ΧΡΗΣΙΜΑ

Δεδικασμένο από τελεσίδικη απόφαση.

Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 321, 322, 324, 331 ΚΠολΔ, η τελεσίδικη απόφαση αποτελεί δεδικασμένο, που δεν επιτρέπει να αμφισβητηθεί και να καταστεί αντικείμενο νέας δίκης το δικαίωμα που κρίθηκε και η δικαιολογική σχέση από την οποία αυτό έχει παραχθεί.

Η απαγόρευση αυτή ενεργεί τόσο θετικά, με την έννοια ότι το δικαστήριο, ενώπιον του οποίου ανακύπτει εξ αφορμής άλλης δίκης, είτε ως κύριο είτε ως προδικαστικό ζήτημα, το δικαίωμα που κρίθηκε με τελεσίδικη απόφαση, οφείλει να θέσει ως βάση της απόφασής του το δεδικασμένο, που προκύπτει από την απόφαση αυτή, λαμβάνοντας αυτό ως αμάχητη αλήθεια, όσο και αρνητικά, με την έννοια ότι απαγορεύεται η συζήτηση νέας αγωγής για το ίδιο δικαίωμα, για την ύπαρξη ή μη του οποίου υπάρχει δεδικασμένο.

Το δεδικασμένο αυτό εκτείνεται στο ουσιαστικό ζήτημα για έννομη σχέση που προβλήθηκε με αγωγή, ανταγωγή, κύρια παρέμβαση ή ένσταση συμψηφισμού.

Δεδικασμένο δημιουργείται ακόμη και εάν η προηγούμενη τελεσίδικη απόφαση είναι για οποιονδήποτε λόγο εσφαλμένη. Το δεδικασμένο αυτό δύναται να ανατραπεί μόνο με την άσκηση κατά της εσφαλμένης τελεσίδικης απόφασης των ενδίκων μέσων, της ανακοπής ερημοδικίας, της αναίρεσης, ή της αναψηλάφησης.

Δεδικασμένο δεν δημιουργείται  από ανύπαρκτη (ανυπόστατη) δικαστική απόφαση. 

Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο.

Σύμφωνα με το άρθρο 100 του Συντάγματος στο Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο υπάγεται

α) H εκδίκαση ενστάσεων κατά το άρθρο 58.
β) O έλεγχος του κύρους και των αποτελεσμάτων δημοψηφίσματος που ενεργείται κατά το άρθρο 44 παράγραφος 2. 
γ) H κρίση για τα ασυμβίβαστα ή την έκπτωση βουλευτή, κατά τα άρθρα 55 παράγραφος 2 και 57.
δ) H άρση των συγκρούσεων μεταξύ των δικαστηρίων και των διοικητικών αρχών ή μεταξύ του Συμβουλίου της Επικρατείας και των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων αφ ενός και των αστικών και ποινικών δικαστηρίων αφ ετέρου ή, τέλος, μεταξύ του Ελεγκτικού Συνεδρίου και των λοιπών δικαστηρίων. 
ε) H άρση της αμφισβήτησης για την ουσιαστική αντισυνταγματικότητα ή την έννοια διατάξεων τυπικού νόμου, αν εκδόθηκαν γι' αυτές αντίθετες αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας, του Αρείου Πάγου ή του Ελεγκτικού Συνεδρίου.
στ) H άρση της αμφισβήτησης για το χαρακτηρισμό κανόνων του διεθνούς δικαίου ως γενικά παραδεγμένων κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 28. 
Οι αποφάσεις του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου είναι αμετάκλητες.
Διάταξη νόμου, που κηρύσσεται αντισυνταγματική, είναι ανίσχυρη από τη δημοσίευση της σχετικής απόφασης, ή από το χρόνο που ορίζεται με την απόφαση. 
Το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο συγκροτείται από τους Προέδρους του Συμβουλίου της Επικρατείας, του Αρείου Πάγου και του Ελεγκτικού Συνεδρίου, από τέσσερις συμβούλους της Επικρατείας και από τέσσερις αρεοπαγίτες, που ορίζονται ως μέλη με κλήρωση κάθε δύο χρόνια. Στο δικαστήριο αυτό προεδρεύει ο αρχαιότερος από τους Προέδρους του Συμβουλίου της Επικρατείας ή του Αρείου Πάγου. 
Στις περιπτώσεις δ και ε της προηγούμενης παραγράφου μετέχουν στη σύνθεση του δικαστηρίου και δύο τακτικοί καθηγητές νομικών μαθημάτων των νομικών σχολών των πανεπιστημίων της Χώρας, οι οποίοι ορίζονται με κλήρωση. 

Ανύπαρκτη δικαστική απόφαση.

Ανύπαρκτη (ανυπόστατη) δικαστική απόφαση, θεωρείται κατ άρθρο 313 ΚΠολΔ, η δικαστική απόφαση.

α) αν την εξέδωσαν πρόσωπα που δεν είχαν δικαστική ιδιότητα.

β) αν πολιτικό δικαστήριο αποφάσισε για αντικείμενο που δεν υπάγεται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων.

γ) αν δεν δημοσιεύθηκε.

δ) αν εκδόθηκε σε δίκη που είχε διεξαχθεί κατά ανύπαρκτου φυσικού ή νομικού προσώπου.

ε) αν εκδόθηκε κατά προσώπου που έχει το προνόμιο της ετεροδικίας. 

 

Η ανυπαρξία της δικαστικής απόφασης επιδιώκεται με αγωγή, ή ένσταση, αναγνώρισης της ανυπαρξίας.  Η αγωγή υπάγεται στο πολυμελές πρωτοδικείο της γενικής δωσιδικίας του εναγομένου.  Η αγωγή αποκλείεται αν η απόφαση έχει προσβληθεί με ένδικα μέσα.  

Ανύπαρκτη δικαστική απόφαση.

Ανύπαρκτη (ανυπόστατη) δικαστική απόφαση, θεωρείται κατ άρθρο 313 ΚΠολΔ, η δικαστική απόφαση.

α) αν την εξέδωσαν πρόσωπα που δεν είχαν δικαστική ιδιότητα.

β) αν πολιτικό δικαστήριο αποφάσισε για αντικείμενο που δεν υπάγεται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων.

γ) αν δεν δημοσιεύθηκε.

δ) αν εκδόθηκε σε δίκη που είχε διεξαχθεί κατά ανύπαρκτου φυσικού ή νομικού προσώπου.

ε) αν εκδόθηκε κατά προσώπου που έχει το προνόμιο της ετεροδικίας. 

Η ανυπαρξία της δικαστικής απόφασης επιδιώκεται με αγωγή, ή ένσταση, αναγνώρισης της ανυπαρξίας.  Η αγωγή υπάγεται στο πολυμελές πρωτοδικείο της γενικής δωσιδικίας του εναγομένου.  Η αγωγή αποκλείεται αν η απόφαση έχει προσβληθεί με ένδικα μέσα.  

Ανατοκισμός.

Κατά το άρθρο 296 παρ. 1 ΑΚ για τόκους κάθε είδους οφείλεται τόκος, αν συμφωνηθεί, ή αν ζητηθεί με αγωγή, και στις δύο περιπτώσεις μόνο για οφειλόμενους τόκους ενός ολόκληρου τουλάχιστον έτους. Η συμφωνία για πληρωμή τέτοιου τόκου πρέπει να γίνεται, ή η αγωγή να επιδίδεται, αφού λήξει το έτος.

Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο ανατοκισμός, δηλαδή η καταβολή τόκου τόκων, είναι μεν επιτρεπτός, αλλά υπό τον τριπλό περιορισμό

α) ότι καθυστερούνται ληξηπρόθεσμοι και απαιτητοί τόκοι τουλάχιστον ενός έτους,

β) ότι έγινε ειδική συμφωνία περί ανατοκισμού μεταξύ δανειστή και οφειλέτη, ή ότι ασκήθηκε καταψηφιστική αγωγή από τον δανειστή και

γ) ότι η συμφωνία καταρτίστηκε, ή η αγωγή ασκήθηκε, μετά την πάροδο ενός τουλάχιστον έτους, αφού δηλαδή συμπληρώθηκε ήδη κατά την κατάρτιση της συμφωνίας, ή την άσκηση ης αγωγής, ετήσια ή και μικρότερη (όχι πάντως βραχύτερη του έτους) χρήση του κεφαλαίου και, επομένως, υπάρχουν δεδουλευμένοι τόκοι ενός τουλάχιστον έτους.

Αίτημα της αγωγής δεν είναι η κεφαλαιοποίηση των οφειλομένων και καθυστερούμενων τουλάχιστον ενός έτους τόκων, ώστε του λοιπού να παράγουν και αυτοί τόκο, αλλά η επιδίκασή τους από την επίδοση της αγωγής (αφού ο ανατοκισμός  δεν ανατρέχει στο παρελθόν) έως την εξόφληση του τοκοφόρου ποσού των τόκων ( η οποία διακόπτει και τον ανατοκισμό) (ΑΠ 1618/1999, ΑΠ 1517/1991, ΑΠ 228/2006, ΑΠ 174/2013).

Το αίτημα της καταβολής τόκων τόκων δεν θεωρείται παρεπόμενο της κυρίας απαίτησης, με την έννοια ότι, είναι επιτρεπτή και παραδεκτή η υποβολή με το δικόγραφο της αγωγής για την κύρια απαίτηση και του αιτήματος (με την αντίστοιχη βάση) για την καταβολή τόκων τόκων, εφ όσον βεβαίως  συντρέχουν οι ως άνω ουσιαστικές προϋποθέσεις (ΑΠ 174/2013).

Τόκοι τόκων δεν μπορούν να ζητηθούν για πρώτη φορά με τις προτάσεις στην κατ έφεση δίκη (ΑΠ(Ολ) 10/2007).  

Ανακοπή ερημοδικίας. 

Σύμφωνα με τα άρθρα 501 επ. ΚΠολΔ, ανακοπή ερημοδικίας είναι το ένδικο βοήθημα που επιτρέπεται να ασκήσει αυτός που δικάσθηκε ερήμην, ή δεν κλητεύθηκε καθόλου, ή δεν κλητεύθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα, ή αν συντρέχει λόγος ανώτερης βίας. 

Με την ανακοπή ερημοδικίας επιδιώκεται η από το ίδιο δικαστήριο εξαφάνιση της ερήμην εκδοθείσας απόφασης με σκοπό, είτε την ακύρωση της ερήμην διαδικασίας, είτε προς ανατροπή του μη ανταποκρινόμενου προς την ουσιαστική αλήθεια τεκμηρίου επί του οποίου στηρίχθηκε η προσβαλλομένη απόφαση. Το τεκμήριο αυτό συνίσταται στην σιωπηρά ομολογία περί του κατ ουσίαν βασίμου, ή του αβασίμου, της ιστορικής βάσης της αγωγής, ως και στο ότι ο ερήμην δικασθείς διάδικος δεν ανταποκρίθηκε στο βάρος που έφερε, να επικαλεσθεί, ή να αποκρούσει,  τα πραγματικά γεγονότα, που απετέλεσαν την ιστορική βάση της αγωγής.

Δικαίωμα ανακοπής ερημοδικίας έχουν ο ενάγων, ο εναγόμενος, ο εκκαλών, ο εφεσίβλητος, ή εκείνος που άσκησε κύρια παρέμβαση, εφ όσον δικάστηκαν ερήμην, οι καθολικοί διάδοχοί τους, καθώς και οι μετά την άσκηση της αγωγής ειδικοί διάδοχοί τους. 

Όποιος άσκησε πρόσθετη παρέμβαση και δεν έλαβε μέρος κανονικά στη δίκη, και όταν θεωρείται ομόδικος του διαδίκου υπέρ του οποίου άσκησε την παρέμβαση, δεν έχει δικαίωμα να ασκήσει ανακοπή, εκτός αν ανέλαβε τη δίκη. 

Όποιος άσκησε πρόσθετη παρέμβαση μπορεί να ασκήσει το δικαίωμα της ανακοπής του διαδίκου υπέρ του οποίου είχε παρέμβει. 

Η προθεσμία της ανακοπής, αν ο διάδικος που δικάστηκε ερήμην διαμένει στην Ελλάδα, είναι δεκαπέντε ημέρες και αρχίζει από την επίδοση της απόφασης.   Αν διαμένει στο εξωτερικό, ή έχει άγνωστη διαμονή, η προθεσμία της ανακοπής είναι εξήντα ημέρες και αρχίζει από την τελευταία δημοσίευση της περίληψης της έκθεσης για την επίδοση της απόφασης. 

Μεταβολή όρων εργασίας. 

Σύμφωνα με το άρθρο 7 εδ. α ν. 2112/1920 μονομερής μεταβολή θεωρείται κάθε τροποποίηση των όρων εργασίας από τον εργοδότη, που γίνεται χωρίς ο τελευταίος να έχει δικαίωμα για την τροποποίηση αυτή από το νόμο, την ατομική σύμβαση εργασίας, ή τον κανονισμό εργασίας, ούτε να ανήκει στην από το διευθυντικό δικαίωμά του απορρέουσα εξουσία να ρυθμίζει όλα τα θέματα που ανάγονται στην οργάνωση και λειτουργία της επιχείρησής του, ή γίνεται κατά κατάχρηση του διευθυντικού δικαιώματος.

Δεν αρκεί η μεταβολή των όρων εργασίας να είναι μονομερής, αλλά απαιτείται επιπλέον να είναι βλαπτική για τον εργαζόμενο, δηλαδή να προκαλεί σε αυτόν άμεση, ή έμμεση υλική, ή ηθική ζημία.

Βλαπτική μεταβολή θεωρείται και ο υποβιβασμός και η ανάθεση στον εργαζόμενο καθηκόντων υποδεέστερης ειδικότητας ή θέσης στην επιχείρηση που συνεπάγεται, άμεσα ή έμμεσα, δυσμενείς υλικές ή ηθικές συνέπειες, όπως η μείωση των αποδοχών (ΑΠ 132/2016, 447/2015, 791/2014, 24/2014).

Από την παραπάνω διάταξη, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 288, 648, 652 παρ. 1 και 656 παρ. 1 ΑΚ, προκύπτει ότι, εάν ο εργοδότης προβεί σε μονομερή βλαπτική για το μισθωτό μεταβολή των όρων εργασίας, ο τελευταίος έχει διαζευκτικά τις εξής δυνατότητες.

α) να αποδεχθεί την μεταβολή, με αποτέλεσμα την κατ άρθρο 361 ΑΚ σύναψη σιωπηρώς νέας σύμβασης, τροποποιητικής της αρχικής, η οποία είναι έγκυρη, εφ όσον δεν αντίκειται σε απαγορευτική διάταξη του νόμου, ή στα χρηστά ήθη.

β) να θεωρήσει την πράξη αυτή του εργοδότη ως καταγγελία, εκ μέρους του, της εργασιακής σύμβασης και να απαιτήσει την καταβολή της αποζημίωσης που προβλέπεται από το ν. 2112/1920.

γ) να εμμείνει στην τήρηση των συμβατικών όρων, προσφέροντας τις υπηρεσίες του, σύμφωνα με τους προ της μεταβολής όρους. Αν ο εργοδότης δεν τις αποδεχθεί, καθίσταται υπερήμερος περί την αποδοχή της εργασίας και οφείλει μισθούς υπερημερίας.

Κρίσιμος χρόνος για τον χαρακτηρισμό της μονομερούς μεταβολής των όρων της σύμβασης εργασίας ως βλαπτικής ή μη, είναι ο χρόνος της πραγματοποίησης της μεταβολής αυτής, αφού κατά τον χρόνο αυτόν και με τα υπάρχοντα τότε δεδομένα καλείται και ο εργαζόμενος να την αποδεχθεί, ή να την αποκρούσει, εφ όσον αυτή είναι οριστική και μόνιμη κατά τον ως άνω χρόνο (ΑΠ 126/2011). 

Διοικητικές συμβάσεις.

Στο άρθρο 94 παρ. 1 του Συντάγματος ορίζεται, μεταξύ των άλλων, ότι η εκδίκαση των διοικητικών διαφορών ουσίας ανήκει στα υφιστάμενα διοικητικά δικαστήρια. Σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 2 ν. 1406/1983 στις διοικητικές διαφορές ουσίας, που υπάγονται στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, περιλαμβάνονται και οι διοικητικές συμβάσεις.

Η σύμβαση είναι διοικητική, εάν ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη είναι το Ελληνικό Δημόσιο, ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου και με την σύναψη της σύμβασης επιδιώκεται η ικανοποίηση σκοπού, τον οποίο ο νόμος έχει αναγάγει σε δημόσιο, το δε Ελληνικό Δημόσιο, ή το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, είτε βάσει του κανονιστικού καθεστώτος που διέπει την σύμβαση, είτε βάσει ρητρών που προβλέπονται κανονιστικώς και έχουν περιληφθεί στη σύμβαση, οι οποίες αποκλίνουν από το κοινό δίκαιο, βρίσκεται, προς ικανοποίηση του εν λόγου σκοπού, σε υπερέχουσα θέση έναντι του αντισυμβαλλόμενου μέρους, δηλαδή σε θέση που δεν προσιδιάζει στον δυνάμει διατάξεων του ιδιωτικού δικαίου συναπτόμενο συμβατικό δεσμό. 

Συμβάσεις που δεν συγκεντρώνουν σωρευτικά τα γνωρίσματα αυτά είναι ιδιωτικές και οι διαφορές από αυτές υπάγονται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων (ΑΕΔ 3/2012, ΑΕΔ 29/2009, ΑΕΔ 21/2009, ΑΠ 872/2015).

Τα ίδια κριτήρια διακρίσεων των συμβάσεων σε ιδιωτικές και διοικητικές ισχύουν και όταν η σύμβαση συνάπτεται μεταξύ νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου.

Και στην περίπτωση, δηλαδή, αυτή, για τον χαρακτηρισμό της σύμβασης ως διοικητικής, δεν αρκούν οι ιδιότητες των συμβαλλομένων ως ν.π.δ.δ. και η δια της μεταξύ τους σύμβασης επιδίωξη δημόσιου σκοπού, αλλά θα πρέπει να συντρέχει και η υπερέχουσα θέση του ενός εκ των συμβαλλομένων έναντι του άλλου, με την πρόβλεψη υπέρ αυτού εξαιρετικών όρων που αποκλίνουν από το κοινό δίκαιο και του εξασφαλίζουν υπεροχή έναντι του άλλου.

Είναι ιδιωτικού δικαίου και όχι διοικητική η σύμβαση με την οποία τα συμβαλλόμενα ν.π.δ.δ. διαχειρίζονται την ιδιωτική περιουσία τους καθώς και εκείνη με την οποία υπάγουν οικειοθελώς τις μεταξύ τους συμβατικές σχέσεις στους κανόνες του ιδιωτικού δικαίου, προβλέποντας ρήτρες επαρκώς σαφείς και υποχρεωτικές (ΑΕΔ 18/2009, ΑΠ  210/2016).

Διοικητικές διαφορές ουσίας.

Α. Κατά το άρθρο 94 παρ. 1, 2 του Συντάγματος «Στο Συμβούλιο Επικρατείας και τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια υπάγονται οι διοικητικές διαφορές όπως ο νόμος ορίζει, με την επιφύλαξη των αρμοδιοτήτων του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Στα πολιτικά δ/ρια υπάγονται οι ιδιωτικές διαφορές καθώς και της εκούσιας δικαιοδοσίας, όπως ο νόμος ορίζει». Κατά δε το άρθρο 1 στοιχ. α ΚΠολΔ τα πολιτικά δικαστήρια έχουν δικαιοδοσία προς εκδίκαση ιδιωτικών διαφορών.

1. Σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 2 ν. 1406/1983 στις διοικητικές διαφορές ουσίας περιλαμβάνονται ιδίως αυτές που αναφύονται κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας που αφορά.

α) τη δημοτική και κοινοτική φορολογία γενικώς.

β) τον καθορισμό των ορίων της εδαφικής περιφέρειας των δήμων και κοινοτήτων.

γ) τις στρατιωτικές, ναυτικές και αεροπορικές επιτάξεις.

δ) τα μεταλλεία και λατομεία.

ε) τα σήματα.

στ) τις σχέσεις μεταξύ Οργανισμού Γεωργικών Ασφαλίσεων (ΟΓΑ) και ασφαλισμένων και ιδίως αυτές που αναφέρονται στην ασφάλιση προσώπων ή της γεωργικής παραγωγής.

ζ) το κύρος των δημοτικών και κοινοτικών εκλογών, καθώς και των αρχαιρεσιών για την ανάδειξη των οργάνων διοίκησης των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου.

η) την ευθύνη του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου προς αποζημίωση, σύμφωνα με τα άρθρα 105 και 106 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα.

Εξαιρούνται οι διαφορές που αφορούν απαιτήσεις αποζημίωσης οποιασδήποτε μορφής για ζημίες που έχουν προκληθεί από αυτοκίνητο. Οι διαφορές αυτές υπάγονται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων.

θ) Τις κάθε είδους αποδοχές (δεδουλευμένες ή μη) του προσωπικού γενικώς του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης πρώτης και δεύτερης βαθμίδας και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, οι οποίες ρυθμίζονται από διατάξεις κανονιστικού περιεχομένου.

ι) τις διοικητικές συμβάσεις.

ια) την είσπραξη των δημόσιων εσόδων.

2. Σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 3 ν. 1406/1983 στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων υπάγονται, εκδικαζόμενες ως διαφορές ουσίας οι διαφορές που αναφύονται κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας που αφορά.

α) τη χορήγηση ή την ανάκληση αδειών ίδρυσης και λειτουργίας και την επιβολή κυρώσεων κατά τη λειτουργία καταστημάτων και εργαστηρίων υγειονομικού ενδιαφέροντος, καθώς και των επιχειρήσεων που εξομοιούνται με αυτά, περιλαμβανομένων και των διαφορών που προκαλούνται από πράξεις, οι οποίες εκδίδονται κατ' εφαρμογή της νομοθεσίας περί μηχανολογικών εγκαταστάσεων και αποτελούν προϋπόθεση για τη χορήγηση των ανωτέρω αδειών.

β) τη χορήγηση, ανάκληση ή αφαίρεση άδειας κυκλοφορίας οχημάτων και την επιβολή συναφών κυρώσεων, στις οποίες περιλαμβάνονται και οι προβλεπόμενες από τον Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας.

γ) την παραχώρηση δικαιώματος και τον καθορισμό των όρων εκμετάλλευσης αυτοκινήτων δημόσιας χρήσης (λεωφορείων, φορτηγών, επιβατηγών, βυτιοφόρων και λοιπών), τη μεταβολή της έδρας τους, καθώς και κάθε άλλη σχετική μεταβολή.

δ) επιβολή πειθαρχικών ποινών σε μέλη επαγγελματικών ενώσεων με χαρακτήρα νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, όπως είναι, ιδίως, οι ιατρικοί, οδοντιατρικοί και φαρμακευτικοί σύλλογοι, το Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδος, το Γεωτεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδος, το Οικονομικό Επιμελητήριο Ελλάδος, το Επιμελητήριο Εικαστικών Τεχνών Ελλάδος και η Ενωση Ελλήνων Χημικών.

3. Σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 4 ν. 1406/1983 στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων υπάγονται, εκδικαζόμενες ως διαφορές ουσίας, οι διαφορές που προκύπτουν

α) από την επιβολή διοικητικών κυρώσεων,

αα) για παράβαση των διατάξεων και ρυθμίσεων της εργατικής νομοθεσίας και της νομοθεσίας για την υγιεινή και ασφάλεια της εργασίας.

ββ) για παράβαση των διατάξεων της νομοθεσίας περί τουριστικών επιχειρήσεων οποιασδήποτε μορφής και κατηγορίας και ασκήσεως τουριστικών επαγγελμάτων, ιδίως της νομοθεσίας περί ξενοδοχείων, τουριστικών γραφείων και λεωφορείων.

γγ) για παράβαση των διατάξεων του Κώδικα Δημοσίου Ναυτικού Δικαίου και των κατ' εξουσιοδότηση αυτού εκδιδόμενων κανονιστικών πράξεων.

δδ) για παράβαση των διατάξεων της νομοθεσίας περί προστασίας των καταναλωτών.

β) από πράξεις που εκδίδονται βάσει της νομοθεσίας περί διαχείρισης των υδάτινων πόρων.

γ) από την άρνηση χορήγησης αποδεικτικού ή βεβαιώσεως ενημερότητας για χρέη προς το Δημόσιο ή τους φορείς κοινωνικής ασφάλισης από οποιαδήποτε αιτία, κατά τις οικείες διατάξεις, όπως εκάστοτε ισχύουν.

δ) από την έκδοση πράξεων, με τις οποίες διατάσσεται η προσωρινή παύση λειτουργίας καταστήματος, γραφείου, εργοστασίου, εργαστηρίου και γενικά επαγγελματικής εγκατάστασης επιτηδευματία, λόγω φορολογικών παραβάσεων ή λόγω οφειλής προς το Δημόσιο από οποιαδήποτε αιτία.

ε) από την άρνηση θεώρησης φορολογικών βιβλίων και στοιχείων, λόγω μη εκπληρώσεως ληξιπρόθεσμων και απαιτητών οφειλών.

στ) από την έκδοση πράξεων, οι οποίες αφορούν την καταβολή κοινοτικών ή εθνικών ενισχύσεων, επιδοτήσεων και λοιπών συναφών χρηματικών παροχών, καθώς και στην επιβολή κάθε σχετικού μέτρου ή κυρώσεως.

ζ) από τις πράξεις παραχωρήσεως κοινοχρήστων χώρων, σε εκμεταλλευόμενους καταστήματα κάθε είδους προς εξυπηρέτηση της λειτουργίας τους.

η) από τη χορήγηση αδειών ασκήσεως υπαιθρίου εμπορίου και λαϊκών αγορών.

θ) από τη χορήγηση αδειών εγκαταστάσεως και λειτουργίας πρατηρίων καυσίμων, σταθμών αυτοκινήτων και πλυντηρίων - λιπαντηρίων αυτοκινήτων και την επιβολή διοικητικών κυρώσεων για παράβαση της οικείας νομοθεσίας.

4. Σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 4Α ν. 1406/1983  υπάγονται στην αρμοδιότητα του διοικητικού εφετείου, εκδικαζόμενες σε πρώτο και τελευταίο βαθμό ως διαφορές ουσίας, οι διαφορές που αναφύονται.

α) από την επιβολή κυρώσεων για παράβαση των διατάξεων της νομοθεσίας που διέπει την άσκηση κάθε είδους επαγγελματικής δραστηριότητας, την ίδρυση και λειτουργία επαγγελματικής εγκατάστασης και την κυκλοφορία προϊόντων, με την επιφύλαξη των περιπτώσεων που οι σχετικές διαφορές έχουν υπαχθεί στην αρμοδιότητα του διοικητικού πρωτοδικείου.  

β) από την εφαρμογή της νομοθεσίας περί επενδύσεων.

5. Σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 5 ν. 1406/1983, με την επιφύλαξη των περιπτώσεων ε, η και ι της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του ν. 702/1977 και της παραγράφου 4Α, οι διαφορές που προκύπτουν από την έκδοση διοικητικών πράξεων, οι οποίες αφορούν την επιβολή αποκλειστικά και μόνο προστίμου, εκδικάζονται, ως διαφορές ουσίας, από τα κατά τόπον αρμόδια διοικητικά πρωτοδικεία. Εξακολουθούν να υπάγονται στην ακυρωτική αρμοδιότητα του Συμβουλίου της Επικρατείας οι διαφορές που προκύπτουν από πράξεις επιβολής προστίμου, τις οποίες εκδίδουν η Τράπεζα της Ελλάδος και οι ανεξάρτητες διοικητικές αρχές, εφόσον δεν προβλέπει άλλως η νομοθεσία τους.

6. Σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 6 ν. 1406/1983, στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων υπάγονται, εκδικαζόμενες ως διαφορές ουσίας, όλες οι διαφορές που αναφύονται στις περιπτώσεις των παραγράφων 2, 3 και 4, ανεξάρτητα από την ιδιότητα εκείνου που ασκεί το οικείο ένδικο βοήθημα.

7. Σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ.1 ν. 1406/1983, οι εκτελεστές ατομικές διοικητικές πράξεις, που εκδίδονται στις περιπτώσεις του προηγούμενου άρθρου, καθώς και οι παραλείψεις κατά τους όρους του άρθρου 19 παρ. 2 του Π.Δ. 341/1978, των οργάνων του Δημοσίου ή των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης ή των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου υπόκεινται σε προσφυγή, και αν αυτό δεν προβλέπεται από τη σχετική νομοθεσία.

Β. Ιδιωτική διαφορά υφίσταται όταν, το αντικείμενο της δίκης είναι έννομη σχέση του ιδιωτικού δικαίου, δηλαδή αμφισβήτηση, ή έριδα, των διαδίκων περί την ύπαρξη, την έκταση, το περιεχόμενο, ή τα υποκείμενα βιοτικής σχέσης συγκεκριμένου προσώπου προς άλλο πρόσωπο, ή πράγμα.

Δεν αποτελεί διοικητική διαφορά ουσίας, αλλά έννομη σχέση ιδιωτικού δικαίου, αμφισβήτηση, ή έριδα, ως προς την αδικοπρακτική συμπεριφορά προστηθέντων υπαλλήλων του Δημοσίου, ή ΝΠΔΔ και ως εκ τούτου η διαφορά υπάγεται στην δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων (ΑΠ 316/2011, ΑΠ 872/2015).

Ασφαλιστικές εισφορές λόγω ανικανότητας προς εργασία.

Η προσωρινή διακοπή εργασίας του εργαζόμενου, λόγω ανικανότητας συνεπεία τραυματισμού, απαλλάσσει τον εργοδότη,  σύμφωνα με την ισχύουσα ασφαλιστική νομοθεσία, από την υποχρέωση καταβολής των ασφαλιστικών εισφορών, που τον βάρυναν.

Ο τραυματισθείς εργαζόμενος δεν έχει άμεση αξίωση κατά του εργοδότη προκειμένου να απαιτήσει τις εισφορές αυτές. Όμως οι εισφορές δεν παύουν να αποτελούν όφελος για τον εργαζόμενο, η απόλαυση του οποίου χάνεται για τον παραπάνω λόγο και επομένως αποτελούν ζημία για τον παθόντα, ο οποίος για το λόγο αυτό δικαιούται να ζητήσει αποζημίωση από τον υπόχρεο.

Κατά συνέπεια η αποζημίωση του παθόντος για την στέρηση των εισοδημάτων του, εξ αιτίας της ανικανότητάς του για παροχή εργασίας, περιλαμβάνει το σύνολο των ακαθάριστων (μικτών) αποδοχών του, που θα έπαιρνε, αν δεν τραυματιζόταν, δηλαδή εκείνες στις οποίες περιλαμβάνονται και τις κρατήσεις υπέρ των ασφαλιστικών οργανισμών με τις οποίες βαρύνεται ο εργοδότης.

Εναπόκειται στον αξιούντα την αποζημίωση να τις διεκδικήσει, είτε μαζί με τις μικτές αποδοχές, είτε αυτοτελώς (ΑΠ 426/2014).

Συμβάσεις εργασίας Δημοσίου - ΝΠΔΔ.

1. Σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 2 ν. 1406/1983 διοικητικές συμβάσεις, που υπάγονται στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, είναι εκείνες στις οποίες ένα τουλάχιστον από τα συμβαλλόμενα μέρη είναι το Δημόσιο, ή ΝΠΔΔ και έχουν αντικείμενο σχετικό με την λειτουργία δημοσίας υπηρεσίας, ή εξυπηρετούν δημόσιο σκοπό, η δε κατάρτιση και εκτέλεσή τους διέπεται έστω και εν μέρει από κανόνες ιδιωτικού δικαίου, ή περιέχουν νομίμους όρους που εξασφαλίζουν υπέρ του συμβαλλόμενου Δημοσίου, ή ΝΠΔΔ, δυνατότητες μονομερούς επέμβασης, ή εξαιρετικό συμβατικό καθεστώς.

2. Συμβάσεις που δεν συγκεντρώνουν τα γνωρίσματα αυτά είναι ιδιωτικές και οι διαφορές από αυτές υπάγονται στα πολιτικά δικαστήρια

3. Δεν είναι διοικητικές διαφορές ουσίας, αλλά ιδιωτικές, εκείνες που αναφύονται από συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου, οι οποίες συνάπτονται μεν με το Δημόσιο, ή ΝΠΔΔ, ανήκουν όμως από τη φύση τους στο ιδιωτικό δίκαιο και ρυθμίζονται από αυτό, εφ όσον δεν υπάγονται σε εξαιρετικό νομοθετικό καθεστώς (ΑΠ 872/2015).

4. Οι διαφορές που αφορούν τις αποδοχές των μισθωτών, που συνδέονται με το Δημόσιο, τους Ο.Τ.Α. και τα Ν.Π.Δ.Δ. με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου υπάγονται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, ακόμη και αν γενεσιουργός λόγος αυτών είναι εκτελεστές πράξεις των διοικητικών αρχών (ΑΕΔ 3/2004, ΟλΑΠ 7/2011, ΑΕΔ 3/2004, ΟλΑΠ 7/2011, ΣτΕ 2137/2011, ΑΠ 743/2015).

Αδικοπραξία Δημοσίου - ΝΠΔΔ.

Σύμφωνα με το άρθρο 94 παρ. 1, 2 του Συντάγματος «Στο Συμβούλιο Επικρατείας και τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια υπάγονται οι διοικητικές διαφορές όπως ο νόμος ορίζει, με την επιφύλαξη των αρμοδιοτήτων του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Στα πολιτικά δ/ρια υπάγονται οι ιδιωτικές διαφορές καθώς και της εκούσιας δικαιοδοσίας, όπως ο νόμος ορίζει». Κατά δε το άρθρο 1 στοιχ. α ΚΠολΔ τα πολιτικά δικαστήρια έχουν δικαιοδοσία προς εκδίκαση ιδιωτικών διαφορών.

Ιδιωτική διαφορά υφίσταται όταν, το αντικείμενο της δίκης είναι έννομη σχέση του ιδιωτικού δικαίου, δηλαδή αμφισβήτηση, ή έριδα, των διαδίκων περί την ύπαρξη, την έκταση, το περιεχόμενο, ή τα υποκείμενα βιοτικής σχέσης συγκεκριμένου προσώπου προς άλλο πρόσωπο, ή πράγμα.

Δεν αποτελεί διοικητική διαφορά ουσίας, αλλά έννομη σχέση ιδιωτικού δικαίου, αμφισβήτηση, ή έριδα, ως προς την αδικοπρακτική συμπεριφορά προστηθέντων υπαλλήλων του Δημοσίου, ή ΝΠΔΔ και ως εκ τούτου η διαφορά υπάγεται στην δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ( ΑΠ 316/2011, ΑΠ 872/2015).

Τροπή προσημείωσης υποθήκης σε υποθήκη.

1. Από τα άρθρα 1277 και 1323 ΑΚ προκύπτει ότι η προσημείωση υποθήκης χορηγεί μόνο δικαίωμα προτίμησης για την απόκτηση υποθήκης. Όταν η απαίτηση επιδικασθεί τελεσίδικα, η προσημείωση υποθήκης τρέπεται σε υποθήκη, η οποία λογίζεται ότι έχει εγγραφεί από την ημέρα της προσημείωσης. Αν μέσα σε ενενήντα ημέρες από την τελεσίδικη απόφαση που επιδικάζει την απαίτηση, η προσημείωση υποθήκης δεν τραπεί σε υποθήκη επέρχεται απόσβεση της προσημείωσης.

2. Ο αιτών την τροπή της προσημείωσης σε υποθήκη πρέπει, να υποβάλλει αίτηση στον αρμόδιο Υποθηκοφύλακα, προσκομίζοντας ταυτόχρονα, εκτός των άλλων, τον τίτλο εγγραφής υποθήκης, είτε σε πρωτότυπο, είτε σε νόμιμο αντίγραφο.

3. Για την τροπή της προσημείωσης σε υποθήκη με τίτλο τελεσίδικη δικαστική απόφαση, που επιδικάζει την απαίτηση, επισυνάπτεται στην αίτηση αντίγραφο αυτής εντός της αποκλειστικής προθεσμίας των 90 ημερών από την τελεσίδικη επιδίκαση της απόφασης, οπότε η υποθήκη θεωρείται εγγεγραμμένη από την ημέρα της εγγραφής της προσημείωσης.

4. Εάν η εγγραφή της υποθήκης γίνει μετά την παρέλευση των 90 ημερών, συνίσταται μεν υποθήκη στο ακίνητο του οφειλέτη με βάση τον δικαστικό τίτλο, στην περίπτωση όμως αυτή η υποθήκη αποκτά τάξη αντίστοιχη προς το χρόνο της εγγραφής της, όχι δηλαδή τάξη αντίστοιχη προς το χρόνο εγγραφής της προσημείωσης.

5. Ακόμη και αν το ακίνητο μετά την εγγραφή της προσημείωσης περιέλθει στην κυριότητα τρίτου, η τροπή σε υποθήκη ισχύει και κατά του τρίτου.

6. Αν η προσημείωση υποθήκης έχει εγγραφεί με βάση διαταγή πληρωμής και κατά της διαταγής πληρωμής ασκήθηκε ανακοπή, το έγγραφο που δικαιολογεί την μετατροπή της σε υποθήκη, είναι η τελεσίδικη απόφαση που απορρίπτει την ανακοπή κατά της Διαταγής Πληρωμής.

7. Η αδυναμία προσκόμησης εντός των 90 ημερών για τον ενδιαφερόμενο του  προαναφερθέντος εγγράφου αποτελεί λόγο ανώτερης βίας και συνεπάγεται την αναστολή της ενενηκονθήμερης προθεσμίας (ΑΠ 1544/2012).

8. Αν κατά της διαταγής πληρωμής, ο οφειλέτης άσκησε μεν την εκ του άρθρου 632 παρ. 1 ΚΠολΔ ανακοπή μέσα στην προθεσμία των δέκα πέντε εργάσιμων ημερών από την πρώτη σε αυτόν επίδοση της διαταγής, πλην όμως δεν άσκησε εμπροθέσμως έφεση κατά της απόφασης που εκδόθηκε επί της ως άνω ανακοπής μέσα στην προθεσμία των τριάντα ημερών από την επίδοση σε αυτόν της ως άνω απόφασης (άρθρ. 518 παρ. 1 ΚΠολΔ), η προσημείωση πρέπει να τραπεί σε υποθήκη μέσα σε ενενήντα ημέρες από την πάροδο της τελευταίας αυτής προθεσμίας των τριάντα ημερών για την άσκηση της έφεσης, γιατί από τότε αρχίζει να τρέχει η αποσβεστική προθεσμία των ενενήντα ημερών για την τροπή της προσημείωσης σε υποθήκη (ΑΠ 1330/2006, ΑΠ 119/2003, ΑΠ 1494/2003, ΕφΑθ 7066/2007, ΜονΠρΘεσ 4331/2013).

Εγγραφή υποθήκης.

Από τα άρθρα 1257 επ. ΑΚ προκύπτει ότι, σε ξένο ακίνητο μπορεί να συσταθεί εμπράγματο δικαίωμα υποθήκης για την εξασφάλιση απαίτησης με την προνομιακή ικανοποίηση του δανειστή από το ακίνητο. Η υποθήκη αποκτάται, εφ όσον υπάρχει τίτλος, ο οποίος χορηγεί δικαίωμα υποθήκης και γίνει εγγραφή της στο βιβλίο υποθηκών.

1. Τίτλοι που χορηγούν δικαίωμα για την απόκτηση υποθήκης είναι α) ο νόμος, β) η δικαστική απόφαση και γ) η ιδιωτική βούληση. 

α) Τίτλος από τον νόμο.

Τίτλο από τον νόμο έχουν

1. το δημόσιο, στα ακίνητα των οφειλετών του για απαιτήσεις από καθυστερούμενους φόρους. 

2. το δημόσιο, οι δήμοι, οι κοινότητες, τα θρησκευτικά ή τα κοινής  ωφέλειας ιδρύματα και τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, στα ακίνητα  των διαχειριστών ή των εγγυητών τους, για τις απαιτήσεις που πηγάζουν  από τη διαχείριση.

3. εκείνοι που τελούν υπό γονική μέριμνα ή  επιτροπεία, στα ακίνητα των γονέων ή του επιτρόπου, για την περιουσία  τους που αυτοί διαχειρίζονται και για τις απαιτήσεις τους από αυτή τη  διαχείριση.

4. ο κάθε σύζυγος για την απαίτησή του από την επαύξηση της  περιουσίας του άλλου συζύγου κατά το άρθρο 1400 ΑΚ.

5. οι κληροδόχοι, στα  κινητά της κληρονομίας, για τις απαιτήσεις τους.

6. οι κληρονόμοι στα  ακίνητα της κληρονομίας, για τις απαιτήσεις προς εξίσωση των μερίδων  τους ή λόγω νομικών ελαττωμάτων των αντικειμένων της κληρονομίας που  τους έλαχαν.

7. ο ενυπόθηκος δανειστής, στο ενυπόθηκο ακίνητο, για τους  καθυστερούμενους τόκους της απαίτησης και για τη δαπάνη της εγγραφής  της υποθήκης ή τη δικαστική δαπάνη, εφόσον το ενυπόθηκο ακίνητο δεν  μεταβιβάσθηκε σε άλλον. 

β) Τίτλος από δικαστική απόφαση

Τίτλο για την απόκτηση υποθήκης παρέχουν, εφόσον επιδικάζουν χρηματική, ή άλλη αποτιμητή σε χρήμα παροχή, α) οι τελεσίδικες αποφάσεις των πολιτικών, ποινικών και διοικητικών ή άλλων ειδικών δικαστηρίων και β) οι εκτελεστές αποφάσεις διαιτητών ή αλλοδαπών δικαστηρίων

γ) Συναινετικός τίτλος.

Δικαίωμα για εγγραφή υποθήκης παρέχεται από τον οφειλέτη, ή από τρίτον υπέρ του οφειλέτη. Αυτός που παραχωρεί υποθήκη απαιτείται να είναι κύριος του ακινήτου.  Η παραχώρηση υποθήκης γίνεται ενώπιον συμβολαιογράφου, όπου προσδιορίζεται το ακίνητο που υποθηκεύεται.

2. Εγγραφή στο βιβλίο υποθηκών.

Η υποθήκη εγγράφεται στο βιβλίο υποθηκών για ορισμένο χρηματικό ποσό.

3. Ικανοποίηση του δανειστή.

Το ποσό της υποθήκης προσδιορίζει αριθμητικώς το όριο της προνομιακής ικανοποίησης του ενυπόθηκου δανειστή, σε περίπτωση αναγκαστικού πλειστηριασμού.

Αν το ποσόν της εγγραφής είναι μικρότερο της ασφαλιζομένης απαίτησης, η καταβολή της απαίτησης μέχρι του ποσού αυτού δεν επιφέρει απόσβεση της υποθήκης.

Επί πολλαπλής υποθήκης, όταν, δηλαδή, για την εξασφάλιση της ίδιας απαίτησης, έχει εγγραφεί, συγχρόνως ή διαδοχικά, υποθήκη (ή προσημείωση) σε περισσότερα ακίνητα που ανήκουν στο ίδιο, ή σε διαφορετικά πρόσωπα, ή η εγγραφή έχει γίνει σε ιδανικά μερίδια του ίδιου ακινήτου που ανήκουν σε διαφορετικά πρόσωπα, καθένα από τα βεβαρημένα ακίνητα εξακολουθεί να είναι υπέγγυο για την ασφαλιζόμενη απαίτηση.

Εξακολουθεί να είναι υπέγγυο το ακίνητο για την ασφαλιζόμενη απαίτηση, εφ όσον αυτή δεν εξοφλήθηκε ολοσχερώς, παρά την καταβολή, η οποία δεν προήλθε από την εκπλειστηρίαση του ενυπόθηκου, γιατί με τον πλειστηριασμό του ενυπόθηκου κτήματος και την καταβολή του εκπλειστηριάσματος επέρχεται ως προς το ακίνητο αυτό απόσβεση της υποθήκης (άρθ. 1318 περ.3 ΑΚ).

Από το εκπλειστηρίασμα του ενυπόθηκου και επί πολλαπλής υποθήκης καθενός ενυπόθηκου, ο ενυπόθηκος δανειστής έχει προνομιακή ικανοποίηση μέχρι του ποσού της εγγραφής της υποθήκης, ενώ το υπόλοιπο ποσό της μεγαλύτερης της ασφαλισμένης απαίτησης θα καταταγεί συμμέτρως με τις απαιτήσεις των αναγγελθέντων απλών εγχειρογράφων δανειστών κατά την διανομή του τυχόν απομείναντος ποσού του εκπλειστηριάσματος (ΑΠ 872/1996, ΑΠ 560/2006, 2111/2014, ΑΠ 1418/1985). 

Εγγραφή προσημείωσης υποθήκης.

Από τις διατάξεις των άρθρων 682 παρ. 1, 706 ΚΠολΔ και 1274 ΑΚ προκύπτει ότι η εγγραφή προσημείωσης υποθήκης γίνεται μόνο κατόπιν δικαστικής απόφασης, ως ασφαλιστικό μέτρο, προς ασφάλεια χρηματικής απαίτησης του δανειστή και εξασφάλιση μελλοντικής αναγκαστικής εκτέλεσης.

Αποτελεί υποθήκη εξαρτημένη από την αναβλητική αίρεση της τελεσίδικης επιδίκασης της ασφαλιζόμενης απαίτησης και της εμπρόθεσμης τροπής της σε υποθήκη, η οποία ανατρέχει στο χρόνο εγγραφής της προσημείωσης με αντίστοιχη προτεραιότητα στην υποθηκική τάξη, κατά τις διατάξεις των άρθρων 1272, 1277, 1323 αριθ. 2 ΑΚ (ΑΠ 410/2005).

Απαραίτητη προϋπόθεση προκειμένου να διαταχθεί το ασφαλιστικό μέτρο της προσημείωσης υποθήκης είναι να συντρέχει επικείμενος κίνδυνος, ή επείγουσα περίπτωση.

Ως επικείμενος κίνδυνος νοείται η πιθανολόγηση ότι πρόκειται προσεχής αποξένωση του οφειλέτη από την κατασχετή περιουσία του, έτσι ώστε να είναι αδύνατη η επίσπευση εναντίον του αναγκαστικής εκτέλεσης, όταν κάποτε ο  δανειστής θα αποκτήσει εκτελεστό τίτλο μετά τον τερματισμό της διαγνωστικής δίκης. Έτσι η ελαττωμένη περιουσιακή κατάσταση του οφειλέτη δεν αρκεί για να δικαιολογήσει την λήψη του ασφαλιστικού μέτρου της προσημείωσης υποθήκης,  ούτε μπορεί να θεωρηθεί ότι αποτελεί επικείμενο κίνδυνο, ή επείγουσα περίπτωση, πιθανή μεταβολή στο μέλλον της περιουσιακής κατάστασης του οφειλέτη.

Απαιτώντας συνεπώς ο νόμος επικείμενο κίνδυνο, ή επείγουσα περίπτωση, εννοεί προδήλως την ύπαρξη ασυνήθους ανάγκης έκτακτης δικαστικής προστασίας του δανειστή, που δικαιολογείται από την συνδρομή παρόντων πραγματικών περιστατικών κάποιου συγκεκριμένου κινδύνου ματαίωσης της απαίτησης, ή επείγουσας περίπτωσης της στιγμής, η οποία είναι πιεστική και ανεπίδεκτη αναβολής και απαιτεί άμεση ρύθμιση, ώστε να αποφευχθεί η δημιουργία ανεπανόρθωτων ή δύσκολα αναστρέψιμων καταστάσεων (ΜονΠρΑθ 449/2004, ΜονΠρΠειρ 124 8/1999, ΜονΠρΑθ 7810/2003).

Απόσβεση υποθήκης.

Οι λόγοι απόσβεσης υποθήκης είναι

α) Οι λόγοι απόσβεσης της απαίτησης (όπως καταβολή, δόση αντί καταβολής, άφεση χρέους, υπόσχεση αντί καταβολής, δημόσια κατάθεση, ανανέωση, συμψηφισμός σύγχυση, άφεση χρέους).

β) Η ολοσχερής εξαφάνιση του ενυπόθηκου κτήματος.

γ) Η παραίτηση του δανειστή. Δίνεται ενώπιον συμβολαιογράφου.

δ) Ο πλειστηριασμός του ενυπόθηκου κτήματος και η καταβολή του εκπλειστηριάσματος.

ε) Η παρέλευση της προθεσμίας με την οποία έχει παραχωρηθεί η υποθήκη.

στ) Η παραγραφή της απαίτησης.

ζ) Όταν ενωθούν στο ίδιο πρόσωπο η κυριότητα και το δικαίωμα της υποθήκης.

Απόσβεση προσημείωσης υποθήκης.

Οι λόγοι απόσβεσης της προσημείωσης υποθήκης είναι

α) Οι λόγοι απόσβεσης της απαίτησης (όπως καταβολή, δόση αντί καταβολής, άφεση χρέους, υπόσχεση αντί καταβολής, δημόσια κατάθεση, ανανέωση, συμψηφισμός σύγχυση, άφεση χρέους).

β) Η ολοσχερής εξαφάνιση του ενυπόθηκου κτήματος.

γ) Η παραίτηση του δανειστή. Δίνεται ενώπιον συμβολαιογράφου.

δ) Ο πλειστηριασμός του ενυπόθηκου κτήματος και η καταβολή του εκπλειστηριάσματος.

ε) Η παρέλευση της προθεσμίας με την οποία έχει παραχωρηθεί η προσημείωση.

στ) Η παραγραφή της απαίτησης.

ζ) Όταν ενωθούν στο ίδιο πρόσωπο η κυριότητα και το δικαίωμα της υποθήκης.

η) Η ανάκληση της απόφασης που διέταξε την εγγραφή της.

θ) Αν μέσα σε ενενήντα ημέρες από την τελεσίδικη απόφαση που επιδικάζει την απαίτηση δεν τραπεί σε υποθήκη.

Εξάλειψη υποθήκης.

Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1317 και 1324 ΑΚ για την άρση, αναίρεση, ή κατάργηση, της υποθήκης απαιτούνται δύο νομικά γεγονότα, το ουσιαστικό που αναφέρεται στην απόσβεση του δικαιώματος προς υποθήκη και το τυπικό που αφορά την δημοσιότητα και συνίστανται στην εξάλειψη της υποθήκης.

Για την άρση της υποθήκης δεν αρκεί ότι εχώρησε η απόσβεση, ότι δηλαδή υφίσταται κάποιος αποσβεστικός λόγος της υποθήκης, αλλά απαιτείται να εξαλειφθεί αυτή από το οικείο βιβλίο.

Για την εξάλειψη της υποθήκης απαιτείται αίτηση του ενδιαφερόμενου προς τον αρμόδιο υποθηκοφύλακα, η οποία πρέπει να στηρίζεται.

Είτε σε συναίνεση του δανειστή, όταν εκείνος συναινεί.

Είτε σε δικαστική απόφαση όταν εκείνος δεν συναινεί.

1. Συναινετική εξάλειψη.

Η συναίνεση δίνεται ενώπιον συμβολαιογράφου (άρθρο 1325 ΑΚ) και ο υποθηκοφύλακας υποχρεούται να προβεί στην εξάλειψη χωρίς δικαστική απόφαση.

2. Εξάλειψη με δικαστική απόφαση.

Σε περίπτωση που δεν συναινεί ο δανειστής, τότε καθένας που έχει έννομο συμφέρον (πχ. ο κύριος του ενυπόθηκου ακινήτου) μπορεί να ζητήσει με αγωγή από το κατά τις γενικές διατάξεις καθ ύλη αρμόδιο δικαστήριο την εξάλειψη της υποθήκης, επικαλούμενος, ότι ο εναγόμενος δεν συναινεί στην εξάλειψη και κάποιον από τους νόμιμους λόγους εξάλειψης.

3. Λόγοι εξάλειψης υποθήκης.

Οι λόγοι εξάλειψης της υποθήκης είναι

α) Η απόσβεση της υποθήκης και

β) Η ακυρότητα της εγγραφής της.  

4. Λόγοι απόσβεσης υποθήκης.

Οι λόγοι απόσβεσης υποθήκης είναι

α) Οι λόγοι απόσβεσης της απαίτησης (όπως καταβολή, δόση αντί καταβολής, άφεση χρέους, υπόσχεση αντί καταβολής, δημόσια κατάθεση, ανανέωση, συμψηφισμός σύγχυση, άφεση χρέους).

β) Η ολοσχερής εξαφάνιση του ενυπόθηκου κτήματος.

γ) Η παραίτηση του δανειστή. Δίνεται ενώπιον συμβολαιογράφου.

δ) Ο πλειστηριασμός του ενυπόθηκου κτήματος και η καταβολή του εκπλειστηριάσματος.

ε) Η παρέλευση της προθεσμίας με την οποία έχει παραχωρηθεί η υποθήκη.

στ) Η παραγραφή της απαίτησης.

ζ) Όταν ενωθούν στο ίδιο πρόσωπο η κυριότητα και το δικαίωμα της υποθήκης.

5. Στοιχεία της βάσης της αγωγής εξάλειψης υποθήκης είναι

α) Η ασφαλιζόμενη απαίτηση και η αξία της ασφαλιζόμενης απαίτησης.

β) Ο τίτλος υποθήκης.

γ) Το ακίνητο, στο οποίο με βάση τον πιο πάνω τίτλο έχει εγγραφεί υποθήκη.

δ) Ο νόμιμος λόγος για τον οποίο αποσβήστηκε η υποθήκη.

ε) Η άρνηση του εναγομένου για εξάλειψη της υποθήκης.

(ΕφΑθ 940/1999,  ΜονΕφΠειρ 718/2012, ΕφΠατρων 145/2015).

Εξάλειψη  προσημείωσης υποθήκης.

Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 1330 ΑΚ η εξάλειψη της προσημείωσης υποθήκης είναι η διαγραφή της προσημείωσης από το βιβλίο υποθηκών με πράξη του υποθηκοφύλακα, που σημειώνει στην οικεία στήλη του βιβλίου ότι η γραμμένη προσημείωση εξαλείφεται.

Για την εξάλειψη απαιτείται αίτηση του ενδιαφερόμενου προς τον αρμόδιο υποθηκοφύλακα, η οποία πρέπει να στηρίζεται

Είτε, γιατί παρήλθαν από την τελεσίδικη επιδίκαση της απαίτησης ενενήντα ημέρες χωρίς η προσημείωση να τραπεί σε υποθήκη. 

Είτε σε συναίνεση του δανειστή, όταν εκείνος συναινεί,

Είτε σε δικαστική απόφαση (ανακλητική των ασφαλιστικών μέτρων) όταν εκείνος δεν συναινεί, είτε

1. Συναινετική εξάλειψη.

Η συναίνεση δίνεται ενώπιον συμβολαιογράφου (άρθρο 1325 ΑΚ).

Όταν στην συναινετική εξάλειψη, ο οφειλέτης της προσημειωμένης απαίτησης, ή εκείνος που έχει έννομο συμφέρον, απευθυνθεί στον αρμόδιο υποθηκοφύλακα για την εξάλειψη της προσημείωσης και αυτός, αν και συνέτρεχαν οι όροι της εξάλειψης, αρνηθεί την εξάλειψή της από τα βιβλία υποθηκών, η άρνηση του υποθηκοφύλακα επιλύεται από το Μονομελές Πρωτοδικείο κατά την ειδική διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρο 739 επ. ΚΠολΔ, 791 ΚΠολΔ).

2. Εξάλειψη με δικαστική απόφαση.

Σύμφωνα με το άρθρο 1330 ΑΚ η προσημείωση υποθήκης εξαλείφεται, αν προσαχθεί απόφαση που ανακαλεί την απόφαση που είχε διατάξει την εγγραφή της, ή απόφαση που διατάζει την εξάλειψή της.

Τέτοια απόφαση νοείται

α) απόφαση που ανακαλεί, ή μεταρρυθμίζει, την απόφαση, η οποία διέταξε ως ασφαλιστικό μέτρο την εγγραφή προσημείωσης. Αυτή είναι η απόφαση που επιφέρει και την απόσβεση της προσημείωσης κατ’άρθρο 1323 ΑΚ.

β) απόφαση που διατάζει την εξάλειψη της προσημείωσης, η οποία είναι διαφορετική από την παραπάνω, γιατί ενώ εκείνη ανακαλεί ή μεταρρυθμίζει προηγούμενη απόφαση λ.χ. γιατί μεταβλήθηκαν οι συνθήκες ή παρέχεται εγγυοδοσία, αυτή διατάζει απλώς την εξάλειψη της προσημείωσης.

Αυτό συμβαίνει

βα) όταν η προσημείωση έχει για κάποιο λόγο ήδη αποσβεστεί, λ.χ. εξοφλήθηκε η απαίτηση, ή ο δανειστής παραιτήθηκε.

ββ) όταν η προσημείωση έχει άκυρα εγγραφεί.

βγ) όταν η προσημείωση έχει εγγραφεί με διαταγή πληρωμής, οπότε δεν υπάρχει προηγούμενη απόφαση που διέταξε την εγγραφή της, ώστε με νέα να ανακληθεί.

Για την διαδικασία έκδοσης της απόφασης αυτής εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 696 επ. ΚΠολΔ (ΜΠρΑθ 10532/2008). 

Όταν η προσημείωση έχει εγγραφεί με διαταγή πληρωμής εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 724 παρ.2 ΚΠολΔ. Αρμόδιο δικαστήριο να διατάξει την εξάλειψη είναι το δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την διαταγή πληρωμής. Αν έχει ασκηθεί ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής, τότε αρμόδιο είναι το δικαστήριο στο οποίο εκκρεμεί η ανακοπή (ΜΠρΑθ 10532/2008, ΜΠρΘεσ 23284/2008, ΠΠρΘεσ 5757/2013).

Παραγραφή ναυτεργατικού ατυχήματος κατά αλλοδαπής ναυτιλιακής εταιρείας. 

Οι αξιώσεις του ναυτικού από ναυτεργατικό ατύχημα, όταν ο εργοδότης του  δεν έχει μόνιμη κατοικία στην Ελλάδα, ή είναι αλλοδαπή ναυτιλιακή εταιρεία, υπόκεινται σε παραγραφή τριάντα μηνών (άρθρο 1 ν. 762/78).

Στην ίδια παραγραφή υπόκεινται και οι αξιώσεις του ναυτικού κατά του αντιπρόσωπου του εργοδότη, που με τον ναυτικό σύναψε στην Ελλάδα σύμβαση ναυτολόγησης σε πλοίο του εργοδότη που δεν κατοικεί, ή δεν έχει έδρα στην Ελλάδα, ως και κατά του φυσικού προσώπου, που ενήργησε ως νόμιμος εκπρόσωπος του αντιπροσώπου του αλλοδαπού πλοιοκτήτη.

Η παραγραφή αρχίζει από την καθ` οιονδήποτε τρόπο λύση της σύμβασης ναυτολόγησης.

Αν όμως, λόγω του θανάτου του παθόντος, την αγωγή ασκούν τα συγγενικά του πρόσωπα, η προθεσμία της παραγραφής αρχίζει από την επομένη ημέρα του θανάτου του ναυτικού (ΕφΠειρ 352/2007). 

Χρίστος Καραμπάγιας | Μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών