Έκδοση ασφαλιστηρίου κατά παρέκκλιση από την αίτηση ασφάλισης.  

 

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ   1308/2007

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Ως παρεκκλίσεις από την αίτηση ασφάλισης θεωρούνται όχι μόνο οι επί πλέον ειδικοί όροι που τέθηκαν από τον ασφαλιστή κατά την έκδοση του ασφαλιστηρίου, οι οποίοι δεν αποτέλεσαν αντικείμενο της αίτησης, αλλά και η μη αναφορά στο ασφαλιστήριο της κάλυψης ορισμένων ασφαλιστικών κινδύνων που με την αίτηση του ζήτησε ο λήπτης, αφού στην περίπτωση αυτή υπάρχει εντονότατη παρέκκλιση (διαφοροποίηση) από την αίτηση με πλέον δυσμενείς για τον ασφαλισμένο συνέπειες, δεδομένου ότι, όχι μόνο τίθενται πρόσθετοι όροι και προϋποθέσεις ισχύος της ασφαλιστικής σύμβασης και των εξ αυτής δικαιωμάτων του ασφαλισμένου, αλλά ο τελευταίος παραμένει ακάλυπτος έναντι ορισμένων ασφαλιστικών κινδύνων την κάλυψη των οποίων ζήτησε με την αίτηση του.

Αν ο ασφαλιστής προς απόκρουση της εις βάρος του αγωγής του ασφαλισμένου για καταβολή του ασφαλιστικού ποσού, λόγω επέλευσης του ασφαλιστικού κινδύνου, επικαλείται ασφαλιστήριο που εκδόθηκε από τον ίδιο κατά παρέκκλιση της αίτησης, όπως είναι και εκείνο που δεν περιέχει όρους για την κάλυψη ορισμένων ασφαλιστικών κινδύνων που ζήτησε με την αίτηση του ο λήπτης, πρέπει, για να είναι ορισμένος και άρα ουσιώδης για την έκβαση της δίκης ο ισχυρισμός του, να επικαλείται και να αποδεικνύει ότι ο λήπτης της ασφάλισης ενημερώθηκε για την παρέκκλιση γραπτά, ή με σχετική σημείωση με εντονότερα στοιχεία στην πρώτη σελίδα του παραδοθέντος σ' αυτόν ασφαλιστηρίου και ότι χορηγήθηκε στο λήπτη έγγραφη δήλωση εναντίωσης, ο τελευταίος δε αυτός δεν εναντιώθηκε γραπτά μέσα στην παραπάνω μηναία προθεσμία από την παραλαβή του περιέχοντος τις παρεκκλίσεις ασφαλιστηρίου.

Διαφορετικά ο ισχυρισμός του και μόνο ότι, με το εκδοθέν από τον ίδιο ασφαλιστήριο δεν καλύπτονται ορισμένοι ασφαλιστικοί κίνδυνοι την κάλυψη των οποίων ζήτησε ο λήπτης με την αίτηση του, είναι αλυσιτελής.

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ   1308/2007

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χλαμπουτάκη, Αντιπρόεδρο, Νικόλαο Κασσαβέτη, Ιωάννη Παπανικολάου, Ρένα Ασημακοπούλου και Χαράλαμπο Ζώη, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-10-2003 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις…..του ίδιου Δικαστηρίου και…….του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητά η αναιρεσείουσα με την από 15-5-2006 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Ζώης ανέγνωσε την από 26-1-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η αναιρεσίβλητη την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ.20 ΚΠολΔ, ως έγγραφα, η παραμόρφωση του περιεχομένου των οποίων ιδρύει τον από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης,, νοούνται τα κατά τις διατάξεις των άρθρων 339 και 432έως 465 ΚΠολΔ αποδεικτικά μέσα. Δεν αποτελούν έγγραφα, κατά την έννοια της προαναφερόμενης διάταξης του άρθρου 559 αρ.20 ΚΠολΔ, εκείνα στα οποία αποτυπώνονται άλλα αποδεικτικά μέσα, όπως είναι οι γνωμοδοτήσεις πραγματογνωμόνων, οι εισηγητικές εκθέσεις και οι εκθέσεις αυτοψίας ή τα πρακτικά και οι αποφάσεις που περιέχουν καταθέσεις μαρτύρων Ο λόγος αναίρεσης από τη διάταξη αυτή ιδρύεται μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας στηρίχτηκε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο για τη διαμόρφωση της κρίσης του, επί ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ισχυρισμού στο έγγραφο το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ως παραμορφωθέν και όχι όταν το έγγραφο συνεκτιμήθηκε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα. Η παραμόρφωση λαμβάνει χώρα είτε θετικώς με τη λανθασμένη ανάγνωση του εγγράφου, είτε αρνητικώς με την παράλειψη ανάγνωσης κρισίμων τμημάτων του κειμένου αυτού και συνεπεία των παραδρομών αυτών προσδίδεται σ' αυτό περιεχόμενο τελείως διαφορετικό από εκείνο που πραγματικά έχει. Για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο σχετικός λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ο ουσιώδης για την έκβαση της δίκης ισχυρισμός προς απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου προσκομίστηκε το έγγραφο του οποίου το περιεχόμενο φέρεται ως παραμορφωθέν, ώστε να είναι δυνατό να κριθεί αν αυτός ήταν ουσιώδης για την έκβαση της δίκης, ο τρόπος που ο ισχυρισμός προβλήθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και επαναφέρθηκε στο εφετείο, ώστε να είναι δυνατό να κριθεί ότι προβλήθηκε παραδεκτώς, δεδομένου ότι, κατά το άρθρο 562 παρ.2 ΚΠολΔ, που αναφέρεται σε όλους τους λόγους αναίρεσης, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, ακόμη και αν λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, εκτός αν πρόκειται για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Εξ άλλου με τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ.1, 2 παρ.1, 2 και 5 του ν. 2496/97 "Ασφαλιστική σύμβαση κλπ" που εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση, ως εκ του χρόνου καταρτίσεως της ένδικης ασφαλιστικής σύμβασης, ορίζονται τα εξής α)Με την ασφαλιστική σύμβαση η ασφαλιστική επιχείρηση (ασφαλιστής) αναλαμβάνει την υποχρέωση να καταβάλει, έναντι ασφαλίστρου, στον συμβαλλόμενο της (λήπτη της ασφάλισης) ή σε τρίτον, παροχή (ασφάλισμα), σε χρήμα, ή εφόσον υπάρχει σχετική συμφωνία, άλλη παροχή σε είδος, όταν επέλθει το περιστατικό, από το οποίο συμφωνήθηκε να εξαρτάται η υποχρέωση του (ασφαλιστική περίπτωση) (άρθρο 1 παρ.1) β) η ασφαλιστική σύμβαση αποδεικνύεται με έγγραφο που εκδίδεται από τον ασφαλιστή...(άρθρο 2 παρ.1) γ)ο ασφαλιστής υποχρεούται να παραδώσει στο λήπτη της ασφάλισης ασφαλιστήριο... (άρθρο 2 παρ.2) δ) αν το περιεχόμενο του ασφαλιστηρίου παρεκκλίνει από την αίτηση για ασφάλιση, οι παρεκκλίσεις θεωρούνται ότι έχουν εγκριθεί από την αρχή, εφόσον ο λήπτης της ασφάλισης δεν εναντιώνεται γραπτά εντός ενός (1) μηνός από την παραλαβή του ασφαλιστηρίου και εφόσον ο ασφαλιστής τον έχει ενημερώσει για την παρέκκλιση και το δικαίωμα εναντίωσης γραπτά, ή με σημείωμα στην πρώτη σελίδα του ασφαλιστηρίου, στοιχειοθετημένη με εντονότερα στοιχεία από τα λοιπά, ώστε να υποπίπτει εύκολα στην αντίληψη και έχει χορηγήσει σ'αυτόν σε χωριστό έντυπο υπόδειγμα δήλωσης εναντίωση(άρθρο 2 παρ.5). Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 361, 185, 192 και 193 ΑΚ συνάγεται, ότι η ασφαλιστική σύμβαση καταρτίζεται με πρόταση και αποδοχή αυτής από τον ασφαλιστή. Η πρόταση πρέπει να είναι πλήρης, να περιέχει δηλαδή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται για τη σκοπούμενη σύμβαση, προπαντός μεν τα ουσιώδη, από δε τα επουσιώδη εκείνα τα οποία ο προτείνων νομίζει ότι πρέπει να εξαρθούν ιδιαίτερα. Η πρόταση όμως είναι ισχυρή και όταν ακόμη είναι αόριστη ως προς κάποιο από τα στοιχεία της (ουσιώδη ή επουσιώδη) εφόσον ο προσδιορισμός αυτών επαφίεται στο λήπτη ή μπορεί να συναχθεί με αναφορές στις δηλώσεις των μερών που προηγήθηκαν ουσιώδη στοιχεία της ασφαλιστικής σύμβασης είναι τα στοιχεία των συμβαλλομένων και του δικαιούχου του ασφαλίσματος, αν αυτός είναι πρόσωπο διαφορετικό του συμβαλλομένου, η διάρκεια της ασφαλιστικής κάλυψης, το πρόσωπο ή το αντικείμενο που σχετίζονται με την επέλευση του κινδύνου, το είδος των κινδύνων (ασφαλιστικοί κίνδυνοι), το τυχόν ανώτατο όριο ευθύνης του ασφαλιστή (ασφαλιστικό ποσό), τις τυχόν εξαιρέσεις κάλυψης, το ασφάλιστρο και το εφαρμοστέο δίκαιο, αν αυτό δεν είναι το ελληνικό. Πέραν των ουσιωδών αυτών στοιχείων, είναι δυνατό, στα πλαίσια της συμβατικής ελευθερίας των συμβαλλομένων, να συμφωνηθούν και πρόσθετοι όροι εφόσον και αυτοί αποτέλεσαν αντικείμενο διαπραγμάτευσης και έγιναν εκατέρωθεν αποδεκτοί. Στην πρακτική συνήθως η πρόταση προς κατάρτιση ασφαλιστικής σύμβασης γίνεται με έγγραφη προς τούτο αίτηση προς τον ασφαλιστή, που περιέχει τους όρους της υπό κατάρτιση σύμβασης, η οποία μπορεί να περιέχει και την κάλυψη περισσοτέρων του ενός ασφαλιστικών κινδύνων (π.χ. ζωής και ασθενείας), η αποδοχή της δε από τον ασφαλιστή μπορεί να εκδηλωθεί και σιωπηρώς, όπως με την αποστολή του ασφαλιστηρίου εγγράφου, με την καθ' οιονδήποτε τρόπο ειδοποίηση του προτείνοντος, την είσπραξη ασφαλίστρου κλπ. Από το νόμο (άρθρο 2 ν.2496/97) καθιερώνεται ως αποδεικτικός τύπος της ασφαλιστικής σύμβασης και των τυχόν προσθέτων όρων αυτής, το έγγραφο (ασφαλιστήριο), το οποίο εκδίδεται και υπογράφεται από τον ασφαλιστή, χωρίς να απαιτείται και η υπογραφή από τον λήπτη της ασφάλισης, ο οποίος δεσμεύεται και από τους τυχόν προσθέτους όρους που τέθηκαν από τον ασφαλιστή κατά την έκδοση του ασφαλιστηρίου, κατά παρέκκλιση της αίτησης και δεν αποτέλεσαν αντικείμενο διαπραγμάτευσης, με την προϋπόθεση όμως, ότι οι κατά παρέκκλιση της αίτησης τεθέντες στο ασφαλιστήριο όροι, αναγράφονται στα εξατομικευμένα στοιχεί α του ασφαλιστηρίου, γίνεται μνεία στην πρώτη σελίδα του ασφαλιστηρίου με εντονότερα στοιχεία ότι ο λήπτης έχει δικαίωμα εναντίωσης και χορηγείται στο λήπτη μαζί με το ασφαλιστήριο υπόδειγμα έντυπης δήλωσης εναντίωσης, ο δε λήπτης της ασφάλισης δεν εναντιώθηκε γραπτώς στους κατά παρέκκλιση της αίτησης τεθέντες στο ασφαλιστήριο όρους, εντός μηνός από της παραλαβής του ασφαλιστηρίου. Αν ο ασφαλιστής που εξέδωσε το ασφαλιστήριο παρέλειψε να ενημερώσει τον λήπτη, κατά τον προαναφερόμενο τρόπο (με εντονότερα στοιχεία στην πρώτη σελίδα του ασφαλιστηρίου) και να χορηγήσει στο λήπτη έντυπη δήλωση εναντίωσης, τότε οι κατά παρέκκλιση της αίτησης τεθέντες στο ασφαλιστήριο όροι δεν δεσμεύουν τον λήπτη και η ασφαλιστική σύμβαση θεωρείται ότι έχει καταρτισθεί υπό τους όρους της αίτησης προς κατάρτιση της ασφαλιστικής σύμβασης. Οι ρυθμίσεις αυτές, υπαγορεύτηκαν με σκοπό να παρασχεθεί στο λήπτη της ασφάλισης και κατ' επέκταση στον ασφαλισμένο προστασία έναντι της οργανωμένης και ευρισκομένης σε πλεονεκτικότερη θέση ασφαλιστικής επιχείρησης, από τον αιφνιδιασμό του λήπτη, με την θέση ειδικών όρων και ρυθμίσεων στο ασφαλιστήριο, που εκδίδεται από την ασφαλιστική επιχείρηση, συνήθως μετά την κατάρτιση της ασφαλιστικής σύμβασης. Ως παρεκκλίσεις από την αίτηση θεωρούνται όχι μόνο επί πλέον ειδικοί όροι που τέθηκαν από τον ασφαλιστή κατά την έκδοση του ασφαλιστηρίου, οι οποίοι δεν αποτέλεσαν αντικείμενο της αίτησης αλλά κατά μείζονα λόγο και η μη αναφορά στο ασφαλιστήριο της κάλυψης ορισμένων ασφαλιστικών κινδύνων που με την αίτηση του ζήτησε ο λήπτης, αφού και στην τελευταία αυτή περίπτωση υπάρχει εντονότατη παρέκκλιση (διαφοροποίηση) από την αίτηση με πλέον δυσμενείς για τον ασφαλισμένο συνέπειες, δεδομένου ότι, όχι μόνο τίθενται πρόσθετοι όροι και προϋποθέσεις ισχύος της ασφαλιστικής σύμβασης και των εξ αυτής δικαιωμάτων του ασφαλισμένου, αλλά ο τελευταίος παραμένει ακάλυπτος έναντι ορισμένων ασφαλιστικών κινδύνων την κάλυψη των οποίων ζήτησε με την αίτηση του. Από αυτά παρέπεται, ότι αν ο ασφαλιστής προς απόκρουση της εις βάρος του αγωγής του ασφαλισμένου για καταβολή του ασφαλιστικού ποσού, λόγω επέλευσης του ασφαλιστικού κινδύνου, επικαλείται ασφαλιστήριο που εκδόθηκε από τον ίδιο κατά παρέκκλιση της αίτησης, όπως είναι και εκείνο που δεν περιέχει όρους για την κάλυψη ορισμένων ασφαλιστικών κινδύνων που ζήτησε με την αίτηση του ο λήπτης, πρέπει, για να είναι ορισμένος και άρα ουσιώδης για την έκβαση της δίκης ο ισχυρισμός του, να επικαλείται και να αποδεικνύει ότι ο λήπτης της ασφάλισης ενημερώθηκε για την παρέκκλιση κατά τον παραπάνω αναφερόμενο τρόπο (γραπτά ή με σχετική σημείωση με εντονότερα στοιχεία στην πρώτη σελίδα του παραδοθέντος σ' αυτόν ασφαλιστηρίου) και ότι χορηγήθηκε στο λήπτη έγγραφη δήλωση εναντίωσης, ο τελευταίος δε αυτός δεν εναντιώθηκε γραπτά μέσα στην παραπάνω μηναία προθεσμία από την παραλαβή του περιέχοντος τις παρεκκλίσεις ασφαλιστηρίου. Διαφορετικά, ο ισχυρισμός του και μόνο ότι με το εκδοθέν από τον ίδιο ασφαλιστήριο δεν καλύπτονται ορισμένοι ασφαλιστικοί κίνδυνοι την κάλυψη των οποίων ζήτησε ο λήπτης με την αίτηση του, είναι αλυσιτελής. Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρία, κατ' επίκληση παραβίασης από το άρθρο 559 αρ.20 ΚΠολΔ, αποδίδει στο εφετείο την αιτίαση, ότι με το να δεχθεί την αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, με την οποία αυτή ως δικαιούχος του ασφαλιστικού ποσού, ζήτησε να υποχρεωθεί η ήδη αναιρεσείουσα να της καταβάλει αυτό, απορρίπτοντας τον προβληθέντα πρωτοδίκως από την εναγομένη και επαναφερθέντα με λόγο έφεσης αυτής στο εφετείο, ισχυρισμό της ότι ο λήπτης της ασφάλισης ζωής σύζυγος της ενάγουσας….με την αίτηση του για την κατάρτιση ασφαλιστικής σύμβασης ζήτησε την κατάρτιση δύο ασφαλιστικών συμβάσεων, μιας για τον κίνδυνο ζωής του ιδίου και μιας νοσοκομειακής περίθαλψης του ιδίου και των μελών της οικογενείας, η δε αναιρεσείουσα εξέδωσε ασφαλιστήριο μόνο για την ασφάλιση νοσοκομειακής περίθαλψης και όχι και για τον κίνδυνο ζωής του ασφαλισμένου, παραμόρφωσε το περιεχόμενο της από 05.10.1998 έγγραφης αίτησης για κατάρτιση της ασφαλιστικής σύμβασης, με περιεχόμενο και την κάλυψη του κινδύνου θανάτου του ασφαλισμένου. Όμως όπως η ίδια η αναιρεσείουσα εκθέτει στην κρινόμενη αναίρεσή της, στην οποία και παραθέτει το περιεχόμενο της αίτησης του…..με την αίτηση αυτή ο ασφαλισμένος ζήτησε την κατάρτιση σύμβασης λόγω θανάτου του ιδίου με ασφαλιστικό ποσό 50.000.000 δραχμών και διάρκεια 14 ετών και δικαιούχο την αναιρεσίβλητη, καθώς και για νοσοκομειακή περίθαλψη του ιδίου, της συζύγου του και της θυγατέρας του, χωρίς να ζητείται με την αίτηση αυτή η έκδοση δύο ασφαλιστηρίων συμβολαίων από την εναγόμενη και ήδη αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρία. Επομένως με το να δεχθεί το εφετείο ότι από το έγγραφο αυτό (αίτηση του ασφαλισμένου) αποδεικνύεται ότι ο ασφαλισμένος ζήτησε και την κατάρτιση ασφαλιστικής σύμβασης και λόγω θανάτου του ιδίου, δεν παραμόρφωσε το περιεχόμενο του εγγράφου αυτού, θετικώς ή αρνητικώς με την εσφαλμένη ανάγνωση αυτού ή μη ανάγνωση κρισίμων σημείων αυτού, όπως ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα, με το λόγο αυτό (1°) αναίρεσης. Κατ'ακολουθίαν ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης και εν μέρει με τον τρίτο η αναιρεσείουσα αποδίδει στο εφετείο τις εξής αιτιάσεις, κατ' επίκληση παραβίασης από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ α) ότι με το να δεχθεί την αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, δεχόμενο ότι στην έννοια των "παρεκκλίσεων από την αίτηση για ασφάλιση" του άρθρου 2 παρ.5 του ν.2496/1997 περιλαμβάνεται και η κατά παρέκκλιση από την αίτηση έκδοση ασφαλιστηρίου από τον ασφαλιστή, στο οποίο δεν περιλαμβάνεται και η κάλυψη ενός εκ των περισσοτέρων κινδύνων την κάλυψη των οποίων ζήτησε με την αίτηση του ο λήπτης, παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία την παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 2 παρ.5 ν. 2496/97 (δεύτερος λόγος πρώτο σκέλος και τρίτος λόγος κατά το οικείο μέρος) β) ότι παραβίασε το εφετείο την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 του ιδίου ν.2496/97, δεχόμενο ότι η υπάρχει ασφαλιστική κάλυψη και αν ακόμη ο ασφαλιστικός κίνδυνος κατά παρέκκλιση δεν αναφέρεται στο ασφαλιστήριο και αν δεν έχει καταβληθεί το ασφάλιστρο (δεύτερος λόγος 2° σκέλος) γ) ότι παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 1 ν. 2496/97, με την οποία ορίζεται, ότι η ασφαλιστική σύμβαση αποδεικνύεται με έγγραφο που εκδίδεται από τον ασφαλιστή, και τη διάταξη του άρθρου 394 παρ.2 ΚΠολΔ (δεύτερος λόγος 3° σκέλος και τρίτος λόγος κατά το οικείο μέρος). Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι, ο πρώτος μεν ως αβάσιμος, σύμφωνα με όσα παραπάνω αναπτύχθηκαν, σχετικά με την έννοια της παρέκκλισης από την αίτηση για ασφάλιση, ο δεύτερος ως αόριστος, διότι η αναιρεσείουσα δεν αναφέρει στο αναιρετήριο, τις ουσιαστικές παραδοχές του εφετείου υπό τις οποίες συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση, ο τρίτος δε ως απαράδεκτος, διότι ο από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης δεν ιδρύεται για παραβίαση δικονομικών διατάξεων, όπως είναι και οι φερόμενες ως παραβιασθείσες διατάξεις του άρθρου 2 παρ.1 ν. 2496/97 και άρθρου 394 παρ.2 ΚΠολΔ. Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης κατά το οικείο μέρος, η αναιρεσείουσα κατ' επίκληση παραβίασης από το άρθρο 559 αρ 19 ΚΠολΔ, αποδίδει στο εφετείο την αιτίαση ότι παραβίασε εκ πλαγίου τις διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 1 και 5 του ν.2496/97 καθώς και εκείνες του άρθρου 6 παρ.1 του ιδίου αυτού νόμου και το άρθρο 394 παρ.2 ΚΠολΔ. Και ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος, κατά το μέρος του μεν που αποδίδεται στο εφετείο παραβίαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων του άρθρου 2 παρ.1 και 5 του άνω νόμου, ως αόριστος, διότι η αναιρεσείουσα δεν εξειδικεύει το σφάλμα του δικαστηρίου, αν δηλαδή η παραβίαση έγινε διότι η απόφαση δεν περιέχει καθόλου αιτιολογίες ή περιέχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές, ενώ δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο οι ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας υπό τις οποίες συντελέστηκε η παραβίαση. Κατά το μέρος του δε με το οποίο αποδίδεται εκ πλαγίου παραβίαση των άνω δικονομικών διατάξεων ο λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. 

Χρίστος Καραμπάγιας | Μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών