Μέμψη άστοργης δωρεάς.

 

Σε ανατροπή (μέμψη) υπόκειται εκείνη η δωρεά, η οποία υπολογίζεται στην κληρονομία, δηλαδή, οτιδήποτε ο κληρονομούμενος παραχώρησε όσο ζούσε χωρίς αντάλλαγμα σε μεριδιούχο, είτε με δωρεά είτε με άλλο τρόπο και οποιαδήποτε δωρεά ο κληρονομούμενος έκανε στα τελευταία δέκα έτη πριν από το θάνατο του και σε τρίτο, εκτός αν την επέβαλαν λόγοι ευπρέπειας, ή ιδιαίτερο ηθικό καθήκον.

Παραχώρηση χωρίς αντάλλαγμα με άλλο τρόπο (όχι δηλαδή με δωρεά) είναι κυρίως οι γονικές παροχές.

Η γονική παροχή, είτε για τη δημιουργία ή τη διατήρηση οικονομικής ή οικογενειακής αυτοτέλειας, είτε για την έναρξη ή την εξακολούθηση επαγγέλματος, αποτελεί δωρεά, που υπόκειται σε ανατροπή (μέμψη), εφ όσον υπερβαίνει το επιβαλλόμενο από τις περιστάσεις μέτρο.

Ως ενδεικνυόμενο από τις περιστάσεις μέτρο θεωρείται το ανάλογο προς την οικονομική κατάσταση, την κοινωνική θέση του γονέα κατά τη σύσταση της παροχής και την οικογενειακή κατάσταση, δηλαδή τον αριθμό των παιδιών, την ηλικία τους, τις ανάγκες του τέκνου προς το οποίο γίνεται η παροχή, την οικονομική κατάσταση των άλλων παιδιών κλπ.

Απορία του τέκνου δεν απαιτείται για τη σύσταση της γονικής παροχής, αλλά μόνον η συνδρομή ανάγκης με τις προϋποθέσεις του άρθρου 1509 ΑΚ. Αν δεν συντρέχει περίπτωση ανάγκης, τότε η παροχή έχει την έννοια της δωρεάς.

Οι γονικές παροχές προστίθενται στην κληρονομιά με την αξία που είχαν κατά το χρόνο της παροχής, οποτεδήποτε και αν έγιναν.

Για τον προσδιορισμό της κληρονομιάς και κατ` επέκταση για την ανεύρεση της νόμιμης μοίρας μεριδούχου, η οποία είναι το μισό της εξ αδιαθέτου μερίδας, λαμβάνεται ως βάση η κατάσταση και η αξία της κληρονομίας κατά το χρόνο του θανάτου του κληρονομούμενου, δηλαδή όλα τα υπάρχοντα κατά το χρόνο αυτό στην κληρονομία περιουσιακά στοιχεία, από την οποία αφαιρούνται τα χρέη της κληρονομίας, οι δαπάνες κηδείας του κληρονομούμενου και οι δαπάνες απογραφής της κληρονομίας. Στην συνέχεια προστίθενται και θεωρούνται ότι υπάρχουν στην κληρονομία κατά την αξία του χρόνου της πραγματοποίησής τους, οι, αναφερόμενες στα άρθρα 1831 παρ. 2 και 1833 ΑΚ, παροχές εν ζωή του κληρονομούμενου προς τους μεριδούχους, ή και τρίτους (δωρεές εντός της τελευταίας δεκαετίας προ του θανάτου αυτού). Με τον τρόπο αυτό προσδιορίζεται η πραγματική κληρονομία, επί της οποίας ο μεριδούχος λαμβάνει το μισό της εξ αδιαθέτου μερίδας. Κατά το ποσοστό αυτό συντρέχει ως κληρονόμος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 1836 ΑΚ, την αγωγή μέμψης άστοργης δωρεάς ασκούν ο μεριδούχος, ή οι διάδοχοι του, μόνο κατά του δωρεοδόχου ή των κληρονόμων του, για να ανατραπεί η δωρεά κατά το μέρος που λείπει από τη νόμιμη μοίρα.

Ο δωρεοδόχος μπορεί να αποφύγει την ανατροπή, καταβάλλοντος το ισάξιο εκείνου που λείπει από τη νόμιμη μοίρα.

Όταν ο δωρεοδόχος ασκήσει το ανωτέρω δικαίωμα του, το δικαστήριο έχει υποχρέωση να ικανοποιήσει το σχετικό αίτημα του και όχι απλή ευχέρεια να πράξει τούτο και να εκδώσει απόφαση (διαπλαστική) με διαζευκτική καταδίκη, εφ όσον γίνει δεκτή η μέμψη, δηλαδή να υποχρεώσει το δωρεοδόχο εναγόμενο να καταβάλει στον μεριδούχο ενάγοντα το ισάξιο, σε τρέχον νόμισμα του μέρους της νόμιμης μοίρας που λείπει, κατά το χρόνο θανάτου του κληρονομούμενου (ΑΚ 1835), άλλως την αυτούσια απόδοση του ποσοστού της νόμιμης μοίρας που λείπει.

Στην περίπτωση της αυτούσιας απόδοσης, το διαπλαστικό αποτέλεσμα της απόφασης συνίσταται στο ότι γεννάται ενοχή του δωρεοδόχου να μεταβιβάσει κατά κυριότητα και νομή στο μεριδιούχο το ποσοστό της νόμιμης μοίρας, που δέχθηκε ότι λείπει, συνάμα δε και το αναλογούν σ` αυτό (ελλείπον) ποσοστό των συλλεγόντων και συλλεκτών καρπών ή άλλων ωφελημάτων, από του χρόνου του θανάτου του κληρονομούμενου και εφ εξής, αν υπήρξε σχετικό περί τούτων αίτημα της αγωγής που έγινε δεκτό κατ` άρθ. 1837 ΑΚ, πλην τόκων επί του ισαξίου του ελλείποντος μέρους της νόμιμης μοίρας.

Για την μέμψη άστοργης δωρεάς απαιτείται όπως η κληρονομιά, η οποία υπάρχει κατά το χρόνο του θανάτου του κληρονομούμενου, να μην επαρκεί για να καλυφθεί η νόμιμη μοίρα.

Με την προϋπόθεση αυτή εκφράζεται η αρχή της επικουρικότητας της μέμψης άστοργης δωρεάς, υπό την έννοια ότι η μέμψη χωρεί μόνο επικουρικώς, δηλαδή μόνο εάν και εφ όσον η νόμιμη μοίρα δεν μπορεί να καλυφθεί με τις δυνάμεις της κληρονομιάς.

Κατ` ακολουθίαν της αρχής αυτής, η ικανοποίηση της νόμιμης μοίρας γίνεται κατά πρώτο λόγο σε βάρος των διατάξεων τελευταίας βούλησης (κληρονομικών εγκαταστάσεων, κληροδοτών κλπ.), όπως και των αιτία θανάτου δωρεών, οι οποίες από άποψη προσβολής της νόμιμης μοίρας εξομοιούνται με τις διατάξεις τελευταίας βούλησης.

Συνεπώς, για τον προσδιορισμό της νόμιμης μοίρας του ενάγοντος προς ανατροπή της δωρεάς, κατά το μέρος που λείπει από τη νόμιμη μοίρα, πρέπει να εκτίθενται στην αγωγή η αξία της όλης καταλειφθείσας κληρονομίας κατά τον χρόνο θανάτου του κληρονομουμένου καθώς και η αξία των υπό του θανόντος στους μεριδιούχους οποτεδήποτε παραχωρηθέντων ανταλλάγματος και η οποία προστίθεται λογιστικώς στην υπάρχουσα κληρονομία, ώστε να προκύψει το ποσοστό της νόμιμης μοίρας του καθ ενός και η τυχόν ανάγκη της ανατροπής της δωρεάς κατά το μέρος που λείπει.

Η εξ οποιουδήποτε λόγου επελθούσα τυχόν αύξηση της αξίας του δωρηθέντος από της σύστασης της δωρεάς, μέχρι του χρόνου θανάτου του κληρονομούμενου, κατά τον οποίον γεννάται το δικαίωμα από τη νόμιμη μοίρα, δεν ενδιαφέρει για τον υπολογισμό της αξίας της.

Εφ όσον η προς ανατροπή δωρεά συνίστατο στην παράδοση της ψιλής κυριότητας ακινήτου, ενώ την επικαρπία επ` αυτού παρακράτησε ο κληρονομούμενος εφ όρου ζωής του, για τον υπολογισμό της νόμιμης μοίρας του μεριδιούχου, θέλει ληφθεί υπ όψιν η κατά το χρόνο της δωρεάς πραγματική αξία της ψιλής κυριότητας, δηλαδή του όλου ακινήτου μετά του βάρους όμως τότε της επικαρπίας, ανεξαρτήτως του ότι η τελευταία από του θανάτου του δωρητή κληρονομούμενου αποσβέστηκε κατ` άρθ. 1167 ΑΚ, επ` ωφελεία του δωρεοδόχου ψιλού κυρίου.

Σε περίπτωση, που επέλθει μετά την παροχή και μέχρι το χρόνο του θανάτου του κληρονομούμενου, ο οποίος είναι κρίσιμος για τον υπολογισμό της αξίας της κληρονομιάς, ουσιώδης υποτίμηση του νομίσματος, τότε πρέπει, κατ` εφαρμογή και της κατ` άρθ. 288 ΑΚ αρχής της καλής πίστης, να αναχθεί η αξία της παροχής, την οποία αυτή είχε κατά το χρόνο που πραγματοποιήθηκε, στο ισάξιο του ποσού αυτού στο νόμισμα κατά το χρόνο του θανάτου κληρονομούμενου οπότε να αποτιμάται η κληρονομιά με βάση τη μεταξύ των δύο αυτών χρονικών σημείων σχέση της αξίας του νομίσματος (ΑΠ 236/1984, ΑΠ 511/1982, ΕφΑθ 8560/2002, ΕφΑθ 906/1993, ΑΠ 510/2000, ΑΠ 837/1989, ΕφΑθ 3289/2001, ΕφΑθ 1276/2006).  

Χρίστος Καραμπάγιας | Μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών