Προσβολή νόμιμης μοίρας μεριδούχου με γονική παροχή. Μέμψη άστοργης δωρεάς

 

ΕΦΕΤΕΙΟ ΛΑΡΙΣΗΣ 212/2009

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Η γονική παροχή, είτε για τη δημιουργία ή τη διατήρηση οικονομικής ή οικογενειακής αυτοτέλειας, είτε για την έναρξη ή την εξακολούθηση επαγγέλματος, αποτελεί δωρεά, που υπόκειται σε ανατροπή (μέμψη), εφ όσον υπερβαίνει το επιβαλλόμενο από τις περιστάσεις μέτρο.

Ως ενδεικνυόμενο από τις περιστάσεις μέτρο θεωρείται το ανάλογο προς την οικονομική κατάσταση, την κοινωνική θέση του γονέα κατά τη σύσταση της παροχής και την οικογενειακή κατάσταση, δηλαδή τον αριθμό των παιδιών, την ηλικία τους, τις ανάγκες του τέκνου προς το οποίο γίνεται η παροχή, την οικονομική κατάσταση των άλλων παιδιών κλπ.

Σε ανατροπή (μέμψη) υπόκειται εκείνη η δωρεά, η οποία υπολογίζεται στην κληρονομία δηλαδή, οτιδήποτε ο κληρονομούμενος παραχώρησε όσο ζούσε χωρίς αντάλλαγμα σε μεριδούχο είτε με δωρεά είτε με άλλο τρόπο και οποιαδήποτε δωρεά που έκανε ο κληρονομούμενος και σε τρίτο, εκτός αν την επέβαλαν λόγοι ευπρέπειας ή ιδιαίτερο ηθικό καθήκον.

Κάθε δωρεά μπορεί να ανατραπεί, εφ όσον η κληρονομία, που υπάρχει, κατά το χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου, δεν επαρκεί για να καλύψει τη νόμιμη μοίρα.

Αν έγιναν διαδοχικές δωρεές, η προηγουμένη προσβάλλεται εφ όσον δεν επαρκεί η ανατροπή της μεταγενέστερης.

Η προσβολή προγενέστερης δωρεάς, κατά παράλειψη μεταγενέστερης, δεν επάγεται, χωρίς άλλο, την απόρριψη της σχετικής αγωγής, εκτός εάν, κατά την έρευνα της αντένστασης του ενάγοντος περί ανεπαρκείας της μεταγενέστερης δωρεάς, προτεινομένης κατά της ένστασης του εναγομένου περί ύπαρξης μεταγενέστερης δωρεάς, προκύψει ότι η αξία της μεταγενέστερης δωρεάς καλύπτει τη νόμιμη μοίρα του ενάγοντος εν όλω ή εν μέρει, οπότε, αναλόγως, ήτοι εν όλω ή εν μέρει, απορρίπτεται κατ` ουσίαν και η αγωγή.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΕΦΕΤΕΙΟ ΛΑΡΙΣΗΣ 212/2009

Απόσπασμα…..….Από τα άρθρα 1825 και 1831-1834 του ΑΚ, σε συνδυασμό και με τα άρθρα 1813 περ. 1 εδ. α και 1820 εδ. α του Α.Κ. συνάγονται τα εξής: Τα τέκνα του κληρονομουμένου και ο τυχόν συντρέχων με εκείνα επιζών αυτού σύζυγος έχουν δικαίωμα νόμιμης μοίρας στην κληρονομία αυτού κατά ορισμένο ιδανικό ποσοστό, κατά το εν λόγω δε ποσοστό καθένας εξ εκείνων μετέχει της κληρονομίας αυτού ως κληρονόμος. Το εν λόγω δε ποσοστό, που αποτελεί τη νόμιμη μοίρα καθενός εξ εκείνων, είναι το μισό της εξ αδιαθέτου μερίδας, η οποία εξ αδιαθέτου μερίδα, σε περίπτωση που τα τέκνα είναι δύο, ανέρχεται για μεν τον επιζώντα σύζυγο στο 1/4 ή στα 4/16, για δε καθένα των τέκνων στα 6/16. Οι ανωτέρω κατά το ποσοστό αυτό συντρέχουν ως αναγκαίοι κληρονόμοι, δηλ. αποκτούν αυτοδικαίως και αμέσως (εμπραγμάτως) το ποσοστό της νομίμου μοίρας των επί όλων των κληρονομιαίων στοιχείων που αποτελούν την πραγματική ομάδα της κληρονομιάς κατά τον χρόνο θανάτου του κληρονομουμένου. (ΑΠ 392/1980 ΝοΒ 29, 687). Μολονότι όμως το δικαίωμα του κάθε νόμιμου μεριδούχου ασκείται επί των στοιχείων αυτών της κληρονομιάς δηλ. της πραγματικής κληρονομίας, για τον υπολογισμό αυτού (δικαιώματος νόμιμης μοίρας) λαμβάνεται υπόψη, κατά το άρθρο 1831 ΑΚ, τόσο η αξία της πραγματικής ομάδας της κληρονομιάς, όσον και η -εκτός άλλων- αξία, κατά τον χρόνο της συστάσεως της, κάθε δωρεάς εν ζωή του κληρονομουμένου, που έγινε εντός της δεκαετίας, πριν από το θάνατο του, εφόσον δεν επιβάλλεται από ιδιαίτερο καθήκον ή από λόγους ευπρέπειας, η οποία (αξία) προστίθεται λογιστικά στην αξία της πραγματικής ομάδας της κληρονομιάς. Αν η έτσι υπολογιζόμενη νόμιμη μοίρα δεν καλύπτεται κατά την αξία της από τα στοιχεία, που πράγματι βρέθηκαν στην κληρονομιά, τότε κάθε δωρεά που έγινε με τις παρακάτω προϋποθέσεις εν ζωή του κληρονομουμένου υπόκειται, κατά τα άρθρα 1835 και 1836 του ΑΚ, μετά από αγωγή του μεριδούχου σε ανατροπή, κατά το μέρος που η υπάρχουσα κληρονομιά, κατά τον χρόνο θανάτου του κληρονομουμένου, δεν επαρκεί να καλύψει την αξία της νόμιμης μοίρας του. Μετά την ισχύ του ν. 1329/1983 κατά το άρθρο 1835 ΑΚ σε ανατροπή υπόκειται εκείνη η δωρεά, η οποία κατά τη διάταξη του άρθρου 1831 ΑΚ υπολογίζεται στην κληρονομία δηλαδή αα) οτιδήποτε ο κληρονομούμενος παραχώρησε όσο ζούσε χωρίς αντάλλαγμα σε μεριδούχο είτε με δωρεά είτε με άλλο τρόπο και ββ) οποιαδήποτε δωρεά που έκανε ο κληρονομούμενος και σε τρίτο, εκτός αν την επέβαλαν λόγοι ευπρέπειας ή ιδιαίτερο ηθικό καθήκον (ΑΠ 1311/2003 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 8560/2002 ΝΟΜΟΣ). Παραχώρηση χωρίς αντάλλαγμα με άλλο τρόπο, όχι δηλαδή δωρεά, αποτελεί κυρίως η γονική παροχή του άρθρου 1509 ΑΚ. Η παροχή αυτή είτε για τη δημιουργία ή τη διατήρηση οικονομικής ή οικογενειακής αυτοτέλειας, είτε για την έναρξη ή την εξακολούθηση επαγγέλματος, αποτελεί δωρεά, που υπόκειται σε μέμψη, εφόσον υπερβαίνει το επιβαλλόμενο από τις περιστάσεις μέτρο, όπως, ρητά, ορίζεται στη διάταξη αυτή. Ως ενδεικνυόμενο δε από τις περιστάσεις μέτρο θεωρείται το ανάλογο προς την οικονομική κατάσταση, την κοινωνική θέση του γονέα κατά τη σύσταση της παροχής και την οικογενειακή κατάσταση, δηλαδή τον αριθμό των παιδιών, την ηλικία τους, τις ανάγκες του τέκνου προς το οποίο γίνεται η παροχή, την οικονομική κατάσταση των άλλων παιδιών κλπ. Eτσι για τον υπολογισμό της νόμιμης μοίρας του μεριδούχου, α) εκτιμάται η αξία όλων των αντικειμένων της κληρονομιάς κατά το χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου, β) αφαιρούνται από την αξία αυτή της πραγματικής ομάδας της κληρονομιάς τα χρέη της και οι δαπάνες κηδείας του κληρονομουμένου και απογραφής της κληρονομιάς, γ) στο ποσό που απομένει μετά την αφαίρεση των παραπάνω χρεών, προσθέτονται με την αξία που είχαν κατά το χρόνο που πραγματοποιήθηκαν οι πιο πάνω παροχές του κληρονομουμένου προς τους μεριδούχους ή τρίτους. δ) με βάση την αυξημένη (πλασματική) κληρονομική ομάδα, που προσδιορίζεται κατά τον προαναφερόμενο τρόπο, εξευρίσκεται η νόμιμη μοίρα του μεριδούχου, ε) από το ποσό αυτής (νόμιμης μοίρας) αφαιρείται η αξία των πραγμάτων, στα οποία τυχόν έχει εγκατασταθεί ο μεριδούχος, καθώς και η αξία της παροχής που τυχόν είχε λάβει και υπόκειται σε συνεισφορά και στ) σχηματίζεται ένα κλάσμα με αριθμητή το ποσό της εξευρισκόμενης με τον πιο πάνω τρόπο νόμιμης μοίρας του και παρονομαστή την αξία εκείνων των στοιχείων της πραγματικής ομάδας, από τα οποία, χωρίς αφαίρεση χρεών και δαπανών, θα λάβει ο μεριδούχος το απαιτούμενο ποσοστό για τη συμπλήρωση της νόμιμης μοίρας του. Το κλάσμα αυτό ή δεκαδικός αριθμός που προκύπτει από τη διαίρεση του αριθμητή με τον παρονομαστή παριστά το ποσοστό που πρέπει να πάρει ο μεριδούχος αυτούσιο σε κάθε αντικείμενο της πραγματικής ομάδας της κληρονομιάς, για να λάβει έτσι τη νόμιμη μοίρα του (ΑΠ 71/1998 ΝοΒ 47. 405, ΕΑ 557/2003, ΕΑ 3289/2001 ΕλλΔ 42.1392, ΕΑ 2576/1998 ΕλλΔ 40.414, ΕΑ 1604/1997 ΕλΔ 39.179). Περαιτέρω, ως προαναφέρεται, κατά τη διάταξη του άρθρου 1835 ΑΚ, κάθε δωρεά εν ζωή του κληρονομουμένου, η οποία κατά το άρθρο 1831 υπολογίζεται στην κληρονομία, μπορεί να ανατραπεί εφόσον η κληρονομία, που υπάρχει, κατά το χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου, δεν επαρκεί για να καλύψει τη νόμιμη μοίρα. Αν έγιναν διαδοχικές δωρεές, η προηγουμένη είναι δυνατόν να προσβληθεί, εφόσον δεν επαρκεί η ανατροπή της μεταγενέστερης. Κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως ο θιγόμενος μεριδούχος θα επιληφθεί πρώτα της τελευταίας χρονικώς δωρεάς και θα προχωρεί σταδιακά στις προγενέστερες δωρεές, μέχρι ότου ικανοποιηθεί πλήρως και συνεπώς η σχετική αγωγή θα απορριφθεί κατ` ουσία, όσο αφορά τις προγενέστερες δωρεές, όταν αποδειχθεί ότι η ανατροπή της τελευταίας χρονικώς δωρεάς αρκεί για την κάλυψη της νόμιμης μοίρας του ενάγοντος και όχι εκ των προτέρων και από μόνο το λόγο ότι με την αγωγή δεν προσβάλλεται και η τελευταία χρονικώς δωρεά. Εξάλλου από το συνδυασμό των διατάξεων των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 1835 ΑΚ και, ενόψει του ότι, κατά τις εν λόγω διατάξεις, επί πλειόνων διαδοχικών δωρεών, η μέμψις αυτών, συντρεχουσών των προϋποθέσεων της πρώτης παραγράφου, δεν χωρεί συμμέτρως, αλλά υπόκειται σε μέμψη πρώτα η μεταγενέστερη και μόνο αν και καθ`ο μέρος η ανατροπή αυτής δεν επαρκεί για την κάλυψη της νομίμου μοίρας, υπόκεινται διαδοχικώς σε μέμψη οι προγενέστερες, συνάγεται, ότι η προσβολή ως αστόργου προγενεστέρας δωρεάς, κατά παράλειψη μεταγενεστέρας, δεν επάγεται, άνευ ετέρου, την απόρριψη της σχετικής αγωγής, εκτός εάν, κατά την έρευνα της αντενστάσεως του ενάγοντος περί ανεπαρκείας της μεταγενεστέρας δωρεάς, προτεινομένης κατά της ενστάσεως του εναγομένου περί υπάρξεως μεταγενεστέρας δωρεάς, προκύψει, ότι η αξία της μεταγενεστέρας δωρεάς καλύπτει τη νόμιμη μοίρα του ενάγοντος εν όλω ή εν μέρει, οπότε, αναλόγως, ήτοι εν όλω ή εν μέρει, απορρίπτεται κατ` ουσίαν και η αγωγή. Περαιτέρω όπως γίνεται πάγια δεκτό, αν η αγωγή έχει απορριφθεί πρωτόδικα ως ουσιαστικά αβάσιμη και κατά της αποφάσεως αυτής παραπονείται ο εκκαλών-ενάγων για την κατ` ουσία απόρριψη της αγωγής του, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο λόγω του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της εφέσεως (άρθρο 522 Κ.Πολ.Δ) έχει την εξουσία να ερευνήσει αυτεπαγγέλτως τη νομική βασιμότητα, το ορισμένο και το παραδεκτό της αγωγής, μπορεί, αν κρίνει ότι η αγωγή είναι αόριστη, να εξαφανίσει την απόφαση και να απορρίψει την αγωγή γιατί, στην περίπτωση αυτή, απλή αντικατάσταση της απορριπτικής αιτιολογίας δεν αρκεί, επειδή η απόρριψη της αγωγής για τυπικούς λόγους οδηγεί σε διάφορο, κατ` αποτέλεσμα, διατακτικό και ότι τα παραπάνω μπορεί να πράξει το Εφετείο και χωρίς ειδικό παράπονο, αφού η απόφασή του αυτή είναι επωφελέστερη για τον εκκαλούντα από την εκκληθείσα (Σ. Σαμουήλ Η έφεση Ε΄ έκδοση παρ.854, Α.Π 731/91 ΕλλΔνη 37. 584, Εφ. Δωδ 228/2005 ΔΗΜ. ΝΟΜΟΣ ΕφΘεσ. 2834/2001 Αρμ. 2002. 372, ΕφΘεσ. 3467/1989 Αρμ 1990. 97, ΕφΘεσ. 174/83 Αρμ 1983. 1108, ΕφΑθ. 5298/1986 ΕλλΔνη 28. 132). 

Χρίστος Καραμπάγιας | Μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών