Δικαστική αυτούσια διανομή κοινού ακινήτου.

 

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ   1895/2009

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Αίτημα της αγωγής διανομής κοινού πράγματος αποτελεί η λύση της κοινωνίας που υπάρχει επί αυτού. Ο τρόπος λύσης της κοινωνίας, δηλαδή αν η λύση αυτής θα γίνει με αυτούσια διανομή, ή με πώληση με πλειστηριασμό, δεν περιλαμβάνεται αναγκαίως στο αίτημα της αγωγής διανομής, αλλά ανήκει στις εξουσίες του δικαστηρίου.

Σε περίπτωση αυτούσιας διανομής ακάλυπτου και οικοδομήσιμου οικοπέδου με σύσταση χωριστής ιδιοκτησίας σε διακεκριμένα μέρη του ενιαίου οικοπέδου στα οποία θα είναι δυνατή η ανέγερση χωριστών οικοδομημάτων, με την επιφύλαξη των πολεοδομικών διατάξεων, απαιτείται η μη αντίθεση της διανομής αυτής στο συμφέρον των λοιπών συγκυρίων.

Αν με την αυτούσια διανομή συνιστάται κοινωνία κατά το λόγο των μερίδων των κοινωνών και τα μέρη που σχηματίστηκαν είναι άνισα, η αυτούσια διανομή γίνεται με επιδίκαση των μερίδων  στους συγκυρίους, ή στις ομάδες εκείνων που ζήτησαν κοινή μερίδα, κατά το λόγο των μερίδων τους.

Για να αποφασίσει το δικαστήριο την αυτούσια διανομή, ώστε μερικοί από τους κοινωνούς να λάβουν κοινή μερίδα, πρέπει να ζητηθεί από τους κοινωνούς αυτούς παρόμοια επιδίκαση. Αν η διανομή είναι προδήλως αδύνατη ή ασύμφορη, το δικαστήριο διατάσσει την πώλησή του με πλειστηριασμό.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ   1895/2009

Απόσπασμα…….Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 798, 799, 800, 801 ΑΚ, 480, 480Α', 481 και 484 παρ. 1 ΚΠολΔ, όπως τα άρθρα 480, 481 και 484 ΚΠολΔ αντικαταστάθηκαν με τα άρθρα 10, 12 και 13, αντίστοιχα, του ν. 1562/1985, το άρθρο 480Α' ΚΠολΔ προστέθηκε με το άρθρο 11 του ίδιου νόμου και το πρώτο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 480Α' του ίδιου κώδικα αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 του ν. 2207/1994, οι οποίες, σύμφωνα με το άρθρο 1113 ΑΚ, εφαρμόζονται και επί διανομής κοινού πράγματος, προκύπτει, ότι: α) Αν δεν συμφωνούν όλοι οι κοινωνοί για τη λύση της κοινωνίας με διανομή, κάθε κοινωνός μπορεί να ζητήσει τη δικαστική διανομή κατά τις διατάξεις του ΚΠολΔ. β) Αίτημα της αγωγής διανομής κοινού πράγματος αποτελεί η λύση της κοινωνίας που υπάρχει επί αυτού, ο δε τρόπος λύσης της κοινωνίας, δηλαδή, το αν η λύση αυτής θα γίνει με αυτούσια διανομή ή με πώληση με πλειστηριασμό, δεν περιλαμβάνεται αναγκαίως στο αίτημα της αγωγής διανομής, αλλά ανήκει στις εξουσίες του δικαστηρίου. Και γ) Από την έναρξη της ισχύος του ν. 1562/1985, δηλαδή, από τις 16.9.1985, καθιερώθηκε για πρώτη φορά ως τρόπος αυτούσιας διανομής κοινού οικοπέδου, στο οποίο υπάρχει οικοδομή ή το οποίο είναι ακάλυπτο και οικοδομήσιμο, η κατόπιν σχετικού αιτήματος κάποιου από τους συγκυρίους του οικοπέδου, σύσταση χωριστής ιδιοκτησίας είτε κατά ορόφους ή μέρη ορόφων είτε σε διακεκριμένα μέρη του ενιαίου οικοπέδου, στα οποία θα είναι δυνατή η ανέγερση χωριστών οικοδομημάτων, σύμφωνα με το ν. 3741/1929, το ν.δ. 1024/1971, αντίστοιχα, καθώς και τα άρθρα 1002 και 1117 ΑΚ, ορίζεται δε περαιτέρω, συναφώς, στην παρ. 1 του άρθρου 480 Α` ΚΠολΔ, ότι το δικαστήριο αποφασίζει τη διανομή με τον τρόπο που αναφέρεται στην παράγραφο αυτή, αν είναι εφικτή και δεν αντιβαίνει στο συμφέρον των λοιπών συγκυρίων, ότι η απόφαση που διατάζει τη διανομή κατά τον τρόπο αυτό προσδιορίζει τα χωριστά μέρη της οικοδομής που αναλογούν στις μερίδες των συγκυρίων και τα επιδικάζει σ' αυτούς και ότι, αν με την εν λόγω διανομή περιέρχονται σε κάποιο συγκύριο περισσότερες αυτοτελείς ιδιοκτησίες, η απόφαση καθορίζει το ποσοστό της συγκυριότητας που αναλογεί σε καθεμία από τις ιδιοκτησίες αυτές. Από τις αμέσως παραπάνω διατάξεις και, ειδικότερα, αυτές του άρθρου 480Α' παρ. 1 εδ. α'και β' και 2 εδ. α' και β' ΚΠολΔ, προκύπτει ειδικότερα ότι σε περίπτωση αυτούσιας διανομής ακάλυπτου και οικοδομήσιμου οικοπέδου με σύσταση χωριστής ιδιοκτησίας σε διακεκριμένα μέρη του ενιαίου οικοπέδου στα οποία θα είναι δυνατή η ανέγερση χωριστών οικοδομημάτων, με την επιφύλαξη των πολεοδομικών διατάξεων, απαιτείται, κατά ρητή νομοθετική επιταγή, η μη αντίθεση της διανομής αυτής στο συμφέρον των λοιπών συγκυρίων (ΑΠ 764/2008, ΑΠ 489/2005). Περαιτέρω, το δικαστήριο μπορεί για την εξίσωση άνισων μερών, να αποφασίσει ότι οι κοινωνοί, που λαμβάνουν ορισμένα μέρη, θα καταβάλουν σε άλλους κοινωνούς ορισμένο χρηματικό ποσό, κατά δε το άρθρο 480 παρ. 3 ΚΠολΔ, αν ορισμένοι κοινωνοί στη δίκη διανομής ζήτησαν να λάβουν κοινή μερίδα, η μερίδα αυτή λογίζεται ως ενιαία. Στο μέρος που περιέρχεται σ' αυτούς με την αυτούσια διανομή συνιστάται κοινωνία κατά το λόγο των μερίδων τους και κατά το άρθρο 486 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν τα μέρη που σχηματίστηκαν κατά τα άρθρα 480 ή 480Α είναι άνισα, η αυτούσια διανομή γίνεται με επιδίκασή τους στους συγκυρίους ή στις ομάδες εκείνων που ζήτησαν κοινή μερίδα, κατά το λόγο των μερίδων τους. Έτσι για να αποφασίσει το δικαστήριο την αυτούσια διανομή, ώστε μερικοί από τους κοινωνούς να λάβουν κοινή μερίδα, πρέπει να ζητηθεί από τους κοινωνούς αυτούς παρόμοια επιδίκαση. Τέλος, από το συνδυασμό των ως άνω διατάξεων προκύπτει ότι σε περίπτωση διανομής ακινήτου, αν η διανομή είναι προδήλως αδύνατη ή ασύμφορη, το δικαστήριο διατάσσει την πώλησή του με πλειστηριασμό, για τη διαμόρφωση δε της κρίσης του το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του εκτός από τις μερίδες των κοινωνών, το είδος, τις διαστάσεις, το σχήμα, το εμβαδόν κ.λ.π. του διανεμητέου ακινήτο. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών συνάγεται περαιτέρω ότι η κρίση περί αδυνάτου ή ασύμφορου της αυτούσιας διανομής ή αντιθέτως περί του δυνατού αυτής είναι κρίση περί πραγματικών γεγονότων και γι' αυτό είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη, εκτός αν συντρέχει περίπτωση έλλειψης νομίμου βάσεως κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ. Κατά την τελευταία αυτή διάταξη λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν επαρκώς από τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης τα περιστατικά που είναι αναγκαία στη συγκεκριμένη περίπτωση για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, η οποία αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με τον χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όχι δε όταν υφίστανται ελλείψεις αναγόμενες στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται σαφώς (Ολ. ΑΠ 1/1999, Ολ. ΑΠ 24/1992). Δεν ιδρύεται επίσης ο λόγος αυτός αναίρεσης από την αναφορά ή μη στην επιχειρηματολογία των διαδίκων ή από την επιχειρηματολογία του δικαστηρίου (ΑΠ 16/2005). 

Χρίστος Καραμπάγιας | Μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών