Προσβολή προσωπικότητας λόγω παρεμπόδισης χρήσης κοινοχρήστου χώρου δημοπρατηθέντος από το δημόσιο ή νπδδ.

 

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ  647/2011

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Τα πολιτικά Δικαστήρια, όταν κρίνουν ιδιωτικές διαφορές που υπάγονται σ' αυτά, μπορούν να εξετάσουν παρεπιμπτόντως το κύρος και τη νομιμότητα των πράξεων των οργάνων της διοίκησης, ή του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, εφ όσον τούτο δεν έχει αποκλειστεί από το νόμο και δεν έχει εκδοθεί περί του κύρους αυτών απόφαση του Συμβουλίου Επικρατείας, η οποία και δεσμεύει τα πολιτικά δικαστήρια.

Τα πολιτικά δικαστήρια έχουν δικαιοδοσία να δικάσουν αγωγή προσβολής προσωπικότητας λόγω παρεμπόδισης χρήσης κοινοχρήστου χώρου, ερευνώντας παρεμπιπτόντως, αν το δημόσιο, ή νπδδ, έχει δικαίωμα δημοπράτησης του χώρου.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ  647/2011

Απόσπασμα……..Ο κατά το άρθρο 560 αριθ. 3 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το πολιτικό δικαστήριο δέχθηκε ότι έχει δικαιοδοσία σε υπόθεση που, κατά νόμο, υπάγεται στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων, Ο λόγος αυτός ιδρύεται και αν ακόμη δεν έγινε σχετική επίκληση της έλλειψης δικαιοδοσίας ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, αφού αφορά τη δημόσια τάξη (άρθρο 562 § 2 εδ. γ Κ.Πολ.Δ.). Εξάλλου, κατά το άρθρο 94 §§ 1 και 2 του Συντάγματος "στο Συμβούλιο της Επικρατείας και τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια υπάγονται οι διοικητικές διαφορές, όπως ο νόμος ορίζει, με την επιφύλαξη των αρμοδιοτήτων του Ελεγκτικού Συνεδρίου" (παρ. 1). "Στα πολιτικά δικαστήρια υπάγονται οι ιδιωτικές διαφορές, καθώς και υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας, όπως νόμος ορίζει" (παρ. 2). Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες του άρθρου 95 §1 του Συντάγματος, προκύπτει ότι διοικητικές διαφορές ουσίας είναι διαφορές που πηγάζουν από διοικητικές συμβάσεις ή από ενέργειες διοικητικών οργάνων, οι οποίες δεν συνιστούν εκτελεστές διοικητικές πράξεις και εφόσον ο νόμος, στην περίπτωση αυτή, οργανώνει κατά τέτοιο τρόπο τη δικαστική προστασία του πολίτη, ώστε το αίτημα του ενώπιον του δικαστηρίου να είναι η καταψήφιση σε παροχή ή αναγνώριση δικαιώματος ή έννομης σχέσης που αναφέρονται στο δημόσιο δίκαιο (ΑΕΔ 1/91, 2/93). Από δε τις διατάξεις των άρθρων 1 και 2 του Κ.Πολ.Δ προκύπτει ότι τα πολιτικά Δικαστήρια, όταν κρίνουν ιδιωτικές διαφορές που υπάγονται σ' αυτά, μπορούν να εξετάσουν παρεπιμπτόντως το κύρος και τη νομιμότητα των πράξεων των οργάνων της διοίκησης ή του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, εφόσον τούτο δεν έχει αποκλειστεί από το νόμο και δεν έχει εκδοθεί περί του κύρους αυτών απόφαση του Συμβουλίου Επικρατείας, η οποία και δεσμεύει τα πολιτικά δικαστήρια. Η τοιαύτη έρευνα των πολιτικών δικαστηρίων περιορίζεται στο αν τα ως άνω όργανα ενήργησαν κατά τους διαγραφόμενους από το νόμο όρους και τύπους μέσα στα πλαίσια της εξουσίας τους, χωρίς να μπορούν να ελέγξουν και την ουσιαστική κρίση αυτών ως προς την ύπαρξη ή μη των πραγματικών προϋποθέσεων (Ολ. ΑΠ 447/1984). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 970 του ΑΚ, "σε κοινόχρηστα πράγματα μπορούν να αποκτηθούν με παραχώρηση της αρχής κατά τους όρους του νόμου ιδιαίτερα ιδιωτικά δικαιώματα, εφόσον με τα δικαιώματα αυτά εξυπηρετείται ή δεν αναιρείται η κοινή χρήση". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η από την αρχή παραχώρηση ιδιαίτερων ιδιωτικών δικαιωμάτων σε κοινόχρηστο πράγμα, εφόσον παρακωλύεται έτσι η κοινή χρήση, δεν αίρει το παράνομο της προσβολής της προσωπικότητας του φυσικού προσώπου. Στην προκείμενη περίπτωση οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι, με την από 21-6-2001 αγωγή τους ενώπιον του Ειρηνοδικείου……το περιεχόμενο της οποίας επιτρεπτώς εκτιμάται από τον Αρειο Πάγο για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου (άρθρο 561 § 2 Κ.Πολ.Δ.), εξέθεταν ότι το πρώτο εναγόμενο ήδη αναιρεσείον νομικό πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου (ιερός ναός) με σύμβαση μίσθωσης, κατόπιν πλειοδοτικής δημοπρασίας ανέλαβε την υποχρέωση να παραδώσει τη χρήση προς τη δεύτερη εναγόμενη-αναιρεσείουσα και τους τρίτο και τέταρτο εναγομένους-αναιρεσείοντες 135 και 110 τ.μ. αντιστοίχως από μία δημοτική πλατεία, συνολικού εμβαδού 335 τ.μ., με την ονομασία……κείμενη εντός του οικισμού ………του Δήμου…….πρώην ομώνυμης Κοινότητας, στην οποία είχε περιέλθει κατά κυριότητα με την από αμνημονεύτου χρόνου παράδοσή της στην κοινή χρήση και χρήση της από τους κατοίκους της εν λόγω κοινότητας (ήδη Δήμου), οι δε τρεις τελευταίοι εναγόμενοι-αναιρεσείοντες κατέλαβαν το εκμισθωθέν σ' αυτούς τμήμα της κοινόχρηστης πλατείας και με σιδηροκατασκευή και στέγαστρο, κατ' αποκλειστική χρήση τούτου, εξυπηρετούν την πελατεία γειτονικών καταστημάτων τους, σε τρόπο ώστε να αναιρείται η κοινή χρήση του μεγαλύτερου μέρους της πλατείας με τον τρόπο αυτό και να προσβάλλεται το δικαίωμα της προσωπικότητας των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι γι' αυτό ζήτησαν την άρση της προσβολής, την παράλειψη αυτής στο μέλλον και την επιδίκαση υπέρ αυτών χρηματικής ικανοποιήσεως της ηθικής βλάβης τους. Με το ως άνω περιεχόμενο της αγωγής ήχθη προς κρίση στο Ειρηνοδικείο…..έννομη σχέση του ιδιωτικού δικαίου, που αφορούσε: α) την ιδιότητα του εκμισθωθέντος από τον πρώτο προς τους λοιπούς αναιρεσείοντες χώρου ως τμήματος δημοτικής-και άρα κοινόχρηστης και εκτός συναλλαγής-πλατείας (άρθρα 966-967 του ΑΚ) και β) την προσβολή του δικαιώματος επί της προσωπικότητας ως προς τους αναιρεσιβλήτους που ήταν φυσικά πρόσωπα, λόγω αποκλεισμού της χρήσης μέρους της κοινόχρηστης πλατείας από τους αναιρεσείοντες, ως προϋπόθεση θεμελιώσεως των καταψηφιστικών αιτημάτων της αγωγής (άρθρο 57-59 και 932 του ΑΚ). Περαιτέρω το αναφυέν, κατά πρόταση των αναιρεσειόντων-εναγομένων, διοικητικής φύσεως ζήτημα ως προς τη νομιμότητα της δημοπρατήσεως των επίμαχων χώρων της πλατείας, από τον πρώτο αναιρεσείοντα (ιερό ναό), ως προς το οποίο υπήρχε αρμοδιότητα παρεμπίπτουσας εξετάσεως του από το Ειρηνοδικείο και Πολυμελές Πρωτοδικείο, ανεξάρτητα από την παράλληλη προσφυγή των διαδίκων στο Συμβούλιο Επικρατείας (χωρίς να έχει εκδοθεί σχετική απόφαση τούτου), αλυσιτελώς προτείνεται σε κάθε περίπτωση ως λόγος, έλλειψης δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων να δικάσουν την κρινόμενη υπόθεση, αφού και αν ακόμα η δημοπράτηση των κοινόχρηστων χώρων και η παραχώρηση ιδιωτικών δικαιωμάτων επ' αυτών συντελέσθηκε στα πλαίσια υπάρχοντος δικαιώματος του πρώτου αναιρεσείοντος, εφόσον παρακωλυόταν η κοινή χρήση, δεν μπορούσε να αρθεί η εξαιτίας τούτου παράνομη προσβολή της προσωπικότητας των φυσικών προσώπων-δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων (βλ. άρθρο 970 του ΑΚ). Η ύπαρξη δε της κοινοχρησίας της επίδικης πλατείας, ως προϋποθέσεως προσβολής του δικαιώματος της προσωπικότητας των δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων, που δεν συνιστούσε διοικητική διαφορά, μπορούσε επίσης να εξετασθεί παρεμπιπτόντως στη δίκη που ανοίχθηκε μεταξύ των διαδίκων και δεν ήταν απαραίτητο να κριθεί ιδιαιτέρως σε δίκη μεταξύ του πρώτου αναιρεσείοντος ιερού ναού και του φερόμενου ως κυρίου της κοινόχρηστης πλατείας Δήμου Κασσωπαίων, αφού προέχον προκριματικό ζήτημα αποτελούσε η κοινοχρησία της πλατείας και όχι ο δημοσίου χαρακτήρα φορέας, στον οποίο αυτή ανήκε κατά κυριότητα. Επομένως ο αντίθετος πρώτος από το αναιρετήριο και το δικόγραφο προσθέτων λόγων, κατά το οικείο μέρος του, από το άρθρο 560 αρ.3 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Κατά το άρθρο 562 § 2 του Κ.Πολ.Δ., "είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο Δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο Δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη". Από την ανωτέρω διάταξη, που αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Αρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει το ουσιαστικό δικαστήριο, προκύπτει ότι, αν δεν συντρέχει μία από τις σ' αυτή αναφερόμενες εξαιρετικές περιπτώσεις, ο λόγος αναιρέσεως είναι παραδεκτός μόνον εφόσον στηρίζεται σε ισχυρισμό που προτάθηκε παραδεκτά και νόμιμα στο δικαστήριο από το οποίο προέρχεται η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση (Ολ. ΑΠ 43/1990), ακόμη και αν έπρεπε να ληφθεί υπόψη αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο της ουσίας (Ολ. ΑΠ 1/1987), όπως συμβαίνει τούτο και επί αοριστίας της αγωγής. Στο αναιρετήριο πρέπει να παρατίθεται ο ισχυρισμός, όπως προτάθηκε στο Δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο χρόνος και ο τρόπος προτάσεως του ή επαναφοράς του στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος. Με τον δεύτερο από το αναιρετήριο κατά το οικείο μέρος του, από το άρθρο 560 αρ.1 του Κ.Πολ.Δ. λόγο αναιρέσεως πλήσσεται η απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ότι εσφαλμένως δεν απέρριψε για νομική αοριστία την αγωγή των αναιρεσιβλήτων, η οποία κατά παράβαση της διατάξεως του άρθρου 970 ΑΚ δεν προσδιόριζε σε ποια έκταση αναιρείται η κοινοχρησία της επίδικης πλατείας από την παραχώρηση της χρήσης τμήματος της στους τρεις τελευταίους αναιρεσείοντες και προσβάλλεται έτσι το δικαίωμα της προσωπικότητας των αναιρεσιβλήτων. Επομένως, εφόσον δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι η αοριστία της αγωγής των αναιρεσιβλήτων είχε προταθεί από τους αναιρεσείοντες στο Πολυμελές Πρωτοδικείο, ο ως άνω λόγος αναιρέσεως είναι προεχόντως απαράδεκτος. Κατά το άρθρο 57 εδ.α' του ΑΚ, όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητα του έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον. Από την ανωτέρω διάταξη συνάγεται ότι προϋπόθεση της παρεχόμενης με αυτή προστασίας είναι η συνδρομή παράνομης πράξης, από την οποία επέρχεται μειωτική διαταραχή της προσωπικότητας σε κάποια έκφανσή της. Τέτοια προσβολή δημιουργείται και όταν παρακωλύεται η χρήση κοινόχρηστης οδού. Από το συνδυασμό της ως άνω διατάξεως με εκείνες των άρθρων 966, 967 και 59 του ΑΚ προκύπτει ότι, με την καθιέρωση κάποιου πράγματος ως κοινοχρήστου, το άτομο αποκτά εξουσία χρήσεως αυτού, η οποία δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί ως άμεση εξουσία επί του πράγματος (νομή, οιονεί νομή ή κατοχή), είναι όμως απόρροια του επί της ιδίας προσωπικότητας ιδιωτικού δικαιώματος, η εξουσία δε αυτή χρήσεως, που προσβάλλεται εξωτερικώς σε περίπτωση παρακωλύσεως της κοινής χρήσεως, ως έκφανσης της προσωπικότητας του πολίτη, περικλείει την ικανότητα για ακώλυτη ανάπτυξη της ανθρώπινης ενέργειας και προστατεύεται από το άρθρο 57 Α.Κ., που επιβάλλει, όπως εκτέθηκε, την άρση της προσβολής και την παράλειψη της στο μέλλον, ενώ επί πλέον δικαιούται το προσβαλλόμενο φυσικό πρόσωπο να απαιτήσει, κατ' άρθρο 59 ΑΚ, χρηματική ικανοποίηση για την εκ της προσβολής ηθική του βλάβη. Με την καθιέρωση του πράγματος ως κοινοχρήστου δημιουργείται αφενός σχέση της πολιτείας ή άλλου φορέα δημόσιας εξουσίας (δήμου, κοινότητας κλπ) προς το πράγμα και αφετέρου σχέση του πολίτη προς αυτό, που συνίσταται στην εξουσία να το χρησιμοποιεί ελεύθερα μέσα στα όρια του προορισμού του. Η εξουσία του δε αυτή, που απορρέει από το προστατευόμενο δικαίωμα του επί της προσωπικότητας του (άρθρο 57 του ΑΚ), αποτελεί εκδήλωση της ελευθερίας που είναι στοιχείο της προσωπικότητας του ατόμου, συνταγματικώς προστατευόμενη (άρθρο 5 § 1 του Συντάγματος). Περαιτέρω κατά τις διατάξεις των άρθρων 966, 967, 969, 970, 971 και 1054 του ΑΚ εκτός συναλλαγής πράγματα είναι και τα κοινόχρηστα, στα οποία περιλαμβάνονται οι οδοί και οι πλατείες, ως προεκτάσεις και διευρύνσεις των οδών, οι οποίες, αν δεν ανήκουν σε δήμο ή κοινότητα ή ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, ανήκουν στο Δημόσιο και είναι ανεπίδεκτες νομής, άρα και κτήσης κυριότητας με χρησικτησία, αποβάλλουν δε τον κοινόχρηστο χαρακτήρα τους, αν έπαυσε να εξυπηρετείται ο εν λόγω προορισμός από φυσικά εμπόδια ή μεταβολές στη νομική κατάσταση αυτών. Τα κοινής χρήσεως πράγματα λαμβάνουν τον προορισμό τους αυτόν από το νόμο ή τη βούληση του ιδιοκτήτη τους, που μπορεί να εκδηλωθεί και με παραίτηση από την κυριότητα του πράγματος για να καταστεί αυτό κοινόχρηστο, τηρουμένων πάντοτε των νομίμων διατυπώσεων. Κατά το προϊσχύσαν του ΑΚ Β. Ρωμαϊκό δίκαιο (Ν.3 Πανδ. 43.7, ν.2 παρ.8 Πανδ.39.3, ν.28 Πανδ.22.3) ιδιωτικό ακίνητο ελάμβανε την ιδιότητα κοινοχρήστου και με την από αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητα (vetustas), με την οποία κυρούται ως νόμιμη η πραγματική κατάσταση που υπάρχει πριν από τόσο χρόνο, ώστε η ζώσα γενεά να την εγνώρισε ως έχει και να μη διέσωσε παράδοση από την παρελθούσα γενεά για την ύπαρξη άλλης διαφορετικής καταστάσεως για χρονική περίοδο 80 (40 + 40) ετών τουλάχιστον. Η από αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητα δεν προβλέπεται από τον ΑΚ, διατηρείται όμως η δυνάμει αυτής μέχρι την εισαγωγή του (23-2-1946) αποκτηθείσα ιδιότητα του πράγματος ως κοινής χρήσεως (άρθρου 51 ΕισΝΑΚ). Μετά την εισαγωγή του ΑΚ μπορεί εμμέσως να επιτευχθεί παρόμοιο με το εξ αυτής αποτέλεσμα, δυνάμει του άρθρου 281 Α.Κ., αν ο κύριος επί μακρό χρόνο άφησε το πράγμα εκτεθειμένο στην κοινή χρήση ανεχόμενος ή, πολύ περισσότερο, επιθυμών αυτό να καταστεί κοινής χρήσεως. Αυτό, ειδικότερα, μπορεί να συμβεί και στην περίπτωση που κάποιος χώρος αφήνεται από τον κύριο για να χρησιμεύσει ως κοινόχρηστη οδός ή πλατεία. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αρ.1 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των Πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Πρωτοδικείων επιτρέπεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με την απόδοση σ' αυτόν έννοιας μη αληθινής (μη αρμόζουσας), είτε με εσφαλμένη (μη ορθή) εφαρμογή, που υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου εφαρμόζεται ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή δεν εφαρμόζεται ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και όταν εφαρμόζεται εσφαλμένα (Ολ. ΑΠ 7/2006, 4/2005). Στην προκείμενη περίπτωση το Πολυμελές Πρωτοδικείο, το οποίο δίκασε την έφεση των αναιρεσιβλήτων-εναγόντων κατά της αποφάσεως του Ειρηνοδικείου, με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή τους ως ουσιαστικά αβάσιμη, ύστερα από ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε τα ακόλουθα……Έτσι όπως έκρινε το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο και δέχθηκε την αγωγή των δύο πρώτων εναγομένων αναιρεσιβλήτων, λόγω προσβολής του δικαιώματος της προσωπικότητας τους από τα αναιρούντα τη χρήση τους εμπόδια που έθεσαν οι δύο τελευταίοι αναιρεσείοντες-εναγόμενοι, κατά παραχώρηση της πρώτης από αυτούς, στο μεγαλύτερο τμήμα της κοινόχρηστης πλατείας, υποχρεώνοντας τους τελευταίους να άρουν τα αποκλείοντα την κοινοχρησία κατασκευάσματα από την κοινόχρηστη πλατεία και απορρίπτοντας τους ισχυρισμούς (ενστάσεις) τους περί καταχρηστικής ασκήσεως του αγωγικού δικαιώματος και παραιτήσεως της κυρίας του κοινόχρηστου πράγματος Κοινότητας……από το δικαίωμα κυριότητάς της, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 57-59, 966 έως 971, 1054, 281, 156 του ΑΚ, όπως και τους κατ' εφαρμογήν του άρθρου 51 ΕισΝΑΚ, κανόνες του προϊσχύσαντος Βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, ήτοι ν.3 Παν. 43.7, ν.2 §8 Πανδ. 39.3, ν.28 Πανδ. 22.3, καθ' όσον αναφέρονται στο αποδεικτικό του πόρισμα: 1) Τα παραγωγικά γένεσης του αγωγικού δικαιώματος περιστατικά, δηλαδή: α) Η από αμνημόνευτου χρόνου ένταξη από τους κατοίκους της κοινότητας (και μετέπειτα Δήμου) ……της πλατείας με το όνομα……στην κοινή χρήση προ του έτους 1865 και η χρησιμοποίησή της έκτοτε ως κοινόχρηστου πράγματος για τη διέλευσή τους, την αναψυχή τους και την ικανοποίηση επαγγελματικών αναγκών τους επί χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των 80 ετών, μέχρι την εισαγωγή του ΑΚ (23-2-1946), έτσι ώστε η μέχρι τότε ζώσα γενεά των ανθρώπων αυτών να γνώρισε αυτή την πλατεία όπως έχει και να μην διέσωσε παράδοση από την παρελθούσα γενεά για την ύπαρξη άλλης διαφορετικής καταστάσεως, χωρίς να ασκεί επιρροή το ότι η κοινότητα……δεν ήταν εξ αρχής αναγνωρισμένη, αφού και από τους κατοίκους ανοργάνωτης Κοινότητας είναι δυνατή για λογαριασμό της η χρησιδεσποτεία και συνεκδοχικά η άσκηση πράξεων που συνιστούν διάθεση ακινήτου στην κοινή χρήση, ούτε ασκεί επιρροή ο φορέας του υποβαλλόμενου σε απόσβεση δικαιώματος στο καθιστάμενο κοινόχρηστο πράγμα, β) Η από την εισαγωγή του ΑΚ, ενόψει συμπληρώσεως μέχρι τότε των προϋποθέσεων αποκτήσεως της ιδιότητας της επίδικης πλατείας ως πράγματος κοινής χρήσεως, διατήρηση αυτής της ιδιότητάς της και η περιέλευσή της στην κυριότητα της τότε κοινότητας……(μετέπειτα Δήμου……), γ) Η από το πρώτο αναιρεσείον-εναγόμενο νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, που διατηρούσε όμορο με την κοινόχρηστη πλατεία Ιερό Ναό "μετά διωρόφου οικίας άνω του γυναικωνίτου" και περιτοιχισμένου νεκροταφείου και προαυλίου του ναού, κατόπιν δημοπρασίας εκμίσθωση και παραχώρηση από την επίδικη πλατεία, εμβαδού 335τμ, τμημάτων της 135 και 110τμ προς τη δεύτερη και τους τρίτο και τέταρτο από τους αναιρεσείοντες-εναγομένους αντιστοίχως, για αποκλειστική επαγγελματική χρήση τους. δ) Η από τους εν λόγω μισθωτές αναιρεσείοντες - εναγομένους κατάληψη του έτσι εκμισθωθέντος σ' αυτούς τμήματος (ποσοστού 73%) της κοινόχρηστης πλατείας, η δημιουργία μόνιμης επ' αυτής σιδηροκατασκευής με σκέπαστρο και η χρήση του τμήματος αυτού της πλατείας από αυτούς και μόνον προς εξυπηρέτηση πελατών των γειτονικών καταστημάτων τους, αποκλείοντας τη χρήση σε τρίτους, μεταξύ των οποίων και οι δύο πρώτοι αναιρεσίβλητοι. ε) Το παράνομο του αποκλεισμού της κοινής χρήσης στο καταληφθέν από τους δύο τελευταίους αναιρεσείοντες (κατά παραχώρηση του πρώτου από αυτούς) τμήμα της κοινόχρηστης πλατείας, ακόμα και αν το τελευταίο (Ιερός Ναός) είχε δικαίωμα παραχώρησης ιδιαίτερων ιδιωτικών δικαιωμάτων στην κοινόχρηστη πλατεία, αφού δεν ήταν νομικώς επιτρεπτό (άρθρο 970 ΑΚ) με μια τέτοια παραχώρηση να αναιρεθεί η κοινή χρήση της πλατείας. στ) Η προσβολή του δικαιώματος της προσωπικότητας των δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων (να κινούνται ελεύθερα στον κοινόχρηστο χώρο της πλατείας) με τον αποκλεισμό αυτής της χρήσης από τους αναιρεσείοντες και η θεμελίωση, ενόψει τούτων, δικαιώματος εκείνων να ζητήσουν την άρση της προσβολής και την παράλειψη της στο μέλλον. 2) Η μη αντίθεση του ασκούμενου από τους αναιρεσείοντες δικαιώματος στην καλή πίστη ή στα χρηστά ήθη ή στον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος, διότι η μεν προβαλλόμενη από τους αναιρεσείοντες "απώλεια σημαντικής πηγής εσόδων του Ιερού Ναού" από την εκμίσθωση του κοινόχρηστου πράγματος δεν περιέχει καθεαυτή κάποιο στοιχείο καταχρηστικότητας, ενώ η επιδίωξη συμμετοχής των αναιρεσιβλήτων σε δημοπρασίες εκμίσθωσης τμημάτων της κοινόχρηστης πλατείας στο παρελθόν δεν συνιστούσε άρνηση της κοινοχρησίας της επίδικης πλατείας, τόσο μάλλον που υπήρξαν και (δικαστικές και εξώδικες) διαμαρτυρίες τους για την εκμίσθωση του κοινόχρηστου πράγματος από τον πρώτο αναιρεσείοντα Ιερό Ναό κατά το παρελθόν. 3) Το αλυσιτελές της προβαλλόμενης παραιτήσεως της κυρίας της κοινόχρηστης πλατείας Κοινότητας……από το δικαίωμα της κυριότητάς της. Διότι η σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως γενόμενη από το Κοινοτικό Συμβούλιο της Κοινότητας…..με την 34/1994 απόφασή του, παραίτηση από το δικόγραφο αναγνωριστικής της κυριότητας επί της επίδικης πλατείας αγωγής της εν λόγω (μη διαδίκου εδώ) Κοινότητας κατά του πρώτου αναιρεσείοντος Ιερού Ναού, όπως και η μεταγενέστερη παραίτηση του Δημοτικού Συμβουλίου…….από το δικαίωμα που είχε ασκηθεί με την προαναφερόμενη αγωγή: α) εφόσον μεν αφορούσε το κοινόχρηστο πράγμα, ως μονομερής δικαιοπραξία κατάργησης της επ' αυτού κυριότητας της Κοινότητας (μετέπειτα Δήμου) μπορούσε κατ' αρχήν να επιφέρει απόσβεση του δικαιώματος της (άρθρο 156 ΑΚ), χωρίς όμως δυνατότητα μεταβιβάσεως τούτου στο πρώτο αναιρεσίβλητο νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, λόγω των νομικών περιορισμών του άρθρου 968 ΑΚ, που καθιστούσαν αυτοδικαίως διάδοχο της παραιτηθείσας Κοινότητας το Δημόσιο, β) με την εκδοχή δε ότι η παραίτηση αφορούσε και την κοινοχρησία της επίδικης πλατείας, ήταν ανίσχυρη, λόγω του αναπαλλοτρίωτου χαρακτήρα των κοινοχρήστων, εκτός συναλλαγής πραγμάτων (άρθρο 970 ΑΚ) και της μη δυνατότητας αποβολής του κοινόχρηστου χαρακτήρα τους, χωρίς προηγούμενη μεταβολή της νομικής ή πραγματικής καταστάσεώς τους. Τέλος με την εκδοχή ότι η γενόμενη παραίτηση περιείχε (κατά μετατροπή) πρόταση μεταβιβάσεως στον πρώτο αναιρεσείοντα Ιερό Ναό του δικαιώματος παραχωρήσεως σε τρίτους ιδιαιτέρων δικαιωμάτων στην κοινόχρηστη πλατεία, που εξυπηρετούσαν ή δεν αναιρούσαν την κοινή χρήση (άρθρο 266 ΑΚ), δεν προκύπτει από τις ως άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως ότι συντελέσθηκε μια τέτοια παραίτηση στα πλαίσια παρεχόμενης στο δικαιούχο ΟΤΑ από γενικές ή ειδικές διατάξεις διακριτικής ευχέρειας (βλ. άρθρα 240 § 4 και 246 § 1 του πδ 410/1995, τότε ισχύοντος Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα), πέραν του ότι θα απέβαινε και αλυσιτελής, αφού θα ήταν άκυρη οποιαδήποτε παραχώρηση δικαιωμάτων που αναιρούσαν την κοινή χρήση της πλατείας. Επομένως ο αντίθετος δεύτερος από το αναιρετήριο, εκ του άρθρου 560 αρ.1 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος, κατά το μέρος δε που υπό την επίκληση του λόγου αυτού αναιρέσεως πλήσσεται η εκτίμηση από το Πολυμελές Πρωτοδικείο πραγματικών γεγονότων, είναι απαράδεκτος (άρθρο 561 § 1 Κ.Πολ.Δ.). 

Χρίστος Καραμπάγιας | Μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών