ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΩΝ

Διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου με το Δημόσιο. 

Σύμφωνα με την ΑΠ 104/2016.

«…Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 και 669 Α.Κ. προκύπτει ότι σύμβαση εργασίας αόριστου χρόνου υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ορισμένη διάρκεια για την παροχή της εργασίας ούτε η χρονική αυτή διάρκεια συνάγεται από το είδος και το σκοπό της εργασίας. Αντίθετα η σύμβαση εργασίας είναι ορισμένου χρόνου όταν συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρι ορισμένο χρονικό σημείο ή μέχρι την επέλευση ορισμένου μέλλοντος και βέβαιου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου ή την επέλευση του βέβαιου γεγονότος ή του χρονικού σημείου παύει να ισχύει αυτοδικαίως. Επομένως η διάρκεια της συμβάσεως εργασίας ορισμένου χρόνου είναι σαφώς καθορισμένη είτε γιατί συμφωνήθηκε ρητά ή σιωπηρά είτε γιατί προκύπτει από το είδος και το σκοπό της σύμβασης εργασίας. Χαρακτηριστικό της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι ότι τα μέρη γνωρίζουν επακριβώς το χρονικό σημείο της λήξης της. Η σύμβαση αυτή, σύμφωνα με το άρθρο 669 παρ.1 Α.Κ., παύει αυτοδικαίως όταν λήξει ο χρόνος για τον οποίο συνομολογήθηκε, χωρίς να χρειάζεται καταγγελία της και καταβολή αποζημίωσης. Ο ορθός δε νομικός χαρακτηρισμός της σύμβασης, ως κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο, μη δεσμευόμενο από το χαρακτηρισμό που προσέδωσαν τα συμβαλλόμενα μέρη, κρίνει, ερμηνεύοντας το περιεχόμενό της, όπως απαιτούν η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη και οι περιστάσεις υπό τις οποίες συνήφθη η σύμβαση. Εξάλλου κατά τις διατάξεις του άρθρου 8 παρ.1 εδ.α και 3 του ν.2112/1920, όπως αυτό έχει τροποποιηθεί και αυθεντικώς ερμηνευθεί (ν.4558/1920, άρθρο 11 α.ν.547/1937), "Είναι άκυρος οιαδήποτε σύμβασις αντικειμένη εις τον παρόντα νόμον, πλην αν είναι μάλλον ευνοϊκή διά τον υπάλληλον" (παρ.1 εδ.α) και "Αι διατάξεις του νόμου τούτου εφαρμόζονται ωσαύτως και επί συμβάσεων εργασίας με ωρισμένην χρονικήν διάρκειαν, εάν ο καθορισμός της διαρκείας ταύτης δεν δικαιολογήται εκ της φύσεως της συμβάσεως, αλλ' ετέθη σκοπίμως προς καταστρατήγησιν των περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής συμβάσεως διατάξεων του παρόντος νόμου" (παρ.3). Από τις διατάξεις αυτές, με τις οποίες επιδιώχθηκε η αντιμετώπιση των καταχρήσεων σε βάρος των εργαζομένων με τη σύναψη συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, προκύπτει ότι όταν συνάπτονται αλλεπάλληλες συμβάσεις εργασίας ορισμένης χρονικής διάρκειας, αν ο καθορισμός της διάρκειάς τους δεν δικαιολογείται από τη φύση ή το είδος ή το σκοπό της εργασίας ή δεν υπαγορεύεται από ειδικό λόγο που ανάγεται ιδίως στις ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας της επιχειρήσεως αλλά έχει τεθεί με σκοπό την καταστρατήγηση των διατάξεων περί υποχρεωτικής καταγγελίας των αόριστου χρόνου συμβάσεων (άρθρα 1, 2, 3 ν.2112/1920 ή 1, 3, 5 β.δ.16/18-7-1920), ανακύπτει ακυρότητα ως προς τον καθορισμό ορισμένης χρονικής διάρκειας της συμβάσεως και θεωρείται ότι τότε καταρτίστηκε ενιαία σύμβαση αόριστου χρόνου, επί της οποίας δεν είναι δυνατή η απόλυση του εργαζομένου χωρίς καταγγελία και καταβολή της νόμιμης αποζημιώσεως. Επακολούθησε ο ν.2190/1994, στο άρθρο 21 του οποίου ορίζονται τα εξής: "Οι δημόσιες υπηρεσίες και τα νομικά πρόσωπα της παρ. 1 του άρθρου 14 του παρόντος νόμου επιτρέπεται να απασχολούν προσωπικό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου για αντιμετώπιση εποχιακών ή άλλων περιοδικών ή πρόσκαιρων αναγκών, με τις προϋποθέσεις και τη διαδικασία των επόμενων παραγράφων" (παρ.1). "Η διάρκεια της απασχόλησης του προσωπικού της παρ.1 δεν μπορεί να υπερβαίνει τους οκτώ (8) μήνες μέσα σε συνολικό χρόνο δώδεκα (12) μηνών. Στις περιπτώσεις προσωρινής πρόσληψης προσωπικού για αντιμετώπιση, κατά τις ισχύουσες διατάξεις, κατεπειγουσών αναγκών, λόγω απουσίας προσωπικού ή κένωσης θέσεων, η διάρκεια της απασχόλησης δεν μπορεί να υπερβαίνει τους τέσσερις (4) μήνες για το ίδιο άτομο. Παράταση ή σύναψη νέας σύμβασης κατά το αυτό ημερολογιακό έτος ή μετατροπή σε σύμβαση αορίστου χρόνου είναι άκυρες" (παρ.2 εδ.α, β και γ). Στην παράγραφο 4 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι τα αρμόδια για την εκκαθάριση των αποδοχών όργανα υποχρεούνται να παύσουν να καταβάλλουν τις αποδοχές στο προσωπικό που συμπλήρωσε την κατά τις προηγούμενες παραγράφους διάρκεια απασχόλησης, άλλως καταλογίζονται στα ίδια οι αποδοχές που καταβλήθηκαν, ενώ στην παράγραφο 5 του ίδιου άρθρου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8 παρ.10ε ν.2225/1994, ορίζεται ότι οι προϊστάμενοι ή άλλα αρμόδια όργανα που ενεργούν κατά παράβαση των προηγούμενων παραγράφων διώκονται για παράβαση καθήκοντος κατά το άρθρο 259 Π.Κ. και πειθαρχικά. Σύμφωνα δε με την παρ.1 του άρθρου 14 του ίδιου ν.2190/ 1994, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 ν.2527/1997, στις διατάξεις του άρθρου αυτού υπάγονται μεταξύ άλλων και οι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης. Εξάλλου στις διατάξεις του άρθρου 103 παρ.2 και 3 του Συντάγματος με τις οποίες επιβάλλεται η νομοθετική πρόβλεψη οργανικών θέσεων για την κάλυψη των πάγιων και διαρκών αναγκών του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των άλλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, ορίζονται τα εξής: "Κανένας δεν μπορεί να διοριστεί υπάλληλος σε οργανική θέση που δεν είναι νομοθετημένη. Εξαιρέσεις μπορεί να προβλέπονται από ειδικό νόμο, για να καλυφθούν απρόβλεπτες και επείγουσες ανάγκες με προσωπικό που προσλαμβάνεται για ορισμένη χρονική περίοδο με σχέση ιδιωτικού δικαίου" (παρ.2). "Οργανικές θέσεις ειδικού επιστημονικού καθώς και τεχνικού ή βοηθητικού προσωπικού μπορούν να πληρούνται με προσωπικό που προσλαμβάνεται με σχέση ιδιωτικού δικαίου. Νόμος ορίζει τους όρους για την πρόσληψη, καθώς και τις ειδικότερες εγγυήσεις τις οποίες έχει το προσωπικό που προσλαμβάνεται" (παρ.3). Με την αναθεώρηση του Συντάγματος που έγινε με το από 6-4-2001 ψήφισμα της Ζ Αναθεωρητικής Βουλής (ΦΕΚ Α 84/17-4-2001) και με σκοπό τη μέγιστη δυνατή διασφάλιση των συνταγματικών αρχών της ισότητας ενώπιον του νόμου, της αξιοκρατίας και της διαφάνειας κατά τις προσλήψεις στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, προστέθηκε στο άρθρο 103 του Συντάγματος παράγραφος 7, που προβλέπει ότι η πρόσληψη υπαλλήλων στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, γίνεται είτε με διαγωνισμό είτε με επιλογή σύμφωνα με προκαθορισμένα και αντικειμενικά κριτήρια και υπάγεται στον έλεγχο ανεξάρτητης αρχής. Επίσης στο ίδιο πιο πάνω άρθρο προστέθηκε παράγραφος 8 που προβλέπει ότι: "Νόμος ορίζει τους όρους και τη χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, για την κάλυψη είτε οργανικών θέσεων και πέραν των προβλεπομένων στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου 3 είτε πρόσκαιρων είτε απρόβλεπτων και επειγουσών αναγκών κατά το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 2. Νόμος ορίζει επίσης τα καθήκοντα που μπορεί να ασκεί το προσωπικό του προηγούμενου εδαφίου. Απαγορεύεται η από το νόμο μονιμοποίηση προσωπικού που υπάγεται στο πρώτο εδάφιο ή η μετατροπή των συμβάσεών του σε αορίστου χρόνου. Οι απαγορεύσεις της παραγράφου αυτής ισχύουν και ως προς τους απασχολουμένους με σύμβαση έργου". Έτσι με την αναθεώρηση του άρθρου 103 του Συντάγματος η Ζ Αναθεωρητική Βουλή επέβαλε στον κοινό νομοθέτη και στη διοίκηση αυστηρούς όρους σχετικά με την πρόσληψη προσωπικού για την κάλυψη των λειτουργικών αναγκών του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα. Στους προαναφερόμενους κανόνες, τους οποίους πρώτος διατύπωσε ο κοινός νομοθέτης με τις πιο πάνω διατάξεις του ν.2190/1994 και οι οποίοι κατέστησαν ήδη συνταγματικού επιπέδου, υπάγεται, ενόψει της αδιάστικτης διατύπωσης του άρθρου 103 παρ.7 και 8 του Συντάγματος, τόσο το προσωπικό που συνδέεται με το Δημόσιο, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης και τα άλλα νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα με υπαλληλική σχέση δημόσιου δικαίου, όσο και το προσωπικό που προσλαμβάνεται με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου για την πλήρωση οργανικών θέσεων σύμφωνα με το άρθρο 103 παρ.3 και 8 του Συντάγματος. Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου συναπτόμενες με το Δημόσιο, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης και τους λοιπούς φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα υπό την ισχύ των πιο πάνω διατάξεων του άρθρου 103 παρ.7 και 8 του Συντάγματος (ήτοι από τις 17-4-2001 και εφεξής) δεν μπορούν να μετατραπούν σε συμβάσεις αόριστου χρόνου, έστω και αν καλύπτουν πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες. Ούτε καταλείπεται πεδίο εκτίμησης των συμβάσεων αυτών, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσης κατά τη δικαστική διαδικασία, ως συμβάσεων αόριστου χρόνου στην περίπτωση που αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες αφού, έστω και αν τούτο συμβαίνει, βάσει των πιο πάνω διατάξεων ο εργοδότης δεν έχει ευχέρεια για τη σύναψη σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου.

Συνεπώς στις συμβάσεις αυτές δεν είναι δυνατή η εφαρμογή της προαναφερόμενης διάταξης του άρθρου 8 παρ.3 ν.2112/1920 (Ολ.Α.Π.19 και 20/2007). Αντίθετα η τελευταία αυτή διάταξη μπορεί να εφαρμοσθεί σε διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου που καταρτίσθηκαν με το Δημόσιο, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης και τους λοιπούς φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα πριν από την έναρξη της ισχύος των τροποποιημένων διατάξεων του άρθρου 103 παρ.7 και 8 του Συντάγματος. Τούτο διότι οι συμβάσεις αυτές, παρά την τυχόν απαγόρευση από το νόμο της σύναψής τους ως τέτοιων (αορίστου χρόνου), είχαν ήδη πριν από την έναρξη της ισχύος των πιο πάνω συνταγματικών διατάξεων προσλάβει το χαρακτήρα της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου, τον οποίο διατήρησαν και μετά ταύτα (Ολ.Α.Π.7/2011 και 8/2011). Περαιτέρω, στις 10-7-1999 δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων η Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999, στο άρθρο 2 της οποίας ορίζεται ότι στα κράτη-μέλη παρέχεται προθεσμία συμμορφώσεως προς το περιεχόμενο της Οδηγίας αυτής έως τις 10-7-2001, με δυνατότητα παράτασης της εν λόγω προθεσμίας έως τις 10-7-2002, της οποίας δυνατότητας έκανε χρήση η Ελλάδα. Στη ρήτρα 5 της πιο πάνω οδηγίας ορίζεται ότι τα κράτη-μέλη ύστερα από διαβουλεύσεις με τους κοινωνικούς εταίρους ή/και οι κοινωνικοί εταίροι καθορίζουν, όταν χρειάζεται, τις συνθήκες υπό τις οποίες συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου θεωρούνται "διαδοχικές" και χαρακτηρίζονται συμβάσεις ή σχέσεις αορίστου χρόνου. Ήδη ο εθνικός νομοθέτης έχει εξειδικεύσει τις συνθήκες αυτές με τα προεδρικά διατάγματα 81/2003 και 164/2004, η ισχύς των οποίων άρχισε από τη δημοσίευσή τους στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (2-4-2003 και 19-7-2004 αντίστοιχα) και το δεύτερο από τα οποία αναφέρεται στους εργαζομένους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στο δημόσιο τομέα. Το άρθρο 5 του τελευταίου αυτού προεδρικού διατάγματος ορίζει τα εξής: "1. Απαγορεύονται οι διαδοχικές συμβάσεις, που καταρτίζονται και εκτελούνται μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζόμενου με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους η παρεμφερείς όρους εργασίας, εφόσον μεταξύ των συμβάσεων αυτών μεσολαβεί χρονικό διάστημα μικρότερο των τριών μηνών. 2. Η κατάρτιση των συμβάσεων αυτών επιτρέπεται κατ' εξαίρεση, εφόσον δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους. Αντικειμενικός λόγος υφίσταται, όταν οι επόμενες της αρχικής συμβάσεως συνάπτονται για την εξυπηρέτηση ειδικών ομοειδών αναγκών που σχετίζονται ευθέως και αμέσως με τη μορφή ή το είδος ή τη δραστηριότητα της επιχείρησης. 3... 4. Σε κάθε περίπτωση, ο αριθμός των διαδοχικών συμβάσεων δεν επιτρέπεται να είναι μεγαλύτερος των τριών, με την επιφύλαξη των διατάξεων της παραγράφου 2 του επόμενου άρθρου". Ως κύρωση για την περίπτωση της παράνομης, ήτοι κατά παράβαση των ως άνω κανόνων, κατάρτισης διαδοχικών συμβάσεων προβλέφθηκε από το άρθρο 7 του ίδιου προεδρικού διατάγματος η αυτοδίκαιη ακυρότητά τους και η καταβολή στην εργαζόμενο τόσο των αποδοχών για την εργασία που παρέσχε, εφόσον οι άκυρες συμβάσεις εκτελέστηκαν εν όλω ή εν μέρει, όσο και αποζημίωσης ίσης με το ποσό "το οποίο δικαιούται ο αντίστοιχος εργαζόμενος αόριστου χρόνου σε περίπτωση καταγγελίας της συμβάσεώς του", ενώ θεσπίστηκε ποινική και πειθαρχική ευθύνη για την παράβαση των κανόνων αυτών. Όμως, ενόψει του ότι οι πιο πάνω διατάξεις του π.δ.164/2004 άρχισαν να ισχύουν από τις 19-7-2004, το διάταγμα αυτό έπρεπε να περιλάβει και ρυθμίσεις που να εξασφαλίζουν οπωσδήποτε από τις 10-7-2002, οπότε έληξε η προθεσμία προσαρμογής της ελληνικής νομοθεσίας στην πιο πάνω Οδηγία, την προσαρμογή αυτή. Έτσι με το άρθρο 11 παρ.1 περ.α, 2 εδ.α και β, 3 και 5 του πιο πάνω προεδρικού διατάγματος ορίζονται τα εξής: "Διαδοχικές συμβάσεις κατά την παρ.1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, οι οποίες έχουν συναφθεί πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος και είναι ενεργές έως την έναρξη ισχύος αυτού, συνιστούν εφεξής σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου εφόσον συντρέχουν αθροιστικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις: α) Συνολική χρονική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων τουλάχιστον είκοσι τεσσάρων (24) μηνών έως την έναρξη ισχύος του διατάγματος, ανεξαρτήτως αριθμού ανανεώσεων συμβάσεων ή τρεις τουλάχιστον ανανεώσεις πέραν της αρχικής σύμβασης κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, με συνολικό ελάχιστο χρόνο απασχόλησης δέκα οκτώ (18) μηνών, μέσα σε συνολικό χρονικό διάστημα είκοσι τεσσάρων (24) μηνών από την αρχική σύμβαση" (παρ.1 περ.α). "Για τη διαπίστωση της συνδρομής των κατά την προηγούμενη παράγραφο προϋποθέσεων, ο εργαζόμενος υποβάλλει, εντός αποκλειστικής προθεσμίας δύο (2) μηνών από την έναρξη της ισχύος του παρόντος, αίτηση προς τον οικείο φορέα, στην οποία αναφέρει τα στοιχεία από τα οποία προκύπτει η συνδρομή των προϋποθέσεων αυτών. Αρμόδιο όργανο να κρίνει αιτιολογημένα εάν συντρέχουν, κατά περίπτωση, οι προϋποθέσεις της προηγούμενης παραγράφου, είναι το οικείο Υπηρεσιακό Συμβούλιο ή το όργανο που εξομοιώνεται με αυτό και όπου δεν υπάρχει, το Διοικητικό Συμβούλιο ή το διοικούν όργανο του οικείου νομικού προσώπου ή το όργανο που εξομοιώνεται με αυτό κατά την κείμενη νομοθεσία" (παρ.2 εδ.α και β). "Οι κατά την παρ.2 κρίσεις του αρμόδιων οργάνων, θετικές ή αρνητικές, διαβιβάζονται αμέσως στο Ανώτατο Συμβούλιο Επιλογής Προσωπικού (Α.Σ.Ε.Π.), το οποίο αποφαίνεται εντός τριών (3) μηνών από τη διαβίβαση σε αυτό των σχετικών κρίσεων" (παρ.3). "Στις διατάξεις της παρ.1 του παρόντος άρθρου συμπεριλαμβάνονται και οι συμβάσεις οι οποίες έχουν λήξει κατά το χρονικό διάστημα των τελευταίων τριών μηνών πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος διατάγματος λογιζόμενες ως ενεργές διαδοχικές συμβάσεις ως την έναρξη ισχύος του παρόντος. Η προϋπόθεση του εδ.α της παρ.1 του παρόντος άρθρου πρέπει να συντρέχει κατά το χρόνο λήξης της σύμβασης" (παρ.5).

Συνεπώς, εφόσον δεν συντρέχουν οι πιο πάνω προϋποθέσεις, μετατροπή των συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου δεν μπορεί να γίνει (Ολ.Α.Π.19 και 20/2007)…».

Απόφαση 538/2011Εφετείου Πειραιώς.

TO ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ (ΝΑΥΤΙΚΟ ΤΜΗΜΑ)

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές Ασπασία Μαγιάκου, Πρόεδρο Εφετών, Αρετή Παπαδιά και Χρήστο Τζανερρίκο, Εισηγητή, Εφέτες και από τη Γραμματέα….Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Μαίου 2011, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ των: Α) ΕΚΚΑΛΟΥΣΑΣ:Ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία…….που εδρεύει στην……και διατηρεί υποκατάστημα στην….και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό της δικηγόρο…..ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΟΥ….κατοίκου….ο οποίος παραστάθηκε μετά της πληρεξούσιας του δικηγόρου…..ΚΟΙΝΟΠΟΙΟΥΜΕΝΗ ΠΡΟΣ:….κατοίκου….Β) ΚΑΛΟΥΝΤΟΣ-ΕΝΑΓΟΝΤΟΣ: κατοίκου….οποίος παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου του δικηγόρου…..ΚΑΘΗΣ Η ΚΛΗΣΗ-ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ:Ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία…..η οποία εδρεύει στην…και διατηρεί υποκατάστημα στην….και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό της δικηγόρο….

Ο υπό στοιχείο Α εφεσίβλητος άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς την από…..και με αριθ. έκθ. κατάθ…αγωγή του, επί της οποίας εκδόθηκε η ….απόφασή του παραπάνω Δικαστηρίου  που δέχθηκε εν μέρει την αγωγή. κην απόφαση αυτή προσέβαλε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου η εναγομένη και ήδη εκκαλούσα με την από…..και με αριθ. έκθ. κατάθ…έφεσή της. Ομοίως ενώπιον του ίδιου πιο πάνω Δικαστηρίου άσκησε και ο υπό στοιχείο Β καλών-ενάγων την από….και με αριθ. έκθ. κατάθ….παρεμπίπτουσα αγωγή, της οποίας δικάσιμος ορίστηκε…..κατά την οποία η συζήτησή της ματαιώθηκε.

Ήδη με την από…..κλήση του υπό στοιχείο Β καλούντος-ενάγοντος επαναφέρεται προς συζήτηση η προκείμενη υπόθεση στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας. Η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου και συζητήθηκε. Η πληρεξούσια δικηγόρος της καλούσας- εφεσίβλητης ανέπτυξε τις απόψεις της με τις προτάσεις που κατέθεσε.

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ ΚΑΙ ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΝΌΜΟ.

Ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου έχουν εισαχθεί προς κρίση, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο: α) Η από…(αύξ. αριθμ. κατ. …..) έφεση της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία…..κατά του ενάγοντος….και της υπ’ αριθμόν…..οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς (τακτικής διαδικασίας). Και, β) η από….(αρ. εκθ. κατ. ….), παρεμπίπτουσα, αγωγή κατά της ως άνω ασφαλιστικής εταιρείας του, ασφαλισμένου σ’ αυτή, ..., και συνεναγομένου της στην αγωγή του παραπάνω εφεσίβλητου- νάγοντος, επί της οποίας εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση. Επομένως, η ένδικη έφεση και η παρεμπίπτουσα, αγωγή, οι οποίες εκκρεμούν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, πρέπει να ενωθούν και συνεκδικασθούν, λόγω της, πρόδηλης, συνάφειας, μεταξύ τους (άρθρο 246 του ΚΠολΔ).

Επί της εφέσεως:

Η έφεση αυτή, η οποία έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα, αφού οι διάδικοι δεν επικαλούνται, ούτε προκύπτει επίδοση της εκκαλουμένης αποφάσεως (άρθρο 518 παρ. 2 ΚΠολΔ), πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή.

Περαιτέρω, το άρθρο 528 του ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 16§4 του ν. 2915/2001, ορίζει ότι «αν ασκηθεί έφεση από διάδικο που δικάστηκε σαν να ήταν παρών, η εκκαλούμενη απόφαση εξαφανίζεται μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους. Ο εκκαλών δικαιούται να προβάλει όλους τους ισχυρισμούς που μπορούσε να προτείνει πρωτοδίκως».

Από τη διάταξη αυτή, σαφώς, προκύπτει ότι, παρά την κατάργηση των τεκμηρίων εκ της ερημοδικίας των διαδίκων, που θέσπιζαν τα άρθρα 271 και 272 ΚΠολΔ, μετά την οποία εξέλιπαν, πλέον, οι λόγοι για τη χορήγηση αναιτιολόγητης ανακοπής και, κατ’ επέκταση, εφέσεως με όμοιο αποτέλεσμα, εν τούτοις, η παραπάνω διάταξη διατήρησε ευθέως την έφεση κατά ερήμην αποφάσεως, ως υποκατάστατο της αναιτιολόγητης ανακοπής ερημοδικίας. Έτσι, για την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, εφόσον αυτή εκδόθηκε σαν να ήταν παρών ο διάδικος, δεν απαιτείται να ευδοκιμήσει, προηγουμένως, κάποιος λόγος της εφέσεως, αλλά αρκεί η τυπική παραδοχή της, καθόσον αυτή έχει τα αποτελέσματα της καταργηθείσας αναιτιολόγητης ανακοπής (ΑΠ 829/2008, ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 884/2007, ΧΡΙΔ 2008, 52, ΑΠ 1015/2005 ΕλλΔνη 46.1100, ΕΑ 683/2008, ΝΟΜΟΣ, ΕΔωδ 152/2008, ΝΟΜΟΣ, ΕΑ 5224/2003 ΕλλΔνη 45, 555, Σ. Σαμουήλ, η έφεση, έκδ. ΣΤ', παρ. 228δ', 228ε).

Στην προκειμένη περίπτωση, με την ένδικη έφεσή της, η εκκαλούσα ζητεί, για τους αναφερομένους σ’ αυτή λόγους, την εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως, η οποία έχει εκδοθεί ερήμην της και, στη συνέχεια, την, κατ’ ουσίαν, απόρριψη της, από….(αριθμ. εκθ. κατ….), εναντίον της, αγωγής του ήδη εφεσίβλητου - ενάγοντος, που έχει γίνει, με αυτή (εκκαλουμένη απόφαση), εν μέρει, δεκτή. Επομένως, σύμφωνα με τις προηγηθείσες νομικές σκέψεις, η έφεση αυτή, μετά την, κατά τα παραπάνω, τυπική παραδοχή της, πρέπει να γίνει δεκτή, ως βάσιμη και κατ’ ουσίαν. Ακολούθως, η εκκαλουμένη απόφαση, πρέπει να εξαφανιστεί, ως προς την ως άνω εκκαλούσα - εναγομένη, ασφαλιστική εταιρεία, και, περαιτέρω, να κρατηθεί η υπόθεση στο παρόν Δικαστήριο, προκειμένου να ερευνηθεί το παραδεκτό, καθώς και η (νομική και ουσιαστική) βασιμότητα της, πιο πάνω αναφερόμενης, εναντίον της, αγωγής, δεδομένου ότι, όπως εκτέθηκε, αυτή ζητεί την, κατ’ ουσίαν, απόρριψη αυτής, στο σύνολό της.

Στο άρθρο 26 του ν. 2496/1997 ορίζονται τα εξής: «Όταν η ασφάλιση αστικής ευθύνης είναι κατά νόμο υποχρεωτική, ο τρίτος έχει ευθεία αξίωση και πέρα από το ασφαλιστικό ποσό, μέχρι το όριο για το οποίο η ασφάλιση είναι υποχρεωτική ... 3. Γεγονός που οδηγεί στην άρση ή τη λήξη της ασφαλιστικής σχέσης, δεν αντιτάσσεται κατά του τρίτου ζημιωθέντα παρά μόνο μετά πάροδο ενός (1) μηνός από τότε που ο ασφαλιστής το κοινοποιήσει στην υπηρεσία ή στο νομικό πρόσωπο που έχει ορισθεί για το σκοπό αυτόν ... 5. Με αποφάσεις του Υπουργού Ανάπτυξης και του κατά περίπτωση συναρμόδιου Υπουργού, που δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, μπορούν να καθορίζονται οι υπηρεσίες ή τα νομικά πρόσωπα που θα δέχονται τις κοινοποιήσεις των ασφαλιστών, η διαδικασία ελέγχου τήρησης της υποχρεωτικής ασφάλισης, καθώς και οι αναγκαίες λεπτομέρειες λειτουργίας υποχρεωτικών ασφαλίσεων αστικής ευθύνης. Οι διατάξεις αυτού του άρθρου δεν εφαρμόζονται, αν δεν έχει προσδιορισθεί η υπηρεσία ή το νομικό πρόσωπο». Κοινή υπουργική απόφαση, που να προσδιορίζει την εν λόγω υπηρεσία ή το νομικό πρόσωπο δεν έχει, ακόμη, εκδοθεί και, επομένως, οι ως άνω διατάξεις, που προβλέπουν ευθεία αξίωση του τρίτου σε περιπτώσεις υποχρεωτικής ασφαλίσεως αστικής ευθύνης δεν εφαρμόζονται (ΑΠ 1502/2008, ΕΕΜΠΔ 2009, 77).

Επομένως, εφόσον, σύμφωνα με τα παραπάνω, ο παθών τρίτος δεν έχει κατά της ασφαλιστικής εταιρείας, ευθεία αξίωση περί αποζημιώσεώς του για ζημιές, τις οποίες υπέστη αυτός, συνεπεία ατυχήματος, που προκλήθηκε από υπαιτιότητα ασφαλισμένου της, η τυχόν ασκηθείσα, εκ μέρους του, εναντίον αυτής ευθεία αγωγή, με την οποία επιδιώκει τέτοιου είδους αποζημίωσή του, είναι απαράδεκτη, λόγω ελλείψεως, στο πρόσωπο της (ευθέως) εναγομένης, ασφαλιστικής εταιρείας, της, κατ’ άρθρο 68 του ΚπολΔ, απαιτούμενης διαδικαστικής προϋποθέσεως της παθητικής νομιμοποιήσεως, για την άσκηση, εναντίον της, μιας τέτοιας, αγωγής.

Στην προκειμένη περίπτωση, με την ένδικη, από….(αριθμ. εκθ. κατ….), αγωγή του, ο ήδη εφεσίβλητος - ενάγων, ζητούσε, μετά, από παραδεκτό, περιορισμό του αιτήματος της, να αναγνωρισθεί ότι η ήδη εκκαλούσα - εναγομένη, ασφαλιστική εταιρεία, του οφείλει, συνολικά, …..ευρώ, νομιμοτόκως, ως αποζημίωσή του, για τον, αναλυτικά, ιστορούμενο σ’ αυτή, τραυματισμό του και την, εξ αυτού, σωματική βλάβη, την οποίαν αυτός υπέστη, σε θαλάσσιο ατύχημα, που συνέβη στην περιοχή του λιμένα αλιέων……, στις ….., και που, όπως αυτός επικαλείται, προκλήθηκε, υπαίτια, από τον, συνεναγόμενό της, .., ο οποίος οδηγούσε το, αναφερόμενο στην υπόψη αγωγή, ταχύπλοο σκάφος της ιδιοκτησίας του και ήταν, κατά το χρόνο της επελεύσεώς του, ασφαλισμένος σ’ αυτή, για την έναντι τρίτων αστική του ευθύνη, από την κυκλοφορία αυτού του σκάφους.

Η αγωγή αυτή, όμως, με την οποίαν ο ενάγων, κατά το, συνοπτικά, προαναφερθέν, περιεχόμενό της, αξιώνει, ως ζημιωθείς τρίτος, ευθέως, από την εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία, ν’ αποζημιωθεί για τις ζημιές του, συνεπεία ατυχήματος, που προκλήθηκε από υπαιτιότητα ασφαλισμένου της, πρέπει, σύμφωνα με την παραπάνω νομική σκέψη, να απορριφθεί ως απαράδεκτη, λόγω ελλείψεως, στο πρόσωπο της εναγομένης, ασφαλιστικής εταιρείας, της παθητικής της νομιμοποιήσεως, προς τούτο.

Επί της παρεμπίπτουσας αγωγής:

Ο πρώτος εναγόμενος στην πιο πάνω αναφερομένη αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση, αλλά μη διάδικος στην προκειμένη, έκκλητη, δίκη, …., άσκησε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου το πρώτον, με αυτοτελές δικόγραφο, την προαναφερθείσα, παρεμπίπτουσα, αγωγή, κατά της συνεναγομένης του, στην πρώτη, ως άνω, αγωγή, ασφαλιστικής εταιρείας, με την οποία, αφού επαναλαμβάνει τα διαλαμβανόμενα στην πρώτη (εναντίον τους) αγωγή, περί του αναφερομένου σ’ αυτή τραυματισμού του ενάγοντος, σ’ αυτή (πρώτη αγωγή),…..,με το ταχύπλοο σκάφος του, που οδηγούσε αυτός (παρεμπιπτόντως ενάγων), στον αναφερόμενο στην ως άνω, εναντίον τους, αγωγή τόπο και χρόνο, ιστορεί, περαιτέρω, ότι καθ’ ον χρόνο συνέβη το ένδικο ατύχημα ήταν ασφαλισμένος σ’ αυτή (εναγομένη), για την έναντι τρίτων αστική του ευθύνη, από την κυκλοφορία του προαναφερθέντος σκάφους του, δυνάμει του υπ’ αριθμόν….ασφαλιστηρίου συμβολαίου. Με βάση το ιστορικό αυτό, ο εν λόγω ενάγων, ζητεί να υποχρεωθεί η εναγομένη, ασφαλιστική εταιρεία, να του καταβάλει όποιο ποσό θα υποχρεωνόταν αυτός να καταβάλει στον παθόντα τρίτο, ενάγοντα, μετά την παραδοχή της (πρώτης) εναντίον τους αγωγής του.

Σημειώνεται ότι, με την εκκαλουμένη, κατά τ’ ανωτέρω, από την εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία, απόφαση, αναγνωρίσθηκε ότι ο ενάγων στην ως άνω, παρεμπίπτουσα, αγωγή οφείλει να καταβάλει στον ενάγοντα στην κύρια αγωγή, ζημιωθέντα τρίτο, και εις ολόκληρον με αυτή (παρεμπιπτόντως εναγομένη), το ποσό των ….ευρώ, συνολικά, ως αποζημίωσή του, λόγω του ενδίκου ατυχήματος. Σημειώνεται, ακόμη, ότι κατά της αποφάσεως αυτής, η οποία, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, εξαφανίζεται μόνον ως προς την ως άνω εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της παρούσας δίκης, ο ως άνω εναγόμενος, ήδη παρεμπιπτόντως ενάγων, δεν έχει ασκήσει έφεση, πλην, όμως η εν λόγω απόφαση δεν έχει καταστεί, ως προς αυτόν, τελεσίδικη, διότι δεν του έχει επιδοθεί αυτή και δεν έχει παρέλθει, ακόμη, από τη δημοσίευσή της, στις 19-01-2010, η τριετής, αποσβεστική, προθεσμία της παρ. 2 του άρθρου 518 του ΚπολΔ.

Κατόπιν των ανωτέρω, η προκειμένη, παρεμπίπτουσα, αγωγή πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό αυτής, καθώς και τη νομική και την ουσιαστική της βασιμότητα. Για το παραδεκτό της συζήτησης της ως άνω, παρεμπίπτουσας, αγωγής, έχει τηρηθεί η απαιτούμενη, κατ’ άρθρο 214Α του ΚπολΔ, προδικασία (βλ. την από 24-09-2010 μονομερή δήλωση διαπιστώσεως της αποτυχίας για συμβιβαστική επίλυση της διαφοράς του πληρεξουσίου δικηγόρου του ενάγοντος …) και έχει καταβληθεί το, ανάλογο, δικαστικό ένσημο, (άρθρο 2 του ν. ΓΠΟΗ/1911, όπως ερμηνεύθηκε αυθεντικά με το ν. δ. 1544/1942 και τροποποιήθηκε με το ν. δ. 4189/1961), με τα υπέρ τρίτων δικαιώματα (βλ. υπ’ αριθμούς: 12794452, 12794459 διπλότυπα είσπραξης της Γ’ ΔΟΥ Πειραιώς, με τα επικολλημένα σ’ αυτά κινητά δικαστικά ένσημα του ΤΝ, αξίας 16.000, 50 ευρώ και τις αποδείξεις 6360 και 6363/2011 του Ε. Τ. A. Α., που προσκόμισε ο ενάγων).

Κατά το άρθρο 283 ΚΠολΔ, «1. η παρεμπίπτουσα αγωγή ανάμεσα στους ίδιους διαδίκους στο ίδιο δικαστήριο πρέπει να περιέχει μεταγενέστερη αίτηση του ενός ή του άλλου διαδίκου. 2. Οι παρεμπίπτουσες αγωγές μπορούν να ασκηθούν σε κάθε στάση της δίκης και κατ’ έφεση, εκτός αν περιέχουν αυτοτελή αίτηση». Από τις διατάξεις αυτές, συνδυαζόμενες προς τις διατάξεις των άρθρων 223 και 224 του ίδιου Κώδικα, κατά τις οποίες είναι απαράδεκτη η μεταβολή, αντίστοιχα, του αιτήματος και της βάσεως της αγωγής, σαφώς, συνάγεται ότι, απαραδέκτως ασκείται, για πρώτη φορά, παρεμπίπτουσα αγωγή, που περιέχει αυτοτελή αίτηση, μετά την πρώτη συζήτηση στο ακροατήριο της κύριας αγωγής. Μη αυτοτελής αίτηση είναι εκείνη που κατατείνει απλώς σε ενίσχυση της κύριας αιτήσεως, προστιθέμενη σ’ αυτήν. Κάθε άλλη αίτηση, που μπορεί να ερευνηθεί και ανεξάρτητα από την κύρια δίκη είναι αυτοτελής (βλ. σχ. ΑΠ 1168/2007, ΑΠ 1305/1983, ΝΟΜΟΣ). Έτσι, αυτοτελής είναι και η αγωγή του ασφαλισμένου, για την έναντι τρίτων αστική του ευθύνη, εναντίον της, συνεναγομένης του, ασφαλιστικής εταιρείας, με την οποίαν αυτός ζητεί, από την τελευταία, στα πλαίσια της υφισταμένης μεταξύ τους συμβάσεως ασφαλίσεως, το ποσό, που, τυχόν, θα υποχρεωθεί αυτός να καταβάλει στον ενάγοντα, ζημιωθέντα, από υπαιτιότητά του, τρίτο (πρβλ. ΕΑ 9404/2000 ΕλλΔνη 2003, 508, ΕφΠ 476/89 ΝοΒ 1999, 1957-1959).

Επομένως, με βάση, τα νομικά δεδομένα, που αναφέρθηκαν στην προηγούμενη σκέψη της παρούσας αποφάσεως, η ένδικη, παρεμπίπτουσα, αγωγή, με το προαναφερθέν περιεχόμενο και αίτημα αυτής, πρέπει να απορριφθεί, αυτεπαγγέλτως, αλλά και κατά παραδοχή της σχετικής ενστάσεως, την οποία, παραδεκτώς, προέβαλε, με τις, ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, προτάσεις της, η (παρεμπιπτόντως) εναγομένη, ως απαράδεκτη, αφού, αφενός, έχει ασκηθεί, το πρώτον, ενώπιον του παρόντος, δευτεροβαθμίου, Δικαστηρίου, από μη διάδικο στην παρούσα, έκκλητη, δίκη και, αφετέρου, εισάγεται, με αυτή, προς κρίση, ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, αυτοτελής αίτηση, που δεν κατατείνει, δηλαδή, απλώς, στην ενίσχυση της κύριας αγωγής, προστιθεμένη σ’ αυτή, αλλά μπορεί να ερευνηθεί και ανεξάρτητα από την κύρια δίκη.

 

Τέλος, τα δικαστικά έξοδα της δίκης επί των ενδίκων εφέσεως ( του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας, λόγω της ερημοδικίας της εκκαλούσας στον πρώτο βαθμό)και, παρεμπίπτουσας, αγωγής πρέπει να συμψηφιστούν, στο σύνολό τους, μεταξύ των διαδίκων, σ’ αυτές, γιατί η ερμηνεία των παραπάνω κανόνων δικαίου, που εφαρμόσθηκαν, στην προκειμένη περίπτωση, και συγκεκριμένα, αναφορικά με την ισχύ του άρθρου 26 του ν. 2496/1997 και το χαρακτήρα της παρεμπίπτουσας αγωγής, ως εισάγουσας αυτοτελή αίτηση, ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (άρθρα 179, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως, ορίζεται, ειδικότερα, στο διατακτικό.

Ολοσχερής καταστροφή αυτοκινήτου. Ορισμένο αγωγής. Συνυπολογισμός αξίας υπολειμμάτων.

ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ 139/2013

ΑΠΟΦΑΣΗ

Απόσπασμα……Σύμφωνα με την απολύτως κρατούσα άποψη, σε περίπτωση ολοσχερούς καταστροφής του αυτοκινήτου, συνεπεία τροχαίου αυτοκινητικού ατυχήματος, ο κύριος αυτού δικαιούται να ζητήσει από τον ζημιώσαντα να του καταβάλει ποσό που αντιστοιχεί στην αξία που είχε το αυτοκίνητό του πριν από την επέλευση της ζημίας (βλ. ενδ. ΑΠ 183/1991, ΕλλΔνη (1992), 810, ΑΠ 2060/1983, ΝοΒ (33), 25, ΑΠ 1007/1977, ΝοΒ (26), 907, ΕφΑΘ 1291/1993, ΕπΣυγκΔ (1993), 255, ΕφΑΘ 2469/1993, ΕπΣυγκΔ (1994), 33, ΕφΑΘ 10613/1990, ΕΕΝ (1990), 512, Α.Κρητικό, Αποζημίωση από αυτοκινητικά ατυχήματα, δ' έκδ. (2008), σελ. 466 επ.). Εξάλλου, ως ολοσχερής καταστροφή του αυτοκινήτου νοείται τόσο η περίπτωση εκείνη κατά την οποία μετά το ατύχημα δεν είναι τεχνικά δυνατή η αποκατάσταση των ζημιών όσο και εκείνη κατά την οποία η αποκατάσταση των ζημιών αυτών είναι οικονομικά ασύμφορη, κυρίως διότι υπερβαίνει το κόστος για την απόκτηση ενός άλλου ισάξιου με το ζημιωμένο αυτοκίνητο (βλ. έτσι ΕφΠατρ 187/2005, ΑχΝομ (2006), 694, ΕφΠατρ 348/2004, ΑχΝομ (2005), 609, ΕφΠατρ 688/2002, ΑχΝομ (2003), 638, ΕφΑθ 220/1994, ΕπΣυγκΔ (1994), 427, ΕφΑθ 5613/1993, ΕπΣυγκΔ (1995), 186, ΕφΑθ 6879/1989, ΕπΣυγκΔ (1990), 187, Α.Κρητικό, ό.π., σελ. 466). Τέλος, για το ορισμένο της αγωγής, με την οποία διώκεται αποζημίωση για την ολοσχερή καταστροφή αυτοκινήτου, αρκεί η αναγραφή του συνόλου της ζημίας (ήτοι της αξίας του αυτοκινήτου πριν το ατύχημα και επίκληση ότι το αυτοκίνητο καταστράφηκε ολοσχερώς για ένα από τους προαναφερόμενους λόγους) η περαιτέρω εξειδίκευση της ζημίας, όπως περιγραφή των επιμέρους βλαβών, της δαπάνης επισκευής, των σωζόμενων υπολειμμάτων και της αξίας αυτών δεν ανάγονται στο ορισμένο της σχετικής αγωγής, αλλά αφορούν την ουσιαστική βασιμότητά της και είναι ζητήματα αποδείξεως (ΑΠ 1051/1988, ΕΕΝ (1999), 877, ΑΠ 1006/1977, ΝοΒ (26), 907, ΕφΑθ 138/2006, ΕπΣυγκΔ (2006), 646, ΕφΠατρ 519/2005, ΑχΝομ (2006), 716, ΕφΘεσ 1694/2003, Αρμ (2004), 66, ΕφΑθ 220/1994, ΕπΣυγκΔ (1994), 427, Α. Κρητικός, ό.ττ., σελ. 481-482). Εξάλλου, σύμφωνα με την ορθότερη και κρατούσα άποψη σε περίπτωση ολοσχερούς καταστροφής αυτοκινήτου λόγω τροχαίου ατυχήματος, ο υπόχρεος σε αποζημίωση, εφόσον ο δικαιούχος της αποζημίωσης δεν συνυπολογίζει-προαφαιρεί την αξία των υπολειμμάτων του καταστραφέντος ούτε προσφέρεται στην αυτούσια απόδοση των υπολειμμάτων αυτών, δικαιούται να ζητήσει κατ’ ένσταση τον συνυπολογισμό της αξίας των υπολειμμάτων. Σε καμία περίπτωση, όμως, δεν μπορεί να ζητήσει την αυτούσια απόδοση των ίδιων των υπολειμμάτων (βλ. σχετικά Α. Κρητικό, ό.π., σελ. 475, Ι. Κατρά, ευθύνη από τροχαία ατυχήματα, 2003, σελ. 110). Εξάλλου, σε περίπτωση που ο ίδιος ο ενάγων-δανειστής υπολογίζει στην αγωγή του και προαφαιρεί την αξία των υπολειμμάτων ο ισχυρισμός του εναγομένου σχετικά με το ύψος της αξίας των υπολειμμάτων συνιστά αιτιολογημένη άρνηση αυτού.

Αυτοκινητικό ατύχημα από ρυμουλκό όχημα, που συνδέεται με ρυμουλκούμενο.

 

ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ 1827/2013

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Στο άρθρο 6α παρ. 4 ν. 489/1976 «περί υποχρεωτικής ασφαλίσεως της εξ ατυχημάτων αυτοκινήτων αστικής ευθύνης», το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 4 ν. 3557/2007 προβλέπεται ότι «αν προκληθεί ατύχημα από ρυμουλκό όχημα που συνδέεται με ρυμουλκούμενο, οι ασφαλιστές του ρυμουλκού και του ρυμουλκούμενου οχήματος, αντίστοιχα, ευθύνονται εις ολόκληρον έναντι των ζημιωθέντων τρίτων και η ευθύνη αυτών περιορίζεται μέχρι του ασφαλιστικού ποσού των σχετικών συμβάσεων, επιφυλασσομένου σε αυτούς του δικαιώματος της εκατέρωθεν αναγωγής για την κατανομή της ζημίας».

Η εις ολόκληρον ευθύνη του ασφαλιστή του ρυμουλκού και του ασφαλιστή του ρυμουλκούμενου, η οποία προβλέπεται με την πιο πάνω διάταξη, τελεί υπό την αυτονόητη προϋπόθεση της ύπαρξης αστικής ευθύνης (παράνομη και υπαίτια πράξη ή παράλειψη), τόσο των προσώπων που συνδέονται με το ρυμουλκό, όσο και των προσώπων που συνδέονται με το ρυμουλκούμενο, αφού ο νομοθέτης δεν θέλησε την οπωσδήποτε ευθύνη αμφοτέρων των ασφαλιστών, ανεξάρτητα από την ύπαρξη αστικής ευθύνης των προσώπων που συνδέονται με τα αντίστοιχα τμήματα (ρυμουλκό - ρυμουλκούμενο).

Γενικότερα, η θεμελίωση της κατά το άρθρ. 926 ΑΚ εις ολόκληρον ευθύνης περισσότερων προσώπων απέναντι στο ζημιωθέντα - και συνακόλουθα της αναγωγής μεταξύ τους κατά το άρθρ. 927 ΑΚ - απαιτεί προηγουμένως ότι υπάρχει ευθύνη των προσώπων αυτών θεμελιωμένη ήδη σε άλλες διατάξεις

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ 1827/2013

Αποτελούμενο από το Δικαστή Ιωάννη Παπαϊωάννου, Πρόεδρο Πρωτοδικών, τον οποίο όρισε ο Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Πρωτοδικείου και από τη Γραμματέα Αικατερίνη Γεωργακοπούλου. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 4.3.2013, για να δικάσει την υπόθεση: Της ενάγουσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία….Της εναγομένης: Ανώνυμης Ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία… Η ενάγουσα ζητεί να γίνει δεκτή η από 20.11.2012 αγωγή της, η οποία κατατέθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου με αριθ.....προσδιορίστηκε προς συζήτηση στην παραπάνω δικάσιμο και γράφτηκε στο πινάκιο. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στις προτάσεις τους.

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αγωγή (αριθ. Κατάθεσης…), η ενάγουσα (ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία…..Εκθέτει τα ακόλουθα: Σε τροχαίο ατύχημα που έγινε στις 16.4.2011, επί της ανώνυμης δημοτικής οδού από….προς….της……και ειδικότερα σε σύγκρουση φορτηγού αυτοκίνητου (ρυμουλκού) και ρυμουλκού μενού με μοτοποδήλατο, τραυματίστηκε θανάσιμα ο οδηγός του μοτοποδήλατου……Κατόπιν αγωγής των συγγενών του θανόντος εκδόθηκε η…απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (ειδικής διαδικασίας άρθρ. 681Α ΚΠολΔ), η οποία υποχρέωσε την ενάγουσα (εκεί δεύτερη των εναγομένων), που είχε ασφαλίσει το φορτηγό για την αστική ευθύνη προς τρίτους από την κυκλοφορία του, καθώς και τον οδηγό και ιδιοκτήτη του φορτηγού…..(εκεί πρώτο των εναγομένων), τον καθένα εις ολόκληρον, να καταβάλουν σε ορισμένους των εναγόντων χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, ενώ για τους λοιπούς των εναγόντων, που ήταν ανήλικοι, το Δικαστήριο ανέβαλε την έκδοση οριστικής απόφασης για τυπικούς λόγους. Η πιο πάνω απόφαση - το περιεχόμενο της οποίας παρατίθεται αυτούσιο στην κρινόμενη αγωγή - έκρινε ότι ο…..τραυματίστηκε θανάσιμα από αποκλειστική υπαιτιότητα (αμέλεια) του οδηγού του φορτηγού, ο οποίος οδηγούσε απρόσεκτα και με μεγάλη για τις περιστάσεις ταχύτητα, με αποτέλεσμα σε μία δεξιά στροφή να απωλέσει τον έλεγχο του φορτηγού και το τελευταίο, εξαιτίας της ολισθηρότητας του οδοστρώματος λόγω βροχής, να πλαγιολισθήσει και να εισέλθει στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, όπου και επέπεσε με σφοδρότητα, με το οπίσθιο αριστερό μέρος του ρυμουλκούμενου, στο μοτοποδήλατο που οδηγούσε ο…..Κατά την ίδια απόφαση, την αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού του φορτηγού δεν αμφισβήτησαν και εμμέσως συνομολόγησαν οι εναγόμενοι στη δίκη εκείνη. Στη συνέχεια, η ενάγουσα εκθέτει ότι η ίδια, καθώς και οι συγγενείς του θανόντος για τους οποίους η απόφαση είχε κρίνει οριστικά, αποδέχθηκαν την παραπάνω απόφαση και τα επιδικασθέντα με αυτή ποσά, καθώς επίσης η ενάγουσα εκθέτει ότι στη συνέχεια συμβιβάστηκε και με τους γονείς των λοιπών εναγόντων-ανήλικων συγγενών του θανόντος, για τους οποίους η απόφαση δεν είχε κρίνει οριστικά και ότι έτσι κατέβαλε σε όλους τους προαναφερομένους το συνολικό ποσό των 113.383,69 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης (κεφάλαιο, τόκοι, δικαστικά έξοδα). Περαιτέρω, η ενάγουσα εκθέτει ότι το φορτηγό (ρυμουλκό) ήταν μεν ασφαλισμένο στην ίδια, πλην όμως το ρυμουλκούμενο ήταν ασφαλισμένο στην εναγομένη……και ισχυρίζεται έτσι, με επίκληση του άρθρ. 6α § 4 ν. 489/1976, το οποίο προστέθηκε με το άρθρ. 4 ν. 3557/2007 και προβλέπει την εις ολόκληρον ευθύνη των ασφαλιστών του ρυμουλκού και του ρυμουλκούμενου έναντι των ζημιωθέντων τρίτων, ότι έχει δικαίωμα να ζητήσει την κατανομή της ζημίας σε βάρος της εναγομένης και να αξιώσει αναγωγικά από την τελευταία το 50% του ποσού που κατέβαλε στους συγγενείς του θανόντος. Με βάση το ιστορικό αυτό, η ενάγουσα ζητεί, μετά από παραδεκτό περιορισμό του αιτήματος της αγωγής από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, να αναγνωριστεί ότι η εναγομένη είναι υποχρεωμένη να της καταβάλει το ποσό των (113.383,69 X 50% =) 56.691,84 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και να καταδικαστεί η εναγομένη στη δικαστική δαπάνη της. Η αγωγή αρμοδίως εισάγεται προς συζήτηση στο Δικαστήριο αυτό (άρθρ. 9, 10, 14 § 2, 16 αρ. 12, 25 § 2 ΚΠολΔ), κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο καθώς και από τη σύμβαση της ασφάλισής του (άρθρ. 681Α σε συνδ. με τα άρθρ. 666, 667, 670 - 676 ΚΠολΔ). Περαιτέρω, όμως, η αγωγή είναι αόριστη (άρθρ. 216 § 1 στοιχ. α' ΚΠολΔ), αφού δεν γίνεται στο δικόγραφο αυτής επίκληση της συνυπαιτιότητας της εναγομένης, των περιστατικών της συνυπαιτιότητάς της και σε τί συνίσταται αυτή, καθώς και της αιτιώδους συμβολής της τυχόν συνυπαιτιότητάς της στην πρόκληση της ζημίας των δικαιούχων της αποζημίωσης [βλ. ΕφΛαρ 646/2006 ΤΝΠΔΣΑ, ΕφΛαρ 26/2004 Αρμ 2004/992, γενικότερα βλ. Γεωργιάδη στον ΑΚ Γεωργιάδη/Σταθόπουλου, άρθρ. 927 αριθ. 29, Βαθρακοκοίλη, ΕρμΝομΑΚ, τόμος Ρ, ημίτομ. Γ, ΕιδΕνοχ, έκδ. 2006, άρθρ. 927 αριθ. 16]. Δηλαδή η ενάγουσα δεν επικαλείται περιστατικά τα οποία να θεμελιώνουν ότι το αίτιο του ατυχήματος συνδέεται με το ρυμουλκούμενο που ασφάλιζε η εναγομένη και ότι αφορά συνυπαιτιότητα των προσώπων που σχετίζονται με το ρυμουλκούμενο (λ.χ. τυχόν ρήξη του συνδέσμου του ρυμουλκούμενου με το ρυμουλκό λόγω ελαττώματος του ρυμουλκούμενου, τυχόν κακή στοιβασία του φορτίου του ρυμουλκούμενου). Αντιθέτως, μάλιστα, η ενάγουσα εκθέτει στην κρινόμενη αγωγή ότι αποδέχθηκε την….απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία έκρινε ότι η εκτροπή και πρόσκρουση του ρυμουλκούμενου στο μοτοποδήλατο του…..και ο θανάσιμος τραυματισμός του τελευταίου οφείλονταν αποκλειστικά σε υπαιτιότητα (αμέλεια) του οδηγού του ρυμουλκού (φορτηγού), το οποίο και ήταν ασφαλισμένο σε εκείνη για την αστική ευθύνη προς τρίτους από την κυκλοφορία του. Εξάλλου, το πιο πάνω συμπέρασμα, της αοριστίας της αγωγής, δεν αναιρείται από το γεγονός ότι το άρθρ. 6α § 4 ν. 489/1976 «περί υποχρεωτικής ασφαλίσεως της εξ ατυχημάτων αυτοκινήτων αστικής ευθύνης», το οποίο προστέθηκε με το άρθρ. 4 ν. 3557/2007 - καταργώντας την μέχρι τότε ισχύουσα, από το άρθρ. 21 της Κ4/585/1978 Α.Υ.Ε., αρχή της επικουρικότητας της ασφάλισης του ρυμουλκούμενου έναντι της ασφάλισης του ρυμουλκού [βλ. Κρητικό, Αποζημίωση από αυτοκινητικά ατυχήματα, έκδ. 2008, § 25 αριθ. 36 και αριθ. 40 υποσημ. 36, ΑΠ 6/2010 ΝοΒ 2010/1477, ΑΠ 309/2005 ΕλΔ 2006/1360] - προβλέπει ότι «αν προκληθεί ατύχημα από ρυμουλκό όχημα που συνδέεται με ρυμουλκούμενο, οι ασφαλιστές του ρυμουλκού και του ρυμουλκούμενου οχήματος, αντίστοιχα, ευθύνονται εις ολόκληρον έναντι των ζημιωθέντων τρίτων και η ευθύνη αυτών περιορίζεται μέχρι του ασφαλιστικού ποσού των σχετικών συμβάσεων, επιφυλασσομένου σε αυτούς του δικαιώματος της εκατέρωθεν αναγωγής για την κατανομή της ζημίας». Και τούτο διότι, η εις ολόκληρον ευθύνη των ασφαλιστή του ρυμουλκού και του ασφαλιστή του ρυμουλκούμενου, η οποία προβλέπεται με την πιο πάνω διάταξη (άρθρ. 6α § 4 ν. 489/1976), τελεί υπό την αυτονόητη προϋπόθεση της ύπαρξης αστικής ευθύνης (παράνομη και υπαίτια πράξη ή παράλειψη) τόσο των προσώπων που συνδέονται με το ρυμουλκό όσο και των προσώπων που συνδέονται με το ρυμουλκούμενο, αφού ο νομοθέτης δεν θέλησε την οπωσδήποτε ευθύνη αμφοτέρων των ασφαλιστών ανεξάρτητα από την ύπαρξη αστικής ευθύνης των προσώπων που συνδέονται με τα αντίστοιχα τμήματα (ρυμουλκό - ρυμουλκούμενο) του ενιαίου συρμού [βλ. Κρητικό ο.π, § 25 αριθ. 40]. Γενικότερα, η θεμελίωση της κατά το άρθρ. 926 ΑΚ εις ολόκληρον ευθύνης περισσότερων προσώπων απέναντι στο ζημιωθέντα - και συνακόλουθα της αναγωγής μεταξύ τους κατά το άρθρ. 927 ΑΚ - απαιτεί προηγουμένως ότι υπάρχει ευθύνη των προσώπων αυτών θεμελιωμένη ήδη σε άλλες διατάξεις [βλ. Κορνηλάκη, ΕιδΕνοχΔ I, έκδ. 2002, § 95 αριθ. 1]Κατόπιν των παραπάνω η αγωγή πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη (λόγω της αοριστίας αυτής), ενώ τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων θα συμψηφιστούν στο σύνολό τους, επειδή η ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόστηκαν ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (άρθρ. 179 ΚΠολΔ).

Ολοσχερής καταστροφή αυτοκινήτου. Ορισμένο αγωγής. Συνυπολογισμός αξίας υπολειμμάτων.

 

ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ 139/2013

ΑΠΟΦΑΣΗ

 

Απόσπασμα……Σύμφωνα με την απολύτως κρατούσα άποψη, σε περίπτωση ολοσχερούς καταστροφής του αυτοκινήτου, συνεπεία τροχαίου αυτοκινητικού ατυχήματος, ο κύριος αυτού δικαιούται να ζητήσει από τον ζημιώσαντα να του καταβάλει ποσό που αντιστοιχεί στην αξία που είχε το αυτοκίνητό του πριν από την επέλευση της ζημίας (βλ. ενδ. ΑΠ 183/1991, ΕλλΔνη (1992), 810, ΑΠ 2060/1983, ΝοΒ (33), 25, ΑΠ 1007/1977, ΝοΒ (26), 907, ΕφΑΘ 1291/1993, ΕπΣυγκΔ (1993), 255, ΕφΑΘ 2469/1993, ΕπΣυγκΔ (1994), 33, ΕφΑΘ 10613/1990, ΕΕΝ (1990), 512, Α.Κρητικό, Αποζημίωση από αυτοκινητικά ατυχήματα, δ' έκδ. (2008), σελ. 466 επ.). Εξάλλου, ως ολοσχερής καταστροφή του αυτοκινήτου νοείται τόσο η περίπτωση εκείνη κατά την οποία μετά το ατύχημα δεν είναι τεχνικά δυνατή η αποκατάσταση των ζημιών όσο και εκείνη κατά την οποία η αποκατάσταση των ζημιών αυτών είναι οικονομικά ασύμφορη, κυρίως διότι υπερβαίνει το κόστος για την απόκτηση ενός άλλου ισάξιου με το ζημιωμένο αυτοκίνητο (βλ. έτσι ΕφΠατρ 187/2005, ΑχΝομ (2006), 694, ΕφΠατρ 348/2004, ΑχΝομ (2005), 609, ΕφΠατρ 688/2002, ΑχΝομ (2003), 638, ΕφΑθ 220/1994, ΕπΣυγκΔ (1994), 427, ΕφΑθ 5613/1993, ΕπΣυγκΔ (1995), 186, ΕφΑθ 6879/1989, ΕπΣυγκΔ (1990), 187, Α.Κρητικό, ό.π., σελ. 466). Τέλος, για το ορισμένο της αγωγής, με την οποία διώκεται αποζημίωση για την ολοσχερή καταστροφή αυτοκινήτου, αρκεί η αναγραφή του συνόλου της ζημίας (ήτοι της αξίας του αυτοκινήτου πριν το ατύχημα και επίκληση ότι το αυτοκίνητο καταστράφηκε ολοσχερώς για ένα από τους προαναφερόμενους λόγους)· η περαιτέρω εξειδίκευση της ζημίας, όπως περιγραφή των επιμέρους βλαβών, της δαπάνης επισκευής, των σωζόμενων υπολειμμάτων και της αξίας αυτών δεν ανάγονται στο ορισμένο της σχετικής αγωγής, αλλά αφορούν την ουσιαστική βασιμότητά της και είναι ζητήματα αποδείξεως (ΑΠ 1051/1988, ΕΕΝ (1999), 877, ΑΠ 1006/1977, ΝοΒ (26), 907, ΕφΑθ 138/2006, ΕττΣυγκΔ (2006), 646, ΕφΠατρ 519/2005, ΑχΝομ (2006), 716, ΕφΘεσ 1694/2003, Αρμ (2004), 66, ΕφΑθ 220/1994, ΕττΣυγκΔ (1994), 427, Α.Κρητικός, ό.ττ., σελ. 481-482). Εξάλλου, σύμφωνα με την ορθότερη και κρατούσα άποψη σε περίπτωση ολοσχερούς καταστροφής αυτοκινήτου λόγω τροχαίου ατυχήματος, ο υπόχρεος σε αποζημίωση, εφόσον ο δικαιούχος της αποζημίωσης δεν συνυπολογίζει-προαφαιρεί την αξία των υπολειμμάτων του καταστραφέντος ούτε προσφέρεται στην αυτούσια απόδοση των υπολειμμάτων αυτών, δικαιούται να ζητήσει κατ’ ένσταση τον συνυπολογισμό της αξίας των υπολειμμάτων. Σε καμία περίπτωση, όμως, δεν μπορεί να ζητήσει την αυτούσια απόδοση των ίδιων των υπολειμμάτων (βλ. σχετικά Α.Κρητικό, ό.π., σελ. 475, Ι. Κατρά, ευθύνη από τροχαία ατυχήματα, 2003, σελ. 110). Εξάλλου, σε περίπτωση που ο ίδιος ο ενάγων-δανειστής υπολογίζει στην αγωγή του και προαφαιρεί την αξία των υπολειμμάτων ο ισχυρισμός του εναγομένου σχετικά με το ύψος της αξίας των υπολειμμάτων συνιστά αιτιολογημένη άρνηση αυτού.

Κατάσχεση και πλειστηριασμός από Τράπεζα ακινήτου πολλαπλάσιας αξίας σε σχέση με την απαίτησή της.

 

ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ 402/2014

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Η άσκηση από την καθ ης Τράπεζα του δικαιώματός της, να κατάσχει προς πλειστηριασμό ακίνητο πολλαπλάσιας αξίας σε σχέση με την απαίτησή της, υπερβαίνει προφανώς τα όρια τα επιβαλλόμενα από την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη, αλλά και από τον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του δικαιώματος και επομένως, είναι καταχρηστική, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 281 ΑΚ και εντεύθεν άκυρη, γιατί η δήλωση επίσπευσης του επίδικου πλειστηριασμού και ο συνακόλουθος πλειστηριασμός εμφανίζονται σαν μέτρα εξαιρετικής σκληρότητας για τον ανακόπτοντα, τα οποία υπερβαίνουν τα ανεκτά όρια θυσίας του, αφού είναι έκδηλη η μεγάλη δυσαναλογία μεταξύ του μέσου εκτελέσεως και του σκοπού, για τον οποίο επιβάλλεται, κατά παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας, που αποτελεί θεμελιώδη κανόνα ρυθμιστικό των σχέσεων εξουσίας, συνεπάγεται δε ιδιαιτέρως επαχθείς γι' αυτόν συνέπειες, που καθιστούν μη ανεκτή την πραγμάτωση της απαίτησης της καθ ης, μέσω της εκπλειστηρίασης του δυσανάλογα μείζονας αξίας κατασχεθέντος ακινήτου, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου.

ΑΠΟΦΑΣΗ

 

 

ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ 402/2014

ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΜΕΤΡΩΝ

Συγκροτούμενο από τη Δικαστή Ελένη Πρέντζα, Πρόεδρο Πρωτοδικών, την οποία όρισε η Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Πρωτοδικείου. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του στις 9-1-2014, χωρίς την σύμπραξη Γραμματέως, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αιτούντος: Του ..., κατοίκου Χαλανδρίου Αττικής, οδός ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου του δικηγόρου…..Της καθ' ης η αίτηση: Της υπό ειδική εκκαθάριση τελούσας ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας, με την επωνυμία……που έχει έδρα στην Αθήνα, οδός……νόμιμα εκπροσωπούμενης από τον ειδικό εκκαθαριστή της, η οποία παραστάθηκαν δια της πληρεξούσιας της δικηγόρου….Ο αιτών ζητεί να γίνει δεκτή η από 7.1.2014 αίτηση του, που κατατέθηκε στη Γραμματεία αυτού του Δικαστηρίου με γενικό αριθμό κατάθεσης …..και αριθμό κατάθεσης δικογράφου….και η οποία προσδιορίστηκε για την ανωτέρω αναφερόμενη δικάσιμο. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, η οποία έγινε κατά τη συνεδρίαση που αναφέρεται ανωτέρω, το Δικαστήριο άκουσε τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, οι οποίοι ζήτησαν να γίνουν δεκτοί οι ισχυρισμοί τους, τους οποίους ανέπτυξαν και προφορικά.ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 938 ΚΠολΔ για τη στήριξη της αναστολής απαιτείται η ανακοπή να είναι νόμω βάσιμη, υπό την έννοια ότι περιέχει τουλάχιστον ένα λόγο που στηρίζεται στο νόμο. Εκτός από το νόμω βάσιμο της ανακοπής η διάταξη της παρ. 1 του ως άρθρου, μετά την τροποποίηση της με το άρθρο 10 παρ. 7 του ν. 2145/1993 απαιτεί συμπλεκτικώς τη συνδρομή δύο προϋποθέσεων αυτοτελών για τη χορήγηση της αναστολής, δηλαδή και την πρόκληση ανεπανόρθωτης βλάβης στον αιτούντα από την ενέργεια της αναγκαστικής εκτέλεσης, η οποία δεν ταυτίζεται ουσιαστικά με τη βασιμότητα ενός τουλάχιστον λόγου ανακοπής του άρθρου 933 επ. ή 936 ΚΠολΔ. Έτσι αν δεν πιθανολογείται η ευδοκίμηση ενός τουλάχιστον λόγου ανακοπής δεν νοείται βλάβη και κατ' ακολουθίαν αναστολή. Αν πιθανολογείται η ευδοκίμηση ενός τουλάχιστον λόγου ανακοπής τότε θα ερευνηθεί η ύπαρξη ή όχι βλάβης (βλ. Β. Βαθρακοκοίλη, ΕρμΚΠολΔ, τομ. Ε αρθρ. 938, παρ. 44, 45). Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 281 ΑΚ, 116 και 933 του ΚΠολΔ, 20 παρ. 1 και 25 παρ. 3 του Συντάγματος συνάγεται ότι άσκηση ουσιαστικού δικαιώματος, που ανήκει στο δημόσιο δίκαιο, αποτελεί και η μέσω αναγκαστικής εκτελέσεως πραγμάτωση της απαίτησης του δανειστή. Επομένως, λόγο της ανακοπής του άρθρου 933 ΚΠολΔ, μπορεί να αποτελέσει και η αντίθεση της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτελέσεως στα αντικειμενικά όρια του άρθρου 281ΑΚ και η εντεύθεν ακυρότητα της εκτελέσεως. Αν μεν, η αντίθεση αυτή αναφέρεται στην εγκυρότητα του ίδιου του εκτελεστού τίτλου, συνιστά ουσιαστικό ελάττωμα του, με την επιδίωξη εκτελέσεως δια τίτλου τυπικώς μεν έγκυρου, ο οποίος, όμως, επιτεύχθηκε αντιθέτως προς το άρθρο 281 ΑΚ, ο δε σχετικός λόγος ανακοπής πρέπει να προβάλλεται μέσα στην προθεσμία του άρθρου 934 παρ Ια ΚΠολΔ. Αν η αντίθεση στα κριτήρια του άρθρου 281 ΑΚ αφορά στην απαίτηση ή στη διαδικασία της εκτελέσεως, ο λόγος της ανακοπής πρέπει να προβάλλεται μέσα στην προθεσμία του άρθρου 934 παρ. Ιβ' ΚΠολΔ, δηλαδή ως την έναρξη της τελευταίας πράξης εκτελέσεως, η οποία, προκειμένου περί ικανοποιήσεως χρηματικών απαιτήσεων, είναι, κατά το άρθρο 934 παρ. 2 ΚΠολΔ, η σύνταξη της εκθέσεως πλειστηριασμού και κατακυρώσεως. Αν, όμως, η αντίθεση στα κριτήρια του 281 ΑΚ αφορά πρωτογενώς τη διενέργεια του πλειστηριασμού ο λόγος ανακοπής πρέπει να προβάλλεται μέσα στην προθεσμία του άρθρου 934 § 1γ ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 12/2009, ΟλΑΠ 49/2005 ΕλλΔνη 2006, 80, ΑΠ 1248/2010, ΑΠ 340/2006 δημ. ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 95/2006 ΕλλΔνη 2006, 475, ΑΠ 1107/2004 ΕλλΔνη 46,108, ΑΠ 916/2004 δημ. ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 889/2003 ΕλλΔνη 45, 126, ΑΠ 69/2001 ΕλλΔνη 42, 916, ΑΠ 370/2001 ΝοΒ 50, 345, Εφθεσ 587/2009 δημ. ΝΟΜΟΣ).  Κατά την έννοια των διατάξεων του άρθρου 281 ΑΚ, για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος, ως καταχρηστική, θα πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο οικονομικός ή κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος να προκύπτει από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου ή από την πραγματική κατάσταση που δημιουργήθηκε ή τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκηση του κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου (ΟλΑΠ 1/1997, ΟλΑΠ 17/1995, ΟλΑΠ 62/1990, ΟλΑΠ 56/1990, ΑΠ 1248/2010 δημ. ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 340/2006 δημ. ΝΟΜΟΣ, ΔΙΚΗ 2006, 1310, ΑΠ 205/2001 ΕλλΔνη 42, 1571, ΑΠ196/2001 ΕλλΔνη 42, 1571, ΑΠ 409/2000 ΕλλΔνη 41, 1315, ΑΠ 1875/1999 ΕλλΔνη 41, 1316, ΑΠ 1084/1999 ΕλλΔνη 40, 1541, ΑΠ 971/1998 ΕλλΔνη 40, 278, ΑΠ 551/1998 ΕλλΔνη 39, 1296, ΑΠ 1250/1996 ΕΕΝ 1998, 296, ΑΠ 558/1995 ΕλλΔνη 1996, 591, ΕΕΝ 1996,457, ΝοΒ 1997,35). Ο αιτών επικαλούμενος ανεπανόρθωτη βλάβη, ζητεί να ανασταλεί η αναγκαστική εκτέλεση, που επισπεύδεται σε βάρος του από την καθ' ης τραπεζική εταιρεία, με τη διενέργεια στις…..πλειστηριασμού ακινήτου του, δυνάμει της υπ' αριθμ….Γ' επαναληπτικής περίληψης της κατασχετήριας έκθεσης, του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών…..μέχρι να εκδοθεί απόφαση επί της ασκηθείσας νομοτύπως από….ανακοπής, για τους αναφερόμενους σ' αυτήν λόγους. Η αίτηση εισάγεται παραδεκτά ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, που είναι καθ' ύλην και κατά τόπον αρμόδιο (933 και 938 παρ. 2 ΚΠολΔ) να την εκδικάσει κατά την διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, των άρθρων 686 επ. ΚΠολΔ και είναι νόμιμη, ερειδομένη στις διατάξεις των άρθρων 933, 934 και 938 ΚΠολΔ. Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα. Από την εκτίμηση της ένορκης κατάθεσης της μάρτυρος αποδείξεως…..που εξετάστηκε στο ακροατήριο αυτού του δικαστηρίου και των εγγράφων που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν πιθανολογείται η ευδοκίμηση του πρώτου λόγου της ασκηθείσας ανακοπής, σύμφωνα με τον οποίο ο ανακόπτων ζητά να ακυρωθεί ο πλειστηριασμός, που ορίστηκε για την……με την υπ' αρ. ……Γ' Επαναληπτική Περίληψη του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών…..επειδή η απαίτηση της καθ' ης, όπως συνομολογείται και από την τελευταία, ανέρχεται στο ποσό των 56.842,00 ευρώ, ενώ η αξία του κατασχεθέντος ακινήτου του, σύμφωνα και με την υπ' αριθμ. 382/2013 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου, ανέρχεται στο ποσό των 1.200.000 ευρώ και επομένως ή καθ' ης ενεργεί καταχρηστικά, επισπεύδοντας τον επίδικο πλειστηριασμό, καθώς η αξία του ακινήτου είναι δυσανάλογα μεγάλη σε σχέση με το ποσό της απαίτησης της. Πράγματι, η συμπεριφορά της καθ' ης έρχεται σε αντίθεση με το άρθρο 281 ΑΚ, σύμφωνα και με όσα λέχθηκαν ανωτέρω στη μείζονα πρόταση της παρούσας. Τούτο, διότι, υπάρχει προφανής δυσαναλογία ανάμεσα στο εκτελούμενο ανωτέρω χρέος και την πραγματική αξία του ακινήτου του καθ' ου, για την ικανοποίηση του οποίου κατασχέθηκε και συγκεκριμένα ενός αγροτεμαχίου, εκτάσεως 5.167,55 τ.μ., μετά του επ' αυτού κτιριακού συγκροτήματος τυροκομείου και των σε αυτό εγκαταστάσεων και πάσης φύσεως μηχανημάτων που βρίσκεται στη θέση…..ή…..ή….της περιοχής…της πρώην κτηματικής περιφέρειας του Δήμου…Αττικής, του τέως Δήμου….εκτός σχεδίου πόλεως και ήδη του Δήμου….Αττικής της Περιφερειακής Ενότητας….της Περιφερείας Αττικής. Παρέπεται ότι η άσκηση από την καθ' ης του δικαιώματος της να κατάσχει προς πλειστηριασμό το πολλαπλάσιας αξίας, σε σχέση με την απαίτηση της, ακίνητο του ανακόπτοντος υπερβαίνει προφανώς τα όρια τα επιβαλλόμενα από την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη, αλλά και από τον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του δικαιώματος και επομένως, είναι καταχρηστική, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 281 ΑΚ και εντεύθεν άκυρη, διότι η δήλωση επίσπευσης του επίδικου πλειστηριασμού και ο συνακόλουθος πλειστηριασμός εμφανίζονται σαν μέτρα εξαιρετικής σκληρότητας για τον ανακόπτοντα, τα οποία υπερβαίνουν τα ανεκτά όρια θυσίας του, αφού είναι έκδηλη η μεγάλη δυσαναλογία μεταξύ του μέσου εκτελέσεως και του σκοπού, για τον οποίο επιβάλλεται, κατά παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας, που αποτελεί θεμελιώδη κανόνα ρυθμιστικό των σχέσεων εξουσίας συνεπάγεται δε ιδιαιτέρως επαχθείς γι' αυτόν συνέπειες, που καθιστούν μη ανεκτή την πραγμάτωση της απαίτησης της καθ' ης, μέσω της εκπλειστηρίασης του δυσανάλογα μείζονας αξίας κατασχεθέντος ακινήτου του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, εφόσον πιθανολογήθηκε η ευδοκίμηση του ανωτέρω λόγου της ανακοπής και περαιτέρω η ανεπανόρθωτη βλάβη του αιτούντος, πρέπει η αίτηση να γίνει δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη. 

Νομική δυνατότητα να εξαναγκαστεί η Τράπεζα με απόφαση ασφαλιστικών μέτρων να μην ασκήσει τις αξιώσεις της από σύμβαση δανείου.

 

ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ 414/2014

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Δεν υπάρχει νομική δυνατότητα να εξαναγκαστεί η καθ ης Τράπεζα, με απόφαση ασφαλιστικών μέτρων, να μην ασκήσει τις αξιώσεις της, που απορρέουν από τις συμβάσεις δανείων, που έχει συνάψει με την αιτούσα, εφόσον αυτό αποτελεί νόμιμο δικαίωμα της, που απορρέει από τη σύμβαση και το νόμο.

Η αιτούσα θα μπορούσε να ασκήσει την ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ κατά της αναγκαστικής εκτέλεσης που επισπεύδει η καθ ής σε βάρος της, προβάλλοντας τις αντιρρήσεις της και στη συνέχεια να ασκήσει αίτηση αναστολής εκτέλεσης κατά το άρθρο 938 ΚΠολΔ, προκειμένου να πετύχει την αναστολή της αναγκαστικής εκτέλεσης, εάν κριθούν και βάσιμοι οι λόγοι που θα προτείνει και όχι να ζητήσει με την επίδικη αίτηση περί ρύθμισης κατάστασης την απαγόρευση πράξεων αναγκαστικής εκτέλεσης μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης επί της ασκηθείσας αγωγής της για ακύρωση των δανειακών συμβάσεων λόγω απάτης.

Δεν δικαιούται το Δικαστήριο να υποχρεώσει την καθ' ης Τράπεζα προσωρινά σε μη δήλωση της βουλήσεως της (να μην προβεί δηλαδή  σε άσκηση των αξιώσεων της), κατόπιν αίτησης ασφαλιστικών μέτρων, αφού η δήλωση ή μη δήλωση της βουλήσεως του ατόμου αποτελεί φυσική ευχέρεια του, δηλ. εκδήλωση της προσωπικότητας του, η οποία προστατεύεται συνταγματικά (άρθρο 5 παρ. 1 Συντ.).

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ 414/2014

ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΜΕΤΡΩΝ

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από την Δικαστή Σοφία Πλατάκη, Πρόεδρο Πρωτοδικών, που ορίσθηκε από την Πρόεδρο της Τριμελούς Διοίκησης του Πρωτοδικείου Αθηνών, χωρίς τη σύμπραξη Γραμματέα. ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριο του την 25 Νοεμβρίου 2013, για να δικάσει την με αριθμό κατάθεσης……αίτηση μεταξύ των διαδίκων: ΤΗΣ ΑΙΤΟΥΣΑΣ: Της ... κατοίκου Νέας Ιωνίας Αττικής, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο……ΤΗΣ ΚΑΘ ΉΣ Η ΑΙΤΗΣΗ: Της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία……και τον διακριτικό τίτλο……που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολική διάδοχος, δυνάμει της υπ' αριθμό…..απόφασης νομίμως δημοσιευμένης στο υπ'αριθμό ΦΕΚ…της….λόγω συγχώνευσης δι' απορροφήσεώς της, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο…..ΚΑΤΑ ΤΗ ΣΥΖΗΤΗΣΗ της υπόθεσης στο ακροατήριο οι διάδικοι, ως εκπροσωπήθηκαν, ζήτησαν να γίνει δεκτή η ένδικη αίτηση και οι ισχυρισμοί τους. ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κατά τα άρθρα 731 και 732 του ΚΠολΔ προσωρινή ρύθμιση κατάστασης δεν αποτελεί ασφαλιστικό μέτρο με προκαθορισμένο περιεχόμενο, αλλά το πλαίσιο για τη λήψη πρόσφορων μέτρων, με τα οποία ορισμένη κατάσταση που έχει διαμορφωθεί στις έννομες σχέσεις των διαδίκων αντιμετωπίζεται προσωρινά, μέχρι να κριθούν οριστικά οι έννομες σχέσεις τους, ως προς τις οποίες έχει ανακύψει έρις και εφόσον υπάρχει άμεση και πιεστική ανάγκη (επείγουσα περίπτωση) να ενεργοποιηθούν ως τότε ή ανάλογα να αδρανοποιηθούν, εν όλω ή εν μέρει, για να αποφευχθεί η δημιουργία αμετάκλητων ή δυσβάστακτων συνεπειών ως προς το πιθανολογούμενο αποτέλεσμα της κυρίας δίκης. Η ως άνω προσωρινή ρύθμιση κατάστασης έχει ευρύτερο αντικείμενο από την απλή εξασφάλιση ή διατήρηση του δικαιώματος με μέτρα ρυθμιστικού χαρακτήρα, αφού μπορεί να αφορά και κάθε άλλου είδους ρύθμιση, με την οποία εξυπηρετούνται οι ανεπίδεκτες αναβολής έννομες σχέσεις των διαδίκων και παράλληλα εμπεδώνεται η δικαιϊκή ειρήνη. Η προσωρινή ρύθμιση της κατάστασης διακρίνεται: α) σε ενέργεια, παράλειψη ή ανοχή πράξης (άρθρα 731 και 733, 734 ΚΠολΔ), όπου η υποχρέωση για ενέργεια ή ανοχή αφορά υλική πράξη, ενώ η υποχρέωση για παράλειψη αφορά είτε υλική είτε νομική πράξη και β) σε προσωρινή λήψη ρυθμιστικών μέτρων διαπλαστικού χαρακτήρα (άρθρα 732, 735, 736 ΚΠολΔ). Βασική προϋπόθεση για την προσωρινή ρύθμιση κατάστασης είναι η ύπαρξη διάταξης του ισχύοντος δικαίου που να προβλέπει την παροχή εννόμου προστασίας υπό τους όρους, το περιεχόμενο και την έκταση, τη μορφή και το συνδυασμό των οποίων ζητείται η προσωρινή ρύθμιση της κατάστασης. Απαραίτητη προϋπόθεση για να ευδοκιμήσει η αίτηση ασφαλιστικών μέτρων είναι η ύπαρξη ασφαλιστέας αξίωσης δηλαδή η «κατάσταση» της οποίας ζητείται η προσωρινή ρύθμιση, πρέπει να υπήρχε ήδη στο παρελθόν ή να βρισκόταν στο στάδιο της δημιουργίας και να διαταράχθηκε ή να ανατράπηκε. Δεν μπορεί να είναι αντικείμενο προσωρινής ρύθμισης μιας κατάστασης η «προσωρινή» αναγνώριση της ύπαρξης ή μη εννόμου σχέσεως, αφού η αναγνώριση αυτή κατ* άρθρο 70 ΚΠολΔ μπορεί να είναι αντικείμενο μόνο της κύριας υπόθεσης, δηλαδή της διαγνωστικής δίκης με την οποία ζητείται η οριστική δικαστική προστασία («Ασφαλιστικά Μέτρα», I. Χαμηλοθώρη σελ. 299 επ.).

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 731, 732 και 692 παρ. 4 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το Δικαστήριο έχει το δικαίωμα να διατάξει ως ασφαλιστικό μέτρο που επιβάλλεται από τις περιστάσεις και αποσκοπεί στην εξασφάλιση ή διατήρηση του δικαιώματος ή τη ρύθμιση της καταστάσεως, υπό την προϋπόθεση όμως ότι θα τηρηθεί ο κανόνας της τελευταίας διατάξεως του άρθρου 692 παρ. 4 με την οποία ορίζεται ότι το ασφαλιστικό μέτρο δεν πρέπει να συνίσταται στην ικανοποίηση του δικαιώματος του οποίου ζητείται η εξασφάλιση ή διατήρηση, με εξαίρεση μόνο τη διάταξη του άρθρου 728 του ίδιου Κώδικα. Σκοπός δηλαδή των ασφαλιστικών μέτρων είναι να τεθεί σε προσωρινή λειτουργία η επίδικη σχέση και όχι να ματαιωθεί ο πρακτικός σκοπός της κυρίας δίκης στην οποία και μόνο θα κριθεί οριστικά η έννομη σχέση (Βλ. Τζίφρα, Ασφαλ. μέτρα, έκδ. 1985, σελ. 57, ΜΠρΑΘ 7007/1982 ΕλλΔνη 23,332, ΜΠρΑΘ 2945/1996 ΕλλΔνη 1997 177). Εξάλλου, ο κανόνας αυτός έχει εφαρμογή και στο ασφαλιστικό μετρό της ρύθμισης κατάστασης, το οποίο διαφέρει, κατά το σκοπό του οπό τα άλλα ασφαλιστικά μέτρα, αφού κι αυτό συνδέεται με κάποιο δικαίωμα που πρέπει να προστατευθεί προσωρινά για την αποτροπή δημιουργίας έως την περάτωση της κύριας διαγνωστικής δίκης, αμετακλήτων καταστάσεων, που θα μπορούσαν να ματαιώσουν τον πρακτικό σκοπό της δίκης (ΜΠρΧαλκ 864/2006, ΜΠρΘεσ 17800/2002 Νόμος, Τζίφρα, Ασφαλιστικά μέτρο, 1985, σελ. 58, Μπέη, ΠολΔικ άρθρα 693, σελ. 115-116/119-120, 121 επ., 129 - 130,145 - 146, 682, σελ. 33, Β.Βαθρακοκοίλη, ΚΠολΔ άρθρα 692 αρ. 9, ΜΠρΑΘ 5658/2005 αδημ., ΜΠρΑΘ 5801/2001 Δ 33,1149, ΜΠρΑΘ 10691/1998 ΝοΒ 47,434, ΜΠρΑΘ 1847/2008 αδημ.). Ο κανόνας δε αυτός υποχωρεί μόνο στις ακραίες εκείνες περιπτώσεις που πιθανολογείται κίνδυνος σημαντικής προσβολής της αξίας του ανθρώπου η οποία διασφαλίζεται συνταγματικώς (άρθρο 20 παρ.1 Συντ.), και όχι απλά περιουσιακών ζημιών (βλ. ΜΠρΑΘ 16803/82 Δ 14,54, ΜΠρΑΘ 2139/81 ΝοΒ 29,733, ΕιρΡόδου 22/2007 ΝΟΜΟΣ ΜΠρΘεσ 35887/2008 ΝΟΜΟΣ).

 

Στην προκειμένη περίπτωση η αιτούσα με την κρινόμενη αίτηση της εκθέτει ότι σε βάρος της καθ' ης τραπεζικής εταιρίας, άσκησε την από 7-8-2013 αγωγή της ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία ισχυρίζεται ότι έχει συνάψει με αυτήν επτά (7) συμβάσεις, εκ των οποίων η μία ανοικτού αλληλόχρεου λογαριασμού και των υπολοίπων συμβάσεων δανείων, συνολικού ποσού 332.800 ευρώ, κατά το χρονικό διάστημα των ετών 2006 και 2007, για τις οποίες ενέγραψε η καθ' ής συναινετικές προσημειώσεις σε ακίνητα της, καθώς και συμβάσεις πιστωτικών καρτών, και ότι εξέδωσε σε βάρος της τις αναφερόμενες στην αίτηση έξι (6) διαταγές πληρωμής, διαφόρων ποσών που αναφέρονται στην αίτηση, συνολικού ποσού 264.908, 19 ευρώ, για τις οποίες κοινοποίησε σε αυτήν αντίγραφα εξ απογράφου με επιταγή προς πληρωμή. Ότι οι ανωτέρω αναφερόμενες συμβάσεις δανείων και πιστωτικών καρτών και οι χορηγηθείσες συναινετικές προσημειώσεις, είναι άκυρες κατά παράβαση του άρθρου 386 ΠΚ και 147 ΑΚ, αφού συνήφθησαν πειθόμενη από την ίδια ότι δεν πρόκειται να προβεί σε καμία πράξη εκποίησης, παραποιώντας την πραγματικότητα, κατά παράβαση των περί καταναλωτών διατάξεων. Ότι με την αγωγή της ισχυρίζεται ότι η καθ' ής τέλεσε σε βάρος αδικοπραξία και ζητεί, να καταγνωσθεί η απόλυτη ακυρότητα των επίδικων δανειακών συμβάσεων και η απαλλαγή της από κάθε δανειακή υποχρέωση, να καταγνωσθεί η ακυρότητα των επίδικων πιστωτικών καρτών, να διαταχθεί η εξάλειψη όλων των προσημειώσεων που έχουν εγγραφεί, να καταγνωσθεί η καταβολή ποσού 600.000 ευρώ ως αποζημίωση λόγω ηθικής βλάβης, εξαιτίας της αδικοπραξίας. Επικαλούμενη λοιπόν η αιτούσα επικείμενο κίνδυνο να απολέσει τα περιουσιακά της στοιχεία ζητεί, να απαγορευθεί η καθ' ής να εγγράψει οποιοδήποτε βάρος στην περιουσία της ως και των εγγυητών, να απαγορευθεί οποιαδήποτε πράξη αναγκαστικής εκτέλεσης επί της περιουσίας της και των εγγυητών μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης επί της τακτικής αγωγής, να καταβάλει η καθ' ής στην αιτούσα το ποσό των 30.000 ευρώ για κάθε παράβαση της εκδοθείσας διάταξης της απόφασης και να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη της. Με το περιεχόμενο αυτό και αιτήματα η κρινόμενη αίτηση είναι απορριπτέα, ως μη νόμιμη, προεχόντως διότι δεν υπάρχει νομική δυνατότητα να εξαναγκαστεί η καθ' ης, με απόφαση ασφαλιστικών μέτρων, να μην ασκήσει τις αξιώσεις της που απορρέουν από τις άνω συμβάσεις δανείων που έχει συνάψει με την αιτούσα, διότι ουσιαστικά αυτό ζητεί με την ένδικη αίτηση της, να παραλείψει δηλαδή η καθ' ής να μην προχωρήσει σε αναγκαστική εκτέλεση ή σε εγγραφή βαρών στην περιουσία της, εφόσον αποτελεί νόμιμο δικαίωμα της που απορρέει από τη σύμβαση και το νόμο. Η αιτούσα θα μπορούσε να ασκήσει την ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ κατά της αναγκαστικής εκτέλεσης που επισπεύδει η καθ' ής σε βάρος της, προβάλλοντας τις αντιρρήσεις της και στη συνέχεια να ασκήσει αίτηση αναστολής εκτέλεσης κατά το άρθρο 938 ΚΠολΔ, προκειμένου να πετύχει την αναστολή της αναγκαστικής εκτέλεσης, εάν κριθούν και βάσιμοι οι λόγοι που θα προτείνει και όχι να ζητήσει με την επίδικη αίτηση περί ρύθμισης κατάστασης την απαγόρευση πράξεων αναγκαστικής εκτέλεσης μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης επί της ασκηθείσας αγωγής της για ακύρωση των δανειακών συμβάσεων λόγω απάτης. Δεν δικαιούται, συνεπώς, για τον λόγο αυτόν, το Δικαστήριο να καταδικάσει (υποχρεώσει) την καθ' ης προσωρινά σε μη δήλωση της βουλήσεως της (να μην προβεί σε άσκηση των αξιώσεων της), κατόπιν αίτησης ασφαλιστικών μέτρων, αφού η δήλωση ή μη δήλωση της βουλήσεως του ατόμου αποτελεί φυσική ευχέρεια του, δηλ. εκδήλωση της προσωπικότητας του, η οποία προστατεύεται συνταγματικά (άρθρο 5 παρ. 1 Συντ.). Σε κάθε περίπτωση και υπό την εκδοχή ότι είναι δυνατή η καταδίκη της καθ' ης στην αιτούμενη παράλειψη, η λήψη του αιτούμενου ασφαλιστικού μέτρου αποσκοπεί στην πλήρη ικανοποίηση του δικαιώματος της αιτούσας του οποίου ζητείται η εξασφάλιση, η οποία πλήρης ικανοποίηση, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη, δεν μπορεί να επιτευχθεί ως ασφαλιστικό μέτρο υπό τη μορφή της προσωρινής ρύθμισης καταστάσεως. Κατ' ακολουθίαν των παραπάνω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση, ως μη νόμιμη, και να καταδικασθεί η αιτούσα στα δικαστικά έξοδα της καθ' ης η αίτηση (άρθρο 176 ΚΠολΔ). 

Αναγνώριση υποχρέωσης εφάπαξ καταβολής διαφυγόντων κερδών. Αναγνώριση καταβολής αποζημίωσης με την προσαύξηση του τόκου επιδικίας.

 

ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ 25/2014

ΑΠΟΦΑΣΗ

Απόσπασμα……Είναι δε ορισμένη και νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 299, 330, 340, 345, 914, 929, 930, 931, 932,1000 ΑΚ, 70, 176,191 παρ. 2 ΚΠολΔ, 2, 4,9, 10 ν. ΓΠΝ/1911, 6 §§1,2 και 10 §1 π.δ. 237/1986, εκτός από τα ακόλουθα αιτήματα αυτής 1) περί αναγνώρισης της υποχρέωσης για εφάπαξ καταβολή των διαφυγόντων κερδών του διαστήματος μετά την επίδοση της αγωγής, το οποίο πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτο λόγω αοριστίας (άρθρα 216 παρ. 1, 111 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με 929 ΑΚ), καθώς στην αγωγή δεν περιέχονται συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά που να συνιστούν σπουδαίο λόγο εφάπαξ καταβολής, όπως η έννοια του «σπουδαίου λόγου» αναπτύσσεται στη νομική σκέψη της απόφασης, αλλά οι αμφιβολίες για τη μελλοντική οικονομική φερεγγυότητα της εναγομένης που αορίστως εκφράζονται από τον ενάγοντα, δεν εξειδικεύονται με την παράθεση ορισμένων πραγματικών περιοτατικών, 2) περί αναγνώρισης της υποχρέωσης της εναγομένης να καταβάλει τα αιτούμενα κονδύλια με το εκάστοτε ισχύον επιτόκιο υπερημερίας με την προσαύξηση του τόκου επιδικίας, σύμφωνα με το ν. 4055/2012, με το άρθρο 2 του οποίου αντικαταστάθηκε το άρθρο 346 ΑΚ (έναρξη ισχύος του ν. 4055/2012, 2-4-2012, σύμφωνα με το άρθρο 113 αυτού), το οποίο, μετά τον περιορισμό του αιτήματος από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό καθίσταται μη νόμιμο και, ως εκ τούτου, απορριπτέο, καθόσον ο περιορισμός του αιτήματος συνιστά μερική παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής (άρθρο 295 παρ. 1 ΚΠολΔ), καταλύουσα αναδρομικώς την επίδοση της αγωγής ως διαδικαστικής πράξης, ούτως ώστε να μην οφείλονται εξαιτίας της τόκοι επιδικίας κατά το άρθρο 346 ΑΚ, τούτο δε ανεξάρτητα από το ότι δεν αίρονται οι συνέπειες της επίδοσης της αγωγής ως όχλησης, η οποία καθιστά τον οφειλέτη υπερήμερο, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 340 και 345 ΑΚ, δεδομένου ότι η επίδοση στον εναγόμενο αγωγής για την επιδίκαση χρηματικής απαίτησης δεν είναι μόνο σύνθετη διαδικαστική πράξη, αλλά έχει και το χαρακτήρα οιονεί δικαιοπραξίας όχλησης του οφειλέτη για την εκπλήρωση της παροχής (βλ. ΟλΑΠ 13/1994 ΕλλΔνη 1994. 1259, ΑΠ 1173/2012 δημοσιευμένη στην ΤρΝομΠληρ ΝΟΜΟΣ)Γ3) περί κήρυξης της απόφασης προσωρινά εκτελεστής, το οποίο, μετά τον περιορισμό του αιτήματος από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, καθίσταται μη νόμιμο και, ως εκ τούτου, απορριπτέο, καθόσον προϋποθέτει την ύπαρξη απόφασης που μπορεί να αποτελέσει τίτλο εκτελεστό, τέτοιο δε δεν αποτελεί η απόφαση που εκδίδεται επί αναγνωριστικής αγωγής, παρά μόνο ως προς το κεφάλαιο για τα δικαστικά έξοδα, για τα οποία όμως δεν μπορεί να διαταχθεί προσωρινή εκτέλεση (άρθρο 909 αρ. 2 ΚΠολΔ)…. 

Οχήματα που εισέρχονται από χωματόδρομο σε χωματόδρομο.

 

 

ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ 2550/20121

ΠΕΡΙΛΗΨΗ 

Στην εξαίρεση από τον κανόνα της εκ δεξιών προτεραιότητας δεν περιλαμβάνεται η περίπτωση κατά την οποία οχήματα εισέρχονται από χωματόδρομο σε χωματόδρομο.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ 2550/20121

 

Απόσπασμα….. Ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι ο ενάγων έπρεπε να παραχωρήσει προτεραιότητα στο οδηγούμενο από τον πρώτο εναγόμενο όχημα, διότι εισήλθε από χωματόδρομο σε χωματόδρομο και επομένως, δεν ισχύει η εκ δεξιών προτεραιότητα, πρέπει να απορριφθεί, καθόσον από το συνδυασμό των διατάξεων των παρ. 4 και 5 του άρθρου 26 του ΚΟΚ (ν. 2696/1999), προκύπτει, ότι στους κόμβους, που κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 2 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, αποτελούν: οι ισόπεδες συμβολές, διακλαδώσεις ή διασταυρώσεις οδών, περιλαμβανομένων και των ελεύθερων χώρων που σχηματίζονται από αυτές, όταν δεν υπάρχει σήμανση, η προτεραιότητα ανήκει σ' αυτόν που έρχεται από τα δεξιά. Εξαίρεση από αυτόν τον κανόνα αναγνωρίζεται μόνο στις περιοριστικώς αναφερόμενες στην εν λόγω διάταξη περιπτώσεις α)αυτών που κυκλοφορούν στους αυτοκινητοδρόμους, εθνικές οδούς ή οδούς ταχείας κυκλοφορίας και β)τα σιδηροδρομικά ή τροχιοδρομικά οχήματα, που έχουν, σε κάθε περίπτωση, προτεραιότητα, γ) αυτών που εισέρχονται σε οδό από χωματόδρομο, μονοπάτια, παρόδια ιδιοκτησία, χώρο σταθμεύσεως και σταθμούς ανεφοδιασμού και εξυπηρετήσεως, που οφείλουν να παραχωρούν προτεραιότητα σε αυτούς που κινούνται στην οδό, δ)αυτών που εκκινούν ή κινούνται προς τα πίσω, όπου αυτό επιτρέπεται, που οφείλουν να παραχωρούν προτεραιότητα. Στην πιο πάνω εξαίρεση δεν περιλαμβάνεται η περίπτωση κατά την οποία οχήματα εισέρχονται από χωματόδρομο σε χωματόδρομο, διότι ούτε ρητά στο νόμο αναφέρεται αυτή η περίπτωση, ούτε και κατ' αναλογία μπορεί να ενταχθεί στην εξαίρεση. Από όλα τα ανωτέρω, αποδεικνύεται ότι το ένδικο ατύχημα οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου εναγόμενου ,αφού αυτός δεν επέδειξε την προσοχή που όφειλε και μπορούσε να επιδείξει, κάτω υπό τις ίδιες περιστάσεις, ο μέσος συνετός οδηγός, αλλά από έλλειψη προσοχής και επιτηδειότητας κατά την οδήγηση, ενώ είχε πρόθεση να επιχειρήσει αριστερή στροφή, όταν πλησίασε στην ισόπεδη διασταύρωση των δύο οδών, αντί να αναμείνει τη διέλευση του οχήματος του ενάγοντος το οποίο είχε προτεραιότητα σε σχέση με τη δική του πορεία, ως εκ δεξιών κινούμενο, καθώς στη εν λόγω διασταύρωση δεν υπήρχε σήμανση αλλά παρόλο, μάλιστα, που είχε αντιληφθεί το οδηγούμενο από τον ενάγοντα όχημα, πιστεύοντας ότι θα το αποφύγει, επιχείρησε αιφνιδιαστικά την αριστερή στροφή, με αποτέλεσμα να παρεμβληθεί και να ανακόψει την πορεία του οδηγούμενου από τον ενάγοντα οχήματος , το οποίο κινούνταν κανονικά και είχε προτεραιότητα (άρθρ. 12 παρ.1, 26 παρ. 5 ΚΟΚ). Αντίθετα, δεν αποδείχθηκε ο ενάγων βαρύνεται με οποιαδήποτε υπαιτιότητα για την πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος, διότι επέδειξε την προσοχή και επιμέλεια που όφειλε και μπορούσε να καταβάλει ο μέσος συνετός οδηγός υπό τις ίδιες συνθήκες, αφού κινούνταν με ταχύτητα κανονική για τις περιστάσεις, έχοντας προτεραιότητα σε σχέση με την πορεία του αυτοκινήτου, του οποίου την αιφνίδια στροφή προς τα αριστερά ούτε όφειλε ούτε μπορούσε να προβλέψει, αφού, εύλογα ανέμενε ότι ο οδηγός του αυτοκινήτου θα «σεβόταν» την προτεραιότητά του, όταν, παρά δε τις προσπάθειες που έκανε (μείωση της ταχύτητας του), δεν είχε τα αναγκαία περιθώρια χρόνου, ώστε να αποφύγει τη σύγκρουση, απορριπτομένων των περί του αντιθέτου ισχυρισμών των εναγομένων και τη προβληθείσας εκ μέρους τους ένστασης συνυπαιτιότητας του ενάγοντος στην πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος…. 

Ένσταση αυτοδιακινδύνευσης επιβάτη οχήματος. Από φιλοφροσύνη μεταφορά προσώπου με αυτοκίνητο.

 

ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ 2003/2013

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Ένσταση αυτοδιακινδύνευσης επιβάτη οχήματος, που, ενώ γνώριζε ότι ο οδηγός αυτού βρισκόταν υπό την επήρεια μέθης, αφού συνδιασκέδαζαν και ήταν εμφανή τα συμπτώματα μέθης του, παρά ταύτα επιβιβάστηκε στο ζημιογόνο όχημα και τραυματίστηκε.

Η από φιλοφροσύνη μεταφορά προσώπων δεν αποτελεί λόγο αποκλεισμού της ευθύνης του οδηγού, σε περίπτωση που το ατύχημα οφείλεται σε αμέλεια, αλλά καταλογίζεται συντρέχον πταίσμα στον επιβάτη, ο οποίος εμπιστεύεται τη μεταφορά του εκ φιλοφροσύνης από αυτοκίνητο, ο οδηγός του οποίου τελεί σε κατάσταση μέθης, με αποτέλεσμα να μη μπορεί να οδηγεί με ασφάλεια.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ 2003/2013

Απόσπασμα…..Άλλωστε, στα πλαίσια του ταξιδιού από φιλοφροσύνη, στο οποίο η μεταφορά του προσώπου γίνεται χωρίς καταβολή οποιουδήποτε ανταλλάγματος από καθαρή διάθεση φιλοφροσύνης, είναι δυνατό να εμφανισθει η περίπτωση της αυτοδιακινδύνευσης, ή ενέργειας με ίδιο κίνδυνο του μεταφερομένου προσώπου. Εδώ, είναι δυνατόν ο οδηγός ενός αυτοκινήτου, που ενεργεί τη μεταφορά από φιλοφρόνηση, να μην είναι ικανός για οδήγηση, είτε γιατί στερείται άδειας ικανότητας οδηγού, είτε γιατί τελεί σε κατάσταση μέθης ή υπερκόπωσης, με αποτέλεσμα την αδυναμία οδήγησης εκ φυσικών λόγων. Στην από φιλοφροσύνη μεταφορά, σε περίπτωση που προκληθεί ατύχημα και τραυματισθεί ή θανατωθεί ο από φιλοφροσύνη μεταφερόμενος, δεν απαλλάσσονται από την ευθύνη τα κατά τον νόμο υπόχρεα πρόσωπα, όπως ο οδηγός, ο ιδιοκτήτης και η ασφαλιστική εταιρία. Η από φιλοφροσύνη μεταφορά μόνη της δεν αποτελεί λόγο αποκλεισμού της ευθύνης του οδηγού σε περίπτωση που το ατύχημα οφείλεται σε ελαφοά αμέλεια. Όμως, η εν γνώσει του εκ φιλοφροσύνης μεταφερομένου προσώπου των παραπάνω κρίσιμων περιστατικών, που αφορούν το πρόσωπο του οδηγού, δεν παύει να έχει οποιαδήποτε αξία. Κατά την ορθότερη άποψη, καταλογίζεται συντρέχον πταίσμα (ΑΚ 300) στον επιβάτη, ο οποίος εμπιστεύεται τη μεταφορά του εκ φιλοφροσύνης από αυτοκίνητο, ο οδηγός του οποίου τελεί σε κατάσταση μέθης. με αποτέλεσμα να μη μπορεί να οδηγεί με ασφάλεια. Απαιτείται όμως ο μεταφερόμενος να γνώριζε, ή βάσει των περιστάσεων της συγκεκριμένης περίπτωσης να μπορούσε να γνωρίζει τη μειωμένη ικανότητα του οδηγού για οδήγηση (βλ. ΕφΑθ 4257/2009, δημοσιευμένη στην ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, Α. Κρητικός Αποζημίωση εκδ. 1998 αρ. 117-121). Και τούτο, διότι η επικίνδυνη, με την προεκτεθείσα έννοια, οδήγηση αυτοκινήτου αποτελεί γενικό πρόσφορη πράξη πρόκλησης ατυχήματος. Η συμμετοχή δε του επιβάτη σε ένα τέτοιο ταξίδι θέτει από την πλευρά της ένα αίτιο, είτε για την πρόκληση του ίδιου του ατυχήματος, είτε για την έκταση των ζημιών του επιβάτη, αν το ατύχημα οφείλεται σε άλλη αιτία (ΕφΛαρ 145/2012, δημοσιευμένη στην ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Έτσι, υφίσταται συνυπαιτιότητα του παθόντος, που επιβιβάσθηκε στο αυτοκίνητο γνωρίζοντας την εμφανή μέθη του οδηγού - γνώση, που συνάγεται και από το ότι ο παθών, λίγο πριν την επιβίβασή του στο ζημιογόνο όχημα, διασκέδαζε μαζί με τον οδηγό, καταναλώνοντας οινοπνευματώδη ποτά (ΕφΛαρ 145/2012, ο.π)- ενώ δεν είχε προσδεθεί, κατά το ατύχημα και με ζώνη ασφαλείας, παράλειψη, η οποία συνετέλεσε στην έκταση των προκληθεισών συνεπειών του ατυχήματος- όπως στην περίπτωση εκτίναξής του από το όχημα (ΑΠ 366/2012, ΝΟΜΟΣ)- υφιστάμενου μετά ταύτα σωρευτικού συντρέχοντος πταίσματος του παθόντος για τον τραυματισμό του, με άθροιση των ποσοστών για την έλλειψη ζώνης και για τη γνώση της μέθης, επερχόμενης έτσι διπλής μείωσης της αιτούμενης αποζημίωσης (ΑΠ 766/2007,ΕφΛαρ.28/2012, δημοσιευμένη στην ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

Στην προκειμένη περίπτωση με την υπό στοιχεία Α με αριθ. καταθ….αγωγή ο….εκθέτει ότι ο πρώτος εναγόμενος, οδηγώντας το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας…Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, στο οποίο επέβαινε ο ίδιος καθήμενος στο πίσω κάθισμα αυτού, ιδιοκτησίας της δεύτερης εναγόμενης (μητέρας του), το οποίο ήταν ασφαλισμένο για τις έναντι τρίτων ζημίες στην τρίτη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία, προκάλεσε από αποκλειστική του υπαιτιότητα, δηλαδή από αμέλειά του, τροχαίο ατύχημα, στον τόπο, κατά το χρόνο και με τις ειδικότερα εκτιθέμενες σε αυτήν συνθήκες, με αποτέλεσμα τον βαρύτατο τραυματισμό του.Με βάση το ιστορικό αυτό, και μετά από παραδεκτό μερικό περιορισμό του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής σε αναγνωριστικό, με δήλωση της πληρεξουσίου δικηγόρου του, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά (άρθρα 294, 295 παρ. 1 εδ. α ’ και 297 επ., 591 παρ. 1 του ΚΠολΔ), ζητά να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να του καταβάλουν εις ολόκληρον ο καθένας ως αποζημίωσή του, για την αποκατάσταση της ζημίας που του προκάλεσε το ατύχημα, το συνολικό χρηματικό ποσό των 169.168,00 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση, και συγκεκριμένα :α) 4.700 ευρώ, για πλασματική αμοιβή αποκλειστικής νοσοκόμου, κατά το διάστημα της νοσηλείας του στο 401 ΓΣΝΑ, β) 2.250 ευρώ, για πλασματική αμοιβή οικιακής βοηθού- αποκλειστικής νοσοκόμου, κατά το 35.1259, ΑΠ 497/2004 ΕλλΔνη 47.502, ΑΠ 241/2003 ΕλλΔνη 45.487). Επομένως, εφόσον, αναφορικά με την πρώτη ως άνω αγωγή επικυρωμένο αντίγραφό της επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, κατ' εφαρμογή του άρθρου 10 παρ. 5 του ν. 489/1976, όπως προστέθηκε με το άρθρο 10 παρ.5 εδ. Η' του ν. 2741/1999 (φ.Ε.Κ 199 Α'/28.09.1999), στην αρμόδια Ε’ Οικονομική Εφορία Πειραιά (βλ. τη με αριθμ. 10624/20.3.2012 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Η. Σούσκα) και επί πλέον και για τις δυο αγωγές καταβλήθηκε και το προσήκον τέλος δικαστικού ενσήμου με τις νόμιμες υπέρ τρίτων προσαυξήσεις (βλ. το με αριθμ. 13236868/2012 διπλότυπο είσπραξης της Δ.Ο.Υ, τα επικολληθέντα ένσημα ΕΤΑΑ-Τ.Υ-Π.Δ.Α, καθώς και το με αριθμ. 13237102/2012 διπλότυπο είσπραξης της Δ.Ο.Υ αντίστοιχα), πρέπει οι αγωγές, όπως κρίθηκαν ορισμένες και νόμιμες να ερευνηθούν περαιτέρω και κατ' ουσίαν.

Ο πρώτος και η δεύτερη εναγόμενοι, με δήλωση της πληρεξούσιου δικηγόρου τους στο ακροατήριο, που καταχωρήθηκε συνοπτικά στα οικεία πρακτικά συνεδρίασης και αναπτύσσεται με τις έγγραφες κατατεθείσες προτάσεις τους, συνομολογούν μεν την υπαιτιότητα του πρώτου εναγόμενου για το επίδικο ατύχημα, αλλά περαιτέρω αμφισβητούν τόσο τα πραγματικά περιστατικά που αφορούν τις συνθήκες του τελευταίου, όσο και τη βασιμότητα και το ύψος των αιτουμένων από κάθε ενάγοντα κονδυλίων. Τέλος, και οι τρεις εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι τόσο ο ενάγων της υπό στοιχείο Α αγωγής….όσο και ο ενάγων της υπό στοιχείο β αγωγής…..υπήρξαν συνυπαίτιοι ως προς την έκταση των σωματικών βλαβών που συνεπεία του ενδίκου ατυχήματος αυτοί υπέστησαν, λόγω μη χρήσεως εκ μέρους τους, κατά το ένδικο ατύχημα, της επιβεβλημένης από τον Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας ζώνης ασφαλείας (άρθρα 12 παρ. 5 και 81 παρ. 17 Ν. 2696/1999). Ο ισχυρισμός αυτός είναι ορισμένος και νόμιμος (άρθρα 216, 262 Κ.Πολ.Δ. και 300 Α.Κ.) συνιστά ένσταση συντρέχοντος πταίσματος (βλ. αντί πολλών Α.Π. 1486/2005, Α.Π. 795/2004 αδημ., βλ. και Αθ. Κρητικού, ό.π., αρ. 102 επ., σελ. 40 επ., όπου και περαιτέρω παραπομπές) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική του βασιμότητα.

Η τρίτη εναγομένη ασφαλιστική εταιρία προέβαλε με δήλωση του πληρεξουσίου Δικηγόρου της που καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά και αναπτύσσεται περαιτέρω στις νομίμως κατατεθείσες προτάσεις της, ένσταση συντρέχοντος πταίσματος των εναγόντων αμφότερων των αγωγών (ένσταση αυτοδιακινδύνευσης), για το λόγο ότι ενώ γνώριζαν ότι ο εναγόμενος οδηγός βρισκόταν υπό την επήρεια μέθης (αφού συνδιασκέδαζαν και ήταν εμφανή τα συμπτώματα μέθης του), παρά ταύτα επιβιβάστηκαν στο ζημιογόνο όχημα. Η ένσταση αυτή είναι ορισμένη και νόμιμη, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη της παρούσας, στηριζόμενη στο άρθρο 300 ΑΚ, και συνεπώς πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν.

 

Στο σημείο αυτό πρέπει να σημειωθεί ότι οι πρώτος και δεύτερη των εναγομένων αμφότερων των αγωγών με δήλωση της πληρεξουσίου δικηγόρου τους, που καταχωρήθηκε ομοίως στα πρακτικά πρόβαλαν ένσταση αυτοδιακινδύνευσης (για αμφότερες τις αγωγές), επικαλούμενοι επί λέξει τα εξής: « ένσταση συνυπαιτιότητας των παθόντων ως προς τον τραυματισμό τους διότι γνώριζαν την κατάσταση στην οποία ευρίσκετο ο οδηγός καθώς συνδιασκέδαζαν και παρά ταύτα επιβιβάσθηκαν στο αυτοκίνητό τους». Η ένσταση αυτή είναι απορριπτέα ως αόριστη, αφού δεν περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν, καθώς ουδόλως εξειδικεύεται ποια είναι η κατάσταση στην οποία βρισκόταν ο οδηγός του ζημιογόνου αυτοκινήτου, και δη ότι αυτός βρισκόταν σε κατάσταση μέθης και ότι τα συμπτώματα αυτής μπορούσαν ή έπρεπε να γίνουν αντιληπτά από τους ενάγοντες. Σημειωτέον ότι μόνη η από φιλοφροσύνη μεταφορά προσώπων δεν αποτελεί λόγο αποκλεισμού της ευθύνης του οδηγού σε περίπτωση που το ατύχημα οφείλεται σε αμέλεια, αλλά καταλογίζεται συντρέχον πταίσμα (ΑΚ 300) στον επιβάτη, ο οποίος εμπιστεύεται τη μεταφορά του εκ φιλοφροσύνης από αυτοκίνητο, ο οδηγός του οποίου τελεί σε κατάσταση μέθης, με αποτέλεσμα να μη μπορεί να οδηγεί με ασφάλεια. Στην προκειμένη περίπτωση οι πρώτος και δεύτερη των εναγομένων, με δήλωση της πληρεξουσίου Δικηγόρου τους, επιχείρησαν να προβάλουν ένσταση συνυπαιτιότητας χωρίς ωστόσο να εξειδικεύσουν ότι ο οδηγός του ζημιογόνου αυτοκινήτου βρισκόταν κατά το ατύχημα υπό την επήρεια οινοπνεύματος, πράγμα που μπορούσαν ευχερώς να αντιληφθούν οι ενάγοντες, με τις νομίμως κατατεθείσες προτάσεις τους δε, κατηγορηματικά αρνούνται ότι ο πρώτος εναγόμενος τελούσε υπό την επίδραση οινοπνεύματος και ακόμη ότι οι μεταφερόμενοι (ενάγοντες) γνώριζαν τη μειωμένη ικανότητα του οδηγού για οδήγηση, αφού ρητά αναφέρουν ότι οι ενάγοντες γνώριζαν «..ότι ο πρώτος από εμάς δεν τελούσε υπό την επίδραση οινοπνεύματος και ότι είχε πλήρη ικανότητα οδήγησης». Ενόψει των παραπάνω δεν προβλήθηκε παραδεκτά η ως άνω ένσταση συνυπαιτιότητας και για το λόγο αυτό είναι απορριπτέα……. 

Παραμέληση από γονέα καθήκοντος εποπτείας ανηλίκου, που επιβιβάστηκε σε μοτοσικλέτα τρίτου και τραυματίστηκε από πτώση.  

 

ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ 272/2014

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Πρέπει να αποδειχθεί ότι ο γονέας εξέθεσε συνειδητά τον ανήλικο σε κίνδυνο, που επιβιβάστηκε σε μοτοσικλέτα τρίτου και τραυματίστηκε από πτώση.

Το ότι ο οδηγός της μοτοσικλέτας ήταν έμπειρος οδηγός δικαιολογεί την εμπιστοσύνη του γονέα για την μεταφορά του ανηλίκου με την μοτοσικλέτα, άσχετα με τον βαθμό επικινδυνότητας, που ενέχει αυτή σε κάθε περίπτωση για κάθε συνεπιβάτη μοτοσικλέτας, ανεξαρτήτου ηλικίας, η οποία όμως (επικινδυνότητα) δεν αρκεί για να θεμελιώσει την παραβίαση του καθήκοντος εποπτείας του ανηλίκου.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ 272/2014

Απόσπασμα…..Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης οι, πληρεξούσιοι Δικηγόροι των διαδίκων ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και τις προτάσεις τους, ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ 

Επί της από 7.7.2012 (αριθ.εκθ.καταθ.153524/5983/2012) αγωγής, εκδόθηκε η υπ' αριθ. 1287/2013 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, με την οποία αφενός η αγωγή κρίθηκε παραδεκτή, ορισμένη και νόμιμη και στη συνέχεια διατάχθηκε η επανάληψη της συζήτησης προκειμένου να προσκομιστούν τα αναφερόμενα σε αυτή έγγραφα. Ήδη, με την από 10.7.2013 (αριθ,εκθ.καταθ.97839/3739/2013) κλήση της ενάγουσας, νομίμως φέρεται η υπόθεση προς περαιτέρω συζήτηση, η οποία θεωρείται ματαιωθείσα ως προς τον πρώτο των εναγομένων, μετά τη δήλωση της πληρεξουσίας Δικηγόρου της ενάγουσας, πριν την προφορική συζήτηση της ουσίας της υπόθεσης, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά, ότι δεν εισάγεται ως προς αυτόν και τη μη παράσταση του τελευταίου, ούτε την εκπροσώπησή του οπό πληρεξούσιο Δικηγόρο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από το πινάκιο (Β.βαθρακοκαίλη, υπ' άρθρο 294,σελ,340,αριθ. 12°), προκειμένου να κριθεί και από ουσιαστική άποψη, μετά την προσκόμιση των άνω εγγράφων.

Η εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία, που επαναφέρει νομίμως τις ενστάσεις και ισχυρισμούς που προέβαλε κατά την πρώτη συζήτηση της υπό κρίση αγωγής, με δήλωση της πληρεξούσιας Δικηγόρου της, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά και αναπτύσσεται στις έγγραφες προτάσεις της, αρνείται την αγωγή και προτείνει την ένσταση συνυπαιτιότητας της ενάγουσας-μητέρας για τον τραυματισμό του παθόντος - υιού της, λόγω παραμέλησης της εποπτείας του, καθώς γνώριζε ότι ο οδηγός της δίκυκλης μοτοσικλέτας, στην οποία ήταν συνεπιβάτης ο ανήλικος, στερούνταν άδεια ικανότητας οδήγησης. Η ως άνω ένσταση είναι νόμιμη. Στηρίζεται στο άρθρο 300 ΑΚ σε συνδ. με το άρθρο 923 ΑΚ και πρέπει να ερευνηθεί ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα.

Από την ένορκη κατάθεση τoυ μάρτυρα απόδειξης, που εξετάστηκε στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου κατά τη δικάσιμο της 14,1,2013 (η εναγόμενη εταιρία δεν επιμελήθηκε για την εξέταση μάρτυρα), η οποία περιέχεται στα ταυτάριθμα με την υπ' αριθ, 1287/2013 μη οριστική απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν, τα οποία λαμβάνονται υπόψη προς άμεση ή έμμεση απόδειξη για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (άρθρα 336 παρ.3, 339 και 395 ΚΠολΔ) μεταξύ των οποίων (εγγράφων) το σχεδιάγραμμα της Τροχαίας, η έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος, οι προανακριτικές καταθέσεις και τα λοιπά έγγραφα της ποινικής δικογραφίας, που εκτιμώνται ελεύθερα κατά την παρούσα δίκη ως δικαστικά τεκμήρια και από τα διδάγματα της κοινής πείρας (άρθρο 336 παρ 4 ΚΠολΔ), αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά γεγονότα: Στην Αθήνα, στις 31.7 2009 και περί ώρα 18:50, ο……που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, οδηγώντας, χωρίς να κατέχει την απαιτούμενη άδεια ικανότητας οδήγησης, την υπ’ αριθ. κυκλοφορίας……δίκυκλη μοτοσικλέτα, ιδιοκτησίας του, στην οποία επέβαινε και ο ανήλικος……(γεν....), υιός της ενάγουσας, η οποία ασκεί αποκλειστικά τη γονική του μέριμνα, καθώς ο πατέρας του …..έχει αποβιώσει (βλ. προσκομιζόμενη ληξιαρχική πράξη θανάτου), κινούνταν με κανονική για τις περιστάσεις ταχύτητα επί της Λεωφόρου Βασ….στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας, με κατεύθυνση από την οδό……προς τη Λεωφ…πλησιάζοντας στο ύψος της διασταύρωσης με την οδό Βασ…Και οι δύο επιβαίνοντες στη δίκυκλη μοτοσικλέτα φορούσαν προστατευτικά κράνη. Κατά τον ίδιο χρόνο, ο πρώτος εναγόμενος……ως προς τον οποίο η συζήτηση της κρινόμενης αγωγής θεωρείται ματαιωθείσα, κατά τα ανωτέρω αναφερόμενα, οδηγώντας το με αριθ.κυκλοφορίας……Ι.Χ,Ε αυτοκίνητο, που ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική του ευθύνη στην εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία, κινούνταν ομόρροπα με την ως άνω δίκυκλη μοτοσικλέτα, στην οποία επέβαινε ο υιός της ενάγουσας, στη μεσαία λωρίδα κυκλοφορίας της Λεωφ….Στο συγκεκριμένο σημείο η Λεωφ. είναι ευθεία, διπλής κατεύθυνσης, με τρεις λωρίδες κυκλοφορίες ανά ρεύμα πορείας και διαχωριστική νησίδα, ενώ στο ρεύμα πoρείας προς τη Λεωφ..…και στην αριστερή πλευρά της αριστερής λωρίδας, υπάρχει διαγώνια διαγράμμιση στο οδόστρωμα (ζέμπρα), το πλάτος του οδοστρώματος είναι 14,20μ. και του πεζοδρομίου 2,50μ. Όταν ο….πλησίαζε στη συμβολή των ανωτέρω οδών, και ενώ είχε σταματήσει προσωρινά το όχημά του στη μεσαία λωρίδα προκειμένου να ζητήσει οδηγίες, ώστε να κατευθυνθεί προς το Νοσοκομείο Ευαγγελισμός, από αμέλειά του και συγκεκριμένα από έλλειψη της προσοχής την οποία και μπορούσε κατά τις περιστάσεις να καταβάλει ως μέσος συνετός οδηγός (άρθ.330εδ,β ΑΚ), δεν είχε πλήρως τεταμένη την προσοχή του και έχοντας την πρόθεση να αλλάξει λωρίδα κυκλοφορίας και από την μεσαία να εισέλθει στη δεξιά και στη συνέχεια να στρίψει στην οδό Βασ….όπως του είχαν υποδείξει, έπραξε τούτο αιφνίδια,χωρίς προηγουμένως να κάνει γνωστή την πρόθεσή του αυτή χρησιμοποιώντας τον δεξιό δείκτη πορείας του οχήματός του (φλας) και χωρίς να βεβαιωθεί ότι μπορεί να πράξει τον ανωτέρω ελιγμό χωρίς κίνδυνο για τους λοιπούς χρήστες της οδού, με αποτέλεσμα να αποκόψει την ευθεία πορεία της μοτοσικλέτας, που οδηγούσε ο ……με συνεπιβάτη τον ως άνω ανήλικο στη δεξιά λωρίδα της Λεωφ. Με πορεία παράλληλη προς το όχημά του, και να την εμβολίσει με την εμπρόσθια δεξιά του γωνία (φτερό), στο εμπρόσθιο αριστερό της πλευρό. Ακολούθως, η μοτοσικλέτα ανατράπηκε και οι επιβαίνοντες σε αυτή έπεσαν στο οδόστρωμα, με συνέπεια να τραυματιστεί ο ως άνω ανήλικος (παράβαση των διατάξεων των άρθρων 12παρ.1,21 παρ.1,2,26 Κ.Ο.Κ.). Τα παραπάνω σαφώς συνάγονται από την έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος και το σχεδιάγραμμα που τη συνοδεύει, που συνέταξαν τα αρμόδια αστυνομικά όργανα του Τμήματος Τροχαίας Καισαριανής, τις προανακριτικές καταθέσεις των διαδίκων και ιδίως από την προανακριτική ένορκη κατάθεση του οδηγού του ζημιογόνου οχήματος……ο οποίος περιγράφει με σαφήνεια τις ανωτέρω συνθήκες του ένδικου ατυχήματος και συνομολογεί ουσιαστικά την υπαιτιότητά του, οι οποίες συμπεριλαμβάνονται στην ποινική δικογραφία που σχηματίστηκε Με δεδομένες τις πιο πάνω συνθήκες σύγκρουσης, αποκλειστικά υπαίτιος για την πρόκλησή της είναι ο…..οδηγός του υπ' αριθ. κυκλοφορίας…..ΙΧΕ αυτοκινήτου, το οποίο είναι ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική του ευθύνη στην εναγομένη ασφαλιστική εταιρία, κατά τα ανωτέρω αναλυτικώς αναφερόμενα, με αποτέλεσμα να γίνε; πρόξενος του ενδίκου ατυχήματος. Αντιθέτως, δεν αποδείχθηκε καμία υπαιτιότητα του …..οδηγού της δίκυκλης μοτοσικλέτας στην οποία επέβαινε ο ανήλικος υιός της ενάγουσας, ο οποίος, όπως προεκτέθηκε, κινούνταν με κανονική για τις περιστάσεις ταχύτητα, στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας και στο μέσο αυτής, ως όφειλε, και δεν μπορούσε να προβλέψει, ακόμα και με επίδειξη άκρας επιμέλειας και προνοητικότατος ότι ο…..θα ενεργούσε την ως άνω αιφνιδιαστική αλλαγή πορείας του, ενώ λόγω της πολύ μικρής απόστασης που απείχε από το ως άνω αυτοκίνητο, δεν. είχε δυνατότητα για επιτυχή αποφευκτικό ελιγμό ή για τροχοπέδηση. Η έλλειψη άδειας οδήγησης στο πρόσωπο του οδηγού του δικύκλου δεν συνετέλεσε στο ατύχημα, αφού το δίκυκλο κινούνταν κανονικά στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας, με ταχύτητα 40 χλμ./ώρα και το ΙΧΕ αυτοκίνητο το εμβόλισε αιφνιδιαστικά και συνεπώς λείπει η αιτιώδης συνάφεια. Περαιτέρω δεν αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα- μητέρα του ανηλίκου παραβίασε το καθήκον εποπτείας, καθόσον ο…..έφερε προστατευτικό κράνος, δεν επέδειξε παράνομη συμπεριφορά, αλλά συμπεριφορά ώριμη και υπεύθυνη, ως συνεπιβάτης του δικύκλου δεν μπορούσε να αποτρέψει την οποιαδήποτε ζημία και δεν υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της συμπεριφοράς του εποπτευομένου και του ένδικου ζημιογόνου ατυχήματος που προκλήθηκε, αφού ο ανήλικος, δεν συνετέλεσε στην πρόκληση του ατυχήματος. Επιπλέον, ο….και με τη δική του θέληση, για την εξυπηρέτηση των αναγκών του, επιβιβάστηκε στο δίκυκλο, δεδουμένου ότι έχει αποβιώσει ο πατέρας του, η μητέρα του ασκεί μόνη της, χωρίς καμία άλλη βοήθεια, πλην του εξαδέλφου της…..την καθημερινή επιμέλεια και την γονική μέριμνα τόσο του…….όσο και του έτερου ανήλικου τέκνου της……(γεν. το έτος….) και δεν υπήρχε άλλο μεταφορικό μέσο για τις μετακινήσεις του….και τη μεταφορά του στις καθημερινές, αθλητικές κυρίως εκείνη την εποχή (31 Ιουλίου), δραστηριότητές του, δεδομένου ότι είναι αθλητής καλαθοσφαίρισης στην ομάδα του….Γ.Σ„ ενώ συμμετέχει και στην ομάδα Παίδων της…….(…), και άλλωστε ήταν συνεπιβάτης του δικύκλου και όχι οδηγός του. Επίσης, αποδείχθηκε ότι ο…..οδηγούσε πολλά χρόνια δίκυκλη μοτοσικλέτα, ήταν έμπειρος οδηγός και απέκτησε την άδεια ικανότητας οδήγησης την 1,12.2010 (βλ. προσκομιζόμενο φωτοαντίγραφο), ήτοι μετά το ένδικο ατύχημα, για οικονομικούς και μόνο λόγους, γεγονός το οποίο δικαιολογούσε την εμπιστοσύνη της ενάγουσας για την καθημερινή μεταφορά του παιδιού της από τον ανωτέρω οδηγό, άσχετα με το βαθμό επικινδυνότητας που ενέχει αυτή σε κάθε περίπτωση για κάθε συνεπιβάτη δίκυκλου οχήματος, ανεξαρτήτου ηλικίας, η οποία όμως (επικινδυνότητα) δεν αρκεί για να θεμελιώσει την παραβίαση του καθήκοντος εποπτείας του άνω ανηλίκου, δεδομένου ότι δεν αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα εξέθεσε συνηξδειτά στον ανωτέρω κίνδυνο το παιδί της. Συνακόλουθα, η ανωτέρω ένσταση συνυπαιτιότητας, που προέβαλε η εναγόμενη εταιρία (άρθρο 300 ΑΚ), πρέπει ν' απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη. 

Καταβολή αποζημίωσης σε κεφάλαιο εφάπαξ σε αυτοκινητικό ατύχημα.

 

ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ 25/2014

ΑΠΟΦΑΣΗ

 

Απόσπασμα…..ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΠΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά την έναρξη της συζήτησης της υπόθεσης στο ακροατήριο, ο πληρεξούσιος δικηγόρος του ενάγοντος, με δήλωσή του που καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την απόφαση πρακτικά, παραιτήθηκε από το δικόγραφο της αγωγής - αίτησης ως προς τους πρώτο και δεύτερο από τους εναγόμενους, Συνεπώς, η αγωγή, κατά το μέρος που στρέφεται κατά των προαναφερόμενων από τους εναγόμενους, θεωρείται πως δεν ασκήθηκε (άρθρα 294, 295 παρ. 1 εδ, α' και 297 ΚΤΤολΔ).Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 930 §1 ΑΚ «Η αποζημίωση των δύο προηγουμένων άρθρων που αναφέρεται στο μέλλον καταβάλλεται σε χρηματικές δόσεις κατά μήνα. Όταν υπάρχει σπουδαίος λόγος η αποζημίωση μπορεί να επιδικασθεί σε κεφάλαιο εφάπαξ. ...». Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό προς εκείνη του άρθρου 929 ΑΚ προκύπτει ότι επί βλάβης του σώματος ή της υγείας προσώπου η αποζημίωση που αναφέρεται στο μέλλον και δύναται να οφείλεται σε διαφυγόντα εισοδήματα συνεπεία τραυματισμού καταβάλλεται σε χρηματικές δόσεις κατά μήνα. Ο παραπάνω τρόπος καταβολής αποτελεί τον κανόνα. Εξαιρετικά όμως μπορεί να καταβληθεί και σε κεφάλαιο εφάπαξ αν συντρέχει σπουδαίος λόγος. Πότε συμβαίνει τούτο κρίνεται με βάση τη συνολική θεώρηση των οικονομικών κυρίως σχέσεων που αφορούν την υγεία του παθόντος, εφόσον στη συγκεκριμένη περίπτωση ο σκοπός της αποζημίωσης εξυπηρετεί καλλίτερα τα συμφέροντα του παθόντος με την εφάπαξ πληρωμή της αποζημίωσης. Προς τούτο απαιτείται αίτηση του δικαιούχου, στην οποία πρέπει να διαλαμβάνονται με σαφήνεια και πληρότητα, όλα τα συγκροτούντο τη νομική έννοια του σπουδαίου λόγου πραγματικά περιστατικά. Η δε συνδρομή του σπουδαίου λόγου δύναται να κείται είτε προς την πλευρά του δανειστή είτε του οφειλέτη και θεωρείται ότι υπάρχει όταν στη συγκεκριμένη περίπτωση η επιδικαζόμενη αποζημίωση για διαφυγόντα εισοδήματα του δικαιούχου στο μέλλον εξυπηρετεί καλλίτυερα τα συμφέροντα αυτού…..

Ασφάλιση ίδιων ζημιών αυτοκινήτου.

 

ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ 3417/2013

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Στην ασφάλιση ίδιων ζημιών του αυτοκινήτου καλύπτεται μόνο η δαπάνη αποκατάστασης της ζημίας του αυτοκινήτου (θετική ζημία).Κάθε άλλο αίτημα αποκατάστασης ζημίας είναι απορριπτέα ως κατ ουσία αβάσιμο.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ 3417/2013

 

Απόσπασμα…..Ο Ν. 489/1976 ρυθμίζει την έναντι τρίτων υποχρεωτική ασφάλιση αστικής ευθύνης για ατυχήματα από αυτοκίνητο, αποβλέπει δε στην προστασία τρίτων προσώπων και όχι του ιδίου του κυρίου του αυτοκινήτου. Πολλές φορές, όμως, ανακύπτει ανάγκη ασφαλίσεως του κυρίου του αυτοκινήτου για ζημιές που προκαλούνται σε αυτό από οποιοδήποτε ατύχημα, ανεξάρτητα από υπαιτιότητα τρίτου προσώπου. Η κάλυψη ίδιων ζημιών του αυτοκινήτου δεν ρυθμίζεται από το Ν. 489/1976. Αυτή είναι προαιρετική, αφορά, δε, την προστασία του φορέα της περιουσίας χωρίς να συνδέεται με ζημία τρίτου προσώπου. Βασικά η ρύθμιση γίνεται από το ασφαλιστήριο συμβόλαιο, από ειδικά τιμολόγια που περιέχονται σε Υπουργικές Αποφάσεις που εκδίδονται σύμφωνα με το' ΝΔ 400/1970 και από τις σχετικές διατάξεις του ΕμπΝ περί ασφαλίσεως κατά ζημιών και, ήδη, του Ν. 2496/1997. Στην περίπτωση ασφαλίσεως που καλύπτει ζημίες του ίδιου αυτοκινήτου, αυτή δεν περιλαμβάνει, εκτός αν συμφωνήθηκε, οπότε υπολογίζεται αναλόγως και ασφάλιστρο, ζημίες του ασφαλισμένου που δεν αφορούν το ίδιο το αυτοκίνητο, όπως μείωση της εμπορικής αξίας του αυτοκινήτου, δαπάνη μισθώσεως άλλου οχήματος κατά τη διάρκεια επισκευής του ασφαλισμένου αυτοκινήτου, απώλεια εισοδήματος από τη μη εκμετάλλευση του αυτοκινήτου κ.ο.κ. (βλ. Αθ. Κρητικό Αποζημίωση από Αυτοκινητικά ατυχήματα, 2008, § 32 αρ.1-2, II)…..Ο ενάγων εκθέτει ότι, την 9.11.2011 συνέβη αυτοκινητικό ατύχημα επί της νέας E.Ο. Κόρινθου - Αθηνών και, δη, υπέστη υλικές ζημίες το με αριθμό κυκλοφορίας ΙΚΚ-6600 Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητό του εξ αιτίας της πρόσκρουσης αυτού σε μεταλλικό αντικείμενο που κατέπεσε στο οδόστρωμα από φορτίο προπορευόμενου αγροτικού οχήματος. Ζητεί, δε, να υποχρεωθεί η εναγόμενη, στην οποία το όχημά του είναι ασφαλισμένο και για ίδιες ζημίες, με προσωρινώς εκτελεστή απόφαση, να του καταβάλει, το συνολικό ποσό των 27.730,74 ευρώ για την περιουσιακή, και μη ζημία που υπέστη από το ανωτέρω γεγονός. Η αγωγή αρμοδίως καθ’ ύλην και κατά τόπον φέρεται για να δικασθεί από το Δικαστήριο τούτο, με την προκείμενη ειδική διαδικασία των άρθρων 666, 667 και 670-676 ΚΠολΔ (άρθρα 16 αρ, 12, σε συνδ. προς 14 § 2, 22, 25 § 2, 37 και 681Α ΚΠολΛ- βλ. και Αθ. Κρητικό ό.π., § 35 αρ. 19)και είναι, επαρκώς ορισμένη και νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 297, 298α’, 345, 346,361 ΑΚ, 1, 2, 7,11 Ν. 2496/1997, 68 και 907, 908 § 1 εδ. 6' ΚΠολΔ. Κατά τα λοιπά, η αγωγή πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ’ ουσίαν, δεδομένου ότι για το αντικείμενό της έχει καταβληθεί το απαιτούμενο τέλος δικαστικού ενσήμου με τις ανάλογες προσαυξήσεις υπέρ ΤΝ κα.ι ΤΑΧΔΙΚ (βλ τα υπ’ αριθ. Α-044256, 384414, 215326, 215327,, 215329, 215328, 215330 αγωγόσημα με τα επ’ αυτών κινητά ένσημα και το υπ} αρίθ. 0220791 αντίγραφο γραμματίου εισπράξεως της ΕΤΕ), που προσκομίζει ο ενάγων). Από όλα ανεξαιρέτως τα νομίμως και με επίκληση εκατέρωθεν προσκομιζόμενα έγγραφα, αποδείχθηκαν τα εξής πραγματικά περιστατικά : Την 9.11,2011 και περί ώρα 22:15', ήτοι υπό συνθήκες νύκτας, ο ενάγων, οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ΙΚΚ-6600 Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο ιδιοκτησίας του, εκινείτο στο 17° χλμ. της νέας Ε.Ο. Κορίνθου Αθηνών, στο ύψος της Χαλυβουργικής, με κατεύθυνση προς Αθήνα. Εμπροσθεν του αυτοκινήτου του, εκινείτο ένα αγροτικό όχημα χωρίς πινακίδες κυκλοφορίας, έμφορτο με διάφορα σίδερα. Αιφνιδίως, ένα μεγάλο μεταλλικό αντικείμενο πέφτει από την καρότσα του προπορευόμενου αγροτικού πάνω στο οδόστρωμα. Ο ενάγων επιχείρησε, όσο του ήταν εφικτό, έναν αποφευκτικό ελιγμό προς τα δεξιά, πλην όμως δεν μπόρεσε να αποφύγει την πρόσκρουση με το μεταλλικό αντικείμενο, με αποτέλεσμα να περάσει από πάνω του, χτυπώντας με αυτό στο κάτω μέρος του αυτοκινήτου, το δε αντικείμενο πέρασε κάτω από το όχημα με φορά από την εμπρόσθια προς την οπίσθια πλευρά του αυτοκινήτου. Ο ενάγων κοίταξε στον καθρέπτη του σχήματός του και είδε το μεταλλικό αντικείμενο να μένει πίσω, Ο ενάγων, αν και είναι επαγγελματίας οδηγός, κατέχει άδεια ικανότητας οδηγού Ε κατηγορίας και έχει 33ετή εμπειρία στην οδήγηση, δεν επέδειξε την επιβαλλόμενη επιμέλεια και προσοχή, όπως όφειλε και μπορούσε να επιδείξει υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες καιxπεριστάσεις, την εμπειρία του και την κοινή λογική (άρθρα 330 εδ. β', 914 ΑΚ) και, δη, δεν στάθμευσε αμέσως το όχημά του στον πρώτο επιτρεπόμενο χώρο σταθμεύσεως της Ε.Ο. που υπήρχε στην πορεία του, ώστε να ελέγξει μήπως το αυτοκίνητό του είχε υποστεί κάποια ζημία από την ξαφνική και, προφανώς, βίαιη πρόσκρουση με το μεγάλο αυτό μεταλλικό αντικείμενο που δια πέρασε όλο το κάτω μέρος του οχήματος (σύμφωνα με όσα ο ίδιος ιστορεί, οπότε ήταν πολύ πιθανό, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, να είχε προκληθεί κάποια βλάβη) και να καλέσει την οδική βοήθεια που του παρείχε η ως άνω ασφαλιστική του κάλυψη. Αντιθέτως, συνέχισε την πορεία του και μάλιστα για περίπου 8 χιλιόμετρα, ώσπου φθάνοντας στο ύψος του Χαϊδαρίου, το αυτοκίνητό του ακινητοποιήθηκε, δηλ. ενώ πατούσε το γκάζι, το όχημα απλώς ανέβαζε στροφές χωρίς να κινείται. Μόνο τότε στάθμευσε, με ασφάλεια, το όχημά του και ειδοποίησε την οδική βοήθεια που του παρείχε η εναγόμενη. Αποτέλεσμα, όμως, ήταν να καταστραφεί το κιβώτιο ταχυτήτων τού αυτοκινήτου, το οποίο άδειασε από τα λάδια του λόγω της βλάβης που προκλήθηκε από την πρόσκρουση, επιτάθηκε δε η ζημία του κιβωτίου λόγω της συνέχισης της λειτουργίας του αυτοκινήτου ενώ αυτό έχανε τα λάδια του. Υπό τις ανωτέρω συνθήκες, το Δικαστήριο κρίνει ότι ο ενάγων συνετέλεσε στην επίταση της ζημίας με οικείο πταίσμα, όπως προεκτέθηκε, δεκτού γενομένου ως κατ’ ουσίαν βάσιμου του σχετικού νόμιμου ισχυρισμού της εναγομένης (ΑΚ 300, βλ. τα πρακτικά) και δη σε ποσοστό 50 %. Αποδείχθηκε ότι το ανωτέρω αυτοκίνητο ήταν ασφαλισμένο και για ίσιες ζημίες στην εναγόμενη εταιρία, δυνάμει της με αριθμό 210210974 σύμβασης ασφάλισης αυτοκινήτου («πολυασφάλισης») και του με αριθμό 19032093158 συμβολαίου ανανεώσεως αυτής. Σύμφωνα με την ανωτέρω σύμβαση, ο ενάγων ήταν ασφαλισμένος για ίδιες ζημίες του καλυπτόμενου, οχήματος του μέχρι το ποσό των 80.000,00 ευρώ, με ασφαλιστική απαλλαγή ποσού 300,00 ευρώ. Σύμφωνα τους ειδικούς όρους κλάδου χερσαίων οχημάτων (Κ03), από τους οποίους διέπεται η ως άνω ασφαλιστική σύμβαση, και το άρθρο 1.1 § 2 αυτών, η ασφάλιση για ίδιες ζημίες του αυτοκινήτου (άρθρο 1.1 παρ. 2 των ανωτέρω όρων) δεν καλύπτει μείωση εμπορικής αξίας, καθώς και αποθετικές ζημίες από τη στέρηση του αυτοκινήτου. Επομένως, όλα τα υπόλοιπα αιτήματα της αγωγής, εκτός από αυτό της δαπάνης για την αποκατάσταση των ζημιών (θετική ζημία), είναι απορριπτέα ως κατ ουσίαν αβάσιμα….. .

Σώρευση στην διαδικασία των αυτοκινήτων αίτησης για  λήψη ασφαλιστικών μέτρων.

 

ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ 25/2014

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Η σώρευση στην διαδικασία των αυτοκινήτων αίτησης για  λήψη ασφαλιστικών μέτρων είναι απαράδεκτη. Εκδίκαση με την διαδικασία των αυτοκινήτων, γιατί  εξυπηρετείται η αρχή της οικονομίας της δίκης. Απόρριψή της στην συνέχεια, λόγω έκδοσης οριστικής απόφασης.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ 25/2014

 

Αποσπασμα….. Κατά το μέρος που κρίθηκε νόμιμη η αγωγή, πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν. Ο ενάγων, όπως και παραπάνω σημειώθηκε, στο αυτό δικόγραφο σωρεύει και αίτηση για τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων, με αντικείμενο την επιδίκαση μέρους της αποζημίωσης από το ένδικο ατύχημα, για το χρονικό διάστημα μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης επί της αγωγής. Η πιο πάνω αίτηση, η οποία δικάζεται με την ειδική διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων των άρθρων 683 επ, ΚΠολΔ και όχι με την ειδική διαδικασία των αυτοκινητικών διαφορών, με την οποία η υπόθεση εισάγεται προς συζήτηση, απαράδεκτως σωρεύεται στο ίδιο δικόγραφο με την αγωγή, καθώς, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 218 § 1 ΚΠολΔ, μία εκ των προϋποθέσεων για τη σώρευση περισσότερων αιτήσεων του ιδίου ενάγοντος κατά του ιδίου εναγομένου είναι αυτές να υπάγονται στο ίδιο είδος διαδικασίας. Ωστόσο, για τους λόγους που θα παρατεθούν ειδικά στη συνέχεια, στην προκείμενη περίπτωση κρίνεται ότι ο χωρισμός των δύο δικών και η παραπομπή της αίτησης ασφαλιστικών μέτρων, για να δικασθεί κατά την προσήκουσα διαδικασία, δεν εξυπηρετεί την αρχή της οικονομίας της δίκης…….Επίσης, ο ενάγων - αιτών, με δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου του που καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την απόφαση πρακτικά και περιέχεται τις προτάσεις του, επικαλούμενος τα πραγματικά περιστατικά που παρατέθηκαν κατά την ανάπτυξη της σωρευόμενης στην αγωγή αίτησης ασφαλιστικών μέτρων, υποβάλλει και πάλι αίτηση για λήψη ασφαλιστικών μέτρων, ζητώντας να υποχρεωθεί η εναγόμενη να του καταβάλει το ποσό των 50.534,01 ευρώ, στο οποίο συναθροίζονται τα υπό στοιχ. α,   β,       γ, ε, στ, ζ, η, θ ως άνω αγωγικά κονδύλια, σε κεφάλαιο εφάπαξ και το ποσό των 3,823,56 ευρώ, άλλως το ποσό των 871,40 ευρώ, μηνιαίως, για το χρονικό διάστημα από την 4-12-2012 έως την έκδοση οριστικής απόφασης επί της αγωγής, για απώλεια εισοδήματος……..Παρέπεται ότι, εφόσον για την κρινόμενη αγωγή εκδόθηκε οριστική απόφαση, η αίτηση ασφαλιστικών μέτρων που ο ενάγων υποβάλλει με τις προτάσεις του, κατά το μέρος που κρίθηκε νόμιμη, είναι απορριπτέο ως αβάσιμη κατ' ουσίαν. Για τον ίδιο λόγο, επειδή δηλαδή εκδόθηκε οριστική απόφαση επί της κρινόμενης αγωγής, η σωρευόμενη στο με αριθμό κατάθεσης….. δικόγραφο αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, κρίνεται ότι, προς οικονομία της δίκης, θα πρέπει, αφού κριθεί ως νόμιμη, ως προς τα αιτήματα προσωρινής επιδίκασης απώλειας εισοδήματος για το χρονικό διάστημα από την υποβολή της αίτησης και εφεξής, δαπανών μελλουσών χειρουργικών επεμβάσεων, φυσικοθεραπειών και λήψης βελτιωμένης διατροφής, απορριπτέα δε ως μη νόμιμη κατά τα υπόλοιπα αιτήματα της, με τις αιτιολογίες που παρατέθηκαν κατά την εξέταση των όμοιων αιτημάτων της υποβληθείσας με τις προτάσεις αίτησης ασφαλιστικών μέτρων, να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσίαν με την απόφαση αυτή…. 

Αντισυνταγματική η διάταξη περιορισμού ευθύνης Επικουρικού Κεφαλαίου για χρηματικές ικανοποιήσεις λόγω ψυχικής οδύνης.

 

ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ 352/2014

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Είναι αντισυνταγματική η διάταξη περιορισμού ευθύνης του Επικουρικού Κεφαλαίου για χρηματικές ικανοποιήσεις λόγω ψυχικής οδύνης, τα δε δικαστήρια, όπως και όλοι οι πολίτες, έχουν συνταγματική υποχρέωση και καθήκον να μην εφαρμόζουν νόμο, που το περιεχόμενό του είναι αντίθετο προς το Σύνταγμα, να σέβονται αυτό και να πράττουν με σκοπό την μη κατάλυσή του.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ 352/2014

ΑΠΟΤΕΛΟΥΜΕΝΟ από τη Δικαστή Τριανταφυλλιά Αλέγρα, Πρόεδρο Πρωτοδικών, που ορίσθηκε από τον Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Πρωτοδικείου και από τη Γραμματέα Ευφημία Καραχρήστου.ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του στις 17 Απριλίου 2013, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ : Α. ΥΠΆΡΙΘ.ΚΑΤ.23750/1038/2013 ΑΓΩΓΗ. ΤΗΣ ΠΑΡΕΜΠΙΠΤΟΝΤΩΣ ΕΝΑΓΟΥΣΑΣ-ΑΝΕΝΑΓΟΥΣΑΣ:1) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία……..που εδρεύει στην Αθήνα, νομίμως εκπροσώπου μένη, την οποία εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος Δικηγόρος ……..ΤΟΥ ΠΑΡΕΜΠΙΠΤΝΟΝΤΩΣ ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΥ-ΑΝΕΝΕΓΟΜΕΝΟΥ: ΝΠΙΔ με την επωνυμία «ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ», που εδρεύει στην Αθήνα, εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε στο δικαστήριο από τον πληρεξούσιο Δικηγόρο…..Β. ΥΠΑΡΙΘ.ΚΑΤ. 107414/4183/2011 ΑΓΩΓΗ. ΤΩΝ ΕΝΑΓΟΝΤΩΝ: 1)……,2)……σύζ.…..,3)…..χας ……ατομικά και για λογαριασμό των ανηλίκων τέκνων της: α)……..και β)…..4)…..5)…..και 6)……κάτοικοι όλοι Πακιστάν, ο τελευταίος διαμένων προσωρινά στη….Αττικής, εκ των οποίων ο 6ος παραστάθηκε μετά και οι λοιποί διά του πληρεξουσίου Δικηγόρου…...ΤΩΝ ΕΝΑΓΟΜΕΝΩΝ: 1) το ΝΠΙΔ με την επωνυμία «ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ», που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 2)…..κατοίκου…..3) η ανώνυμη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία…..που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 4)…..κάτοικος…. Βοιωτίας, 5) η ανώνυμη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία….που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 6) η ανώνυμη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία….που εδρεύει στη….και διατηρεί υποκατάστημα στην…..και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων το 1° εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο Δικηγόρο…….οι 2ος και 4ος δεν παραστάθηκαν, ως προς τους οποίους δηλώθηκε παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής, η 3η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο Δικηγόρο…η 5η από τον πληρεξούσιο Δικηγόρο….και η 6η από τον πληρεξούσιο Δικηγόρο…. Γ. ΥΠ ΆΡΙΘ.ΚΑΤ. 115948/4531/2011 ΑΓΩΓΗ. ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΝΤΟΣ:….κατοίκου….ο οποίος παρέστη διά του πληρεξουσίου Δικηγόρου….ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΥ: ΝΠΙΔ με      την επωνυμία «ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ», που εδρεύει στην Αθήνα, εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε στο δικαστήριο από τον πληρεξούσιο Δικηγόρο…..ΚΑΤΑ τη συζήτηση της υποθέσεως οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και στις έγγραφες προτάσεις τους.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η υπ' αριθ. κατ. 23750/1038/2013 αγωγή, η υπ' αριθ. κατ. 107414/4183/2011 αγωγή και η υπ' αριθ. κατ. 115948/4531/2011 αγωγή, οι οποίες είναι εκκρεμείς ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου είναι συναφείς μεταξύ τους, υπάγονται στο ίδιο είδος διαδικασίας και συνεπώς, πρέπει να ενωθούν και να συνεκδικασθούν γιατί έτσι διευκολύνεται και επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης και μειώνονται τα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 31 παρ. 3, 246 και 591 παρ. 1 ΚΠολΔ). Α. Η τρίτη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία της υπό στοιχ.Β' κύριας αγωγής αποζημίωσης από τροχαίο αυτοκινητικό ατύχημα με αυτοτελές δικόγραφο που απευθύνει στο ίδιο Δικαστήριο, ασκεί παρεμπίπτουσα αγωγή εξ αναγωγής, ζητεί, όπως το αίτημα της αγωγής της παραδεκτά με δήλωση του πληρεξούσιου Δικηγόρου του στο ακροατήριο που καταχωρήθηκε στα οικεία πρακτικά συνεδριάσεως και με τις προτάσεις, περιορίσθηκε από καταψηφιστικό σε έντοκο αναγνωριστικό, να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του πρώτου εναγομένου της ανωτέρω κύριας αγωγής Επικουρικού Κεφαλαίου, να της καταβάλει τα ποσά τα οποία, σε περίπτωση ήττας της, θα υποχρεωθεί αυτή να καταβάλλει στους ενάγοντες της κύριας αγωγής, πλέον τόκων και εξόδων σε περίπτωση που αυτή γίνει δεκτή, για το λόγο ότι αποκλειστικός υπαίτιος του επίδικου τροχαίου ατυχήματος είναι ο οδηγός του αυτοκινήτου που στερείται ασφαλιστικής κάλυψης και όχι ο οδηγός του ασφαλισμένου στην ίδια αυτοκινήτου, νομιμοτόκως από την καταβολή μέχρι και την πλήρη εξόφληση, να κηρυχθεί η απόφαση προσωρινά εκτελεστή και να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδά της. Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα η αγωγή, αρμοδίως εισάγεται για να συζητηθεί ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού (αρθ. 14.2, 16.10, 22 Κ.Πολ.Δ.) κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο (αρθ. 681 Α - 666, 667, 670-676 Κ.Πολ.Δ.) είναι δε νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 927, 341, 345 Α.Κ, 2,4,9,10 Ν.ΓΠΝ/1911, 19.1, 4 ΠΔ 237/86 και 70, 176 ΚΠολΔ, πλην του παρεπόμενου αιτήματος περί κηρύξεως της απόφασης προσωρινά εκτελεστής, καθόσον με προσωρινή εκτελεστότητα εξοπλίζονται οι καταψηφιστικές και όχι οι αναγνωριστικές αποφάσεις, η ενέργεια των οποίων εξαντλείται στο δεδικασμένο που απορρέει από αυτές και στις οποίες δεν νοείται η διενέργεια αναγκαστικής εκτελέσεως, το οποίο μετά τον περιορισμό του καταψηφιστικού αιτήματος σε αναγνωριστικό δεν είναι πλέον νόμιμο ως προς αυτό και πρέπει να απορριφθεί. Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα. Β. Στην υπό κρίση πρώτη αγωγή, οι ενάγοντες, υπήκοοι Πακιστάν εκθέτουν ότι από υπαιτιότητα οδηγού αυτοκινήτου το οποίο δεν ήταν ασφαλισμένο, για τις ζημίες που προξενούνται σε τρίτους, αλλά και από συνυπαιτιότητα του δευτέρου εναγομένου που οδηγούσε φορτηγό ασφαλισμένο στην τρίτη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία και του τέταρτου εναγομένου που οδηγούσε φορτηγό ασφαλισμένο στην πέμπτη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία και η επικαθήμενη καρότσα αυτού στην έκτη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία, προκλήθηκε ο θανάσιμος τραυματισμός του … γιού του πρώτου και της δεύτερης, συζύγου της τρίτης, πατέρα των δύο ανηλίκων τέκνων που εκπροσωπούνται από την τρίτη ενάγουσα μητέρα τους και αδελφού του τέταρτου, πέμπτου και έκτου των εναγόντων, κατά το τροχαίο ατύχημα, που έγινε υπό τις εκτιθέμενες στην αγωγή συνθήκες. Ζητούν δε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, σε ολόκληρον έκαστος, να καταβάλουν στους τρεις πρώτους των εναγόντων το ποσό των ευρώ στον καθένα, στα δύο ανήλικα τέκνα του θανόντος το ποσό των… ευρώ στο καθένα και το ποσό των….ευρώ για τον τέταρτο, πέμπτο και έκτο των εναγόντων ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης. Επίσης, το ποσό των …..ευρώ, για στέρηση υπηρεσιών συζύγου για 30 έτη και το ποσό των….ευρώ για στέρηση διατροφής στην τρίτη εξ αυτών και το ποσό των ..ευρώ για στέρηση υπηρεσιών θανόντος στο καθένα και το ποσό των .ευρώ για το πρώτο τέκνο και το ποσό των…ευρώ για το δεύτερο τέκνο για στέρηση διατροφής, καθώς επίσης και το ποσό των…..ευρώ στον έκτο εξ αυτών για έξοδα κηδείας, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρις εξοφλήσεως. Ζητούν επίσης να κηρυχθεί η απόφαση που θα εκδοθεί προσωρινά εκτελεστή και να καταδικαστούν στην καταβολή των δικαστικών εξόδων τους. Η αγωγή, όπως το αίτημα αυτής παραδεκτά με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου στο ακροατήριο που καταχωρήθηκε στα οικεία πρακτικά συνεδριάσεως και με τις προτάσεις, περιορίσθηκε από καταψηφιστικό σε έντοκο αναγνωριστικό, εισάγεται αρμοδίως και παραδεκτώς για να συζητηθεί ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου (άρθρα 14 παρ. 1 εδ. α\ 16 περ. 12, 37 παρ. 1 και 74 του ΚΠολΔ) κατά την ειδική διαδικασία που προβλέπουν οι διατάξεις των άρθρων 666, 667, 670 έως 676 και 681 Α' του ΚπολΔ. Είναι νόμιμη, βασιζομένη στις διατάξεις των άρθρων 14, 26, 914, 297, 298, 330 εδ. β\ 346, 480 επ., 928 εδ.β, 929, 930, 932 του ΑΚ, 2, 4, 9 του ν. ΓΩΝ/1911, 19 του ν. 489/1976, 64, 70, 176 του ΚΠολΔ, πλην: α) του αιτήματος για επιδίκαση αποζημίωσης λόγω στέρησης υπηρεσιών των τέκνων του θανόντος, το οποίο είναι απορριπτέο ως νόμω αβάσιμο, καθόσον η μοναδική τους αξίωση είναι αποζημίωση για στέρηση διατροφής κατ'άρθρ. 1493 ΑΚ και όχι για στέρηση υπηρεσιών και β) του παρεπόμενου αιτήματος περί κηρύξεως της απόφασης προσωρινά εκτελεστής, καθόσον με προσωρινή εκτελεστότητα εξοπλίζονται οι καταψηφιστικές και όχι οι αναγνωριστικές αποφάσεις, η ενέργεια των οποίων εξαντλείται στο δεδικασμένο που απορρέει από αυτές και στις οποίες δεν νοείται η διενέργεια αναγκαστικής εκτελέσεως, το οποίο μετά τον περιορισμό του καταψηφιστικού αιτήματος σε αναγνωριστικό δεν είναι πλέον νόμιμο ως προς αυτό και πρέπει να απορριφθεί. Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα. Γ. Με την υπό κρίση αγωγή, ο ενάγων εκθέτει ότι οδηγός αυτοκινήτου το οποίο ήταν ανασφάλιστο προκάλεσε από υπαιτιότητά του τις υλικές ζημίες που ειδικότερα περιγράφονται στην αγωγή, κατά το τροχαίο ατύχημα, που συνέβη στην Αθήνα, στις 20-5-2010, υπό τις αναφερόμενες στην αγωγή συνθήκες. Με βάση το παραπάνω ιστορικό, ο ενάγων ζητά να υποχρεωθεί το εναγόμενο να καταβάλλει το ποσό των 24.623,45 ευρώ για αποζημίωση λόγω θετικής και αποθετικής ζημίας και ως αποζημίωση για ηθική βλάβη, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και μέχρι και την εξόφληση του, να κηρυχθεί η απόφαση προσωρινά εκτελεστή και να καταδικαστεί το εναγόμενο στα δικαστικά έξοδά του.

Μ’ αυτό το περιεχόμενο και αίτημα η αγωγή, όπως το αίτημα της αγωγής τους παραδεκτά με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου του στο ακροατήριο που καταχωρήθηκε στα οικεία πρακτικά συνεδριάσεως και με τις προτάσεις, περιορίσθηκε μερικά, αρμοδίως εισάγεται για να συζητηθεί ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού, το οποίο είναι καθ’ ύλην και κατά τόπο αρμόδιο (αρθ. 14.2,16.12,22 ΚΠολΔ και αρθ.72.2 του ν. 3994/2011) κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο (αρθ. 681 Α - 666, 667, 670-676 ΚΠολΔ) είναι δε ορισμένη και νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 914, 929, 932,297, 298, 299, 330 εδ.β, 345, 346, Α.Κ., αρθ. 2, 4, 9, 10 ν. Γ ΣΠΝ/1911, αρθ. 19 ν. 489/1976 όπως κωδικοποιήθηκε με το ΠΔ 237/86, 70, 176, 905 ΚΠολΔ. Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα, δεδομένου ότι αντίγραφό της έχει κοινοποιηθεί στην αρμόδια ΔΟΥ Τρικάλων (βλ. υπ'αριθ….έκθ.επιδόσεως της Δικ.Επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Τρικάλων…) και έχει καταβληθεί το απαιτούμενο για το καταψηφιστικό αντικείμενό της τέλος δικαστικού ενσήμου με τις ανάλογες προσαυξήσεις υπέρ τρίτων (βλ. υπ'αριθ…….αγωγόσημα).

Κατά το άρθρο 4 παρ. 1 και 2 του Συντάγματος, οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου. Οι Έλληνες και οι Ελληνίδες έχουν ίσα δικαιώματα. Με τη διάταξη αυτή καθιερώνεται όχι μόνον η ισότητα των Ελλήνων πολιτών έναντι του νόμου, αλλά και η ισότητα του νόμου έναντι αυτών, με την έννοια ότι ο νομοθέτης, κατά τη ρύθμιση ουσιωδώς ομοίων πραγμάτων, σχέσεων ή καταστάσεων και κατηγοριών προσώπων, δεν μπορεί να νομοθετεί κατά διαφορετικό τρόπο, εισάγοντας εξαιρέσεις και κάνοντας διακρίσεις, εκτός αν η διαφορετική ρύθμιση δεν είναι αυθαίρετη, αλλά επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, η συνδρομή δε των ειδικών περιστάσεων ή του κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων (Ολ.ΑΠ 3/2006, 38/2005, 30/2005, 23/2004, 11/2008). Σύμφωνα δε με το άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος, καθένας έχει δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια και μπορεί να αναπτύξει σ' αυτά τις απόψεις του για τα δικαιώματα ή τα συμφέροντά του, όπως νόμος ορίζει και κατά το άρθρο 22 παρ. 1β του Συντάγματος, όλοι οι εργαζόμενοι, ανεξάρτητα από φύλλο ή άλλη διάκριση, έχουν δικαίωμα ίσης αμοιβής για παρεχόμενη εργασία ίσης αξίας. Κατά το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος, τα δικαιώματα του ανθρώπου, ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου, τελούν υπό την εγγύηση του Κράτους. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), "παν πρόσωπον έχει δικαίωμα όπως η υπόθεση του δικαστεί δικαίως, δημοσία και εντός λογικής προθεσμίας, υπό ανεξαρτήτου και αμερόληπτου δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος, το οποίο θα αποφασίσει είτε επί των αμφισβητήσεων επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών του αστικής φύσεως ..." ενώ με το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής αυτής Σύμβασης, που επίσης κυρώθηκε με το Ν.Δ. 53/1974 και έχει, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, αυξημένη έναντι των κοινών νόμων τυπική ισχύ, ορίζεται ότι "παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπο δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του. Ουδείς δύναται να στερηθεί της ιδιοκτησίας του, ειμή δια λόγους δημόσιας ωφέλειας και υπό τους προβλεπόμενους υπό του νόμου ή των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους". Οι προαναφερθείσες διατάξεις δεν θίγουν το δικαίωμα κάθε κράτους να θέτει σε ισχύ νόμους, τους οποίους κρίνει αναγκαίους προς ρύθμιση της χρήσης αγαθών, σύμφωνα με το δημόσιο συμφέρον ή προς εξασφάλιση της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων. Στην, κατά τα ανωτέρω, προεκτεινόμενη περιουσία περιλαμβάνονται όχι μόνο τα από το άρθρο 17 του Συντάγματος προστατευόμενα εμπράγματα δικαιώματα αλλά και όλα τα περιουσιακής φύσεως δικαιώματα και τα νομίμως κεκτημένα οικονομικά συμφέροντα, άρα και τα περιουσιακά ενοχικά δικαιώματα και ειδικότερα οι περιουσιακού χαρακτήρα απαιτήσεις είτε αναγνωρισμένες με δικαστική ή διοικητική απόφαση, είτε απλώς γεννημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία, με βάση το ισχύον πριν από την προσφυγή στο δικαστήριο νομοθετικό καθεστώς, ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικά" (Ολ.Α.Π. 31/2007, Ολ.Α.Π. 40/1998). Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 14 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, "όλοι είναι ίσοι ενώπιον των δικαστηρίων. Κάθε πρόσωπο έχει το δικαίωμα η υπόθεσή του να δικαστεί δίκαια και δημόσια από αρμόδιο, ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο ... για αμφισβητήσεις δικαιωμάτων και υποχρεώσεων αστικού χαρακτήρα". Το ΔΣΑΠΔ έχει ενσωματωθεί στην Ελληνική έννομη τάξη με το Ν. 2462/1997. Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, η αρχή της ισότητας των διαδίκων, που συνιστά ειδική εκδήλωση της αρχής της ισότητας, επιβάλλει την ίση μεταχείρισή τους από τους νόμους που προσδιορίζουν τους όρους της δικαστικής προστασίας. Επομένως, διατάξεις νόμων, με τις οποίες αναγνωρίζεται υπέρ ενός διαδίκου ευνοϊκή μεταχείριση ως προς το ανωτέρω δικαίωμα, με αποτέλεσμα να τίθεται αυτός σε θέση πλεονεκτικότερη από εκείνη του αντιδίκου του, είναι ανίσχυρες (Ολ. Α.Π 4/2012 δημ. Νόμος). Τέλος, το άρθρο 2 Α.Κ εκφράζει τη γενικότερη αρχή του δικαίου περί μη αναδρομικότητας των νόμων, που αποβλέπει στην κατά το δυνατό βεβαιότητα των δικαιωμάτων ασφάλειας των συναλλαγών και σταθερότητας δικαίου, η οποία (αρχή) όμως δεν κατοχυρώνεται από το Σύνταγμα και έτσι η διάταξη αυτή δεν έχει αυξημένη τυπική ισχύ. Επομένως ο νομοθέτης δεν εμποδίζεται, κατ' αρχήν, να προσδώσει στο νόμο αναδρομική ισχύ, με μόνο περιορισμό τη μη προσβολή συνταγματικώς προστατευομένων δικαιωμάτων. Στο νόμο μπορεί να δοθεί αναδρομική δύναμη ρητώς ή σιωπηρώς (έμμεσα), όταν δηλαδή από την έννοια και το σκοπό του συνάγεται νομοθετική βούληση περί αναδρομικής ισχύος του, ώστε να ρυθμιστούν και περασμένα γεγονότα ή σχέσεις του παρελθόντος. Εξαιρέσεις από το επιτρεπτό της αναδρομικής ισχύος του νόμου προβλέπονται στο Σύνταγμα από τις διατάξεις των άρθρων 7 παρ.1 και 78 παρ.2 του Συντάγματος. Από την απόλυτη απαγόρευση στο Σύνταγμα της αναδρομικότητας των νόμων που ορίζουν οι συνταγματικές διατάξεις, συνάγεται, ότι στις άλλες περιπτώσεις η αναδρομική ισχύς είναι μεν επιτρεπτή, δεν μπορεί όμως να υπερβεί τα όρια που θέτουν τα άρθρα 4 και 17 του Συντάγματος, καθώς και οι υπερνομοθετικής ισχύος (άρθρ. 28 παρ.1 του Συντάγματος)  διατάξεις των άρθρων 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ και 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ.

Το εναγόμενο της Β' αγωγής Επικουρικό Κεφάλαιο, με δήλωση του πληρεξούσιου Δικηγόρου του, που καταχωρήθηκε στα οικεία πρακτικά συνεδριάσεως και με τις προτάσεις του που κατατέθηκαν νόμιμα, αρνείται την αγωγή και προτείνει την ένσταση περιορισμού της ευθύνης του σε ποσοστό 85% του επιδικαζομένου, σύμφωνα με το άρθρο 19.2 ΠΔ 237/86, όπως αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρο 4 του ν. 4092/2012.

Η προαναφερομένη όμως διάταξη το μεν πρώτο θίγει ενοχικές αξιώσεις του ενάγοντος-περιουσία του, εφόσον καταγνωστεί ότι υπάρχουν τέτοιες, οι οποίες είχαν γεννηθεί και εισαχθεί σε δίκη πριν την τροποποίηση του νομοθετικού καθεστώτος, αφού το ένδικο ατύχημα προκλήθηκε το 2010 και η αγωγή επιδόθηκε πριν τις 23.5.2012 προσβάλλοντας συνταγματικά προστατευόμενα δικαιώματα του άρθρου 4 και 17 Σ, το δε δεύτερο αναγνωρίζει υπέρ του επικουρικού κεφαλαίου ΝΠΙΔ ευνοϊκή μεταχείριση, ως προς το θέμα της καταβολής αποζημίωσης, με αποτέλεσμα να τίθεται αυτό σε θέση πλεονεκτικότερη από τους λοιπούς διαδίκους-ασφαλιστικές εταιρίες-φυσικά πρόσωπα, χωρίς να δικαιολογείται τούτο από λόγους δημοσίου συμφέροντος, δοθέντος ότι το απλό ταμειακό συμφέρον του νομικού αυτού προσώπου και δη ιδιωτικού δικαίου δεν ταυτίζεται με το δημόσιο ή το γενικό συμφέρον και δεν μπορεί να δικαιολογήσει την παραβίαση του δικαιώματος των πιστωτών στην περιουσίατους και την επιδίκαση για τις αξιώσεις τους ποσού μικρότερου εκείνου που καταβάλλουν οι ιδιώτες. Εξάλλου δεν συνιστά τέτοιο λόγο δημοσίου συμφέροντος, το γεγονός ότι το επικουρικό κεφάλαιο εποπτεύεται από το Κράτος-Υπουργείο Εμπορίου. Επιπλέον η ανωτέρω διάταξη έρχεται σε αντίθεση α) με τα άρθρα 4 παρ. 1, και 20 παρ. 1 του Συντάγματος, αφού με αυτή αναγνωρίζεται υπέρ του επικουρικού κεφαλαίου ευνοϊκή μεταχείριση, ενώ τίθεται σε δυσμενέστερη θέση έναντι αυτής ο άλλος διάδικος, β) με το άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, αφού δεν προκύπτει ότι υφίσταται λόγος δημοσίου συμφέροντος, που να καθιστά ανεκτή τη διαφοροποίηση αυτή, γ) με την διάταξη του άρθρου 1 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, ενόψει του ότι γίνεται προσβολή της περιουσίας του ζημιωθέντα-διαδίκου χωρίς να γίνεται επίκληση σοβαρού λόγου δημοσίου συμφέροντος και δ) με την ήδη και συνταγματικώς κατοχυρωμένη (άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος) αρχή της αναλογικότητας. Η αρχή αυτή, η οποία υπαγορεύει την τήρηση της αναλογίας ανάμεσα στον επιδιωκόμενο σκοπό και τα μέσα που χρησιμοποιούνται προδήλως προσβάλλεται στην προκειμένη περίπτωση. Και τούτο, διότι και αν θεωρηθεί ότι ο επιδιωκόμενος σκοπός είναι η προστασία του επικουρικού, το ποσό της αποζημίωσης μειωμένο κατά τα οριζόμενα στην παρ 2 του άρθρ 19 ΠΔ 237/1986 από εκείνο που υποχρεούται να καταβάλλει ο οφειλέτης ιδιώτης, δεν είναι αναλογικό, λαμβανομένου δε υπόψη ότι το αυτό κρίθηκε και περί του επιτοκίου 6% υπέρ του επικουρικού κεφαλαίου (ΕφΠειρ.65/2011 δημ. Ε.ΣυγκΔ 2011.461, Εφ.Θεσ.. 829.2010 Ε.Συγκ.Δ2010.390).

Επομένως, η ανωτέρω διάταξη είναι αντισυνταγματική, σύμφωνα και με την ως άνω νομική σκέψη, τα δε δικαστήρια, όπως και όλοι οι πολίτες έχουν συνταγματική υποχρέωση και καθήκον να μην εφαρμόζουν νόμο που το περιεχόμενό του είναι αντίθετο προς το Σύνταγμα, να σέβονται αυτά και να πράττουν με σκοπό τη μη κατάλυσή του (άρθρα 83 παρ. 4 και 120 του Συντάγματος της Ελλάδος) και η ένσταση περιορισμού του ποσού της αποζημίωσης πρέπει να απορριφθεί ως νόμω αβάσιμη.

Από την εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης, που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του Δικαστηρίου αυτού και περιέχονται στα ταυτάριθμα πρακτικά και από τα έγγραφα, που προσκομίζουν και επικαλούνται νόμιμα οι διάδικοι, τις ομολογίες που συνάγονται από τις προτάσεις (αρθρ. 261 ΚΠολΔ) και από τα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη αυτεπαγγέλτως (αρθρ. 336.4 ΚΠολΔ), αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Στις 20.5.2010 και περί ώρα 03.45, τα ξημερώματα, ο….επέβαινε ως συνοδηγός στο με αριθμό κυκλοφορίας …ΙΧΕ αυτοκίνητο, το οποίο οδηγούσε ο συμπατριώτης του…Το ρεύμα προς Αθήνα έχει τρεις λωρίδες κυκλοφορίας και παραπλεύρως - δεξιά εμφανίζει εσοχή πλάτους 7,10 μέτρων, στην οποία απαγορεύεται η στάση και στάθμευση των αυτοκινήτων (Ρ-40), ενώ κατά μήκος της άκρης του οδοστρώματος υπάρχουν προστατευτικά κιγκλιδώματα με μεταλλικές κολώνες και συρματοπλέγματα. Σ' αυτό το σημείο, δηλ. στη δεξιά εσοχή του δρόμου ήταν παρανόμως σταθμευμένα δύο φορτηγά αυτοκίνητα και συγκεκριμένα: α) το με αρ.κυκλ…φορτηγό με την με αρ. ….επικαθήμενη καρότσα, οδηγούμενο από τον…..και ήταν ασφαλισμένο στην ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία……και β) το με αρ.κυκλ. …..φορτηγό με τη με αρ…..επικαθήμενη καρότσα, οδηγούμενο από τον τέταρτο εναγόμενο, το οποίο ασφαλισμένο στην ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία……για τον τράκτορα και στην ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία ….για την επικαθήμενη καρότσα. Το ανωτέρω αυτοκίνητο εκινείτο με υπερβολική ταχύτητα, άνω των 120 χλμ/ώρα επί της Νέας Εθνικής Οδού Αθηνών-Λαμίας, στο ρεύμα προς Αθήνα και ο οδηγός του έχασε τον έλεγχο του αυτοκινήτου, εξετράπη προς τα δεξιά και επέπεσε με σφοδρότητα αρχικώς επί του ελκυστήρα του α' φορτηγού και εν συνεχεία επί του ελκυστήρα του β' φορτηγού, με αποτέλεσμα το θανάσιμο τραυματισμό των δύο επιβατών του, οδηγού και συνοδηγού. Όπως αποδείχθηκε, οι προαναφερόμενοι είχαν ξεκινήσει την προηγούμενη μέρα από την Αθήνα με προορισμό τη Θεσσαλονίκη με σκοπό να παραλάβουν 3 παράνομους οικονομικούς μετανάστες (οι οποίοι αναφέρονται ως τραυματισθέντες στην από……έκθεση αυτοψίας του ΤΤ Σχηματαρίου) και ξεκίνησαν την επιστροφή τους προς Αθήνα αμέσως μετά, χωρίς ενδιάμεσο σταθμό για ξεκούραση. Συνεπώς, αποκοιμήθηκε πριν από τη σύγκρουση, γεγονός που αποδεικνύεται και από το ότι δεν υπήρχαν ίχνη τροχοπέδησης μετά την έξοδό του από το οδόστρωμα. Με βάση τα προαναφερθέντα περιστατικά το επίδικο ατύχημα οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού του αυτοκινήτου…ο οποίος, χωρίς να έχει άδεια οδήγησης και ενόσω βρισκόταν υπό την επήρεια αλκοόλ 0,50gr, οδηγούσε με υπερβολική ταχύτητα(άνω των 120 χλμ/ώρα) και με υπερβολική κούραση λόγω της προχωρημένης ώρας (03:45), ενώ οδηγούσε αδιάκοπα για πολλά χιλιόμετρα (από τη Θεσσαλονίκη) (βλ. από 3-7-2010 έκθεση πραγματογνωμοσύνης), χωρίς να επιδεικνύει την επιμέλεια που απαιτείται κατά την οδήγηση και χωρίς να έχει τον πλήρη έλεγχο του οχήματος του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς, δηλ. δεν συμμορφώθηκε με τις διατάξεις των άρθρων 12 παρ. 1, 26 παρ. 1, 19 παρ. 1 και 3, 42 παρ.1 του Ν. 2696/1999 (Κ.Ο.Κ.), οι οποίες ορίζουν την προσήκουσα οδική συμπεριφορά κατά τις προμνησθείσες συνθήκες. Αντίθετα, καμία υπαιτιότητα δεν βαρύνει του οδηγούς των δύο φορτηγών οχημάτων, καθόσον ο θανάσιμος τραυματισμός των ανωτέρω συνέβη εξαιτίας της εκτροπής του οχήματος που επέβαιναν εκτός οδοστρώματος με υπερβολική ταχύτητα. Και αν ακόμα δεν υπήρχαν τα δύο παράνομα σταθμευμένα φορτηγά στο σημείο εκτροπής του ανωτέρω αυτοκινήτου, πάλι το ίδιο αποτέλεσμα θα υπήρχε, με την πρόσκρουση του αυτοκινήτου πάνω στα προστατευτικά κιγκλιδώματα του δρόμου ή την πιθανή ανατροπή του, με την ίδια ταχύτητα. Τα ανωτέρω φορτηγά αυτοκίνητα ήταν σταθμευμένα εκτός οδοστρώματος και με κανένα τρόπο δεν εμπόδιζαν την κανονική κυκλοφορία των οχημάτων. Συνεπώς, ο ισχυρισμός ότι όφειλαν να έχουν τοποθετήσει τρίγωνο ασφαλείας και αλάρμ για να προειδοποιούν τα οχήματα, είναι ουσία αβάσιμος. Σύμφωνα δε και με το με αρ…..έγγραφο της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Θήβας, ως αποκλειστικός υπαίτιος του ατυχήματος κρίθηκε ομοίως ο οδηγός του αυτοκινήτου και όχι οι παρανόμως σταθμευμένοι οδηγοί των φορτηγών αυτοκινήτων. Περαιτέρω, ο συνοδηγός του ανωτέρου αυτοκινήτου…..γνώριζε ότι ο οδηγός δεν είχε δίπλωμα οδήγησης και ότι οδηγούσε υπό την επήρεια αλκοόλ και με υπερβολική για τις περιστάσεις ταχύτητα και παρόλα αυτά δέχθηκε να τον μεταφέρει σε τόσο μεγάλη απόσταση (ξημερώματα από τη Θεσσαλονίκη), καταδεικνύει τον ισχυρισμό ότι ενεργούσε “ιδίω κινδύνω” κατά την επιβίβασή του στο ζημιογόνο όχημα και πρέπει να γίνει δεκτός ο σχετικός ισχυρισμός των εναγομένων και να αποδοθεί στον τελευταίο ποσοστό συνυπαιτιότητας 30% (άρθρ. 300 ΑΚ). Αντίθετα, απορριπτέος ως ουσία αβάσιμος είναι ο ισχυρισμός περί συνυπαιτιότητας του θανόντος λόγω μη χρήσης ζώνης ασφαλείας, καθόσον από την από 21-5-2010 προανακριτική κατάθεση του…..συνεπιβάτη, αποδεικνύεται ότι ο τελευταίος φορούσε ζώνη ασφαλείας. Ενόψει του βαθμού συνυπαιτιότητας του θανόντος, της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των μερών, των διδαγμάτων της κοινής πείρας, των συνθηκών του ατυχήματος, τον ηθικό πόνο των εναγόντων της Β' αγωγής, οι τελευταίοι υπέστησαν ψυχική οδύνη από τον θάνατο του γιού, συζύγου, πατέρα και αδελφού αυτών. Ο προσδιορισμός των προσώπων αυτών πρέπει να γίνει σύμφωνα με το δίκαιο του Πακιστάν (ΑΠ 3/2007). Από το επικαλούμενο και προσκομιζόμενο από τους εναγόντες πιστοποιητικό που εκδόθηκε αρμοδίως από τις Αρχές του Πακιστάν, σύμφωνα με το εκεί ισχύον δίκαιο και κατά τον προβλεπόμενο από αυτό τύπο, προκύπτει ότι μέλη της οικογένειας του θανατωθέντος είναι οι ενάγοντες με την προαναφερθείσα ιδιότητά τους. Περαιτέρω, η συγγενική σχέση των τελευταίων με το θανόντα προκύπτει από το από 17-5-2012 πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης του Υπουργείου Εσωτερικών του Πακιστάν και επομένως πρέπει να τους επιδικαστεί ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, στους τέσσερις πρώτους ενάγοντες-γονείς, σύζυγος και τέκνα του θανόντα το ποσό των….20.000 ευρώ, στον καθένα και στους υπόλοιπους ενάγοντες, αδελφούς του θανόντα το ποσό των 10.000 ευρώ, στον καθένα. Περαιτέρω, όπως ομολογούν οι ενάγοντες με τις προτάσεις τους, ο θανών συγγενής τους εργαζόταν στις οικοδομές και συνεπώς ήταν ασφαλισμένος στο ΙΚΑ. Ωστόσο, δεν προσκομίζεται κανένα σχετικό έγγραφο που να αποδεικνύει το ύψος της αποζημίωσης που δικαιούνται οι συγγενείς του θανόντος από τον ανωτέρω ασφαλιστικό οργανισμό, γεγονός ανεξάρτητο από το αν θεμελίωνε δικαίωμα σύνταξης ή όχι. Πρέπει, συνεπώς, κατ’ εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 249 ΚΠολΔ, να αναβληθεί (ανασταλεί) η συζήτηση της αγωγής ως προς τα αντίστοιχα αιτήματα της αγωγής για αποζημίωση διατροφής συζύγου και τέκνων του θανόντος, μέχρι να προσκομισθεί βεβαίωση (ή και απόφαση) της αρμόδιας αρχής του ΙΚΑ, από την οποία να προκύπτει αν οι συγγενείς του θανόντος δικαιούνται να απαιτήσουν παροχές από αυτό, και σε ποια έκταση αναφορικά με τα κονδύλια που προαναφέρθηκαν. Αντίθετα, απορριπτέο ως ουσία αβάσιμο είναι το αίτημα της τρίτης ενάγουσας της Β' αγωγής περί αποζημίωσης λόγω στέρησης υπηρεσιών του θανόντος συζύγου της, δεδομένου ότι ο τελευταίος δεν συνεισέφερε την προσωπική του εργασία στη συντήρηση του σπιτιού τους στο Πακιστάν, αφού ήταν μόνιμος κάτοικος Ελλάδας και εργαζόταν στη χώρα μας, ενώ η συνεισφορά του προς την οικογένειά του ήταν μόνο οικονομική με την αποστολή χρημάτων προς το Πακιστάν. Τέλος, σύμφωνα με το με αρ. 0704/2010 απόδειξη του γραφείου τελετών του….., προκύπτει ότι ο έκτος ενάγων κατέβαλε για έξοδα κηδείας το ποσό των 2.000 ευρώ.

Με βάση τα προαναφερόμενα πρέπει να απορριφθεί η Α' αγωγή ως ουσία αβάσιμη και η ενάγουσα αυτής να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα του εναγομένου και η Β' αγωγή να καταργηθεί η δίκη ως προς τον δεύτερο και τέταρτο των εναγομένων και να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμη ως προς την τρίτη, πέμπτη και έκτη των εναγομένων και να καταδικασθούν οι ενάγοντες στα δικαστικά έξοδά τους και να γίνει αυτή μερικά δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη ως προς το πρώτο εναγόμενο Επικουρικό Κεφάλαιο και να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του τελευταίου να καταβάλει στους δύο πρώτους ενάγοντες-γονείς, στη δεύτερη ενάγουσα σύζυγο και σε κάθε ένα από τα δύο ανήλικα τέκνα του θανόντα, το ποσό των 20.000 ευρώ, στον καθένα και στους υπόλοιπους ενάγοντες, αδελφούς του θανόντα το ποσό των 10.000 ευρώ, στον καθένα, με τον νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής και επιπλέον στον έκτο ενάγοντα να καταβάλει το ποσό των 2.000 ευρώ ως έξοδα κηδείας, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, απορριπτομένου του ισχυρισμού του πρώτου εναγομένου, λόγω της πρόδηλης αντισυνταγματικότητας του άρθρου 19 παρ. 2 Π.Δ. 237/1986, που περιορίζει την υποχρέωση του Επικουρικού Κεφαλαίου για καταβολή τόκων σε ποσοστό 6% ετησίως (ΜΠΑ 3.941/2012). Τέλος, το εναγόμενο πρέπει να καταδικαστεί σε μέρος των δικαστικών εξόδων των εναγόντων, λόγω της μερικής νίκης και ήττας των διαδίκων (αρθρ. 178 παρ.1 εδ.α ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται, στο διατακτικό της παρούσας.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι συνεπεία του τροχαίου ατυχήματος υπέστη σοβαρές υλικές ζημίες το με αρ.κυκλ.…ΔΧ ελκυστήρας, ιδιοκτησίας του ενάγοντα της Γ' αγωγής. Για την αποκατάσταση των ζημιών αυτών κατέβαλε το ποσό των 15.749,95 ευρώ, για ανταλλακτικά και εργασίες επισκευής (βλ. αποδείξεις). Επίσης, κατέβαλε για τη μεταφορά του από τον τόπο του ατυχήματος το ποσό των 363 ευρώ, για τη μεταφορά του επικαθήμενου αυτού το ποσό των 968 ευρώ, ενώ απορριπτέο ως ουσία αβάσιμο είναι το κονδύλο για επαναπήρωση του ρεζερβουάρ του ελκυστήρα. Η αξία του πριν από τη σύγκρουση ήταν περίπου 20.000 ευρώ, και υπέστη μείωση της εμπορικής αξίας του κατά ποσοστό 10%, δηλ. κατά ποσό 2.000 ευρώ. Όπως αποδείχθηκε, ο ελκυστήρας ήταν σταθμευμένος στην άκρη του δρόμου και είναι αβέβαιο αν κατά το χρόνο των 8 συγκεκριμένων ημερών που χρειάσθηκε για την επισκευή του θα απέδιδε κέρδη στον ιδιοκτήτη του και για το λόγο αυτό πρέπει να απορριφθεί το αίτημα ως ουσία αβάσιμο. Τέλος, λόγω της στενοχώριας που δοκίμασε ο ιδιοκτήτης του από τη διαδικασία μεταφοράς και επισκευής του και της έλλειψης υπαιτιότητάς του στην πρόκληση της βλάβης του, πρέπει να του επιδικασθεί ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, το ποσό των 300 ευρώ. Συνεπώς, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή και να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του εναγομένου να καταβάλει στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 19.381 (15.749,95+363+968+2.000+300) ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, να κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή η διάταξη που αφορά το ποσό των 15.749,95 ευρώ για αποζημίωση λόγω επισκευής οχήματος, η οποία είναι καταψηφιστική και να καταδικασθεί το εναγόμενο στα δικαστικά έξοδα του ενάγοντος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ την υπ' αριθ. κατ.23750/1038/2013, την υπ' αριθ. κατ. 107414/4183/2011 και την υπ' αριθ. κατ. 115948/4531/2011 αγωγή.

Α ΆΓΩΓΗ

ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αγωγή.

ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ σε βάρος της ενάγουσας τα δικαστικά έξοδα του εναγομένου, τα οποία ορίζει σε εξακόσια (600) ευρώ.

Β' ΑΓΩΓΗ

ΚΑΤΑΡΓΕΙ τη δίκη ως προς τον δεύτερο και τέταρτο των εναγομένων.

ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των λοιπών διαδίκων.

ΑΝΑΒΑΛΛΕΙ τη συζήτηση της υπόθεσης, προκειμένου να προσκομιστεί με την επιμέλεια οποιουδήποτε διαδίκου στη σχετική δίκη βεβαίωση-απόφαση του ΙΚΑ, σύμφωνα με τα ειδικότερα εκτιθέμενα στο σκεπτικό της παρούσας.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αγωγή ως προς την τρίτη, πέμπτη και έκτη των εναγομένων.

ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ τα δικαστικά έξοδα των ανωτέρω σε βάρος των εναγόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των πεντακοσίων (500) ευρώ.

ΔΕΧΕΤΑΙ εν μέρει τη αγωγή ως προς το πρώτο εναγόμενο.

ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΙ την υποχρέωση αυτού στην καταβολή του ποσού των είκοσι χιλιάδων (20.000) ευρώ, στον πρώτο, δεύτερη, τρίτη των εναγόντων, καθώς επίσης και σε κάθε ένα από τα δύο ανήλικα τέκνα που εκπροσωπούνται από την τρίτη ενάγουσα, στην καταβολή του ποσού των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, στον καθένα από τον τέταρτο, πέμπτο των εναγόντων και στην καταβολή του ποσού των δώδεκα χιλιάδων (12.000) ευρώ στον έκτο των εναγόντων, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση.

ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ σε βάρος του πρώτου εναγομένου ένα μέρος από τα δικαστικά έξοδα των εναγόντων, τα οποία ορίζει σε εξακόσια (600) ευρώ.

Γ' ΑΓΩΓΗ

ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.   ΔΕΧΕΤΑΙ εν μέρει την αγωγή.

ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΙ την υποχρέωση του εναγομένου να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των δέκα εννέα χιλιάδων, τριακοσίων ογδόντα ενός (19.381) ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.

ΚΗΡΥΣΣΕΙ την ανωτέρω διάταξη προσωρινά εκτελεστή για το ποσό των δέκα πέντε χιλιάδων, επτακοσίων σαράντα εννέα ευρώ και ενενήντα πέντε λεπτών (15.749,95).

 

ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ σε βάρος του εναγομένου ένα μέρος από τα δικαστικά έξοδα του ενάγοντος τα οποία ορίζει στο ποσό των πεντακοσίων (500) ευρώ.

 

Προσβολή πατρότητας τέκνου γεννημένου σε γάμο.

 

ΠΟΛΥΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ 18762/2012

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 1467 ΑΚ, η ιδιότητα του τέκνου, ως προς το οποίο συντρέχει ένα από τα τεκμήρια των διατάξεων των άρθρων  1465 και 1466 ΑΚ ως τέκνου γεννημένου σε γάμο, μπορεί να προσβληθεί δικαστικά, αν αποδειχθεί, ότι η μητέρα δεν συνέλαβε από το σύζυγό της, ή ότι κατά το κρίσιμο διάστημα της σύλληψης ήταν φανερά αδύνατο, να συλλάβει από αυτόν, ιδίως εξαιτίας ανικανότητας, ή αποδημίας του, ή επειδή δεν είχαν σχέσεις.

Την ιδιότητα του τέκνου ως γεννημένου σε γάμο, μπορεί να προσβάλλει κατά τη διάταξη του άρθρου 1469 ΑΚ και ο άνδρας, με τον οποίο η μητέρα, βρισκόμενη σε διάσταση με το σύζυγό της, είχε μόνιμη σχέση με σαρκική συνάφεια, κατά το κρίσιμο διάστημα της σύλληψης, μέσα σε δύο έτη από τον τοκετό, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1470 ΑΚ.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 619 ΚΠολΔ, η αγωγή για την προσβολή της πατρότητας τέκνου γεννημένου σε γάμο, απευθύνεται, αν ασκείται από τη μητέρα, κατά του τέκνου ή του ειδικού επιτρόπου του και κατά του συζύγου τεκμαιρόμενου πατέρα.

Όταν ενάγων είναι ο άνδρας με τον οποίο η μητέρα, βρισκόμενη σε διάσταση με το σύζυγό της, είχε μόνιμη σχέση με σαρκική συνάφεια, εναγόμενοι είναι η μητέρα, ο τεκμαιρόμενος πατέρας και το τέκνο.

Το τέκνο, που γεννήθηκε κατά τη διάρκεια του γάμου, δεν μπορεί να αναγνωρισθεί από τον αληθινό του πατέρα, πριν χωρίσει προσβολή πατρότητας του συζύγου της μητέρας και εκδοθεί αμετάκλητη δικαστική απόφαση.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΠΟΛΥΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ 18762/2012

Απόσπασμα………Κατά τη διάταξη του άρθρου 1467 ΑΚ, η ιδιότητα του τέκνου, ως προς το οποίο συντρέχει ένα από τα τεκμήρια των διατάξεων των άρθρων 1465 και 1466 ΑΚ ως τέκνου γεννημένου σε γάμο, μπορεί να προσβληθεί δικαστικά, αν αποδειχθεί, ότι η μητέρα δεν συνέλαβε από το σύζυγό της ή ότι κατά το κρίσιμο διάστημα της σύλληψης ήταν φανερά αδύνατο, να συλλάβει από αυτόν, ιδίως εξαιτίας ανικανότητας ή αποδημίας του ή επειδή δεν είχαν σχέσεις. Την ιδιότητα του τέκνου ως γεννημένου σε γάμο, μπορεί να προσβάλλει κατά τη διάταξη του άρθρου 1469 ΑΚ, όπως τροποποιήθηκε με τη διάταξη του άρθρου 19 παρ.1 του ν. 2521/1997 και ο άνδρας, με τον οποίο η μητέρα, βρισκόμενη σε διάσταση με το σύζυγό της, είχε μόνιμη σχέση με σαρκική συνάφεια, κατά το κρίσιμο διάστημα της σύλληψης, μέσα σε δύο έτη από τον τοκετό, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1470 ΑΚ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 619 ΚΠολΔ, η αγωγή για την προσβολή της πατρότητας τέκνου γεννημένου σε γάμο, απευθύνεται, αν ασκείται από τη μητέρα, κατά του τέκνου ή του ειδικού επιτρόπου του και κατά του συζύγου τεκμαιρόμενου πατέρα. Ο νομοθέτης του ν. 2521/1997, που προσέθεσε και τον άνδρα, με τον οποίο η μητέρα, βρισκόμενη σε διάσταση με το σύζυγό της, είχε μόνιμη σχέση με σαρκική συνάφεια, κατά το κρίσιμο διάστημα της σύλληψης, στους ενάγοντες στη σχετική δίκη, παρέλειψε να κάνει την αντίστοιχη προσθήκη για την παθητική νομιμοποίηση στη διάταξη του άρθρου 619 παρ. 1 του ΚΠολΔ, ερμηνευτικά, όμως, συνάγεται, ότι, όταν ενάγων είναι το ανωτέρω πρόσωπο, εναγόμενοι πρέπει να είναι η μητέρα, ο τεκμαιρόμενος πατέρας και το τέκνο (Έφη Κουνουγέρη  Μανωλεδάκη, Οικογενειακό Δίκαιο, τόμος ΙΙ, έκδ. 1998, σελ. 22). Tο τέκνο, που γεννήθηκε κατά τη διάρκεια του γάμου, δεν μπορεί να αναγνωρισθεί από τον αληθινό του πατέρα, πριν χωρίσει προσβολή πατρότητας του συζύγου της μητέρας και εκδοθεί αμετάκλητη δικαστική απόφαση. Κατά ρητή νομοθετική επιταγή της διάταξης του άρθρου 1472 παρ. 2 ΑΚ, που προστέθηκε με τη διάταξη του άρθρου 19 παρ. 1γ` Ν 2521/1997, στην ειδική περίπτωση, που ενάγων στην αγωγή προσβολής πατρότητας, είναι ο άνδρας, που είχε σαρκική συνάφεια με τη μητέρα, ο εραστής (άρθρο 1469 εδ. 5 ΑΚ), η απόφαση της προηγουμένης παραγράφου (άρθρο 1472 παρ. 1, αμετάκλητη απόφαση, που δέχεται την προσβολή) επιφέρει αυτοδικαίως δικαστική αναγνώριση του παιδιού από τον άνδρα αυτόν.Στην τελευταία περίπτωση, εφαρμόζεται ως προς αυτόν, η διάταξη του άρθρου 1484 ΑΚ, και το τέκνο έχει ως προς όλα θέση τέκνου γεννημένου σε γάμο απέναντι και στους δύο γονείς και τους συγγενείς τους (βλ. Ε. Κουνουγέρη-Μανωλεδάκη Οικ.Δ τόμος II έκδ. 1998, σ. 22 επ.). Η απόφαση, που δέχεται ή απορρίπτει την αγωγή προσβολής της πατρότητας, είναι διαπλαστική και κατά τη ρητή επιταγή της διάταξης του άρθρου 1472 ΑΚ, τα αποτελέσματά της επέρχονται από τη στιγμή, που αυτή γίνει αμετάκλητη. 

 

Προϋπόθεση δικαστικής αναγνώρισης της πατρότητας από τον πατέρα του τέκνου. Κατά ποίων απευθύνεται η αγωγή.

 

ΠΟΛΥΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ 2670/2011

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Προϋπόθεση της ύπαρξης του δικαιώματος δικαστικής αναγνώρισης της πατρότητας στον πατέρα του τέκνου είναι η άρνηση της μητέρας για συναίνεση στην εκούσια αναγνώριση του τέκνου από τον πατέρα του.

Η άρνηση μπορεί να εκδηλωθεί με οποιοδήποτε τρόπο και πρέπει να αποδεικνύεται από τον αιτούμενο την δικαστική αναγνώριση πατέρα του τέκνου.

Η αγωγή του πατέρα ασκείται κατά της μητέρας, ή των κληρονόμων της, χωρίς να απαιτείται όπως απευθύνεται αναγκαίως και κατά του τέκνου.  

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΠΟΛΥΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ 2670/2011

Απόσπασμα…….Κατά τη διάταξη του άρθρου 1479 του Α. "η μητέρα έχει δικαίωμα να ζητήσει με αγωγή την αναγνώριση της πατρότητας του τέκνου της που γεννήθηκε χωρίς γάμο της με τον πατέρα του. Το ίδιο δικαίωμα έχει και το τέκνο. Όταν η μητέρα αρνείται την προβλεπόμενη από την πρώτη παράγραφο του άρθρου 1475 συναίνεση της, δικαίωμα δικαστικής αναγνώρισης έχουν επίσης ο πατέρας και, στην περίπτωση της δεύτερης παραγράφου του άρθρου 1475, ο παππούς ή η γιαγιά της πατρικής γραμμής". Συνεπώς με την διάταξη αυτή παρέχεται αυτοτελές και ανεξάρητο δικαίωμα δικαστικής αναγνώρισης της πατρότητας, στον πατέρα του τέκνου. Προϋπόθεση όμως της ύπαρξης του δικαιώματος αυτού είναι η άρνηση της μητέρας που ζει και έχει δικαιοπρακτική ικανότητα (άθρ. 1475 παρ. 1 εδ. β΄ ΑΚ) για συναίνεση στην εκούσια αναγνώριση του τέκνου από τον πατέρα του, η οποία μπορεί να εκδηλωθεί με οποιοδήποτε τρόπο και πρέπει να αποδεικνύεται από τον αιτούμενο την δικαστική αναγνώριση του τέκνου, πατέρα (βλ. Β.Βαθρακοκοίλη, το Νέο Οικογενειακό Δίκαιο, β΄ έκδοση, υπό αρθρ. 1479, αριθ. 11, σελ. 666). Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 1480 τελευτ. εδαφ. του Α., η αγωγή του πατέρα ή των γονέων του ασκείται κατά της μητέρας ή των κληρονόμων της. Από την διάταξη αυτή συνάγεται ότι η αγωγή που ασκείται από τον πατέρα του τέκνου, που γεννήθηκε χωρίς γάμο των γονέων του, ασκείται κατά της μητέρας, χωρίς να απαιτείται όπως αυτή απευθύνεται αναγκαίως και κατά του τέκνου. Στην ως άνω διάταξη, καμιά τροποποίηση δεν επέφερε ο ΚΠολΔ με το άρθρο 619 παρ. 3 αυτού, καθόσον στις αγωγές που αναφέρονται σ` αυτήν (παρ. 3), στις οποίες καταλέγεται η αγωγή περί αναγνώρισης της ύπαρξης ή μη ύπαρξης σχέσης γονέα και τέκνου, για τις οποίες απαιτείται όπως αυτές απευθύνονται, όταν ασκούνται από το τέκνο, και κατά των δύο γονέων, όταν δε ασκούνται από τον ένα γονέα και κατά του άλλου και του τέκνου, δεν περιλαμβάνεται και η περί αναγνώρισης της πατρότητας τέκνου, που γεννήθηκε χωρίς γάμο των γονέων του, η οποία είναι διάφορος των προηγουμένων, όπως προκύπτει ιδίως από τα άρθρα 614 παρ. 1, 618 και 620 ΚΠολΔ, στα οποία γίνεται διαστολή μεταξύ των αγωγών αυτών (βλ. Β.Βαθρακοκοίλη, ό.π., υπό αρθρ. 1480, αριθ.7, σελ. 673-674 και βλ και ΕφΘεσ 1815/1989 Αρμ 1990.152). Συνεπώς, η αγωγή δικαστικής αναγνώρισης της πατρότητας τέκνου, που γεννήθηκε χωρίς γάμο των γονέων του, ως προς την ενεργητική μεν νομιμοποίηση διέπεται αποκλειστικά από το άρθρο 1479 ΑΚ, ως προς την παθητική δε νομιμοποίηση από το άρθρο 1480 ΑΚ, όπως αυτά προαναφέρθηκαν. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 1484 ΑΚ σε περίπτωση αναγνώρισης, εκούσιας ή δικαστικής, αν ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, το τέκνο έχει ως προς όλα θέση τέκνου γεννημένου σε γάμο απέναντι στους δύο γονείς και τους συγγενείς τους, ενώ, κατά το άρθρο 618 του ΚΠολΔ, αποφάσεις που δέχονται ή απορρίπτουν την αναγνώριση πατρότητας τέκνου γεννημένου χωρίς γάμο των γονέων του, αποτελούν δεδικασμένο υπέρ και κατά όλων, εφόσον δεν υπόκεινται ούτε σε αναίρεση και αναψηλάφηση. 

 

Σώρευση αγωγής για ρύθμιση επικοινωνίας του πατέρα με το τέκνο σε αγωγή αναγνώρισης της πατρότητας.

 

ΠΟΛΥΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ 2670/2011

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 681Β παρ. 2 ΚΠολΔ, οι διαφορές της πρώτης παραγράφου του άρθρου αυτού, μεταξύ των οποίων και οι διαφορές που αφορούν την επικοινωνία των γονέων με το τέκνο, αν ενωθούν με οποιαδήποτε από τις διαφορές, μεταξύ άλλων και του άρθρου 614 παρ. 1 ΚΠολΔ, μπορούν να εισάγονται και στα πολυμελή πρωτοδικεία και να δικάζονται με την αντίστοιχη ειδική διαδικασία.

Επομένως σώρευση αγωγής για ρύθμιση επικοινωνίας του πατέρα με το τέκνο σε αγωγή αναγνώρισης της πατρότητας είναι επιτρεπτή και νόμιμη.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΠΟΛΥΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ 2670/2011

Απόσπασμα…….. Εξάλλου, όπως ορίζεται ρητώς στην διάταξη του άρθρου 681Β παρ. 2 του ΚΠολΔ, οι διαφορές της πρώτης παραγράφου του άρθρου αυτού, μεταξύ των οποίων και οι διαφορές που αφορούν την επικοινωνία των γονέων με το τέκνο, αν ενωθούν με οποιαδήποτε από τις διαφορές, μεταξύ άλλων και του άρθρου 614 παρ. 1 του ΚΠολΔ, μπορούν να εισάγονται και στα πολυμελή πρωτοδικεία και να δικάζονται με την αντίστοιχη ειδική διαδικασία. Τέλος, το κατά το άρθρο 1520 ΑΚ, το δικαίωμα του γονέα με το οποίο δεν διαμένει το τέκνο για προσωπική επικοινωνία με αυτό, στοχεύει στην διατήρηση του ψυχικού δεσμού μεταξύ γονέα και τέκνου και στην δυνατότητα του πρώτου να έχει άριστη γνώση για την παρακολούθηση της ανάπτυξης του παιδιού του.Γι αυτό η ρύθμιση της επικοινωνίας γονέως τέκνου από το Δικαστήριο (άρθρ. 1520 παρ. 3 ΑΚ) γίνεται πάντοτε με γνώμονα το συμφέρον του τέκνου. Στην προκειμένη περίπτωση, με την υπό κρίση αγωγή του ο ενάγων εκθέτει ότι είναι ο φυσικός πατέρας του κοριτσιού που γέννησε η εναγόμενη στην ….στις …χωρίς γάμο των γονέων του, εφόσον κατά το κρίσιμο της σύλληψής του διάστημα, ήλθε κατ΄ επανάληψη σε σαρκική συνάφεια με την εναγόμενη με την οποία σύναψαν αρραβώνα και συγκατοικούσαν από τον….του……έως και τον…..του……που διέλυσαν αυτόν, και το ως άνω τέκνο έχει συλληφθεί λόγω των συνευρέσεων αυτών. Ότι η εναγόμενη παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις του, αρνείται να συναινέσει στην εκούσια αναγνώριση του τέκνου τους, αφού αυτός την κάλεσε τόσο με την από…….εξώδικη δήλωση-πρόσκλησή του, με την οποία της δήλωνε ότι διατίθεται να προβεί στην εκούσια αναγνώριση του τέκνου τους, όπως ολόκληρο το περιεχόμενο αυτής αναγράφεται στην αγωγή, όσο και με την από…..εξώδικη δήλωση-πρόσκλησή του με την οποία την καλούσε να προσέλθει αυτοπροσώπως σε ρητή ημερομηνία και ώρα στην αναφερόμενη σ΄ αυτήν συμβολαιογράφο προκειμένου να συναινέσει στην εκούσια αναγνώριση από αυτόν του τέκνου τους, πλην όμως αυτή δεν εμφανίσθηκε. Κατόπιν αυτών και επικαλούμενος το δικαίωμά του για επικοινωνία με το τέκνο του, ζητά να αναγνωρισθεί η πατρότητα του τέκνου του, που γέννησε η εναγόμενη στην……στις……και να του αναγνωρισθεί το δικαίωμα επικοινωνίας με αυτό κατά τον αναφερόμενο στην αγωγή τρόπο, καθώς και να καταδικασθεί η εναγόμενη στην δικαστική του δαπάνη. Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα, οι σωρευόμενες παραδεκτά κατ άρθρο 69 παρ.1 εδ. δ και 681Β παρ. 2 του ΚΠολΔ, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα στην μείζονα σκέψη της παρούσας, δύο αγωγές, αυτή που αφορά την αναγνώριση της πατρότητας του ενάγοντος του τέκνου που γεννήθηκε από την εναγόμενη χωρίς γάμο των γονέων του και αυτή που αφορά την ρύθμιση της επικοινωνίας του ενάγοντος με το τέκνο, αρμόδια και παραδεκτά εισάγονται ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου (άρθρα 18 αριθ.1 και 22 του ΚΠολΔ) κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 614 επ. του ΚΠολΔ που αφορούν τις διαφορές που αναφέρονται σε σχέσεις γονέων και τέκνων. 

 

Ενεργητική νομιμοποίηση ανήλικης ενάγουσας, που ζητά να αναγνωρισθεί ότι ο εναγόμενος είναι πατέρας της.

 

ΠΟΛΥΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ 16383/2010 

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Η ενεργητική νομιμοποίηση της ανήλικης ενάγουσας στηρίζεται στη διάταξη του άρθρου 1479 εδ β ΑΚ, καθώς το δικαίωμα του τέκνου να ζητήσει τη δικαστική αναγνώριση της πατρότητας του είναι αυτοτελές και ανεξάρτητο σε σχέση με αυτό της μητέρας του, η δε παθητική νομιμοποίηση του εναγομένου στηρίζεται στην διάταξη του άρθρου 1480 εδ. β ΑΚ, σύμφωνα με την οποία η αγωγή του τέκνου ασκείται κατά του γονέα, που δεν έχει προβεί στην αναγκαία για την εκούσια αναγνώριση δήλωση,  ή κατά των κληρονόμων του.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΠΟΛΥΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ 16383/2010 

Απόσπασμα……….Η ενάγουσα ανήλικη, η οποία εκπροσωπείται στην παρούσα δίκη από την ασκούσα τη γονική μέριμνα μητέρα της, ισχυρίζεται ότι γεννήθηκε εκτός γάμου το έτος 2004 και ότι η μητέρα της είχε μόνιμη σχέση με σαρκική συνάφεια κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα της σύλληψης της με τον εναγόμενο. Με ιστορική βάση αυτά τα περιστατικά, τα οποία η ενάγουσα εκθέτει αναλυτικότερα στην αγωγή της, ζητεί να αναγνωριστεί ότι ο εναγόμενος είναι ο πατέρας της και να καταδικαστεί αυτός στην καταβολή των δικαστικών της εξόδων. Η αγωγή αυτή, η οποία παραδεκτώς εισάγεται προς συζήτηση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου (άρθρ. 18§1, 22 ΚΠολΔ), το οποίο είναι καθ' ύλην και κατά τόπο αρμόδιο, κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών που αναφέρονται στις σχέσεις γονέων και τέκνων (άρθρ. 614 επ. ΚΠολΔ) και περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων, που τη θεμελιώνουν κατά νόμο και δικαιολογούν την άσκηση της από την ενάγουσα κατά του εναγομένου (άρθρ. 216§1 ΚΠολΔ). Σημειώνεται ότι η ενεργητική νομιμοποίηση της ανήλικης ενάγουσας στηρίζεται στη διάταξη του άρθρου 1479 εδ. β ΑΚ καθώς το δικαίωμα του τέκνου να ζητήσει τη δικαστική αναγνώριση της πατρότητας του είναι αυτοτελές και ανεξάρτητο σε σχέση με αυτό της μητέρας του (ΑΠ 97/1993 ΕΕΝ 1994 90), η δε παθητική νομιμοποίηση του εναγομένου στηρίζεται στη διάταξη του άρθρου 1480 εδ. β ΑΚ, σύμφωνα με την οποία η αγωγή του τέκνου ασκείται κατά του γονέα, που δεν έχει προβεί στην αναγκαία για την εκούσια αναγνώριση δήλωση ή κατά των κληρονόμων του. Ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι στην περίπτωση αγωγής δικαστικής αναγνώρισης πατρότητας, που ασκείται από το τέκνο, όπως εν προκειμένω, παθητικά νομιμοποιούνται και οι δύο γονείς κρίνεται απορριπτέος. Τούτο διότι στην περίπτωση αυτή η μητέρα νομιμοποιείται παθητικά όταν αρνείται να συναινέσει στην εκούσια αναγνώριση του τέκνου (ΕφΑθ 5125/1985 ΕλλΔνη 1985 975 ή Δ 1986 243), περίπτωση που δεν συντρέχει εν προκειμένω. 

 

Μείωση συμβατικώς καθορισθείσας διατροφής ανηλίκου σε περίπτωση μείωσης εισοδημάτων υποχρέου. Κατά τόπον αρμοδιότητα.

 

ΕΦΕΤΕΙΟ ΔΩΔΕΚΑΝΗΣΟΥ 300/2007

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Η συμβατικώς μεταξύ των γονέων ρυθμιζόμενη διατροφή εκ του νόμου δεν μεταβάλλει την διατροφή σε συμβατική διατροφή.

Αν μετά την σύναψη μίας τέτοιας συμφωνίας μεταβληθούν ουσιωδώς οι όροι της διατροφής με μείωση των εισοδημάτων του υπόχρεου, ή με αύξηση των αναγκών του δικαιούχου, η περί διατροφής απαίτηση, που ανάγεται στο μέλλον, μεταβάλλεται, ώστε αυτή να τελεί σε αρμονία με την ουσιώδη μεταβολή των συνθηκών διατροφής.

Όποιος έχει συμφέρον από μια τέτοια μεταβολή, μπορεί, να ζητήσει από το αρμόδιο δικαστήριο με αγωγή την αναγνώριση και επιδίκαση, ή μόνον την αναγνώρισή της.

Ειδικότερα ο μεν δικαιούχος να αξιώσει αύξηση της συμβατικώς καθορισθείσας διατροφής ο δε υπόχρεος μείωση αυτής.

Η μεταβολή των όρων της συμβατικώς καθορισθείσης διατροφής εκ του νόμου δύναται, να ζητηθεί, όχι μόνον με αγωγή, αλλά και κατ` ένσταση με τις προτάσεις, πράγμα που συμβαίνει, όταν ο υπόχρεος ενάγεται στην εκπλήρωση της σύμβασης διατροφής και προβάλλει κατ` αυτής μείωση ουσιώδη των εισοδημάτων του, που δικαιολογούν το αίτημα για μείωση του ποσού της συμβατικής διατροφής.

Αν το ανήλικο τέκνο διαμένει με τον γονέα που ασκεί την επιμέλεια του προσώπου του, αν αυτός έχει διαφορετική κατοικία από τον άλλο, μπορεί, να ενάγει τον άλλο γονέα για χρηματική διατροφή του τέκνου αυτού ενώπιον του δικαστηρίου του τόπου κατοικίας του, όπου ο οφειλέτης της διατροφής αυτής γονέας οφείλει να καταβάλλει την παροχή αυτή, εφ όσον δεν συνάγεται κάτι άλλο από τις κατ ιδία περιστάσεις, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 321 ΑΚ, σε συνδυασμό με την διάταξη του άρθρου 33 ΚΠολΔ.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΕΦΕΤΕΙΟ ΔΩΔΕΚΑΝΗΣΟΥ 300/2007

Απόσπασμα……..Από τις διατάξεις των άρθρων 1485, 1486, 1489, 1493 και 1497 Α.Κ, όπως αυτές αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 15 του ν. 1329/1983, προκύπτει ότι στοιχεία θεμελιωτικά του δικαιώματος διατροφής τέκνου, τα οποία πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 216 παρ.1 α ΚΠολΔ, να περιέχονται στη σχετική αγωγή για το ορισμένο αυτής, είναι η έλλειψη εισοδημάτων του ανηλίκου και η αδυναμία του να εργασθεί, τα περιουσιακά στοιχεία του εναγομένου γονέα του, οι ανάγκες του που είναι προσδιοριστικές του ύψους της διατροφής η οποία πρέπει να του καταβληθεί και το αιτούμενο, για όλες αυτές τις ανάγκες του, συνολικό ύψος της δαπάνης που αποτελεί την κατά τις προαναφερθείσες διατάξεις ανάλογη διατροφή του, χωρίς να απαιτείται να προσδιορίζεται στο δικόγραφο της με ακρίβεια και το απαραίτητο για την κάλυψη κάθε επί μέρους ανάγκης του, που προκύπτει από τις συνθήκες της ζωής του χρηματικό ποσό (Α.Π. 823/2000 Πειρ.Νομολ. 2002/133 ΕφΘεσ 2941/2002 Αρμ 2003/956, ΑΡΜ 2004/72). Περαιτέρω από καμμία διάταξη του ουσιαστικού δικαίου και ειδικότερα των άρθρων που ρυθμίζουν τα της διατροφής από το νόμο (άρθρα 1485-1504) δεν καθορίζεται χρονικός περιορισμός της από το δικαστήριο επιδικαζομένης διατροφής και συνεπώς ο ενάγων στην αγωγή του με την οποία ζητεί επιδίκαση διατροφής δεν υποχρεούται να ορίσει για ποιο χρονικό διάστημα ζητεί αυτή, αλλά έχει απλώς δικαίωμα να περιορίσει αυτή για το κατά την κρίση του διάστημα επιδιώκοντας προφανώς την μετά την παρέλευση τούτου άσκηση νέας αγωγής, προκειμένου βάσει νέων δεδομένων, να καθοριστεί το μέτρο της διατροφής (Εφ.ΑΘ. 10.141/1995 Ελ.Δ/νη 38.1614). Η ένδικη αγωγή διατροφής είναι ορισμένη, διότι, όπως προκύπτει από το δικόγραφο της, φέρει όλα τα προεκτεθέντα στοιχεία που απαιτούνται για τη θεμελίωση της και ο περί του αντιθέτου ισχυρισμός του εναγομένου, ότι δηλαδή η αγωγή αυτή είναι αόριστη, διότι δεν εκτίθενται στο δικόγραφο της και ο χρόνος για τον οποίο ζητείται διατροφή είναι αβάσιμος.  Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο συνεπώς που έκρινε ότι η αγωγή είναι ορισμένη δεν έσφαλε, και ο λόγος της εφέσεως του εναγομένου, με τον οποίο αυτός παραπονείται για την απόρριψη της ενστάσεως του, είναι αβάσιμος. Εξ άλλου κατά το άρθρο 33 ΚΠολΔ διαφορές που αφορούν μεταξύ άλλων, τα εκ της δικαιοπραξίας στη ζωή δικαιώματα, μπορούν να εισαχθούν και στο δικαστήριο του τόπου εκπληρώσεως της παροχής. Προσδιοριστικό στοιχείο της εκ του λόγου αυτού καθοριζομένης αρμοδιότητας, σε σχέση με την εκπλήρωση χρηματικής παροχής, αποτελεί και η διάταξη του άρθρου 321 Α.Κ, κατά την οποία ο οφειλέτης χρηματικής οφειλής, οφείλει εν αμφιβολία, να καταβάλλει αυτή στον τόπο της κατοικίας του δανειστή του κατά το χρόνο της καταβολής. Έτσι σε περίπτωση που το ανήλικο τέκνο των γονέων που είναι σε διάσταση ή διαζευγμένοι διαμένει με το γονέα που ασκεί την επιμέλεια του προσώπου του, αν αυτός έχει διαφορετική κατοικία από τον άλλο μπορεί να ενάγει τον άλλο γονέα για χρηματική διατροφή του τέκνου αυτού ενώπιον του δικαστηρίου του τόπου κατοικίας του, όπου ο οφειλέτης της διατροφής αυτής γονέας οφείλει να καταβάλλει την παροχή αυτή, εφόσον δεν συνάγεται κάτι άλλο από τις κατ ιδία περιστάσεις, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 321 Α.Κ σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 33 ΚΠολΔ (ΕφΑθ. 1985/2001 Ελ.Δνη 42.1360). Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο το οποίο έκρινε ότι ήταν καθ ύλην και κατά τόπο αρμόδιο να δικάσει την υπόθεση αφού ο τόπος κατοικίας του ανήλικου ήταν το δικαστήριο της κατοικίας της μητέρας του η οποία κατοικεί στην Ιαλυσό Ρόδου και στη συνέχεια απέρριψε τις ενστάσεις αυτές τις οποίες νομότυπα επαναφέρει με λόγο εφέσεως ο εναγόμενος, δεν έσφαλλε και ο λόγος αυτός της εφέσεως είναι αβάσιμος. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθ. 361, 1485, 1486, 1493, 1494, 1498 και 1499 εδ. α` του ΑΚ, όπως ισχύουν μετά το ν. 1329/1983 συνάγονται τα ακόλουθα: Ανιόντες και κατιόντες έχουν αμοιβαία υποχρέωση διατροφής. Δικαίωμα διατροφής έχει μόνον όποιος δεν μπορεί να διατρέφει τον εαυτό του από την περιουσία του ή από εργασία κατάλληλη για την ηλικία του, την κατάσταση της υγείας του και τις λοιπές βιοτικές του συνθήκες ενόψει και των τυχόν αναγκών της εκπαιδεύσεως του. Κατ` εξαίρεση το ανήλικο τέκνο και αν ακόμη έχει περιουσία έχει δικαίωμα διατροφής από τους γονείς του, εφόσον τα εισοδήματα της περιουσία του ή το προϊόν της εργασία του δεν αρκούν για τη διατροφή του. Το μέτρο της διατροφής προσδιορίζεται με βάση τις ανάγκες του δικαιούχου, όπως αυτές προκύπτουν από τις συνθήκες της ζωής του, η δε διατροφή περιλαμβάνει όλα τα προς το ζην αναγκαία για τη συντήρηση του δικαιούχου και επί πλέον τα έξοδα για την ανατροφή καθώς και την επαγγελματική και την εν γένει εκπαίδευση του. Διατροφή για το παρελθόν δεν οφείλεται παρά μόνον από την υπερημερία. Αφότου κατά τα ανωτέρω συντρέξουν οι προϋποθέσεις γενέσεως της απαιτήσεως μπορεί κατ` αρχήν ο δικαιούχος να εγείρει αγωγή αναγνωρίσεως και επιδικάσεως της. Περαιτέρω η προμνημονευόμενη απαίτηση διατροφής υπέρ κατιόντος και σε βάρος ανιόντος ή αντίστροφα που προέρχεται εκ του νομού μπορεί να καταστεί υπό την επιφύλαξη της τηρήσεως διατάξεων αναγκαστικού δικαίου αντικείμενο συμβάσεως μεταξύ δικαιούχου και υπόχρεου διατροφής εκπροσωπούμενου υπό του κατά περίπτωση νομίμου εκπροσώπου του. Ειδικότερα σε μια τέτοια σύμβαση δεν επιτρέπεται να περιέχεται όρος που αποτελεί παραίτηση του δικαιούχου της διατροφής από την για το μέλλον διατροφή ενόλω ή εν μέρει. Σε αντίθετη περίπτωση δημιουργείται απόλυτη ακυρότητα κατ` εφαρμογή των ΑΚ 180 και 181. Όπως η συμβατικώς μεταξύ των μερών ρυθμιζόμενη διατροφή εκ του νόμου δεν μεταβάλλει τη διατροφή σε συμβατική διατροφή (βλ. ΕφΑΘ 1021/1990 ΝοΒ 1990.829, ΕφΑΘ 10372/1986 ΝοΒ 1987.555, Ατσαλάκη ΕρμΑΚ εισ. άρθ. 1476-1492 αριθ. 46).Εξάλλου η σύμβαση περί ρυθμίσεως της εκ του νόμου διατροφής είναι έγκυρη έστω και, αν δεν τηρηθεί κανένας τύπος. Τέτοια συμφωνία περί ρυθμίσεως της εκ του νόμου οφειλόμενης διατροφής του ανηλίκου τέκνου δύναται να περιέχεται και στη μεταξύ των συζύγων-γονέων συμφωνία, η οποία καταρτίζεται στα πλαίσια συναινετικού διαζυγίου και με την οποία ρυθμίζονται ζητήματα επιμέλειας και επικοινωνίας των τέκνων με τους γονείς τους. Όμως η επικύρωση από το δικαστήριο τέτοιας συμφωνίας δεν επεκτείνεται και στη ρύθμιση της διατροφής του τέκνου, αφού τέτοια συμφωνία δεν είναι κατά νόμο απαραίτητη για την έκδοση συναινετικού διαζυγίου (βλ. και Κούσουλα: Η γονική μέριμνα, 1987, σ. 117 επ.). Περαιτέρω, αν μετά τη σύναψη τέτοιας συμφωνίας μεταβληθούν ουσιωδώς οι όροι της διατροφής δια μειώσεως των εισοδημάτων του υπόχρεου ή δι` αυξήσεως των αναγκών του δικαιούχου, η περί διατροφής απαίτηση που ανάγεται στο μέλλον μεταβάλλεται και αυτή ώστε να τελεί σε αρμονία με την ουσιώδη μεταβολή των συνθηκών διατροφής. Ακολουθεί έτσι εντεύθεν ότι όποιος έχει συμφέρον από μια τέτοια μεταβολή δύναται να ζητήσει από το αρμόδιο δικαστήριο με αγωγή την αναγνώριση και επιδίκαση ή μόνον την αναγνώριση της απαιτήσεως διατροφής λόγω της επελθούσας μεταβολής των συνθηκών. Ειδικότερα ο μεν δικαιούχος να αξιώσει αύξηση της συμβατικώς καθορισθείσης διατροφής ο δε υπόχρεος μείωση αυτής. Η δυνατότητα τέτοιας μεταρρυθμίσεως όπως πάγια δέχονται νομολογία και θεωρία (βλ. αντί άλλων ΕφΑΘ 1021/1990 όπ. παρ., ΕφΑΘ 10372/1986 όπ. παρ., ΕφΛαρ 492/1992 Δίκη 25.155, Ανδρουλιδάκη στον ΑΚ Γεωργιάδη - Σταθόπουλου εισ. παρ. στα άρθ. 1485 - 1504 αριθ. 60 επ.), στηρίζεται στην ανάλογη εφαρμογή της ΑΚ 1494. Η μεταβολή των όρων της συμβατικώς καθορισθείσης διατροφής εκ του νόμου δύναται, να ζητηθεί, όχι μόνον με αγωγή, αλλά και κατ` ένσταση με τις προτάσεις πράγμα που συμβαίνει όταν ο υπόχρεος ενάγεται στην εκπλήρωση της συμβάσεως διατροφής και προβάλλει κατ` αυτής μείωση ουσιώδη των εισοδημάτων του, που δικαιολογούν το αίτημα για μείωση του ποσού της συμβατικής διατροφής (βλ. έτσι ΕφΑΘ 1021/1990 όπ. παρ., ΕφΛαρ 492/1992 όπ. παρ., Σταθόπουλο στον τιμ. τόμο Γ. Ράμμου σ. 877 επ. (888).  Αλλως ΕφΑΘ 10372/1986, Ανδρουλιδάκη, όπ. παρ. αριθ. 63, που δέχονται μόνον αγωγή κατ` αναλογίαν των ισχυόντων στη μεταρρυθμιστική αγωγή του άρθ. 334 ΚΠολΔ).  Εξάλλου κατ` άρθ. 1390 ΑΚ εν συνδυασμώ προς το άρθ. 1489 εδ. α ΑΚ η διατροφή των τέκνων χαρακτηρίζεται ως κοινή υποχρέωση των συζύγων - γονέων του. Πρόκειται για επιμερισμό της υποχρεώσεως έναντι του τέκνου. Για τον καθορισμό του ποσού διατροφής των τέκνων θα γίνει αναγωγή στις οικονομικές δυνάμεις των δύο γονέων από τις οποίες θα προκύψει η αναλογική επιβάρυνση του καθενός. Οι δυνάμεις του κάθε συζύγου - γονέα λειτουργούν αφενός ως κριτήριο προσδιοριστικό του ύψους της συνεισφοράς που οφείλει και αφετέρου ως μέσο (τρόπος, μορφή) εκπληρώσεως της οφειλόμενης συνεισφοράς. Η υποχρέωση και το ύψος της συνεισφοράς του κάθε γονέα - συζύγου καθορίζεται κατά το λόγο των δικών του δυνάμεων προς το άθροισμα των δυνάμεων και των δύο (βλ. σχετ. Στ. Ματθία, μελέτη στο ΝοΒ 31.1476 επ.). Περαιτέρω ναι μεν κατά το άρθ. 1498 ΑΚ διατροφή για το παρελθόν δεν οφείλεται παρά μόνον από υπερημερία. Oμως επί διατροφής οφειλόμενης από σύμβαση, που καθορίζει τη διάρκεια της, δεν απαιτείται όχληση για να καταστεί ο οφειλέτης υπερήμερος, γιατί στην ίδια τη σύμβαση ενυπάρχει και όχληση (βλ. Γ. Παπαδημητρίου: Οικογενειακό Δίκαιο, Β` έκδ. 1997 σ. 674, Β. Βαθρακοκοίλη: Το νέο οικογενειακό δίκαιο, 1990, άρθ. 1498 σ. 527). 

Χρίστος Καραμπάγιας | Μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών