Αντικείμενο της ανακοπής κατά διαταγής πληρωμής, παραγραφή της απαίτησης.

 

ΕΦΕΤΕΙΟ ΔΩΔΕΚΑΝΗΣΩΝ    99/2002  

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Αντικείμενο της ανακοπής κατά διαταγής πληρωμής είναι ο έλεγχος των τυπικών και ουσιαστικών προϋποθέσεων, οι οποίες πρέπει να υπήρχαν κατά το χρόνο και μόνο έκδοσης της διαταγής πληρωμής. Δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγους ανακοπής, όσοι γεννήθηκαν μεταγενέστερα της έκδοσης, γιατί δεν υπήρχαν γεγεννημένοι οι λόγοι αυτοί.

Η παραγραφή της απαίτησης τρέπεται σε εικοσαετή από την άπρακτη παρέλευση των δύο προθεσμιών ανακοπής, ή την τελεσίδικη απόρριψη της ανακοπής κατά της διαταγής πληρωμής.

Τυχόν παραγραφή μεταγενέστερη της έκδοσης δεν θα μπορούσε να προβληθεί με τις δύο παραπάνω ανακοπές, γιατί δεν έλαβε χώρα κατά το χρόνο έκδοσης και δεν καλύπτονται από το δεδικασμένο, ή άλλο απαράδεκτο.

Επί τραπεζικής επιταγής δεν καλύπτεται από το δεδικασμένο η παραγραφή που συμπληρώθηκε μετά την πρώτη επίδοση της διαταγής πληρωμής, γιατί έλαβε χώρα και συμπληρώθηκε μετά την έκδοση, πριν το δεδικασμένο και την άσκηση της ανακοπής του 933 επ. ΚΠολΔ, με την οποία παραδεκτά προτείνεται.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΕΦΕΤΕΙΟ ΔΩΔΕΚΑΝΗΣΩΝ    99/2002 

Απόσπασμα……III. (Α) Με τις διατάξεις των άρθρων 623 επ.Κ.Πολ.Δ. που αναφέρονται στις προϋποθέσεις και στηνδιαδικασία της έκδοσης διαταγής πληρωμής καθώς και στην κατ' αυτής άμυνα του οφειλέτη (καθού η διαταγή πληρωμής) κ.λ.π, ορίζεται ότι: (α) Μπορεί να ζητηθεί(κατά την διαδικασία των αρ. 624 - 634) η έκδοση διαταγής πληρωμής για χρηματικές απαιτήσεις (ή απαιτήσεις παροχής χρεογράφων) εφόσον η απαίτηση και τοοφειλόμενο ποσό αποδεικνύονται με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο (αρ. 623), (β) Η έκδοση διαταγής πληρωμής μπορεί να ζητηθεί, μόνον εάν η απαίτηση δεν εξαρτάται από αίρεση, προθεσμία, όρο ή αντιπαροχήκαι το οφειλόμενο ποσό χρημάτων (ή χρεογράφων) είναι ορισμένο (αρ. 624 παρ. 1) (γ) Η διαταγή πληρωμής εκδίδεται ύστερ' από αίτηση του δικαιούχου της απαίτηση, η οποία πρέπει να περιέχει τα οριζόμενα στο αρ. 117 ή 118 και 119 παρ. 1, αίτηση για την έκδοση διαταγής πληρωμής, την απαίτηση και το ακριβές ποσό των χρημάτων (ή χρεογράφων) με τους τυχόν οφειλόμενους τόκους, των οποίων ζητείται η καταβολή (αρ. 626 παρ. 1 και 2) (ε) ο δικαστής δέχεται την αίτηση κατά το μέρος που κατά την κρίση του αυτή είναι νομικά και ουσιαστικά βάσιμη, διατάσσει τον οφειλέτη να καταβάλει το οφειλόμενο ποσό και τον καταδικάζει στην δικαστική δαπάνη (αρ. 629 εδ. α') (στ) Ο οφειλέτης, κατά του οποίου στρέφεται η διαταγή πληρωμής, έχει το δικαίωμα μέσα σε 15 εργάσιμες ημέρες από την επίδοση της ν' ασκήσει ανακοπή, εάν δε οι λόγοι της είναι νόμιμοι και βάσιμοι το δικαστήριο ακυρώνει την διαταγή πληρωμής. Εάν δεν ασκήθηκε ανακοπή μέσα στην παραπάνω προθεσμία, ο υπερού η διαταγή πληρωμής μπορεί να επιδώσει και πάλι την διαταγή στον οφειλέτη, ο οποίος έχει το δικαίωμα ν' ασκήσει την ανακοπή μέσα σε προθεσμία 10 εργάσιμων ημερών από τη νέα επίδοση, εάν δε περάσει άπρακτη και αυτή η προθεσμία, η διαταγή πληρωμής αποκτά δύναμη δεδικασμένου και είναι δυνατό να προσβληθεί μόνο με αναψηλάφηση (αρ. 632 παρ. 1 και 633 Κ.Πολ.Δ.). Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών προς τις διατάξεις των αρ. 330 εδ.α1, το οποίο ορίζει ότι «το δεδικασμένο εκτείνεται στις ενστάσεις που προτάθηκαν, καθώς και σε εκείνες που μπορούσαν να προταθούν και δεν προτάθηκαν», και 933 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ., σύμφωνα με το οποίο «αν ο εκτελεστός τίτλος είναι δικαστική απόφαση, οι αντιρρήσεις είναι απαράδεκτες στην έκταση που ισχύει το δεδικασμένο σύμφωνα με το αρ. 330» προκύπτουν τα εξής : (1) Αντικείμενο της δίκης που ιδρύεται με την ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής είναι το έγκυρο ή μη της έκδοσης της τελευταίας και επομένως οι λόγοι της ανακοπής μπορούν ν' αναφέρονται τόσο στην ύπαρξη των τυπικών προϋποθέσεων για την έκδοση της διαταγής πληρωμής όσο και στην ύπαρξη (στο κατ' ουσίαν υποστατό) της απαίτησης, της οποίας διατάχθηκε η πληρωμή, ο έλεγχος, όμως, αυτός περιορίζεται, σε αμφότερες τις περιπτώσεις, αποκλειστικά στον χρόνο έκδοσης της διαταγής πληρωμής, τούτο δε αναφέρεται σε αμφότερες τις ανακοπές, δηλ. τόσο στην ανακοπή του αρ. 632 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., όσο και στην ανακοπή του αρ. 633 παρ. 2 (την ασκούμενη μετά την δεύτερη επίδοση της διαταγής πληρωμής), αφού και η ανακοπή του αρ. 633 παρ. 2 είναι κατά βάση η ανακοπή του αρ. 632 παρ. 1 (Κ. Μπέη, Πολ.Δικονομία, -Εΐδ.Διαδικασίας, σελ.209) με τους αναφερόμενους εκεί (αρ. 633) περιορισμούς. Συνεπώς, ισχυρισμοί που ανάγονται σε επιγενόμενη από την έκδοση της διαταγής πληρωμής απόσβεση της απαίτησης δεν μπορούν Ν’ αποτελέσουν λόγους της ανακοπής αυτής, ούτε να προταθούν με οποιοδήποτε τρόπο στην σχετική δίκη (προτεινόμενες δε στερούνται έννομης επιρροής), αφού εξ ορισμού δεν υπήρχαν κατά την έκδοση της διαταγής πληρωμής και επομένως δεν είναι λογικά δυνατόν να επιδρούν στο έγκυρο της έκδοσης της, μπορούν όμως να προβληθούν (μόνο) στο στάδιο της αναγκαστικής εκτέλεσης με την ανακοπή του αρ. 933 ΚΠολΔ. Επομένως, αν επισπεύδεται η εκτέλεση της διαταγής πληρωμής, δεν εμποδίζεται ο καθού η εκτέλεση ν ασκήσει αντιρρήσεις και να προτείνει απόσβεση κατ' απαίτησης που επήλθε μετά την έκδοση της διαταγής πληρωμής, και δη την παραγραφή της απαίτησης που συμπληρώθηκε μετά το χρονικό αυτό σημείο, αφού, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, ο ισχυρισμός αυτός (ένσταση) δεν μπορούσε να προταθεί στην δίκη επί της ανακοπής και άρα δεν καλύπτεται από το δεδικασμένο. (2) Ειδικότερα: Η διαταγή πληρωμής αποτελεί τίτλο εκτελεστό κατ' αρ. 631 ΚΠο.Δ, η παραγραφή, όμως, της αξίωσης που επιδικάζεται μ' αυτήν, αν είναι μικρότερη των 20 ετών, δεν τρέπεται σε εικοσαετή κατ' αρ. 268 ΑΚ με μόνη την έκδοση ή την επίδοση της, αλλά μόνο από τότε που θ1 αποκτήσει ισχύ δεδικασμένου, είτε λόγω τελεσίδικης απόρριψης της ανακοπής που ασκήθηκε κατ' αυτής είτε λόγω επίδοσης της δύο φορές κατά τα αρ. 632 και 633 Κ.Πολ.Δ. και μη άσκησης ανακοπής (Ολ.ΑΠ 30/1987 ΝοΒ 36. 96). Το δεδικασμένο, όμως, αυτό, ενόψει του γεγονότος ότι αντικείμενο της ανακοπής κατά της διαταγής πληρωμής είναι η εγκυρότητα της έκδοσης της (τόσο από τυπική, όσο και από ουσιαστική άποψη, ως προς την ύπαρξη δηλ. της απαίτησης) ανάγεται στον χρόνο έκδοσης της διαταγής πληρωμής και όχι σ1 εκείνον της παρέλευσης της προθεσμίας προς άσκηση ανακοπή (όχι μόνο κατ' αρ. 632 αλλά και) κατ' αρ. 633 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατά συνέπεια αποκλείεται η εκ μέρους του οφειλέτη προβολή λόγων (ενστάσεων) απόσβεσης της απαίτησης και δη της παραγραφής, μόνον εφόσον αναφέρονται στο χρόνο έκδοσης της διαταγής πληρωμής και όχι όταν στηρίζονται σε περιστατικά μεταγενέστερα του χρονικού αυτού σημείου, αφού δεν θα μπορούσαν να προβληθούν παραδεκτά με ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής και επομένως στην τελευταία αυτή περίπτωση δεν εμπίπτουν στους προορισμούς των αρ. 330 και 930 παρ. 3 ΚΠολΔ. Έτσι, εάν ο υπερού η διαταγή πληρωμής και κομιστής της επιταγής που αποτέλεσε την βάση για την έκδοση της διαταγής, η αξίωση του οποίου κατά του εκδότη (προκειμένου για επιταγή που εκδόθηκε και είναι πληρωτέα στην ημεδαπή) παραγράφεται μετά από έξη μήνες από την επομένη της λήξης της προθεσμίας προς εμφάνιση που είναι 8 ημέρες από την αναγραφόμενη στην επιταγή ως χρονολογία έκδοσης της ημέρα (αρ. 29, 52, 56 ν. 5960/1933), επιδώσει την διαταγή πληρωμής στον καθού - οφειλέτη (για πρώτη μεν φορά πριν από την συμπλήρωση της ως άνω εξάμηνης παραγραφής αλλά) για δεύτερη μετά την παρέλευση εξαμήνου από την πρώτη επίδοση (χωρίς να μεσολαβήσει κάποιο πραγματικό γεγονός), ο οφειλέτης, καίτοι παρήλθαν άπρακτες οι προθεσμίες άσκησης ανακοπών των αρ. 632 παρ. 1 και 633 παρ. 2 ΚΠολΔ παραδεκτά προτείνει με την ανακοπή των αρ. 933 ΚΠολΔ την ως άνω βραχεία παραγραφή (αφού αυτή εξακολουθούσε να τρέχει και είχε συμπληρωθεί πριν από τον εξοπλισμό της διαταγής πληρωμής με οποιασδήποτε μορφής δεδικασμένου), η οποία δεν καλύπτεται, όπως προαναφέρθηκε, από το επελθόν μεταγενέστερα και πριν από την άσκηση της ανακοπής αυτής δεδικασμένο. Πρέπει να σημειωθεί εδώ, ότι η επερχόμενη ως άνω επιμήκυνση της αρχικής βραχυχρόνιας παραγραφής σε εικοσαετή προϋποθέτει, ότι η αξίωση εξακολουθεί να υπάρχει, όταν όμως διαπιστώνεται η παραγραφή της, δεν υπάρχουν περιθώρια για την μετατροπή αυτή (για το παραπάνω, βλ. σε συνδυασμό, Λ. Πίψου, Η παραγραφή στην διαδικασία της διαταγής πληρωμής, Ε416 ΕΔΒ/1996 σελ. 545/6, 554, 557/8, Δ.Κονδύλη, Το δεδικασμένο κατά του Κ.ΠολΔ, σελ. 67, Κεραμέως/Κονδύλη/Νίκα, Ερμ. Κ.Πολ.Δ., τ. II, σελ. 1185/6. 1187 επ., Β.Βαθρακοκοί-λη, Κ.Πολ.Δ., Ερμηνευτική - νομολογιακή ανάλυση, τ. Ε1, σελ. 405, πρβλ. Ολ,ΑΠ 29/1994 ΕλλΔνη 36. 577, ΑΠ 464/1997 Ελλ.Δνη 39. 375, ΑΠ 536/1994 Ελλ,Δνη 38. 1076, ΑΠ 289/1989 Ελλ,Δνη 31. 1429, Εφ,ΑΘ. 6176/1998 ΕλλΔ 1999. 533) (Β) Περαιτέρω, η ως άνω εξάμηνη παραγραφή της αξίωσης του κομιστή επιταγής διακόπτεται με την επίδοση της διαταγής πληρωμής (αρ. 634 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), με αποτέλεσμα να μην υπολογίζεται ο διαδρομών χρόνος και ν’ αρχίζει νέα, ίσης διάρκειας παραγραφή από την επομένη της επίδοσης (αρ. 270 παρ. 1 Α.Κ., 144 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. πρβλ Εφ. θεσ. 323/2000 ΑρχΙΜ 5δ( 933, Εφ. Αθ. 6176/1996 Ο.Π, Εφ.Πειρ. 50/1999 ΕΕΔΔ 1999.535, και όχι από το τέλος του έτους, μέσα στο οποίο περατώθηκε η διακοπή κατ1 αρ. 270 παρ. 2 Α.Κ., αφού η διάταξη αυτή αναφέρεται στις αξιώσεις του αρ. 250 Α.Κ., μεταξύ των οποίων δεν περιλαμβάνεται και η αξίωση από επιταγή). (Γ) Τέλος, διακοπή της παραγραφής με τα προαναφερθέντα αποτελέσματα επιφέρει κατ1 αρ. 260 Α.Κ. και η αναγνώριση της αξίωσης από τον υπόχρεο με οποιοδήποτε τρόπο. «Αναγνώριση της αξίωσης» κατά την έννοια της διάταξης αυτής συνιστά οποιαδήποτε συμπεριφορά του υποχρέου έναντι του δανειστή, η οποία δεν απαιτείται να υποβληθεί σε έγγραφο ή άλλο τύπο και να φέρει δικαιοπρακτικό χαρακτήρα και από την οποία προκύπτει, ότι αυτός γνωρίζοντας την κατ' αυτόν αξίωση του δικαιούχου, την θεωρεί υφισταμένη, όπως είναι μεταξύ άλλων και η μερική καταβολή του χρέους (Α. Γεωργιάδης, Γεν,Αρχές σχετ. δικαίου, 1997 σελ. 256, Μ.Χ. Καλογερά σε Γεωργιάδη - Σταθοπούλου, ΑΚ, αρ. 260 αρ. 3, ΑΠ 68/2001 Ελλ.Δνη 42. 726, ΑΠ 14/1987 Ελλ,Δνη 29. 114, ΑΠ 489/1994 Ελλ,Δνη 36. 193, Εφ.θεσ. 3100/1992 Αρμ. 46. 1215), εφόσον όμως έγινε πριν από την κοινοποίηση της σχετικής αγωγής και συνάγεται ότι έγινε εκούσια και ανεπιφύλακτα από τον οφειλέτη (Φ.Τσετσέκου, Η παραγραφή και η αποσβεστική προθεσμία, 1991, σελ. 112, Μ.Χ. Καλογερά, ο.π.). Η πρόταση της διακοπής της παραγραφής αποτελεί αντένσταση κατά της ένστασης της παραγραφής με την αυτονόητη προϋπόθεση ότι ο περιεχόμενος σ' αυτή ισχυρισμός έχει όλα τα' απαιτούμενα από το νόμο στοιχεία για το επιδιωκόμενο απ1 αυτόν αποτέλεσμα (ΑΠ 18/1998 Ελλ,Δνη 39. 590, ΑΠ 498/1994 Ελλ.Δνη 36. 193, ΑΠ 14/1987 Ελλ.Δνη 29. 114). Για να έχει όμως, η ενέργεια του οφειλέτη που συνιστά αναγνώριση της αξίωσης το ως άνω αποτέλεσμα, δηλ. την διακοπή της παραγραφής, πρέπει να γίνει πριν συμπληρωθεί η παραγραφή, καθόσον δεν νοείται διακοπή συμπληρωθείσης παραγραφής, εάν δε γίνει μετά ταύτα έχει άλλες συνέπειες και ρυθμίζεται από το αρ. 272 παρ. 2 Α.Κ. (Γεωργιάδης, ο.π., Φ.Τσετσέκος, ο.π., Μ.Χ. Καλογερά, ο.π., Β.Βαθρα-κοκοίλης, Αναλυτική Ερμηνεία- νομολογία Α.Κ., τ.Α', σελ. 470, Κ. Σημαντήρα, Γεν. Αρχές του Αστ. Δικαίου, αριθ. 1066, Εφ,ΑΘ. 2060/1989 ΕλλΔνη 32. 592/3, Εφ.ΑΘ. 9329/1978 ΝοΒ 27. 804). Επομένως, για να είναι ορισμένη η αντένσταση αυτή της διακοπής της παραγραφής πρέπει να περιέχει τον χρόνο της αναγνώρισης, ώστε να προκύπτει αν έγινε πριν από τον χρόνο της συμπλήρωσης της παραγραφής (Β.Βαθρα-ΚΟΚΟίλης, Ο.Π., ΑΠ 819/1984 ΝΟΒ 33. 612, Εφ.ΑΘ. 9329/1978 Ο.Π.) 

Χρίστος Καραμπάγιας | Μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών