Απόφαση 538/2011Εφετείου Πειραιώς.

TO ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ (ΝΑΥΤΙΚΟ ΤΜΗΜΑ)

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές Ασπασία Μαγιάκου, Πρόεδρο Εφετών, Αρετή Παπαδιά και Χρήστο Τζανερρίκο, Εισηγητή, Εφέτες και από τη Γραμματέα….Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Μαίου 2011, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ των: Α) ΕΚΚΑΛΟΥΣΑΣ:Ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία…….που εδρεύει στην……και διατηρεί υποκατάστημα στην….και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό της δικηγόρο…..ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΟΥ….κατοίκου….ο οποίος παραστάθηκε μετά της πληρεξούσιας του δικηγόρου…..ΚΟΙΝΟΠΟΙΟΥΜΕΝΗ ΠΡΟΣ:….κατοίκου….Β) ΚΑΛΟΥΝΤΟΣ-ΕΝΑΓΟΝΤΟΣ: κατοίκου….οποίος παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου του δικηγόρου…..ΚΑΘΗΣ Η ΚΛΗΣΗ-ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ:Ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία…..η οποία εδρεύει στην…και διατηρεί υποκατάστημα στην….και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό της δικηγόρο….

Ο υπό στοιχείο Α εφεσίβλητος άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς την από…..και με αριθ. έκθ. κατάθ…αγωγή του, επί της οποίας εκδόθηκε η ….απόφασή του παραπάνω Δικαστηρίου  που δέχθηκε εν μέρει την αγωγή. κην απόφαση αυτή προσέβαλε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου η εναγομένη και ήδη εκκαλούσα με την από…..και με αριθ. έκθ. κατάθ…έφεσή της. Ομοίως ενώπιον του ίδιου πιο πάνω Δικαστηρίου άσκησε και ο υπό στοιχείο Β καλών-ενάγων την από….και με αριθ. έκθ. κατάθ….παρεμπίπτουσα αγωγή, της οποίας δικάσιμος ορίστηκε…..κατά την οποία η συζήτησή της ματαιώθηκε.

Ήδη με την από…..κλήση του υπό στοιχείο Β καλούντος-ενάγοντος επαναφέρεται προς συζήτηση η προκείμενη υπόθεση στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας. Η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου και συζητήθηκε. Η πληρεξούσια δικηγόρος της καλούσας- εφεσίβλητης ανέπτυξε τις απόψεις της με τις προτάσεις που κατέθεσε.

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ ΚΑΙ ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΝΌΜΟ.

Ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου έχουν εισαχθεί προς κρίση, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο: α) Η από…(αύξ. αριθμ. κατ. …..) έφεση της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία…..κατά του ενάγοντος….και της υπ’ αριθμόν…..οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς (τακτικής διαδικασίας). Και, β) η από….(αρ. εκθ. κατ. ….), παρεμπίπτουσα, αγωγή κατά της ως άνω ασφαλιστικής εταιρείας του, ασφαλισμένου σ’ αυτή, ..., και συνεναγομένου της στην αγωγή του παραπάνω εφεσίβλητου- νάγοντος, επί της οποίας εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση. Επομένως, η ένδικη έφεση και η παρεμπίπτουσα, αγωγή, οι οποίες εκκρεμούν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, πρέπει να ενωθούν και συνεκδικασθούν, λόγω της, πρόδηλης, συνάφειας, μεταξύ τους (άρθρο 246 του ΚΠολΔ).

Επί της εφέσεως:

Η έφεση αυτή, η οποία έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα, αφού οι διάδικοι δεν επικαλούνται, ούτε προκύπτει επίδοση της εκκαλουμένης αποφάσεως (άρθρο 518 παρ. 2 ΚΠολΔ), πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή.

Περαιτέρω, το άρθρο 528 του ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 16§4 του ν. 2915/2001, ορίζει ότι «αν ασκηθεί έφεση από διάδικο που δικάστηκε σαν να ήταν παρών, η εκκαλούμενη απόφαση εξαφανίζεται μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους. Ο εκκαλών δικαιούται να προβάλει όλους τους ισχυρισμούς που μπορούσε να προτείνει πρωτοδίκως».

Από τη διάταξη αυτή, σαφώς, προκύπτει ότι, παρά την κατάργηση των τεκμηρίων εκ της ερημοδικίας των διαδίκων, που θέσπιζαν τα άρθρα 271 και 272 ΚΠολΔ, μετά την οποία εξέλιπαν, πλέον, οι λόγοι για τη χορήγηση αναιτιολόγητης ανακοπής και, κατ’ επέκταση, εφέσεως με όμοιο αποτέλεσμα, εν τούτοις, η παραπάνω διάταξη διατήρησε ευθέως την έφεση κατά ερήμην αποφάσεως, ως υποκατάστατο της αναιτιολόγητης ανακοπής ερημοδικίας. Έτσι, για την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, εφόσον αυτή εκδόθηκε σαν να ήταν παρών ο διάδικος, δεν απαιτείται να ευδοκιμήσει, προηγουμένως, κάποιος λόγος της εφέσεως, αλλά αρκεί η τυπική παραδοχή της, καθόσον αυτή έχει τα αποτελέσματα της καταργηθείσας αναιτιολόγητης ανακοπής (ΑΠ 829/2008, ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 884/2007, ΧΡΙΔ 2008, 52, ΑΠ 1015/2005 ΕλλΔνη 46.1100, ΕΑ 683/2008, ΝΟΜΟΣ, ΕΔωδ 152/2008, ΝΟΜΟΣ, ΕΑ 5224/2003 ΕλλΔνη 45, 555, Σ. Σαμουήλ, η έφεση, έκδ. ΣΤ', παρ. 228δ', 228ε).

Στην προκειμένη περίπτωση, με την ένδικη έφεσή της, η εκκαλούσα ζητεί, για τους αναφερομένους σ’ αυτή λόγους, την εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως, η οποία έχει εκδοθεί ερήμην της και, στη συνέχεια, την, κατ’ ουσίαν, απόρριψη της, από….(αριθμ. εκθ. κατ….), εναντίον της, αγωγής του ήδη εφεσίβλητου - ενάγοντος, που έχει γίνει, με αυτή (εκκαλουμένη απόφαση), εν μέρει, δεκτή. Επομένως, σύμφωνα με τις προηγηθείσες νομικές σκέψεις, η έφεση αυτή, μετά την, κατά τα παραπάνω, τυπική παραδοχή της, πρέπει να γίνει δεκτή, ως βάσιμη και κατ’ ουσίαν. Ακολούθως, η εκκαλουμένη απόφαση, πρέπει να εξαφανιστεί, ως προς την ως άνω εκκαλούσα - εναγομένη, ασφαλιστική εταιρεία, και, περαιτέρω, να κρατηθεί η υπόθεση στο παρόν Δικαστήριο, προκειμένου να ερευνηθεί το παραδεκτό, καθώς και η (νομική και ουσιαστική) βασιμότητα της, πιο πάνω αναφερόμενης, εναντίον της, αγωγής, δεδομένου ότι, όπως εκτέθηκε, αυτή ζητεί την, κατ’ ουσίαν, απόρριψη αυτής, στο σύνολό της.

Στο άρθρο 26 του ν. 2496/1997 ορίζονται τα εξής: «Όταν η ασφάλιση αστικής ευθύνης είναι κατά νόμο υποχρεωτική, ο τρίτος έχει ευθεία αξίωση και πέρα από το ασφαλιστικό ποσό, μέχρι το όριο για το οποίο η ασφάλιση είναι υποχρεωτική ... 3. Γεγονός που οδηγεί στην άρση ή τη λήξη της ασφαλιστικής σχέσης, δεν αντιτάσσεται κατά του τρίτου ζημιωθέντα παρά μόνο μετά πάροδο ενός (1) μηνός από τότε που ο ασφαλιστής το κοινοποιήσει στην υπηρεσία ή στο νομικό πρόσωπο που έχει ορισθεί για το σκοπό αυτόν ... 5. Με αποφάσεις του Υπουργού Ανάπτυξης και του κατά περίπτωση συναρμόδιου Υπουργού, που δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, μπορούν να καθορίζονται οι υπηρεσίες ή τα νομικά πρόσωπα που θα δέχονται τις κοινοποιήσεις των ασφαλιστών, η διαδικασία ελέγχου τήρησης της υποχρεωτικής ασφάλισης, καθώς και οι αναγκαίες λεπτομέρειες λειτουργίας υποχρεωτικών ασφαλίσεων αστικής ευθύνης. Οι διατάξεις αυτού του άρθρου δεν εφαρμόζονται, αν δεν έχει προσδιορισθεί η υπηρεσία ή το νομικό πρόσωπο». Κοινή υπουργική απόφαση, που να προσδιορίζει την εν λόγω υπηρεσία ή το νομικό πρόσωπο δεν έχει, ακόμη, εκδοθεί και, επομένως, οι ως άνω διατάξεις, που προβλέπουν ευθεία αξίωση του τρίτου σε περιπτώσεις υποχρεωτικής ασφαλίσεως αστικής ευθύνης δεν εφαρμόζονται (ΑΠ 1502/2008, ΕΕΜΠΔ 2009, 77).

Επομένως, εφόσον, σύμφωνα με τα παραπάνω, ο παθών τρίτος δεν έχει κατά της ασφαλιστικής εταιρείας, ευθεία αξίωση περί αποζημιώσεώς του για ζημιές, τις οποίες υπέστη αυτός, συνεπεία ατυχήματος, που προκλήθηκε από υπαιτιότητα ασφαλισμένου της, η τυχόν ασκηθείσα, εκ μέρους του, εναντίον αυτής ευθεία αγωγή, με την οποία επιδιώκει τέτοιου είδους αποζημίωσή του, είναι απαράδεκτη, λόγω ελλείψεως, στο πρόσωπο της (ευθέως) εναγομένης, ασφαλιστικής εταιρείας, της, κατ’ άρθρο 68 του ΚπολΔ, απαιτούμενης διαδικαστικής προϋποθέσεως της παθητικής νομιμοποιήσεως, για την άσκηση, εναντίον της, μιας τέτοιας, αγωγής.

Στην προκειμένη περίπτωση, με την ένδικη, από….(αριθμ. εκθ. κατ….), αγωγή του, ο ήδη εφεσίβλητος - ενάγων, ζητούσε, μετά, από παραδεκτό, περιορισμό του αιτήματος της, να αναγνωρισθεί ότι η ήδη εκκαλούσα - εναγομένη, ασφαλιστική εταιρεία, του οφείλει, συνολικά, …..ευρώ, νομιμοτόκως, ως αποζημίωσή του, για τον, αναλυτικά, ιστορούμενο σ’ αυτή, τραυματισμό του και την, εξ αυτού, σωματική βλάβη, την οποίαν αυτός υπέστη, σε θαλάσσιο ατύχημα, που συνέβη στην περιοχή του λιμένα αλιέων……, στις ….., και που, όπως αυτός επικαλείται, προκλήθηκε, υπαίτια, από τον, συνεναγόμενό της, .., ο οποίος οδηγούσε το, αναφερόμενο στην υπόψη αγωγή, ταχύπλοο σκάφος της ιδιοκτησίας του και ήταν, κατά το χρόνο της επελεύσεώς του, ασφαλισμένος σ’ αυτή, για την έναντι τρίτων αστική του ευθύνη, από την κυκλοφορία αυτού του σκάφους.

Η αγωγή αυτή, όμως, με την οποίαν ο ενάγων, κατά το, συνοπτικά, προαναφερθέν, περιεχόμενό της, αξιώνει, ως ζημιωθείς τρίτος, ευθέως, από την εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία, ν’ αποζημιωθεί για τις ζημιές του, συνεπεία ατυχήματος, που προκλήθηκε από υπαιτιότητα ασφαλισμένου της, πρέπει, σύμφωνα με την παραπάνω νομική σκέψη, να απορριφθεί ως απαράδεκτη, λόγω ελλείψεως, στο πρόσωπο της εναγομένης, ασφαλιστικής εταιρείας, της παθητικής της νομιμοποιήσεως, προς τούτο.

Επί της παρεμπίπτουσας αγωγής:

Ο πρώτος εναγόμενος στην πιο πάνω αναφερομένη αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση, αλλά μη διάδικος στην προκειμένη, έκκλητη, δίκη, …., άσκησε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου το πρώτον, με αυτοτελές δικόγραφο, την προαναφερθείσα, παρεμπίπτουσα, αγωγή, κατά της συνεναγομένης του, στην πρώτη, ως άνω, αγωγή, ασφαλιστικής εταιρείας, με την οποία, αφού επαναλαμβάνει τα διαλαμβανόμενα στην πρώτη (εναντίον τους) αγωγή, περί του αναφερομένου σ’ αυτή τραυματισμού του ενάγοντος, σ’ αυτή (πρώτη αγωγή),…..,με το ταχύπλοο σκάφος του, που οδηγούσε αυτός (παρεμπιπτόντως ενάγων), στον αναφερόμενο στην ως άνω, εναντίον τους, αγωγή τόπο και χρόνο, ιστορεί, περαιτέρω, ότι καθ’ ον χρόνο συνέβη το ένδικο ατύχημα ήταν ασφαλισμένος σ’ αυτή (εναγομένη), για την έναντι τρίτων αστική του ευθύνη, από την κυκλοφορία του προαναφερθέντος σκάφους του, δυνάμει του υπ’ αριθμόν….ασφαλιστηρίου συμβολαίου. Με βάση το ιστορικό αυτό, ο εν λόγω ενάγων, ζητεί να υποχρεωθεί η εναγομένη, ασφαλιστική εταιρεία, να του καταβάλει όποιο ποσό θα υποχρεωνόταν αυτός να καταβάλει στον παθόντα τρίτο, ενάγοντα, μετά την παραδοχή της (πρώτης) εναντίον τους αγωγής του.

Σημειώνεται ότι, με την εκκαλουμένη, κατά τ’ ανωτέρω, από την εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία, απόφαση, αναγνωρίσθηκε ότι ο ενάγων στην ως άνω, παρεμπίπτουσα, αγωγή οφείλει να καταβάλει στον ενάγοντα στην κύρια αγωγή, ζημιωθέντα τρίτο, και εις ολόκληρον με αυτή (παρεμπιπτόντως εναγομένη), το ποσό των ….ευρώ, συνολικά, ως αποζημίωσή του, λόγω του ενδίκου ατυχήματος. Σημειώνεται, ακόμη, ότι κατά της αποφάσεως αυτής, η οποία, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, εξαφανίζεται μόνον ως προς την ως άνω εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της παρούσας δίκης, ο ως άνω εναγόμενος, ήδη παρεμπιπτόντως ενάγων, δεν έχει ασκήσει έφεση, πλην, όμως η εν λόγω απόφαση δεν έχει καταστεί, ως προς αυτόν, τελεσίδικη, διότι δεν του έχει επιδοθεί αυτή και δεν έχει παρέλθει, ακόμη, από τη δημοσίευσή της, στις 19-01-2010, η τριετής, αποσβεστική, προθεσμία της παρ. 2 του άρθρου 518 του ΚπολΔ.

Κατόπιν των ανωτέρω, η προκειμένη, παρεμπίπτουσα, αγωγή πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό αυτής, καθώς και τη νομική και την ουσιαστική της βασιμότητα. Για το παραδεκτό της συζήτησης της ως άνω, παρεμπίπτουσας, αγωγής, έχει τηρηθεί η απαιτούμενη, κατ’ άρθρο 214Α του ΚπολΔ, προδικασία (βλ. την από 24-09-2010 μονομερή δήλωση διαπιστώσεως της αποτυχίας για συμβιβαστική επίλυση της διαφοράς του πληρεξουσίου δικηγόρου του ενάγοντος …) και έχει καταβληθεί το, ανάλογο, δικαστικό ένσημο, (άρθρο 2 του ν. ΓΠΟΗ/1911, όπως ερμηνεύθηκε αυθεντικά με το ν. δ. 1544/1942 και τροποποιήθηκε με το ν. δ. 4189/1961), με τα υπέρ τρίτων δικαιώματα (βλ. υπ’ αριθμούς: 12794452, 12794459 διπλότυπα είσπραξης της Γ’ ΔΟΥ Πειραιώς, με τα επικολλημένα σ’ αυτά κινητά δικαστικά ένσημα του ΤΝ, αξίας 16.000, 50 ευρώ και τις αποδείξεις 6360 και 6363/2011 του Ε. Τ. A. Α., που προσκόμισε ο ενάγων).

Κατά το άρθρο 283 ΚΠολΔ, «1. η παρεμπίπτουσα αγωγή ανάμεσα στους ίδιους διαδίκους στο ίδιο δικαστήριο πρέπει να περιέχει μεταγενέστερη αίτηση του ενός ή του άλλου διαδίκου. 2. Οι παρεμπίπτουσες αγωγές μπορούν να ασκηθούν σε κάθε στάση της δίκης και κατ’ έφεση, εκτός αν περιέχουν αυτοτελή αίτηση». Από τις διατάξεις αυτές, συνδυαζόμενες προς τις διατάξεις των άρθρων 223 και 224 του ίδιου Κώδικα, κατά τις οποίες είναι απαράδεκτη η μεταβολή, αντίστοιχα, του αιτήματος και της βάσεως της αγωγής, σαφώς, συνάγεται ότι, απαραδέκτως ασκείται, για πρώτη φορά, παρεμπίπτουσα αγωγή, που περιέχει αυτοτελή αίτηση, μετά την πρώτη συζήτηση στο ακροατήριο της κύριας αγωγής. Μη αυτοτελής αίτηση είναι εκείνη που κατατείνει απλώς σε ενίσχυση της κύριας αιτήσεως, προστιθέμενη σ’ αυτήν. Κάθε άλλη αίτηση, που μπορεί να ερευνηθεί και ανεξάρτητα από την κύρια δίκη είναι αυτοτελής (βλ. σχ. ΑΠ 1168/2007, ΑΠ 1305/1983, ΝΟΜΟΣ). Έτσι, αυτοτελής είναι και η αγωγή του ασφαλισμένου, για την έναντι τρίτων αστική του ευθύνη, εναντίον της, συνεναγομένης του, ασφαλιστικής εταιρείας, με την οποίαν αυτός ζητεί, από την τελευταία, στα πλαίσια της υφισταμένης μεταξύ τους συμβάσεως ασφαλίσεως, το ποσό, που, τυχόν, θα υποχρεωθεί αυτός να καταβάλει στον ενάγοντα, ζημιωθέντα, από υπαιτιότητά του, τρίτο (πρβλ. ΕΑ 9404/2000 ΕλλΔνη 2003, 508, ΕφΠ 476/89 ΝοΒ 1999, 1957-1959).

Επομένως, με βάση, τα νομικά δεδομένα, που αναφέρθηκαν στην προηγούμενη σκέψη της παρούσας αποφάσεως, η ένδικη, παρεμπίπτουσα, αγωγή, με το προαναφερθέν περιεχόμενο και αίτημα αυτής, πρέπει να απορριφθεί, αυτεπαγγέλτως, αλλά και κατά παραδοχή της σχετικής ενστάσεως, την οποία, παραδεκτώς, προέβαλε, με τις, ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, προτάσεις της, η (παρεμπιπτόντως) εναγομένη, ως απαράδεκτη, αφού, αφενός, έχει ασκηθεί, το πρώτον, ενώπιον του παρόντος, δευτεροβαθμίου, Δικαστηρίου, από μη διάδικο στην παρούσα, έκκλητη, δίκη και, αφετέρου, εισάγεται, με αυτή, προς κρίση, ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, αυτοτελής αίτηση, που δεν κατατείνει, δηλαδή, απλώς, στην ενίσχυση της κύριας αγωγής, προστιθεμένη σ’ αυτή, αλλά μπορεί να ερευνηθεί και ανεξάρτητα από την κύρια δίκη.

 

Τέλος, τα δικαστικά έξοδα της δίκης επί των ενδίκων εφέσεως ( του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας, λόγω της ερημοδικίας της εκκαλούσας στον πρώτο βαθμό)και, παρεμπίπτουσας, αγωγής πρέπει να συμψηφιστούν, στο σύνολό τους, μεταξύ των διαδίκων, σ’ αυτές, γιατί η ερμηνεία των παραπάνω κανόνων δικαίου, που εφαρμόσθηκαν, στην προκειμένη περίπτωση, και συγκεκριμένα, αναφορικά με την ισχύ του άρθρου 26 του ν. 2496/1997 και το χαρακτήρα της παρεμπίπτουσας αγωγής, ως εισάγουσας αυτοτελή αίτηση, ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (άρθρα 179, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως, ορίζεται, ειδικότερα, στο διατακτικό.

Χρίστος Καραμπάγιας | Μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών