Δεδικασμένο από τελεσίδικη απόφαση.

Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 321, 322, 324, 331 ΚΠολΔ, η τελεσίδικη απόφαση αποτελεί δεδικασμένο, που δεν επιτρέπει να αμφισβητηθεί και να καταστεί αντικείμενο νέας δίκης το δικαίωμα που κρίθηκε και η δικαιολογική σχέση από την οποία αυτό έχει παραχθεί.

Η απαγόρευση αυτή ενεργεί τόσο θετικά, με την έννοια ότι το δικαστήριο, ενώπιον του οποίου ανακύπτει εξ αφορμής άλλης δίκης, είτε ως κύριο είτε ως προδικαστικό ζήτημα, το δικαίωμα που κρίθηκε με τελεσίδικη απόφαση, οφείλει να θέσει ως βάση της απόφασής του το δεδικασμένο, που προκύπτει από την απόφαση αυτή, λαμβάνοντας αυτό ως αμάχητη αλήθεια, όσο και αρνητικά, με την έννοια ότι απαγορεύεται η συζήτηση νέας αγωγής για το ίδιο δικαίωμα, για την ύπαρξη ή μη του οποίου υπάρχει δεδικασμένο.

Το δεδικασμένο αυτό εκτείνεται στο ουσιαστικό ζήτημα για έννομη σχέση που προβλήθηκε με αγωγή, ανταγωγή, κύρια παρέμβαση ή ένσταση συμψηφισμού.

Δεδικασμένο δημιουργείται ακόμη και εάν η προηγούμενη τελεσίδικη απόφαση είναι για οποιονδήποτε λόγο εσφαλμένη. Το δεδικασμένο αυτό δύναται να ανατραπεί μόνο με την άσκηση κατά της εσφαλμένης τελεσίδικης απόφασης των ενδίκων μέσων, της ανακοπής ερημοδικίας, της αναίρεσης, ή της αναψηλάφησης.

Δεδικασμένο δεν δημιουργείται  από ανύπαρκτη (ανυπόστατη) δικαστική απόφαση. 

Χρίστος Καραμπάγιας | Μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών