, γιατί η σχετική διάγνωση ανήκει στη διακριτική ευχέρειά του (ΑΠ 419/2014, 1149/2008, ΑΠ 1490/2017)

Κατά τον λόγο με αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται «αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο».

Α. Ο λόγος αυτός αναίρεσης αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο (ΑΠ 64/2020).

Β. Ο λόγος δεν αναφέρεται σε ακυρότητες του ουσιαστικού δικαίου, η παράβαση των οποίων ελέγχεται αναιρετικώς με τον από το άρθρο 559 αριθ. 1 προβλεπόμενο λόγο (ΑΠ 99/2020, ΑΠ 274/2020).

Γ. Ο λόγος μπορεί να θεμελιώσει ακυρότητες της αναγκαστικής εκτέλεσης, εφ όσον θεμελιώνουν λόγους ανακοπής, προβαλλόμενους με το σχετικό ένδικο βοήθημα (ΑΠ626/2018, 1405/2012). 

Δ. Μέσω του λόγου αυτού ελέγχεται και το παραδεκτό της άσκησης του ενδίκου μέσου της έφεσης (ΑΠ 362/2017, ΑΠ 1620/2017, ΑΠ 371/2008).

Κατά τον λόγο με αριθμό 13 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται «αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης».

Α. Ο λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου, αναφορικά με το ρυθμιζόμενο στην διάταξη του άρθρου 338 ΚΠολΔ βάρος της αποδείξεως. Το βάρος της αποδείξεως διακρίνεται σε υποκειμενικό και αντικειμενικό.

Β. Το υποκειμενικό προσδιορίζει τον διάδικο στον οποίο το δικαστήριο με παρεμπίπτουσα, περί αποδείξεως απόφαση, θα επιβάλλει την ευθύνη προσκομιδής των αποδεικτικών μέσων, προς βεβαίωση στον απαιτούμενο βαθμό απόδειξης των θεμελιωτικών της αξίωσής του πραγματικών γεγονότων. Το πεδίο εφαρμογής του υποκειμενικού βάρους απόδειξης έχει περιορισθεί σημαντικά μετά την κατάργηση της προδικαστικής αποφάσεως.

Γ. Το αντικειμενικό βάρος προσδιορίζει τον διάδικο που φέρει τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή, ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων επέλευσης της επίδικης έννομης συνέπειας. Η εσφαλμένη κατανομή του αντικειμενικού βάρους απόδειξης, με την έννοια εσφαλμένου προσδιορισμού, του φέροντος τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γέννησης της επίδικης έννομης συνέπειας, διαδίκου, στοιχειοθετεί τον παρόντα λόγο αναίρεσης.

Δ. Εσφαλμένη επιβολή του αντικειμενικού βάρους υπάρχει όταν το δικαστήριο από τις προσαχθείσες αποδείξεις δεν σχηματίζει την δικανική πεποίθηση που απαιτεί ο νόμος για την παραδοχή ορισμένου αιτήματος, δηλαδή αμφιβάλλει για την ουσιαστική βασιμότητα κάποιου ισχυρισμού, που κατά νόμο θεμελιώνει το αίτημα της αγωγής, ενστάσεως κλπ και που οφείλει να αποδείξει ο υποβαλών το αίτημα διάδικος, οπότε το δικαστήριο θα έπρεπε να απορρίψει το σχετικό αίτημα. Εάν δεν το απορρίψει υποπίπτει στη νομική πλημμέλεια της ανωτέρω διατάξεως (ΑΠ 1182/2018, ΑΠ  893/2020, ΑΠ 117/2020).

Κατά τον λόγο με αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται « αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων».

Ο λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου, σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων.

Ιδρύεται δηλαδή, μόνον αν το δικαστήριο προσέδωσε σε αποδεικτικό μέσο εξαιρετική δύναμη, που δεν είχε κατά νόμο, ή δεν του προσέδωσε τέτοια δύναμη, παρ ότι είχε κατά νόμο και όχι όταν, εκτιμώντας ελεύθερα τις αποδείξεις, όπως έχει δικαίωμα από το νόμο (άρθρο 340 ΚΠολΔ), αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα μεγαλύτερη βαρύτητα, ή αξιοπιστία από άλλα, που έχουν κατά νόμο την ίδια αποδεικτική δύναμη (ΟλΑΠ 11/2005, ΑΠ 1294/2018, ΑΠ 437/2000, ΑΠ 1091/2019).

Κατά τον λόγο με αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται «αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει, ή παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν».

Α. Με την περίπτωση α) ιδρύεται αναιρετικός λόγος, όταν το δικαστήριο έλαβε υπ όψιν του αποδεικτικά μέσα, που ο νόμος δεν επιτρέπει. Τα αποδεικτικά μέσα καθορίζονται, περιοριστικά, στο άρθρο 339 ΚΠολΔ και δεν επιτρέπεται η χρήση άλλων. Το απαράδεκτο αυτό πρέπει να είχε, νόμιμα, προβληθεί, από τον αναιρεσείοντα, στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις 3 περιπτώσεις της παρ. 2 του άρθρου 562 ΚΠολΔ (ΑΠ 277, ΑΠ 315/2008, ΑΠ 835/2008, ΑΠ 1416/2007, ΑΠ 1091/2019)

Β. Με την περίπτωση β) αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν. Κατά την έννοια της διάταξης, που προκύπτει και από το συνδυασμό με τα άρθρα 106, 237, 346 και 453 παρ.1 ΚΠολΔ, ως αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε, η δε επίκληση πρέπει να γίνει, είτε με τις προτάσεις της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση, είτε με σαφή αναφορά στις προτάσεις αυτές, σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζόμενων προτάσεων προηγούμενης συζήτησης, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση του αποδεικτικού μέσου ( κατάθεσης μάρτυρα, εγγράφου), κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 240 ΚΠολΔ (ΑΠ 771/2020).

Γ. Η περίπτωση γ) ιδρύει τον αναιρετικό λόγο, υπό την αυτονόητη προϋπόθεση ότι το αποδεικτικό μέσο, το οποίο προβάλλεται ως μη ληφθέν υπόψη, απέβλεπε στην απόδειξη πραγματικού γεγονότος που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, γιατί μόνο ένα τέτοιο γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης και δημιουργεί στο δικαστήριο της ουσίας την υποχρέωση να αξιολογήσει τα αποδεικτικά μέσα, που ο διάδικος επικαλείται και προσκομίζει προς απόδειξή του (ΟλΑΠ 14/2005, ΟλΑΠ 2/2008).

Δ. Η ένορκη βεβαίωση στον ειρηνοδίκη, ή στο συμβολαιογράφο, αποτελεί ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, διαφορετικό από τους μάρτυρες και τα έγγραφα. Κατά συνέπεια, όταν προσκομίζεται ένορκη βεβαίωση στο δικαστήριο της ουσίας προς απόδειξη, ή ανταπόδειξη, ουσιώδους ισχυρισμού, πρέπει να αναφέρεται ειδικά στην απόφαση ότι αυτή, αφ ενός έχει δοθεί ύστερα από προηγούμενη κλήτευση του αντιδίκου και αφ ετέρου έχει ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, η δε έλλειψη της μνείας δεικνύει ότι το μέσο αυτό δεν λήφθηκε υπόψη (ΑΠ 114/2019, ΑΠ 2258/2013, ΑΠ 734/2020)

Ε. Μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, η μη λήψη υπόψη των οποίων ιδρύει το λόγο αναίρεσης, περιλαμβάνεται και η ομολογία, δικαστική, ή εξώδικη (άρθρα 339 και 352 ΚΠολΔ).

ΣΤ. Δικαστική ομολογία, η οποία παρέχει πλήρη απόδειξη, είναι μόνον εκείνη του διαδίκου, που γίνεται προφορικώς ή γραπτώς, ενώπιον του δικαστηρίου, που δικάζει την υπόθεση (ή του εντεταλμένου δικαστή). Η δικαστική ομολογία λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας αυτεπαγγέλτως, για να δημιουργηθεί όμως, ο αναιρετικός λόγος από τη μη λήψη αυτής υπόψη, πρέπει ο αναιρεσείων, ως ωφελούμενος από αυτή διάδικος, να επικαλέστηκε με τις προτάσεις του την ομολογία του αντιδίκου του ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας (ΑΠ 1356/2010, ΑΠ 1093/2020).

Ζ. Κάθε άλλη ομολογία θεωρείται εξώδικη και εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο, έστω και αν έγινε ενώπιον δικαστηρίου, αλλά όχι στη συγκεκριμένη δίκη, στην οποία έγινε επίκλησή της, ως αποδεικτικού μέσου.

Η. Η ομολογία, δηλαδή η παραδοχή με μονομερή δήλωση, απευθυνόμενη προς το δικαστήριο, που δικάζει τη συγκεκριμένη δίκη, ενός κρίσιμου γεγονότος, από τον αντίδικο εκείνου που φέρει το βάρος της επίκλησης και της απόδειξής του, πρέπει να είναι σαφής και συγκεκριμένη και να γίνει με πρόθεσή του προς αναγνώριση του επιβλαβούς αυτού γεγονότος. Απόδειξη δηλαδή δεν αποτελεί κάθε ομολογία, αλλά μόνον η γενόμενη με σκοπό αποδοχής του αμφισβητούμενου και επιβλαβούς για τον ομολογούντα γεγονότος, το οποίο αναφέρεται αμέσως στο αντικείμενο της δίκης (ΑΠ 2103/2017, ΑΠ 898/2015, ΑΠ 373/2011, ΑΠ 1711/2008).

Θ. Για να ιδρυθεί ο λόγος αυτός με τη μη λήψη υπόψη δικαστικής ομολογίας, για ισχυρισμό που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, πρέπει το δικαστήριο να δέχθηκε διαφορετικό πόρισμα από το αναφερόμενο στη δικαστική ομολογία (ΑΠ 325/2007).

 Ι. Για την πληρότητα του αναιρετικού λόγου, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο

α) το φερόμενο ως μη ληφθέν υπόψη αποδεικτικό μέσο, κατά τρόπο, που να προκύπτει η ταυτότητά του.

β) Ότι ο αναιρεσείων επικαλέσθηκε και προσκόμισε το αποδεικτικό αυτό μέσο στο δικαστήριο της ουσίας.

γ) Ο ισχυρισμός προς απόδειξη ή ανταπόδειξη, του οποίου αυτό προσκομίσθηκε και το περιεχόμενό του, ώστε να είναι δυνατό να κριθεί, αν αυτός είναι ουσιώδης και το αποδεικτικό μέσο ήταν κρίσιμο για την απόδειξη ή ανταπόδειξη αυτού.

δ) Το περιεχόμενο του αποδεικτικού μέσου.

ε) ο νόμιμος τρόπος, που αυτό προσκομίσθηκε στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 1185/2010, ΑΠ 333/2009, ΑΠ 1242/2008, ΑΠ 2173/2007, ΑΠ 1091/2019).

Κατά τον λόγο με αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται «αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη».

Α. Ο λόγος αυτός, ο οποίος στηρίζεται στην παράβαση του συστήματος συζήτησης, κατά την οποία ο δικαστής αποφασίζει με βάση εκείνα που έχουν προταθεί και αποδειχθεί, υπάρχει όταν για τα «πράγματα» που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο δεν έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε απόδειξη, ή όταν το δικαστήριο δεν εκθέτει στην απόφασή του, έστω και γενικά, από ποία αποδεικτικά μέσα έχει αντλήσει την απόδειξη για «πράγματα» που δέχθηκε ως αληθινά.

Β. Δεν να απαιτείται να αξιολογείται στην απόφαση κάθε αποδεικτικό μέσο ειδικά και χωριστά, ή να εξειδικεύονται τα έγγραφα, ή να γίνεται διάκριση ποία από αυτά λαμβάνονται υπόψη για άμεση και ποία για έμμεση απόδειξη.

Γ. Ο όρος «πράγματα» είναι ταυτόσημος του αντιστοίχου όρου του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ. Δηλαδή, ως «πράγματα» νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση, ή παρακώλυση, του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής (ανταγωγής, ένστασης) όχι όμως και οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων, ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει (ΑΠ 1864/2017, ΑΠ 97/2016, ΑΠ 677/2015).

Δ. Ο λόγος είναι αβάσιμος, όταν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο σχημάτισε την κρίση του από τα μνημονευόμενα στην απόφαση αποδεικτικά μέσα, ανεξάρτητα αν ύστερα από την εκτίμησή τους καταλήξει σε έστω και εσφαλμένη για τα «πράγματα» κρίση, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (ΑΠ 677/2015, ΑΠ 2148/2007, ΑΠ 1093/2020).

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 560 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν.4335/2015, κατά των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο

1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης, μόνο, αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την εφαρμογή των κανόνων του δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν μπορεί να προβληθεί σε μικροδιαφορές,

2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως όριζε ο νόμος, ή δίκασε ειρηνοδίκης του οποίου είχε γίνει δεκτή η εξαίρεση,

3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ' ύλην αρμοδιότητα,

4) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας,

5) αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και

6) αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Η απαρίθμηση των λόγων αναίρεσης είναι περιοριστική και δεν είναι δυνατόν να προβληθεί οποιοσδήποτε άλλος λόγος αναίρεσης κατά των ως άνω αποφάσεων (ΑΠ 1702/2018).

Oι αναιρετικοί λόγοι αντιστοιχούν προς τους λόγους αναίρεσης που προβλέπονται από τους αριθμούς 1, 2, 4, 5, 7, 8 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προς τους οποίους, όμως, δεν ταυτίζονται απολύτως (ΑΠ 894/2018, ΑΠ 60/2019).

Κατά τον λόγο με αριθμό 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται «αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε, ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν, ή άφησε αίτηση αδίκαστη».

Α. Στις περιπτώσεις α) και β) αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε, ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν.

Ο προβλεπόμενος από τη διάταξη αυτή λόγος αναιρέσεως θεμελιώνεται, όταν το δικαστήριο επιδίκασε, ή αναγνώρισε, ή προέβη σε διάπλαση υπερακοντίζοντας το σχετικό αίτημα (ΑΠ 1591/2017, ΑΠ 886/2017, ΑΠ 704/2011, ΑΠ 777/2010). ΑΠ 871/2019

Β. Στην περίπτωση γ) αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη.

Ως «αίτηση», κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή αυτής, που δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα δίκης και όχι αίτηση για παραδοχή ενστάσεων, προτάσεων, πραγματικών ισχυρισμών ή αποδεικτικών μέσων. Τέτοια αίτηση είναι ιδίως η της αγωγής, της ανταγωγής, της κύριας παρέμβασης, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, της ανακοπής, της τριτανακοπής και κάθε ένδικου μέσου(AΠ1355/2010, ΑΠ 854/2019).

Κατά τον λόγο με αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται «αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν, και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης».

Α. Ως πράγματα κατά την έννοια της διάταξης νοούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, ή αντένστασης (ΑΠ 95/2017, ΑΠ 1/2016).

Β. Δεν αποτελούν «πράγματα»

α)  οι αρνητικοί ισχυρισμοί που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, αφού οι τελευταίοι αποκρούονται με την παραδοχή ως βάσιμων των θεμελιωτικών τους γεγονότων,

β) οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα, ή συμπεράσματα, των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων, και προβάλλονται προς υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων,

γ) οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία του διαδίκου

δ) τα πορίσματα των αποδείξεων, τα οποία το δικαστήριο εκτιμά ανελέγκτως, έστω και αν αποτελούν περιεχόμενο λόγου έφεσης,

ε) οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι ισχυρισμοί

στ) τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και

ζ) τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από αυτά (ΟλΑΠ 9/1997, ΑΠ 34/2016, ΑΠ 76/2016, ΑΠ 1093/2020).

Γ. Ισχυρισμός είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή (ή ένσταση.

Δ. Δεν στοιχειοθετείται ο λόγος, αν ο (αυτοτελής) πραγματικός ισχυρισμός λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας και απορρίφθηκε ρητά για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 69/2016, ΑΠ 725/2012),

Ε. Δεν στοιχειοθετείται ο λόγος όταν το δικαστήριο αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν και τούτο συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 1386/2015).

ΣΤ. Δεν στοιχειοθετείται ο λόγος στην περίπτωση κατά την οποία, το δικαστήριο της ουσίας, στα πλαίσια της αξιολόγησης του αποδεικτικού υλικού και προς τον σκοπό του ακριβέστερου προσδιορισμού κατά το χρόνο, τόπο ή άλλων στοιχείων των εκτιθέμενων πραγματικών περιστατικών στην αγωγή, που συγκροτούν την ιστορική και νομική βάση της, διαφοροποιείται ως προς τα στοιχεία αυτά, υπό την προϋπόθεση βεβαίως ότι η διαφοροποίηση αυτή δεν επάγεται αλλοίωση ως προς τα ουσιώδη στοιχεία του περιγραφόμενου στην αγωγή βιοτικού συμβάντος, ως γενεσιουργού αιτίας της διαγνωστέας έννομης συνέπειας (ΑΠ 195/2017).

Ζ. Για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναφέρονται «τα πράγματα», που παρά το νόμο έλαβε, ή δεν έλαβε, υπ όψιν το δικαστήριο, παρ ότι είχαν προταθεί νομίμως από τον αναιρεσείοντα, καθώς και τα στοιχεία εκείνα από τα οποία θα κρινόταν αν τα «πράγματα» είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 161/2017, ΑΠ 173/2017, ΑΠ 99/2016, ΑΠ 1093/2020).

Κατά τον λόγο με αριθμό 6 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται «αν παρά το νόμο και ιδίως παρά τις σχετικές με την επίδοση διατάξεις ο διάδικος δικάστηκε ερήμην».

Α. Ο λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 6 ΚΠολΔ δημιουργείται μόνον αν ο διάδικος δικάσθηκε ερήμην παρά το νόμο, ιδίως, παρά τις διατάξεις για την επίδοση, όχι όμως και όταν αυτός δικάστηκε κατ' αντιμωλία, ενώ θα έπρεπε, για κάποιο τυπικό λόγο, (μη κατάθεση εμπρόθεσμων προτάσεων), να θεωρηθεί ως δικαζόμενος ερήμην (ΑΠ 496/2017).

Β. Στην τελευταία αυτή περίπτωση δεν δημιουργείται ούτε ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αφού αυτός προϋποθέτει παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, τέτοιοι δε κανόνες δεν συνιστούν αυτοί περί ερημοδικίας του διαδίκου, ούτε εκείνη του άρθρου 260 ΚΠολΔ, η οποία εφαρμόζεται στην περίπτωση ερημοδικίας αμφοτέρων των διαδίκων και βάσει αυτής κηρύσσεται ματαιωμένη η συζήτηση της υποθέσεως (ΑΠ 496/2017, ΑΠ 36/2020).

Κατά τον λόγο με αριθμό 5 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται «αν το δικαστήριο σε περίπτωση καθ' ύλην αρμοδιότητας εσφαλμένα δέχτηκε ότι είναι αρμόδιο ή αναρμόδιο, με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 47 ή αν το δικαστήριο στο οποίο παραπέμφθηκε η υπόθεση παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 46».

Α. Ο λόγος αναιρέσεως ιδρύεται μόνον όταν υπάρχει σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας αναφερόμενο σε παραδοχή καθ' ύλην αρμοδιότητας ή αναρμοδιότητας αυτού του ιδίου.

Β. Δεν στοιχειοθετείται ο λόγος  όταν το Εφετείο, επιλαμβανόμενο εφέσεως που υπάγεται, κατά το άρθρο 19 του ΚΠολΔ, στην καθ' ύλην αρμοδιότητά του, κρίνει εσφαλμένως ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που εξέδωσε την εκκαλούμενη απόφαση ήταν ή δεν ήταν αρμόδιο καθ` ύλην, ακόμη και αν το Εφετείο απέρριψε σχετικό λόγο έφεσης περί αναρμοδιότητας του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου (ΑΠ 938/2019, ΑΠ 700/2019).

Κατά τον λόγο με αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται «αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς».

Α. Ο λόγος αναιρέσεως για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν έπρεπε καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή. Η παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία του κανόνα δικαίου, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σε αυτόν των περιστατικών της ατομικής περιπτώσεως (Ολ.ΑΠ 10/2011, ΑΠ191/2013, ΑΠ486,568/13, ΑΠ 382/2020)

Β. Η ανεπάρκεια των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής, της ανακοπής, ή της ένστασης, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφ όσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή, την ανακοπή ή την ένσταση, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος.

Γ. Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή, την ανακοπή ή την ένσταση, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή τους περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του ουσιαστικού δικαιώματος στο οποίο στηρίζονται.

Δ. Η ποσοτική, ή ποιοτική, αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται το δικόγραφο όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική της βάση και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 ΚΠολΔ (ΑΠ 443/2011, ΑΠ 405/2020).

Ε. Η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που πρέπει να εφαρμοστεί, αποτελεί παράβαση, αν το δικαστήριο αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του δικαιώματος που ασκείται, για να κρίνει νόμιμη την αγωγή ή, αντίθετα, αρκέστηκε σε λιγότερα από εκείνα που απαιτούνται.

ΣΤ. Σε κάθε περίπτωση, η αοριστία του δικογράφου της αγωγής πρέπει να προτείνεται στο δικαστήριο της ουσίας για να δημιουργείται λόγος αναίρεσης, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι ο σχετικός ισχυρισμός δεν είναι από εκείνους, οι οποίοι κατ' εξαίρεση λαμβάνονται υπόψη και χωρίς να προταθούν στα δικαστήρια της ουσίας και ειδικώς δεν αφορά τη δημόσια τάξη (ΑΠ 1914/2014) και να αναφέρεται στην αίτηση αναίρεσης, στην οποία πρέπει επίσης να παρατίθεται το περιεχόμενο της αγωγής που κρίθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση ως ορισμένη ή απορρίφθηκε ως αόριστη, ώστε σε αντιπαραβολή με τις αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, που επίσης πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο, να μπορεί να διαπιστωθεί το τυχόν σφάλμα της απόφασης, που πρέπει και αυτό να προσδιορίζεται με την αίτηση της αναίρεσης (ΑΠ 220/2012, ΑΠ 1702/2018)

Σύμφωνα με το άρθρο 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο για τους παρακάτω λόγους

1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς,

2) αν το δικαστήριο δεν είχε τη νόμιμη σύνθεση ή έλαβε μέρος στη σύνθεσή του δικαστής του οποίου είχε γίνει δεκτή η εξαίρεση ή κατά του οποίου είχε ασκηθεί αγωγή κακοδικίας,

3) αν το δικαστήριο απέρριψε την αίτηση για εξαίρεση δικαστή, αν και ο δικαστής αυτός, σύμφωνα με τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε η απόφαση, έπρεπε κατά το νόμο να εξαιρεθεί,

4) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων,

5) αν το δικαστήριο σε περίπτωση καθ' ύλην αρμοδιότητας εσφαλμένα δέχτηκε ότι είναι αρμόδιο ή αναρμόδιο, με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 47 ΚΠολΔ, ή αν το δικαστήριο στο οποίο παραπέμφθηκε η υπόθεση παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 46 ΚΠολΔ,

6) αν παρά το νόμο και ιδίως παρά τις σχετικές με την επίδοση διατάξεις ο διάδικος δικάστηκε ερήμην,

7) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας,

8) αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης,

9) αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη,

10) αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη,

11) αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν,

12) αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων,

13) αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης,

14) αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο,

15) αν παρά το νόμο ανακλήθηκε οριστική απόφαση,

16) αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχτηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο ή ότι υπάρχει δεδικασμένο με βάση απόφαση που εξαφανίστηκε ύστερα από ένδικο μέσο ή αναγνωρίστηκε ως ανύπαρκτη,

17) αν η ίδια απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις,

18) αν το δικαστήριο της παραπομπής δεν συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση,

19) αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης,

20) αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχτεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό.

  1. Όταν δεν υπάρχει εκκρεμής δίκη

Όταν δεν υπάρχει εκκρεμής δίκη, η επίδειξη εγγράφων ρυθμίζεται από τις διατάξεις των άρθρων 902 - 903 ΑΚ (ΕφΘεσ 1150/2001, ΜονΠρΘεσ 303/2010).

Α. Κατά το άρθρο 902 ΑΚ, όποιος έχει έννομο συμφέρον να πληροφορηθεί το περιεχόμενο ενός εγγράφου που βρίσκεται στην κατοχή άλλου, έχει δικαίωμα να απαιτήσει την επίδειξη, ή και αντίγραφό του, αν, εκτός των άλλων, το έγγραφο συντάχθηκε για το συμφέρον αυτού που το ζητεί, ή πιστοποιεί έννομη σχέση, που αφορά και αυτόν.

Β. Η επίδειξη εγγράφου με βάση το άρθρο 902 μπορεί να ζητηθεί με αγωγή, ή και με ανταγωγή, εφ όσον βέβαια συντρέχουν οι προϋποθέσεις παραδεκτού της τελευταίας, που καθορίζονται στο άρθρο 268 ΚΠολΔ. Οι περιπτώσεις εννόμου συμφέροντος για επίδειξη εγγράφου, ή την χορήγηση αντιγράφου, εξειδικεύονται στην διάταξη 902 AK και αναφέρονται σε αυτή περιοριστικά (ΕφΑθ 673/2009)

Γ. Περιπτώσεις εννόμου συμφέροντος

α) όταν το έγγραφο συνετάγει προς το συμφέρον του αιτούντος, εάν δηλαδή συνετάγει προς σύσταση, απόδειξη, ή γενικά διατήρηση των δικαιωμάτων του αιτούντος. Απαιτείται κατά την σύνταξη του εγγράφου, να υπήρχε ο ως άνω σκοπός. Το έγγραφο δεν απαιτείται να αφορά αποκλειστικά το συμφέρον του αιτούντος την επίδειξη. Αν όμως δεν έχει συνταχθεί έστω και προς το συμφέρον του, δεν θεμελιώνεται αξίωση επιδείξεως, επειδή έχει απλώς αντικειμενική γι αυτόν αξία λόγω του περιεχομένου του. Έτσι έννομο συμφέρον δεν υπάρχει, αν το έγγραφο έχει συνταχθεί αποκλειστικά προς το συμφέρον του κατόχου του.

β) όταν το έγγραφο πιστοποιεί έννομη σχέση, που αφορά και τον αιτούντα, εάν δηλαδή πρόκειται για έγγραφο συστατικό, ή αποδεικτικό δικαιοπραξίας, αφορά δηλαδή κυρίως διμερείς δικαιοπραξίες, στις οποίες ο αιτών είναι ένας από τους δικαιοπρακτούντες

γ) όταν το έγγραφο σχετίζεται με διαπραγματεύσεις, που διεξήχθησαν και έχουν σχέση με τον αιτούντα, είτε προς το συμφέρον αυτού δια άλλου. Στην κατηγορία αυτή ανήκουν τα έγγραφα εκείνα, που δεν πιστοποιούν μεν μια έννομη σχέση, αφορούν όμως τις σχετικές με αυτή διαπραγματεύσεις. Δεν έχει δε σημασία, αν οι διαπραγματεύσεις αυτές κατέληξαν, ή όχι, σε κατάρτιση συμβάσεως. Τέτοια έγγραφα είναι τα σχέδια της συμβάσεως, τα τηλεγραφήματα, τα σχεδιαγράμματα, οι επιστολές, οι πρόχειρες σημειώσεις, η αλληλογραφία που έχει διαμειφθεί.

Δ. Για το ορισμένο της αγωγής ο αιτών πρέπει να προσδιορίζει ειδικώς και να περιγράφει επακριβώς τα έγγραφα των οποίων ζητά την επίδειξη και να αναφέρει το περιεχόμενό τους.

Ε. Ο προσδιορισμός του επιδεικτέου εγγράφου με την ανωτέρω έννοια, είναι αναγκαίος,

α) για να είναι δυνατόν να κριθεί, αν το έγγραφο αυτό είναι ουσιώδες με την έννοια ότι μπορεί, να χρησιμεύει για την απόδειξη των ισχυρισμών του αιτούντος την επίδειξη,

 β) γιατί μόνο έτσι παρέχεται στον εναγόμενο η ευχέρεια να δώσει εξηγήσεις για την κατοχή του εγγράφου και να αμυνθεί,

γ) γιατί σε περίπτωση αμφισβητήσεως της κατοχής εκ μέρους του εναγομένου, μπορεί το δικαστήριο να διατάξει σχετικές αποδείξεις και

δ) γιατί έτσι γίνεται εφικτός ο προσδιορισμός του εγγράφου στο διατακτικό της αποφάσεως, πράγμα απαραίτητο και για την ενδεχόμενη εκτέλεσή της.

ΣΤ. Ως περιγραφή του εγγράφου ικανή για το ορισμένο της αιτήσεως επιδείξεως πρέπει να θεωρηθεί εκείνη με την οποία εξατομικεύεται το έγγραφο, χωρίς να είναι απαραίτητος και ο ειδικότερος προσδιορισμός του περιεχομένου του, γιατί διαφορετικά η άσκηση της σχετικής αξιώσεως πολλές φορές θα δυσχεραίνεται υπερβολικά (ΑΠ 209/1994, ΕφΑθ11203/1986, ΕφΘΕσ 1150/2001).

Ζ. Σε κάθε περίπτωση είναι αόριστη και ως εκ τούτου απορριπτέα η αγωγή με την οποία ζητείται να επιδειχθούν, α) όσα και όποια έγγραφα κατέχει ο εναγόμενος σχετικά με κάποια έννομη σχέση, β) βιβλία με τις αναγραφόμενες σε αυτά καταχωρήσεις, χωρίς άλλο προσδιορισμό, γ) συγκεκριμένος φάκελος με τα περιεχόμενα σε αυτόν έγγραφα, χωρίς ακριβή προσδιορισμό των εν λόγω εγγράφων, δ) αόριστος και ακαθόριστος αριθμός εγγράφων, που εκδόθηκαν από τον εναγόμενο σε ορισμένη χρονική περίοδο.\\

  1. Επίδειξη εγγράφου κατά την διάρκεια εκκρεμούς δίκης

Η επίδειξη εγγράφου κατά την διάρκεια εκκρεμούς δίκης ρυθμίζεται από τις διατάξεις των άρθρων 450 - 452 ΚΠολΔ.

Α. Κατά το άρθρο 450 παρ. 2 ΚΠολΔ κάθε διάδικος, ή τρίτος, έχει υποχρέωση να επιδείξει τα έγγραφα που κατέχει και που μπορούν να χρησιμεύσουν για απόδειξη, εκτός αν συντρέχει σπουδαίος λόγος που δικαιολογεί την μη επίδειξή τους (ΕφΘεσ 1150/2001, ΜονΠρΘεσ 303/2010).

Β. Οι διατάξεις των άρθρων 450 επ ΚΠολΔ ρυθμίζουν την υποχρέωση των διαδίκων, ή τρίτων, προς επίδειξη εγγράφου κατά την διάρκεια εκκρεμούς δίκης, στην οποία το επιδεικτέο έγγραφο πρόκειται να χρησιμοποιηθεί ως αποδεικτικό στοιχείο, κατ απόκλιση από εκείνες των άρθρων 902-903 ΑΚ, οι οποίες έχουν εφαρμογή, όταν δεν υπάρχει εκκρεμής δίκη, στην οποία θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ειδικά το ζητούμενο έγγραφο και συνεπώς στην περίπτωση κατά την οποία η ανάγκη της επιδείξεως εγγράφου ανακύπτει στην διάρκεια εκκρεμούς δίκης αποκλειστικώς εφαρμοστέες είναι οι διατάξεις των άρθρων 450 επ. ΚΠολΔ.

Γ. Για να είναι ορισμένη η υποβαλλόμενη αίτηση για επίδειξη εγγράφων από τον αντίδικο πρέπει, για την πληρότητα και το ορισμένο αυτής, εκτός άλλων, να περιγράφει επακριβώς το επιδεικτέο έγγραφο και να προσδιορίζεται το περιεχόμενό του, δηλαδή να μη δημιουργείται αμφιβολία για την ταυτότητα του εγγράφου, έτσι ώστε να μπορεί, να κριθεί το έννομο συμφέρον του αιτούντος προς επίδειξη σε σχέση με την συγκεκριμένη διαφορά και να καθορίζει ότι το έγγραφο βρίσκεται στην κατοχή του αντιδίκου, γιατί το γεγονός αυτό αποτελεί προϋπόθεση της υποχρεώσεώς του για επίδειξη (ΑΠ 953/2002, ΑΠ 1613/2000, ΜονΠρΘεσ 35124/2008).

Α. Από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ. α, 287, 291 και 292 ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται, κατά το άρθρο 573 παρ. 1 ΚΠολΔ, και στην αναιρετική διαδικασία, συνδυαζόμενες και με  αυτές των άρθρων 1846 και 1847 ΑΚ προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται στην περίπτωση κατά την οποία, μετά την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος.

Β. Η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση προς τον αντίδικο του διαδίκου υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή, του λόγου της διακοπής, η οποία πρέπει να γίνει, είτε με επίδοση δικογράφου, είτε με προφορική δήλωση στο ακροατήριο, ή εκτός ακροατηρίου κατά την επιχείρηση της διαδικαστικής πράξεως από εκείνον που έχει δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη, ή και από εκείνον που μέχρι τη στιγμή της επελεύσεως του θανάτου ήταν πληρεξούσιος του θανόντος διαδίκου.

Γ. Ο αντίδικος εκείνου του διαδίκου που πέθανε δεν νομιμοποιείται να προβεί στη γνωστοποίηση του θανάτου του, ούτε η τυχόν τέτοια δήλωση του επιφέρει την βίαιη διακοπή της δίκης (ΑΠ 7/2020).

Α. Από το άρθρο 576 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί, ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως, αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως την συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι.

Β. Αν την συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπόμενου διαδίκου, εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για συζήτηση επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.

Γ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. γ και δ ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, κατ άρθρο 575 εδ. β' του ίδιου Κώδικα, η αναβολή της υπόθεσης και η αναγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για την μετά αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για την δικάσιμο αυτή και, επομένως, δεν χρειάζεται νέα κλήτευση του διαδίκου.

Δ. Προϋπόθεση, όμως, της εγκυρότητας της ανωτέρω κλήτευσης, είναι, ο απολειπόμενος κατά την μετ αναβολή δικάσιμο διάδικος, να είχε επισπεύσει εγκύρως την συζήτηση, ή να είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί κατά τη δικάσιμο, κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση, ή να είχε παραστεί νομίμως κατά την πρώτη αυτή δικάσιμο. Με την νόμιμη παράσταση και μη εναντίωσή του καλύφθηκε η ακυρότητα της κλήτευσής του κατά την αρχική δικάσιμο (ΑΠ807/2018, ΑΠ 7/2020).

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68, 556 και 558 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, η αίτηση αναίρεσης απευθύνεται μόνο κατ' εκείνων, που ήταν διάδικοι στη δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση και μάλιστα αντίδικοι του αναιρεσείοντος και νίκησαν, ή κατά των καθολικών διαδόχων τους, ή των κληροδόχων τους, όχι όμως και κατά των ομοδίκων του αναιρεσείοντος, όπως είναι οι συνεναγόμενοι αυτού.

Α. Έτσι, η αναίρεση, που απευθύνεται κατά των ομοδίκων του αναιρεσείοντος, είναι κατά το μέρος αυτό απαράδεκτη, γιατί ο τελευταίος δεν έχει έννομο συμφέρον να προσβάλει την απόφαση ως προς αυτούς, εκτός αν στην απόφαση περιελήφθη διάταξη υπέρ αυτών, που τον βλάπτει (ΑΠ 936/2011).

Β. Εξαίρεση από τον κανόνα αυτό δικαιολογείται στις περιπτώσεις που η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση περιέχει διάταξη ευνοϊκή για τον απλό ομόδικο και συγχρόνως βλαπτική για τον αναιρεσείοντα ομόδικο, που οδηγεί στη δημιουργία επιβλαβούς για αυτόν δεδικασμένου (ΑΠ 590/2016, ΑΠ 893/2018).

Με την διάταξη του άρθρου 568 παρ. 4 εδ. τελ. ΚΠολΔ ορίζεται ότι αν ο αναιρεσίβλητος επισπεύδει την συζήτηση, ή την επισπεύδει άλλος διάδικος εκτός από τον αναιρεσείοντα, η κλήση επιδίδεται μέσα στην ίδια προθεσμία με επιμέλεια εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση στον αναιρεσείοντα και τους άλλους διαδίκους. Με την διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 εδάφια α και γ ΚΠολΔ ορίζεται ότι αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανισθεί, ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Με την διάταξη του άρθρου 576 παρ. 3 του ιδίου Κώδικα ορίζεται ότι αν μετέχουν περισσότεροι στη δίκη για την αναίρεση και δεν κλητεύθηκε κάποιος από αυτούς η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους και ότι, σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως, ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς.

Από τον συνδυασμό των πιο πάνω διατάξεων προκύπτει ότι επί αίτησης αναίρεσης στρεφομένης κατά περισσοτέρων αναιρεσιβλήτων που συνδέονται μεταξύ τους με σχέση απλής ομοδικίας, είναι επιτρεπτή η επίσπευση της συζήτησης αυτής από ορισμένους μόνο των αναιρεσιβλήτων ομοδίκων, που παρείχαν προς τούτο εγκύρως εντολή και πληρεξουσιότητα στον εκπροσωπήσαντα αυτούς πληρεξούσιο δικηγόρο (ΑΠ 76/2020).

Κατά το άρθρο 862 ΑΚ ο εγγυητής ελευθερώνεται, εφ όσον από πταίσμα του δανειστή έγινε αδύνατη η ικανοποίησή του από τον οφειλέτη. Με τη διάταξη αυτή τίθεται ο κανόνας της ελευθερώσεως του εγγυητή, εάν από πταίσμα του δανειστή έγινε αδύνατη η ικανοποίησή του από τον οφειλέτη. Η εφαρμογή της διάταξης δεν αποκλείεται από τυχόν εκ των προτέρων παραίτηση του εγγυητή εκ του κατ' άρθρο 855 ΑΚ δικαιώματος δίζησης.

Α. Πταίσμα του δανειστή συνιστά όχι μόνο ο δόλος και η βαριά αμέλεια του περί την ύπαρξη της απαιτήσεως, αλλά και η ελαφρά αμέλεια, εκδηλώνεται δε, είτε με ενέργειες, είτε με παραλείψεις, ένεκα των οποίων έγινε αδύνατη η ικανοποίησή του από τον πρώτοφειλέτη.

Β. Λόγω του ενδοτικού χαρακτήρα της ανωτέρω ρυθμίσεως, ο εγγυητής μπορεί να παραιτηθεί εκ των προτέρων της ένστασης ελευθερώσεως, όχι όμως για την περίπτωση κατά την οποία η ικανοποίηση του δανειστή θα καταστεί αδύνατη από δόλο ή βαριά αμέλεια του τελευταίου, καθ' όσον σύμφωνα με το άρθρο 332 παρ. 1 ΑΚ είναι άκυρη κάθε προηγούμενη συμφωνία που αποκλείει ή περιορίζει την ευθύνη από δόλο ή βαριά αμέλεια.

Γ. Στο δικαστή εναπόκειται, εκτιμώντας τις περιστάσεις, να κρίνει πότε η αμέλεια φέρει βαριά μορφή, η τυχόν δε υπ' αυτού εσφαλμένη υπαγωγή των γενόμενων δεκτών περιστατικών στη νομική έννοια της βαριάς αμέλειας ελέγχεται αναιρετικώς. Βαριά χαρακτηρίζεται η αμέλεια όταν η απόκλιση από το μέτρο της συμπεριφοράς του μέσου συνετού και επιμελούς ανθρώπου είναι ασυνήθης και ιδιαίτερα μεγάλη, όταν δηλαδή φανερώνει πλήρη αδιαφορία του δράστη για τα επιζήμια σε βάρος τρίτων αποτελέσματά της (ΑΠ 568/2009). 

Δ. Στην εγγύηση αορίστου χρόνου θεωρείται ότι υπάρχει πταίσμα του δανειστή και όταν αυτός αμελεί για ικανό χρόνο να καταδιώξει τον πρωτοφειλέτη, που έπειτα γίνεται αναξιόχρεος, και αν ακόμη ο εγγυητής δεν έκανε χρήση των δικαιωμάτων που του δίνουν οι διατάξεις των άρθρων 867- 868 ΑΚ, ή υπαίτια δεν αποδέχεται την κύρια οφειλή, που έγκυρα του προσφέρεται, ή δεν αναγγέλλεται στην πτώχευση του πρωτοφειλέτη, ή αμελεί την διεξαγωγή της δίκης, ή αναγκαστικής εκτελέσεως εναντίον του πρωτοφειλέτη (ΑΠ 419/2013, ΑΠ512/2008, ΑΠ 1216/2019).

Ε. Σημειώνεται ότι στην σύμβαση της εγγύησης, εφαρμόζονται οι κοινές για τη σύμβαση διατάξεις, όπως και εκείνες που αφορούν τα ελαττώματα της δηλώσεως βουλήσεως. Μεταξύ των τελευταίων είναι και η διάταξη του άρθρου 140 ΑΚ, στο οποίο ορίζεται ότι, αν κάποιος καταρτίζει δικαιοπραξία και η δήλωσή του δεν συμφωνεί, από ουσιώδη πλάνη, με τη βούλησή του, έχει δικαίωμα να ζητήσει την ακύρωση της δικαιοπραξίας, ενώ με τη διάταξη του επομένου άρθρου 141 διευκρινίζεται ότι η πλάνη είναι ουσιώδης όταν αναφέρεται σε σημείο τόσο σπουδαίο για την όλη δικαιοπραξία, ώστε, αν το πρόσωπο γνώριζε την πραγματική κατάσταση, δεν θα επιχειρούσε την κατάρτισή της. Πλάνη, επομένως, είναι η εσφαλμένη γνώση της απαιτούμενης για τον προσδιορισμό της βούλησης του δηλούντος πραγματικής κατάστασης, προς την πλάνη δε με την παραπάνω έννοια εξομοιώνεται και η έλλειψη γνώσης (άγνοια) της πραγματικής κατάστασης, όταν δεν είναι συνειδητή εκ μέρους του δηλούντος. Η πλάνη αυτή μπορεί να αφορά ακόμη και στο περιεχόμενο της δήλωσης, έστω και αν έχει σχέση με το δίκαιο, δηλαδή με το είδος της δικαιοπραξίας ή την νομική ενέργεια κάποιου όρου ή με τις έννομες συνέπειες της δήλωσης (ΑΠ 406/2019, ΑΠ 725/2014, ΑΠ 1655/2012). Η πλάνη, ως λόγος ακυρωσίμου της δικαιοπραξίας μπορεί να προταθεί όχι μόνο με αγωγή, αλλά και με ένσταση, αν ο πλανηθείς ενάγεται από το δανειστή για την εκπλήρωση των αξιώσεων που απορρέουν από την δικαιοπραξία (ΑΠ 1431/2019).

Κατά την διάταξη του άρθρου 558 εδ. β ΚΠολΔ, αν υπάρχει αναγκαστική ομοδικία, η αναίρεση πρέπει να απευθύνεται καθ' όλων των ομοδίκων, άλλως απορρίπτεται ως απαράδεκτη (ΑΠ 1887/2017).

Κατά την διάταξη του άρθρου 254 παρ.1 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται, σύμφωνα με το άρθρο 573 παρ.1 ΚΠολΔ, και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, το δικαστήριο μπορεί να διατάξει την επανάληψη της συζήτησης, η οποία έχει κηρυχθεί περατωμένη, όταν κατά την μελέτη της υπόθεσης, ή την διάσκεψη, παρουσιάζονται κενά ή αμφίβολα σημεία που χρειάζονται συμπλήρωση ή επεξήγηση

Η παρεχόμενη από την παραπάνω διάταξη ευχέρεια περιλαμβάνει τη δυνατότητα του δικαστηρίου να διατάξει, εκτός άλλων, την προσκομιδή των αναγκαίων για το σχηματισμό της κρίσης του εγγράφων, ή άλλων αποδεικτικών στοιχείων (ΑΠ 1094/2019, ΑΠ 243/2017, ΑΠ 528/2020).

Α. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 553 παρ.1 περ. β', 577 παρ.2, 309 εδ. α, 321 και 495 παρ.1 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι σε αναίρεση υπόκειται η απόφαση, που έχει καταστεί τελεσίδικη κατά το χρόνο άσκησης του ενδίκου αυτού μέσου, δηλαδή κατά το χρόνο της κατάθεσης του οικείου δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Τελεσίδικη είναι η απόφαση που περατώνει την δίκη επί της αγωγής και δεν υπόκειται στα τακτικά ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας και της έφεσης (ΑΠ 185/2018).

Β. Συνεπώς, η ερήμην οριστική απόφαση του Εφετείου υπόκειται σε αναίρεση, μόνο αφ ότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας, είτε γιατί παρήλθε η δεκαπενθήμερη προς άσκηση αυτής προθεσμία από την επίδοση της ερήμην απόφασης, είτε γιατί ο δικαιούμενος προς άσκηση αυτής διάδικος, που δικάσθηκε ερήμην, παραιτήθηκε νομίμως από το ασκηθέν ένδικο μέσο της ανακοπής ή από το δικαίωμα προς άσκηση αυτού, καθ όσον έκτοτε αυτή καθίσταται τελεσίδικη και προσβάλλεται με αναίρεση (ΟλΑΠ 17/2013).

Γ. Η απόδειξη της τελεσιδικίας της προσβαλλόμενης απόφασης γίνεται με την προσκομιδή της σχετικής έκθεσης επίδοσης, ή με την επί του επιδοθέντος αντιγράφου αυτής σχετική επισημείωση του δικαστικού επιμελητή, σε συνδυασμό με βεβαίωση της γραμματείας του δικαστηρίου  που την εξέδωσε, ότι δεν ασκήθηκε το ένδικο μέσο της ανακοπής.

Δ. Αν δεν αποδεικνύεται η τελεσιδικία, η αίτηση αναίρεσης απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη (ΑΠ 845/1918, ΑΠ 185/2018, ΑΠ 58/2020).

Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 558 ΚΠολΔ  η αναίρεση απευθύνεται κατ' εκείνων οι οποίοι ήταν διάδικοι στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ή των καθολικών διαδόχων τους, ή των κληροδόχων τους. Αν υπάρχει αναγκαστική ομοδικία, η αναίρεση πρέπει να απευθύνεται κατά όλων των ομοδίκων, αλλιώς απορρίπτεται ως απαράδεκτη.

Α. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 80, 89 και 277 αριθ. 4 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, εάν ο εναγόμενος προσεπικαλέσει εκείνον από τον οποίο έχει δικαίωμα να απαιτήσει αποζημίωση σε περίπτωση ήττας του να παρέμβει στη δίκη προς υποστήριξή του, ο δε προσεπικαλούμενος δικονομικός εγγυητής δεν παρεμβαίνει παραδεκτά υπέρ του προσεπικαλούντος, αλλά εμφανίζεται στη δίκη, περιοριζόμενος στην απόκρουση της προσεπίκλησης και στην αμφισβήτηση της βασιμότητάς της, δεν καθίσταται διάδικος στην κύρια δίκη μεταξύ των αρχικών διαδίκων, ούτε δη