Δικαστική διανομή ακινήτου.

 

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ   981/2002

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Αν δεν συμφωνούν οι κοινωνοί για τη λύση της κοινωνίας με διανομή, κάθε κοινωνός μπορεί να ζητήσει τη δικαστική διανομή. Αίτημα της αγωγής διανομής κοινού πράγματος αποτελεί η λύση της κοινωνίας. Ο τρόπος λύσης της κοινωνίας δεν περιλαμβάνεται στο αίτημα της αγωγής διανομής, αλλά ανήκει στις εξουσίες του δικαστηρίου. Το δικαστήριο αποφασίζει τη διανομή με τρόπο που δεν αντιβαίνει στο συμφέρον των λοιπών συγκυρίων.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ   981/2002

Απόσπασμα…..3. Επειδή από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 798, 799, 800 και 801 ΑΚ και 480, 480Α, 481 και 484 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., όπως από τα τέσσερα τελευταία άρθρα του Κ.Πολ.Δ. τα πρώτο, τρίτο και τέταρτο αντικαταστάθηκαν με τα άρθρα 10, 12 και 13, αντίστοιχα, του ν. 1562/1985, το δεύτερο προστέθηκε με το άρθρο 11 του ίδιου νόμου και το πρώτο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 480Α του Κ.Πολ.Δ. αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 του ν. 2207/1994, οι οποίες, σύμφωνα με το άρθρο 1113 ΑΚ, εφαρμόζονται και επί διανομής κοινού πράγματος, συνάγεται ότι: α) Αν δεν συμφωνούν όλοι οι κοινωνοί για τη λύση της κοινωνίας με διανομή, κάθε κοινωνός μπορεί να ζητήσει τη δικαστική διανομή, κατά τις διατάξεις του Κ.Πολ.Δ.: β) Αίτημα της αγωγής διανομής κοινού πράγματος αποτελεί η λύση της κοινωνίας που υπάρχει επ' αυτού, ο δε τρόπος λύσεως της κοινωνίας, δηλαδή το αν η λύση αυτής θα γίνει με αυτούσια διανομή (ή, αν πρόκειται για οικόπεδο στο οποίο υπάρχει οικοδομή ή για οικόπεδο ακάλυπτο και οικοδομήσιμο, με αυτούσια διανομή με σύσταση χωριστής ιδιοκτησίας) ή με πώληση με πλειστηριασμό, δεν περιλαμβάνεται στο αίτημα της αγωγής διανομής, αλλ' ανήκει στις εξουσίες του αρμόδιου δικαστηρίου. Και γ) από την έναρξη της ισχύος του ως άνω ν. 1562/1985, δηλαδή από 16-9-1985, καθιερώθηκε για πρώτη φορά ως τρόπος αυτούσιας διανομής κοινού οικοπέδου, στο οποίο υπάρχει οικοδομή ή το οποίο είναι ακάλυπτο και οικοδομήσιμο, η, κατόπιν σχετικού αιτήματος κάποιου από τους συγκυρίους του οικοπέδου, σύσταση χωριστής ιδιοκτησίας είτε κατά ορόφους ή μέρη ορόφων είτε σε διακεκριμένα μέρη του ενιαίου οικοπέδου, στα οποία θα είναι δυνατή η ανέγερση χωριστών οικοδομημάτων, σύμφωνα με το ν. 3741/1929, το ν.δ. 1024/1971, αντίστοιχα, καθώς και τα άρθρα 1002 και 1117 ΑΚ, ορίζεται δε περαιτέρω, συναφώς, στην παρ. 1 του προστεθέντος άρθρου 480Α του Κ.Πολ.Δ. ότι το δικαστήριο αποφασίζει τη διανομή με τον τρόπο που αναφέρεται στην παράγραφο αυτήν, αν είναι εφικτή και δεν αντιβαίνει στο συμφέρον των λοιπών συγκυρίων, ότι η απόφαση που διατάζει τη διανομή κατά τον τρόπο αυτόν προσδιορίζει τα χωριστά μέρη της οικοδομής που αναλογούν στις μερίδες των συγκυρίων και τα επιδικάζει σ' αυτούς και ότι, αν με τη διανομή αυτήν περιέρχονται σε κάποιο συγκύριο περισσότερες αυτοτελείς ιδιοκτησίες, η απόφαση καθορίζει το ποσοστό της συγκυριότητας που αναλογεί σε κάθε μία από τις ιδιοκτησίες αυτές (πρβλ. ΑΠ 1053/1993). Ακόμη, με το άρθρο 486 Κ.Πολ.Δ., όπως αυτό ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 14 του ν. 1562/1985, ορίζεται ότι «αν τα μέρη που σχηματίστηκαν κατά τα άρθρα 480 ή 480 Α' είναι ίσα, η αυτούσια διανομή τους μεταξύ των κοινωνών γίνεται με κλήρωση...» (παρ. 1) και ότι «αν τα μέρη που σχηματίστηκαν κατά τα άρθρα 480 ή 480 Α' είναι άνισα, η αυτούσια διανομή γίνεται με επιδίκασή τους στους συγκυρίους ή στις ομάδες εκείνων που ζήτησαν κοινή μερίδα, κατά το λόγο των μερίδων τους» (παρ.2). Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που είναι αναγκαία, για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της διατάξεως του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς ή αντιφατικές ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Αντιθέτως, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως, όταν πρόκειται για ελλείψεις, που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, εφόσον αυτό διατυπώνεται στην απόφαση σαφώς. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως από την προσβαλλόμενη απόφασή του προκύπτει, δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς περί πραγμάτων κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, που ενδιαφέρουν εδώ: Οι διάδικοι είναι συγκύριοι, καθένας κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου, ενός οικοπέδου, εκτάσεως 214,10 τ.μ. και κατά νεότερη καταμέτρηση 204 τ.μ., που βρίσκεται στην οδό Α. Δ., αριθ. ..., στα….Αττικής και απεικονίζεται στο από Μάϊο 1991 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού…..το οποίο περιήλθε σ' αυτούς από αγορά δυνάμει του υπ' αριθ. 3638/1971 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών…….που μεταγράφηκε νόμιμα. Επί του οικοπέδου αυτού ανέγειραν διώροφη οικοδομή, αποτελούμενη από ισόγειο όροφο, συνολικής επιφάνειας 83,43 τ.μ., και πρώτο όροφο, επιφάνειας 74,72 τ.μ.. Το ισόγειο της οικοδομής αποτελείται από δύο τμήματα, από τα οποία το μπροστινό είναι διαμορφωμένο σε κατάστημα, εμβαδού 33,61 τ.μ., και το πίσω τμήμα είναι διαμέρισμα, εμβαδού 49,82 τ.μ.. Ο πρώτος όροφος έχει διαμορφωθεί σε διαμέρισμα. Η αξία του καταστήματος ανέρχεται σε 3.529.050 δραχμές και η αξία του διαμερίσματος του ισογείου ανέρχεται σε 3.138.660 δραχμές, ενώ η αξία του διαμερίσματος του πρώτου ορόφου ανέρχεται σε 6.538.000 δραχμές. Έτσι το ισόγειο και ο πρώτος όροφος της οικοδομής έχουν περίπου την ίδια αξία και ως εκ τούτου είναι δυνατόν το επίδικο οικόπεδο με την υπάρχουσα σ' αυτό διώροφη οικοδομή να διανεμηθεί αυτουσίως σε δύο μέρη με σύσταση χωριστής ιδιοκτησίας κατά ορόφους, ώστε καθένας από τους διαδίκους να λάβει ανάλογο με τη μερίδα του μέρος της οικοδομής και ειδικότερα, ο μεν ένας από αυτούς να λάβει το ισόγειο, στο οποίο αντιστοιχεί ποσοστό 527%ο εξ αδιαιρέτου επί του οικοπέδου και ειδικότερα, στο μεν κατάστημα αντιστοιχεί ποσοστό 212%ο εξ αδιαιρέτου, στο δε διαμέρισμα (του ισογείου) αντιστοιχεί ποσοστό 315%ο εξ αδιαιρέτου, ο δε άλλος να λάβει τον πρώτο υπέρ το ισόγειο όροφο, στον οποίο αντιστοιχεί ποσοστό 473%ο εξ αδιαιρέτου επί του οικοπέδου, κάθε μία δε από τις χωριστές αυτές ιδιοκτησίες έχει την ίδια αναλογία στις δαπάνες κοινοχρήστων. Ο τρόπος αυτός διανομής είναι προς το συμφέρον των διαδίκων, αφού δεν επέρχεται μείωση της αξίας της ιδανικής τους μερίδας, ενώ δεν μειώνεται η αξία του όλου ακινήτου. Δέχτηκε ακόμη το Εφετείο ότι, εφόσον τα μέρη που σχηματίστηκαν είναι ίσα, η αυτούσια διανομή τους μεταξύ των διαδίκων έπρεπε να γίνει με κλήρωση. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε ότι ορθά διατάχθηκε με την εκκληθείσα υπ' αριθ……οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου (Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών), κατά παραδοχή και ως ουσιαστικά βάσιμης της ένδικης για διανομή αγωγής της αναιρεσίβλητης, η αυτούσια διανομή του ως άνω κοινού ακινήτου με τη σύσταση χωριστής ιδιοκτησίας κατ' ορόφους επί της υφιστάμενης σ' αυτό οικοδομής και με κλήρωση και, κατόπιν τούτου, απέρριψε ως αβάσιμους τους σχετικούς λόγους της εφέσεως του αναιρεσείοντος, με τους οποίους υποστηρίζονταν τα αντίθετα. Το Εφετείο όμως, ενώ δέχεται ότι κάθε ένας από τους διαδίκους είναι συγκύριος του επίδικου ακινήτου κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου, καθώς και ότι η αξία, του μεν ισογείου ορόφου ανέρχεται στο συνολικό ποσό των δραχμών 6.667.710 (3.529.050- 3.138.660), του δε πρώτου υπέρ το ισόγειο ορόφου ανέρχεται στο ποσό των 6.538.000 δραχμών, στη συνέχεια δέχεται ότι και ο ισόγειος και ο πρώτος υπέρ το ισόγειο όροφοι "έχουν περίπου την ίδια αξία" και, θεωρώντας πως πρόκειται για ίσα μέρη, κρίνει ότι η αυτούσια διανομή τους μεταξύ των κοινωνών (διαδίκων)θα έπρεπε να γίνει με κλήρωση. Μάλιστα, πέραν αυτών, παρά το ότι δέχεται ότι οι μερίδες των διαδίκων είναι ίσες, εν τούτοις καθορίζει άνισα ποσοστά συγκυριότητας κάθε μιας χωριστής ιδιοκτησίας επί του εδάφους. Έτσι όμως το Εφετείο υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθ.19 Κ.Πολ.Δ. προβλεπόμενη πλημμέλεια, αφού με τον τρόπο κατά τον οποίο έκρινε στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, εφόσον διέλαβε στην απόφασή του αυτήν ανεπαρκή και αντιφατική αιτιολογία επί του αμέσως πιο πάνω ζητήματος, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, έτσι ώστε να καθίστανται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 800 του ΑΚ, 480 παρ.1, 480 Α παρ.1 και 486 του ΚΠολΔ. Και αυτό γιατί δέχτηκε ότι τα μέρη που, κατά τα πιο πάνω, σχηματίστηκαν είναι ίσα και ότι, κατόπιν τούτου, η αυτούσια διανομή τους μεταξύ των κοινωνών διαδίκων έπρεπε να γίνει με κλήρωση, ενώ, κατά τις παραδοχές του, στην πραγματικότητα, δεν πρόκειται για ίσα μέρη και, πέραν τούτου, δεν δικαιολογείται με επάρκεια και χωρίς αντιφατικότητα για ποιον λόγο, μολονότι οι μερίδες των διαδίκων είναι ίσες, εν τούτοις καθορίζονται διαφορετικά ποσοστά συγκυριότητας επί του εδάφους που αναλογεί σε κάθε μία από τις συσταθείσες χωριστές (οριζόντιες) ιδιοκτησίες, εφόσον, σε κάθε περίπτωση, δεν γίνεται εξίσωση των μερών που σχηματίστηκαν με την καταβολή ορισμένου χρηματικού ποσού ή τη σύσταση δουλείας σε ορισμένα μέρη υπέρ του άλλου κοινωνού σύμφωνα με το άρθρο 481 παρ.2 Κ.Πολ.Δ., όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 του ν. 1562/1985. Ακόμη, το Εφετείο δεν καθορίζει την ανάλογη μερίδα που θα έχει ο κάθε κύριος ορόφου πάνω στα υπόλοιπα μέρη του όλου ακινήτου, τα οποία θα χρησιμεύουν στην κοινή και του άλλου κυρίου χρήσης (άρθρο 1117 ΑΚ). Επομένως τόσο ο τρίτος λόγος αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου κατά το μέρος του με το οποίο προβάλλεται ότι το Εφετείο με το να κρίνει όπως πιο πάνω αναφέρεται υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθ.19 Κ.Πολ.Δ. προβλεπόμενη πλημμέλεια όσο και ο πρώτος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως κατά το μέρος του με το οποίο προβάλλεται ότι το Εφετείο με το να κρίνει όπως πιο πάνω αναφέρεται υπέπεσε στην ίδια πλημμέλεια (του αριθμού 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.), όπως οι λόγοι αυτοί, σε κάθε περίπτωση, παραδεκτώς διευκρινίζονται και συμπληρώνονται, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 562 παρ.4 Κ.Πολ.Δ., με την έγγραφη εισήγηση του Εισηγητή Αρεοπαγίτη, πρέπει να γίνουν δεκτοί ως βάσιμοι. Ετσι πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά τους αμέσως πιο πάνω λόγους αναιρέσεως (κύριο και πρόσθετο), που κρίθηκαν βάσιμοι, και η υπόθεση να παραπεμφθεί για περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την εν λόγω απόφαση, του οποίου είναι δυνατή η σύνθεση από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 31 παρ.1 του ν. 2172/1993). 4. Επειδή, κατά το άρθρο 579 παρ.2 ΚΠολΔ, «αν αποδεικνύεται προαποδεικτικώς εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης που αναιρέθηκε, ο Αρειος Πάγος, αν υποβληθεί αίτηση με το αναιρετήριο ή με τις προτάσεις ή με αυτοτελές δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου ως την παραμονή της συζήτησης, διατάζει με την αναιρετική απόφαση την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση». Η κλήρωση όμως που γίνεται κατά το άρθρο 486 παρ.1 ΚΠολΔ στην περίπτωση κατά την οποία τα μέρη που σχηματίστηκαν κατά τα άρθρα 480 ή 480 Α' του ίδιου Κώδικα είναι ίσα αποτελεί όχι αναγκαστική εκτέλεση κατά τα άρθρα 904 επ. του Κώδικα αυτού, αλλ' απλώς τον τρόπο εφαρμογής της αυτούσιας διανομής, η οποία διατάσσεται από το δικαστήριο με την απόφασή του κατά την αμέσως πιο πάνω περίπτωση. Ειδικότερα, η τελεσίδικη δικαστική απόφαση που διατάζει την αυτούσια διανομή μαζί με τη σχετική έκθεση που έχει συνταχθεί, σε περίπτωση κληρώσεως, γι' αυτήν αποτελούν ως ενιαίο σύνολο, τίτλο ιδιοκτησίας και, προκειμένου για ακίνητα, μεταγράφονται (άρθρο 489 ΚΠολΔ), και περαιτέρω αποτελούν, επίσης ως ενιαίο σύνολο, εκτελεστό τίτλο, με βάση τον οποίο μπορεί να γίνει αναγκαστική εκτέλεση προς κτήση της κατοχής του ή των λαχόντων μερών (άρθρο 904 παρ.1 και 2 στοιχ. α' και ζ' ΚΠολΔ). Επομένως, αν δεν χώρησε εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της αποφάσεως που αναιρέθηκε, με την οποία είχε διαταχθεί η αυτούσια διανομή, ενδεχομένως σε συνδυασμό και με την κλήρωση που έγινε με βάση την απόφαση αυτήν, προς κτήση της κατοχής των λαχόντων μερών, δεν υπάρχει στάδιο εφαρμογής της προπαρατεθείσας διατάξεως της παρ.2 του άρθρου 579 ΚΠολΔ, ακριβώς γιατί λείπει η εν λόγω βασική προϋπόθεση για την εφαρμογή της διατάξεως αυτής. Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με το δικόγραφο των πρόσθετων λόγων αναιρέσεως ισχυρίζεται ότι με βάση την υπ' αριθ…..οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου (Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών), η οποία επικυρώθηκε με την ήδη αναιρούμενη απόφαση του Εφετείου, έγινε κλήρωση των ως άνω μερών που σχηματίστηκαν προς αυτούσια διανομή τους μεταξύ των διαδίκων και για την κλήρωση αυτή συντάχθηκε η σχετική υπ' αριθ. 539/23-5-2001 έκθεση του εντεταλμένου δικαστή που είχε οριστεί με την εν λόγω πρωτόδικη απόφαση, ακολούθως δε ζητεί να διαταχθεί η επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από τη διενέργεια της εν λόγω κληρώσεως. Η αίτηση αυτή, στην ποία δεν αναφέρεται και ότι έλαβε χώρα εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της με την αναιρούμενη απόφαση επικυρωθείσας πρωτόδικης αποφάσεως, σε συνδυασμό της με την πιο πάνω έκθεση για τη γενόμενη κλήρωση, πρέπει, σύμφωνα με όσα στην προτασσόμενη σκέψη διαλαμβάνονται, να απορριφθεί ως δικονομικώς αβάσιμη, αφού, με βάση τα αναφερόμενα σ' αυτή, δεν υπάρχει στάδιο εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 579 παρ.2 ΚΠολΔ, ακριβώς γιατί η κλήρωση, που, κατά τα εκτιθέμενα, έγινε αποτελεί όχι αναγκαστική εκτέλεση, αλλ' απλώς την εξειδίκευση του τρόπου εφαρμογής της αυτούσιας διανομής που είχε διαταχθεί με την πρωτόδικη απόφαση.

Χρίστος Καραμπάγιας | Μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών