ΕΙΣΑΓΩΓΗ

ΧΡΗΣΙΜΑ

ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΩΝ

ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

ΟΡΟΙ ΧΡΗΣΗΣ
Δικηγορικό Γραφείο Αθηνών Χρίστος Καραμπάγιας
ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΠΡΟΣΩΠΙΚΩΝ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ
ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΩΝ
ΠΡΟΣΒΟΛΗ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΤΗΤΑΣ
ΕΝΔΟΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΗ ΒΙΑ
ΕΝΟΡΚΕΣ ΒΕΒΑΙΩΣΕΙΣ
ΤΡΑΠΕΖΙΚΕΣ ΕΠΙΤΑΓΕΣ
ΣΥΝΑΛΛΑΓΜΑΤΙΚΕΣ
ΔΙΑΤΑΓΗ ΠΛΗΡΩΜΗΣ
ΚΑΤΑΣΧΕΣΕΙΣ - ΠΛΕΙΣΤΗΡΙΑΣΜΟΙ
ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΑ ΜΕΤΡΑ
ΣΥΜΒΑΣΕΙΣ
ΠΡΟΣΩΠΙΚΕΣ ΕΜΠΟΡΙΚΕΣ ΕΤΑΙΡΕΙΕΣ
ΕΤΑΙΡΕΙΕΣ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ
ΑΝΩΝΥΜΕΣ ΕΤΑΙΡΕΙΕΣ
ΕΤΑΙΡΕΙΕΣ ΧΩΡΙΣ ΝΟΜΙΚΗ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΤΗΤΑ
ΠΤΩΧΕΥΣΕΙΣ
ΚΟΙΝΟΠΡΑΞΙΕΣ
ΤΕΧΝΙΚΑ ΕΡΓΑ
ΕΡΓΑΤΙΚΑ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ
ΝΑΥΤΕΡΓΑΤΙΚΑ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ
ΕΡΓΑΤΙΚΕΣ ΔΙΑΦΟΡΕΣ
ΝΑΥΤΕΡΓΑΤΙΚΕΣ ΔΙΑΦΟΡΕΣ
ΑΣΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΕΣ ΔΙΑΦΟΡΕΣ ΕΝ ΓΕΝΕΙ ΚΑΙ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑΣ
ΟΔΙΚΕΣ ΜΕΤΑΦΟΡΕΣ
ΑΕΡΟΠΟΡΙΚΕΣ ΜΕΤΑΦΟΡΕΣ
ΘΑΛΑΣΣΙΕΣ ΜΕΤΑΦΟΡΕΣ
ΣΙΔΗΡΟΔΡΟΜΙΚΕΣ ΜΕΤΑΦΟΡΕΣ
ΓΕΝΙΚΗ ΑΣΤΙΚΗ ΕΥΘΥΝΗ
ΣΧΕΣΕΙΣ ΓΟΝΕΩΝ ΚΑΙ ΤΕΚΝΩΝ
ΣΧΕΣΕΙΣ ΜΕΤΑΞΥ ΣΥΖΥΓΩΝ
ΔΙΑΖΥΓΙΑ
ΜΙΣΘΩΤΙΚΕΣ ΔΙΑΦΟΡΕΣ
ΔΙΑΦΟΡΕΣ AKINHTΩΝ
ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΙΚΕΣ ΔΙΑΦΟΡΕΣ
ΕΚΟΥΣΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
ΔΙΑΙΤΗΣΙΕΣ
ΔΙΑΔΙΚΤΥΟ
Ιούνιος, 2010
Ιούλιος, 2010
Άυγουστος, 2010
Σεπτέμβριος, 2010
Οκτώβριος, 2010
Νοέμβριος, 2010
Δεκέμβριος, 2010
Ιανουάριος, 2011
Φεβρουάριος, 2011
Μάρτιος, 2011
Απρίλιος, 2011
Μάιος, 2011
Ιούνιος, 2011
Άυγουστος, 2011
Οκτώβριος, 2011
Νοέμβριος, 2011
Δεκέμβριος, 2011
Ιανουάριος, 2012
Φεβρουάριος, 2012
Απρίλιος, 2012
ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΩΝ
RSS
Αρρώστια ναυτικού σε πλοίο. Παραμονή ναυτικού στο πλοίο. Θάνατος ναυτικού. Υποχρέωση λήψης πρώτων βοηθειών
22/4/2012 7:52:10 PM

Αρρώστια ναυτικού σε πλοίο. Παραμονή ναυτικού στο πλοίο. Θάνατος ναυτικού. Υποχρέωση λήψης πρώτων βοηθειών.


ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ 145/2010

 

ΠΕΡΙΛΗΨΗ 

 

Περίπτωση ατυχήματος εξ αφορμής της εργασίας αποτελεί και η μετά την εκδήλωση της νόσου εξακολούθηση της παραμονής του ναυτικού στο πλοίο, έστω και υπό κανονικές συνθήκες, χωρίς όμως να παρέχεται σε αυτόν η προσήκουσα ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, είτε αυτό οφείλεται σε αμέλεια του πλοιάρχου ή τρίτου, ή και χωρίς αυτήν και μάλιστα από οποιαδήποτε αιτία, εάν η παράλειψη αυτή, ως πρόσφορη αιτία, επέφερε την επιδείνωση της υπάρχουσας ασθενείας του, η οποία είχε ως συνέπεια τον θάνατο του, και η οποία, άλλως, με την παροχή της δέουσας ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης, υπό τη μορφή της άμεσης άλλως έγκαιρης έναρξης της προσήκουσας θεραπευτικής αγωγής, θα ήταν δυνατόν, ενόψει των συγχρόνων ιατρικών μεθόδων και μέσων, να αποφευχθεί.

Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 10 του Κανονισμού εργασίας επί των ελληνικών φορτηγών πλοίων ολικής χωρητικότητας 800 κόρων και άνω, ο πλοίαρχος, λαμβάνοντας γνώση ασθενείας ή ατυχήματος κάποιου από τους επιβαίνοντες, μεριμνά να παρασχεθούν αμέσως στον πάσχοντα οι πρώτες βοήθειες. Παρέχει την, κατά τον πρόχειρο ιατρικό οδηγό, ενδεικνυόμενη βοήθεια και ζητεί, εν ανάγκη, με τον ασύρματο του πλοίου ιατρική συνδρομή, τηλεγραφώντας τα συμπτώματα της νόσου.  Σε περίπτωση βαρείας ασθενείας ή ατυχήματος οφείλει επί πλέον να επιζητήσει την προσέγγιση με άλλο πλοίο που διαθέτει ιατρό ή την αποστολή κατάλληλων μέσων μεταφοράς του πάσχοντος ή να καταπλεύσει, εφ όσον είναι δυνατόν, στον πλησιέστερο λιμένα και να συνεννοηθεί με τη Λιμενική ή Προξενική και την Υγειονομική Αρχή για την εισαγωγή του πάσχοντος σε νοσοκομείο ή κλινική. Εάν πρόκειται για μέλος του πληρώματος συνεννοείται και με τον αντιπρόσωπο του πλοίου για την παροχή στον πάσχοντα των μέσων νοσηλείας και συντήρησης μετά την έξοδο από το νοσοκομείο, ή κλινική καθώς και για την παλιννόστηση του.


ΑΠΟΦΑΣΗ

ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ 145/2010

Απόσπασμα…..Κατά την έννοια του άρθρου 1 του ν. 551/1915 «περί ευθύνης προς αποζημίωσιν των εξ ατυχημάτων εν τη εργασία παθόντων εργατών ή υπαλλήλων», όπως τροποποιήθηκε μεταγενεστέρως και κωδικοποιήθηκε με το Β.Δ. της 24/7-25/8/1920 και διατηρήθηκε σε ισχύ μετά την εισαγωγή του Α. κατά το άρθρο 38 εδ. α΄ του εισαγωγικού του Νόμου, έχει δε εφαρμογή και επί ναυτικής εργασίας, κατά το άρθρο 2 του ίδιου νόμου και 66 του Κ. (ν. 3816/1958), ατύχημα από βίαιο συμβάν κατά την εκτέλεση ή με αφορμή την παροχή εργασίας θεωρείται και η ασθένεια του εργαζομένου, συνεπεία της οποίας επήλθε ο θάνατος αυτού, εφόσον προκλήθηκε από γεγονός αιφνίδιο και απρόβλεπτο και είναι άσχετη με την ιδιοσυστασία του οργανισμού του παθόντος και με τη βαθμιαία εξασθένιση και φθορά του, λόγω της φύσεως και του είδους της εργασίας και των συνδεομένων με αυτή δυσμενών όρων. Ως ατύχημα το οποίο επήλθε εξ αφορμής της εργασίας, επίσης θεωρείται, κατά την προαναφερθείσα διάταξη, και εκείνο που δεν αποτελεί άμεση συνέπεια της εκτέλεσης της εργασίας, συνδέεται όμως με αυτή αιτιωδώς. Τέτοια περίπτωση ατυχήματος εξ αφορμής της εργασίας αποτελεί και η μετά την εκδήλωση της νόσου εξακολούθηση της παραμονής του ναυτικού στο πλοίο, έστω και υπό κανονικές συνθήκες, χωρίς όμως να παρέχεται σε αυτόν η προσήκουσα ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, είτε αυτό οφείλεται σε αμέλεια του πλοιάρχου ή τρίτου, ή και χωρίς αυτήν και μάλιστα από οποιαδήποτε αιτία, εάν η παράλειψη αυτή, ως πρόσφορη αιτία, επέφερε την επιδείνωση της υπάρχουσας ασθενείας του, η οποία είχε ως συνέπεια τον θάνατο του, και η οποία, άλλως, δια της παροχής της δέουσας ιατροφαρμακευτικής περιθάλψεως, υπό τη μορφή της άμεσης άλλως έγκαιρης ενάρξεως της προσήκουσας θεραπευτικής αγωγής, θα ήταν δυνατόν, ενόψει των συγχρόνων ιατρικών μεθόδων και μέσων, να αποφευχθεί (σχετ. ΑΠ 1014/2003 ΕλλΔνη 45.152). Εξ άλλου, επί εργατικού ατυχήματος από το οποίο επήλθε ο θάνατος του παθόντος οι συγγενείς (άρθρ. 6 ν. 551/1915) δικαιούνται να αξιώσουν αποζημίωση είτε κατά τις διατάξεις των άρθρων 3 επ. του ν. 551/1915, είτε σύμφωνα με τις διατάξεις του κοινού αστικού δικαίου (άρθρ. 297, 298, 914, 922, 928, 932 ΑΚ), εφόσον όμως στη δεύτερη περίπτωση το ατύχημα μπορεί να αποδοθεί σε δόλο του εργοδότη ή των προστηθέντων από αυτόν ή όταν επήλθε σε εργασία όπου δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών για τους όρους ασφαλείας και εξ αιτίας της μη τηρήσεως των διατάξεων αυτών (άρθρ. 16 ν. 551/1915). Στην τελευταία περίπτωση οι εν λόγω διατάξεις πρέπει να προβλέπουν ειδικώς τους όρους ασφαλείας των εργαζομένων, δηλαδή να προσδιορίζουν τους όρους αυτούς, μνημονεύοντας και συγκεκριμένα μέτρα, μέσα και τρόπους για την επίτευξη τους και δεν αρκεί να επήλθε το ατύχημα από τη μη τήρηση όρων που επιβάλλονται από την κοινή αντίληψη, τη γενική υποχρέωση πρόνοιας (άρθρ. 662 ΑΚ) και την απαιτούμενη στις συναλλαγές επιμέλεια, χωρίς να προβλέπονται από ειδική διάταξη νόμου οι όροι ασφαλείας, ώστε η μη τήρηση αυτών να μπορεί να συνδεθεί αιτιωδώς με το επισυμβάν ατύχημα (ΑΠ 289/2004 ΕλλΔνη 46.787, ΑΠ 1357/2001 ΕλλΔνη 44.762), Τέτοιες διατάξεις περιέχονται στον με το Β.Δ. 806/1970 εγκριθέντα Κανονισμό περί εργασίας επί των ελληνικών φορτηγών πλοίων ολικής χωρητικότητας 800 κόρων και άνω (ΑΠ 274/2000 ΕλλΔνη 41.1342), όπως οι διατάξεις του άρθρου 10 του Κανονισμού αυτού, σύμφωνα με το οποίο, ο πλοίαρχος, λαμβάνοντας γνώση ασθενείας ή ατυχήματος κάποιου από τους επιβαίνοντες, μεριμνά να παρασχεθούν αμέσως στον πάσχοντα οι πρώτες βοήθειες (§ 1). Παρέχει την, κατά τον πρόχειρο ιατρικό οδηγό, ενδεικνυόμενη βοήθεια και ζητεί, εν ανάγκη, με τον ασύρματο του πλοίου ιατρική συνδρομή, τηλεγραφώντας τα συμπτώματα της νόσου (§ 2). Σε περίπτωση βαρείας ασθενείας ή ατυχήματος οφείλει επί πλέον να επιζητήσει την προσέγγιση με άλλο πλοίο που διαθέτει ιατρό ή την αποστολή κατάλληλων μέσων μεταφοράς του πάσχοντος ή να καταπλεύσει, εφόσον είναι δυνατόν, στον πλησιέστερο λιμένα και να συνεννοηθεί με τη Λιμενική ή Προξενική και την Υγειονομική Αρχή για την εισαγωγή του πάσχοντος σε νοσοκομείο ή κλινική. Εάν πρόκειται για μέλος του πληρώματος συνεννοείται και με τον αντιπρόσωπο του πλοίου για την παροχή στον πάσχοντα των μέσων νοσηλείας και συντηρήσεως μετά την έξοδο από το νοσοκομείο ή κλινική καθώς και για την παλιννόστηση του (§ 3) (σχετ. Εφ.Πειρ. 488/2008 ΕΝΔ 36.395). Περαιτέρω, οι συγγενείς του παθόντος διατηρούν σε κάθε περίπτωση, την αξίωση για χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης κατά του εργοδότη, αρκεί να συνετέλεσε στην επέλευση του ατυχήματος και πταίσμα αυτού ή των προστηθέντων από αυτόν, με την έννοια του άρθρου 914 ΑΚ, δηλαδή αρκεί να συντρέχει οποιαδήποτε αμέλεια αυτών και όχι μόνο η ειδική αμέλεια περί την τήρηση των όρων ασφαλείας του άρθρου 16 παρ. 1 του ν. 551/1915, ενώ η αντικειμενική ευθύνη του εργοδότη κατά τον ν. 551/1915 δεν επεκτείνεται και στη χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, καθόσον γι΄ αυτή απαιτείται υπαιτιότητα (ΑΠ 1102/2003 ΕλλΔνη 46.137). Στην προκειμένη περίπτωση, από την ένορκη μαρτυρική κατάθεση του…..που περιέχεται στα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, από την υπ΄ αριθμ……ένορκη βεβαίωση του….. ενώπιον του συμβολαιογράφου…..η οποία έχει ληφθεί κατά τις διατυπώσεις του άρθρου 671 παρ. 1 εδ. δ΄ ΚΠολΔ και προσκομίζεται με επίκληση από τους εκκαλούντες με την με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 568/2009 έφεση, από τη λαμβανομένη υπόψη κατ΄ άρθρο 390 ΚΠολΔ από 6-2-2006 ιατρική έκθεση του…..γενικού χειρουργού, που προσκομίζουν με επίκληση οι αυτοί ως άνω εκκαλούντες, καθώς και από τα υπόλοιπα έγγραφα που προσκομίζουν με επίκληση οι διάδικοι, για να χρησιμεύσουν είτε προς άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Με έγγραφη σύμβαση ναυτικής εργασίας, η οποία καταρτίσθηκε στην Αθήνα, στις 3-5-2005, μεταξύ αφενός της α΄ εναγομένης, νόμιμος εκπρόσωπος της οποίας ήταν ο γ΄ εναγόμενος και η οποία ενεργούσε ως αντιπρόσωπος στην Ελλάδα της β΄ εναγομένης, αλλοδαπής εταιρείας, πλοιοκτήτριας του υπό Ελληνική σημαία και αριθμό νηολογίου Πειραιώς…..Φ/Γ πλοίου…..Κ.Ο.Χ. 38.131, και αφετέρου του…..απογεγραμμένου Έλληνα ναυτικού, εν ζωή συζύγου της α΄ ενάγουσας και πατέρα της β΄ ενάγουσας και του γ΄ ενάγοντος, οι ανωτέρω συμφώνησαν την επί του ως άνω πλοίου ναυτολόγηση του δευτέρου, ως ναυκλήρου, για ορισμένο χρόνο, δηλαδή για επτά μήνες, αντί μηνιαίων αποδοχών…..ευρώ, κατά τα λοιπά δε, συμπεριλαμβανομένης και της υπερωριακής αμοιβής, σύμφωνα με τους όρους της οικείας Ελληνικής ΣΣΝΕ. Στις 20-8-2005, το πλοίο…..προερχόμενο από τον λιμένα……της Ινδονησίας, έπλεε προς…..της….Περί ώρα 06.00 της ημέρας αυτής και ενώ επρόκειτο να αναλάβει υπηρεσία, ο…..παραπονέθηκε ότι ήταν κουρασμένος, δεν έβλεπε καλά και είχε πόνους στο στομάχι και στην πλάτη. Της καταστάσεως αυτής της υγείας του….έλαβε γνώση και ο Πλοίαρχος (δ΄ εναγόμενος). Τέθηκε εκτός εργασίας και επέστρεψε στην καμπίνα του για ανάπαυση. Περί ώρα 17.00 της ίδιας ημέρας ανέφερε ότι είχε ζαλάδες και μειωμένη όραση ιδιαίτερα στο φως. Μετρήθηκαν από τον Πλοίαρχο η αρτηριακή του πίεση, οι σφυγμοί και η θερμοκρασία του σώματός του. Ακολούθως, περί ώρα 17.30, ο πλοίαρχος κάλεσε τηλεφωνικά την αρμόδια ιατρική υπηρεσία του Ελληνικού Ε.Σ., ζητώντας οδηγίες για την αντιμετώπιση του ασθενούς. Μετά από σύσταση αυτής, χορήγησε στον ασθενή υπογλώσσιο σκεύασμα και συνέχισε την παρακολούθηση της πορείας της υγείας του και την παροχή βοήθειας με τις οδηγίες των ιατρών του Ελληνικού Ε.Σ. Τo βράδυ της 20-8-2005, ο…..παρουσίασε επιδείνωση με αίσθημα πνιγμού, οξεία αναπνευστική δυσχέρεια και ωχρότητα «άρχισε να πνίγεται, να αγωνίζεται να αναπνεύσει και έγινε κατάχλωμος», περί ώρα 22.00 έχασε τις αισθήσεις του και περί ώρα 22.35 απεβίωσε. Το πλοίο…..κατέπλευσε στο λιμάνι της Σιγκαπούρης περί ώρα 11.30 της επομένης ημέρας (21-8-2005). Στις 23-8-2005 διενεργήθηκε νεκροψία-νεκροτομή από Ιατρό του Ι. Κέντρου Σιγκαπούρης, ο οποίος διέγνωσε αρχικά ως αιτία θανάτου «καρδιοαναπνευστική ανεπάρκεια, εν αναμονή αποτελεσμάτων περαιτέρω εξετάσεων». Στην έκθεση νεκροψίας-νεκροτομής επιβεβαιώνεται ότι έγιναν ιατρικοί θεραπευτικοί χειρισμοί στην προσπάθεια παροχής βοήθειας, με την παρουσία νυγμών από βελόνη στην καμπτική επιφάνεια των αγκώνων. Μετά την ιστοπαθολογική και τοξικολογική εξέταση, η αιτία θανάτου προσδιορίσθηκε από τον ίδιο Ιατροδικαστή ότι είναι η εξής: «Τοξικότητα μεθανόλης, η οποία είναι μη φυσιολογική». Σ΄ αυτό το συμπέρασμα ο Ιατροδικαστής σχολιάζει ότι είναι γνωστό ότι η μεθανόλη περιέχεται σε νοθευμένα ποτά σαν υποκατάστατο της αιθανόλης ή ποτά περιέχουν μεθανόλη αντί για αιθανόλη. Στις 26-8-2005, η σορός του….μεταφέρθηκε στην Ελλάδα, όπου, στις 31-8-2005, κατόπιν παραγγελίας του Κεντρικού Λιμεναρχείου Πειραιώς, διενεργήθηκε εκ νέου από την Ιατροδικαστική Υπηρεσία Πειραιώς νεκροψία και νεκροτομή. Από τα ευρήματα της νεκροψίας, νεκροτομής και τα εργαστηριακές εξετάσεις προέκυψε ότι ο θάνατος του….επήλθε συνεπεία πνευμονικού οιδήματος σε έδαφος διάμεσης πνευμονίας. Με βάση τα προεκτεθέντα, καθόσον αφορά στους αγωγικούς ισχυρισμούς και τους επ΄ αυτών θεμελιουμένους σχετικούς λόγους της με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως….εφέσεως, με τους οποίους αποδίδεται στον δ΄ εναγόμενο παράλειψη τηρήσεως του άρθρου 10 του ΒΔ 806/1970, λόγω της επί ένδεκα και πλέον ώρες καθυστερήσεως παροχής στον…..ιατροφαρμακευτικής περιθάλψεως, ανακύπτει ουσιώδες ζήτημα προς έρευνα, αν η καθυστέρηση παροχής στον…..ιατροφαρμακευτικής περιθάλψεως συνδέεται αιτιωδώς με τον θάνατό του, ο οποίος, διαφορετικά, με έγκαιρη, δηλαδή, παροχή σ΄αυτόν ιατροφαρμακευτικής περιθάλψεως, θα είχε αποτραπεί. Η έρευνα του ως άνω ζητήματος είναι αναγκαία για τη θεμελιουμένη στις διατάξεις του κοινού Αστικού Δικαίου ένδικη αγωγή, τόσο για την αιτουμένη πλήρη αποζημίωση όσο και για τη χρηματική ικανοποίηση, αφού, για την τυχόν ευδοκίμηση αυτών, απαιτείται να αποδεικνύεται αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της επικαλουμένης παραβάσεως της ως άνω ειδικής διατάξεως του άρθρου 10 του ΒΔ 806/1970 και του επελθόντος θανάτου του…..όψει όμως του ότι για την απόδειξη του θέματος αυτού χρειάζονται ειδικές γνώσεις ιατρικής επιστήμης, το Δικαστήριο τούτο, προκειμένου να μορφώσει ασφαλή κρίση επί των λόγων της με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως….εφέσεως, με τους οποίους προσάπτεται εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων στην εκκαλουμένη απόφαση που απέρριψε την ένδικη αγωγή κατά την κυρία βάση της, κρίνει ότι είναι αναγκαίο να διαταχθεί για το άνω ζήτημα πραγματογνωμοσύνη και πρέπει προς τον σκοπό αυτό να διαταχθεί η επανάληψη της συζητήσεως στο ακροατήριο, προκειμένου να διενεργηθεί η πραγματογνωμοσύνη και να προσκομισθεί κατά την επαναληπτική συζήτηση η έγγραφη γνωμοδότηση του πραγματογνώμονα, σύμφωνα με όσα ορίζονται στο διατακτικό (άρθρα 254, 524 παρ. 1, 591 παρ. 1 εδ. 1, 368 επ. ΚΠολΔ).

Νόσος ναυτικού. Δεν θεωρείται εργατικό ατύχημα προϋπάρχουσα ασθένεια χωρίς εμφανή συμπτώματα. Ευθύνη πλοιάρχου. Απαιτήσεις παθόντος, ή μελών της οικογένειας
22/4/2012 7:49:00 PM

Νόσος ναυτικού. Δεν θεωρείται εργατικό ατύχημα προϋπάρχουσα ασθένεια χωρίς εμφανή συμπτώματα. Ευθύνη πλοιάρχου. Απαιτήσεις παθόντος, ή μελών της οικογένειας.


ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ 315/2011

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Εργατικό ατύχημα θεωρείται και η νόσος του εργαζομένου, εφ όσον προήλθε ή επιδεινώθηκε, όχι από τη βαθμιαία εξασθένιση και φθορά του οργανισμού του, εξ αιτίας του είδους και της φύσης της συμφωνημένης εργασίας, αλλά από την παροχή αυτής κάτω από τελείως εξαιρετικές και ασυνήθιστα δυσμενείς και ανώμαλες συνθήκες, ή από την εξακολούθηση της απασχόλησής του, έστω και υπό κανονικές συνθήκες μετά την εκδήλωση της νόσου, με αποτέλεσμα την επιδείνωσή της, αφού στην τελευταία αυτή περίπτωση ο εργοδότης, που οφείλει να ρυθμίζει τα της εργασίας κατά τρόπο, που να προστατεύεται η ζωή και η υγεία των εργαζομένων, δεν μπορεί, να αξιώσει την συνέχιση της απασχόλησης του ασθενούντος εργαζομένου, και αν δεν τον θέσει εκτός υπηρεσίας, παρ ότι γνωρίζει την εκδήλωση της νόσου, οι συνθήκες παροχής της εργασίας του καθίστανται εξαιρετικές και ασυνήθιστα δυσμενείς, προσλαμβάνοντας έτσι το χαρακτήρα του βίαιου συμβάντος.

Όταν η ασθένεια προϋπήρχε στον ναυτικό, χωρίς να έχει εμφανή συμπτώματα, η εκδήλωση, ή η επιδείνωση αυτής, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως ατύχημα από βίαιο συμβάν κατά την εκτέλεση της εργασίας, ή από αφορμή της, όταν η εργασία παρέχεται, σύμφωνα με την σύμβαση, υπό κανονικές συνθήκες, δίχως την μεσολάβηση άλλου εξωτερικού γεγονότος, ξένου προς τον οργανισμό του παθόντος.

Ο πλοίαρχος, ευθύνεται όταν, σε γνώση τελών των συμπτωμάτων της εκδήλωσης της προϋπάρχουσας νόσου του ναυτικού, αξιώνει από αυτόν την ίδια, όπως και προηγουμένως, απασχόλησή του, από την οποία και επήλθε η επιδείνωση της υγείας του

Ο παθών εξ ατυχήματος ναυτικός, ή σε περίπτωση θανάτου του οι συγγενείς του, έχουν δικαίωμα να εγείρουν την αγωγή του κοινού δικαίου και να ζητήσουν σύμφωνα με τα άρθρα 297, 298, 914 και 922 του ΑΚ πλήρη αποζημίωση μόνο όταν το ατύχημα μπορεί να αποδοθεί σε δόλο του εργοδότη ή των προστηθέντων από αυτόν, ή όταν έγινε σε εργασία ή επιχείρηση, στην οποία δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις ισχυόντων νόμων, διαταγμάτων και κανονισμών για τους όρους ασφαλείας των εργαζομένων και βρίσκεται σε αιτιώδη συνάφεια με την μη τήρηση των διατάξεων αυτών.

Αν δεν συντρέχουν οι προαναφερόμενες προϋποθέσεις, ο παθών, ή,  οι οικείοι του, μπορεί να ασκήσουν μόνο την παρεχόμενη από τις διατάξεις του ν. 551/1915 αγωγή αποζημίωσης.

Σε κάθε όμως περίπτωση, δηλαδή και όταν ακόμη ο εργοδότης απαλλάσσεται από την υποχρέωση για αποζημίωση, οι συγγενείς του παθόντος, σε περίπτωση θανάτου του, διατηρούν την αξίωση κατά του εργοδότη αυτού για χρηματική ικανοποίηση λόγω της ψυχικής οδύνης τους, εφ όσον το ατύχημα οφείλεται σε πταίσμα αυτού,  ή προστηθέντος υπό τούτου προσώπου.


ΑΠΟΦΑΣΗ

ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ 315/2011

Απόσπασμα……ΙΙ. Με την πιο πάνω αναφερόμενη αγωγή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς οι ενάγοντες και ήδη εκκαλούντες, ιστόρησαν ότι όλοι τους είναι αμφιθαλή αδέλφια του..., ο οποίος είχε προσληφθεί από το νόμιμο εκπρόσωπο της πρώτης εναγόμενης ναυτικής εταιρείας, δυνάμει της από 12-12-2006 συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, και συγκεκριμένα, εξάμηνης διάρκειας, προκειμένου να απασχοληθεί ως αντλιωρός στο υπό ελληνική σημαία δεξαμενόπλοιο με το όνομα…..της πλοιοκτησίας της πρώτης εναγομένης και, αφού ναυτολογήθηκε, αυθημερόν, παρέμεινε ναυτολογημένος και εργαζόταν, σε αυτό, με την προαναφερθείσα ειδικότητά του, μέχρι και τις 07-07-2007, οπότε απεβίωσε, επί του πλοίου, συνεπεία ισχαιμικού τύπου αλλοιώσεων του μυοκαρδίου επί εδάφους εκσεσημασμένης στένωσης του αυλού των στεφανιαίων αρτηριών της καρδιάς του. Περαιτέρω ισχυρίσθηκαν ότι ο θάνατος του ανωτέρω συγγενούς τους οφείλεται στην υπαιτιότητα των νομίμων εκπροσώπων των εναγομένων, αλλά και των προστηθέντων από αυτούς, πλοιάρχου και μελών του ως άνω πλοίου, συνισταμένη στην παράλειψή τους να τον υποβάλουν σε επαρκείς ιατρικές εξετάσεις, πριν από τη ναυτολόγησή του, ώστε να εντοπισθεί το πρόβλημα της υγείας που είχε αυτός και, έτσι, να αποφευχθεί ο θάνατός του, ως αποτέλεσμα της κακής υγείας του, σε συνδυασμό προς τις αντίξοες συνθήκες, υπό τις οποίες ο εν λόγω συγγενής τους ναυτικός παρείχε την εργασία του, κατά τα όσα εκτίθενται, ειδικότερα, στην αγωγή. Με βάση το παραπάνω ιστορικό, οι ενάγοντες ζήτησαν να υποχρεωθούν οι εναγόμενες εταιρείες, και συγκεκριμένα, η πρώτη ως εργοδότρια πλοιοκτήτρια του πλοίου και η δεύτερη ως διαχειρίστρια της πρώτης, να καταβάλουν, ευθυνόμενες εις ολόκληρον, σε καθένα από αυτούς, το ποσό των 35.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ψυχικής οδύνης, την οποίαν αυτοί υπέστησαν από το θάνατο του προαναφερθέντος αδελφού τους, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση και, τέλος, να τους καταβάλουν τα δικαστικά τους έξοδα. ΙΙΙ. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την ως άνω, εκκαλούμενη, απόφασή του, όπως, ήδη έχει αναφερθεί, απέρριψε την αγωγή ως κατ ουσίαν αβάσιμη. Κατά της αποφάσεως αυτής παραπονούνται τώρα οι ενάγοντες, με τους λόγους της, υπό κρίση, εφέσεώς τους, οι οποίοι ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και σε πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων και ζητούν την εξαφάνισή της, προκειμένου να γίνει εξολοκλήρου δεκτή η αγωγή τους. ΙV. Kατά την έννοια του άρθρου 1 του κωδ. Ν.551/1915, ως ατύχημα από βίαιο συμβάν κατά την εκτέλεση ή εξ αφορμής της εργασίας, θεωρείται και κάθε σωματική βλάβη του εργαζομένου, που είναι αποτέλεσμα έκτακτης και αιφνίδιας επενέργειας εξωτερικού αιτίου, άσχετου προς τη σύσταση του οργανισμού του παθόντος, αλλά συνδεόμενου με την εργασία του λόγω της εμφανίσεώς του κατά την εκτέλεση ή με αφορμή την εκτέλεση αυτής. Τέτοιο ατύχημα θεωρείται και η νόσος του εργαζομένου εφόσον προήλθε ή επιδεινώθηκε, όχι από τη βαθμιαία εξασθένιση και φθορά του οργανισμού του εξαιτίας του είδους και της φύσεως της συμφωνημένης εργασίας, αλλά από την παροχή αυτής κάτω από τελείως εξαιρετικές και ασυνήθιστα δυσμενείς και ανώμαλες συνθήκες ή από την εξακολούθηση της απασχολήσεως του, έστω και υπό κανονικές συνθήκες μετά την εκδήλωση της νόσου, με αποτέλεσμα την επιδείνωσή της, αφού στην τελευταία αυτή περίπτωση ο εργοδότης, που οφείλει να ρυθμίζει τα της εργασίας κατά τρόπο που να προστατεύεται η ζωή και η υγεία των εργαζομένων (άρθ. 662 Α.Κ.), δεν μπορεί να αξιώσει τη συνέχιση της απασχολήσεως του ασθενούντος εργαζομένου, και αν δεν τον θέσει εκτός υπηρεσίας, παρότι γνωρίζει την εκδήλωση της νόσου, οι συνθήκες παροχής της εργασίας του καθίστανται εξαιρετικές και ασυνήθιστα δυσμενείς, προσλαμβάνοντας έτσι το χαρακτήρα του βίαιου συμβάντος.  Όταν δε, η ασθένεια προϋπήρχε στον εργαζόμενο, χωρίς να έχει εμφανή συμπτώματα, η εκδήλωση ή η επιδείνωση αυτής δεν μπορεί να θεωρηθεί ως ατύχημα από βίαιο συμβάν κατά την εκτέλεση της εργασίας ή από αφορμή της, όταν η εργασία παρέχεται, σύμφωνα με την σύμβαση, υπό κανονικές συνθήκες, δίχως δε την μεσολάβηση άλλου εξωτερικού γεγονότος, ξένου προς τον οργανισμό του παθόντος. Στην τελευταία αυτή περίπτωση, ο εργοδότης και επί ναυτικού ο πλοίαρχος, ευθύνεται όταν, εν γνώσει τελώντας των συμπτωμάτων της εκδηλώσεως της προϋπάρχουσας νόσου του ναυτικού, αξιώνει από αυτόν την ίδια, όπως και προηγουμένως, απασχόλησή του, από την οποία και επήλθε η επιδείνωση της υγείας του (ΑΠ 460/2010, ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 154/2006, Νοβ 2006, 1100, ΑΠ 337/2000, ΕΝΔ 2001, 103, ΑΠ 1181/1999 ΕλλΔνη 2000, 735). Ακόμη, από τη διάταξη του άρθρου 16 του ίδιου ως άνω νόμου (551/1915), προκύπτει ότι ο παθών εξ ατυχήματος (ναυτικός) ή σε περίπτωση θανάτου του, οι κατά το άρθρο 6 του ιδίου, επίσης, νόμου συγγενείς του έχουν δικαίωμα να εγείρουν την αγωγή του κοινού δικαίου και να ζητήσουν σύμφωνα με τα άρθρα 297, 298, 914 και 922 του ΑΚ πλήρη αποζημίωση μόνο όταν το ατύχημα μπορεί να αποδοθεί σε δόλο του εργοδότη ή των προστηθέντων από αυτόν ή όταν έγινε σε εργασία ή επιχείρηση, στην οποία δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις ισχυόντων νόμων, διαταγμάτων και κανονισμών για τους όρους ασφαλείας των εργαζομένων και βρίσκεται σε αιτιώδη συνάφεια με την μη τήρηση των διατάξεων αυτών. Διαφορετικά, δηλαδή αν δεν συντρέχουν οι προαναφερόμενες προϋποθέσεις, ο παθών ή, αναλόγως, οι οικείοι του μπορεί να ασκήσουν μόνο την παρεχόμενη από τις διατάξεις του Ν. 551/1915 αγωγή αποζημιώσεως (βλ. σχετ. ΑΠ 356/2002, ΕλλΔνη 44, 170, ΑΠ 166/1996 ΕλλΔνη 37,1343, ΕΠ 716/2003, ΔΕΕ 2005, 84). Σε κάθε όμως περίπτωση, δηλαδή και όταν ακόμη ο εργοδότης απαλλάσσεται από την υποχρέωση για αποζημίωση, οι συγγενείς του παθόντος, σε περίπτωση θανάτου του, διατηρούν την αξίωση κατά του εργοδότη αυτού για χρηματική ικανοποίηση λόγω της ψυχικής οδύνης τους, εφόσον το ατύχημα οφείλεται σε πταίσμα αυτού (εργοδότη) ή προστηθέντος υπό τούτου προσώπου (ΟλΑΠ 1117/1986, ΕλλΔνη 28,113, ΟλΑΠ444/1964, ΕΕΝ 1968,16, ΑΠ 680/2007, δημ. σε ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 69/2007, δημ. σε ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 356/2002, ΕΝΔ 30,1, ΑΠ 600/1996 ΕλλΔνη 40,117, ΑΠ 1486/1995 ΕΝΔ 24, 222 κ. ά.). V.  Στην προκείμενη περίπτωση, από την εκτίμηση του περιεχομένου της ένορκης καταθέσεως του μάρτυρα των εναγόντων, στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, η οποία περιέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη απόφαση πρακτικά συνεδριάσεώς του και όλων, ανεξαιρέτως, των εγγράφων, τα οποία οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν, αποδείχθηκαν, κατά την κρίση του Δικαστηρίου τούτου, σχετικά με τους λόγους της εφέσεως, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : Με σύμβαση, εξαρτημένης, ναυτικής εργασίας ορισμένου χρόνου, και δη εξάμηνης διάρκειας, η οποία καταρτίσθηκε στις 12-12-2006 στο…..της Ολλανδίας, μεταξύ του ..., αμφιθαλή αδελφού των εναγόντων, και του πλοιάρχου του, υπό ελληνική σημαία, δεξαμενοπλοίου με το όνομα….,νηολογίου Πειραιώς….κ.ο.χ….κ.κ.χ….πλοιοκτησίας της πρώτης εναγομένης και υπό τη διαχείριση της δεύτερης εναγομένης (εργοδότριας), προσλήφθηκε ο προαναφερθείς ναυτικός για να εργασθεί στο ανωτέρω πλοίο με την ειδικότητα του αντλιωρού, αντί των προβλεπομένων από τις οικείες ΣΣΝΕ μηνιαίων αποδοχών, πλέον «κλειστών» υπερωριών και bonus πλοιοκτήτη. Σε εκτέλεση της συμβάσεως αυτής ο εν λόγω ναυτικός ναυτολογήθηκε, αυθημερόν, στο παραπάνω πλοίο και υπηρέτησε σ αυτό μέχρι και τις 07-07-2007. Κατά την ημέρα αυτή το πλοίο διέπλεε τη διώρυγα του Σουέζ πλοηγούμενο. Για το λόγο αυτό δε και μέχρι το πέρας του διάπλου της διώρυγας, δεν είχε ανατεθεί στον προαναφερθέντα συγγενή των εναγόντων, όπως και σε άλλα μέλη του πληρώματος του πλοίου, η εκτέλεση κάποιας εργασίας. Έτσι, αυτός, μετά τη λήψη του πρωινού του στην κουζίνα του πλοίου, περί την 08:30 ώρα, απεσύρθη και παρέμεινε στην καμπίνα του, αναπαυόμενος. Στις 12:30 ώρα της ίδιας ημέρας ο πλοίαρχος του εν λόγω πλοίου διαπίστωσε ότι ο προαναφερθείς ναυτικός απουσίαζε από την τραπεζαρία, μολονότι κατά την ώρα εκείνη όλο το πλήρωμα έπρεπε να παραβρίσκεται σ αυτή για τη λήψη του ημερήσιου γεύματος. Αμέσως, τότε, ο πλοίαρχος, χρησιμοποιώντας το εσωτερικό τηλεφωνικό δίκτυο, κάλεσε το τηλέφωνο της καμπίνας του εν λόγω ναυτικού, και όταν δεν πήρε απάντηση, ανέθεσε στον υποπλοίαρχο……να ερευνήσει το ζήτημα της απουσίας του ναυτικού και να του αναφέρει, σχετικώς. Μετά την πάροδο δεκαλέπτου της ώρας, περίπου, ο προαναφερθείς υποπλοίαρχος βρήκε τον ανωτέρω ναυτικό νεκρό στην καμπίνα του. Κατόπιν τούτου ο πλοίαρχος του πλοίου συνέστησε άτυπη επιτροπή, απαρτιζόμενη από τον ίδιο, τον προαναφερθέντα υποπλοίαρχο και τους Α΄ και Β΄ μηχανικούς ... και..., αντίστοιχα, η οποία, αφού μετέβη στην καμπίνα, όπου βρέθηκε ο θανών και προέβη στην εξέταση των ευρισκομένων σ αυτή αντικειμένων και της θέσης αυτών, καθώς και της καταστάσεως και της θέσης, στην οποία βρισκόταν το πτώμα του ναυτικού (στο πάτωμα και σε ύπτια θέση), κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο θάνατος αυτού οφειλόταν σε παθολογικά αίτια. Στη συνέχεια, ο πλοίαρχος, αφού συνεννοήθηκε με τις αρμόδιες τοπικές και ελληνικές αρχές, καθώς και τους εκπροσώπους της δεύτερης εναγομένης, διαχειρίστριας, του πλοίου, εταιρείας, μετέφερε τη σωρό του θανόντος στο λιμένα της Πύλου Μεσσηνίας, στον οποίο κατέπλευσε, με το πλοίο του, απευθείας, μετά το διάπλου της διώρυγας του Σουέζ. Στη συνέχεια η σωρός μεταφέρθηκε, από το πλοίο, στο νεκροθάλαμο του Γενικού Νοσοκομείου…….Στις 10-07-2007, διενεργήθηκε, εκεί, στη σωρό του ανωτέρω ναυτικού, από τον ιατροδικαστή της Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας…..νεκροψία-νεκροτομή, από την οποία προέκυψε ότι ο θάνατος αυτού επήλθε συνεπεία ισχαιμικού τύπου αλλοιώσεων του μυοκαρδίου επί εδάφους στένωσης του αυλού των στεφανιαίων αρτηριών της καρδιάς. Από τα προαναφερθέντα αποδεικτικά μέσα έχει αποδειχθεί, περαιτέρω, ότι ο θανών ήδη από του έτους 1972 ασκούσε το επάγγελμα του ναυτικού, αρχικά ως βοηθός θαλαμηπόλου και από του έτους 1984 ως αντλιωρός και μέχρι και τον κατά τα παραπάνω χρόνο του θανάτου του, κατά τον οποίο αυτός ήταν 51 ετών, εργαζόταν κανονικά ως ναυτικός και χωρίς να παρουσιασθούν προβλήματα στην υγεία του. Μέχρι τότε, δεν είχε αναφέρει σε κανέναν από τους συγγενείς ή τους συνυπηρετούντες με αυτόν ναυτικούς, ότι τον απασχολούσε οποιοδήποτε πρόβλημα υγείας. Οι ενάγοντες αδελφοί του, με τους οποίους αυτός διατηρούσε πολύ καλές σχέσεις και είχε συχνότατη επικοινωνία μαζί τους, πληροφορήθηκαν, για την προαναφερθείσα πάθησή του, για πρώτη φορά, μετά τη διενέργεια της νεκροτομής της σωρού του. Σημειώνεται ότι, οι δεύτερος και πέμπτη ενάγοντες……εξεταζόμενοι στις 19-07-2007 ενώπιον του διενεργούντος αστυνομική προανάκριση, σχετικά με τα αίτια του θανάτου του παραπάνω ναυτικού, Ανθυποπλοιάρχου….κατέθεσαν, αφού ρωτήθηκαν, ειδικώς, επ αυτού, ότι ο θανών αδελφός τους δεν αντιμετώπιζε κανένα πρόβλημα υγείας. Εδώ, πρέπει, ακόμη, να σημειωθεί ότι η σχηματισθείσα ως άνω ποινική δικογραφία, τέθηκε στο αρχείο, με την υπ αριθμ….διάταξη του Εισαγγελέως Εφετών…γιατί κρίθηκε ότι ο θάνατος του ως άνω ναυτικού οφειλόταν, αποκλειστικά, σε παθολογικά αίτια και δεν μπορούσε να αποδοθεί ποινική ευθύνη, για την πρόκληση αυτού, σε κανένα από τα μέλη του πληρώματος του ενδίκου πλοίου. Αποδείχθηκε, ακόμη, ότι ο θανών, καθ όλη τη διάρκεια της υπηρεσίας του στο εν λόγω πλοίο, ουδέποτε είχε παραπονεθεί στον πλοίαρχο, αλλά ούτε και σε κανένα από τα μέλη του πληρώματός του, με τους οποίους αυτός διατηρούσε άριστες, συναδελφικές, σχέσεις, για οποιοδήποτε πρόβλημα σχετικό με την υγεία του και δεν ελάμβανε κανενός είδους φαρμακευτική αγωγή. Αξιοσημείωτο, ακόμη, είναι και το γεγονός ότι, όταν αυτός υπέβαλε προς τον πλοίαρχο του ενδίκου πλοίου την από 18-06-2007 έγγραφη αίτησή του, δηλαδή λίγες ημέρες πριν από το θάνατό του, με την οποία ζήτησε να αποναυτολογηθεί μέχρι τις 15-07-2007, ενόψει της λήξης της, εξαμήνου διάρκειας, ένδικης σύμβασης ναυτικής εργασίας του, δεν επικαλέσθηκε κάποιο λόγο υγείας, τον οποίον, αν είχε, ασφαλώς και θα ανέφερε, ώστε να επισπευσθεί η απόλυσή του. Από όλα τα παραπάνω καθίσταται προφανές ότι την ως άνω κατάσταση της υγείας του, που ουδέποτε είχε εκδηλωθεί εμφανίζοντας παθολογικά συμπτώματα, αγνοούσε και ο ίδιος ο θανών. Κατά μείζονα λόγο, λοιπόν, δηλαδή αφού αγνοούσε την ως άνω κατάσταση της υγείας του ο ίδιος ο θανών, δεν αποδείχθηκε η γνώση της σοβαρής αυτής παθήσεώς του εκ μέρους των εναγομένων και των προστηθέντων από αυτούς πλοιάρχου και των μελών του πληρώματος του ενδίκου πλοίου. Εξάλλου, «γνώση» των εναγομένων περί υπάρξεως κάποιας ασθένειας στο συγκεκριμένο ναυτικό, δεν μπορεί να συναχθεί ούτε από την επικαλούμενη, εκ μέρους των εναγόντων, παράλειψή τους (εναγομένων) να τον υποβάλουν σε «επαρκείς» ιατρικές εξετάσεις πριν από τη ναυτολόγησή του. Πέραν, βεβαίως, του ότι, όπως αποδείχθηκε, αυτός προτού ναυτολογηθεί στο ένδικο πλοίο υποβλήθηκε στις συνηθισμένες, ιατρικές εξετάσεις, στις οποίες υποβάλλονται όλοι οι ναυτικοί πριν ναυτολογηθούν στα υπό ελληνική σημαία πλοία και οι οποίες επιβάλλονται ως υποχρέωση όσων προσλαμβάνουν και απασχολούν ναυτικούς, από τις διατάξεις του Κώδικα Δημοσίου Ναυτικού Δικαίου (ν.δ. 187/1973), και με την εκδοχή ότι θα αποδεικνυόταν η επικαλούμενη από τους ενάγοντες, ως άνω τυπική παράλειψη, εν τούτοις η συνδρομή αυτής, στην προκειμένη περίπτωση (η οποία μάλιστα, ας σημειωθεί, δεν συνιστά παράβαση των διατάξεων περί των όρων ασφαλείας, βλ. ΑΠ 600/96, δημ. σε ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ 1166/1996, ΕΝΔ 97, 153), δεν μπορεί κατά την κρίση του Δικαστηρίου τούτου να θεωρηθεί ως πρόσφορη αιτία του αποτελέσματος ήτοι του επακολουθήσαντος θανάτου του εν λόγω ναυτικού, γιατί κατά την κοινή ανθρώπινη πείρα δεν ήταν δυνατό να προβλεφθεί ότι η παράλειψη αυτή θα μπορούσε να επιφέρει το αποτέλεσμα του θανάτου, αφού τέτοιες παραλείψεις, δεν οδηγούν, με κάποια πιθανότητα, σε θανάτους. Άλλωστε, ο θανών, όπως προηγουμένως αναφέρθηκε, δεν είχε παρουσιάσει, μέχρι τότε, κανένα σύμπτωμα, ούτε και είχε παραπονεθεί στον πλοίαρχο ή στα άλλα μέλη του πληρώματος ή στους νομίμους εκπροσώπους των εναγόμενων ναυτικών εταιρειών για ενοχλήσεις στην καρδιά του, ώστε να είναι επιβεβλημένες, για την περίπτωσή του, εξειδικευμένες καρδιολογικές ιατρικές εξετάσεις (όπως στεφανιογραφία κλπ.), στις οποίες και θα έπρεπε να υποβληθεί. Από τα ίδια πιο πάνω αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκε, ότι το ένδικο πλοίο είχε επάρκεια προσωπικού, ώστε δεν παρέστη ανάγκη ο παθών ναυτικός να παράσχει πολύωρη και κοπιώδη υπερωριακή εργασία σ αυτό, ούτε να παράσχει άλλη εργασία, πλην εκείνης της ειδικότητας για την οποία προσελήφθη, ενώ εξάλλου ουδέποτε, κατά το χρόνο της υπηρεσίας του στο ένδικο πλοίο, διατύπωσε στους εναγομένους ή σε οποιοδήποτε μέλος του πληρώματος, κάποιο παράπονο για τις συνθήκες της εργασίας του. Η τελευταία αυτή παρεχόταν καθ όλη τη διάρκεια της ναυτικής εργασίας του στο ανωτέρω πλοίο κάτω από κανονικές συνθήκες και με την τήρηση όλων των προβλεπομένων όρων ασφαλείας. Συγκεκριμένα, στο ένδικο πλοίο, που είχε πλήρη σύνθεση πληρώματος, υπηρετούσαν 23 ναυτικοί (εκ των οποίων 12 έλληνες και 11 φιλιππινέζοι) και, έτσι, ο παθών ναυτικός προσέφερε τη συνηθισμένη εργασία του αντλιωρού και τίποτα το έκτακτο, ασύνηθες ή εξαιρετικό δεν έλαβε χώρα κατά τη διάρκεια της ναυτικής του εργασίας σ αυτό. Υπερκόπωση αυτού και δυσμενείς συνθήκες εργασίας δεν αποδείχθηκαν, όπως επίσης δεν αποδείχθηκε συνέχιση της εργασίας του με κάποια συμπτώματα ασθενείας. Όπως δε αναφέρθηκε και σε προηγούμενη θέση της παρούσας αποφάσεως, αυτός δεν είχε καταστήσει γνωστή στον πλοίαρχο, αλλά ούτε και σε άλλο μέλος του πληρώματος την ασθένειά του, την οποία και ο ίδιος αγνοούσε, και, επομένως, αυτός (πλοίαρχος) δεν ήταν υποχρεωμένος να του αναθέσει ελαφρότερη εργασία, ούτε, πολύ περισσότερο να τον απολύσει, αφού ουδέποτε του είχε εκφράσει κάποιο παράπονο και μάλιστα όταν αυτός (ναυτικός) ζήτησε να απολυθεί, κατά τα άνω, δεν ανέφερε στην αίτησή του ότι είχε και κάποιο λόγο υγείας, προς τούτο. Ούτε ελάμβανε φαρμακευτική αγωγή για οποιαδήποτε ασθένειά του και ουδέποτε κατά τη διάρκεια της ναυτολόγησής του ζήτησε να επισκεφθεί γιατρό, παρόλο που είχε αυτή τη δυνατότητα. Μάλιστα, κατά την ημέρα του θανάτου του δεν είχε ανατεθεί σ αυτόν, κατά τα προαναφερθέντα, η εκτέλεση οποιασδήποτε εργασίας και παρέμεινε, από τις πρωινές ώρες αυτής και μετά τη λήψη του πρωινού, αναπαυόμενος στην καμπίνα του, όπου και απεβίωσε. Ενόψει, λοιπόν, των παραπάνω αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών, κατά την κρίση του Δικαστηρίου τούτου, ο θάνατος του πιο πάνω ναυτικού δεν οφείλεται στις συνθήκες εργασίας του στο πλοίο, ούτε επήλθε κάτω από απρόβλεπτα και αιφνίδια γεγονότα με αφορμή την εργασία του. Αντίθετα, οφείλεται σε προϋπάρχουσα καρδιοπάθειά του, την οποίαν αυτός αγνοούσε, όπως αγνοούσαν, ως εκ τούτου, αυτή ο πλοίαρχος και τα μέλη του πληρώματος του ενδίκου πλοίου, ως και οι νόμιμοι εκπρόσωποι των εναγομένων ναυτικών εταιρειών. Η ασθένειά του αυτή είχε σχέση με τη σύσταση του οργανισμού του και επήλθε κάτω από συνήθεις και κανονικές συνθήκες εργασίας, για την παροχή των οποίων δεν αποδείχθηκε κάποια παράβαση της υποχρεώσεως πρόνοιας, εκ μέρους των εναγομένων και των ως άνω προστηθέντων τους, ούτε, ακόμη, αποδείχθηκε, με βάση τα παραπάνω, ότι ο θάνατός του, από την προαναφερθείσα αιτία, οφειλόταν σε οποιουδήποτε είδους πταίσμα (αμέλεια) των εναγόμενων ναυτικών εταιρειών και των προστηθέντων από αυτές, μελών του πληρώματος του ενδίκου πλοίου. Επομένως, η ασθένεια αυτή και ο συνεπεία της επιδεινώσεώς της επελθών θάνατος του προαναφερθέντος ναυτικού, στο ένδικο πλοίο, δεν συνιστά εργατικό ατύχημα, κατά την έννοια του Ν. 551/1915, ούτε και στοιχειοθετείται ευθύνη των εναγομένων στην επέλευση αυτής και του πιο πάνω αποτελέσματός της (θάνατος ναυτικού) και, ακολούθως αυτής, ευθύνη τους για αποκατάσταση της ηθικής βλάβης των εναγόντων, αδελφών του θανόντος, με την καταβολή χρηματικής ικανοποίησης λόγω της ψυχικής τους οδύνης από αυτόν (θάνατο), αφού δεν απεδείχθη και η συνδρομή οποιουδήποτε βαθμού αμέλειας, στο πρόσωπο των εναγομένων και των προστηθέντων από αυτές πλοιάρχου και μελών του πληρώματος του ενδίκου πλοίου, που είχε ως αποτέλεσμα την, υπό τις προαναφερθείσες συνθήκες, επέλευση του θανάτου του πιο πάνω ναυτικού, συγγενούς των εναγόντων.

Αξίωση πλήρους αποζημίωσης από ναυτεργατικό ατύχημα. Παράβαση διατάξεων για τους όρους ασφαλείας. Καταστρώματα, κύτη, διάδρομοι και προσβάσεις στα κύτη
22/4/2012 7:45:17 PM

Αξίωση πλήρους αποζημίωσης από ναυτεργατικό ατύχημα. Παράβαση διατάξεων  για τους όρους ασφαλείας. Καταστρώματα, κύτη, διάδρομοι και προσβάσεις στα κύτη.


ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ 274/2000

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Από τις διατάξεις του άρθρου 16 ν. 551/1915  προκύπτει ότι, αυτός που υπέστη ναυτεργατικό ατύχημα, έχει δικαίωμα να εγείρει την αγωγή του κοινού δικαίου και να ζητήσει σύμφωνα με τα άρθρα 297, 298 και 914 ΑΚ πλήρη αποζημίωση, μόνο όταν το ατύχημα μπορεί, να αποδοθεί σε δόλο του εργοδότη, ή των προστηθέντων του, ή όταν έλαβε χώρα σε εργασία, ή επιχείρηση, στην οποία δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις ισχυόντων νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών για τους όρους ασφαλείας των εργαζομένων.

Δεν αρκεί δηλαδή ότι το ατύχημα επήλθε από την μη τήρηση των όρων, οι οποίοι επιβάλλονται μόνο από την κοινή αντίληψη, την υποχρέωση προνοίας και την απαιτούμενη στις συναλλαγές επιμέλεια, χωρίς να προβλέπονται από ειδική διάταξη νόμοι οι όροι ασφαλείας, ώστε η μη τήρηση αυτών, να μπορεί να συνδεθεί ουσιωδώς με το επισυμβάν  ατύχημα.

Στην περίπτωση αυτή ο εργοδότης ευθύνεται σε καταβολή και  χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης. Η υποχρέωση αυτή δεν επεκτείνεται στην βάση της αντικειμενικής ευθύνης προς αποζημίωση με βάση τον ν. 551/1915.

 

Διατάξεις για τους όρους ασφαλείας των ναυτικών περιέχονται στον με το β.δ. 806/1970 εγκριθέντα Κανονισμό "Περί εργασίας επί των Ελληνικών φορτηγών πλοίων ολικής χωρητικότητας 800 κόρων και άνω" και στο π.δ. 349/1981 "Κανονισμός προλήψεως εργατικών ατυχημάτων εις τα πλοία". 

 

Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, τα καταστρώματα, κύτη, διάδρομοι και προσβάσεις στα κύτη, όπου εργάζονται ή διέρχονται άνθρωποι πρέπει να φωτίζονται επαρκώς και διατηρούνται καθαροί και ελεύθεροι αντικειμένων δυναμένων να προκαλέσουν ολίσθηση ή πτώση.Τα μόνιμα εμπόδια χρωματίζονται με ευδιάκριτα χρώματα.


ΑΠΟΦΑΣΗ

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ 274/2000

Απόσπασμα…….1.Κατά την έννοια του άρθρου 1 του ν. 551/1915 "Περί ευθύνης προς αποζημίωσιν των εξ ατυχημάτων εν τη εργασία παθόντων εργατών ή υπαλλήλων", όπως κωδικοποιήθηκε με το από 24.7/25/8.1920 Β.Δ., που ισχύει και επί ναυτικής εργασίας (άρθρ. 66 περ. β΄ ΚΙΝΔ), ως ατύχημα από βίαιο συμβάν, το οποίο επήλθε κατά την εκτέλεση της εργασίας ή εξ αφορμής αυτής σε εργάτη ή υπάλληλο των εργασιών ή επιχειρήσεων, που αναφέρονται στο άρθρο 2 αυτού, για το οποίο παρέχεται δικαίωμα αποζημίωσης, κατά τις διατάξεις του νόμου αυτού, θεωρείται κάθε βλάβη, η οποία είναι αποτέλεσμα βίαιης και αιφνίδιας επενεργείας εξωτερικού αιτίου, το οποίο δεν ανάγεται αποκλειστικά στην οργανική ή παθολογική προδιάθεση του παθόντος και το οποίο δεν θα συνέβαινε χωρίς την εργασία και τις περιστάσεις εκτέλεσης αυτής (Ολ.Α.Π. 1287/86). Από τις διατάξεις του άρθρου 16 του πιο πάνω νόμου (551/1915) προκύπτει ότι, αυτός που κατέστη ανίκανος από εργατικό ατύχημα, έχει δικαίωμα να εγείρει την αγωγή του κοινού δικαίου και να ζητήσει σύμφωνα με τα άρθρα 297, 298 και 914 Α.Κ. πλήρη αποζημίωση, μόνο όταν το ατύχημα μπορεί να αποδοθεί σε δόλο του εργοδότη ή των προστηθέντων του ή όταν έλαβε χώρα σε εργασία ή επιχείρηση, στην οποία δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις ισχυόντων νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών για τους όρους ασφαλείας των εργαζομένων, μνημονεύοντας συγκεκριμένα μέτρα, μέσα και τρόπους προς επίτευξη της ασφαλείας των εργαζομένων. Δεν αρκεί δηλαδή ότι το ατύχημα επήλθε από την μη τήρηση των όρων, οι οποίοι επιβάλλονται μόνο από την κοινή αντίληψη, την υποχρέωση προνοίας και την απαιτούμενη στις συναλλαγές επιμέλεια, χωρίς να προβλέπονται από ειδική διάταξη νόμοι οι όροι ασφαλείας, ώστε η μη τήρηση αυτών να μπορεί να συνδεθεί ουσιωδώς με το επισυμβάν ατύχημα (Ολ. Α.Π. 26/95). Τέτοιες διατάξεις περιέχονται στον με το Β.Δ. 806/1970 εγκριθέντα Κανονισμό "Περί εργασίας επί των Ελληνικών φορτηγών πλοίων ολικής χωρητικότητας 800 κόρων και άνω" και στο Π.Δ. 1349/1981 "Κανονισμός προλήψεως εργατικών ατυχημάτων εις τα πλοία" (Ολ.Α.Π. 965/85). Στη διάταξη 6 παρ. 1 του τελευταίου αυτού Π.Δ. (1349/81) ορίζονται "Τα καταστρώματα, κύτη, διάδρομοι και προσβάσεις εις τα κύτη, όπου εργάζονται ή διέρχονται άνθρωποι φωτίζονται επαρκώς και διατηρούνται καθαροί και ελεύθεροι αντικειμένων δυναμένων να προκαλέσουν ολίσθησιν ή πτώσιν. Τα μόνιμα εμπόδια χρωματίζονται δι' ευδιακρίτων χρωμάτων". Περαιτέρω, ο παθών από εργατικό ατύχημα, διατηρεί σε κάθε περίπτωση, δηλ. και όταν ακόμη ο εργοδότης απαλλάσσεται από την υποχρέωση για αποζημίωση, την αξίωση για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης κατά του εργοδότη, εφόσον το ατύχημα<webtop:message key= οφείλεται σε πταίσμα αυτού ή του προστηθέντος απ' αυτόν προσώπου (ΟλΑ.Π. 1117/86), ενώ η αντικειμενική ευθύνη του εργοδότη κατά τον ν. 551/1915 δεν επεκτείνεται και στη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, καθόσον γιαυτή απαιτείται υπαιτιότητα. Στην κρινόμενη υπόθεση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο της ουσίας με την προσβαλλόμενη απόφαση (Εφ. Πειρ…….), μετ' εκτίμηση των αποδείξεων, δέχτηκε ανέλεγκτα τα ακόλουθα: Με σύμβαση εξαρτημένης ναυτικής εργασίας, που καταρτίστηκε στον Πειραιά στις 24/8/1992 προσλήφτηκε ο ενάγων από τη δεύτερη εναγομένη, η οποία ενεργούσε ως αντιπρόσωπος στην Ελλάδα της πρώτης εναγομένης αλλοδαπής ναυτικής εταιρείας, πλοιοκτήτριας του φορτηγού πλοίου….., νηολογίου Πειραιώς,….kox,….TDW και ναυτολογήθηκε στο πλοίο αυτό με την ειδικότητα του Β΄ Μηχανικού, σύμφωνα με τους όρους αμοιβής και εργασίας που προβλέπει για την ειδικότητά του η εκάστοτε ΣΣΝΕ πληρωμάτων πλοίων άνω των 4500 TDW και παρείχε τις υπηρεσίες του σε αυτό με τη ειδικότητα που είχε προσληφθεί μέχρι τις 21/5/1993, ημερομηνία κατά την οποία απολύθηκε. Κατά την ημερομηνία αυτή το πλοίο βρισκόταν στα ναυπηγεία του Σκαραμαγκά για την εκτέλεση διαφόρων επισκευαστικών εργασιών. Την 16.45΄ ώρα ο ενάγων είχε ανέλθει από το μηχανοστάσιο και καθόταν στην αριστερή πλευρά του καταστρώματος, έξω από την είσοδο που οδηγεί στα διαμερίσματα του πλοίου μαζί με τον Α΄ μηχανικό……τον Γ΄ μηχανικό…..και τον δόκιμο μηχανικό…..Ο ενάγων αποχώρησε για λίγο και επιστρέφοντας, ενώ πήγαινε να διέλθει την πόρτα που οδηγούσε στους χώρους ενδιαιτήσεως του πλοίου, προκειμένου να εξέλθει στο κατάστρωμα, παραπάτησε στο ξύλινο σκαλοπάτι που υπήρχε εκεί και γυρνώντας το σώμα προς τα αριστερά έπεσε με την πλάτη του επάνω στη σιδερένια κάσα της πόρτας κτυπώντας ταυτόχρονα στο κεφάλι. Στο νοσοκομείο που μεταφέρθηκε διαπιστώθηκε ότι από την πτώση αυτή ο ενάγων υπέστη "κάκωση οσφύος, θλάση οσφύος, κρανιοεγκεφαλική κάκωση, κάκωση αυχένος, πάρεση κάτω άκρων και κρίσεις επιληψίας". Στη συνέχεια το Εφετείο δέχεται ότι το ξύλινο σκαλοπάτι, στο οποίο σκόνταψε ο ενάγων, ήταν αναγκαίο προς διευκόλυνση των διερχομένων την πόρτα ασφαλείας, είχε τοποθετηθεί μόνιμα και όχι κατά την διάρκεια της απουσίας του, τούτο δεν λειτούργησε ως εμπόδιο, που μπορεί να προκαλέσει ολίσθηση ή πτώση, ούτε ήταν αναγκαία η επισήμανσή του με χρωματισμό και ότι το δάπεδο του εσωτερικού διαδρόμου σκεπαζόταν πράγματι με χαρτί για λόγους καθαριότητας, αλλά αυτό δεν σκέπαζε και το σκαλοπάτι. Μετά ταύτα καταλήγει ότι το ατύχημα δεν οφείλεται στην μη τήρηση των ειδικών κανόνων ασφαλείας, ούτε οφείλεται σε υπαιτιότητα των μελών του πληρώματος ή άλλου προσώπου προστηθέντος από τον εργοδότη, αλλά οφείλεται αποκλειστικά στην υπαιτιότητα του παθόντος, ο οποίος δεν επέδειξε τη συνήθη επιμέλεια που απαιτείται για να διέλθει ως εργαζόμενος στο πλοίο, ασφαλώς το πιο πάνω ακαλοπάτι. Μετά από αυτά, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, απέρριψε την κύρια βάση της αγωγής, που αφορούσε αξίωση αποζημίωσης κατά το κοινό δίκαιο και δέχτηκε κατά ένα μέρος την αγωγή κατά την επικουρική της βάση. Έτσι κρίνοντας το Εφετείο δεν παραβίασε καμιά από τις πιο πάνω διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, διαλαμβάνει δε πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογία, γι αυτό οι 1ος και 2ος λόγοι της αίτησης που περιέχουν, όπως εκτιμώνται, αιτιάσεις εκ του άρθρου 559. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ. πρέπει ν' απορριφθούν. Ειδικότερα το δικαστήριο με πλήρη αιτιολογία έκρινε ότι η ξύλινη αναβαθμίδα, δηλ. το κινητό σκαλοπάτι, στο οποίο σκόνταψε ο ενάγων, ήταν αναγκαίο να τοποθετηθεί και δεν λειτούργησε ως εμπόδιο, γι αυτό τα αναφερόμενα στον 1ο λόγο ότι έσφαλε σχετικά με την ερμηνεία της αόριστης νομικής έννοιας "εμπόδιο", στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση. Επίσης το δικαστήριο αντιμετώπισε το ζήτημα αν το σκαλοπάτι προβλέφτηκε ή όχι από τον κατασκευαστή του πλοίου και η επιρροή του γεγονότος αυτού στην προκειμένη διαφορά, δηλ. το ατύχημα, γι αυτό τα περί παραβιάσεως των διδαγμάτων της κοινής πείρας, όσον αφορά το ζήτημα τούτο, είναι αβάσιμα. Οι λοιπές αιτιάσεις που περιέχονται στους λόγους αυτούς πλήττουν την περί πραγμάτων ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες. 2. Κατά την έννοια του άρθρου 559. 8 ΚΠολΔ, ως πράγματα, η μη λήψη υπόψη των οποίων από το δικαστήριο της ουσίας, αν και είχαν προταθεί νομίμως, θεμελιώνει τον από την παραπάνω διάταξη λόγο αναιρέσεως, θεωρούνται μόνο οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, επειδή τείνουν να θεμελιώνουν ή καταλύσουν το ασκούμενο ουσιαστικό δικαίωμα. Τα αναφερόμενα στον 3ο λόγο της αίτησης περιστατικά ότι το ατύχημα προήλθε από την ύπαρξη ολισθηρών ουσιών (λάδια, γράσσα) στο κινητό σκαλοπάτι και την κάλυψη αυτού με χαρτοτάπητα, δεν αποτελούν πράγματα κατά την πιο πάνω έννοια, γιαυτό ο 3ος λόγος της αίτησης κατά το μέρος που διώκεται η αναίρεση κατ' άρθρ. 559. 8 Κ.Πολ.Δ., πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος. Εξάλλου στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαιώνεται ότι το δικαστήριο εκτίμησε τις καταθέσεις των μαρτύρων που περιέχονται στα υπ' αριθμ…..πρακτικά του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, γιαυτό ο ίδιος 3ος λόγος της αίτησης κατά το μέρος που ζητείται η αναίρεση κατ' άρθρ. 559.11 ΚΠολΔ πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος.

Χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, τρίτων προσώπων. Πρόσωπα που βρίσκονται σε κώμα, χαρακτηριζόμενα ως «φυτό». ΑΚ 931
21/4/2012 12:10:25 AM

Χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, τρίτων προσώπων. Πρόσωπα που βρίσκονται σε κώμα, χαρακτηριζόμενα ως «φυτό». ΑΚ 931.


ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΑ 102/2011

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Τρίτα πρόσωπα, που ανήκουν στο άμεσο οικογενειακό περιβάλλον του θύματος της αδικοπραξίας, έστω και αν αυτά υφίστανται ψυχικό πόνο από την αδικοπραξία, που στρέφεται κατά του οικείου τους, κατά κανόνα θεωρούνται τρίτοι και δεν καθίστανται φορείς της σχετικής αξίωσης για χρηματική ικανοποίηση.

Χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης επιδικάζεται ακόμη και στην περίπτωση, που ο δικαιούχος δεν επικοινωνεί με το περιβάλλον του, βρίσκεται δηλαδή σε κατάσταση άγρυπνου κώματος και χαρακτηρίζεται ως «φυτό», γιατί δεν πρέπει να απαλλάσσεται ο υπόχρεος από το συμπτωματικό γεγονός, ότι ο δικαιούχος της χρηματικής ικανοποίησης, δεν μπορεί, να αντιληφθεί τη σημασία της αδικοπραξίας, για κάποια αιτία πρόσκαιρη ή διαρκή (πνευματική ή ψυχική νόσο), αφού μελλοντικά δεν αποκλείεται να βελτιωθεί η θέση του παθόντος σε ικανοποιητικό βαθμό, ώστε να μπορεί να συναισθανθεί τη σημασία της αδικοπραξίας.

Με την διάταξη του άρθρου 931 ΑΚ παρέχεται αξίωση για αποζημίωση, αν η αναπηρία, ή, η παραμόρφωση, επιδρά στο οικονομικό μέλλον του παθόντος, που δεν μπορεί να καλυφθεί εντελώς με τις παροχές, οι οποίες προβλέπονται από τις διατάξεις των άρθρων 929 και 932 ΑΚ.

Η αξίωση αυτή αφορά στον καθορισμό και μόνον αποζημίωσης για περιουσιακή ζημία και μάλιστα μελλοντική και όχι για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, η οποία αποκαθίσταται κατά το άρθρο 932 ΑΚ και η οποία δεν μπορεί να βρει έρεισμα και στη διάταξη του άρθρου 931 ΑΚ.


ΑΠΟΦΑΣΗ

ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΑ 102/2011

Απόσπασμα…..Στο άρθρο 932 ΑΚ ορίζεται, ότι σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει κυρίως για εκείνον που υπέστη προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του. Σε περίπτωση θανατώσεως προσώπου η χρηματική αυτή ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι παρέχεται στο δικαστήριο η δυνητική ευχέρεια όπως ύστερα από εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών τα οποία οι διάδικοι θέτουν υπόψη του (όπως του βαθμού του πταίσματος, του είδους της προσβολής, της περιουσιακής και κοινωνικής καταστάσεως των μερών κλπ) και με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής, επιδικάσει χρηματική ικανοποίηση αν κρίνει ότι επήλθε σε εκείνον που έχει αδικηθεί ηθική βλάβη, το ποσόν αυτής που θεωρεί εύλογο. Εξάλλου κατά το άρθρο 914 Α.Κ., όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, σύμφωνα με όσα ορίζονται στα άρθρα 297 και 298 Α.Κ. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για να υπάρξει αδικοπραξία και συνεπώς υποχρέωση του δράστη να αποζημιώσει τον παθόντα απαιτούνται: α) ζημία κάποιου, β) η ζημία αυτή να προξενήθηκε από τον δράστη παρανόμως, γ) ο ζημιώσας να βαρύνεται με υπαιτιότητα, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας αμέλεια δε κατά το άρθρο 330 Α.Κ. υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, αυτή δηλαδή που πρέπει να καταβάλλεται κατά τη συναλλακτική πίστη από τον δράστη στον κύκλο της αρμοδιότητάς του, είτε υπάρχει προς τούτο σαφές νομικό πλαίσιο είτε όχι, αρκεί να συμπεριφέρθηκε κατά τρόπο αντίθετο από εκείνον που επιβάλλεται από τις περιστάσεις, δ) η παράνομη συμπεριφορά του υπαίτιου να οφείλεται σε πράξη ή παράλειψη αυτού και ε) να υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της ζημιογόνου πράξεως ή παραλείψεως και της ζημίας που επήλθε. Φορέας της σχετικής αξιώσεως, σε περίπτωση προσβολής της υγείας προσώπου είναι ο υποστάς άμεσα την ηθική βλάβη παθών, κατά του οποίου στρέφεται η αδικοπραξία. Τρίτα πρόσωπα, που ανήκουν συνήθως στο άμεσο οικογενειακό περιβάλλον του θύματος της αδικοπραξίας, έστω και αν αυτά υφίστανται ψυχικό πόνο από την αδικοπραξία, που στρέφεται κατά του οικείου τους, κατά κανόνα θεωρούνται τρίτοι και δεν καθίστανται και αυτά φορείς της σχετικής αξιώσεως για χρηματική ικανοποίηση (βλ. Α.Π. 624/2010 α δημοσίευση Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου κατά την άποψη που το Δικαστήριο τούτο υιοθετεί ως ορθότερη άλλης αντίθετης χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης επιδικάζεται ακόμη και στην περίπτωση που ο δικαιούχος δεν επικοινωνεί με το περιβάλλον του, βρίσκεται δηλαδή σε κατάσταση άγρυπνου κώματος και χαρακτηρίζεται ως «φυτό», διότι δεν πρέπει να απαλλάσσεται ο υπόχρεος από το συμπτωματικό γεγονός ότι ο δικαιούχος της χρηματικής ικανοποιήσεως, δεν μπορεί επί του παρόντος, να αντιληφθεί τη σημασία της αδικοπραξίας, για κάποια αιτία πρόσκαιρη ή διαρκή (πνευματική ή ψυχική νόσο), αφού μελλοντικά δεν αποκλείεται να βελτιωθεί η θέση του παθόντος σε ικανοποιητικό βαθμό ώστε να μπορεί να συναισθανθεί τη σημασία της αδικοπραξίας (βλ. Εφ. Λαρ. 919/2005 Επ. Συγκ. Δ. 2006, 283 επομ. Εφ. Ναυπλ. 147/2004 Επ. Συγκ. Δ. 2004.355 επομ., Κρητικό, Αποζημίωση από Αυτοκινητικά Ατυχήματα, 2008, δ έκδοση, παρ. 20, αρ. 8, σελ. 396-397, Πατεράκη, Η Χρηματική Ικανοποίηση λόγω Ηθικής Βλάβης, 1995, παρ. 5, σελ. 277-278). Στην περίπτωση δε που ο δικαιούχος-παθών έχει υποβληθεί σε καθεστώς πλήρους δικαστικής συμπαραστάσεως, αντ αυτού ενεργεί και διεξάγει τη δίκη ο νόμιμος αντιπρόσωπός του-δικαστικός συμπαραστάτης. Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρου 931 ΑΚ, που ορίζει ότι «η αναπηρία ή παραμόρφωση που προξενήθηκε στον παθόντα λαμβάνεται ιδιαίτερα υπόψη κατά την επιδίκαση της αποζημιώσεως, αν επιδρά στο μέλλον του», σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 298, 299, 914, 929 και 932 ΑΚ προκύπτει ότι η αναπηρία ή η παραμόρφωση, που προξενείται στον παθόντα, ανεξαρτήτως φύλου, εκτός από την επίδραση, την οποία μπορεί να ασκήσει τόσο στο ύψος των χρηματικών ποσών, που θα στερείται ο παθών στο μέλλον ή θα ξοδεύει επιπλέον εξαιτίας της αυξήσεως των δαπανών του, όσο και στο ύψος της ρηματικής ικανοποιήσεως, που θα επιδικασθεί για την ηθική βλάβη, μπορεί να θεμελιώσει και αυτοτελή αξίωση για αποζημίωση, αν επιδρά στο μέλλον του. Η διατύπωση της διατάξεως του άρθρου 931 ΑΚ παρέχει βάση για τέτοια αξίωση, αν και εφόσον, κατά την αληθή έννοιά της, η αναπηρία ή η παραμόρφωση επιδρά στο οικονομικό μέλλον του παθόντος, που δεν μπορεί να καλυφθεί εντελώς με τις παροχές, οι οποίες προβλέπονται από τις διατάξεις των άρθρων 929 και 932 ΑΚ, που συνθέτουν την ως άνω έννοια της αναπηρίας ή της παραμορφώσεως στο μέλλον του παθόντος. Η κατά τα άνω, όμως, αυτοτελής αξίωση αφορά στον καθορισμό και μόνον αποζημιώσεως για περιουσιακή ζημία και μάλιστα μελλοντική και όχι για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, η οποία αποκαθίσταται κατά το άρθρο 932 ΑΚ και η οποία δεν μπορεί να βρει έρεισμα και στη διάταξη του άρθρου 931 ΑΚ, στην οποία γίνεται λόγος για «αποζημίωση (βλ. ΟλΑΠ 18/2008 α΄ δημοσίευση Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών ΝΟΜΟΣ). Τέλος από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 10 παρ. 5 ν.δ. 4104/1960, όπως αυτό αντικαταστάθηκε από το άρθρο 18 παρ. 1 ν. 4476/1965 και 18 ν. 1654/1986 προκύπτει ότι στο ΙΚΑ μεταβιβάζεται αυτοδικαίως η αξίωση του ασφαλισμένου του παθόντος-δικαιούχου) από τότε που γεννιέται στην έκταση που ο δικαιούχος δικαιούται να απαιτήσει από το ΙΚΑ παροχές σε είδος ή σε χρήμα. Έτσι στην περίπτωση αυτή η αξίωση αποζημιώσεως αμέσως μετά τη γένεσή της αλλάζει φορέα και μεταβαίνει στο ΙΚΑ, εφόσον υπάρχει ταυτότητα προσώπου μεταξύ του δέκτη της ασφαλιστικής παροχής και του δικαιούχου της αποζημιώσεως σε τρόπο ώστε νέος δανειστής να καθίσταται πλέον το ΙΚΑ, το οποίο και μόνο νομιμοποιείται να επιδιώξει την είσπραξη της απαιτήσεως από τον υπόχρεο στα πλαίσια και στην έκταση που ο ασφαλισμένος του δικαιούται από αυτό παροχές σε είδος και χρήμα (βλ. ΑΠ 292/2001 ΕλλΔνη 42.1559, 1322/2000 ΕλλΔνη 43.391, ΕφΛαρ. 262/2005 Δικογραφία 2006.281 = Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών ΝΟΜΟΣ, ΕφΠατρ. 12/2004 Αχαϊκή Νομολογία 2005.594 = Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών ΝΟΜΟΣ Εφ.Αθ. 2661/2000 ΕλλΔνη 42.187 9921/1999 ΕλλΔνη 43.1437 5321/1998 ΕλλΔνη 42.1559, Κρητικό, ό.π., παρ. 21, αρ. 51, σελ. 452-453). VI. Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων αποδείξεως και ανταποδείξεως που περιέχονται στα προσκομιζόμενα με νόμιμη επίκληση πρακτικά της συνεδριάσεως στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και από τα έγγραφα που νομίμως προσκομίζουν και επικαλούνται τα διάδικα μέρη είτε προς άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων και στα οποία συγκαταλέγονται σχεδιάγραμμα του τόπου του ατυχήματος μία, μη αμφισβητηθείσα, και φωτοαντίγραφα μη αμφισβητηθεισών φωτογραφιών απεικονιζουσών τον αυτό τόπο, και το βλαβέν ΙΧΕ όχημα, που επισκοπήθηκαν, αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης: Στη Δραπετσώνα Ν. Αττικής στις 13-1-2007 και περί ώρα 22.00 στη συμβολή των οδών…..και…..έλαβε χώρα τροχαίο ατύχημα στο οποίο ενεπλάκησαν το ΙΧΕ αυτοκίνητο εργοστασίου κατασκευής BMW χρώματος μαύρου με στοιχεία κυκλοφορίας…..κυριότητας του διαδίκου…..και η δίκυκλη μοτοσυκλέτα εργοστασίου κατασκευής ΥΑΜΑΗΑ τύπου…..600 κυβ. εκατ. χρώματος μαύρου με στοιχεία κυκλοφορίας…..κυριότητας του διαδίκου....Το ατύχημα έλαβε χώρα υπό τις εξής περιστάσεις: Κατά το χρονικό σημείο που προαναφέρθηκε ο οδηγός του ΙΧΕ εκινείτο με αυτό επί της οδού Υπαπαντής, η οποία συμβάλλει με την οδό Αναπαύσεως, στη δε πορεία του πριν από τη διασταύρωση υπήρχε πινακίδα ρυθμιστική της κυκλοφορίας υποχρεούσα αυτόν σε διακοπή πορείας και παραχώρηση προτεραιότητας στα οχήματα τα κινούμενα επί της οδού Αναπαύσεως (πινακίδα Ρ-2 του άρθρου 4 § 3 ν. 2696/1999). Έτσι ο ανωτέρω εισήλθε στον κόμβο διστακτικά εξετάζοντας τις συνθήκες κυκλοφορίας και όταν έκρινε ότι δεν εκινείτο κάποιο όχημα επί της οδού Αναπαύσεως συνέχισε αποφασιστικά την πορεία του με σκοπό να διαβεί τον κόμβο και να συνεχίσει να κινείται επί της οδού Υπαπαντής. Ωστόσο η εκτίμηση του προαναφερθέντος διαδίκου περί του ότι δεν εκινείτο όχημα επί της οδού Αναπαύσεως δεν αποδείχθηκε ορθή και τούτο διότι στην εν λόγω οδό εκινείτο με το όχημά του (δίκυκλη μοτοσυκλέτα) ο έτερος διάδικος βαίνοντας με ταχύτητα ανεπιτρέπτως υψηλή ήτοι μεγαλύτερη των 100 χιλ/ώρα χωρίς επιπλέον να φέρει προστατευτικό κράνος.Ο ισχυρισμός του εν λόγω διαδίκου ότι έφερε προστατευτικό κράνος το οποίο έπεσε από το κεφάλι του κατά την πτώση του στο οδόστρωμα αλλά ανευρέθη αργότερα και παραδόθηκε από συγγενικό του πρόσωπο στην αστυνομική αρχή ελέγχεται ως αβάσιμος κατ ουσίαν ενόψει του ότι ουδεμία αναφορά για το εν λόγω γεγονός γίνεται στα έγγραφα της αρχής αυτής. Αποτέλεσμα της συμπτώσεως των ανωτέρω περιστατικών ήταν παρά την προσπάθεια του οδηγού της μοτοσυκλέτας να τροχοπεδήσει (διαπιστώθηκαν ίχνη τροχοπεδήσεως μήκους 28 μ.) να επιπέσει η μοτοσυκλέτα στο οπίσθιο δεξιό τμήμα του αμαξώματος του ΙΧΕ αυτοκινήτου, το οποίο εξερχόταν από τη διασταύρωση, να εκτιναχτεί το σώμα του οδηγού αυτής σε ικανή απόσταση από το σημείο της συγκρούσεως και να τραυματιστεί σοβαρά κυρίως στο κεφάλι. Η διαδρομή των πραγματικών περιστατικών ως άνω προκύπτει αφενός μεν από το μήκος των ιχνών τροχοπεδήσεως που μαρτυρεί την ύπαρξη υψηλής ταχύτητας της δίκυκλης μοτοσυκλέτας και αναιρεί τον ισχυρισμό του διαδίκου οδηγού αυτής ότι είχε ταχύτητα περί τα 30 χιλ/ώρα αφετέρου δε από το σημείο (πίσω δεξιά μετά την πόρτα μεταξύ της «τάπας» του ρεζερβουάρ και των οπίσθιων φώτων) της προσκρούσεως της δίκυκλης μοτοσυκλέτας στο αμάξωμα του ΙΧΕ αυτοκινήτου που μαρτυρεί το γεγονός ότι αυτό βρισκόταν σε σημείο πλησίον του κέντρου της διασταυρώσεως με κατεύθυνση προς την έξοδο αυτής και αναιρεί τον ισχυρισμό του οδηγού αυτού ότι απέμενε απόσταση ελάχιστων εκατοστών του μέτρου για να εξέλθει το όχημά του από τη διασταύρωση και κατά τρίτο λόγο από το γεγονός της προσκρούσεως που μαρτυρεί την ανυπαρξία επαρκούς χώρου πίσω από το ΙΧΕ όχημα ώστε να δυνηθεί ο οδηγός της δίκυκλης μοτοσυκλέτας να παρακάμψει αυτό. Αποτέλεσμα της προσκρούσεως του οχήματός του επί του ετέρου οχήματος, της εκτινάξεώς του στον αέρα και της βίαιης πτώσεώς του στο έδαφος ο διάδικος…..τραυματίστηκε σοβαρά στο κεφάλι, στο αριστερό χέρι και στο αριστερό πόδι, διακομίστηκε στο πλησιέστερο νοσοκομείο και ακολούθως στο εφημερεύον. Όμως παρόλη την παροχή της ενδεδειγμένης ιατρικής φροντίδας ο εν λόγω διάδικος πάσχει από σπαστική τετραπληγία επί εδάφους κρανιοεγκεφαλικής κακώσεως (ΚΕΚ), αδυνατεί να κινείται, να σιτίζεται δια της φυσιολογικής οδού και να αυτοεξυπηρετείται έχει δε ανάγκη να τυγχάνει της φροντίδας άλλου προσώπου δεδομένου ότι παραμένει κλινήρης στο σπίτι του έχοντας ελάχιστη έως μηδενική επικοινωνία με το περιβάλλον. Μάλιστα εξαιτίας της προπεριγραφόμενης καταστάσεώς του ο ανωτέρω διάδικος έχει κηρυχθεί σε καθεστώς πλήρους στερητικής δικαστικής συμπαραστάσεως με την υπ αριθμ…..απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς και έχει οριστεί προσωρινός, καταστάς ήδη οριστικός, συμπαραστάτης του ο πατέρας αυτού....Επομένως, σύμφωνα με τα αποδεικνυόμενα, ανωτέρω αναφερόμενα, πραγματικά περιστατικά, το ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα προκλήθηκε από τις συντρέξασες αμελείς συμπεριφορές αμφοτέρων των εμπλακέντων οδηγών. Ειδικότερα η αμελής συμπεριφορά του παθόντος οδηγού της μοτοσυκλέτας οφείλεται στο ότι οδηγούσε χωρίς να έχει τεταμένη την προσοχή του και με ιδιαίτερα μεγάλη για τη συγκεκριμένη περιοχή ταχύτητα με αποτέλεσμα να μη δυνηθεί να διακόψει την πορεία του όταν διαπίστωσε την ύπαρξη του οχήματος του έτερου εμπλακέντος οδηγού στον κόμβο, ή τουλάχιστον να ελαχιστοποιήσει την ταχύτητά του με πέδηση ή τέλος να εκτραπεί ελεγχόμενα από την πορεία του και να παρακάμψει το ανωτέρω όχημα, αφού ληφθεί υπόψη ότι η προτεραιότητά του δεν τον απαλλάσσει τις προαναφερόμενες υποχρεώσεις του ενώ η αμελής συμπεριφορά του παθόντος οδηγού του ΙΧΕ αυτοκινήτου οφείλεται στο ότι ο έλεγχος που ενήργησε στην οδό προτεραιότητας δεν ήταν ενδελεχής με αποτέλεσμα να μην αντιμετωπίσει την περίπτωση υπάρξεως κινουμένου οδηγού επί αυτής (οδού προτεραιότητας) σε ικανή μεν απόσταση αλλά με υψηλή ταχύτητα. Επομένως πρέπει να επιμεριστεί η ευθύνη των ανωτέρω οδηγών σχετικά με την πρόκληση του ατυχήματος και να οριστεί σε ποσοστό 40% για τον οδηγό της μοτοσικλέτας και σε ποσοστό 60% για τον οδηγό του ΙΧΕ αυτοκινήτου. Αντιθέτως ο επιμερισμός της ευθύνης των ανωτέρω αναφορικά με την έκταση της ζημίας καθενός πρέπει να ενεργηθεί άλλως και να βαρυνθεί ο οδηγός της μοτοσικλέτας με ποσοστό 25% αυτής που αφορά στην παράλειψή του να φορά προστατευτικό κράνος η χρήση του οποίου θα περιέστελε σημαντικά το είδος και την έκταση των σωματικών του βλαβών ενώ με ποσοστό 75% πρέπει να βαρυνθεί ο οδηγός του ΙΧΕ αυτοκινήτου. Περαιτέρω από τα προμνημονευόμενα αποδεικτικά μέσα αποδεικνύεται ότι ο υποστάς σημαντικές σωματικές βλάβες οδηγός της μοτοσικλέτας, λόγω της καταστάσεως στην οποία περιήλθε την οποία δεν αγνοεί και προϊόντος του χρόνου θα αντιληφθεί καλύτερα, υπέστη ηθική βλάβη για δε την ανακούφιση και παρηγορία του πρέπει, αφού ληφθούν υπόψη τα κατά νόμο στοιχεία (είδος και έκταση των σωματικών βλαβών του παθόντος όπως και τα εξ αυτών αποτελέσματα, βαθμός αμέλειας των μερών ως προς την πρόκληση και έκταση του ατυχήματος, οικονομική και κοινωνική κατάσταση των εμπλακέντων οδηγών) να του επιδικαστεί χρηματική παροχή ποσού 110.000,00 από το οποίο πρέπει να αφαιρεθεί ποσό 3,00 για τη διεκδίκηση του οποίου στο αρμόδιο ποινικό δικαστήριο επιφυλάχθηκε ο δικαιούχος. Επιπροσθέτως αποδεικνύεται ότι ο παθών οδηγός του ΙΧΕ αυτοκινήτου λόγω της καταστάσεως στην οποία περιήλθε μετά τον τραυματισμό του αδυνατεί να εργαστεί και η αδυναμία του αυτή θα διαρκέσει επί μακρόν ίσως και δια βίου με αποτέλεσμα εξαρτάται απολύτως από τις παροχές τρίτων και να υστερεί σε σχέση με τους συνομηλίκους του έχοντας απωλέσει κάθε δυνατότητα καλύψεως της υφιστάμενης διαφοράς. Έτσι δικαιούται αποζημιώσεως κατά το άρθρο 931 ΑΚ για να αντιμετωπιστούν συνέπειες του τραυματισμού του στο οικονομικό πεδίο, οι οποίες δεν είναι δυνατό να καλυφθούν με το ποσό της χρηματικής ικανοποιήσεως που του επιδικάζεται με την παρούσα. Το ποσό της εν λόγω αποζημιώσεως λαμβανομένης υπόψη της συνυπαιτιότητάς του τόσο στην πρόκληση του ατυχήματος όσο και στην έκταση των συνεπειών του πρέπει να ανέλθει στο ύψος των 67.500….

Η πρόστηση στο εργατικό ατύχημα κυρίου του έργου και εργολάβου- επιβλέποντος μηχανικού
21/4/2012 12:00:55 AM

Η πρόστηση στο εργατικό ατύχημα κυρίου του έργου και εργολάβου- επιβλέποντος μηχανικού.


ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ 936/2011

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 922 ΑΚ, ο κύριος, ή, ο προστήσας κάποιον άλλον σε μια υπηρεσία, ευθύνεται για τη ζημία, που ο υπηρέτης, ή, ο προστηθείς, προξένησε σε τρίτον, παράνομα, κατά την υπηρεσία του.

Η εφαρμογή της διάταξης προϋποθέτει.

α) σχέση πρόστησης, η οποία υπάρχει, όταν ο προστήσας διατηρεί το δικαίωμα, να δίδει οδηγίες και εντολές στον προστηθέντα, σε σχέση με τον τρόπο εκπλήρωσης της υπηρεσίας του.

β) ενέργεια του προστηθέντος παράνομη και υπαίτια, πληρούσα τις προϋποθέσεις του άρθρου 914 ΑΚ και

γ) η ενέργεια αυτή του προστηθέντος, να έγινε κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας, που του είχε ανατεθεί, ή επ' ευκαιρία, ή εξ αφορμής της υπηρεσίας του, ή ακόμη και κατά κατάχρηση της υπηρεσίας του αυτής.

Η πρόστηση του εργολάβου, ή του επιβλέποντος πολιτικού μηχανικού, από τον εργοδότη υπάρχει, όταν ο εργοδότης ρητώς ή σιωπηρώς, ιδίως από την φύση του έργου, επιφύλαξε στον εαυτό του την διεύθυνση και την επίβλεψη της εκτέλεσης του έργου και ειδικότερα το δικαίωμα παροχής οδηγιών στον εργολάβο, ή τον πολιτικό μηχανικό.

Για το ορισμένο της αγωγής σε εργατικό ατύχημα από μη λήψη των απαιτουμένων μέτρων ασφαλείας, πρέπει ο ενάγων να επικαλείται και τα πραγματικά περιστατικά τα οποία θεμελιώνουν την σχέση πρόστησης.


ΑΠΟΦΑΣΗ

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ 936/2011

Απόσπασμα…..Κατά τη διάταξη του άρθρου 922 ΑΚ, ο κύριος ή ο προστήσας κάποιον άλλον σε μια υπηρεσία ευθύνεται για τη ζημία που ο υπηρέτης ή ο προστηθείς προξένησε σε τρίτον, παράνομα, κατά την υπηρεσία του. Η εφαρμογή της ως άνω διατάξεως προϋποθέτει: 1) σχέση προστήσεως, η οποία υπάρχει όταν ο προστήσας διατηρεί το δικαίωμα να δίδει οδηγίες και εντολές στον προστηθέντα, σε σχέση με τον τρόπο εκπληρώσεως της υπηρεσίας του, 2) ενέργεια του προστηθέντος παράνομη και υπαίτια, πληρούσα τις προϋποθέσεις του άρθρου 914 ΑΚ και 3) η ενέργεια αυτή του προστηθέντος να έγινε κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας, που του είχε ανατεθεί, ή επ' ευκαιρία ή εξ αφορμής της υπηρεσίας του ή ακόμη και κατά κατάχρηση της υπηρεσίας του αυτής. Περαιτέρω, επί μισθώσεως έργου, πρόστηση του εργολάβου από τον εργοδότη, καταρχήν μεν, δεν υπάρχει, όμως υφίσταται πρόστηση όταν στη συγκεκριμένη περίπτωση ο εργοδότης ρητώς ή σιωπηρώς, ιδίως ως εκ της φύσεως του έργου, επιφύλαξε στον εαυτό του τη διεύθυνση και την επίβλεψη της εκτελέσεως του έργου και ειδικότερα το δικαίωμα παροχής οδηγιών στον εργολάβο. Εξάλλου, το άρθρο 559 ΚΠολΔ, καθορίζει περιοριστικά τους λόγους αναιρέσεως και δεν περιλαμβάνει σ' αυτούς και την εσφαλμένη εκτίμηση δικογράφων, μεταξύ των οποίων και η αγωγή, το δε άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ δεν καθιερώνει ιδιαίτερο λόγο αναιρέσεως, αλλά επιτρέπει την εξέταση, αν από την εσφαλμένη εκτίμηση του περιεχομένου διαδικαστικού εγγράφου, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως από τους αναφερομένους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ. Έτσι, αν από την εκτίμηση του περιεχομένου της αγωγής προκύψει, ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του πραγματικούς ισχυρισμούς που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αν και δεν περιλαμβάνονταν στο δικόγραφο αυτής ή αντίθετα, δεν έλαβε υπόψη τέτοιους ισχυρισμούς, αν και περιλαμβανόταν, ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 (και όχι 8) του ΚΠολΔ, υπό την έννοια ότι το δικαστήριο ή αξίωσε για την εφαρμογή της διατάξεως που εφάρμοσε, περισσότερα στοιχεία από τα απαιτούμενα κατά τη διάταξη αυτή ή αρκέστηκε σε λιγότερα. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, οι αναιρεσίβλητοι (ενάγοντες) ζήτησαν την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης από το θάνατο του οικείου τους, που προκλήθηκε από εργατικό ατύχημα. Το Εφετείο δέχθηκε ότι ο θάνατος του παθόντος, που επήλθε από βίαιο συμβάν, κατά τον χρόνο παροχής της εργασίας του, οφείλεται σε υπαίτιες παραλείψεις του εργολάβου, πραγματικού εργοδότη του θανόντος, ο οποίος τον προσέλαβε και του πολιτικού μηχανικού και εποπτεύοντος την εκτέλεση του ως άνω έργου, για λογαριασμό της κυρίας του έργου (αναιρεσείουσας) και προστηθέντος από αυτήν στην επίβλεψη εκτελέσεώς του, για τις πράξεις και παραλείψεις του οποίου ευθύνεται από κοινού και εκείνη. Με το δεύτερο, (κατά το δεύτερο μέρος του), αληθώς από τον αρ. 1 και όχι 8 και 14 του άρθρου 559, λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και ειδικότερα τα στοιχεία που θεμελιώνουν τη σχέση προστήσεως μεταξύ της αναιρεσείουσας και του πολιτικού μηχανικού, δίχως αυτά να αναφέρονται στην αγωγή και εξ αιτίας αυτού δεν κήρυξε απαράδεκτη αυτήν. Όπως προκύπτει από την επισκόπηση του περιεχομένου της, στην οποία παραδεκτά προβαίνει το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου, προκειμένου οι αναιρεσίβλητοι να θεμελιώσουν ευθύνη της αναιρεσείουσας, κυρίας του έργου, επικαλούνται μόνο ότι η πρώτη εναγόμενη ευθύνεται ως εργοδότης του έργου και υπεύθυνη για τη λήψη των απαιτούμενων μέτρων ασφαλείας, ο δεύτερος ως εργολάβος και υπεύθυνος για τη λήψη των μέτρων ασφαλείας και ο τρίτος, ως επιβλέπων μηχανικός, υπεύθυνος για την καθοδήγηση των κυρίας του έργου και του εργολάβου, για τη λήψη των απαιτουμένων μέτρων ασφαλείας, δίχως να επικαλούνται και πραγματικά περιστατικά τα οποία να θεμελιώνουν σχέση προστήσεως, (την οποία έστω και ως νομική έννοια δεν αναφέρουν στο δικόγραφο), μεταξύ της αναιρεσείουσας κυρίας του έργου και του πολιτικού μηχανικού, στην ύπαρξη της οποίας και μόνο, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, το Εφετείο, εξαφανίζοντας την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία η ευθύνη της θεμελιώθηκε στη σχέση προστήσεως μεταξύ αυτής και του δεύτερου εναγομένου εργολάβου του έργου, στήριξε την κρίση του και δέχθηκε στη συνέχεια ότι η υποχρέωσή της για την καταβολή της επιδικασθείσας σε βάρος της χρηματικής ικανοποίησης στηρίζεται στη σχέση προστήσεως, μεταξύ αυτής και του επιβλέποντος πολιτικού μηχανικού. Επομένως ο παραπάνω λόγος αναιρέσεως, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Μετά από αυτά, πρέπει, κατά παραδοχή του παραπάνω λόγου αναίρεσης, από το άρθ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ως βάσιμου, παρελκούσης δε της έρευνας των λοιπών, ν' αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου, ως προς όλους τους αναιρεσίβλητους, πλην των εβδόμου και ογδόου, να παραπεμφθεί η υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο Δικαστήριο, που την εξέδωσε, εφόσον είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθ. 580 § 3 ΚΠολΔ), και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι στα δικαστικά έξοδα…..

Ευθύνη από εργατικό ατύχημα, εργολάβου, επιβλέποντος μηχανικού και ιδιοκτητών οικοδομής
20/4/2012 11:55:39 PM

Ευθύνη από εργατικό ατύχημα, εργολάβου, επιβλέποντος μηχανικού και ιδιοκτητών οικοδομής.


ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ 1840/2011

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Ο εργολάβος δεν θεωρείται, καταρχήν, προστηθείς του εργοδότη, όταν όμως ο εργοδότης επιφύλαξε για τον εαυτό του, ρητώς ή σιωπηρώς, την διεύθυνση και την επίβλεψη της εκτέλεσης του έργου και μάλιστα το δικαίωμα παροχής οδηγιών προς τον εργολάβο, ο τελευταίος θεωρείται ότι βρίσκεται σε σχέση πρόστησης προς τον εργοδότη.

Ο εργολάβος, ως εργοδότης του παθόντος, ευθύνεται γιατί, από αμέλειά του παρέλειψε να λάβει τα μέτρα ασφαλείας, που προβλέπονται από τις διατάξεις των άρθρων 662 ΑΚ, 45, 47, 102, 104 και 111 π.δ 1073/1981, 8 παρ. 1δ π.δ 305/1996 και 5 ν. 1396/1983 και δη α) να φροντίσει για την ασφαλή και καλή λειτουργία, καθώς και την ορθή συντήρηση του μηχανήματος τροφοδοσίας ασβεστοκονιάματος, που χρησιμοποιούσε στο εργοτάξιο της ανεγειρομένης οικοδομής για την εκτέλεση του έργου των επιχρισμάτων και β) να εφοδιάσει τον παθόντα με ατομικά μέσα προστασίας, ειδικότερα με προστατευτικά ομματοϋάλια, προσαρμοσμένα στα ανθρωπομετρικά στοιχεία και τις ατομικές αναλογίες του.

Ο επιβλέπων μηχανικός ευθύνεται, γιατί δεν άσκησε κατά την εκτέλεση των επιχρισμάτων τα επιβαλλόμενα σ' αυτόν από το νόμο καθήκοντα, συστήνοντας στον εργολάβο και τους απασχολούμενους απ' αυτόν, να τηρήσουν τα προβλεπόμενα μέτρα ασφαλείας, ενημερώνοντας παράλληλα προς τούτο τους ιδιοκτήτες της οικοδομής, που είχαν την ίδια υποχρέωση γι' αυτά, ενέργειες οι οποίες θα συνέβαλαν στην αποτροπή του ατυχήματος, τις οποίες όμως παρέλειψε από αμέλειά του.

Οι ιδιοκτήτες της οικοδομής ευθύνονται, γιατί είχαν επιφυλάξει για τον εαυτό τους την διεύθυνση και επιστασία του έργου, προστήσαντες στην υπηρεσία τους τον εργολάβο, στον οποίο ανέθεσαν τις εργασίες επιχρισμάτων της ανεγειρόμενης οικοδομής τους, που τις εκτέλεσε με δικά του μέσα και προσωπικό της επιλογής του, υπό τις γενικού περιεχομένου, δεσμευτικές όμως οδηγίες τους, ως προς τον τόπο και χρόνο εκτέλεσης των εργασιών, κυρίως δε ως προς την τήρηση των μέτρων ασφαλείας, υπό τις εντολές και την εποπτεία του επιβλέποντος μηχανικού, επίσης προστηθέντος από αυτούς, ο οποίος ενεργούσε για λογαριασμό τους.

Οι ιδιοκτήτες της οικοδομής ευθύνονται επίσης, γιατί από αμέλειά τους παρέλειψαν, να ενημερώσουν εγγράφως τον επιβλέποντα πολιτικό μηχανικό, για το γεγονός ότι μετά το πέρας των εργασιών της τοιχοποιίας, οπότε διεκόπη προσωρινά η κατασκευή του ως άνω έργου, ανέθεσαν τις εργασίες των επιχρισμάτων σε άλλον εργολάβο και ξεκίνησαν αυτές, έτσι ώστε ο επιβλέπων μηχανικός να αναλάβει εκ νέου τα καθήκοντά του για την λήψη και τήρηση τα προβλεπομένων μέτρων ασφαλείας.


ΑΠΟΦΑΣΗ

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ 1840/2011

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη και του αρχαιοτέρου της συνθέσεως Αρεοπαγίτη Γεωργίου Γιαννούλη), Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Τίγγα και Αντώνιο Ζευγώλη, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 21 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27.3.2008 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο……..Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: …….οριστική του ιδίου δικαστηρίου και …….του Τριμελούς Εφετείου…..Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 10.6.2010 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Ζευγώλης ανέγνωσε την από 7 Νοεμβρίου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου τους στη δικαστική δαπάνη τους.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση, από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη υπ' αριθ…..έκθεση επιδόσεως, της δικαστικής επιμελήτριας….προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς παράσταση κατ' αυτή προς συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της (21-11-2011), επιδόθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, με την επιμέλεια των αναιρεσειόντων, στον αναιρεσίβλητο…..του…..και της……Eπομένως, εφόσον, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του πινακίου, κατά την παραπάνω δικάσιμο, αυτός δεν εμφανίσθηκε, ούτε υπέβαλε την κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ δήλωση μη παράστασης στο ακροατήριο, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ. Από τα άρθρα 914 και 932 του ΑΚ και 1 και 16 του ν. 551/1915, που κωδικοποιήθηκε με το β.δ. της 24-7/25-8-1920 και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ (άρθρο 38 παρ. 1 ΕισΝΑΚ), προκύπτει ότι χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη οφείλεται και επί εργατικού ατυχήματος όταν συντρέχουν οι όροι της αδικοπραξίας. Οι διατάξεις του άρθρου 16 παρ. 1 του κ.ν. 551/1915, κατά τις οποίες ο παθών σε εργατικό ατύχημα δικαιούται να εγείρει την αγωγή του κοινού αστικού δικαίου και να ζητήσει πλήρη αποζημίωση μόνο όταν το ατύχημα μπορεί να αποδοθεί σε δόλο του εργοδότη ή των προστηθέντων του ή όταν επήλθε σε εργασία στην οποία δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών για τους όρους ασφαλείας των εργαζομένων και εξαιτίας της μη τηρήσεως των διατάξεων αυτών, αναφέρονται στην επιδίκαση αποζημιώσεως για περιουσιακή ζημία και όχι στη χρηματική ικανοποίηση, για την οποία δεν υπάρχει πρόβλεψη στον ανωτέρω νόμο και εφαρμόζονται γι' αυτή μόνο οι γενικές διατάξεις (ΟλΑΠ 1117/1986). Επομένως, για να δικαιούται ο παθών σε εργατικό ατύχημα χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, αρκεί να συντέλεσε στην επέλευση του ατυχήματος πταίσμα του εργοδότη ή των προστηθέντων από αυτόν, με την έννοια του άρθρου 914 του ΑΚ, δηλαδή αρκεί να συντρέχει οποιαδήποτε αμέλεια αυτών και όχι μόνο η ειδική αμέλεια ως προς την τήρηση των όρων ασφαλείας του άρθρου 16 παρ. 1 του κ.ν. 551/1915 (ΑΠ 1168/2007, 412/2008, 1380/2001, 1185/1993). Πταίσμα του εργοδότη ή των προστηθέντων από αυτόν μπορεί να θεμελιωθεί, στην περίπτωση αυτή, και στο ότι δεν τηρήθηκαν από αυτούς, οι διατάξεις ισχυόντων νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών, που επιβάλλουν όρους υγιεινής και ασφαλείας, για τη διαφύλαξη της υγείας, της σωματικής ακεραιότητας και της ζωής των εργαζομένων, σύμφωνα με τη γενική διάταξη του άρθρου 662 ΑΚ, είτε η τήρηση των μέτρων αυτών από τον εργοδότη, επιβάλλεται από τους παραπάνω νόμους, διατάγματα ή κανονισμούς που προβλέπουν τα μέτρα αυτά. Τέτοια γενικά μέτρα ασφαλείας, που πρέπει να τηρούν όλοι οι εργοδότες καθορίζονται με το ν. 1586/85 "Υγιεινή - Ασφάλεια εργαζομένων" οι διατάξεις του οποίου εφαρμόζονται, σε όλες τις επιχειρήσεις, εκμεταλλεύσεις και εργασίες, ορίζεται δε στο άρθρο 32 του νόμου αυτού μεταξύ άλλων, ότι ο εργοδότης έχει υποχρέωση να λαμβάνει κάθε μέτρο που απαιτείται, ώστε να εξασφαλίζονται οι εργαζόμενοι και οι τρίτοι που παραβρίσκονται στους τόπους εργασίας από κάθε κίνδυνο που μπορεί να απειλήσει την υγεία του ή τη σωματική του ακεραιότητα. Ειδικότερα μέτρα ασφαλείας για τα οικοδομικά έργα καθορίζονται στο Ν. 1396/1983 "περί μέτρων ασφαλείας σε οικοδομές και ιδιωτικά τεχνικά έργα", στο άρθρο 4 παρ. 1 του οποίου ορίζεται ότι "σε περίπτωση που δεν ανατίθεται η εκτέλεση ολόκληρου του έργου σ' έναν εργολάβο, ο κύριος του έργου είναι υποχρεωμένος να λαμβάνει πριν την εγκατάσταση κάθε εργολάβου ή υπεργολάβου τμήματος του έργου και να τηρεί, όσο διαρκεί το έργο αυτού, όλα τα μέτρα ασφαλείας, τα οποία του υποδεικνύει ο επιβλέπων το έργο, εφόσον αυτά δεν αφορούν σε τμήματα του έργου που ανέλαβαν και εκτελούν εργολάβοι και υπεργολάβοι". Εξάλλου, κατά το άρθρο 2 του ίδιου νόμου, για την εφαρμογή των διατάξεων του νόμου αυτού θεωρείται "... 3. Κύριος του έργου: Ο κύριος, ο νομέας ή ο κάτοχος του ακίνητου στο οποίο εκτελείται, ύστερα από εντολή του και για λογαριασμό του, τεχνικό έργο...". Τέλος, με το Π.Δ. 1073/1981 "περί μέτρων ασφαλείας κατά την εκτέλεσιν εργασιών εις εργοτάξια οικοδομών και πάσης φύσεως έργων αρμοδιότητος πολιτικού μηχανικού", προβλέπονται τα μέτρα ασφαλείας που πρέπει να τηρούνται κατά την εκτέλεση οικοδομικών εργασιών και ειδικότερα, στο άρθρο 45 αυτού προσδιορίζονται οι προδιαγραφές που πρέπει να πληρούν τα μηχανήματα, συσκευές, εργαλεία κλπ, που χρησιμοποιούνται στα εργοτάξια, ενώ στο άρθρο 104 ορίζεται ότι "εις εργασίας, αι οποίαι, είναι δυνατόν να προκαλέσουν βλάβας οφθαλμών ως π.χ. κατεδαφίσεις, συγκολλήσεις, τρόχισμα, κοπή κεφαλών ήλων, τεμαχισμός λίθων, εκκένωσιν ή μετάγγισιν οξέων ή αλκαλίων κ.λ.π. διατίθενται υπό του εκτελούντος το έργον κατάλληλα μέσα προστασίας π.χ. οματοϋάλια, προσωπίδες, ασπίδα κ.α.". Περαιτέρω, κατά το άρθρο 922 του ΑΚ, "ο κύριος ή ο προστήσας κάποιον άλλον σε μια υπηρεσία ευθύνεται για τη ζημία που ο υπηρέτης ή ο προστηθείς προξένησε σε τρίτον παράνομα κατά την υπηρεσία του". Πρόστηση είναι η τοποθέτηση, διορισμός, χρησιμοποίηση από ένα πρόσωπο (τον προστήσαντα) ενός άλλου προσώπου (του προστηθέντος) σε θέση ή απασχόληση (διαρκή ή μεμονωμένη εργασία), που αποβλέπει στη διεκπεραίωση υποθέσεως ή υποθέσεων και γενικότερα στην εξυπηρέτηση των επαγγελματικών, οικονομικών ή άλλων συμφερόντων του πρώτου (προστήσαντος). Για να υπάρχει σχέση προστήσεως θα πρέπει να υπάρχει εξάρτηση, έστω και χαλαρή, ανάμεσα στον προστήσαντα και στον προστηθέντα, ώστε ο πρώτος να μπορεί να δίνει στον δεύτερο εντολές ή οδηγίες και να τον ελέγχει ή επιβλέπει κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας που του ανέθεσε. Ειδικότερα, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 922, 681, 688-691 του ΑΚ, καθώς και εκείνης του άρθρου 4 παρ. 1 του Ν. 1396/1983 προκύπτει, ότι ο εργολάβος δεν θεωρείται, καταρχήν, προστηθείς του εργοδότη, όταν όμως ο εργοδότης επιφύλαξε για τον εαυτό του, ρητώς ή σιωπηρώς, την διεύθυνση και την επίβλεψη της εκτελέσεως του έργου και μάλιστα το δικαίωμα παροχής οδηγιών προς τον εργολάβο, ο τελευταίος θεωρείται ότι βρίσκεται σε σχέση προστήσεως προς τον εργοδότη (ΑΠ 52/2010, 1421/2008, 1168/2007, 1210/2006). Επομένως, για τη θεμελίωση αξίωσης χρηματικής ικανοποιήσεως, κατά του υπαιτίου του ατυχήματος, ως και κατά εκείνου, ο οποίος με σύμβαση μισθώσεως έργου ανέθεσε στον υπαίτιο την εκτέλεση του έργου, όπου συνέβη το ατύχημα, αναγκαία προϋπόθεση είναι, ο εργοδότης, να έχει επιφυλάξει για τον εαυτό του τη διεύθυνση και επίβλεψη του έργου, στοιχεία τα οποία συνιστούν την ιδιότητα του τελευταίου, ως προστήσαντος τον υπαίτιο εργολάβο. Ετέρωθεν, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005). Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 622/1983). Το κατά νόμο δε αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 413/1993). Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1547/1997). Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 465/1988). Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1987/2007). Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς περί πραγμάτων κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), εκτός άλλων, και τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, που ενδιαφέρουν εδώ: "Οι τρίτος και τέταρτη εναγόμενοι-εφεσίβλητοι-εκκαλούντες,….και……αντίστοιχα (αναιρεσείοντες), συγκύριοι, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου καθένας από αυτούς, οικοπέδου επί της συμβολής των οδών….και…., στη περιοχή του Δήμου...., το έτος 2003 κατασκεύαζαν επί του ως άνω ακινήτου τους διώροφη οικοδομή με πυλωτή και υπόγειο, σύμφωνα με την υπ' αριθ…..άδεια του Πολεοδομικού Γραφείου του Δήμου…., που εκδόθηκε ύστερα από την υποβολή της από 31-12-2001 σχετικής αιτήσεώς τους, στην οποία είχαν επισυνάψει τις μελέτες και τα εκ του νόμου απαιτούμενα δικαιολογητικά, επιφυλάσσοντας για τον εαυτό τους την διεύθυνση και εποπτεία εκτελέσεως του συνολικού έργου, ρυθμίζοντας κατά τη βούλησή τους, ως προς τον τρόπο και το χρόνο, τη διεξαγωγή των αναγκαίων εργασιών. Συγκεκριμένα δεν ανέθεσαν τη γενική κατασκευή ή επιστασία του παραπάνω έργου σε έναν συγκεκριμένο εργολάβο-κατασκευαστή, αλλά ανέθεσαν τις κάθε είδους εργασίες για την ολοκλήρωση της κατασκευής της παραπάνω οικοδομής (εκσκαφές, θεμέλια, σκυροδέτηση οπλισμένων σκυροδεμάτων, τοιχοποιία, στέγη, επιχρίσματα, ηλεκτρικές και υδραυλικές εγκαταστάσεις κ.λ.π.) με επί μέρους συμβάσεις έργου που κατάρτιζαν με τους εκάστοτε εργολάβους που επέλεγαν, την επίβλεψη δε εφαρμογής της μελέτης που εκπονήθηκε και την τήρηση των μέτρων ασφαλείας που προβλέφθηκαν για την εκτέλεση του παραπάνω έργου ανέθεσαν, έναντι αμοιβής, στο δεύτερο εναγόμενο-εφεσίβλητο-εκκαλούντα,…., πολιτικό μηχανικό (δεν είναι πλέον διάδικος), ο οποίος μάλιστα αποδέχεται ότι επέβλεψε τις εργασίες κατασκευής της άνω οικοδομής μέχρι την περάτωση του σταδίου της τοιχοποιίας. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι τις εργασίες επιχρισμάτων της ως άνω ανεγειρόμενης οικοδομής τους οι τρίτος και τέταρτη εναγόμενοι-εφεσίβλητοι-εκκαλούντες ανέθεσαν, τον Ιούνιο του έτους 2003, στον πρώτο εναγόμενο-εφεσίβλητο-εκκαλούντα,…..(δεν είναι πλέον διάδικος), ειδικότερα δε κατήρτισαν προφορική σύμβαση έργου με τον τελευταίο, σύμφωνα με την οποία αυτός, χρησιμοποιώντας δικά του μέσα και απασχολώντας εργατοτεχνικό προσωπικό της επιλογής του, ανέλαβε την υποχρέωση, έναντι αμοιβής του, να κατασκευάσει τα επιχρίσματα της παραπάνω υπό ανέγερση οικοδομής τους. Πράγματι ο ανωτέρω εργολάβος ξεκίνησε τις εργασίες επιχρισμάτων στην ως άνω ανεγειρόμενη οικοδομή των τρίτου και τέταρτης εναγομένων, απασχολώντας και τον ενάγοντα-εκκαλούντα-εφεσίβλητο (ήδη αναιρεσίβλητο), ….τον οποίο είχε προσλάβει από το έτος 2001, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, αορίστου χρόνου, προκειμένου να τον απασχολεί ως ανειδίκευτο εργάτη στο συνεργείο επιχρισμάτων που διατηρούσε, αντί του εκάστοτε ισχύοντος ελάχιστου ημερομισθίου. Στις 26 Ιουνίου 2003, κατά την διάρκεια εκτέλεσης εργασιών επιχρισμάτων από το συνεργείο του εναγομένου εργολάβου στην άνω οικοδομή των τρίτου και τέταρτης των εναγομένων, στο οποίο απασχολείτο ο ενάγων ως ανειδίκευτος εργάτης, ανατέθηκε στον τελευταίο από τον εργοδότη του, δηλαδή τον εναγόμενο εργολάβο, η εργασία παρασκευής ασβεστοκονιάματος, το οποίο είναι μείγμα αποτελούμενο από ασβέστη, άμμο και τσιμέντο, σε πετρελαιοκίνητο μηχάνημα ιδιοκτησίας του. Συγκεκριμένα το μηχάνημα αυτό, στο οποίο αναμειγνύονταν τα ως άνω δομικά υλικά με νερό, διοχέτευε το παρασκεύασμα με την πίεση αέρα, μέσω ελαστικού αγωγού, διαμέτρου έξι εκατοστών του μέτρου (6 cm) περίπου, σε όροφο της οικοδομής, όπου άλλος εργαζόμενος, τεχνίτης του ίδιου συνεργείου, πραγματοποιούσε τις επιχρίσεις των επιφανειών, που έπρεπε να καλυφθούν, με την εκτόξευση του παραπάνω παρασκευάσματος. Περί ώρα 07.30 της 26-6-2003, ο ως άνω ελαστικός αγωγός, μέσω του οποίου μεταφερόταν υπό πίεση αέρα το παρασκευαζόμενο ασβεστοκονίαμα στους ορόφους της παραπάνω οικοδομής, σε ύψος ενός περίπου μέτρου από τη σύνδεσή του με το μηχάνημα παρασκευής του ασβεστοκονιάματος, διερράγη, εκτοξεύοντας με δύναμη το ασβεστοκονίαμα στο πρόσωπο και τους οφθαλμούς του ενάγοντος, ο οποίος στεκόταν πλησίον αυτού και δεν έφερε προστατευτικά ομματοϋάλια, με αποτέλεσμα να τραυματισθεί σοβαρά, συγκεκριμένα δε να υποστεί χημικό έγκαυμα κερατοειδούς τετάρτου βαθμού και στους δύο οφθαλμούς του, όπως διαπιστώθηκε στο Πανεπιστημιακό Γενικό Νοσοκομείο Αλεξανδρούπολης, όπου μεταφέρθηκε προς νοσηλεία αμέσως μετά το προαναφερόμενο ατύχημα, το οποίο, σύμφωνα με όσα έχουν αναπτυχθεί στη μείζονα πρόταση της αποφάσεως, σε συνδυασμό με τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν, είναι εργατικό, καθόσον πρόκειται για ένα βίαιο γεγονός, που συνέβη κατά την εκτέλεση και με αφορμή την προαναφερθείσα εργασία που εκτελούσε αυτός (ενάγων). Το ως άνω εργατικό ατύχημα οφείλεται στο ότι ο ελαστικός αγωγός, μέσω του οποίου μεταφέρονταν, υπό πίεση αέρος, το ασβεστοκονίαμα από το μηχάνημα παρασκευής στους ορόφους, για την πραγματοποίηση των επιχρισμάτων, με εκτόξευσή του, στις επιφάνειες που έπρεπε να καλυφθούν, από άλλον εργαζόμενο του ίδιου συνεργείου, έφραξε από στερεοποιημένο τεμάχιο του μείγματος, σε συνδυασμό με το ότι δεν λειτουργούσε το σύστημα αυτόματης απενεργοποίησης του παραπάνω μηχανήματος, με αποτέλεσμα να αυξηθεί η πίεση του παρεχομένου αέρα στο εσωτερικό των τοιχωμάτων του, τα οποία ήταν φθαρμένα, ως εκ τούτου δε να μην παρουσιάσουν την αναμενόμενη αντοχή….". Δέχεται περαιτέρω το Εφετείο ότι ο δεύτερος εναγόμενος….επιβλέπων μηχανικός για την εκτέλεση των οικοδομικών εργασιών κατασκευής της ίδιας παραπάνω οικοδομής, καθώς και οι τρίτος και τέταρτη των εναγομένων, ιδιοκτήτες της άνω υπό ανέγερση οικοδομής, δεν βρισκόταν σ' αυτήν κατά το χρόνο που συνέβη το παραπάνω ατύχημα, προκειμένου να λάβουν τα αναγκαία μέτρα ασφαλείας και να ελέγχουν διαρκώς την τήρηση αυτών όπως είχαν υποχρέωση (άρθρο 111 ΠΔ 1073/1981), ούτε δε όρισαν κάποιον να ασκεί αντ' αυτών τα ως άνω καθήκοντα. Με βάση δε τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά, δέχθηκε στη συνέχεια το Εφετείο, ότι υπαίτιοι για την επέλευση του ως άνω εργατικού ατυχήματος είναι όλοι οι εναγόμενοι (εργολάβος, επιβλέπων μηχανικός και ιδιοκτήτες της υπό ανέγερση οικοδομής), της υπαιτιότητας τους συνισταμένης στην αμέλεια που επέδειξαν. Ειδικότερα, για τον εναγόμενο εργολάβο δέχεται ότι, ως εργοδότης του παθόντος, από αμέλειά του παρέλειψε να λάβει τα μέτρα ασφαλείας που προβλέπονται από τις διατάξεις των άρθρων 662 του Α.Κ., 45, 47, 102, 104 και 111 του ΠΔ 1073/1981, 8 παρ. 1δ του ΠΔ 305/1996 και 5 του Ν. 1396/1983 και συγκεκριμένα παρέλειψε α) να φροντίσει για την ασφαλή και καλή λειτουργία, καθώς και την ορθή συντήρηση του ως άνω μηχανήματος τροφοδοσίας ασβεστοκονιάματος που χρησιμοποιούσε στο εργοτάξιο της ως άνω ανεγειρόμενης οικοδομής για την εκτέλεση του έργου των επιχρισμάτων της που του ανέθεσαν οι εναγόμενοι ιδιοκτήτες της και β) να εφοδιάσει τον ενάγοντα (παθόντα), κατά την προσφορά της εργασίας του τελευταίου, με ατομικά μέσα προστασίας, ειδικότερα δε με προστατευτικά ομματοϋάλια, προσαρμοσμένα στα ανθρωπομετρικά στοιχεία και τις ατομικές αναλογίες του, μολονότι ανέθεσε σ' αυτόν την εκτέλεση εργασίας που μπορούσε να προκαλέσει βλάβες στους οφθαλμούς και γενικότερα εγκαύματα, και ότι η αμελής αυτή συμπεριφορά του, συνδέεται αιτιωδώς προς το επελθόν αποτέλεσμα, αφού η πρόκληση του ως άνω εργατικού ατυχήματος θα μπορούσε να είχε αποφευχθεί, αν τηρούσε τις επιβαλλόμενες από το νόμο υποχρεώσεις του, ή θα ήσαν ασήμαντες οι συνέπειές του. Εξάλλου, ως προς τον εναγόμενο επιβλέποντα πολιτικό μηχανικό δέχεται, ότι η αμέλειά του συνίσταται στο ότι, υπό την παραπάνω ιδιότητά του, δεν άσκησε και κατά την εκτέλεση των παραπάνω εργασιών στην οικοδομή (επιχρίσματα), τα επιβαλλόμενα σ' αυτόν από το νόμο καθήκοντα, συστήνοντας στον εργολάβο και τους απασχολούμενους απ' αυτόν να τηρήσουν τα πιο πάνω μέτρα ασφαλείας και ενημερώνοντας παράλληλα προς τούτο τους ιδιοκτήτες της οικοδομής, που είχαν την ίδια υποχρέωση, γι' αυτά, ενέργειες οι οποίες θα συνέβαλαν στην αποτροπή του ατυχήματος, τις οποίες όμως παρέλειψε από αμέλειά του, με αποτέλεσμα η συμπεριφορά του αυτή να συντελέσει στην επέλευση του τελευταίου (άρθρα 6 και 7 Ν. 1369/1983, 102, 104 του ΠΔ 1073/1981, 3 και 4 ΠΔ 305/1996). Τέλος, αναφορικά με τους εναγόμενους ιδιοκτήτες της οικοδομής (αναιρεσείοντες), δέχεται τα εξής: Για το παραπάνω εργατικό ατύχημα ευθύνονται και οι τρίτος και τέταρτη εναγόμενοι-εφεσίβλητοι-εκκαλούντες, συγκύριοι του παραπάνω έργου, οι οποίοι είχαν επιφυλάξει για τον εαυτό τους τη διεύθυνση και επιστασία του, ως προστήσαντες στην υπηρεσία τους τον πρώτο εναγόμενο, ως εργολάβο, στον οποίο ανέθεσαν τις εργασίες επιχρισμάτων της παραπάνω ανεγειρόμενης οικοδομής τους, που τις εκτέλεσε με δικά του μέσα και προσωπικό της επιλογής του, υπό τις γενικού περιεχομένου, δεσμευτικές όμως, οδηγίες τους ως προς τον τόπο και χρόνο εκτελέσεως αυτών (εργασιών), κυρίως δε ως προς την τήρηση των μέτρων ασφαλείας, υπό τις εντολές και την εποπτεία του επιβλέποντος μηχανικού, δεύτερου εναγομένου, επίσης προστηθέντος από αυτούς, ο οποίος ενεργούσε για λογαριασμό τους. Περαιτέρω δε οι τρίτος και τέταρτη εναγόμενοι, φέρουν ευθύνη και ως υπαίτιοι στην επέλευση του επίδικου εργατικού ατυχήματος διότι από αμέλειά τους παρέλειψαν να ενημερώσουν εγγράφως τον επιβλέποντα πολιτικό μηχανικό, στον οποίο είχαν αναθέσει την εποπτεία τήρησης των μέτρων ασφαλείας, το γεγονός ότι μετά το πέρας των εργασιών της τοιχοποιίας, οπότε διεκόπη προσωρινά η κατασκευή του ως άνω έργου, ανέθεσαν τις εργασίες των επιχρισμάτων στον εναγόμενο εργολάβο και ξεκίνησαν αυτές, προκειμένου ο ως άνω επιβλέπων μηχανικός να αναλάβει τα καθήκοντά του, περαιτέρω δε παρέλειψαν να μεριμνήσουν για τη λήψη των αναγκαίων μέτρων ασφαλείας, ενώ όφειλαν και μπορούσαν να προβούν στις αντίστοιχες ενέργειες (άρθρα 4 παρ. 1 και 3 του Ν. 1396/1983, 102 και 104 του Π.Δ. 1073/1981 και 3 του Π.Δ. 305/1996). Με βάση τις παραπάνω παραδοχές του, το Εφετείο, απέρριψε, με την προσβαλλόμενη απόφαση την έφεση των αναιρεσειόντων, καθώς και τις συνεκδικασθείσες με αυτήν εφέσεις των συνεναγομένων τους (πρώτου και δεύτερου των εναγομένων), περαιτέρω δε, μετά την παραδοχή, της επίσης συνεκδικασθείσης έφεσης του ενάγοντος, με την οποία παραπονείτο ως προς το ύψος της επιδικασθείσης σ' αυτόν χρηματικής ικανοποίησης, και την εξαφάνιση της απόφασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή, και υποχρέωσε, εκτός των άλλων, και τους αναιρεσείοντες, στην καταβολή εις ολόκληρον, μετά των συνεναγομένων τους, στον ενάγοντα, του ποσού των 105.000 ευρώ, ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση, συνεπεία της αδικοπραξίας τους, ως συγκυρίων της ανεγειρόμενης οικοδομής, στην επέλευση του ως άνω εργατικού ατυχήματος, που είχε ως επακόλουθο τον σοβαρό τραυματισμό αυτού (ενάγοντος), καθώς επίσης και της ευθύνης τους, από την πρόστηση του συνεναγομένου τους εργολάβου στην εκτέλεση του έργου των επιχρισμάτων στην εν λόγω οικοδομή, ως προς το οποίο είχαν διατηρήσει τη διεύθυνση και επίβλεψη, καθόσον και ο τελευταίος (εργολάβος), τέλεσε την ίδια με αυτούς αδικοπραξία, που είχε το προρρηθέν αποτέλεσμα. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ως προς τα παραπάνω κρίσιμα ζητήματα της υπαιτιότητας των αναιρεσειόντων στην επέλευση του εργατικού ατυχήματος και της πρόστησης εκ μέρους τους του εναγομένου εργολάβου στην εκτέλεση του έργου των επιχρισμάτων στην επίδικη οικοδομή της συγκυριότητος τους, για το οποίο είχαν επιφυλάξει τη διεύθυνση και επίβλεψη, απορρίπτοντας παράλληλα τους αντίθετους ως προς αυτά ισχυρισμούς τους, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε τις εφαρμοσθείσες ως άνω ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 299, 330, 914, 922,926, 932, 662 ΑΚ, 4 παρ. 1 και 3 του Ν. 1396/1983, 104 και 111 του ΠΔ 1073/1981 και 32 του Ν. 1568/1985, καθόσον τα ανελέγκτως επί της ουσίας δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, πληρούν το πραγματικό των νομικών εννοιών της υπαιτιότητας στο πρόσωπο των αναιρεσειόντων, ως προς την παράλειψη αυτών να λάβουν τα προαναφερόμενα μέτρα ασφαλείας που επιβάλλονταν και για τους ίδιους από τις προαναφερόμενες νομικές διατάξεις, μετά από ενημέρωσή τους, ως προς τα μέτρα αυτά, από τον επιβλέποντα το έργο μηχανικό τους, καθώς και εκείνης της πρόστησης, εφόσον υφίσταται κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, η αναγκαία προς τούτο προϋπόθεση, της επιφύλαξης δηλαδή για τον εαυτό τους της διεύθυνσης και επίβλεψης του έργου, στοιχείο το οποίο συνιστά την ιδιότητα του εργοδότη, ως προστήσαντος τον υπαίτιο εργολάβο. Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του αρθρ. 559 του ΚΠολΔ είναι αβάσιμα. Εξάλλου, από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, αναφορικά με το κρίσιμο ζήτημα της πρόστησης του εργολάβου στην επί μέρους εργασία των επιχρισμάτων της ανεγειρόμενης οικοδομής, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό των εφαρμοστέων εδώ κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 922 του ΑΚ, 4 παρ. 1 του Ν. 1396/1983 και 111 του ΠΔ 1073/1981, τις οποίες η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων. Ειδικότερα, με πληρότητα και σαφήνεια αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι οι αναιρεσείοντες, συγκύριοι της ανεγειρόμενης οικοδομής, επεφύλαξαν για τον εαυτό τους τη διεύθυνση και επίβλεψη του έργου και ως προς την επί μέρους εργασία των επιχρισμάτων, γεγονός που τους καθιστά προστήσαντες, έναντι του υπαίτιου του εργατικού ατυχήματος εργολάβου, καθόσον κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν ανέθεσαν τη γενική κατασκευή ή επιστασία του παραπάνω έργου σε έναν συγκεκριμένο εργολάβο-κατασκευαστή, αλλά ανέθεταν τις κάθε είδους εργασίες για την ολοκλήρωση της κατασκευής της παραπάνω οικοδομής, με επί μέρους συμβάσεις έργου που κατήρτιζαν με τους εκάστοτε εργολάβους που επέλεγαν, στα πλαίσια δε αυτά ανέθεσαν στον…..με προφορική σύμβαση έργου τις εργασίες των επιχρισμάτων, υπό τις γενικού περιεχομένου, δεσμευτικές όμως, οδηγίες τους ως προς τον τόπο και χρόνο εκτελέσεως αυτών (εργασιών), κυρίως δε ως προς την τήρηση των μέτρων ασφαλείας, υπό τις εντολές και την εποπτεία του επιβλέποντος μηχανικού, ο οποίος ενεργούσε για λογαριασμό τους. Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες με τον δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου, κατά το δεύτερο μέρος του, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του αρθρ. 559 του ΚΠολΔ είναι αβάσιμα. Εξ άλλου, ο ίδιος ως άνω δεύτερος λόγος αναιρέσεως, κατά την σ' αυτόν κατά το άλλο μέρος του περιλαμβανόμενη αιτίαση από τις διατάξεις των άρθρων 559 αριθ. 19 και 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, ότι υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης ή ανεπάρκεια των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, σχετικά με την εκτίμηση των αποδείξεων, που αφορά το ίδιο πιο πάνω αναφερόμενο κρίσιμο ζήτημα περί του κατά πόσον δηλαδή οι αναιρεσείοντες επεφύλαξαν για τον εαυτό τους την διεύθυνση και επίβλεψη του έργου της ανεγειρόμενης οικοδομής και ως προς τις επί μέρους εργασίες των επιχρισμάτων, και τα περί του αντιθέτου επιχειρήματα των αναιρεσειόντων, που έχουν σχέση με το τελικό αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο και βρίσκονται κατά τους αναιρεσείοντες σε αντίθεση με το ότι διατήρησαν για τον εαυτό τους τέτοιο δικαίωμα επιφύλαξης κατά την ανάθεση του τμήματος αυτού του έργου της ανεγειρόμενης οικοδομής τους, καθόσον αυτό δεν προέκυψε από κανένα αποδεικτικό στοιχείο, ενώ καμία ευθεία σχέση δεν είχαν με τον παθόντα εργαζόμενο (ενάγοντα), ούτε υπέδειξαν σ' αυτόν τον τρόπο εργασίας του, ούτε γνώριζαν τον τρόπο λειτουργίας του μηχανήματος που χειριζόταν, αλλά όλα τα ανωτέρω ήταν στην ευθύνη του εργολάβου στον οποίο ανέθεσαν το συγκεκριμένο έργο και ο οποίος άλλωστε διώχτηκε ποινικά για τον τραυματισμό του ενάγοντος, κρίνεται ως αβάσιμος, αφού κατά τα προεκτιθέμενα, το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πληρότητα και κατά λογική ακολουθία τρόπο στην προσβαλλόμενη απόφαση, με τον ίδιο δε λόγο κατά τα λοιπά, εκ του περιεχομένου του οποίου δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από εκείνες του άρθ. 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, πλήττεται πλέον, απαραδέκτως, μέσω των προαναφερόμενων επιχειρημάτων των αναιρεσείοντων, η ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 του ΚΠολΔ που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά χωρίς απόδειξη, ή δεν διέταξε απόδειξη γι' αυτά, συνάγεται ότι ο λόγος αυτός (κατά το δεύτερο σκέλος του) δεν δημιουργείται όταν σύμφωνα με το νόμο το δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να διατάξει απόδειξη με παρεμπίπτουσα απόφασή του, αλλ' αποφαίνεται αμέσως επί της υποθέσεως μετά από εκτίμηση των στοιχείων της δικογραφίας (Ολ.ΑΠ 12/1991). Τέτοια απόδειξη δεν είναι υποχρεωμένο το δικαστήριο να διατάξει προκειμένου για υπόθεση που δικάζεται κατά την εργατική διαδικασία (άρθρα 663 έως 676 ΚΠολΔ), ενόψει της διατάξεως του άρθρου 670 ΚΠολΔ, κατά την οποία οι "διάδικοι έως το τέλος της συζήτησης στο ακροατήριο προσάγουν όλα τα αποδεικτικά τους μέσα". Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος του, οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση ότι το Εφετείο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε ως αληθινό χωρίς απόδειξη πράγμα που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ήτοι ότι οι αναιρεσείοντες (τρίτος και τέταρτη των εναγομένων), οι οποίοι υπό την ιδιότητά τους ως κυρίων της οικοδομής, ανέθεσαν την κατασκευή των επιχρισμάτων στον συνεναγόμενό τους…..με προφορική σύμβαση έργου, επιφυλάσσοντας για τον εαυτό τους το δικαίωμα διεύθυνσης και επίβλεψης της εργασίας κατασκευής των επιχρισμάτων, ούτε διέταξε αποδείξεις αναφορικά με το περιστατικό αυτό. Ο λόγος αυτός κατά το πρώτο σκέλος του είναι απορριπτέος ως αβάσιμος καθόσον, όπως από την ίδια την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, το Εφετείο για να καταλήξει στις εις αυτήν παραδοχές έλαβε υπόψη όλα τα προσκομισθέντα και επικληθέντα αποδεικτικά στοιχεία. Κατά το δεύτερο δε σκέλος του ο αυτός λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον δεν ήταν υποχρεωμένο το Εφετείο, δικάζοντας την επίδικη υπόθεση κατά την εργατική διαδικασία, να διατάξει αποδείξεις. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως.

Σώρευση διεκδικητικής αγωγής και αρνητικής αναγνωριστικής αγωγής κυριότητας ακινήτου. Δεδικασμένο επί αγωγής διανομής για το ίδιο ακίνητο
13/4/2012 10:33:32 AM

Σώρευση διεκδικητικής αγωγής και αρνητικής αναγνωριστικής αγωγής κυριότητας ακινήτου. Δεδικασμένο επί αγωγής διανομής για το ίδιο ακίνητο.


ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΑΛΑΜΑΤΑΣ 156/2006

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Στο αυτό δικόγραφο είναι δυνατή η σώρευση και η σύγχρονη εκδίκαση της αρνητικής αναγνωριστικής αγωγής της κυριότητας του εναγομένου σε ακίνητο και της διεκδικητικής αγωγής, που αφορά το ίδιο ακίνητο και την ασκεί ο ίδιος ενάγων κατά του ιδίου εναγομένου, καθ' όσον οι σωρευόμενες αυτές αγωγές δεν αντιφάσκουν μεταξύ τους, υπάγονται στο αυτό κατά τόπο και καθ ύλη δικαστήριο και η σύγχρονη εκδίκασή τους δεν προκαλεί σύγχυση.

Όταν ζητείται η αναγνώριση της κυριότητας ακινήτου και η απόδοση αυτού στον ενάγοντα, η τελεσίδικη μεταξύ των αυτών διαδίκων απόφαση επί αγωγής διανομής για το ίδιο ακίνητο, η οποία ερεύνησε και έλυσε το ζήτημα της κυριότητος του εν λόγω ακινήτου, παράγει δεδικασμένο ως προς το ζήτημα της κυριότητος του ακινήτου, αφού η διάγνωση του ζητήματος αυτού ήταν αναγκαία για τη στήριξη του διατακτικού της αρχικής απόφασης.


ΑΠΟΦΑΣΗ

ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΑΛΑΜΑΤΑΣ 156/2006

Απόσπασμα…..Κατά τη διάταξη του άρθρου 218 § 1 ΚΠολΔ περισσότερες αιτήσεις του ιδίου ενάγοντος κατά του ιδίου εναγομένου, οι οποίες πηγάζουν από την ιδία ή διαφορετική αιτία, αφορούν το ίδιο ή διαφορετικό αντικείμενο και στηρίζονται στον ίδιο ή διαφορετικό λόγο μπορούν να ενωθούν στο ίδιο δικόγραφο αγωγής: α) αν δεν είναι αντιφατικές μεταξύ τους, β) αν στο σύνολό τους υπάγονται λόγω ποσού στο δικαστήριο όπου εισάγονται, γ) αν υπάγονται την τοπική αρμοδιότητα του ιδίου δικαστηρίου, δ) αν υπάγονται στο ίδιο είδος διαδικασίας και ε) αν η σύγχρονη εκδίκασή τους δεν επιφέρει σύγχυση. Από τις διατάξεις αυτές σαφώς συνάγεται ότι στο αυτό δικόγραφο είναι δυνατή η σώρευση και η σύγχρονη εκδίκαση της αρνητικής αναγνωριστικής αγωγής της κυριότητας του εναγομένου σε ακίνητο και της διεκδικητικής αγωγής που αφορά το ίδιο ακίνητο και την ασκεί ο ίδιος ενάγων κατά του ιδίου εναγομένου, καθ' όσον οι σωρευόμενες αυτές αγωγές δεν αντιφάσκουν μεταξύ τους, υπάγονται στο αυτό κατά τόπο και καθ' ύλη δικαστήριο και η σύγχρονη εκδίκασή τους δεν προκαλεί σύγχυση (Κ. Παπαδοπούλου, Αγωγές Εμπραγμάτου Δικαίου 1989 σελ. 308. Β. Βαθρακοκοίλης ΚΠολΔ Ερμηνευτική - Νομολογιακή Ανάλυση κατ' άρθρο, Τόμος Α' σελ. 1155 αριθ.33, ΕφΑθ 835/1976 Δ 7,561). Στην προκειμένη περίπτωση στο δικόγραφο της παραπάνω αγωγής με την αρνητική αναγνωριστική της κυριότητος αγωγή σωρεύεται και διεκδικητική αγωγή που αφορά το ίδιο ακίνητο. Οι αγωγές αυτές παραδεκτά σωρεύονται στο ίδιο δικόγραφο, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν. Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που με τις προσβαλλόμενες με την από 12-5-2004 έφεση αποφάσεις του έκρινε ότι η ως άνω διεκδικητική αγωγή δεν σωρεύεται παραδεκτώς με την αρνητική αναγνωριστική αγωγή για μη ύπαρξη κυριότητος της εναγομένης στο ίδιο επίδικο ακίνητο και απέρριψε αυτήν (διεκδικητική αγωγή) ως απαράδεκτη, έσφαλε στην ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και πρέπει να εξαφανισθεί ως προς το σημείο αυτό, κατά παραδοχή ως βασίμου του σχετικού πρώτου λόγου της ως άνω από 12-5-2004 εφέσεως. Από τις διατάξεις των άρθρων 785, 798, 799, 1113 ΑΚ, 333, 478 ΚΠολΔ συνάγεται ότι η αγωγή περί διανομής κοινού πράγματος δεν είναι μόνο διαπλαστική, ως επιδιώκουσα τη διάπλαση νέας έννομης σχέσεως με τη λύση της κοινωνίας, αλλά είναι διπλού χαρακτήρα διότι δημιουργεί δίκη και επί του προδικαστικού θέματος της συγκυριότητας, κατά την οποία ο ενάγων είναι συγχρόνως και εναγόμενος και κάθε εναγόμενος είναι επίσης και αντίδικος των λοιπών συνεναγομένων του, αφού ο καθένας από τους διαδίκους μπορεί να υποβάλει αίτηση με βάση πραγματικό διαφορετικό από αυτό των λοιπών διαδίκων ως προς τα δικαιώματα ενός εκάστου επί του επικοίνου προς διανομή πράγματος και να αποβεί η δίκη εις βάρος ή όφελος των λοιπών δια της διαπλάσεως της δίκης κατά τρόπο διάφορο από εκείνο που επιδιώκεται με την αγωγή. Κατά συνέπεια καθένας από τους εναγομένους μπορεί να ισχυριστεί ότι είναι αποκλειστικός κύριος του επιδίκου, πράγμα το οποίο, σε περίπτωση επιτυχούς εκβάσεως των αποδείξεων, αποκλείει τη διανομή ή οδηγεί στο πόρισμα ότι η μερίδα του επί του επικοίνου είναι μεγαλύτερη από εκείνη του ισχυρίζεται ο ενάγων (ολομΑΠ 321/1983 ΝοΒ 31, 1575, ΑΠ 885/2001 ΕλΔ 43, 721, ΕφΑθ 526/2000 ΕλΔ 42, 189). Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 321, 322 και 324 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι δεδικασμένο από τελεσίδικη απόφαση δημιουργείται και όταν το αντικείμενο της δίκης που διεξάγεται μεταξύ των ιδίων προσώπων είναι διαφορετικό από εκείνο που ζητήθηκε στη δίκη που προηγήθηκε, έχει όμως αναγκαία προϋπόθεση της ύπαρξη του δικαιώματος που κρίθηκε με την προηγούμενη απόφαση.  Εξάλλου, κατά μεν το άρθρο 284 ΚΠολΔ το δικαστήριο με οποιαδήποτε διαδικασία και αν δικάζει, εξετάζει τα παρεμπίπτοντα ζητήματα, ακόμη και όταν είναι αναρμόδιο να τα εκδικάζει, κατά δε το άρθρο 331 ΚΠολΔ το δεδικασμένο εκτείνεται και στα ζητήματα που κρίθηκαν παρεμπιπτόντως και αποτελούν αναγκαία προϋπόθεση που κυρίου ζητήματος, αν το δικαστήριο ήταν καθ' ύλην αρμόδιο να αποφασίσει για τα παρεμπίπτοντα αυτά ζητήματα. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι το άρθρο 331 ΚΠολΔ καθορίζει τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες το δεδικασμένο της αποφάσεως επεκτείνεται στα ζητήματα τα οποία κρίθηκαν παρεμπιπτόντως, ώστε να δεσμεύει το δικαστήριο που θα κρίνει μεταγενέστερα το παρεμπίπτον ως κύριο ζήτημα (ΟλΑΠ 34/1992 ΕλΔ 33, 1450, ΑΠ 386/2000 ΕλΔ 41,1311, ΑΠ 269/1993 ΕλΔ 35, 1075, ΑΠ 1940/1988 ΝοΒ 37, 1039). Έτσι, όταν ζητείται η αναγνώριση της κυριότητας ακινήτου και η απόδοση αυτού στον ενάγοντα, η τελεσίδικη μεταξύ των αυτών διαδίκων απόφαση επί αγωγής διανομής για το ίδιο ακίνητο, η οποία ερεύνησε και έλυσε το ζήτημα της κυριότητος του εν λόγω ακινήτου, παράγει δεδικασμένο ως προς το ζήτημα της κυριότητος του ακινήτου, αφού η διάγνωση του ζητήματος αυτού ήταν αναγκαία για τη στήριξη του διατακτικού της αρχικής αποφάσεως (βλ. Β. Βαθρακοκοίλης ο.π. τόμος Β', σελ. 546 αριθ.238). Η κρίση δε του δικαστηρίου για το προδικαστικό ζήτημα μπορεί να περιλαμβάνεται και στις αιτιολογίες της αποφάσεως, εφ' όσον και αυτό έχει τα προσόντα του διατακτικού, εφ' όσον δηλαδή αποτελεί έννομη σχέση ή έννομη συνέπεια στην οποία επεκτείνεται το δεδικασμένο στα πλαίσια της καλύψεως από τη δεσμευτική του ενέργεια και των προδικαστικών ζητημάτων σύμφωνα με το άρθρο 331 ΚΠολΔ (Ν. Νίκα, Το έννομο συμφέρον σελ.110, Π. Αρβανιτάκη, Τα χρονικά όρια του δεδικασμένου 1995, σελ. 35).

Οικοδομικές εργασίες σε συνιδιόκτητο οικόπεδο. Διατάραξη συγκυριότητας. Αρνητική αγωγή κυριότητας ακινήτου. Σώρευση με αναγνωριστική αγωγή
13/4/2012 10:31:17 AM

Οικοδομικές εργασίες σε συνιδιόκτητο οικόπεδο. Διατάραξη συγκυριότητας. Αρνητική αγωγή κυριότητας ακινήτου. Σώρευση με αναγνωριστική αγωγή.


ΕΦΕΤΕΙΟ ΛΑΡΙΣΑΣ 242/2003

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Όταν ένας συνιδιοκτήτης προβαίνει χωρίς δικαίωμα σε εκτέλεση οικοδομικών εργασιών σε συνιδιόκτητο οικόπεδο, που παρακωλύουν τον άλλο συνιδιοκτήτη στην άσκηση της νομής του επ αυτού, ο τελευταίος, εκτός από την άρση της διατάραξης (κατεδάφιση του κατασκευάσματος), την παράλειψη της διατάραξης στο μέλλον με απειλή χρηματικής ποινής και προσωπικής κράτησης κατά του εναγομένου που διαταράσσει κατ' αυτό τον τρόπο την συγκυριότητά του, μπορεί να απαιτήσει και την αναγνώριση της συγκυριότητάς του, αν αμφισβητείται, από τον εναγόμενο που προβάλλει εαυτόν αποκλειστικό κύριο της οικοπέδου.

Στην περίπτωση αυτή η αγωγή έχει χαρακτήρα αρνητικής αγωγής κυριότητας του άρθρου 1108 ΑΚ, στην οποία έχει σωρευτεί και αναγνωριστική αγωγή του δικαιώματος του συγκυριότητας του ακινήτου.

Η αρνητική  αγωγή  δεν μπορεί να σωρευτεί με την διεκδικητική αγωγή του άρθρου 1094 ΑΚ, εκτός αν αφορά διαφορετικό τμήμα του ακινήτου.

Το Πολυμελές Πρωτοδικείο είναι αρμόδιο για την εκδίκαση της αρνητικής της κυριότητας αγωγής, γιατί το αντικείμενό της δεν έχει χρηματική αποτίμηση.


ΑΠΟΦΑΣΗ

ΕΦΕΤΕΙΟ ΛΑΡΙΣΑΣ 242/2003

Απόσπασμα……ΙΙ. Όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 1108 παρ.1 ΑΚ, σε περίπτωση μερικής προσβολής της κυριότητας, που δεν φθάνει μέχρι την ολική απώλεια της νομής, όπως όταν ένας συνιδιοκτήτης προβαίνει, χωρίς δικαίωμα (1108 παρ.2 ΑΚ), σε εκτέλεση οικοδομικών εργασιών επί συνιδιόκτητου οικοπεδικού τμήματος, που παρακωλύουν τον έτερο συνιδιοκτήτη στην άσκηση της νομής του επ αυτού, ο τελευταίος, εκτός από την άρση της διατάραξης (κατεδάφιση κατασκευάσματος), την παράλειψη της διατάραξης στο μέλλον, με απειλή χρηματικής ποινής και προσωπικής κράτησης κατά του εναγομένου που διαταράσσει κατ' αυτό τον τρόπο την συγκυριότητά του (ΑΠ' 49/1998 ΕλλΔνη 38, 1271, ΑΠ' 491/95 ΕλλΔνη 37 331), μπορεί να απαιτήσει και την αναγνώριση της συγκυριότητάς του, αν αμφισβητείται, από τον εναγόμενο που προβάλλει εαυτόν αποκλειστικό κύριο της οικοπεδικής εκτάσεως, οπότε η αγωγή του έχει χαρακτήρα αρνητικής αγωγής κυριότητος του άρθρου 1108 ΑΚ, στην οποία έχει σωρευτεί και αναγνωριστική αγωγή του δικαιώματος του συγκυριότητας του ακινήτου (βλ. ΕφΛαρ69/2001 Δικογραφία 2001, 84, ΕφΑθ645/2002 ΕλλΔνη 43, 775, ΕφΑθ7997/1999 ΕλλΔνη 42, 450 και εκεί παραπομπές).Αντιθέτως η αρνητική αγωγή δεν μπορεί να σωρευτεί με τη διεκδικητική αγωγή του άρθρου 1094 ΑΚ (ΕφΑθ9517/95 ΕλλΔνη 37 1611), εκτός αν αφορά διαφορετικό τμήμα του ακινήτου (ΕφΑθ 2211/00 ΕλλΔνη 41 796). Το Πολυμελές Πρωτοδικείο, είναι πάντοτε αρμόδιο για την εκδίκαση της αρνητικής της κυριότητας αγωγή, διότι το αντικείμενό της δεν έχει χρηματική αποτίμηση (ΕφΛαρ69/2001 ο.π., ΕφΑθ 1115/00 ΕλλΔνη 41, 797). Επομένως, η αγωγή του εφεσίβλητου κατά της εκκαλούσης, που ασκήθηκε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου και έχει, ως ιστορική και νομική βάση, το γεγονός ότι οι διάδικοι κατέστησαν, με έκτακτη χρησικτησία, συνιδιοκτήτες, κατ' ισομοιρία, της οικοπεδικής εκτάσεως, που περιγράφεται, κατά θέση έκταση και όρια, στην αγωγή και παρεμβάλλεται μεταξύ των αναφερομένων σ' αυτήν ιδιοκτησιών των και ότι η εναγόμενη άρχισε κατά το αναφερόμενο σ' αυτή χρονικό σημείο, να προβαίνει σε εκτέλεση των αναφερομένων οικοδομικών εργασιών, με τις οποίες παράνομα παρακωλύει τον ενάγοντα στην άσκηση της συννομής του, (οι επί μέρους πράξεις της οποίας λεπτομερώς παρατίθενται στην αγωγή), επί της συνιδιόκτητης οικοπεδικής εκτάσεως, την οποία ανέκαθεν χρησιμοποιούσε μετά της εναγομένης ως κοινή αυλή των ιδιοκτησιών τους, το επί της οποίας δικαίωμά του συγκυριότητας η τελευταία αμφισβητεί, προβάλλουσα εαυτή ως αποκλειστική κυρία αυτής, αίτημα δε, το μεν την αναγνώριση του δικαιώματός του συγκυριότητας επί της οικοπεδικής εκτάσεως, το δε την κατεδάφιση των κατασκευών και την παράλειψη της διατάραξης στο μέλλον, με απειλή ποινών συμμόρφωσης, έχει, όπως σαφώς προκύπτει από το περιεχόμενό της, χαρακτήρα αρνητικής αγωγής κυριότητος ακινήτου (βλ. για το αναγκαίο περιεχόμενο αυτής για να είναι ορισμένη Γεωργιάδης σε Γεωργιάδη-Σταθόπουλο ΑΚ άρθρο 1108 αριθ. 27), στην οποία σωρεύεται και αναγνωριστική της κυριότητας αγωγή (άρθρο 70 ΚΠολΔ και 1045 ΑΚ), για την έγερση της οποίας είναι πρόδηλο το έννομο συμφέρον του ενάγοντος (βλ. για την ύπαρξη αυτού προς έγερσή της ΑΠ' 155/2002 ΕλλΔνη 43, 1346). Πρέπει να σημειωθεί ότι, για το ορισμένο της αγωγής, δεν ήταν απαραίτητο, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η εναγομένη, να περιγράφονται σ' αυτήν, κατ' έκταση και διαστάσεις πλευρών, τα επί μέρους τμήματα των ιδιοκτησιών των διαδίκων, που συναπετέλεσαν την λεπτομερώς περιγραφόμενη και μεταξύ αυτών, κατά τα άνω, παρεμβαλλόμενη κοινή αυλή, που νεμόντουσαν από κοινού οι διάδικοι και οι δικαιοπάροχοί τους, αλλ αρκεί, για το ορισμένο αυτής, ότι περιγράφεται λεπτομερώς, με την παράθεση μάλιστα και σχετικού σκαριφήματος, η επίδικη αυλή, κατά σχήμα, μήκη πλευρών και εμβαδόν. Εφόσον η εκκαλουμένη και η συνεκκαλουμένη……προδικαστική απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου έτσι έκριναν και απέρριψαν την ένσταση αοριστίας της αγωγής και την θεώρησαν ως νόμιμη, ορθώς τις διατάξεις που αναφέρονται ανωτέρω και εκείνη του άρθρου 216 ΚΠολΔ ερμήνευσαν και εφάρμοσαν και οι υποστηρίζοντες τα αντίθετα πρώτος και δεύτερος λόγοι της εφέσεως τυγχάνουν αβάσιμοι και απορριπτέοι. ΙΙΙ. Από την επανεκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων των διαδίκων ενώπιον του Εισηγητού δικαστού, επί των θεμάτων αποδείξεως και ανταποδείξεως που έταξε η….προδικαστική απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου, που περιέχονται στην προσκομιζόμενη και επικαλούμενη 132/1996 Εισηγητική Έκθεση, όλα τα προσκομιζόμενα και επικαλούμενα έγγραφα, ορισμένα των οποίων μνημονεύονται κατωτέρω, χωρίς να παραληφθεί κάποιο από αυτά, κατά την ουσιαστική κρίση της διαφοράς, αποδείχθηκαν, κατά την κρίση του δικαστηρίου, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, με την παρατήρηση ότι δεν λαμβάνεται υπόψη, ως ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, η…..ένορκη βεβαίωση ενώπιον του συμβολαιογράφου…… καθώς και η…..όμοια βεβαίωση ενώπιον της συμβολαιογράφου……μαρτύρων των διαδίκων, που δόθηκαν χωρίς προηγούμενη κλήτευση του αντιδίκου, στο πλαίσιο άλλης δίκης μεταξύ τους, την οποίες προσκομίζει και επικαλείται ο ενάγων, προεχόντως, διότι στην τακτική διαδικασία ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, εφόσον εκδίδεται προδικαστική απόφαση και η απόδειξη διεξάγεται, κατά την σχετική πράξη του Προέδρου, σύμφωνα με το άρθρο 341 ΚΠολΔ, όπως εν προκειμένω, δεν είναι παραδεκτές, ως αποδεικτικά μέσα, ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων ενώπιον Ειρηνοδίκη ή Συμβολαιογράφου (ΑΠ 1470/1998 ΕλλΔνη 40, 1314, ΑΠ 625/1999 ΕλλΔνη 41, 67), αυτές όμως θα εκτιμηθούν μόνον προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (ΑΠ 1132/2000 ΕλλΔνη 41, 1664, ΑΠ 732/1999 ΕλλΔνη 41, 367). Στον παραθαλάσσιο οικισμό …..της τότε Κοινότητας….υπήρχαν και εξακολουθούσαν να υπάρχουν και κατά τον χρόνο ασκήσεως της ένδικης αγωγής, από τα τέλη το προηγούμενου αιώνα, δύο γειτνιάζουσες διώροφες πέτρινες οικίες μετά του οικοπεδικού πέριξ αυτών και κάτω απ' αυτές χώρου τους. Η οικία του ενάγοντος, όπως συνομολογείται, κατατίθεται δε και από τους μάρτυρές του (βλ. κατάθεση…..φύλο 4ο Εισηγητικής εκθέσεως), κατασκευάσθηκε το έτος 1884 από τον απώτερο δικαιοπάροχό του εκ μητρός πάππου του….(βλ. και…..βεβαίωση της εν λόγω Κοινότητας περί του ότι η οικία έχει κατασκευασθεί προ του έτους 1923), την αυτή δε περίπου χρονική περίοδο κατασκευάσθηκε και από τον απώτερο δικαιοπάροχο της εναγομένης…….η άλλη οικία (βλ. προσκομιζόμενες με επίκληση από τον ενάγοντα φωτογραφίες των δύο οικιών, ληφθείσες από την παραλιακή οδό, η γνησιότητα των οποίων δεν αμφισβητείται, η μία των οποίων είναι ασπρόμαυρη και απεικονίζει την οικία την οποία κατασκεύασε ο δικαιοπάροχος της εναγομένης, στο ισόγειο της οποίας, όπως σημειώνεται στην σχετική λεζάντα, λειτουργούσε, στο όνομα……καφεζυθεστιατόριο, με τον διακριτικό τίτλο…..και έτος ιδρύσεως 1962). Μεταξύ των οικιών αυτών, που έχουν πρόσοψη επί της Κοινοτικής παραλιακής οδού, παρεμβάλλεται ελεύθερη οικοπεδική έκταση, σχήματος περίπου τραπεζίου, με μεγαλύτερη πλευρά 3,30 μέτρων, προς το βάθος των δύο οικιών, μικρότερη δε 1,10 μέτρων, προς την παραλιακή οδό, πλάγιες δε πλευρές, κατά μήκος της οικίας του ενάγοντος 10,80 μέτρων, κατά μήκος δε της οικίας της εναγομένης, 8 μέτρων. Η έκταση δε αυτή, εμβαδού 22 τ.μ., που αποτελούσε συνέχεια των οικοπέδων επί των οποίων είχαν ανεγείρει τις οικίες τους οι ανωτέρω απώτεροι δικαιοπάροχοι των διαδίκων, αφέθηκε, κατόπιν συμφωνίας των εν λόγω απωτέρων δικαιοπαρόχων των διαδίκων, στην κοινή χρήση τους κατ' ισομοιρία, απετέλεσε δε έκτοτε την κοινή αυλή των κατά τα άνω οικιών τους, την οποία άρχισαν να συννέμονται εξ αδιαιρέτου και κατ' ισομοιρία. Στο ισόγειο των οικιών υπήρχαν καταστήματα, το δε ανώγειο χρησιμοποιούταν ως κατοικία, η άνοδος στην οποία πραγματοποιούταν μέσω εξωτερικής πέτρινης σκάλας. Στον χώρο αυτό της κοινής αυλής, ο δικαιοπάροχος της εναγομένης κατασκεύασε την σκάλα που οδηγούσε στην οικία του και τον κάτω απ' αυτή χώρο διαμόρφωσε ως αποθήκη. Ο απώτερος δε δικαιοπάροχος του ενάγοντος, κατ' εφαρμογή της συμφωνίας αυτής, προς την αυλή κατασκεύασε δύο παράθυρα ένα στο ισόγειο κατάστημα και ένα στην κατοικία του, παράλληλα δε στο ισόγειο κατάστημα κατασκεύασε δίφυλλη πόρτα, μέσω της οποίας επικοινωνούσε το κατάστημα με την αυλή (βλ. φωτογραφίες της πλευράς της κατοικίας προς την αυλή). Την πόρτα αυτή χρησιμοποιούσε, εν γνώσει βέβαια του δικαιοπαρόχου της εναγομένης, ο ως άνω απώτερος δικαιοπάροχος του ενάγοντος, για να διακινεί προς την αυλή και απ' εκεί, μέσω της υπάρχουσας στο σημείο εκείνο εξωτερικής σιδερένιας θύρας, προς τον παραλιακό δρόμο σε μεγάλα πιθάρια, που μόνον από την μεγάλου εύρους θύρα αυτή μπορούσαν να διακινηθούν, τα εμπορεύματα της επιχειρήσεως εμπορίας ελαιοκάρπου και ελαιοπυρήνων, την οποία ασκούσε στο πίσω μέρος του ισογείου καταστήματος, ενώ στο εμπρόσθιο μέρος διατηρούσε επιχείρηση παντοπωλείου. Δίπλα από την πόρτα και αριστερά αυτής σε επαφή με τον τοίχο της κατοικίας κατασκευάσθηκε νιπτήρας με βρύση, η οποία συνδεόταν με το δίκτυο ύδρευσης του ισογείου καταστήματος και χρησιμοποιούταν από τον δικαιοπάροχο του ενάγοντος, τους προμηθευτές της επιχειρήσεως του, καθώς και τον δικαιοπάροχο της εναγομένης. Επίσης στον τοίχο της κατοικίας του ενάγοντος είχε τοποθετηθεί αργότερα από τον δικαιοπάροχό του ηλεκτρικός λαμπτήρας, που συνδεόταν με την εγκατάσταση ηλεκτρικού ρεύματος της κατοικίας για να φωτίζεται η αυλή (βλ. φωτογραφίες της πλευράς αυτής της κατοικίας, στην οποίες απεικονίζονται οι ανωτέρω κατασκευές). Την αυλή αυτή χρησιμοποιούσε, όπως καταθέτει, από ίδια αντίληψη, και ο μάρτυρας του ενάγοντος….που υπήρξε μισθωτής του καταστήματος, στο οποίο ασκούσε επιχείρηση οπωροπωλείου, κατά τα έτη 1982 και 1983 (βλ……Υπηρεσιακό σημείωμα Α.Τ….), για να εναποθέτει εκεί τα άδεια τελάρα των εμπορευμάτων του, χωρίς να ενοχληθεί από την εναγομένη, ή να προβληθεί οποιαδήποτε διαμαρτυρία από την τελευταία. Ο ίδιος μάρτυρας καταθέτει ότι η μητέρα της εναγομένης, που κατοικούσε τότε στην ανώγεια κατοικία της, του δήλωσε ότι η αυλή ανήκε κατά το ½ εξ αδιαιρέτου στον ενάγοντα και την κόρη της. Σε ιδίου περιεχομένου δήλωση προέβη προς τον μάρτυρα και ο ενάγων. Τα ίδια κατέθεσε, για την κατά το ήμισυ εξ αδιαιρέτου κυριότητα της αυλής και η…..που εξετάσθηκε στο Ειρηνοδικείο…..ως μάρτυρας της εναγομένης-καθης στην δίκη εκείνη ασφαλιστικών μέτρων νομής μεταξύ των διαδίκων, η οποία επίσης ανέφερε ως πηγή των πληροφοριών της την μητέρα της εναγομένης (βλ. κατάθεση της μάρτυρος στα με αριθμό 1/1993 πρακτικά του ανωτέρω Δικαστηρίου, κατάθεση η οποία εκτιμάται προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων). Ομοίου περιεχομένου υπήρξε η, επίσης προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εκτιμωμένη κατάθεση του ανωτέρω μάρτυρος…..στην δίκη ασφαλιστικών μέτρων μεταξύ των διαδίκων ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου…..(βλ…πρακτικά συνεδριάσεως και ταυτάριθμη απόφαση, με την οποία έγινε δεκτή η αίτηση του ενάγοντος και απαγορεύθηκε στην εναγομένη η συνέχιση των οικοδομικών εργασιών για τις οποίες θα γίνει λόγος κατωτέρω). Για τις καταθέσεις του αυτές ο ανωτέρω μάρτυρας, κατόπιν εγκλήσεως της εναγομένης, παραπέμφθηκε ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου…..για να δικασθεί ως υπαίτιος του αδικήματος της ψευδορκίας και τελικά αθωώθηκε με τις ..…και……αμετάκλητες αποφάσεις του ανωτέρω Δικαστηρίου, αντίστοιχα, διότι κρίθηκε ότι το περιεχόμενο της καταθέσεως του τύγχανε αληθές. Βέβαια η εναγομένη ισχυρίζεται και τον ισχυρισμό αυτό επιβεβαιώνουν οι μάρτυρές της, ότι η ανωτέρω δίφυλλη θύρα ήταν πάντα κλειστή και δεν την χρησιμοποιούσε, ούτε ασκούσε συννομή επί της αυλής, ο ανωτέρω απώτερος και η κατωτέρω άμεσος δικαιοπάροχος του, ούτε ο ίδιος ο ενάγων μετά το έτος 1985, όταν και, με το……συμβόλαιο του τότε συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα στον τόμο... και αριθμό.....του βιβλίου μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου….του μεταβιβάσθηκε, λόγω γονικής παροχής, από την μητέρα του….η κυριότητα νομή και κατοχή της πεπαλαιωμένης οικίας μετά του υπ' αυτήν και μη οικοπέδου εμβαδού 70 τ.μ. περίπου, η οποία είχε περιέλθει σ' αυτήν με το…..συμβόλαιο διανομής κληρονομίας μεταξύ των εξ αδιαθέτου κληρονόμων του αποβιώσαντος το έτος 1952 πατρός της….. που μεταγράφηκε στον τόμο….και αριθμό….των ως άνω βιβλίων μεταγραφών, η οποία ασκούσε έκτοτε συννομή επί της κοινής αυλής, χρησιμοποιώντας αυτή με τον σύζυγό της…..για την εξυπηρέτηση του ισογείου καταστήματος. Ο ισχυρισμός όμως αυτός δεν δίδει απάντηση στο εύλογο ερώτημα, γιατί να κατασκευασθεί μία θύρα που δεν επρόκειτο να χρησιμοποιηθεί ή σε κάθε περίπτωση, αν από κάποιο χρονικό σημείο έπαυσε να χρησιμοποιείται (από το 1940 ισχυρίζεται η εναγομένη), γιατί δεν κλείσθηκε έκτοτε, όπως επίσης, γιατί, αφού δεν χρησιμοποιούταν, το 1985, όπως καταθέτει η μάρτυρας της εναγομένης ……(βλ. φύλο 8 Εισηγητικής εκθέσεως), ο ενάγων αντικατέστησε την, κατά την κατάθεση του μάρτυρα…..(βλ. φύλο 5 οπίσθια πλευρά Εισηγητικής εκθέσεως), πολύ παλαιά αρχική πόρτα με την απεικονιζόμενη στις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες από τον ενάγοντα φωτογραφίες, η γνησιότητα των οποίων δεν αμφισβητείται, καινούργια ξύλινη και τέλος γιατί, αν δεν χρησιμοποιούταν, φέρει χερούλια και ήταν σε πλήρη λειτουργία. Πρέπει να σημειωθεί ότι η πόρτα αυτή εμφανίσθηκε από τον ενάγοντα και εγκρίθηκε από την Πυροσβεστική υπηρεσία Βόλου ως έξοδος διαφυγής στην μελέτη πυρασφάλειας του ισόγειου καταστήματος στο οποίο μετά την αποχώρηση του…λειτουργεί ο ίδιος, από το έτος 1987, δυνάμει της ……αδείας, επιχείρηση καφέ-ουζερί (βλ…..έγγραφο του Α.Τ…..και….πιστοποιητικό πυρασφαλείας με το από 2-6-1986 τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού…..και την υπό ιδία ημερομηνία συνοπτική περιγραφή επιχειρήσεως και μέτρων πυρασφαλείας που το συνοδεύουν). Πρέπει να σημειωθεί ότι στον πατέρα του ενάγοντος…..από την 5η Εφορεία Νεωτέρων Μνημείων……που επιλήφθηκε λόγω του μνημειακού χαρακτήρα του ακινήτου, με την……απόφαση, εγκρίθηκε η εκτέλεση εργασιών ανακατασκευής της διώροφης οικίας, σύμφωνα με τους αυστηρούς όρους και προϋποθέσεις που τέθηκαν με αυτή. Για την εκτέλεση των εργασιών αυτών εκδόθηκε στο όνομα του πατέρα του ενάγοντα η…….οικοδομική άδεια του πολεοδομικού γραφείου……στο τοπογραφικό σκαρίφημα της οποίας απεικονίζονται οι ιδιοκτησίες των διαδίκων και η παρεμβαλλόμενη μεταξύ τους αυλή, η δε συνολική επιφάνεια του διωρόφου κτίσματος, επί του οποίου και θα διενεργούνταν οι επισκευές, αναφέρεται ως 66,96 τ.μ. (ως 70 τ.μ. περίπου αναφέρεται στους ανωτέρω τίτλους του ενάγοντος και της δικαιοπαρόχου του). Μεταξύ των εργασιών, η εκτέλεση των οποίων εγκρίθηκε με την απόφαση αυτή, ήταν και η πλακόστρωση της αυλής, γεγονός ενδεικτικό της βασιμότητος του ισχυρισμού του ενάγοντος ότι επί της επίδικης αυλής ασκούσαν συννομή, κατ' ισομοιρία, ανέκαθεν, οι δικαιοπάροχοί τους και αυτός, όπως και η εναγομένη, καταρρίπτει δε τον ισχυρισμό της τελευταίας ότι αποκλειστικός νομέας της αυλής ήταν αυτή και οι δικαιοπάροχοί της. Πρέπει να σημειωθεί ότι δικαιοπάροχοι της εναγομένης ήσαν ο πατέρας της…..μετά τον θάνατο του οποίου στις 12-10-69, η πεπαλαιωμένη ανώγειος οικία, μετά της αυλής της και του υπ' αυτήν και μη οικοπέδου εμβαδού 60 τ.μ. περίπου, περιήλθε στην κυριότητα νομή και κατοχή των εξ αδιαθέτου κληρονόμων του σύζυγό του……και εναγομένη, κατά ποσοστά 1/4 και 3/4 εξ αδιαιρέτου, αντιστοίχως, οι οποίες αποδέχθηκαν την κληρονομία με την…δήλωση αποδοχής του συμβολαιογράφου…η οποία μεταγράφηκε στον τόμο…...και αριθμό…...των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου……Στη συνέχεια η μητέρα της εναγομένης με το……προικοσύμφωνο του τότε συμβολαιογράφου……που μεταγράφηκε νόμιμα, συνέστησε υπέρ αυτής προίκα με προικολήπτη τον σύζυγό της…..επί των αναφερομένων σ' αυτό ακινήτων, μεταξύ των οποίων και το ως άνω εξ αδιαιρέτου ποσοστό της επί της οικίας μετά του υπ' αυτή και μη οικοπέδου εμβαδού 60 τ.μ. περίπου. Έτσι μετά την κατάργηση το έτος 1983 του θεσμού της προίκας αποκλειστική κυρία και νομέας του εν λόγω ακινήτου κατέστη η εναγομένη η οποία απέκτησε και την συννομή κατ' ισομοιρία της ως άνω κοινής αυλής. Κατά το έτος 1992 όμως η εναγομένη προέβη σε διόρθωση της…….ανωτέρω πράξεως αποδοχής κληρονομίας, με την…..πράξη του συμβολαιογράφου….. εμφάνισε δε στο τοπογραφικό διάγραμμα που την συνόδευε του αρχιτέκτονα μηχανικού…..το εμβαδόν εκάστου ορόφου της οικίας σε 54,29 τ.μ. και συνολικά σε 108,58 τ.μ. προσέθεσε δε και έτερο κτίσμα εμβαδού 19,80 τ.μ. (πρόκειται για την αποθήκη που υπήρχε στο βάθος της κοινής αυλής και την χρησιμοποιούσαν και οι δύο διάδικοι και οι δικαιοπάροχοί τους) και την συνολική έκταση του οικοπέδου αναβίβασε από τα 60 μέτρα που ανέφεραν οι ανωτέρω τίτλοι της, σε 102, 25 τ.μ., αυξάνοντας έτσι το εμβαδόν κατά 42,25 τ.μ., εκ των οποίων τα 22 τ.μ. είναι η ανωτέρω κοινή κατ' ισομοιρία αυλή, την οποία η εναγομένη εμφάνισε ως αποκλειστικής ιδιοκτησίας της. Την ίδια απεικόνιση των κτισμάτων και του όλου οικοπέδου, από απόψεως θέσεως και εμβαδού, έκανε η εναγομένη και στο τοπογραφικό σκαρίφημα του ίδιου μηχανικού που συνοδεύει την…..άδεια οικοδομής, που έλαβε η εναγομένη, για την εκτέλεση εργασιών επισκευής και διενέργεια προσθηκών στα υπάρχοντα στο οικόπεδό της κτίσματα. Σε εκτέλεση της αδείας αυτής άρχισε την εκτέλεση οικοδομικών εργασιών ανακατασκευής της εντός της κοινής αυλής σκάλας και επεκτάσεως της ανωγείου οικίας εντός της κοινής αυλής. Συγκεκριμένα ανέσκαψε τμήμα της επίδικης αυλής που βρίσκεται μπροστά από το παράθυρο του ισογείου της οικίας του ενάγοντος στο οποίο τοποθέτησε σιδηρό οπλισμό για την κατασκευή κολώνας που θα στήριζε την καινούργια κλίμακα και προέκτεινε κατά 1,5 μέτρο εντός της κοινής αυλής τον φέροντα σιδηρό οπλισμό με το σκοπό αυξήσεως του εμβαδού της βεράντας της ανώγειας κατοικίας (βλ. προσκομιζόμενες και επικαλούμενες φωτογραφίες της κοινής αυλής και τις εντός του ανωτέρω τμήματος αυτής εκτελούμενες εν λόγω οικοδομικές εργασίες και τα εναποτεθέντα αναγκαία προς κατασκευή αυτών οικοδομικά υλικά). Με τον τρόπο αυτό παρακωλύει τον ενάγοντα στην χρήση της κοινής αυλής και την άσκηση συννομής επ αυτής. Περαιτέρω, σύμφωνα με αυτά που εκτέθηκαν ανωτέρω, κύριος, με έκτακτη χρησικτησία, κατ' ισομοιρία μετά της εναγομένης εξ αδιαιρέτου, της ανωτέρω οικοπεδικής εκτάσεως, που παρεμβάλλεται μεταξύ των οικιών των διαδίκων (αυλής), τυγχάνει ο ενάγων, αφού αυτός από το έτος 1985 και προ αυτού, με εναρκτήριο χρονικό σημείο το έτος 1884, οι ανωτέρω άμεσοι και απώτεροι δικαιοπάροχοί του, νεμήθηκαν την έκταση αυτή, κατά ποσοστό ½ εξ αδιαιρέτου, και καλή πίστη μέχρι τις 23/2/1946 και ανεξαρτήτως του στοιχείου αυτού μετά την 23/2/1946, ο χρόνος συννομής των οποίων συνυπολογίζεται στον χρόνο συννομής του ιδίου, με αποτέλεσμα να έχει υπερσυμπληρωθεί στο πρόσωπό του ο κατά νόμο χρόνος έκτακτης χρησικτησίας. Ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι αυτή και προ αυτής οι ανωτέρω δικαιοπάροχοί της νεμήθηκαν αποκλειστικά την επίδικη οικοπεδική έκταση (αυλή) και αποκλειστική κυρία αυτής τυγχάνει αυτή, ενόψει όλων των προεκτεθέντων, ελέγχεται αβάσιμος και απορριπτέος. Κατ' ακολουθία τούτων ο ενάγων τυγχάνει συγκύριος, κατά το ήμισυ εξ αδιαιρέτου μετά της εναγομένης, της επίδικης οικοπεδικής εκτάσεως, στην άσκηση δε του δικαιώματός του συγκυριότητος τον διαταράσσει η εναγομένη με τις οικοδομικές εργασίες που κατά τα ανωτέρω άρχισε να εκτελεί και η διώκουσα την αναγνώριση του δικαιώματός του συγκυριότητος και την άρση της διαταράξεως αυτού, καθώς και την παράλειψη αυτής στο μέλλον, ένδικη αγωγή τυγχάνει βάσιμη. Εφόσον και η εκκαλουμένη έτσι έκρινε και έκανε δεκτή την αγωγή, ως βάσιμη, ορθώς τις διατάξεις που αναφέρονται στην προηγούμενη μείζονα σκέψη ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε και πρέπει οι τρίτος και τέταρτος λόγοι της εφέσεως, που υποστηρίζουν τα αντίθετα, να απορριφθούν, ως αβάσιμοι και να καταδικασθεί η εκκαλούσα στην δικαστική δαπάνη του εφεσιβλήτου του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας (άρθρα 176, 183 και 191 ΚΠολΔ), κατά τα διατακτικό.

Αναγνώριση ανυπαρξίας δικαιώματος κυριότητας, ή άλλου εμπράγματου δικαιώματος, σε ακίνητο
13/4/2012 10:27:12 AM

Αναγνώριση ανυπαρξίας δικαιώματος κυριότητας, ή άλλου εμπράγματου δικαιώματος, σε ακίνητο.


ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ 1551/2010

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Επί αγωγής, με την οποία επιδιώκεται η αναγνώριση ανυπαρξίας δικαιώματος κυριότητας ή άλλου εμπραγμάτου δικαιώματος του εναγομένου σε ακίνητο, ο ενάγων, όταν θεμελιώνει το έννομο συμφέρον για την άσκησή της σε δικαίωμα κυριότητας επί του επίδικου ακινήτου, πρέπει αυτός να επικαλεσθεί στο δικόγραφο της αγωγής ότι με κάποιο νόμιμο τρόπο έγινε κύριος του ακινήτου και να εκθέτει τα στοιχειοθετούντα τον ισχυρισμό αυτό περιστατικά και, αν αμφισβητηθούν, να τα αποδείξει, αλλιώς απορρίπτεται η αγωγή χωρίς άλλη έρευνα.

Ο εναγόμενος οφείλει, προς απόρριψη της αγωγής, να επικαλεσθεί και αποδείξει ότι μεταγενεστέρως έγινε αυτός κατά νόμιμο τρόπο κύριος του ακινήτου.

Αν όμως ο εναγόμενος ισχυρισθεί ότι ο ενάγων ποτέ δεν έγινε κύριος του ακινήτου, του οποίου αυτός από την αρχή ήταν κύριος, τούτο αποτελεί άρνηση του αγωγικού ισχυρισμού περί εννόμου συμφέροντος του ενάγοντος.


ΑΠΟΦΑΣΗ

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ 1551/2010

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου), Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Δημήτριο Μαζαράκη και Χαράλαμπο Αθανασίου, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Μαρτίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε α) με την από 19-6-2006 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας και β) με την από 9-3-2007 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: ……του ίδιου Δικαστηρίου και …..του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 9-10-2008 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μαζαράκης ανέγνωσε την από 9-3-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 68, 70, 216 παρ. 1, 324 επ. ΚΠολΔ, προκύπτει ότι την αρνητική αναγνωριστική αγωγή νομιμοποιείται να εγείρει εκείνος που έχει άμεσο έννομο συμφέρον για να αναγνωρισθεί η ανυπαρξία κάποιας έννομης σχέσης και ότι για την πληρότητα του δικογράφου της αρκεί μόνη η με αυτήν (αγωγή) αντιτασσόμενη από τον ενάγοντα, κατά του προβαλλόμενου από τον εναγόμενο δικαιώματος, γενική άρνηση των πραγματικών περιστατικών που το στηρίζουν. Και έννομη μεν σχέση είναι η βιοτική σχέση προσώπου που αναφέρεται σε άλλο πρόσωπο ή υλικό αγαθό και ρυθμίζεται από το εξ αντικειμένου δίκαιο, έννομο δε συμφέρον υπάρχει όταν η ζητούμενη διάγνωση είναι το κατάλληλο μέσο άρσης της υφιστάμενης, και από την καύχηση ακόμα για την ύπαρξη δικαιώματος που δεν υπάρχει, αβεβαιότητας στις σχέσεις των διαδίκων και αποτροπή του προκαλούμενου στα συμφέροντα του ενάγοντος κινδύνου από αυτήν. Άμεσο τέλος είναι το έννομο συμφέρον, όταν η ανάγκη παροχής της έννομης προστασίας είναι ενεστώσα, υφίσταται δηλαδή κατά την έναρξη της δίκης και θεωρείται ότι γεννιέται τούτο ευθύς ως προσβληθεί ή αμφισβητηθεί το δικαίωμα ή η έννομη σχέση κ.λπ., γιατί από τότε η αναγκαιότητα της προστασίας ανακύπτει και είναι άμεση (ΑΠ 385/1999, ΑΠ 345/1992). Ειδικότερα, επί αγωγής, με την οποία επιδιώκεται η αναγνώριση ανυπαρξίας δικαιώματος κυριότητας ή άλλου εμπραγμάτου δικαιώματος του εναγομένου σε ακίνητο, ο ενάγων, όταν θεμελιώνει το έννομο συμφέρον για την άσκησή της σε δικαίωμα κυριότητας επί του επίδικου ακινήτου, πρέπει αυτός να επικαλεσθεί στο δικόγραφο της αγωγής ότι με κάποιο νόμιμο τρόπο έγινε κύριος του ακινήτου και να εκθέτει τα στοιχειοθετούντα τον ισχυρισμό αυτό περιστατικά και, αν αμφισβητηθούν, να τα αποδείξει, αλλιώς απορρίπτεται η αγωγή χωρίς άλλη έρευνα. Ο εναγόμενος οφείλει, προς απόρριψη της αγωγής, να επικαλεσθεί και αποδείξει ότι μεταγενεστέρως έγινε αυτός κατά νόμιμο τρόπο κύριος του ακινήτου. Αν όμως ο εναγόμενος ισχυρισθεί ότι ο ενάγων ποτέ δεν έγινε κύριος του ακινήτου, του οποίου αυτός από την αρχή ήταν κύριος, τούτο αποτελεί άρνηση του αγωγικού ισχυρισμού περί εννόμου συμφέροντος του ενάγοντος (ΑΠ 1391/1991). Περαιτέρω, η νομική αοριστία της αγωγής, στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ), συντρέχει δε αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο την αγωγή. Αντίθετα η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 ή 14 του ΚΠολΔ. Στην προκείμενη περίπτωση, ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος, με την ένδικη από 9-3-2007 αρνητική αναγνωριστική αγωγή του, ισχυρίστηκε, ότι με το νόμιμα μεταγεγραμμένο συμβόλαιο αγοράς της συμβολαιογράφου Αθηνών …..αγόρασε από την ……. ένα οικόπεδο εκτάσεως 430,76 τ.μ., στη θέση …….του Δήμου Κηφισιάς Αττικής και επί της οδού…….το οποίο είχε περιέλθει στην ως άνω δικαιοπάροχό του α) κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου με βάση το……αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών……, που έχει νόμιμα μεταγραφεί, από τον ……..και β) κατά το υπόλοιπο 1/2 εξ αδιαιρέτου με βάση το …..συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αχαρνών……που έχει νόμιμα μεταγραφεί, κατόπιν γονικής παροχής από τη μητέρα της..…..στην οποία είχε περιέλθει κατά το άνω ποσοστό με το ίδιο παραπάνω αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του έτους 1952. Ότι το παραπάνω οικόπεδο νέμονταν οι δικαιοπάροχοί του με διάνοια κυρίου από το έτος 1952 και από το έτος 2002 και εφεξής ο ίδιος, ενεργώντας τις αναφερόμενες διακατοχικές πράξεις, γενόμενος έτσι κύριος του οικοπέδου αυτού, εκτός από τον παράγωγο τρόπο της αγοράς, και με έκτακτη χρησικτησία, και ότι η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα, που είναι ιδιοκτήτρια του όμορου προς δυσμάς οικοπέδου, κατά το μήνα Σεπτέμβριο του έτους 2006, προέβη στη σύνταξη και μεταγραφή της……. πράξης διόρθωσης της συμβολαιογράφου Αθηνών….., με την οποία μετέβαλε την έκταση και τα όρια του όμορου οικοπέδου της, το οποίο είχαν δωρήσει σ' αυτήν οι γονείς της με το νόμιμα μεταγεγραμμένο…….δωρητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Χαλανδρίου……σε τρόπο ώστε να περιλαμβάνεται στο οικόπεδό της και το περιγραφόμενο εδαφικό τμήμα του παραπάνω οικοπέδου του, εκτάσεως 85,23 τ.μ., διατεινόμενη έτσι ότι το εδαφικό αυτό τμήμα ανήκει κατά κυριότητα σ' αυτήν, πράγμα που αυτός (ενάγων) αρνείται. Ζήτησε δε με την αγωγή του να αναγνωριστεί η ανυπαρξία δικαιώματος κυριότητας της εναγομένης επί του επίδικου εδαφικού τμήματος. Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα η ένδικη αρνητική αναγνωριστική αγωγή είναι πλήρως ορισμένη, διότι, για την πληρότητα της ιστορικής της βάσης, διαλαμβάνεται σ' αυτήν η άρνηση των πραγματικών περιστατικών, επί των οποίων η εναγομένη στηρίζει το προβαλλόμενο δικαίωμά της επί του επίδικου εδαφικού τμήματος, ενώ, κατά τα στην αγωγή πιο πάνω ιστορούμενα, υφίσταται και το απαιτούμενο για την άσκησή της άμεσο έννομο συμφέρον, με την πιο πάνω έννοια, του ενάγοντα, το οποίο αυτός θεμελιώνει σε δικαίωμα κυριότητάς του, που απέκτησε με τον επικαλούμενο νόμιμο τρόπο επί του ιδίου εδαφικού τμήματος, του οποίου η εναγομένη, κατά τους ισχυρισμούς του, διατείνεται ότι είναι κυρία. Επομένως, το Εφετείο, που έκρινε ορισμένη την ένδικη αγωγή και ότι ο ενάγων έχει έννομο συμφέρον προς άσκηση αυτής, δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 70 ΚΠολΔ, την οποία ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και, συνακόλουθα, δεν υπέπεσε στις αναιρετικές πλημμέλειες των αριθμών 1 και 14, αντίστοιχα, του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Επομένως, οι συναφείς τέταρτος, κατά το πρώτο μέρος του και δεύτερος από τους αριθμούς 1 και 14, αντίστοιχα, του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγοι αναίρεσης, που υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι. Επειδή, κατά το άρθρο 1045 ΑΚ, εκείνος που έχει στη νομή του για μια εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος με έκτακτη χρησικτησία, κατά δε το άρθρο 974 του ίδιου Κώδικα, όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές για την κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή με ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του (άρθρο 1051 ΑΚ). Άσκηση νομής, προκειμένου για ακίνητο, συνιστούν οι εμφανείς υλικές ενέργειες επάνω σ' αυτό που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση. Κατά δε το άρθρο 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της. Αναφέρεται ο λόγος αυτός σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις. Ως ζητήματα, τέλος, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (Ολ. ΑΠ 24/1992). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αναφορικά με την ως άνω ένδικη αρνητική αναγνωριστική αγωγή κυριότητας ακινήτου και την ένσταση της εναγομένης περί ιδίας κυριότητας επί του επίδικου εδαφικού τμήματος, δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, τα ακόλουθα: "Ο ενάγων και τώρα εφεσίβλητος-και ήδη αναιρεσίβλητος….. αγόρασε, με το…….αγοραπωλητήριο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών…….που μεταγράφηκε νόμιμα, από την αληθή κυρία……το γένος ….και …., ένα οικόπεδο, εκτάσεως 430,76 τ.μ., που βρίσκεται στο υπ' αριθμ. ….Οικοδομικό Τετράγωνο του Δήμου Κηφισιάς Αττικής, στη θέση ……και επί της οδού …..και εμφαίνεται με τα αλφαβητικά στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Α στο προσαρτημένο στο συμβόλαιο αυτό από …..τοπογραφικό διάγραμμα του αρχιτέκτονα μηχανικού….. Σύμφωνα δε με το τοπογραφικό αυτό διάγραμμα, το παραπάνω οικόπεδο συνορεύει βόρεια επί προσώπου Α-Β μέτρων 20,50 με την οδό …. πλάτους οκτώ (8) μέτρων, νότια επί πλευράς Γ-Δ μέτρων 20,50 με ιδιοκτησία….., ανατολικά επί πλευράς Α-Δ μέτρων 21,03 με ιδιοκτησία…..και δυτικά επί πλευράς Β-Γ μέτρων 21,01 με ιδιοκτησία της εναγομένης και τώρα εκκαλούσας…..το γένος….και….Η παραπάνω δικαιοπάροχος του εφεσιβλήτου είχε αποκτήσει την κυριότητα επί του ανωτέρω ακινήτου σε μεγαλύτερη έκταση 754 τ.μ. α) κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου, με το …..αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών …..που μεταγράφηκε νόμιμα, εξ αγοράς από τον …..και β) κατά το υπόλοιπο 1/2 εξ αδιαιρέτου, με το…..συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αχαρνών….. που μεταγράφηκε νόμιμα, κατόπιν γονικής παροχής από τη μητέρα της ..…στην οποία είχε περιέλθει κατά το ποσοστό αυτό, με το ίδιο παραπάνω αγοραπωλητήριο συμβόλαιο, εξ αγοράς από τον……Το ακίνητο αυτό και η γύρωθεν περιοχή εντάχθηκε στο σχέδιο πόλεως, οπότε εκδόθηκε η….. απόφαση του Νομάρχη Ανατολικής Αττικής, όπως διορθώθηκε με την…..απόφαση του Νομάρχη Αθηνών, που μεταγράφηκαν νόμιμα, με την οποία κυρώθηκε η πράξη εφαρμογής της πολεοδομικής μελέτης επέκτασης και αναθεώρησης του ρυμοτομικού σχεδίου περιοχής…..του Δήμου Κηφισιάς, όπου μετά την εισφορά σε γη, σύμφωνα με το ν. 1337/1983, από την αρχική έκταση του οικοπέδου των 754 τ.μ. απέμεινε έκταση, εμβαδού 430,76 τ.μ., με αριθμό οικοπέδου….. Το παραπάνω ακίνητο του εφεσιβλήτου συνορεύει, όπως προεκτέθηκε, δυτικά επί πλευράς 21,01 μέτρων, με το ακίνητο της εκκαλούσας- και ήδη αναιρεσείουσας, το οποίο αυτή απέκτησε, με το…..δωρητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Χαλανδρίου…… που μεταγράφηκε νόμιμα, κατόπιν δωρεάς από τους γονείς της….. και ….στους οποίους είχε περιέλθει, δυνάμει του…..αγοραπωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών……που έχει νόμιμα μεταγραφεί. Σύμφωνα με το παραπάνω δωρητήριο συμβόλαιο, το δωρούμενο στην εκκαλούσα πιο πάνω ακίνητο έχει έκταση 825,92 τ.μ., εμφαίνεται στο προσαρτημένο στο συμβόλαιο αυτό τοπογραφικό διάγραμμα, το οποίο συνέταξε η ίδια η εκκαλούσα ως αρχιτέκτων μηχανικός, με τα αλφαβητικά στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Α και συνορεύει, κατά το διάγραμμα αυτό, ανατολικά επί πλευράς μέτρων 34 με ιδιοκτησία…..και …..και με ιδιοκτησία αγνώστου, ήτοι του εφεσιβλήτου, δυτικά επί πλευράς μέτρων 37,20 εν μέρει με ιδιοκτησία…..και εν μέρει με ιδιοκτησία …..βόρεια επί προσώπου μέτρων 23,20 με οδό, πλάτους οκτώ (8)μέτρων, και νότια επί πλευράς μέτρων 24, 70 με ιδιοκτησία αγνώστου. Το ακίνητο αυτό με την ίδια ακριβώς έκταση, όρια και πλευρικές διαστάσεις, όπως αυτά εμφαίνονται στο παραπάνω τοπογραφικό διάγραμμα, περιγράφεται και στην…..πράξη του συμβολαιογράφου Αθηνών….., που συντάχθηκε με δήλωση της εκκαλούσας για τη δημιουργία θέσης στάθμευσης αυτοκινήτου προς εξυπηρέτηση της ανεγερθησόμενης σ' αυτό από την εκκαλούσα οικοδομής. Επίσης επί του ακινήτου αυτού, με τα προαναφερόμενα όρια, έκταση και πλευρικές διαστάσεις, η εκκαλούσα παραχώρησε, με το….συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών……δικαίωμα εγγραφής υποθήκης υπέρ του Οργανισμού Εργατικής Κατοικίας, η οποία γράφτηκε νόμιμα στα βιβλία υποθηκών. Κατά της πράξεως εφαρμογής του ρυμοτομικού σχεδίου, η εκκαλούσα υπέβαλε ένσταση σχετικά με την επιβληθείσα σ' αυτήν εισφορά σε χρήμα, χωρίς όμως να αμφισβητήσει τα όρια και το εμβαδόν του οικοπέδου της, που αποτυπώθηκε με αριθμό ……Και ενώ, όταν αγόρασε ο εφεσίβλητος το παραπάνω οικόπεδό του κατά το μήνα Αύγουστο του έτους 2002, το οικόπεδο αυτό διαχωριζόταν από το όμορο οικόπεδο της εκκαλούσας με διαχωριστικό πέτρινο μανδρότοιχο και συρματόπλεγμα, λίγο μετά (περί τον Οκτώβριο του 2002) η εκκαλούσα κατασκεύασε μέσα στο ακίνητο του εφεσιβλήτου τοιχίο από μπετόν, μήκους 19,65 μέτρων και ύψους 1,25 μέτρων, παραλλήλως με το διαχωριστικό μανδρότοιχο και σε απόσταση τεσσάρων περίπου μέτρων από αυτόν. Στον ενδιάμεσο χώρο μεταξύ μανδρότοιχου και τοιχίου τοποθέτησε 23 κυψέλες μελισσών και στη συνέχεια το Μάϊο του 2004 κατέστρεψε τμήμα του συρματοπλέγματος που υπήρχε επί της προσόψεως του οικοπέδου του εφεσιβλήτου στην οδό…….και κατασκεύασε στο τμήμα αυτό από τσιμεντόλιθους με σιδερένια πόρτα μήκους τεσσάρων (4) μέτρων, ισχυριζόμενη ότι η οριοθετούμενη από το τοιχίο και το μανδρότοιχο εδαφική λωρίδα, εμβαδού 81 τ.μ., ανήκε κατά κυριότητα σ' αυτήν. Ο εφεσίβλητος προσέφυγε στην Πολεοδομία και επέτυχε την έκδοση αποφάσεως για κατεδάφιση του τοιχίου και του τοίχου από τσιμεντόλιθους, ως και για την απομάκρυνση των κυψελών. Στις 25-10-2005 ο εφεσίβλητος, με τη συνδρομή των αστυνομικών αρχών, καθαίρεσε το τοιχίο και τον τοίχο επί της προσόψεως του οικοπέδου του, η δε εκκαλούσα υποχρεώθηκε να απομακρύνει τις κυψέλες των μελισσών. Όμως η εκκαλούσα, ισχυριζόμενη ότι προσβλήθηκε η νομή της επί της παραπάνω εδαφικής λωρίδας των 81 τ.μ., άσκησε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αμαρουσίου την από 27-10-2005 αίτηση λήψεως ασφαλιστικών μέτρων νομής, επί της οποίας εκδόθηκε αρχικά η……..απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, η οποία απέρριψε την αίτηση ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, και τελικά, ύστερα από άσκηση εφέσεως εκ μέρους της εκκαλούσας, η…… απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή η αίτηση και αναγνωρίστηκε η εκκαλούσα προσωρινά νομέας της επίδικης πιο πάνω εδαφικής λωρίδας και υποχρεώθηκε ο εφεσίβλητος να της αποδώσει τη νομή της λωρίδας αυτής. Η απόφαση αυτή εκτελέστηκε και συντάχθηκε η …..έκθεση βιαίας αποβολής και αποδόσεως ακινήτου του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Πειραιά…..Ακολούθως η εκκαλούσα εμφανίσθηκε στη συμβολαιογράφο Αθηνών…..και συντάχθηκε η……πράξη διόρθωσης του προαναφερόμενου……δωρητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Χαλανδρίου …..η οποία μεταγράφηκε νόμιμα. Με την πράξη αυτή η εκκαλούσα προέβη, ως κληρονόμος των αποβιωσάντων δωρητών γονέων της, σε διόρθωση του ανωτέρω δωρητηρίου συμβολαίου, που αποτελεί τον τίτλο κυριότητάς της, ως προς το εμβαδόν του δωρηθέντος με το συμβόλαιο αυτό ακινήτου από 825,92 τ.μ. σε 911,15 τ.μ., καθόσον, όπως δήλωσε, από σφάλμα των συμβληθέντων δεν είχε αναγραφεί σωστά το εμβαδόν του ακινήτου αυτού στο παραπάνω συμβόλαιο. Στην παραπάνω πράξη προσαρτήθηκε και το από 2006 τοπογραφικό διάγραμμα, που συνέταξε η ίδια η εκκαλούσα ως αρχιτέκτων μηχανικός, και στο οποίο το παραπάνω ακίνητο της εμφαίνεται με τα αλφαβητικά στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Ε-Ζ-Α, έχει εμβαδόν 911,15 τ.μ. και συνορεύει βόρεια επί προσώπου Α-Β μέτρων 27,15 με την οδό……ανατολικά εν μέρει επί πλευράς Β-Γ μέτρων 20,25 με οικόπεδο ιδιοκτησίας αγνώστων (ήτοι του εφεσιβλήτου) και εν μέρει επί πλευράς Δ-Ε μέτρων 13,45 με ιδιοκτησία αγνώστων, νότια εν μέρει επί πλευράς Γ-Δ μέτρων 4,20 με ιδιοκτησία αγνώστων και εν μέρει επί πλευράς Ε-Ζ μέτρων 23,40 με ιδιοκτησία αγνώστων και δυτικά επί πλευράς Α-Ζ μέτρων 38,10 με ιδιοκτησίες αγνώστων. Έτσι η εκκαλούσα συμπεριέλαβε στην ιδιοκτησία της εδαφική λωρίδα από το όμορο οικόπεδο του εφεσιβλήτου, εμβαδού 85,23 τ.μ., η οποία εμφαίνεται στο από Ιανουαρίου 2006 τοπογραφικό διάγραμμα που συνοδεύει την από Μαΐου 2007 τεχνική έκθεση του πολιτικού μηχανικού……που προσκομίζει, με επίκληση, ο εφεσίβλητος, και συνορεύει βόρεια επί προσώπου 3,95 μέτρων με την οδό……νότια επί πλευράς 4,20 μέτρων με υπόλοιπη ιδιοκτησία του εφεσίβλητου, ανατολικά επί πλευράς 20,25 μέτρων με υπόλοιπη ιδιοκτησία του εφεσίβλητου και δυτικά επί πλευράς 21,01 μέτρων με ιδιοκτησία της εκκαλούσας. Η τελευταία ισχυρίζεται ότι η επίδικη αυτή εδαφική λωρίδα των 85,23 τ.μ. ανήκει κατά κυριότητα σ' αυτήν και ότι απέκτησε την κυριότητά της με παράγωγο τρόπο, δηλαδή με το προαναφερόμενο…….δωρητήριο συμβόλαιο, και με έκτακτη χρησικτησία, δεδομένου ότι τόσον αυτή όσο και οι δικαιοπάροχοι γονείς της ενέμοντο τη λωρίδα αυτή με διάνοια κυρίου συνεχώς, από το έτος 1952 ή τουλάχιστον από το έτος 1955 μέχρι και την άσκηση της αγωγής. Όμως η επίδικη πιο πάνω εδαφική λωρίδα δεν περιλαμβάνεται στην έκταση που μεταβιβάσθηκε στην εκκαλούσα με το παραπάνω δωρητήριο συμβόλαιο. Ειδικότερα, μετά τη γενόμενη από την εκκαλούσα διόρθωση του ως άνω δωρητηρίου συμβολαίου, το μήκος της βόρειας πλευράς του δωρηθέντος σ' αυτήν ακινήτου είναι, σύμφωνα με το προσαρτημένο στην πιο πάνω πράξη διόρθωσης τοπογραφικό διάγραμμα, 27,15 μέτρα, αντί 23,20 μέτρων που αναφέρεται στο δωρητήριο συμβόλαιο και στο προσαρτημένο σ' αυτό τοπογραφικό διάγραμμα, δηλαδή είναι μεγαλύτερη κατά 3,95 μέτρα. Επιπλέον, η ανατολική πλευρά του ακινήτου της εκκαλούσας, ενώ στο προσαρτημένο στο δωρητήριο συμβόλαιο τοπογραφικό διάγραμμα αποτυπώνεται με τα στοιχεία Α-Δ και είναι ευθεία καθ' όλο το μήκος της των 34 μέτρων, που συνορεύει με το ακίνητο του εφεσιβλήτου και το ακίνητο των……και…….στο προσαρτημένο στην πράξη διόρθωσης τοπογραφικό διάγραμμα η πλευρά αυτή αποτυπώνεται με τα στοιχεία Β-Γ-Δ-Ε σε σχήμα ζικ-ζακ, και συγκεκριμένα τμήμα αυτής με στοιχεία Ε-Δ μήκους 13,45 μέτρων, που συνορεύει κατά το μεγαλύτερο μέρος της με το ακίνητο των….. και….. διατηρείται ευθεία και από το στοιχείο Δ έως και το στοιχείο Γ κάμπτει (στρίβει) με διακεκομμένη γραμμή ανατολικά σε βάθος 4,20 μέτρων σε βάρος του όμορου προς ανατολάς ακινήτου του εφεσίβλητου και στη συνέχεια από το στοιχείο Γ εκτείνεται παράλληλα του διαχωριστικού ορίου των δύο αυτών ακινήτων σε μήκος 20,25 μέτρων και καταλήγει στο στοιχείο Β επί της οδού….. με συνέπεια η επίδικη πιο πάνω εδαφική λωρίδα να μην εμπεριέχεται στον τίτλο κυριότητας του ακινήτου της εκκαλούσας, αλλά σε εκείνον του εφεσιβλήτου, όπως άλλωστε αποφαίνεται και ο πολιτικός μηχανικός……στην προσαγόμενη, με επίκληση, από τον εφεσίβλητο από……τεχνική έκθεση που συνέταξε, μετά από εφαρμογή των τίτλων ιδιοκτησίας των διαδίκων επί του εδάφους. Ούτε, εξάλλου, αποδείχθηκε ότι η εκκαλούσα και οι δικαιοπάροχοί της ασκούσαν πράξεις νομής με διάνοια κυρίου στην επίδικη εδαφική έκταση, αφού αντίθετα αποδείχθηκε ότι η εδαφική αυτή έκταση βρισκόταν πέραν του παλαιού διαχωριστικού μανδρότοιχου και ότι ασκούσε επ' αυτής νομή η παραπάνω δικαιοπάροχος του εφεσιβλήτου και στη συνέχεια ο τελευταίος μέχρι και την κατασκευή από την εκκαλούσα του τοιχίου κατά το μήνα Οκτώβριο του 2002 και την εντεύθεν αποβολή του από τη νομή. Ο μανδρότοιχος αυτός βρισκόταν κατά τέσσερα (4) μέτρα δυτικά του κατασκευασθέντος κατά το μήνα Οκτώβριο του 2002 από την εκκαλούσα τοιχίου.  Περί αυτών είναι σαφής και κατηγορηματική η κατάθεση του εξετασθέντος στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου μάρτυρα του εφεσιβλήτου….γείτονα των διαδίκων, και των ενόρκως υπέρ αυτού βεβαιωσάντων…….και….επίσης γειτόνων των διαδίκων, ενώ η κατάθεση του συζύγου της εκκαλούσας, του οποίου τα συμφέροντα ταυτίζονται με εκείνης, δεν είναι πειστική. Τα παραπάνω δεν ανατρέπονται από την προσκομιζόμενη και επικαλούμενη από την εκκαλούσα από…….τεχνική έκθεση του τοπογράφου μηχανικού……ο οποίος μετά από φωτοερμηνεία αεροφωτογραφίας του έτους 2001 γνωματεύει ότι το όριο των ιδιοκτησιών των διαδίκων "είναι υλοποιημένο με χαρακτηριστική περίφραξη, η οποία έχει την εικόνα εν μέρει μανδροτοίχου και εν μέρει συρματοπεριφράξεως επί της οποίας έχουν αναπτυχθεί φυτά", αφού αυτός δεν προσδιορίζει τη θέση της επίδικης εδαφικής έκτασης σε σχέση με την περίφραξη αυτή. Εξάλλου, εάν την επίδικη εδαφική έκταση νέμονταν με διάνοια κυρίου από το έτος 1952 ή έστω από το έτος 1955 οι δικαιοπάροχοι της εκκαλούσας και από το έτος 1978 και εφεξής η ίδια η εκκαλούσα, δεν εξηγείται γιατί η έκταση αυτή δεν συμπεριελήφθη στο προαναφερόμενο……..δωρητήριο συμβόλαιο και στις μεταγενέστερες συμβολαιογραφικές πράξεις και τοπογραφικά διαγράμματα, που, όπως προαναφέρθηκε, συντάχθηκαν από την ίδια την εκκαλούσα". Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές το Εφετείο έκρινε, ότι η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα δεν κατέστη κυρία της επίδικης εδαφικής έκτασης με παράγωγο τρόπο, αλλά ούτε και με έκτακτη χρησικτησία, διότι από το έτος 2002 που κατασκεύασε το τοιχίο μέχρι την άσκηση της αγωγής το 2007 δεν συμπληρώνεται εικοσαετία και κατόπιν τούτου δέχτηκε την ένδικη αναγνωριστική αγωγή, επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε κρίνει όμοια, και απέρριψε την έφεση. Με αυτά που δέχτηκε και, έτσι, που έκρινε το Εφετείο, του οποίου το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 974, 1045 και 1051 ΑΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, διότι διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς τα ουσιώδη ζητήματα, ότι η επίδικη εδαφική λωρίδα δεν περιλαμβάνεται στην έκταση που μεταβιβάστηκε στην εναγομένη με το αναφερόμενο δωρητήριο συμβόλαιο, ότι η εναγομένη και οι δικαιοπάροχοί της δεν ασκούσαν πράξεις νομής με διάνοια κυρίου στη λωρίδα αυτή, η οποία βρισκόταν πέραν του παλαιού διαχωριστικού μανδρότοιχου και στην οποία ασκούσε πράξεις νομής η δικαιοπάροχος του ενάγοντος και στη συνέχεια ο ίδιος μέχρι και την κατασκευή από την εναγομένη του τοιχίου κατά το μήνα Οκτώβριο του 2002 και ότι η εναγομένη ουδέποτε έγινε κυρία της επίδικης εδαφικής λωρίδας ούτε με παράγωγο τρόπο ούτε με έκτακτη χρησικτησία. Οι αιτιολογίες δε αυτές επιτρέπουν τον έλεγχο της ορθής εφαρμογής των ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, που εφάρμοσε. Επομένως, οι συναφείς τρίτος από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και τέταρτος, κατά το δεύτερο μέρος του, από τον αριθμό 1 του ίδιου άρθρου, λόγοι αναίρεσης, που υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι. Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 9 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως αίτηση κατά την έννοια της ως άνω διάταξης θεωρείται η αίτηση που αποτελεί ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης και προκαλεί εκκρεμοδικία και όχι αίτηση για παραδοχή ενστάσεων, προτάσεων πραγματικών ισχυρισμών ή αποδεικτικών μέσων. Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον τέταρτο, κατά το τρίτο μέρος του και κατ' ορθή εκτίμησή του, λόγο της αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 ΚΠολΔ αριθ. 9 περ. α πλημμέλεια, ότι το Εφετείο, με το να δεχτεί, ότι δεν συμπληρώθηκε στο πρόσωπό της η έκτακτη χρησικτησία επί της επίδικης λωρίδας, επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε, "χωρίς να υφίσταται και χωρίς να έχει υποβληθεί προς τούτο ειδικό αίτημα ή παράπονο του ενάγοντος". Από την προσβαλλόμενη απόφαση, όπως το περιεχόμενό της ανωτέρω εκτέθηκε, προκύπτει, ότι το Εφετείο, με την παραδοχή του, ότι στο πρόσωπο της αναιρεσείουσας δεν συμπληρώθηκε η έκτακτη χρησικτησία, δεν επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε, αλλά απέρριψε έτσι τον ισχυρισμό της ότι "η επίδικη εδαφική λωρίδα ανήκει κατά κυριότητα σ' αυτή και ότι απέκτησε την κυριότητα με παράγωγο τρόπο και με έκτακτη χρησικτησία", προς αντίκρουση της αναγνωριστικής της ανυπάρξεως δικαιώματος κυριότητάς της στην επίδικη εδαφική λωρίδα αγωγής του αντιδίκου της. Επομένως, ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος. Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως και 340 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που με επίκληση προσκομίστηκαν από τους διαδίκους, ήτοι αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.) που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο (Ολ. ΑΠ 42/2002). Εξάλλου, η βεβαίωση του δικαστηρίου της ουσίας περί προσκομιδής ή μη σ' αυτό αποδεικτικού εγγράφου, ως αναγόρευση σε πράγματα, δεν υπόκειται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 §1 Κ.Πολ.Δ., σε αναιρετικό έλεγχο. Στην προκείμενη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον πρώτο, κατά το πρώτο μέρος του, λόγο της αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από την ως άνω διάταξη πλημμέλεια, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του έγγραφα που νόμιμα προσκόμισε με επίκληση, ενώπιόν του, με τις προτάσεις της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προς απόδειξη του ισχυρισμού της, ότι έγινε κυρία της επίδικης εδαφικής λωρίδας με παράγωγο τρόπο και με έκτακτη χρησικτησία, ήτοι: 1) τις….και ……ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων, που λήφθηκαν στα πλαίσια της μεταξύ των διαδίκων δίκης ασφαλιστικών μέτρων νομής, 2) τα πρακτικά της…..αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Αθηνών, τμήματος ασφαλιστικών μέτρων, 3) αντίγραφο του από Δεκεμβρίου 1987 τοπογραφικού διαγράμματος του αρχιτέκτονα μηχανικού…… 4) το από του έτους 2002 τοπογραφικό σχεδιάγραμμα, 5) τις αεροφωτογραφίες με την από Δεκεμβρίου 2005 τεχνική έκθεση φωτοερμηνείας του μηχανικού……, 6) την 309/2003 άδεια οικοδομής του ενάγοντος, 7) αντίγραφο της επέκτασης σχεδίου πόλεως της περιοχής ……8) την από 28-6-2002 διορθωτική πράξη εφαρμογής στην περιοχή ….της Νέας Κηφισιάς, 9) το από 8-8-1994 έγγραφο τροποποίησης του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου του Δήμου Κηφισιάς, 10) την από …..απόφαση του Νομάρχη Αθηνών, 11) την από……απάντηση της Νομαρχίας Αθηνών, 12) το……συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών….13) την 599/1988 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αμαρουσίου επί αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων και 14) τα πρωτότυπα οκτώ φωτογραφιών που απεικονίζουν την προγενέστερη της κατεδάφισης του μαντρότοιχου πραγματική κατάσταση, αντίστοιχα. Από την υπάρχουσα, όμως, στην προσβαλλόμενη απόφαση ρητή διαβεβαίωση, κατά την οποία το δικαστήριο έλαβε υπόψη "και όλα ανεξαιρέτως τα με επίκληση προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, από τα οποία ορισμένα μνημονεύονται ειδικώς παρακάτω, χωρίς όμως να παραλειφθεί οποιοδήποτε τούτων για την κατ' ουσίαν διάγνωση της διαφοράς, εκτός από τις 9912 και 9914/27-5-2005 ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων, που λήφθηκαν στα πλαίσια προηγούμενης μεταξύ των διαδίκων δίκης ασφαλιστικών μέτρων νομής, αφού τις επικαλείται μεν η εκκαλούσα με τις προτάσεις της, αλλά δεν προσκομίζονται από αυτή", και από όλο το περιεχόμενο της απόφασης, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος και συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και τα προμνημονευόμενα, με αριθμούς 2-14, αντίστοιχα, έγγραφα. Επομένως, ο ερευνώμενος αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος ως προς τα παραπάνω έγγραφα. Ο ίδιος, όμως, αναιρετικός λόγος ως προς τις με αριθμό 1 ένορκες βεβαιώσεις είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, εφόσον η βεβαίωση του Εφετείου περί μη προσκομιδής τους, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (άρθρο 561 §1 Κ.Πολ.Δ.). Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως θεμελιώνεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα δύναμη αποδείξεως μεγαλύτερη ή μικρότερη από εκείνη που δεσμευτικά γι' αυτά καθορίζει ο νόμος, όχι, όμως και στην περίπτωση που, εκτιμώντας ελεύθερα τις αποδείξεις, όπως έχει δικαίωμα από το νόμο (Κ.Πολ.Δ. 340), αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα, τα οποία κατά νόμο έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη με τα άλλα, μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα ή αξιοπιστία από τα τελευταία, διότι η εκτίμηση αυτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου. Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον πρώτο, κατά το δεύτερο μέρος του, αλλά και τελευταίο εξεταζόμενο λόγο αναίρεσης, από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., διατείνεται, ότι το Εφετείο, το οποίο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε την έφεσή της και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, για το σχηματισμό της ως άνω κρίσεώς του επί της προκειμένης υποθέσεως απέδωσε μεγαλύτερη βαρύτητα μόνο στις καταθέσεις των μαρτύρων του αναιρεσιβλήτου, και όχι στις καταθέσεις των δικών της μαρτύρων, καθώς και στα έγγραφα που, με επίκληση, προσκόμισε, τις οποίες-καταθέσεις-δεν εκτίμησε δεόντως και επίσης προέβη σε εσφαλμένη εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών που κατέθεσαν οι εν λόγω μάρτυρες. Ο εξεταζόμενος αυτός λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, γιατί οι προβαλλόμενες με αυτόν πιο πάνω αιτιάσεις, αναγόμενες στη στάθμιση, την αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων απόδειξης και την εκτίμηση αυτών που κατέθεσαν οι εν λόγω μάρτυρες, καθώς και την εκτίμηση του περιεχομένου των προσκομισθέντων εγγράφων, δεν μπορούν να θεμελιώσουν τον παραπάνω λόγο αναιρέσεως.

Αποκλειστική υπαιτιότητα πεζού, που κατέβηκε στο οδόστρωμα, εκτός διαβάσεων, μπροστά από λεωφορείο
13/4/2012 10:19:16 AM

Αποκλειστική υπαιτιότητα πεζού, που κατέβηκε στο οδόστρωμα, εκτός διαβάσεων, μπροστά από λεωφορείο.


ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ 385/2011

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Έχει κριθεί αποκλειστικά υπαίτιος πεζός, που, ενώ βρισκόταν επί του δεξιού πεζοδρομίου ως προς την πορεία λεωφορείου, κατέβηκε αιφνίδια στο οδόστρωμα, προτιθέμενος να το διασχίσει κάθετα από δεξιά προς τα αριστερά και σε σημείο που δεν υπήρχε διάβαση πεζών, χωρίς να ελέγξει προηγουμένως την απόσταση και την ταχύτητα των κινουμένων οχημάτων, ούτε να βεβαιωθεί ότι δεν θα παρεμβάλει εμπόδια στην κυκλοφορία τους, με αποτέλεσμα να παρεμβληθεί στην πορεία του λεωφορείου, να προσκρούσει στη δεξιά εμπρόσθια γωνία του, να παρασυρθεί από αυτό και να πέσει στο έδαφος και να τραυματισθεί.


ΑΠΟΦΑΣΗ

ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ 385/2011

Απόσπασμα……Στην αγωγή επί της οποίας εκδόθηκε η εκκαλούμενη απόφαση ο ενάγων εκθέτει ότι στις 26-1-2005 ο πρώτος εναγόμενος, οδηγώντας το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας……αστικό λεωφορείο, ιδιοκτησίας της δεύτερης εναγόμενης, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη από την κυκλοφορία του στην τρίτη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία, προκάλεσε από υπαιτιότητα του και υπό τις αναφερόμενες στην αγωγή συνθήκες τροχαίο ατύχημα, το οποίο είχε ως αποτέλεσμα τον τραυματισμό του. Ζητεί δε, όπως παραδεκτά περιόρισε το αίτημα της αγωγής (άρθρο 223 ΚΠολΔ), να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να του καταβάλουν, εις ολόκληρον ο καθένας, το ποσό των 25.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και να αναγνωριστεί ότι οι εναγόμενοι υποχρεούνται να του καταβάλουν, εις ολόκληρον ο καθένας, το ποσό των 39.713 ευρώ προς αποζημίωσή του, αμφότερα δε τα ως άνω ποσά με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ……οριστική απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, η οποία έκρινε ότι αποκλειστικά υπαίτιος του ένδικου τροχαίου ατυχήματος είναι ο ενάγων και απέρριψε την αγωγή. Κατά της οριστικής αυτής απόφασης παραπονείται ο εκκαλών με την υπό κρίση έφεσή του και για τους διαλαμβανόμενους σ' αυτή λόγους, που ανάγονται σε πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων, και ζητεί την εξαφάνισή της προκειμένου να γίνει δεκτή η αγωγή του. Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που περιέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημοσίας συνεδριάσεως αυτού, τις προσκομισθείσες φωτογραφίες, η γνησιότητα των οποίων δεν αμφισβητείται (άρθρα 444 αρ. 3, 448 παρ. 2 και 457 παρ. 4 ΚΠολΔ), όλα τα λοιπά έγγραφα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων και εκείνα τα οποία περιλαμβάνονται στη σχηματισθείσα, αναφορικά με το ένδικο τροχαίο ατύχημα, ποινική δικογραφία και λαμβάνονται υπόψη για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον επιτρέπεται η εμμάρτυρη απόδειξη (άρθρα 393, 394, 395 και 591 παρ. 1 ΚΠολΔ), εκτιμώμενων και όσων από αυτά δεν πληρούν τους όρους του νόμου (άρθρο 671 παρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ), και από τα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο (άρθρο 336 αρ. 4 ΚΠολΔ), αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Στις 26-1-2005 και περί ώρα 14.40', ο πρώτος εναγόμενος…..οδηγώντας το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας……αστικό λεωφορείο, ιδιοκτησίας της δεύτερης εναγόμενης, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη από την κυκλοφορία του στην τρίτη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία, εκινείτο στην περιοχή Πειραιώς και επί της οδού Αθηνών-Πειραιώς, με κατεύθυνση από Πειραιά προς Αθήνα, εκτελώντας τακτικό δρομολόγιο. Στο ύψος του οικοδομικού αριθμού 20, όπου συνέβη το ένδικο τροχαίο ατύχημα, η ως άνω οδός είναι ευθεία, διπλής κατευθύνσεως, με συνολικό πλάτος οδοστρώματος 7,00 μ. (3,50 μ. σε κάθε ρεύμα κυκλοφορίας), τα δυο αντίθετα ρεύματα κυκλοφορίας χωρίζονται μεταξύ τους με διπλή συνεχόμενη διαχωριστική γραμμή και διαθέτει μια λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, ενώ το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας, δοθέντος ότι πρόκειται περί κατοικημένης περιοχής, ορίζεται σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 20 παρ. 1 του ΚΟΚ σε 50 χιλιόμετρα ανά ώρα, όπως όλα τα ανωτέρω στοιχεία προκύπτουν από το σχεδιάγραμμα του τόπου του ατυχήματος και την έκθεση αυτοψίας που συνέταξαν τα αρμόδια αστυνομικά όργανα. Την ίδια χρονική στιγμή ο ενάγων……, που βρισκόταν πεζός επί του δεξιού, ως προς την πορεία του λεωφορείου, πεζοδρομίου της ως άνω οδού, κατήλθε αιφνίδια στο οδόστρωμα, προτιθέμενος να το διασχίσει κάθετα από δεξιά προς τα αριστερά ως προς την πορεία του λεωφορείου και σε σημείο που δεν υπήρχε διάβαση πεζών, χωρίς να ελέγξει προηγουμένως την απόσταση και την ταχύτητα των κινουμένων επί του προς Αθήνα ρεύματος πορείας οχημάτων, ούτε να βεβαιωθεί ότι δεν θα παρεμβάλει εμπόδια στην κυκλοφορία τους, με αποτέλεσμα να παρεμβληθεί στην πορεία του λεωφορείου, να προσκρούσει στη δεξιά εμπρόσθια γωνία του και, αφού παρασύρθηκε από αυτό, επέπεσε στο έδαφος και τραυματίστηκε, υποστάς κάταγμα γναθιαίου κόλπου, (ΔΕ) ζυγωματικού και (ΔΕ) οφθαλμικού κόγχου. Υπό τα υποδεικνυόμενα αυτά περιστατικά το ένδικο τροχαίο ατύχημα και ο συνεπεία αυτού τραυματισμός του ενάγοντος οφείλονται σε υπαιτιότητα του ιδίου, ο οποίος από αμέλεια του, μη καταβολή δηλαδή της επιμέλειας που επιβάλλεται αντικειμενικά και αφηρημένα και την οποία τηρεί υπό τις ίδιες περιστάσεις ο συνετός και προσεκτικός πεζός, κατήλθε αιφνίδια στο οδόστρωμα και επιχείρησε να το διασχίσει κάθετα σε σημείο που δεν υπήρχε διάβαση πεζών και χωρίς να ελέγξει προηγουμένως την απόσταση και την ταχύτητα των κινούμενων επί του προς Αθήνα ρεύματος πορείας οχημάτων, ούτε να βεβαιωθεί ότι δεν θα παρεμβάλει εμπόδια στην κυκλοφορία τους, με αποτέλεσμα, αμέσως μόλις κατέβηκε στο οδόστρωμα και δοθέντος ότι το λεωφορείο εκινείτο σε απόσταση 0,40μ. από το δεξιό πεζοδρόμιο της οδού, να παρεμβληθεί στην πορεία του λεωφορείου και να προσκρούσει στην εμπρόσθια δεξιά γωνία αυτού, με τη συμπεριφορά του δε αυτή παραβίασε τις από το άρθρο 38 παρ. 4 του ΚΟΚ επιβαλλόμενες υποχρεώσεις του, οι εν λόγω δε παραβάσεις, ικανές, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, να προκαλέσουν ατύχημα, προκάλεσαν τούτο στη συγκεκριμένη περίπτωση, ευρισκόμενες σε αιτιώδη συνάφεια με αυτό. Η υπαιτιότητα αυτή είναι αποκλειστική του ενάγοντος, καθόσον ο πρώτος εναγόμενος, οδηγός του αστικού λεωφορείου, δεν επέδειξε αμελή συμπεριφορά βρισκόμενη σε αιτιώδη συνάφεια με το ένδικο ατύχημα, αφού αυτός ευθύς μόλις αντιλήφθηκε από απόσταση 1-2 μέτρων τον πεζό να κατέρχεται εντελώς αιφνίδια και απρόβλεπτα από το πεζοδρόμιο, προέβη σε άμεση χρήση των ηχητικών οργάνων (κόρνα) του οχήματος του και σε τροχοπέδηση αυτού, πλην όμως, λόγω της ελάχιστης απόστασης που τον χώριζε από τον πεζό, δεν κατόρθωσε να τον αποφύγει, ενώ περαιτέρω το γεγονός ότι εκινείτο με ταχύτητα 57 χιλιόμετρα ανά ώρα, σύμφωνα με το δίσκο καταγραφής της ταχύτητάς του, αν και το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας ήταν 50 χιλιόμετρα ανά ώρα, δεν συνδέεται αιτιωδώς με το ατύχημα, καθ όσον οι συνθήκες του ατυχήματος, όπως αυτές περιγράφηκαν ανωτέρω, ήταν τέτοιες, που έστω και αν δεν υπερέβαινε το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας, δεν θα μπορούσε να αποφύγει το ατύχημα, μη βαρυνόμενος έτσι με (συν-)υπαιτιότητα στην πρόκληση του ατυχήματος και τον εντεύθεν τραυματισμό του ενάγοντος. Επομένως, η αγωγή ήταν απορριπτέα ως κατ' ουσίαν αβάσιμη ελλείψει υπαιτιότητας, ως βασικής προϋποθέσεως της προς αποζημίωση υποχρεώσεως (άρθρο 914 ΑΚ), του πρώτου εναγόμενου οδηγού και ήδη πρώτου εφεσίβλητου….Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε τα ίδια, ότι δηλαδή αποκλειστικά υπαίτιος του ένδικου τροχαίου ατυχήματος είναι ο ενάγων και απέρριψε την αγωγή, σωστά εκτίμησε τις αποδείξεις που είχαν προσκομιστεί και είναι αβάσιμα και απορριπτέα τα αντίθετα που υποστηρίζει ο εκκαλών με την υπό κρίση έφεσή του. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η έφεση ως κατ' ουσίαν αβάσιμη και να καταδικαστεί ο εκκαλών, λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των εφεσιβλήτων του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας, κατά το νόμιμο αίτημα των τελευταίων (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

Τα κυλικεία εντός νεκροταφείων είναι πράγματα εκτός συναλλαγής
28/2/2012 12:28:55 AM
Τα κυλικεία εντός νεκροταφείων είναι πράγματα εκτός συναλλαγής.

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ 100/2011
ΠΕΡΙΛΗΨΗ
Τα κυλικεία που λειτουργούν εντός νεκροταφείων είναι πράγματα εκτός συναλλαγής, αποτελούν δημόσια περιουσία του Δήμου και δεν είναι δεκτικά κατάσχεσης.
Κατά της αξίωσης του Δήμου προς απόδοσή των δεν επιτρέπεται συμψηφισμός, ούτε μπορεί να προβληθεί εναντίον της αξίωσης του Δήμου δικαίωμα επίσχεσης από τον νεμόμενο, ή κατέχοντα χωρίς δικαίωμα, για κάποια συναφή ανταπαίτησή του.

ΑΠΟΦΑΣΗ
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ 100/2011
Απόσπασμα….Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 966 ΑΚ, πράγματα εκτός συναλλαγής είναι, μεταξύ άλλων, και τα προορισμένα για την εξυπηρέτηση δημόσιων, δημοτικών, κοινοτικών ή θρησκευτικών σκοπών. Σ' αυτά περιλαμβάνονται και τα κοιμητήρια (νεκροταφεία), τα οποία ανήκουν κατά κυριότητα στους ιδρύσαντες αυτά δήμους και κοινότητες, που έχουν τη διοίκηση και διαχείρισή τους, αποτελούν δε δημόσια περιουσία και δεν είναι δεκτικά κατασχέσεως (άρθρο 2 § 2 Α.Ν. 582/1968 "περί δημοτικών και κοινοτικών κοιμητηρίων" -Ολ.Α.Π. 17-18/2002). Σε ιδιαίτερο χώρο του νεκροταφείου μπορεί να παραχωρηθεί με διοικητική σύμβαση από τον διοικούντα αυτό δήμο, κοινότητα ή σύνδεσμο δήμων προς τρίτο, φυσικό ή νομικό πρόσωπο, χωριστό αυτοτελές δικαίωμα, προκειμένου να τον χρησιμοποιεί ή να τον εκμεταλλεύεται, κατά τους καθοριζόμενους από τον κανονισμό λειτουργίας του νεκροταφείου όρους, εφ' όσον με την παραχώρηση αυτή εξυπηρετείται και σε κάθε περίπτωση δεν αναιρείται η κοινή χρήση (άρθρο 970 ΑΚ). Τέτοια παραχώρηση αποτελεί και αυτή προς τρίτο πρόσωπο για το σκοπό λειτουργίας κυλικείου, που θα εξυπηρετεί αποκλειστικά τους προσερχόμενους στις τελετουργικές εκδηλώσεις του κοιμητηρίου (άρθρο 13 εδάφ. α' της Υ.Α. Α5/1210 της 19.4/10.5.1978 (Εσωτερικών και Κοινωνικών Υπηρεσιών) "περί όρων για την ίδρυση κοιμητηρίων"). Ο χώρος αυτός, καθώς και το (συστατικό) επ' αυτού οικοδόμημα, δεν αποβάλλει το χαρακτήρα του ως πράγματος εκτός συναλλαγής, αφού περιλαμβάνεται εντός των εδαφικών ορίων του κοιμητηρίου, η δε ίδρυση και λειτουργία του είναι συνυφασμένη με την αντίστοιχη λειτουργία τούτου. Επομένως, εξακολουθεί να αποτελεί δημόσια περιουσία του Δήμου και είναι ακατάσχετη, γι' αυτό δε κατά της αξιώσεως του Δήμου ή του Συνδέσμου Δήμων προς απόδοση του δεν επιτρέπεται συμψηφισμός (άρθρο 451 ΑΚ), ούτε μπορεί να προβληθεί εναντίον της αξιώσεως αυτής το δικαίωμα επισχέσεως από τον νεμόμενο ή κατέχοντα χωρίς δικαίωμα για κάποια συναφή ανταπαίτησή του (άρθρο 327 ΑΚ). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, τα ακόλουθα: Στην αποκλειστική κυριότητα του ενάγοντος "Συνδέσμου Δήμων Πειραιά και Δυτικής Αττικής για την ίδρυση κοινού Νεκροταφείου", ως νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου που συστήθηκε με σκοπό, όπως υποδηλώνει και ο τίτλος του, την ίδρυση και λειτουργία κοινού δημοτικού κοιμητηρίου των δήμων που το απαρτίζουν, περιήλθε με παράγωγο τρόπο, λόγω δωρεάς από την Διαρκή Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος, δυνάμει των υπ' αριθμ….και….συμβολαίων του συμβολαιογράφου Πειραιώς .... (το δεύτερο είναι διορθωτικό και επαναληπτικό του πρώτου), μεταγραφέντων στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Πειραιώς (τόμος….και αριθμός….το πρώτο, τόμος... και αριθμός…..το δεύτερο), εδαφική έκταση 330 στρεμμάτων ευρισκόμενη στην περιοχή……του Δήμου….Τούτο, άλλωστε, συνομολογείται υπό των εναγομένων. Στη συνέχεια δέχθηκε το Εφετείο ότι με διοικητική σύμβαση, που συνήψε μετά της πρώτης των εναγομένων κοινοπραξίας, μέλη της οποίας αποτελούν οι λοιπές τέσσερις τούτων, αυτή ανέλαβε τη μελέτη, κατασκευή και χρηματοδότηση του παραπάνω κοινού κοιμητηρίου στην προαναφερθείσα έκταση αντί εργολαβικού ανταλλάγματος, που καθορίσθηκε στην παραχώρηση και εκμετάλλευση της χρήσεως ορισμένων χώρων και εγκαταστάσεων του κοιμητηρίου, μεταξύ των οποίων και του μοναδικού κυλικείου, ευρισκόμενου εντός του χώρου του κοιμητηρίου προοριζόμενου αποκλειστικά για την εξυπηρέτηση των προσερχόμενων στις τελετουργικές εκδηλώσεις του κοιμητηρίου προσώπων, επί χρονικό διάστημα έξι ετών από την έναρξη της πλήρους λειτουργίας του. Με τον Κανονισμό Λειτουργίας και Δικαιωμάτων Χρήσεως του Νεκροταφείου, έτους 1997, ως χρόνος ενάρξεως της πλήρους λειτουργίας του καθορίσθηκε ο χρόνος της πρώτης ταφής, η οποία πραγματοποιήθηκε στις 28.2.1998, οπότε και οι εναγόμενες απέκτησαν τη χρήση και εκμετάλλευση του κυλικείου, εγκατασταθείσες σ' αυτό. Το χρονικό αυτό σημείο ενάρξεως δεν αναιρείται ούτε διαφοροποιείται από τον συμβατικό όρο (άρθρο 15 αριθμ. 5 της από 26.7.1994 συμβάσεως παραχωρήσεως), σύμφωνα με τον οποίο οι συγκροτούντες τον ενάγοντα σύνδεσμο δήμοι ανέλαβαν την υποχρέωση όπως, από της ενάρξεως λειτουργίας του κοινού νεκροταφείου, διακόψουν τη λειτουργία των υπαρχόντων νεκροταφείων τους (…..,…..και…….), διότι, κατά τη συμφωνία των μερών, η εν λόγω υποχρέωση δεν χαρακτηρίσθηκε ως στοιχείο προσδιοριστικό του χρόνου ενάρξεως λειτουργίας του κοινού νεκροταφείου ή του χρόνου παραχωρήσεως των εργολαβικών ανταλλαγμάτων. Ενισχυτικό της απόψεως αυτής είναι και το γεγονός ότι, για την περίπτωση παραβιάσεως της υποχρεώσεως των παραπάνω δήμων (μελών του ενάγοντος) για διακοπή της λειτουργίας των δημοτικών νεκροταφείων, συμφωνήθηκε ποινική ρήτρα σε βάρος του ενάγοντος Συνδέσμου, ποσού 500.000.000 δραχμών για κάθε νεκροταφείο, που θα εξακολουθούσε να λειτουργεί παρά τους όρους της συμφωνίας, δηλαδή συνολικού ποσού για τα τρία νεκροταφεία 500.000.000 δραχμών (άρθρο 7 της παραπάνω συμβάσεως). Επιπρόσθετα σημειώνεται ότι από της παραπάνω ημερομηνίας (28.2.1998) οι εναγόμενες έχουν εγκατασταθεί στο επίδικο κυλικείο και το εκμεταλλεύονται, αποκομίζοντας σημαντικά οικονομικά οφέλη, αν ληφθεί υπ' όψη ότι μηνιαία πραγματοποιούνται κατά μέσο όρο τριακόσιες ταφές. Η διαπίστωση της ενάρξεως λειτουργίας του παραπάνω κοινού νεκροταφείου την 28η Φεβρουαρίου 1998 και της ταυτόχρονης εγκαταστάσεως των εναγομένων στο κυλικείο του και εκμεταλλεύσεως τούτου παρ' αυτών δεν αναιρείται από το γεγονός ότι μετά την εν λόγω ημερομηνία εξακολούθησαν να πραγματοποιούνται ορισμένες, εντελώς περιορισμένες κατ' αριθμό, ταφές στα επί μέρους δημοτικά νεκροταφεία και ειδικότερα σε οικογενειακούς τάφους προσώπων είτε απ' ευθείας δικαιούχων είτε με το σύστημα της "φιλοξενίας". Υπ' αυτά τα δεδομένα ο ισχυρισμός των εναγομένων, ότι δεν έχει συντελεσθεί η έναρξη του συμβατικού χρόνου παραχωρήσεως της χρήσεως του επίδικου κυλικείου, είναι αντίθετος προς τις διαγραφόμενες στα άρθρα 200 και 288 Α.Κ. αρχές της καλόπιστης ερμηνείας και εκτελέσεως των συμβάσεων. Τέλος δέχθηκε το Εφετείο ότι αποδεικνύεται περαιτέρω ότι ο ενάγων, με τις από 13.10.2003 εξώδικες προσκλήσεις του, κάλεσε τις εναγόμενες να του αποδώσουν το επίδικο κυλικείο στη λήξη του χρονικού ορίου της παραχωρήσεως του (29.2.2004) και τους εκπροσώπους τους να προσέλθουν την 1η Μαρτίου 2004 στο γραφείο του προέδρου του προς υπογραφή του σχετικού πρωτοκόλλου (υπ' αριθμ….και….εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών……), χωρίς όμως θετικό αποτέλεσμα, αφού οι εναγόμενες παρέμειναν και μετά την παραπάνω καταληκτική ημερομηνία στη νομή και κατοχή του κυλικείου, αντιποιούμενες τη νομή του ενάγοντος και προσβάλλοντας την κυριότητα του ώστε η ένδικη αγωγή είναι βάσιμη και από ουσιαστική άποψη, ενώ απορριπτέοι ως αβάσιμοι κατ' ουσία είναι οι ισχυρισμοί των εναγομένων περί κατοχής του επιδίκου δυνάμει δικαιώματος (άρθρο 1095 Α.Κ.), αλλά και περί ενιαυσίας παραγραφής (άρθρο 992 ΑΚ), αφού από τότε που έπρεπε να αποδώσουν το παραχωρηθέν σ' αυτές κυλικείο (29.2.2004), κατέχοντας έκτοτε αυτό παράνομα και χωρίς δικαίωμα, μέχρι της 28ης Φεβρουαρίου 2005, που ασκήθηκε η ένδικη αγωγή δεν παρήλθε έτος". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση των αναιρεσειουσών κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης, που δέχθηκε την ένδικη αγωγή του αναιρεσιβλήτου-ενάγοντος κατ' αυτών και αναγνώρισε την κυριότητα και νομή του τελευταίου στο επίδικο εδαφικό τμήμα μετά του επ' αυτού κυλικείου και υποχρέωσε τις αναιρεσείουσες να το αποδώσουν σ' αυτό. Με τον τρίτο, κατά το πρώτο μέρος του, λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, οι αναιρεσείουσες προβάλλουν την αιτίαση ότι το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι το επίδικο αποτελεί πράγμα εκτός συναλλαγής και στη συνέχεια να απορρίψει την ένστασή τους για επίσχεση του επιδίκου μέχρι της καταβολής από τον αναιρεσίβλητο των σ'αυτή αναφερομένων οφειλών του προς αυτές, παραβίασε τις διατάξεις που αναφέρονται στην παραπάνω νομική σκέψη. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, αφού, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, ο χώρος στον οποίο βρίσκεται το κυλικείο, καθώς και το οικοδόμημα αυτό, περιλαμβανόμενος εντός των εδαφικών ορίων του κοιμητηρίου, η λειτουργία του οποίου (κυλικείου) είναι συνυφασμένη με την αντίστοιχη λειτουργία του τελευταίου, δεν έχει αποβάλλει το χαρακτήρα του ως πράγματος εκτός συναλλαγής και άρα ως περιουσία του Δήμου είναι ακατάσχετη και, συνεπώς, δεν χωρεί εναντίον της αξίωσης αυτής το σχετικό δικαίωμα επίσχεσης.
Ευθύνη πεζού που διέσχισε το οδόστρωμα εκτός διαβάσεων πεζών
28/2/2012 12:26:53 AM
Ευθύνη πεζού που διέσχισε το οδόστρωμα εκτός διαβάσεων πεζών.

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ 1360/2010
ΠΕΡΙΛΗΨΗ
Συνυπαίτια του αυτοκινητικού ατυχήματος, κατά ποσοστό 30%, είναι και η πεζή η οποία, ενώ όφειλε, προκειμένου να διασχίσει με ασφάλεια το οδόστρωμα να χρησιμοποιήσει τις διαβάσεις πεζών (άρθρο 38 παρ. 4 ΚΟΚ), κινήθηκε ανέλεγκτα και εκτός διαβάσεων, εκτιμώντας εσφαλμένα ότι προλαβαίνει να περάσει απέναντι.

ΑΠΟΦΑΣΗ
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ 1360/2010
Απόσπασμα…..Έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, για την οποία ιδρύεται το από το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δικ. λόγος αναίρεσης, υπάρχει όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό εκείνης (απόφασης) τα περιστατικά, που είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση περί της συνδρομής των όρων και προϋποθέσεων για την εφαρμογή της διάταξης που εφαρμόστηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων (όρων και προϋποθέσεων) που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σε ό,τι αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Αντίθετα δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος. Εξάλλου από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας. Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράληψη, εφόσον στην τελευταία περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράληψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη είτε από τον νόμο ή τη δικαιοπραξία είτε από την καλή πίστη κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη. Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή παράληψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ως αποδεχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το Δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας. Τέλος η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθ' εαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση του αυτοκινητιστικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο η στάθμιση του οποίου από το Δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος. Στην προκειμένη περίπτωση το δικάσαν Εφετείο δέχθηκε τα εξής: "Στις 20-5-2003 και ώρα 21.45 μ.μ. ο πρώτος εναγόμενος της κύριας αγωγής οδηγώντας το… δίκυκλο μοτοποδήλατο, στερούμενος της απαιτούμενης άδειας οδηγήσεως και με συνεπιβαίνουσα την αδελφή του……ιδιοκτησίας του δευτέρου εναγομένου, ασφαλισμένο για τις έναντι τρίτων σωματικές βλάβες και υλικές στην τρίτη εναγομένη ασφαλιστική εταιρία, κινούνταν στην οδό…..με κατεύθυνση από βορειοανατολικά προς νοτιοδυτικά. Όταν το πιο πάνω μοτοποδήλατο έφθασε πλησίον της συμβολής των οδών..., η οποία στο σημείο εκείνο είναι διπλής κατευθύνσεως με πλάτος 7-8 μέτρων, εκατέρωθεν της οδού υπήρχαν σταθμευμένα οχήματα που περιόριζαν την ορατότητα, κατά τον χρόνο δε εκείνο η κίνηση των οχημάτων ήταν πυκνή και υπήρχε τεχνητός φωτισμός, ο πρώτος εναγόμενος από έλλειψη προσοχής που όφειλε και μπορούσε κατά τις περιστάσεις να καταβάλει, ως μέσος συνετός οδηγός, δεν ρύθμισε την ταχύτητα του μοτοποδηλάτου ανάλογα με τις επικρατούσες συνθήκες με αποτέλεσμα να τραυματίσει την….., ηλικίας 83 ετών, μητέρα του πρώτου ενάγοντος, πεθερά της δεύτερης και γιαγιά του τρίτου, η οποία επιχείρησε να διασχίσει κάθετα την οδό…..με κατεύθυνση από αριστερά προς τα δεξιά σε σχέση με την πορεία του οχήματος. Η πιο πάνω πεζή κινήθηκε ανάμεσα από σταθμευμένα αυτοκίνητα, διέσχισε το αντίθετο ρεύμα πορείας, από αυτό στο οποίο κινούνταν το μοτοποδήλατο, εισήλθε στο ρεύμα πορείας του τελευταίου, ο οδηγός του οποίου αντιλαμβανόμενος αυτή από απόσταση 10 μέτρων περίπου, αν και ελάττωσε την ταχύτητα του οχήματός του και πραγματοποίησε μικρό αποφευκτικό ελιγμό προς τα δεξιά επέπεσε στην πεζή, η οποία είχε διανύσει το μεγαλύτερο μέρος του ρεύματος πορείας του και προσέγγιζε στο πεζοδρόμιο, κτυπώντας αυτή στη δεξιά πλευρά του σώματος της, με αποτέλεσμα αυτή να καταπέσει στο οδόστρωμα με την αριστερή πλευρά του σώματός της. Σύμφωνα με τα παραπάνω περιστατικά το ένδικο ατύχημα οφείλεται σε υπαιτιότητα του πρώτου εναγομένου, ο οποίος από αμέλειά του, δηλαδή από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε και μπορούσε να καταβάλει στη συγκεκριμένη περίπτωση, στερούμενος της απαιτούμενης άδειας ικανότητας οδηγήσεως, δεν οδηγούσε με διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, ούτε ασκούσε τον απαραίτητο έλεγχο και εποπτεία στο όχημά του, ώστε να είναι ικανός ανά πάσα στιγμή να εκτελέσει τους κατάλληλους χειρισμούς προς αποφυγή οποιουδήποτε δυναμένου να προβλεφθεί ορατού εμποδίου και δεν ρύθμισε την ταχύτητα του οχήματός του, ανάλογα με τις συνθήκες (νύκτα, σταθμευμένα αυτοκίνητα, πυκνή κυκλοφορία οχημάτων), αλλά κινούνταν σε κατοικημένη περιοχή με ταχύτητα που υπερέβαινε το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας (50 χιλ/ώρα), με αποτέλεσμα λόγω της απειρίας του στην οδήγηση να εκτιμήσει εσφαλμένα τις συνθήκες, να μην αντιληφθεί έγκαιρα την πεζή, η οποία κινούνταν αργά λόγω της ηλικίας της και να αντιδράσει με καθυστέρηση, ενεργώντας δε με τον προαναφερόμενο τρόπο παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 12 παρ. 1 και 19 παρ. 3 ΚΟΚ. Συνυπαίτια, όμως, του παραπάνω ατυχήματος κατά ποσοστό 30% είναι και η πεζή η οποία, ενώ όφειλε, προκειμένου να διασχίσει με ασφάλεια το οδόστρωμα να χρησιμοποιήσει διαβάσεις πεζών (άρθρο 38 παρ. 4 ΚΟΚ), κινήθηκε ανέλεγκτα και εκτός διαβάσεων εκτιμώντας εσφαλμένα ότι προλαβαίνει να περάσει απέναντι.
Μετάθεση εργαζομένου κατά κατάχρηση του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη
28/2/2012 12:24:31 AM
Μετάθεση εργαζομένου κατά κατάχρηση του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη. 

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ 313/2011
ΠΕΡΙΛΗΨΗ
Ο εργοδότης, ο οποίος διατηρεί περισσότερα καταστήματα για τις ανάγκες της επιχείρησής του σε διαφόρους τόπους, έχει το δικαίωμα, εφ όσον δεν εμποδίζεται από όρο της εργασιακής σύμβασης, να μεταθέσει το μισθωτό σε κατάστημα που βρίσκεται σε άλλο τόπο από εκείνο στον οποίο αυτός υπηρετεί.
Για τη μετάθεση αυτή, πρέπει να λαμβάνονται υπ όψιν και τα συμφέροντα του μισθωτού και συγκεκριμένα η μακροχρόνια παραμονή του σε ορισμένο τόπο και η συνεπεία αυτής δημιουργία ορισμένων συνθηκών διαβίωσης αυτού και της οικογένειάς του, οι ατομικές και οικογενειακές του ανάγκες και υποχρεώσεις, στις οποίες περιλαμβάνονται και εκείνες της συζύγου του, και η δυνατότητα μετακίνησης νεοτέρου ως προς την ηλικία και την υπηρεσία υπαλλήλου, ο οποίος πρέπει να προτιμάται για τη μετάθεση, αν εξυπηρετούνται έτσι οι λειτουργικές ανάγκες της επιχείρησης, γιατί αλλιώς πρόκειται για ενέργεια η οποία αντίκειται εκδήλως στην καλή πίστη.
Αν η μετάθεση δεν δικαιολογείται από κάποιο υπηρεσιακό λόγο, ή ιδιαίτερη ανάγκη της επιχείρησης, αλλά έγινε εκ λόγων εκδίκησης των αρμοδίων οργάνων αυτής προς τον εργαζόμενο, η μετάθεση είναι καταχρηστική.

ΑΠΟΦΑΣΗ
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ 313/2011
Απόσπασμα……Κατά το άρθρο 7 εδ. α του ν. 2112/1920 "Πάσα μονομερής μεταβολή των όρων της υπαλληλικής συμβάσεως, βλάπτουσα τον υπάλληλο, θεωρείται ως καταγγελία ταύτης, δι' ην ισχύουσιν οι διατάξεις του παρόντος νόμου". Κατά τον όρο της διάταξης αυτής "μονομερής μεταβολή" θεωρείται κάθε τροποποίηση των όρων εργασίας από τον εργοδότη, που γίνεται κατ' αθέτηση της εργασιακής σύμβασης, για την εφαρμογή όμως της εν λόγω διάταξης απαιτείται η μονομερής μεταβολή των όρων εργασίας να είναι βλαπτική για τον εργαζόμενο, δηλαδή να προκαλεί σ' αυτόν άμεση ή έμμεση υλική ή ηθική ζημία. Σε περίπτωση που η ανωτέρω μονομερής μεταβολή είναι αντίθετη προς το νόμο και τους όρους της συμβάσεως και δεν γίνεται κατ' ενάσκηση του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη, ο εργαζόμενος δεν προστατεύεται μόνο από τη διάταξη αυτή, αλλά και από τη διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ, η οποία απαγορεύει την κατάχρηση δικαιώματος. Ειδικότερα, ο μονομερής προσδιορισμός των όρων εργασίας που επιχειρεί ο εργοδότης, βάσει του διευθυντικού του δικαιώματος, πρέπει να υπηρετεί τους σκοπούς του δικαιώματος αυτού, δηλαδή την κατά το δυνατόν καλύτερη αξιοποίηση της εργασίας και την προσφορότερη οργάνωση της επιχείρησης. Αν ο μονομερής προσδιορισμός της παροχής εργασίας δεν αποβλέπει στην πραγματοποίηση των παραπάνω σκοπών, αλλά άλλων άσχετων με αυτούς επιδιώξεων του εργοδότη, τότε δεν υπάρχει χρήση αλλά κατάχρηση του διευθυντικού δικαιώματος. Και τούτο γιατί η καλή πίστη επιβάλλει στο φορέα του δικαιώματος να λαμβάνει υπόψη κατά την άσκησή του και κατά το μέτρο που επιβάλλουν οι περιστάσεις, τα δικαιολογημένα συμφέροντα και τις δικαιολογημένες προσδοκίες του άλλου μέρους. Τούτο ιδίως επιβάλλεται, επί συμβάσεως παροχής εξαρτημένης εργασίας, καθόσον το διευθυντικό δικαίωμα του εργοδότη για προσδιορισμό των όρων εκπλήρωσης της παροχής από το μισθωτό αποτελεί μονομερή εξουσία αυτού, η άσκηση της οποίας υπόκειται στους περιορισμούς που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη, ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, έστω και αν η εξουσία αυτού στηρίζεται στο νόμο ή στη συμφωνία των μερών. Από τις προαναφερθείσες διατάξεις, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 288, 648 και 652 Α.Κ., προκύπτει ότι στην περίπτωση συμβάσεως παροχής εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, εάν ο εργοδότης προβεί σε μονομερή βλαπτική για το μισθωτό μεταβολή των όρων εργασίας ή εν τη ασκήσει του διευθυντικού δικαιώματός του, προβεί κατά κατάχρηση αυτού, στον προσδιορισμό της παροχής της εργασίας, ο μισθωτός έχει διαζευκτικώς τις εξής δυνατότητες: α)Να αποδεχθεί τη μεταβολή, οπότε συνάπτεται νέα σύμβαση τροποποιητική της αρχικής, η οποία είναι έγκυρη, εφόσον δεν αντίκειται σε απαγορευτική διάταξη του νόμου ή στα χρηστά ήθη, β) Να θεωρήσει την πράξη αυτή του εργοδότη καταγγελία, εκ μέρους του, της εργασιακής σύμβασης και να απαιτήσει την καταβολή της αποζημίωσης, που προβλέπεται από το ν. 2112/1920, γ) Να εμμείνει στην τήρηση των συμβατικών όρων, προσφέροντας τις υπηρεσίες του σύμφωνα με τους προ της μεταβολής όρους, οπότε εάν ο εργοδότης δεν αποδεχθεί αυτή καθίσταται υπερήμερος περί την αποδοχή της εργασίας και οφείλει μισθούς υπερημερίας ή, εκφράζοντας την αντίδρασή του, να παράσχει την νέα εργασία του και να προσφύγει στο δικαστήριο ζητώντας να υποχρεωθεί ο εργοδότης του να τον απασχολεί σύμφωνα με τους προ της μεταβολής όρους. Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 281, 288, 361, 652 ΑΚ και 7 του ν. 2112/1920 προκύπτει ότι ο εργοδότης, ο οποίος διατηρεί περισσότερα καταστήματα για τις ανάγκες της επιχειρήσεώς του σε διαφόρους τόπους, έχει το δικαίωμα, εφόσον δεν εμποδίζεται από όρο της εργασιακής σύμβασης, να μεταθέσει το μισθωτό σε κατάστημα που βρίσκεται σε άλλο τόπο από εκείνο στον οποίο αυτός υπηρετεί, αλλά για τη μετάθεση αυτή, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη και τα συμφέροντα του μισθωτού και συγκεκριμένα η μακροχρόνια παραμονή του σε ορισμένο τόπο και η συνεπεία αυτής δημιουργία ορισμένων συνθηκών διαβιώσεως αυτού και της οικογένειάς του, οι ατομικές και οικογενειακές του ανάγκες και υποχρεώσεις, στις οποίες περιλαμβάνονται και εκείνες της συζύγου του, και η δυνατότητα μετακινήσεως νεοτέρου ως προς την ηλικία και την υπηρεσία υπαλλήλου, ο οποίος πρέπει να προτιμάται για τη μετάθεση, αν εξυπηρετούνται έτσι οι λειτουργικές ανάγκες της επιχειρήσεως, διότι αλλιώς πρόκειται για ενέργεια η οποία αντίκειται εκδήλως στην καλή πίστη. Εξάλλου, ο εκ του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, δημιουργείται όταν στο αιτιολογικό της απόφασης δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν συντρέχουν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχτηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η εναγομένη ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία……και τον διακριτικό τίτλο……η οποία διατηρεί τουριστικό γραφείο με έδρα την Αθήνα και υποκατάστημα ευρισκόμενο εντός του…….προσέλαβε την ενάγουσα, μόνιμο κάτοικο…… την …./2001 με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου για να εργασθεί ως υπάλληλος γραφείου στο ως άνω υποκατάστημά της στον…….Η εναγομένη, βάσει σχετικής συμβάσεως με τη Διοίκηση του …. έχει αναλάβει την Υπηρεσία Φύλαξης…… αντικείμενο δε εργασίας της ενάγουσας ήταν η παραλαβή και ο έλεγχος των αποσκευών, η έκδοση δελτίων παραλαβής-αποδείξεων παράδοσης και η είσπραξη του αντιτίμου αυτών. Την 21-3-2006 η ενάγουσα προσέφυγε στην Επιθεώρηση Εργασίας…..με αίτημα την καταβολή του διαχειριστικού επιδόματος και την αναγνώριση της προϋπηρεσίας της. Κατά τη συζήτηση της εργατικής αυτής διαφοράς ενώπιον των αρμοδίων οργάνων της Επιθεώρησης Εργασίας την 18-4-2006 ο νόμιμος εκπρόσωπος της εναγομένης συμφώνησε στην εφαρμογή των όρων της σχετικής ΣΣΕ ως προς την καταβολή του διαχειριστικού επιδόματος, επιφυλάχτηκε όμως ως προς το έτερο αίτημα της ενάγουσας, ενόψει, όπως υποστήριξε, της αναμενόμενης απάντησης επί σχετικού ερωτήματος της εναγομένης προς το Υπουργείο Εργασίας. Ακολούθως, απεδείχθη ότι την 1-6-2006 η εναγομένη απομάκρυνε την ενάγουσα από το γραφείο φύλαξης των αποσκευών, όπου εργαζόταν έως τότε και την τοποθέτησε σε τμήμα εγκαταστάσεών της, το οποίο ήταν απομονωμένο σε σχέση με τις υπόλοιπες δραστηριότητες της εταιρείας, η ενάγουσα δε με την από 16-6-2006 εξώδικη δήλωση-διαμαρτυρία της διαμαρτυρήθηκε για την ως άνω υπηρεσιακή της μεταβολή. Η εναγομένη με την από 21-6-2006 εξώδικη δήλωσή της κάλεσε την ενάγουσα να αναλάβει υπηρεσία στα κεντρικά γραφεία αυτής επί της οδού….στην περιοχή πλατείας….των Αθηνών, η ενάγουσα όμως με την από 23-6-2006 δεύτερη εξώδικη δήλωσή της προς την εναγομένη απέκρουσε την άνω υπηρεσιακή της μετακίνηση και δήλωσε ότι θα συνεχίσει να προσφέρει προσηκόντως τις υπηρεσίες της στο τόπο που ορίζει η εργασιακή της σύμβαση, θέση άλλωστε στην οποία εργαζόταν έως τότε. Η κατά τα άνω υπηρεσιακή μετακίνηση της ενάγουσας, κατά παράβαση των όρων της ατομικής της σύμβασης εργασίας, δεδομένου ότι ρητά κατά την πρόσληψή της είχε συμφωνηθεί με την εναγομένη ως τόπος εργασίας της ο…..(περιοχής ευρισκομένης πλησίον του….), ότι επί 5 σχεδόν έτη προσέφερε τις υπηρεσίες της στην ως άνω θέση και ότι η μετάβασή της πλέον στη νέα της θέση και η επιστροφή στην οικία της θα απαιτούσε πολύ χρόνο ημερησίως και επί πλέον σημαντική οικονομική επιβάρυνση αυτής κρίνεται ότι συνιστά μονομερή εκ μέρους της εναγομένης βλαπτική μεταβολή των όρων της εργασιακής της συμβάσεως. Η μεταβολή δε αυτή δεν δικαιολογείται από κάποιο υπηρεσιακό λόγο ή ιδιαίτερη ανάγκη της επιχείρησης της εναγομένης, αλλά έγινε εκ λόγων εκδικήσεως των αρμοδίων οργάνων αυτής προς το πρόσωπο της ενάγουσας, λόγω της προβολής κατά τα προαναφερθέντα των ως άνω αιτημάτων της. Και ισχυρίζεται η εναγομένη πρωτοδίκως, αλλά και με τους σχετικούς λόγους της έφεσής της, ότι αναγκάστηκε να προβεί στην κατά τα άνω υπηρεσιακή μετακίνηση της ενάγουσας λόγω της αντισυμβατικής συμπεριφοράς της και της πλημμελούς άσκησης των καθηκόντων της. Οι ισχυρισμοί δεν προέκυψαν σαφώς από κανένα αποδεικτικό μέσο. Κατόπιν αυτών, η άσκηση εν προκειμένω του διευθυντικού δικαιώματος της εναγομένης έγινε κατά προφανή παράβαση των ορίων του άρθρου 281 Α.Κ. και κατά παράβαση της διατάξεως του άρθρου 288 Α.Κ, λόγω της συμπεριφοράς δε των αρμοδίων οργάνων της κατά τα άνω επήλθε βλαπτική μεταβολή των όρων της εργασιακής σύμβασης της ενάγουσας, αφού επήλθε σ' αυτήν ουσιώδης βλάβη κατ' αντικειμενική κρίση, απορριπτόμενων ως αβασίμων των σχετικών περί του αντιθέτου λόγων της έφεσης της εναγομένης. Μετά δε την προαναφερθείσα εξώδικη δήλωσή της προς την εναγομένη ότι δεν δέχεται την άνω μεταβολή, η τελευταία περιήλθε σε υπερημερία και οφείλει να της καταβάλει για μισθούς υπερημερίας του διαστήματος από 1-7-2006 έως 31-12-2006, συνυπολογιζομένου του επιδόματος αδείας και Χριστουγέννων 2006, το συνολικό ποσό των 7.152,52 ευρώ. Με τις σκέψεις αυτές εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και δέχθηκε κατά ένα μέρος την αγωγή. Έτσι που έκρινε το Εφετείο διέλαβε στην απόφαση του επαρκείς, σαφείς και δίχως αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες καθιστούν καταχρηστική την άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος της αναιρεσείουσας και εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της, ως προς την εφαρμογή των προαναφερθεισών διατάξεων που εφάρμοσε, δεν ήταν δε αναγκαίο για την πληρότητα της αιτιολογίας, να διαλάβει στην απόφαση του και ειδικότερη αιτιολογία για τη συμπεριφορά της ενάγουσας, την ασυνέπεια της στην παροχή της εργασίας της, τη βλάβη της από τη μετακίνηση της, την για πρώτη φορά άρνηση της να αποδεχθεί την αλλαγή του τόπου παροχής της εργασίας της, διότι από τις παραπάνω παραδοχές της απόφασης, προκύπτει σαφώς ότι, με αυτές αιτιολογούνται και τα ζητήματα αυτά, λαμβανομένου υπόψη και του ότι η πλημμέλεια, η αναφερομένη στην "για πρώτη φορά άρνηση της να αποδεχθεί την αλλαγή του τόπου παροχής της εργασίας της", αλυσιτελώς προβάλλεται, αφού η καταχρηστική άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος δεν αναφέρεται και στην αλλαγή αυτή. Εξάλλου, μεταξύ των παραδοχών της απόφασης που αναφέρονται στην καταχρηστική άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος και τη μείωση της προσωπικότητας της ενάγουσας, δεν υπάρχει αντίφαση, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα. Συνεπώς ο, περί του αντιθέτου, πρώτος λόγος της αναιρέσεως, από τον αρ. 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
Γάμος μεταξύ Έλληνα και Αλβανού, που τελέστηκε από τον Αλβανό Πρόξενο στην Ελλάδα
28/2/2012 12:21:52 AM
Γάμος μεταξύ Έλληνα και Αλβανού, που τελέστηκε από τον Αλβανό Πρόξενο στην Ελλάδα.

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ  608/2011
ΠΕΡΙΛΗΨΗ
Ο γάμος μεταξύ Έλληνα και Αλβανού, που τελείται από τον Αλβανό Πρόξενο στην Ελλάδα, είναι, σύμφωνα με τα άρθρα 13 παρ. 1, 1367 και 1372 παρ.2 ΑΚ, ανυπόστατος, αφού ο εν λόγω Πρόξενος είναι εντελώς αναρμόδιος να τελεί τέτοιους γάμους, σύμφωνα με την Προξενική Σύμβαση μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Δημοκρατίας της Αλβανίας.

ΑΠΟΦΑΣΗ
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ  608/2011
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Γεωργία Λαλούση, Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαντή και Βασίλειο Λαμπρόπουλο, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Φεβρουαρίου 2011, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14/2/2005 αγωγή των υπό στοιχεία 1 και 2 ήδη αναιρεσιβλήτων, την από 3/3/2005 αυτοτελή παρέμβαση των υπό στοιχεία 3 και 4 ήδη αναιρεσιβλήτων και την από 21/4/2005 αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: ……οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και…….του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 20/9/2010 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Λαμπρόπουλος ανέγνωσε την από 26/1/2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του μοναδικού λόγου της από 20.9.2010 αίτησης του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ' αριθμ…….αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ αν ο αντίδικος εκείνου που επίσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ'αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία του. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του δικαστηρίου τούτου, ο πρώτος και η δεύτερη εκ των αναιρεσιβλήτων …. και….αντίστοιχα, δεν εμφανίστηκαν κατά την αναφερόμενη στην αρχή της απόφασης αυτής συνεδρίαση, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το πινάκιο. Όπως προκύπτει δε από τις υπ'αριθ…, …..εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών……τις οποίες προσκομίζει και επικαλείται το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, που επισπεύδει τη συζήτηση, ακριβή αντίγραφα της κρινομένης αίτησης αναίρεσης, με την κάτωθι αυτών πράξη ορισμού δικασίμου για τη συνεδρίαση της 4.2.2011, καθώς και κλήση προς συζήτηση κατ'αυτήν επιδόθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα στους ως άνω αναιρεσιβλήτους. Αυτοί όμως δεν εμφανίσθηκαν και δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε με δήλωση κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ κατά την προαναφερόμενη δικάσιμο, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το πινάκιο. Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της ως άνω αίτησης αναίρεσης παρά την απουσία των ανωτέρω αναιρεσιβλήτων. Σημειωτέον ότι νομίμως παρίσταται και συνεχίζει τη δίκη για λογαριασμό του τετάρτου αναιρεσιβλήτου Δήμου…. ο Δήμος…..σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1 και 283 παρ. 1 του Ν.3852/2010 (Νέα Αρχιτεκτονική της Αυτοδιοίκησης και της αποκεντρωμένης Διοίκησης - πρόγραμμα Καλλικράτης). Κατά το άρθρο 1367 παρ. 1, 2 ΑΚ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 του Ν.1250/1982, ο γάμος τελείται είτε με τη σύγχρονη δήλωση των μελλονύμφων ότι συμφωνούν σ' αυτόν (πολιτικός γάμος), είτε με ιερολογία από ιερέα της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας ή από λειτουργό άλλου δόγματος ή θρησκεύματος στην Ελλάδα. Η δήλωση στην περίπτωση του πολιτικού γάμου, γίνεται δημόσια κατά πανηγυρικό τρόπο ενώπιον δύο μαρτύρων, προς το Δήμαρχο ή τον Πρόεδρο της Κοινότητας του τόπου όπου τελείται ο γάμος ή προς τον νόμιμο αναπληρωτή τους, που είναι υποχρεωμένοι να συντάξουν αμέσως σχετική πράξη. Εξ άλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 32 παρ. 1, 2 του Ν.2106/1992 "Κύρωση Προξενικής Σύμβασης μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Δημοκρατίας της Αλβανίας" ο προξενικός λειτουργός έχει το δικαίωμα 1) να τηρεί μητρώα των γάμων, γεννήσεων και θανάτων των υπηκόων του Κράτους αποστολής και να δέχεται δηλώσεις και αιτήσεις σχετικά με την προσωπική κατάσταση των υπηκόων αυτών και 2) να τελεί γάμους με την προϋπόθεση οι σύζυγοι να είναι υπήκοοι του Κράτους αποστολής, χωρίς ο ένας ή ο άλλος να είναι συγχρόνως υπήκοος του Κράτους διαμονής (περίπτωση διπλής ιθαγένειας). Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 14 και 29 του Ν.44/1976 "Περί ληξιαρχικών πράξεων", προκύπτει ότι οι ληξίαρχοι υποχρεούνται να καταχωρούν τους γάμους που δηλώνονται σ'αυτούς χωρίς να έχουν την δυνατότητα να ελέγχουν το κύρος αυτών εκτός αν είναι ανυπόστατοι. Ανυπόστατος δε, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1372 παρ. 2 ΑΚ, είναι ο γάμος που έγινε χωρίς να τηρηθεί καθόλου ένας από τους τύπους που προβλέπονται στο άρθρο 1367 ΑΚ. Έτσι, ανυπόστατος, σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, είναι ο γάμος που όταν λείπει εντελώς κάποιο ουσιώδες στοιχείο του "πραγματικού" του, δηλαδή κάποιο από τα στοιχεία της συστατικής του πράξης που είναι η συμφωνία των μελλονύμφων και ο συστατικός τύπος του γάμου. Έλλειψη δε συστατικού τύπου υπάρχει όταν ο γάμος έχει γίνει από εντελώς αναρμόδιο ολικά όργανο. Από τα ανωτέρω παρέπεται ότι ο γάμος μεταξύ Έλληνα και Αλβανού υπηκόου που τελείται από Αλβανό Πρόξενο στην Ελλάδα, είναι σύμφωνα με το εφαρμοζόμενο στην περίπτωση αυτή κατά το άρθρο 13 παρ. 1 ΑΚ Ελληνικό δίκαιο, ανυπόστατος, αφού ο εν λόγω Πρόξενος είναι εντελώς αναρμόδιος να τελεί τέτοιους γάμους, σύμφωνα με την προαναφερθείσα Προξενική Σύμβαση μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Δημοκρατίας της Αλβανίας. Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο δέχθηκε τα εξής: Ο πρώτος εκ των αναιρεσιβλήτων……Έλληνας υπήκοος, κι η δεύτερη αναιρεσίβλητη…..Αλβανίδα υπήκοος, ετέλεσαν στις…..πολιτικό γάμο στην Αλβανική Πρεσβεία στην Αθήνα. Μετά την τέλεση του γάμου εκδόθηκε το υπ' αριθ. πρωτ…..πιστοποιητικό γάμου της Πρεσβείας της Δημοκρατίας της Αλβανίας στην Αθήνα, το οποίο οι δύο πρώτοι αναιρεσίβλητοι προσκόμισαν, σε επίσημη μετάφραση από το αρμόδιο τμήμα του Υπουργείου Εξωτερικών της Ελλάδος, στη ληξίαρχο του πρώην Δήμου …..(τρίτη αναιρεσίβλητη) προκειμένου να καταχωρήσει το γάμο τους στα οικεία ληξιαρχικά βιβλία γάμου και να συνταχθεί η σχετική ληξιαρχική πράξη γάμου. Η τελευταία όμως αρνήθηκε να προβεί στη σύνταξη της σχετικής ληξιαρχικής πράξης. Μετά ταύτα, οι δύο πρώτοι απολειπόμενοι αναιρεσίβλητοι με την από ……αίτηση ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (Διαδικασία εκουσίας δικαιοδοσίας) ζήτησαν να βεβαιωθεί ότι ο γάμος τους που έγινε στο Αλβανικό Προξενείο της Αθήνας, στις……είναι έγκυρος και ότι κακώς η ως άνω ληξίαρχος αρνήθηκε να συντάξει την οικεία ληξιαρχική πράξη. Το δικαστήριο, μετά την άσκηση και συνεκδίκαση παρεμβάσεων του Δήμου…….της ανωτέρω ληξιάρχου αλλά και του νυν αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, έκρινε ότι ο γάμος των ως άνω δύο πρώτων απολιπομένων αναιρεσιβλήτων δεν είναι ανυπόστατος αλλά έγκυρος και διέταξε την ως άνω ληξίαρχο να συντάξει τη σχετική ληξιαρχική πράξη και να καταχωρήσει αυτή στα οικεία ληξιαρχικά βιβλία. Κατά της απόφασης αυτής οι ως άνω παρεμβαίνοντες άσκησαν εφέσεις και το Εφετείο, δικάζοντας κι αυτό κατά τη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρ. 739 επ. ΚΠολΔ) και με τις ανωτέρω παραδοχές δέχθηκε ότι η ενώπιον του Προξένου της Αλβανίας δήλωση βουλήσεως δύο μελλονύμφων, Ελληνικής και Αλβανικής υπηκοότητας, αντίστοιχα, επέφερε έννομα αποτελέσματα και ότι ο γάμος των δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων δεν είναι ανυπόστατος αλλά έγκυρος, απορρίπτοντας τους σχετικούς λόγους έφεσης. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο παρεβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ως άνω διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου και υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθ. 1 περ. α του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Επομένως ο μοναδικός λόγος αναίρεσης του Ελληνικού Δημοσίου πρέπει να γίνει δεκτός, ως βάσιμος, αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος, συνεπεία άσκησης ενδίκου μέσου και τη διεξαγωγή της δίκης με αντιδικία, πρέπει να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος (άρθρ. 741, 183 ΚΠολΔ), μειωμένα όμως σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ. 1 του Ν.3693/1957, όπως η παράγραφος αυτής ισχύει μετά την υπ'αριθ. 134423/8.12.1992 απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ τεύχος Β 11/20.1.1993), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παρ. 12 του Ν.1738/1987, σύμφωνα με το διατακτικό.
Αναψηλάφηση δίκης επί αντιφατικών πολιτικών αποφάσεων
27/2/2012 10:48:03 AM
Αναψηλάφηση δίκης επί αντιφατικών πολιτικών αποφάσεων.

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ 618/2011
ΠΕΡΙΛΗΨΗ
Ο λόγος αναψηλάφησης επί πολιτικών αντιφατικών αποφάσεων προϋποθέτει, αφ' ενός την ύπαρξη τελεσίδικων αποφάσεων στην αυτή υπόθεση και αφ' ετέρου αντίφαση μεταξύ τους στο διατακτικό, όχι όμως και στις αιτιολογίες, εκτός εάν οι τελευταίες έχουν και τα προσόντα διατακτικού, ιδίως όταν στο τελευταίο το Δικαστήριο εκφράστηκε ασαφώς, πράγμα όμως που συγκεκριμενοποιείται με τις αιτιολογίες της ίδιας απόφασης.
Η προεκτεθείσα αντίφαση πρέπει να προήλθε εκ του ότι ενώ κατά τη συζήτηση, κατά την οποία εκδόθηκε η μεταγενέστερη απόφαση συνέτρεχαν όλες οι προαναφερθείσες προϋποθέσεις με βάση τις οποίες μπορούσε να προβληθεί επιτυχώς η ένσταση του ουσιαστικού δεδικασμένου, η ένσταση αυτή δεν προβλήθηκε από υπαίτια ή όχι συμπεριφορά των διαδίκων, ούτε λήφθηκε οπωσδήποτε υπ όψιν από το Δικαστήριο.
Εάν όμως η ίδια ένσταση προτάθηκε, ή εξετάστηκε, το ζήτημα του ουσιαστικού δεδικασμένου και το δικαστήριο εξέφερε κρίση περί αυτού με τη μεταγενέστερη απόφασή του, δεν χωρεί αναψηλάφηση, αλλά αναίρεση από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Στην περίπτωση, που κατά την εκδίκαση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο της δεύτερης υπόθεσης, ταυτιζόμενης κατά τα ουσιώδη στοιχεία της με προηγηθείσα υπόθεση, εκκρεμούσε στο Εφετείο η έκδοση τελεσίδικης απόφασης επί της πρώτης υπόθεσης, και κατά συνέπεια δεν υφίστατο δεδικασμένο από την πρώτη υπόθεση, δυνάμενο να προβληθεί κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο της δεύτερης υπόθεσης, εάν στη συνέχεια, και πριν την έκδοση της απόφασης επί της δεύτερης υπόθεσης από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, δημοσιευθεί στο μεταξύ η απόφαση του Εφετείου και ανατρέψει την πρωτόδικη απόφαση επί της πρώτης υπόθεσης, εκδοθεί δε στη συνέχεια από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο οριστική απόφαση επί της δεύτερης υπόθεσης, αντίθετη προς την προηγηθείσα απόφαση του Εφετείου, το προκύψαν εντεύθεν δεδικασμένο επί της πρώτης υπόθεσης, που δεν μπορούσε να προβληθεί κατά τη συζήτηση της δεύτερης υπόθεσης, μπορεί να προβληθεί από τον ενδιαφερόμενο διάδικο, που επιθυμεί την εφαρμογή επί της δεύτερης υπόθεσης του προκύψαντος εκ των υστέρων αντιθέτου δεδικασμένου επί της πρώτης υπόθεσης, με έφεση κατά της δεύτερης απόφασης και με λόγο στηριζόμενο επί του οψιγενούς και εκ των υστέρων προκύψαντος δεδικασμένου κατ' άρθρο 527 παρ 2 ΚΠολΔ.
Στην περίπτωση όμως αυτή, που το εκ των υστέρων προκύψαν δεδικασμένο, δεν υφίστατο προφανώς κατά τη συζήτηση κατά την οποία εκδόθηκε η μεταγενέστερη απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, εάν το δεδικασμένο αυτό δεν προβλήθηκε εκ μέρους του ενδιαφερόμενου διαδίκου με λόγο έφεσης, δεν είναι επιτρεπτό δικονομικά, μετά την παρέλευση τριετίας από την έκδοση της απόφασης, επί της δεύτερης συναφούς υπόθεσης, που δεν επιδόθηκε ποτέ και την μη άσκηση εναντίον της έφεσης, να αποτελέσει λόγο αναψηλάφησης από την διάταξη του άρθρου 544 παρ. 1 ΚΠολΔ η επιγενόμενη αντίθεση των δύο τελεσιδίκων πλέον αποφάσεων, αφού ελλείπει η αναγκαία δικονομική προϋπόθεση, ότι, κατά τη συζήτηση επί της δεύτερης υπόθεσης στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο συνέτρεχε η προϋπόθεση της τελεσιδικίας επί της πρώτης υπόθεσης, που επέτρεπε την επιτυχή προβολή επί της δεύτερης υπόθεσης της ένστασης του ουσιαστικού δεδικασμένου από την πρώτη.

ΑΠΟΦΑΣΗ
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ 618/2011
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Γεωργία Λαλούση, Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαντή και Βασίλειο Λαμπρόπουλο, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Μαρτίου 2011, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27/7/2004 αίτηση αναψηλαφήσεως των ήδη αναιρεσιβλήτων που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών κατά της…..αποφάσεως του ίδιου Δικαστηρίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: ……και……του ίδιου Δικαστηρίου και….του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 15/1/2010 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δημητρούλα Υφαντή ανέγνωσε την από 25/2/2011 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε 1) να γίνει δεκτός ο τρίτος και τελευταίος, κατά το δεύτερο μέρος του λόγος της από 15-1-2010 αίτησης αναίρεσης και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη υπ' αριθ…..απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά το πληττόμενο μέρος της με το οποίο έκρινε τυπικά δεκτή την αίτηση αναψηλάφησης των αναιρεσιβλήτων, απορρίπτοντας αντίθετο λόγο της έφεσης του αναιρεσείοντος, στη συνέχεια δε να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση στο σύνολό της, 2) Επικουρικά για την περίπτωση που ο προαναφερθείς λόγος αναιρέσεως κριθεί αβάσιμος να απορριφθούν επί της ουσίας κατά τα λοιπά οι λοιποί αναιρετικοί λόγοι. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 14 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα, ή απαράδεκτο. Εξ άλλου, κατά το άρθρο 544 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναψηλαφήσεως, όταν στην ίδια υπόθεση εκδόθηκαν μεταξύ των ίδιων διαδίκων, που είχαν παραστεί με την ίδια ιδιότητα, από το ίδιο ή διαφορετικά δικαστήρια αποφάσεις που αντιφάσκουν μεταξύ τους. Από τη διάταξη αυτή ενόψει και της διαγραφής κατά τη συζήτηση του αντίστοιχου άρθρου 538 αρ. 1 του Σχεδίου της Συντακτικής Επιτροπής, από την Αναθεωρητική Επιτροπή, των λέξεων "εφ' όσον πιθανολογείται ότι ο αιτούμενος την αναψηλάφηση αναιτίως παρέλειψε την επίκληση της προεκδοθείσας αποφάσεως", με την αιτιολογία ότι "και επί τη προϋποθέσει ότι ο αιτούμενος την αναψηλάφηση υπαιτίως παρέλειψε την επίκληση της προεκδοθείσας αποφάσεως, παραμένει πάντως η ανωμαλία", σαφώς προκύπτει ότι ο προεκτεθείς λόγος αναψηλαφήσεως προϋποθέτει, αφ' ενός την ύπαρξη τελεσίδικων αποφάσεων στην αυτή υπόθεση και αφ' ετέρου αντίφαση μεταξύ τους στο διατακτικό, όχι όμως και στις αιτιολογίες, εκτός εάν οι τελευταίες έχουν και τα προσόντα διατακτικού, ιδίως όταν στο τελευταίο το Δικαστήριο εκφράστηκε ασαφώς, πράγμα όμως που συγκεκριμενοποιείται με τις αιτιολογίες της ίδιας απόφασης. Και τούτο επειδή, σκοπός της διατάξεως είναι η κατάργηση του δεδικασμένου, το οποίο δημιουργήθηκε με τη μεταγενέστερη απόφαση, η οποία σε περίπτωση παραδοχής της αναψηλαφήσεως εξαφανίζεται σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 549 του Κ.Πολ.Δ. Η προεκτεθείσα δε αντίφαση πρέπει να προήλθε εκ του ότι ενώ κατά τη συζήτηση, κατά την οποία εκδόθηκε η μεταγενέστερη απόφαση συνέτρεχαν όλες οι προαναφερθείσες προϋποθέσεις με βάση τις οποίες μπορούσε να προβληθεί επιτυχώς η ένσταση του ουσιαστικού δεδικασμένου, η ένσταση αυτή δεν προβλήθηκε από υπαίτια ή όχι συμπεριφορά των διαδίκων, ούτε λήφθηκε οπωσδήποτε υπόψη από το Δικαστήριο. Εάν όμως η ίδια ένσταση προτάθηκε ή εξετάστηκε το ζήτημα του ουσιαστικού δεδικασμένου και το δικαστήριο εξέφερε κρίση περί αυτού με τη μεταγενέστερη απόφασή του, δεν χωρεί αναψηλάφηση για τον προεκτεθέντα λόγο, αλλά αναίρεση από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. Ενόψει αυτών στην περίπτωση που κατά την εκδίκαση στο πρωτοβάθμιο ουσιαστικό Δικαστήριο της δεύτερης υπόθεσης ταυτιζόμενης κατά τα ουσιώδη στοιχεία της με προηγηθείσα υπόθεση, εκκρεμούσε στο Εφετείο η έκδοση τελεσίδικης απόφασης επί της πρώτης υπόθεσης, και κατά συνέπεια δεν υφίστατο δεδικασμένο από την πρώτη υπόθεση, δυνάμενο να προβληθεί κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο της δεύτερης υπόθεσης εάν στη συνέχεια, και πριν την έκδοση της απόφασης επί της δεύτερης υποθέσεως από το πρωτοβάθμιο ουσιαστικό δικαστήριο, δημοσιευθεί στο μεταξύ η απόφαση του Εφετείου και ανατρέψει την πρωτόδικη απόφαση επί της πρώτης υπόθεσης, εκδοθεί δε στη συνέχεια από το πρωτοβάθμιο ουσιαστικό δικαστήριο οριστική απόφαση επί της δεύτερης υπόθεσης, αντίθετη προς την προηγηθείσα απόφαση του Εφετείου, το προκύψαν εντεύθεν δεδικασμένο επί της πρώτης υπόθεσης που δεν μπορούσε να προβληθεί κατά τη συζήτηση της δεύτερης υπόθεσης, μπορεί να προβληθεί από τον ενδιαφερόμενο διάδικο, που επιθυμεί την εφαρμογή επί της δεύτερης υπόθεσης του προκύψαντος εκ των υστέρων αντιθέτου δεδικασμένου επί της πρώτης υπόθεσης, με έφεση κατά της δεύτερης απόφασης και με λόγο στηριζόμενο επί του οψιγενούς και εκ των υστέρων προκύψαντος δεδικασμένου κατ' άρθρο 527§2 Κ.Πολ.Δ. Στην περίπτωση όμως αυτή, που το εκ των υστέρων προκύψαν δεδικασμένο, δεν υφίστατο προφανώς κατά τη συζήτηση κατά την οποία εκδόθηκε η μεταγενέστερη απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, εάν το δεδικασμένο αυτό δεν προβλήθηκε εκ μέρους του ενδιαφερόμενου διαδίκου με λόγο εφέσεως κατά τα προαναφερθέντα, δεν είναι επιτρεπτό δικονομικά, μετά την παρέλευση τριετίας από την έκδοση της απόφασης, επί της δεύτερης συναφούς υπόθεσης, που δεν επιδόθηκε ποτέ και την μη άσκηση εναντίον της έφεσης, ν' αποτελέσει λόγο αναψηλάφησης, από την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 544§1 του Κ.Πολ.Δ. η επιγενόμενη αντίθεση, των δύο τελεσιδίκων πλέον αποφάσεων, αφού ελλείπει η αναγκαία δικονομική προϋπόθεση ότι κατά τη συζήτηση επί της δεύτερης υπόθεσης στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο συνέτρεχε η προϋπόθεση της τελεσιδικίας επί της πρώτης υπόθεσης που επέτρεπε την επιτυχή προβολή επί της δεύτερης υπόθεσης της ένστασης του ουσιαστικού δεδικασμένου από την πρώτη. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, όπως παραδεκτά επισκοπούνται από το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου κατ' άρθρο 561§2 του Κ.Πολ.Δ., για την εκτίμηση της βασιμότητας των εδώ ερευνομένων αναιρετικών λόγων προκύπτουν τ' ακόλουθα: Α. Με την από 27.7.04 αίτηση αναψηλάφησης επί της οποίας έκρινε η προσβαλλόμενη απόφαση ζητήθηκε από τις αναιρεσίβλητες, από τις οποίες η πρώτη εταιρεία είναι μισθώτρια και η δεύτερη εταιρεία εγγυήτρια σε μισθωτική σχέση, η εξαφάνιση της υπ' αριθμ….αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (διαδικασία μισθωτικών διαφορών) που εκδόθηκε επί αγωγής του αναιρεσείοντος εκμισθωτή κατά των αναιρεσιβλήτων και ανταγωγής των τελευταίων κατά του πρώτου για την αναπροσαρμογή του οφειλομένου μισθώματος που προβλεπόταν συμβατικά μεταξύ των διαδίκων, η οποία (υπ' αριθμ…..απόφαση) κατέστη τελεσίδικη την 30 Ιουνίου 2002 λόγω της παρόδου τριετίας από τη δημοσίευσή της την 30 Ιουνίου 1999, χωρίς αυτή να επιδοθεί από κανένα διάδικο μέρος και χωρίς ν' ασκηθεί εναντίον της το ένδικο μέσο της έφεσης, για το λόγο ότι η εν λόγω απόφαση αντιφάσκει κατά το διατακτικό της με την υπ' αριθμ. ……απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που δημοσιεύθηκε την 30.4.1999, δηλαδή πριν τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης με τη αναψηλάφηση υπ' αριθ…..απόφασης, που δημοσιεύθηκε την 30/6/1999, καθόσον η δεύτερη υπόθεση ταυτίζεται με την πρώτη κατά τα ουσιώδη κρίσιμα στοιχεία της και αφορά τους ίδιους διαδίκους που είχαν παραστεί με την ίδια ιδιότητα και στις δύο δίκες - υποθέσεις. Με το περιεχόμενό της όμως αυτό η ένδικη αίτηση αναψηλάφησης, έπρεπε ν' απορριφθεί ως απαράδεκτη κατά τα προαναφερθέντα στη νομική σκέψη της παρούσας, διότι το δεδικασμένο της υπ' αριθ……απόφασης του Εφετείου Αθηνών, που εμφανίζεται στην αίτηση αναψηλάφησης ως αντιφάσκον με το δεδικασμένο της προσβαλλόμενης υπ' αριθ…..απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που προσβάλλεται με την αναψηλάφηση, δεν υφίστατο κατά τον χρόνο που συζητήθηκε η υπόθεση στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών την 26/2/1999 μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη με την αναψηλάφηση απόφαση, και δεν μπορούσε να προβληθεί τότε, μπορούσε όμως ν' αποτελέσει λόγο έφεσης κατά της ίδιας απόφασης και για μια ολόκληρη τριετία μετά τη δημοσίευσή της, αφού κατά τα εκτιθέμενα στην αίτηση αναψηλάφησης δεν επιδόθηκε ποτέ. Επομένως, το Εφετείο που με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε αντίστοιχο περί απαραδέκτου της αναψηλάφησης ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, που προβλήθηκε στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, και επαναφέρθηκε και στο Εφετείο μετά την απόρριψή του από το Πρωτοδικείο, με λόγο έφεσης του αναιρεσείοντος (που επισημαίνεται και στο αναιρετήριο) παρά το νόμο και ειδικά εναντίον των πιο πάνω δικονομικών διατάξεων των άρθρων 544§1 και εκείνων περί δεδικασμένου που προαναφέρθηκαν, δεν εκήρυξε το προαναφερθέν απαράδεκτο, και τα όσα ισχυρίζεται ο αναιρεσείων με τον τρίτο σχετικό λόγο του αναιρετηρίου κατά το δεύτερο μέρος του, κρίνονται βάσιμα. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει ν' αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρ. 580§3 Κ.Πολ.Δ) και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντα (άρθρ. 176 και 183 Κ.Πολ.Δ.). Επί της σωρευομένης στο δικόγραφο της ένδικης αίτησης αναίρεσης κατ' άρθρο 579§2 του Κ.Πολ.Δ. αίτησης επαναφοράς των πραγμάτων. Κατά τη διάταξη του άρθρου 579§2 του Κ.Πολ.Δ., αν αποδεικνύεται προαποδεικτικώς εκούσια η αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης που αναιρέθηκε, ο Αρειος Πάγος αν υποβληθεί αίτηση με το αναιρετήριο ή με τις προτάσεις, ή με αυτοτελές δικόγραφο, που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου ως την παραμονή της συζήτησης διατάζει με την αναιρετική απόφασή του την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση. Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με σωρευόμενη στην ένδικη αίτηση αναίρεσης αυτοτελή αίτηση ζητεί να διαταχθεί η επαναφορά των πραγμάτων στην προ της εκτέλεσης της αναιρούμενης απόφασης κατάσταση, ώστε να επιστραφεί σ' αυτόν, το ποσό των 500 ευρώ που καταβλήθηκε από αυτόν στις αναιρεσίβλητες ως επιδικασθέντα δικαστικά έξοδα του δευτέρου βαθμού δικαιοδοσίας. Με το ιστορικό αυτό και το αντίστοιχο αίτημά της η κρινομένη αίτηση, που συνεκδικάζεται με την ένδικη αίτηση αναίρεσης πρέπει να γίνει δεκτή ως παραδεκτή και νόμιμη, αλλά και βάσιμη στην ουσία της, όπως αυτό προκύπτει από την προαναφερθείσα αναιρετική κρίση και την ενσωματωμένη απόδειξη στην ένδικη αίτηση αναίρεσης που θα καταβληθεί στον αναιρεσείοντα με το νόμιμο τόκο από την επίδοση στις αναιρεσίβλητες της παρούσας απόφασης.
Εργατικό ατύχημα, λόγω επαφής με κινούμενα μηχανικά στοιχεία εξοπλισμού εργασίας
27/2/2012 10:44:51 AM
Εργατικό ατύχημα, λόγω επαφής με κινούμενα μηχανικά στοιχεία εξοπλισμού εργασίας.

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ 975/2011
ΠΕΡΙΛΗΨΗ
Ο εργοδότης είναι υποχρεωμένος να λάβει τα αναγκαία μέτρα προστασίας των εργαζομένων, εάν υπάρχουν κίνδυνοι λόγω επαφής των με κινούμενα μηχανικά στοιχεία του εξοπλισμού εργασίας που μπορούν να προκαλέσουν ατυχήματα.
Τα  κινούμενα μηχανικά στοιχεία πρέπει  να είναι εφοδιασμένα με προφυλακτήρες, ή με συστήματα, που να εμποδίζουν την πρόσβαση στις επικίνδυνες ζώνες και να σταματούν την κίνηση των επικίνδυνων στοιχείων πριν την πρόσβαση στις επικίνδυνες ζώνες.
Αν ο εργοδότης δεν φρόντισε να υπάρχει προστατευτικό κάλυμμα στο μηχάνημα, ώστε να αποκλείεται η πρόσβαση σε σημείο επικίνδυνο για την πρόκληση ατυχήματος ευθύνεται σε αποζημίωση του παθόντος εργαζομένου.
Ο εργοδότης έχει υποχρέωση να δώσει προηγουμένως τις απαραίτητες οδηγίες στον εργαζόμενο για να είναι προσεκτικός στους κινδύνους που αντιμετωπίζει στην εργασία του, να του δώσει ιδιαίτερες οδηγίες και να τον εκπαιδεύσει στη χρήση του μηχανήματος.

ΑΠΟΦΑΣΗ
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ 975/2011
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αντώνιο Αθηναίο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Μίμη Γραμματικούδη), Σαράντη Δρινέα, Χριστόφορο Κοσμίδη, Νικόλαο Τρούσα και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 24η Μαΐου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Καραβέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-8-2007 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Πρωτοδικείο Βόλου. Επί της αγωγής εκδόθηκε η….. απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και κατόπιν ασκήσεως εφέσεως η…..απόφαση του Εφετείου Λάρισας.Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 26-4-2010 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με την σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης, Ασπασία Καρέλλου, ανέγνωσε την από 10-5-2011 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 26-4-2010 αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως, και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από τα άρθρα 914, 932 του Α.Κ. και 1 και 16 του ν. 551/1915, προκύπτει ότι χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη οφείλεται και επί εργατικού ατυχήματος, όταν συντρέχουν οι όροι της αδικοπραξίας. Οι διατάξεις του άρθρου 16 παρ. του ν. 551/1915, κατά τις οποίες ο παθών σε εργατικό ατύχημα ή τα κατά το άρθρο 6 αυτού πρόσωπα, δικαιούνται να εγείρουν την αγωγή του κοινού αστικού δικαίου και να ζητήσουν πλήρη αποζημίωση μόνον όταν το ατύχημα μπορεί να αποδοθεί σε δόλο του εργοδότη ή των προστηθέντων του ή όταν επήλθε σε εργασία στην οποία δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών για τους όρους ασφαλείας των εργαζομένων και εξαιτίας της μη τηρήσεως αυτών, αναφέρονται στην επιδίκαση αποζημιώσεως για περιουσιακή ζημία και όχι στη χρηματική ικανοποίηση για ηθική ζημία, για την οποία δεν υπάρχει πρόβλεψη στον ανωτέρω νόμο και εφαρμόζονται γι' αυτό μόνον οι γενικές διατάξεις. Επομένως, για να δικαιούται ο παθών σε εργατικό ατύχημα χρηματικής ικανοποιήσεως, λόγω ηθικής βλάβης, αρκεί να συντέλεσε στην επέλευση του ατυχήματος πταίσμα του εργοδότη αυτού ή των προστηθέντων από αυτόν (άρθρο 922 Α.Κ.), κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 914 Α.Κ., δηλαδή της ζημιογόνου πράξεως ή παραλείψεως. Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.Α.Π. 7/2006). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Δεν ιδρύεται όμως αυτός ο λόγος αναιρέσεως, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση και στάθμιση αυτών και την αιτιολόγηση της εξαγωγής από αυτές του αποδεικτικού πορίσματος, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις. Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει του οποίου διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε στα πλαίσια της ερευνώμενης διατάξεως του άρθρου 559 αρ.19 Κ.Πολ.Δ, να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων. Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ανελέγκτως τα εξής: Ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων διατηρεί στο 7° χιλιόμετρο της επαρχιακής οδού….επιχείρηση σχεδιασμού, κατασκευής και τοποθέτησης διαφημιστικών επιγραφών και εκτυπώσεων, κατασκευή και τοποθέτηση πινακίδων και φωτεινών διαφημιστικών επιγραφών. Στις 3-4-2006 ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος προσελήφθη από τον εναγόμενο με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου ως εργάτης. Στα πλαίσια της ως άνω συμβάσεως απασχολούνταν στη μεταφορά και κοπή των υλικών κατασκευής των διαφημιστικών πινακίδων από πλεξιγκλάς πάνω σε ειδικό πάγκο-δίσκο κοπής στις ακριβείς διαστάσεις που του υπεδείκνυε ο εργοδότης και μετέφερε αυτά στο τμήμα σχεδιασμού και αποτύπωσης των λογοτύπων-διαφημίσεων για την ολοκλήρωση του, ενίοτε δε και στην τοποθέτηση αυτών. Στον ίδιο εργοδότη και με την αυτή ειδικότητα είχε εργασθεί και στο παρελθόν ο ενάγων, κατά το χρονικό διάστημα από 28-6-2004 έως 31-8-2005. Στις 26-4-2006 ο ενάγων χειριζόταν μαζί με το συνάδελφο του Αλβανικής υπηκοότητας……τον παραπάνω δίσκο κοπής, ο οποίος ήταν σταθερά στερεωμένος σε πάγκο. Την ημέρα αυτή του είχε ανατεθεί από τον εναγόμενο η κοπή πλαστικού φύλλου για την κατασκευή διαφημιστικής πινακίδας. Στη διάρκεια της εκτελέσεως της εργασίας αυτής ο ενάγων ενώ κρατούσε το πλαστικό φύλλο από την άκρη του προκειμένου να μην πέσει αυτό, λόγω του βάρους του, ο δίσκος κοπής έφυγε από την ευθεία όπου έπρεπε να κοπεί το πλαστικό φύλλο. Ο ενάγων προσπαθώντας να το επαναφέρει έβαλε το χέρι του πάνω από το πλαστικό φύλλου, έμπροσθεν του τροχού, με αποτέλεσμα να ακρωτηριασθεί το παράμεσο δάκτυλο του αριστερού χεριού του. Το ως άνω ατύχημα και ο τραυματισμός του ενάγοντα οφείλεται σε αμέλεια του εναγομένου εργοδότη, ο οποίος όφειλε να λάβει όλα τα πρόσφορα και ασφαλή μέτρα για να μη διατρέχει κίνδυνο ο εργαζόμενος από την εργασία του. Έτσι δεν φρόντισε να υπάρχει προστατευτικό κάλυμμα στο μηχάνημα, ώστε να αποκλείεται η πρόσβαση σε σημείο επικίνδυνο για την πρόκληση ατυχήματος. Κατά τη διενέργεια της αυτοψίας από την επιθεωρήτρια εργασίας στις 2-6-2006 διαπιστώθηκε ότι "βρέθηκε προστατευτικό κάλυμμα στη θέση του χωρίς όμως επαρκή στήριξη, πιθανόν λόγω της επανειλημμένης αφαίρεσης του". Εξάλλου ο εναγόμενος αν και είχε υποχρέωση να δώσει προηγουμένως τις απαραίτητες οδηγίες στον εργαζόμενο για να είναι προσεκτικός στους κινδύνους που αντιμετωπίζει στην εργασία του, δεν του έδωσε κάποια ιδιαίτερη οδηγία, ούτε έγινε κάποια ιδιαίτερη εκπαίδευση, για τη χρήση του ως άνω μηχανήματος, η οποία ήταν απαραίτητη. Ειδικότερα η αμέλεια του εναγομένου συνίσταται στο ότι δεν έλαβε όπως ήταν υποχρεωμένος, τα κατάλληλα αναγκαία μέτρα προστασίας για τη ζωή και την υγεία του εργαζομένου, όπως αυτά προσδιορίζονται από το π.δ. 394/1994, σε συμμόρφωση με την οδηγία 89/655/ΕΟΚ, όπου αναφέρεται ότι, "εάν υπάρχουν κίνδυνοι λόγω επαφής με κινούμενα μηχανικά στοιχεία του εξοπλισμού εργασίας που μπορούν να προκαλέσουν ατυχήματα πρέπει αυτά να είναι εφοδιασμένα με προφυλακτήρες ή με συστήματα που να εμποδίζουν την πρόσβαση στις επικίνδυνες ζώνες και να σταματούν την κίνηση των επικίνδυνων στοιχείων πριν την πρόσβαση στις επικίνδυνες ζώνες. Οι προφυλακτήρες και τα συστήματα προστασίας πρέπει να είναι ανθεκτικής κατασκευής (παρ. 92,14.1). Δεν πρέπει να μπορούν να παρακαμφθούν ή να αχρηστευθούν εύκολα (παρ. 2, 14.3). Εγώ σύμφωνα με το άρθρο 6 του παραπάνω διατάγματος, "στα πλαίσια της ενημέρωσης των εργαζομένων, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, ο εργοδότης λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα ώστε οι εργαζόμενοι να έχουν στη διάθεση τους τις επαρκείς πληροφορίες και όπου απαιτείται γραπτές οδηγίες χρήσης σχετικά με τον εξοπλισμό εργασίας που χρησιμοποιείται κατά την εργασία". Εντούτοις καίτοι ο εναγόμενος είχε ειδική υποχρέωση, από τις ανωτέρω διατάξεις, να λάβει μέτρα πρόληψης και οργάνωσης του επαγγελματικού κινδύνου τον οποίο όφειλε εξ αρχής να είχε εκτιμήσει και προβλέψει ενώ συνάμα έπρεπε ο εξοπλισμός εργασίας να ήταν κατάλληλος για την ασφάλεια του εργαζομένου, τον οποίο θα έπρεπε να είχε ενημερώσει για την ύπαρξη των σχετικών κινδύνων, είχε εγκαταστήσει και λειτουργούσε στην ανωτέρω επιχείρηση δίσκο κοπής πλαστικών φύλλων χωρίς αυτός να φέρει προστατευτικό κάλυμμα για την αποφυγή πρόκλησης ατυχημάτων λόγω της επαφής με αυτόν, καθόσον αυτός είχε αφαιρεθεί, δεν είχε ενημερώσει τον εργαζόμενο για τον τρόπο χρήσης του μηχανήματος και την απαραίτητη χρήση του προστατευτικού καλύμματος και δε μερίμνησε σε περίπτωση που ο εργαζόμενος χρησιμοποιούσε το προστατευτικό κάλυμμα για την επαρκή στήριξη του, καθόσον λόγω της επανειλημμένης αφαίρεσης του είχε καταστεί ανεπαρκής και δεν παρείχε καμία προστασία στον εργαζόμενο, μη προβλέποντας το ενδεχόμενο ότι εξαιτίας των ανωτέρω παραλείψεων μπορεί να προκληθεί σωματική κάκωση στον ανωτέρω εργαζόμενο, πράγμα το οποίο συνέβη όταν ο ενάγων χρησιμοποιώντας το συγκεκριμένο μηχάνημα επιχείρησε να κόψει ένα τεμάχιο πλεξιγκλάς, διαστάσεων 3 Χ 0,40 μ. περίπου, με αποτέλεσμα εξαιτίας της έλλειψης προστατευτικού καλύμματος να έλθει σε επαφή με το δίσκο κοπής που ήταν σε λειτουργία με συνέπεια τον ακρωτηριασμό του αριστερού παράμεσου στο ύψος της…..Οι ανωτέρω δε ενέργειες και παραλείψεις συνδέονται αιτιωδώς με την επέλευση του ατυχήματος. Δέχθηκε στη συνέχεια το Εφετείο ότι ο ενάγων δεν βαρύνεται με υπαιτιότητα στην επέλευση του ενδίκου ατυχήματος, γιατί ο εναγόμενος δεν είχε ενημερώσει τον ενάγοντα για τον τρόπο χρήσης του μηχανήματος και την απαραίτητη χρήση του προστατευτικού καλύμματος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω παραδοχών το Εφετείο, μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης αποφάσεως και εκδίκαση εκ νέου της ένδικης αγωγής, έκανε εν μέρει δεκτή αυτή και επιδίκασε στον ενάγοντα το ποσό των 30.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη συνεπεία του ως άνω ατυχήματος. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, δεν παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914 και 932 του Α.Κ., ούτε στέρησε την απόφαση του νόμιμης βάσης, με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες. Ειδικότερα τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά, ήτοι ότι ο αναιρεσείων παρέλειψε να τοποθετήσει στο μηχάνημα-δίσκο κοπής προστατευτικό κάλυμμα, ώστε να αποκλείεται η πρόσβαση σ' αυτό, κατά τη διάρκεια της λειτουργίας του, από τον αναιρεσίβλητο που το χρησιμοποιούσε, ούτε του είχε δώσει οδηγίες για τον τρόπο λειτουργίας του μηχανήματος αυτού, όπως ήταν υποχρεωμένος με συνέπεια, όταν κατά τη διάρκεια κοπής πλαστικού φύλλου από τον αναιρεσίβλητο, στις 26-4-2006 ο δίσκος κοπής που χρησιμοποιούσε για την κοπή του φύλλου, έφυγε από την ευθεία και επιχείρησε την επαναφορά του, με την τοποθέτηση του χεριού του πάνω από το πλαστικό φύλλο, έμπροσθεν του τροχού, λόγω της ελλείψεως του προστατευτικού καλύμματος να ακρωτηριασθεί το παράμεσο δάκτυλο του αριστερού του χεριού από το δίσκο κοπής, με τον οποίο ήλθε σε επαφή, αντικειμενικά κρινόμενα, είναι ικανά να προκαλέσουν τη ζημία που φέρεται ότι προκάλεσαν στον αναιρεσίβλητο, στηρίζουν την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ των ως άνω παραλείψεων του αναιρεσείοντος και του επελθόντος αποτελέσματος, και κατά συνέπεια το αποδεικτικό πόρισμα και το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως. Επομένως, οι πρώτος, δεύτερος, τρίτος, τέταρτος, πέμπτος και έκτος λόγοι αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρ.1 και 19 του Κ.Πολ.Δ. είναι αβάσιμοι. Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλομένων από τους διαδίκους πραγματικών ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση απόδειξη, χωρίς όμως να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός. Βέβαια δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αδιστάκτως βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν οι διάδικοι. Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει τον λόγο αναιρέσεως του άρθρου 559 αρ. 11 περ. γ' του Κ.Πολ.Δ. (Ολ.Α.Π. 42/2002). Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον έβδομο λόγο αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρ.11 περ. γ' του Κ.Πολ.Δ. αποδίδει στο Εφετείο την αιτίαση, ότι δεν έλαβε υπόψη την 98/12-2-2008 ένορκη βεβαίωση του μαρτυρά του S. Y, που εξετάσθηκε στον Ειρηνοδίκη Βόλου, που προσκόμισε προς απόδειξη του ουσιώδους ισχυρισμού του περί αποκλειστικής υπαιτιότητας του ενάγοντος, άλλως συνυπαιτιότητας αυτού στην επέλευση του ως άνω ατυχήματος. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος καθόσον από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση γενική βεβαίωση, κατά την οποία τα περιστατικά τα οποία έγιναν δεκτά από το Εφετείο, αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων, αποδείχθηκαν από "τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου.....τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες από τον εναγόμενο υπ' αριθμ…..και …..ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον του Ειρηνοδίκη…..ληφθείσες μετά από νόμιμη κλήτευση του ενάγοντος, που έλαβε χώρα με δήλωση του πληρεξουσίου του δικηγόρου που περιελήφθη στα πρακτικά ...", σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και την….ένορκη βεβαίωση ενώπιον του Ειρηνοδίκη…..του……σχετικά με την υπαιτιότητα του αναιρεσείοντος για το ένδικο ατύχημα. Επειδή, κατά το άρθρο 178 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., σε περίπτωση μερικής νίκης και μερικής ήττας κάθε διαδίκου, το δικαστήριο κατανέμει τα έξοδα ανάλογα με την έκταση της νίκης και ήττας του καθενός. Στην προκείμενη περίπτωση με τον όγδοο λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση, από το άρθρο 559 αρ.1 του Κ.Πολ.Δ. ότι με το να επιδικάσει σε βάρος του μέρος της δικαστικής δαπάνης και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας, ενώ έπρεπε να την επιβάλλει εξ ολοκλήρου σε βάρος του αναιρεσίβλητου εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο το Εφετείο. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθόσον η αγωγή του αναιρεσίβλητου έγινε εν μέρει δεκτή και η δικαστική δαπάνη επιβλήθηκε, κατά ένα μέρος σε βάρος του ηττηθέντος αναιρεσείοντος, σύμφωνα με τα άρθρο 178 παρ. 1 και 183 του Κ.Πολ.Δ., τις διατάξεις των οποίων ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το Εφετείο.
Επιδόσεις στα Κράτη μέλη της ΕΕ σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις
26/2/2012 1:13:32 AM
Επιδόσεις στα Κράτη μέλη της ΕΕ σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις.

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ 622/2011
ΠΕΡΙΛΗΨΗ
Ως προς τα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης σχετικά με τις επιδόσεις δικαστικών και εξωδίκων πράξεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις εφαρμόζεται από 13-11-2008 ο κανονισμός 1393/2007 του Ευρωπαϊκού κοινοβουλίου και του Συμβουλίου Υπουργών). Κατά τις σχετικές διατάξεις του νέου ως άνω 1393/2007 κανονισμού (άρθρα 2 έως 7, 10, 19 και 20) τα προς επίδοση έγγραφα σε γνωστής διαμονής παραλήπτες, διαβιβάζοντας απ' ευθείας μεταξύ των αρμοδίων υπηρεσιών των ενδιαφερόμενων κρατών και επιδίδονται προς αυτόν προς τον οποίον απευθύνονται, κατά κανόνα σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους μέλους παραλαβής και αποστέλλει στο κράτος αποστολής σχετική βεβαίωση περί τούτου. Κατά το άρθρο 10, αφού ολοκληρωθούν οι διατυπώσεις επίδοσης ή κοινοποίησης, εκδίδεται σχετική βεβαίωση βάσει του εντύπου που εμφαίνεται στο παράρτημα I, η οποία αποστέλλεται στην αρχή διαβίβασης. Κατά το άρθρο 15 του ίδιου κανονισμού, αν το κράτος μέλος δεν έχει δηλώσει το αντίθετο, οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να ενεργήσουν τις επιδόσεις μέσω δικαστικών επιμελητών, υπαλλήλων ή άλλων αρμόδιων προσώπων του κράτους μέλους παραλαβής, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 20 του κανονισμού αυτού, οι διατάξεις του υπερισχύουν των διατάξεων που περιλαμβάνονται σε διμερείς ή πολυμερείς συμφωνίες ή διακανονισμούς που συνάπτονται από τα κράτη μέλη και κυρίως του άρθρου IV του πρωτοκόλλου της σύμβασης των Βρυξελλών του έτους 1968 και της σύμβασης της Χάγης της 5-11-1965. Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 19, όταν πρέπει να διαβιβασθεί εισαγωγικό δίκης έγγραφο ή άλλη ισοδύναμη πράξη σε άλλο κράτος μέλος προς επίδοση ή κοινοποίηση βάσει του παρόντος κανονισμού και ο εναγόμενος ερημοδικεί, ο δικαστής οφείλει να αναστείλει την έκδοση απόφασης μέχρις ότου διαπιστωθεί α) ότι η πράξη επιδόθηκε ή κοινοποιήθηκε όπως ορίζει το δίκαιο του κράτους παραλαβής ..., β) ότι ή πράξη επιδόθηκε πράγματι στον εναγόμενο ή στην κατοικία του με άλλον τρόπο προβλεπόμενο από τον παρόντα κανονισμό καθώς και ότι, και στις δύο περιπτώσεις η επίδοση ή η κοινοποίηση έγιναν εγκαίρως, ώστε ο εναγόμενος να είναι σε θέση να αμυνθεί και γ) κάθε κράτος μέλος έχει την ευχέρεια να δηλώσει ότι οι δικαστές του παρά την παρ.1, μπορούν να εκδώσουν απόφαση, ακόμη και αν δεν έχει παραληφθεί βεβαίωση επίδοσης ή κοινοποίησης, εφ' όσον η πράξη διαβιβάστηκε με τρόπο προβλεπόμενο από τον παρόντα κανονισμό, από τη διαβίβαση της προς επίδοση πράξης. Έχει παρέλθει διάστημα, το οποίο ο δικαστής αξιολογεί για κάθε περίπτωση χωριστά και το οποίο είναι τουλάχιστον έξι μηνών.
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η επίδοση της αίτησης για αναίρεση με κλήση για συζήτηση αυτής όταν στρέφεται κατά διαδίκου που είναι γνωστής διαμονής στο κράτος μέλος της Ε.Ε., όπως και η Αγγλία, ολοκληρώνεται με την πραγματική επίδοση αυτών στον αναιρεσίβλητο, η οποία αποδεικνύεται με την κατά το άνω άρθρο 19 του κανονισμού βεβαίωση και δεν αρκεί η κατά τα άρθρα 134 και 136 Κ.Πολ.Δ. πλασματική επίδοση στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου.

ΑΠΟΦΑΣΗ
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ 622/2011
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Γεωργία Λαλούση, Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαντή και Ιωάννα Πετροπούλου, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Μαρτίου 2011, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 28/4/2004 (2) αγωγές των υπό στοιχεία 1-5 ήδη αναιρεσιβλήτων και τις από 14/1/2005 (2) ανακοινώσεις δίκης- προσεπικλήσεις- παρεμπίπτουσες αγωγές της υπό στοιχείο 6 ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κεφαλληνίας και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: ……οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και …..του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 22/1/2009 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ιωάννα Πετροπούλου ανέγνωσε την από 3/2/2010 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στην σύνθεση του παρόντος δικαστηρίου Αρεοπαγίτη Ευτύχιου Παλαιοκαστρίτη, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του δεύτερου λόγου της αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμ. 11 ΚΠολΔ και την απόρριψη των υπολοίπων. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της παραστάσας αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ.1,2 και 3 του ΚΠολΔ. προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανιστεί κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιός επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε ή επιδόθηκε αλλά όχι νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Αρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήση. Εξάλλου, κατά τη γενική διάταξη του άρθρου 226 παρ.4 εδ.2 και 3 ΚΠολΔ που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη κατά το άρθρο 575 του ΚΠολΔ, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίστηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, η αναβολή της συζήτησης και η εγγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ' αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και επομένως δεν χρειάζεται νέα κλήση του διαδίκου, όταν ο απολειπόμενος κατά την μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος είχε νομίμως κλητευθεί να παραστεί κατά τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση ή είχε παραστεί νομίμως κατά την ίδια δικάσιμο και επομένως με τη νόμιμη παράσταση και μη εναντίωσή του καλύφθηκε η μη νόμιμη κλήτευσή του κατά την αρχική δικάσιμο. Αντιθέτως, αν κατά την αρχική δικάσιμο δεν είχε κλητευθεί νομίμως να παραστεί και δεν παραστάθηκε ή δεν παραστάθηκε νομίμως, όπως συμβαίνει και όταν ο δικηγόρος που εκπροσώπησε αυτόν κατά την αρχική δικάσιμο δεν είχε πληρεξουσιότητα, η από το πινάκιο αναβολή της υπόθεσης και η εγγραφή αυτής για τη νέα μετ' αναβολή δικάσιμο δεν ισχύει ως κλήτευση για τη νέα δικάσιμο. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 568 παρ. 1 και 4, 576 παρ. 2 και 3, 142 παρ.1 και 4 και 143 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι εάν τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως επισπεύδουν οι αναιρεσείοντες, απαιτείται για το παραδεκτό αυτής, όταν ένας ή περισσότεροι των αναιρεσιβλήτων δεν εμφανισθούν να επιδοθεί νομότυπα σ' αυτούς αντίγραφο του αναιρετηρίου με της κάτω από αυτό πράξεως του Προέδρου περί ορισμού δικασίμου και κλήσεως προς εμφάνιση. Η κλήτευση διαδίκου μπορεί να γίνει και με επίδοση της κλήσεως προς τον αντίκλητο αυτού, ο διορισμός του οποίου λαμβάνει χώρα κατ' άρθρο 142 ΚΠολΔ. με δήλωση αυτοπροσώπως ή με ειδικό πληρεξούσιο ενώπιον της γραμματείας του Πρωτοδικείου της κατοικίας του δηλούντος και αν τη δήλωση την κάνει κάτοικος του εξωτερικού ενώπιον της γραμματείας του Πρωτοδικείου της πρωτεύουσας. Ο επιμελούμενος της επιδόσεως προς τον αντίκλητο του αντιδίκου του βαρύνεται, σε περίπτωση μη εμφανίσεως αυτού κατά τη συζήτηση της υποθέσεως, με την απόδειξη του διορισμού του φερόμενου ως αντικλήτου και με την έκταση της εξουσίας αυτού, θεωρούμενης διαφορετικά, ως ανίσχυρης της γενόμενης προς αυτόν επίδοσης. Δεν είναι δε νομότυπη η κλήτευση προς τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσίβλητου με την ιδιότητα του αντίκλητου ο οποίος παρέστη κατά τη συζήτηση κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ως πληρεξούσιος δικηγόρος αυτού, εάν ο επισπεύδων δεν αποδεικνύει το νομότυπο (άρθ.142 παρ.1 και 4 ΚΠολ.Δ) διορισμό αυτού ως αντίκλητου δικηγόρου, δυνάμενου δηλ. με την ιδιότητά του αυτή να παραλαμβάνει τα προς επίδοση απευθυνόμενα προς το διάδικο δικόγραφα, διαφορετικά η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη. Εξάλλου, ως προς τα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης στα οποία περιλαμβάνεται και η Αγγλία, σχετικά με τις επιδόσεις δικαστικών και εξωδίκων πράξεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις εφαρμόζεται από 13-11-2008 ο κανονισμός 1393/2007 του Ευρωπαϊκού κοινοβουλίου και του Συμβουλίου Υπουργών). Κατά τις σχετικές διατάξεις του νέου ως άνω 1393/2007 κανονισμού (άρθρα 2 έως 7, 10, 19 και 20) τα προς επίδοση έγγραφα σε γνωστής διαμονής παραλήπτες, διαβιβάζοντας απ' ευθείας μεταξύ των αρμοδίων υπηρεσιών των ενδιαφερόμενων κρατών και επιδίδονται προς αυτόν προς τον οποίον απευθύνονται, κατά κανόνα σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους μέλους παραλαβής και αποστέλλει στο κράτος αποστολής σχετική βεβαίωση περί τούτου. Κατά το άρθρο 10, αφού ολοκληρωθούν οι διατυπώσεις επίδοσης ή κοινοποίησης, εκδίδεται σχετική βεβαίωση βάσει του εντύπου που εμφαίνεται στο παράρτημα I, η οποία αποστέλλεται στην αρχή διαβίβασης. Κατά το άρθρο 15 του ίδιου κανονισμού, αν το κράτος μέλος δεν έχει δηλώσει το αντίθετο, οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να ενεργήσουν τις επιδόσεις μέσω δικαστικών επιμελητών, υπαλλήλων ή άλλων αρμόδιων προσώπων του κράτους μέλους παραλαβής, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 20 του κανονισμού αυτού, οι διατάξεις του υπερισχύουν των διατάξεων που περιλαμβάνονται σε διμερείς ή πολυμερείς συμφωνίες ή διακανονισμούς που συνάπτονται από τα κράτη μέλη και κυρίως του άρθρου IV του πρωτοκόλλου της σύμβασης των Βρυξελλών του έτους 1968 και της σύμβασης της Χάγης της 5-11-1965. Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 19, όταν πρέπει να διαβιβασθεί εισαγωγικό δίκης έγγραφο ή άλλη ισοδύναμη πράξη σε άλλο κράτος μέλος προς επίδοση ή κοινοποίηση βάσει του παρόντος κανονισμού και ο εναγόμενος ερημοδικεί, ο δικαστής οφείλει να αναστείλει την έκδοση απόφασης μέχρις ότου διαπιστωθεί α) ότι η πράξη επιδόθηκε ή κοινοποιήθηκε όπως ορίζει το δίκαιο του κράτους παραλαβής ..., β) ότι ή πράξη επιδόθηκε πράγματι στον εναγόμενο ή στην κατοικία του με άλλον τρόπο προβλεπόμενο από τον παρόντα κανονισμό καθώς και ότι, και στις δύο περιπτώσεις η επίδοση ή η κοινοποίηση έγιναν εγκαίρως, ώστε ο εναγόμενος να είναι σε θέση να αμυνθεί και γ) κάθε κράτος μέλος έχει την ευχέρεια να δηλώσει ότι οι δικαστές του παρά την παρ.1, μπορούν να εκδώσουν απόφαση, ακόμη και αν δεν έχει παραληφθεί βεβαίωση επίδοσης ή κοινοποίησης, εφ' όσον η πράξη διαβιβάστηκε με τρόπο προβλεπόμενο από τον παρόντα κανονισμό, από τη διαβίβαση της προς επίδοση πράξης.  Έχει παρέλθει διάστημα, το οποίο ο δικαστής αξιολογεί για κάθε περίπτωση χωριστά και το οποίο είναι τουλάχιστον έξι μηνών. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η επίδοση της αίτησης για αναίρεση με κλήση για συζήτηση αυτής όταν στρέφεται κατά διαδίκου που είναι γνωστής διαμονής στο κράτος μέλος της Ε.Ε., όπως και η Αγγλία, ολοκληρώνεται με την πραγματική επίδοση αυτών στον αναιρεσίβλητο, η οποία αποδεικνύεται με την κατά το άνω άρθρο 19 του κανονισμού βεβαίωση και δεν αρκεί η κατά τα άρθρα 134 και 136 ΚΠολΔ πλασματική επίδοση στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά του δικαστηρίου τούτου, κατά τη μετ' αναβολή από το πινάκιο της 5-2-2010 σημερινή συζήτηση στο ακροατήριο της από 22-1-2009 αίτησης αναίρεσης κατά της υπ' αριθ……αποφάσεως του Εφετείου Πατρών, που έγινε με εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το πινάκιο, δεν εμφανίστηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο οι αναιρεσίβλητοι………Από τα υπάρχοντα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτει ότι με την από 27-4-2009 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου ορίστηκε ως αρμόδιο τμήμα της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης το Δ' Πολιτικό του Αρείου Πάγου και με την υπό ίδια χρονολογία πράξη του Προέδρου του εν λόγω τμήματος ορίστηκε δικάσιμος για την εκδίκαση αυτής η 5-2-2010, κατά την οποία όπως από το πινάκιο προκύπτει, οι εν λόγοι αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίστηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο. Όπως δε προκύπτει από τις υπ αριθμ….και ……εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου ….και του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου…..αντίστοιχα, που μετ' επικλήσεως προσκομίζουν οι αναιρεσείοντες οι οποίοι επισπεύδουν τη συζήτηση της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, ακριβές αντίγραφο αυτής (αιτήσεως αναιρέσεως) με την κάτω από αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου για την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο της 5-2-2010 καθώς και κλήση προς συζήτηση κατ' αυτήν επιδόθηκε αντίστοιχα στον …ως δικηγόρο και αντίκλητο των αναιρεσιβλήτων καθώς και στον….ως δικηγόρο και αντίκλητο των 2ου, 3ου, 4ου και 5ου των αναιρεσιβλήτων, χωρίς όμως οι επισπεύδοντες τη συζήτηση αναιρεσείοντες να αποδεικνύουν, βαρυνόμενοι προς τούτο, λόγω μη εμφάνισης των ανωτέρω αναιρεσιβλήτων, νομότυπο διορισμό κατ' άρθρο 142 παρ.1 ΚΠολΔ των δικηγόρων αυτών ως αντικλήτων, δυνάμενων με την ιδιότητά τους αυτή να παραλαμβάνουν τα απευθυνόμενα στους αναιρεσιβλήτους προς επίδοση έγγραφα και το επιδοθέν ως άνω δικόγραφο επομένως, μη αρκούντος εν προκειμένω του γεγονότος ότι αυτοί παραστάθηκαν κατά τη συζήτηση κατά την οποία εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ενώπιον του Εφετείου Πατρών εκπροσωπήσαντες ο εκ τούτων…….την πρώτη των αναιρεσιβλήτων και ο….τους λοιπούς και η χωρήσασα κατά συνέπεια ως άνω κλήτευσή τους για την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο (5-2-2010) δεν είναι νομότυπη ώστε να ισχύει κατά τα προεκτεθέντα ως κλήτευσή τους για τη σημερινή (4-3-2011) μετ' αναβολή δικάσιμο. Περαιτέρω, δεν αποδεικνύεται, ούτε οι παριστάμενοι αναιρεσείοντες επικαλούνται και προσκομίζουν βεβαίωση κατά το άρθρο 10 του νέου κανονισμού 1393/2007 από την οποία να προκύπτει ότι αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης με κλήση προς συζήτηση αυτής για την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο (5-2-2010) κατά την οποία όπως από το πινάκιο προκύπτει , αναβλήθηκε η συζήτησή της για την παρούσα δικάσιμο, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στους διαμένοντες στην αλλοδαπή (Αγγλία), σύμφωνα με το αναιρετήριο, αναιρεσιβλήτους. Από δε τις μετ' επικλήσεως από τους αναιρεσείοντες προσκομιζόμενες υπ αριθμ.……εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών…….προκύπτει ότι αντίγραφα της κρινόμενης αίτησης μετά της συνημμένης μετάφρασης αυτής στην αγγλική γλώσσα της οποίας ορίστηκε δικάσιμος η 5-2-2010 καθώς και της συνημμένης υπ αριθμ……βεβαίωσης του αρμόδιου γραμματέα του Αρείου Πάγου με την οποία βεβαιώνεται η αναβολή της υπόθεσης από τη δικάσιμο της 5-2-2010 για την παρούσα (4-3-2011), επιδόθηκαν με εντολή του δικηγόρου……ως πληρεξουσίου των αναιρεσειόντων για τους γνωστής διαμονής αναιρεσιβλήτους στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 23-11-2010 σε χρόνο δηλαδή, μεταγενέστερο εκείνου της αρχικά (5-2-2010) ορισθείσης δικασίμου. Από δε το υπάρχον στη δικογραφία με αρ. πρωτ…..έγγραφο του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, προκύπτει η διαβίβαση στην προϊσταμένη Δ/νσης της Γραμματείας του Αρείου Πάγου της με αρ. πρωτ……..απάντησης των αρμοδίων κρατικών αρχών της Μ. Βρετανίας σύμφωνα με την οποία δεν πραγματοποιήθηκε η επίδοση του δικογράφου της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως στους ανωτέρω αναιρεσιβλήτους, χωρίς από την απάντηση αυτή λόγω της διατυπώσεώς της σε ξένη γλώσσα και της μη προσκόμισής της σε επίσημη μετάφραση να μπορεί να διαγνωσθεί ο λόγος που δεν κατέστη δυνατή η επίδοση αυτή, μεταξύ των οποίων κατ' άρθρο 12 παρ. 3 του ανωτέρω κανονισμού εντάσσεται και εκείνος της μη επίδοσης, εάν είναι προφανές ότι η αίτηση επίδοσης δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του εν λόγω κανονισμού. Από τα ανωτέρω έγγραφα δεν αποδεικνύεται εν προκειμένω νόμιμη κλήτευση των ανωτέρω αναιρεσιβλήτων για την αρχική (5-2-2010) και την παρούσα μετ' αναβολή δικάσιμο σύμφωνα με τα οριζόμενα ως άνω στο νέο υπ αριθμ. 1393/2007 κανονισμό, οι δε επιδόσεις που έγιναν στον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, δεν είναι νόμιμες. Επομένως  πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως.
Το αντικείμενο της δίκης διαζυγίου λόγω κλονισμού της έγγαμης συμβίωσης. Αντίθετες αγωγές διαζυγίου
26/2/2012 1:10:38 AM
Το αντικείμενο της δίκης διαζυγίου λόγω κλονισμού της έγγαμης συμβίωσης. Αντίθετες αγωγές διαζυγίου.

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ 1331/2011
ΠΕΡΙΛΗΨΗ
Τα γεγονότα, που μπορούν να προκαλέσουν ισχυρό κλονισμό μπορεί να είναι και ανυπαίτια, ή ακόμη και μη καταλογιστά, δεν έχει δε σημασία ποιός από τους δύο συζύγους δημιούργησε πρώτος το λόγο κλονισμού της έγγαμης συμβίωσης.
Αν το κλονιστικό γεγονός αφορά και τους δύο συζύγους, το προς διάζευξη δικαίωμα γεννάται ανεξάρτητα ποιόν από τους δύο βαρύνει περισσότερο η ύπαρξή του και από το αν υπάρχει υπαιτιότητα μόνο στο πρόσωπο του ενός από τους συζύγους.
Το ότι για τη λύση του γάμου είναι αδιάφορο, αν ο κλονισμός οφείλεται σε υπαίτιο, ή σε ανυπαίτιο, κλονιστικό γεγονός σημαίνει, ότι στη δίκη του διαζυγίου δεν δικαιολογείται, σε οποιαδήποτε πλευρά, έννομο συμφέρον για την έρευνα της υπαιτιότητας, αφού το δεδικασμένο, της διαπλαστικής απόφασης του διαζυγίου, δεν εκτείνεται σε ζητήματα υπαιτιότητας.
Η απόφαση που κηρύσσει τη λύση του γάμου, δεν αποτελεί δεδικασμένο, ούτε ως προς την ύπαρξη, καθεαυτή, των επί μέρους πραγματικών περιστατικών, τα οποία επέφεραν τον κλονισμό της έγγαμης σχέσης, αφού το δεδικασμένο αφορά την έννομη σχέση ή το δικαίωμα που κρίθηκε τελεσίδικα, ούτε ως προς το ζήτημα της υπαιτιότητας για τον κλονισμό αυτό, ακόμη και αν ο λόγος διαζυγίου αφορά, αποκλειστικά, το πρόσωπο του εναγόμενου.
Στις περιπτώσεις συνεκδίκασης αντίθετων αγωγών διαζυγίου, με τις οποίες, καθένας από τους συζύγους επιδιώκει τη λύση του γάμου για ισχυρό κλονισμό της έγγαμης σχέσης από λόγο που αφορά το πρόσωπο του άλλου συζύγου, αν η μία απ' αυτές γίνει δεκτή και η άλλη απορριφθεί, είναι προφανές, ότι ο διάδικος, του οποίου η αγωγή απορρίφτηκε, δεν έχει έννομο συμφέρον να ασκήσει αναίρεση κατά της τελεσίδικης απόφασης και να ζητήσει την εξαφάνισή της, με σκοπό να απορριφθεί η αγωγή του αντιδίκου του και να γίνει δεκτή η δική του αγωγή, γιατί η έννομη συνέπεια που και αυτός επιδίωξε με την αγωγή του, δηλαδή η λύση του γάμου, στην οποία εμμένει, έχει ήδη επέλθει και, ως εκ τούτου το εκατέρωθεν υποβληθέν αίτημα δικαστικής διάπλασης έχει ικανοποιηθεί με την απαγγελία του διαζυγίου, έστω και με βάση διαφορετικά περιστατικά, απαρτίζοντα όμως τον ίδιο λόγο, τον αντικειμενικό κλονισμό του γάμου.

ΑΠΟΦΑΣΗ
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ 1331/2011
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ρένα Ασημακοπούλου, Αντιπρόεδρο, Αθανάσιο Κουτρομάνο, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 31 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-10-2005 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο……Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:….του ίδιου Δικαστηρίου και …….του Εφετείου……. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 30-10-2009 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσίβλητος, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Φουρλάνος ανέγνωσε την από 21-1-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και της καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I. Όπως προκύπτει από την αριθμό……έκθεση επίδοσης της αρμόδιας δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο……..ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με τις κάτω απ' αυτήν Πράξεις του Προέδρου και του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου, με τις οποίες ορίστηκε το αρμόδιο τμήμα, η δικάσιμος πού σημειώνεται στην αρχή της παρούσας και ο Εισηγητής Δικαστής, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, με επιμέλεια του αναιρεσίβλητου, στην αναιρεσείουσα. Η τελευταία, όμως δεν εμφανίστηκε κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, όταν αυτή εκφωνήθηκε, κατά τη σειρά της, α το οικείο πινάκιο, ούτε εκπροσωπήθηκε με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 ΚΠολΔ. Άρα, πρέπει να δικασθεί ερήμην και να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία της (αρθρ. 576 παρ.2 ΚΠολΔ). II. Κατά τη διάταξη του άρθρου 1439 παρ.1 ΑΚ, καθένας από τους συζύγους μπορεί να ζητήσει διαζύγιο, όταν οι μεταξύ τους σχέσεις έχουν κλονισθεί τόσο ισχυρά, από λόγο πού αφορά το πρόσωπο του εναγομένου ή και των δύο συζύγων, ώστε βάσιμα, η εξακολούθηση της έννομης σχέσης να είναι αφόρητη για τον ενάγοντα. Με τη διάταξη αυτή καθιερώνεται ως λόγος διαζυγίου, ο αντικειμενικός κλονισμός της έγγαμης σχέσης και προσδιορίζονται γενικά όρια, εντός των οποίων θα κινηθεί ο δικαστής χωρίς να τίθεται η υπαιτιότητα ως βάση του ισχυρού κλονισμού. Συνεπώς, τα γεγονότα που μπορούν να προκαλέσουν ισχυρό κλονισμό μπορεί να είναι και ανυπαίτια, ή ακόμη και μη καταλογιστά, δεν έχει δε σημασία ποιός από τους δύο συζύγους δημιούργησε πρώτος το λόγο κλονισμού της έγγαμης συμβίωσης. Με την έννοια αυτή αν το κλονιστικό γεγονός αφορά και τους δύο συζύγους, το προς διάζευξη δικαίωμα γεννάται ανεξάρτητα ποιόν από τους δύο βαρύνει περισσότερο η ύπαρξή του και από το αν υπάρχει υπαιτιότητα, μόνο στο πρόσωπο του ενός από τους συζύγους. Το ότι για τη λύση του γάμου είναι πλέον αδιάφορο, αν ο κλονισμός οφείλεται σε υπαίτιο ή σε ανυπαίτιο κλονιστικό γεγονός σημαίνει, ότι στη δίκη του διαζυγίου δεν δικαιολογείται, σε οποιαδήποτε πλευρά, έννομο συμφέρον για την έρευνα της υπαιτιότητας, αφού το δεδικασμένο, της διαπλαστικής απόφασης του διαζυγίου, δεν εκτείνεται σε ζητήματα υπαιτιότητας (ΑΠ 1751/1999, ΑΠ 1260/1999). Συνέπεια τούτων είναι, ότι η απόφαση που κηρύσσει τη λύση του γάμου, δεν αποτελεί δεδικασμένο, ούτε ως προς την ύπαρξη, καθεαυτή, των επί μέρους, πραγματικών περιστατικών, τα οποία επέφεραν τον κλονισμό της έγγαμης σχέσης, αφού το δεδικασμένο αφορά την έννομη σχέση ή το δικαίωμα που κρίθηκε τελεσίδικα (αρθρ. 322, 324 ΚΠολΔ), ούτε ως προς το ζήτημα της υπαιτιότητας για τον κλονισμό αυτό, ακόμη και αν ο λόγος διαζυγίου αφορά, αποκλειστικά, το πρόσωπο του εναγόμενου. Στην πραγματικότητα, δηλαδή, αντικείμενο της δίκης διαζυγίου είναι, όχι η δικαστική διάγνωση του λόγου που δικαιολογεί την απαγγελία του διαζυγίου, αλλά το διαπλαστικό δικαίωμα της λύσης του γάμου. Άρα, στις περιπτώσεις συνεκδίκασης αντίθετων αγωγών διαζυγίου, με τις οποίες, καθένας από τους συζύγους επιδιώκει τη λύση του γάμου για ισχυρό κλονισμό της έγγαμης σχέσης από λόγο που αφορά το πρόσωπο του άλλου συζύγου, αν η μία απ' αυτές γίνει δεκτή και η άλλη απορριφθεί, είναι προφανές, ότι ο διάδικος, του οποίου η αγωγή απορρίφτηκε, δεν έχει έννομο συμφέρον, κατ' άρθρα 68 και 556 παρ.2 ΚΠολΔ να ασκήσει αναίρεση, κατά της τελεσίδικης απόφασης και να ζητήσει την εξαφάνισή της, με σκοπό να απορριφθεί η αγωγή του αντιδίκου του και να γίνει δεκτή η δική του αγωγή, γιατί η έννομη συνέπεια που και αυτός επιδίωξε με την αγωγή του, δηλαδή η λύση του, γάμου, στην οποία εμμένει, έχει, ήδη, επέλθει και, ως εκ τούτου, το, εκατέρωθεν, υποβληθέν αίτημα δικαστικής διάπλασης έχει ικανοποιηθεί με την απαγγελία του διαζυγίου, έστω και με βάση διαφορετικά περιστατικά, απαρτίζοντα, όμως, τον ίδιο λόγο-αντικειμενικό κλονισμό του γάμου (ΑΠ 1301/2005). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την νόμιμη επισκόπηση των δικογράφων της προσβαλλόμενης απόφασης (αρθρ. 561 παρ.2 ΚΠολΔ) ασκήθηκαν, από τα διάδικα μέρη, δύο, αντίθετες αγωγές διαζυγίου, με βάση τον ισχυρό κλονισμό της έγγαμης σχέσης των διαδίκων. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, συνεκδίκασε τις αγωγές αυτές, απέρριψε την αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας ως αβάσιμη, δέχτηκε την αγωγή του αναιρεσίβλητου και απήγγειλε τη λύση του γάμου, των διαδίκων. Η αναιρεσείουσα άσκησε έφεση, η οποία απορρίφτηκε, με την προσβαλλόμενη απόφαση, για έλλειψη εννόμου συμφέροντος, αφού δέχτηκε, πως η έννομη συνέπεια, δηλαδή, η λύση του γάμου επήλθε, έστω και με παραδοχή της αγωγής του αναιρεσίβλητου, για δε τις αιτιολογίες αυτής, δεν δημιουργείται δεδικασμένο. Με τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε, σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προπαρατέθηκαν, το νόμο, και δεν κήρυξε απαράδεκτο, παρά το νόμο. Εδώ, σημειώνονται και τα ακόλουθα: α) η αναιρεσείουσα προβάλλει ύπαρξη ηθικού εννόμου συμφέροντος, για την άσκηση της έφεσής της, τούτο, όμως, το προβάλλει εντελώς αόριστα, χωρίς να το συγκεκριμενοποιεί, αναφερόμενη γενικά, σε "νομική αβεβαιότητα και τον εξ αυτής προερχόμενο κίνδυνο...", χωρίς, περαιτέρω, διευκρινίσεις, β) ακόμη και αν, θα κρίνονταν, πως το συμφέρον αυτό, εδράζεται στο ενδεχόμενο, μελλοντικά, σε αβέβαιο χρόνο, να μην τηρηθεί η μνημονευόμενη στο δικόγραφο της αναίρεσης συμφωνία (καταβολή από τον αναιρεσίβλητο των μηνιαίων δόσεων δανείου), οπότε θα ήγειρε αγωγή διατροφής για λογαριασμό των ανήλικων τέκνων της, τούτο πρέπει ν' απορριφθεί διότι: 1) αφορά, κατά τα προεκτεθέντα μέλλον, και αβέβαιο γεγονός, 2) η τυχόν υπαιτιότητα του αναιρεσίβλητου, για τη λύση του γάμου, θα κριθεί στην τότε δίκη (διατροφής). Συνεπώς οι λόγοι της αναίρεσης, οι οποίοι πλήττουν την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση για τις από το άρθρο 559 αρ. 1 και 14 ΚΠολΔ πλημμέλειες, πρέπει ν' απορριφθούν, ως αβάσιμοι.
Προσβολή προσωπικότητας λόγω παρεμπόδισης χρήσης κοινοχρήστου χώρου δημοπρατηθέντος από το δημόσιο ή νπδδ
26/2/2012 1:07:48 AM
Προσβολή προσωπικότητας λόγω παρεμπόδισης χρήσης κοινοχρήστου χώρου δημοπρατηθέντος από το δημόσιο ή νπδδ.

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ  647/2011
ΠΕΡΙΛΗΨΗ
Τα πολιτικά Δικαστήρια, όταν κρίνουν ιδιωτικές διαφορές που υπάγονται σ' αυτά, μπορούν να εξετάσουν παρεπιμπτόντως το κύρος και τη νομιμότητα των πράξεων των οργάνων της διοίκησης, ή του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, εφ όσον τούτο δεν έχει αποκλειστεί από το νόμο και δεν έχει εκδοθεί περί του κύρους αυτών απόφαση του Συμβουλίου Επικρατείας, η οποία και δεσμεύει τα πολιτικά δικαστήρια.
Τα πολιτικά δικαστήρια έχουν δικαιοδοσία να δικάσουν αγωγή προσβολής προσωπικότητας λόγω παρεμπόδισης χρήσης κοινοχρήστου χώρου, ερευνώντας παρεμπιπτόντως, αν το δημόσιο, ή νπδδ, έχει δικαίωμα δημοπράτησης του χώρου.

ΑΠΟΦΑΣΗ
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ  647/2011
Απόσπασμα……..Ο κατά το άρθρο 560 αριθ. 3 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το πολιτικό δικαστήριο δέχθηκε ότι έχει δικαιοδοσία σε υπόθεση που, κατά νόμο, υπάγεται στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων, Ο λόγος αυτός ιδρύεται και αν ακόμη δεν έγινε σχετική επίκληση της έλλειψης δικαιοδοσίας ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, αφού αφορά τη δημόσια τάξη (άρθρο 562 § 2 εδ. γ Κ.Πολ.Δ.). Εξάλλου, κατά το άρθρο 94 §§ 1 και 2 του Συντάγματος "στο Συμβούλιο της Επικρατείας και τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια υπάγονται οι διοικητικές διαφορές, όπως ο νόμος ορίζει, με την επιφύλαξη των αρμοδιοτήτων του Ελεγκτικού Συνεδρίου" (παρ. 1). "Στα πολιτικά δικαστήρια υπάγονται οι ιδιωτικές διαφορές, καθώς και υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας, όπως νόμος ορίζει" (παρ. 2). Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες του άρθρου 95 §1 του Συντάγματος, προκύπτει ότι διοικητικές διαφορές ουσίας είναι διαφορές που πηγάζουν από διοικητικές συμβάσεις ή από ενέργειες διοικητικών οργάνων, οι οποίες δεν συνιστούν εκτελεστές διοικητικές πράξεις και εφόσον ο νόμος, στην περίπτωση αυτή, οργανώνει κατά τέτοιο τρόπο τη δικαστική προστασία του πολίτη, ώστε το αίτημα του ενώπιον του δικαστηρίου να είναι η καταψήφιση σε παροχή ή αναγνώριση δικαιώματος ή έννομης σχέσης που αναφέρονται στο δημόσιο δίκαιο (ΑΕΔ 1/91, 2/93). Από δε τις διατάξεις των άρθρων 1 και 2 του Κ.Πολ.Δ προκύπτει ότι τα πολιτικά Δικαστήρια, όταν κρίνουν ιδιωτικές διαφορές που υπάγονται σ' αυτά, μπορούν να εξετάσουν παρεπιμπτόντως το κύρος και τη νομιμότητα των πράξεων των οργάνων της διοίκησης ή του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, εφόσον τούτο δεν έχει αποκλειστεί από το νόμο και δεν έχει εκδοθεί περί του κύρους αυτών απόφαση του Συμβουλίου Επικρατείας, η οποία και δεσμεύει τα πολιτικά δικαστήρια. Η τοιαύτη έρευνα των πολιτικών δικαστηρίων περιορίζεται στο αν τα ως άνω όργανα ενήργησαν κατά τους διαγραφόμενους από το νόμο όρους και τύπους μέσα στα πλαίσια της εξουσίας τους, χωρίς να μπορούν να ελέγξουν και την ουσιαστική κρίση αυτών ως προς την ύπαρξη ή μη των πραγματικών προϋποθέσεων (Ολ. ΑΠ 447/1984). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 970 του ΑΚ, "σε κοινόχρηστα πράγματα μπορούν να αποκτηθούν με παραχώρηση της αρχής κατά τους όρους του νόμου ιδιαίτερα ιδιωτικά δικαιώματα, εφόσον με τα δικαιώματα αυτά εξυπηρετείται ή δεν αναιρείται η κοινή χρήση". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η από την αρχή παραχώρηση ιδιαίτερων ιδιωτικών δικαιωμάτων σε κοινόχρηστο πράγμα, εφόσον παρακωλύεται έτσι η κοινή χρήση, δεν αίρει το παράνομο της προσβολής της προσωπικότητας του φυσικού προσώπου. Στην προκείμενη περίπτωση οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι, με την από 21-6-2001 αγωγή τους ενώπιον του Ειρηνοδικείου……το περιεχόμενο της οποίας επιτρεπτώς εκτιμάται από τον Αρειο Πάγο για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου (άρθρο 561 § 2 Κ.Πολ.Δ.), εξέθεταν ότι το πρώτο εναγόμενο ήδη αναιρεσείον νομικό πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου (ιερός ναός) με σύμβαση μίσθωσης, κατόπιν πλειοδοτικής δημοπρασίας ανέλαβε την υποχρέωση να παραδώσει τη χρήση προς τη δεύτερη εναγόμενη-αναιρεσείουσα και τους τρίτο και τέταρτο εναγομένους-αναιρεσείοντες 135 και 110 τ.μ. αντιστοίχως από μία δημοτική πλατεία, συνολικού εμβαδού 335 τ.μ., με την ονομασία……. κείμενη εντός του οικισμού……του Δήμου…….πρώην ομώνυμης Κοινότητας, στην οποία είχε περιέλθει κατά κυριότητα με την από αμνημονεύτου χρόνου παράδοσή της στην κοινή χρήση και χρήση της από τους κατοίκους της εν λόγω κοινότητας (ήδη Δήμου), οι δε τρεις τελευταίοι εναγόμενοι-αναιρεσείοντες κατέλαβαν το εκμισθωθέν σ' αυτούς τμήμα της κοινόχρηστης πλατείας και με σιδηροκατασκευή και στέγαστρο, κατ' αποκλειστική χρήση τούτου, εξυπηρετούν την πελατεία γειτονικών καταστημάτων τους, σε τρόπο ώστε να αναιρείται η κοινή χρήση του μεγαλύτερου μέρους της πλατείας με τον τρόπο αυτό και να προσβάλλεται το δικαίωμα της προσωπικότητας των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι γι' αυτό ζήτησαν την άρση της προσβολής, την παράλειψη αυτής στο μέλλον και την επιδίκαση υπέρ αυτών χρηματικής ικανοποιήσεως της ηθικής βλάβης τους. Με το ως άνω περιεχόμενο της αγωγής ήχθη προς κρίση στο Ειρηνοδικείο…..έννομη σχέση του ιδιωτικού δικαίου, που αφορούσε: α) την ιδιότητα του εκμισθωθέντος από τον πρώτο προς τους λοιπούς αναιρεσείοντες χώρου ως τμήματος δημοτικής-και άρα κοινόχρηστης και εκτός συναλλαγής-πλατείας (άρθρα 966-967 του ΑΚ) και β) την προσβολή του δικαιώματος επί της προσωπικότητας ως προς τους αναιρεσιβλήτους που ήταν φυσικά πρόσωπα, λόγω αποκλεισμού της χρήσης μέρους της κοινόχρηστης πλατείας από τους αναιρεσείοντες, ως προϋπόθεση θεμελιώσεως των καταψηφιστικών αιτημάτων της αγωγής (άρθρο 57-59 και 932 του ΑΚ). Περαιτέρω το αναφυέν, κατά πρόταση των αναιρεσειόντων-εναγομένων, διοικητικής φύσεως ζήτημα ως προς τη νομιμότητα της δημοπρατήσεως των επίμαχων χώρων της πλατείας, από τον πρώτο αναιρεσείοντα (ιερό ναό), ως προς το οποίο υπήρχε αρμοδιότητα παρεμπίπτουσας εξετάσεως του από το Ειρηνοδικείο και Πολυμελές Πρωτοδικείο, ανεξάρτητα από την παράλληλη προσφυγή των διαδίκων στο Συμβούλιο Επικρατείας (χωρίς να έχει εκδοθεί σχετική απόφαση τούτου), αλυσιτελώς προτείνεται σε κάθε περίπτωση ως λόγος, έλλειψης δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων να δικάσουν την κρινόμενη υπόθεση, αφού και αν ακόμα η δημοπράτηση των κοινόχρηστων χώρων και η παραχώρηση ιδιωτικών δικαιωμάτων επ' αυτών συντελέσθηκε στα πλαίσια υπάρχοντος δικαιώματος του πρώτου αναιρεσείοντος, εφόσον παρακωλυόταν η κοινή χρήση, δεν μπορούσε να αρθεί η εξαιτίας τούτου παράνομη προσβολή της προσωπικότητας των φυσικών προσώπων-δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων (βλ. άρθρο 970 του ΑΚ). Η ύπαρξη δε της κοινοχρησίας της επίδικης πλατείας, ως προϋποθέσεως προσβολής του δικαιώματος της προσωπικότητας των δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων, που δεν συνιστούσε διοικητική διαφορά, μπορούσε επίσης να εξετασθεί παρεμπιπτόντως στη δίκη που ανοίχθηκε μεταξύ των διαδίκων και δεν ήταν απαραίτητο να κριθεί ιδιαιτέρως σε δίκη μεταξύ του πρώτου αναιρεσείοντος ιερού ναού και του φερόμενου ως κυρίου της κοινόχρηστης πλατείας Δήμου Κασσωπαίων, αφού προέχον προκριματικό ζήτημα αποτελούσε η κοινοχρησία της πλατείας και όχι ο δημοσίου χαρακτήρα φορέας, στον οποίο αυτή ανήκε κατά κυριότητα. Επομένως ο αντίθετος πρώτος από το αναιρετήριο και το δικόγραφο προσθέτων λόγων, κατά το οικείο μέρος του, από το άρθρο 560 αρ.3 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Κατά το άρθρο 562 § 2 του Κ.Πολ.Δ., "είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο Δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο Δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη". Από την ανωτέρω διάταξη, που αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Αρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει το ουσιαστικό δικαστήριο, προκύπτει ότι, αν δεν συντρέχει μία από τις σ' αυτή αναφερόμενες εξαιρετικές περιπτώσεις, ο λόγος αναιρέσεως είναι παραδεκτός μόνον εφόσον στηρίζεται σε ισχυρισμό που προτάθηκε παραδεκτά και νόμιμα στο δικαστήριο από το οποίο προέρχεται η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση (Ολ. ΑΠ 43/1990), ακόμη και αν έπρεπε να ληφθεί υπόψη αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο της ουσίας (Ολ. ΑΠ 1/1987), όπως συμβαίνει τούτο και επί αοριστίας της αγωγής. Στο αναιρετήριο πρέπει να παρατίθεται ο ισχυρισμός, όπως προτάθηκε στο Δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο χρόνος και ο τρόπος προτάσεως του ή επαναφοράς του στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος. Με τον δεύτερο από το αναιρετήριο κατά το οικείο μέρος του, από το άρθρο 560 αρ.1 του Κ.Πολ.Δ. λόγο αναιρέσεως πλήσσεται η απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ότι εσφαλμένως δεν απέρριψε για νομική αοριστία την αγωγή των αναιρεσιβλήτων, η οποία κατά παράβαση της διατάξεως του άρθρου 970 ΑΚ δεν προσδιόριζε σε ποια έκταση αναιρείται η κοινοχρησία της επίδικης πλατείας από την παραχώρηση της χρήσης τμήματος της στους τρεις τελευταίους αναιρεσείοντες και προσβάλλεται έτσι το δικαίωμα της προσωπικότητας των αναιρεσιβλήτων. Επομένως, εφόσον δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι η αοριστία της αγωγής των αναιρεσιβλήτων είχε προταθεί από τους αναιρεσείοντες στο Πολυμελές Πρωτοδικείο, ο ως άνω λόγος αναιρέσεως είναι προεχόντως απαράδεκτος. Κατά το άρθρο 57 εδ.α' του ΑΚ, όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητα του έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον. Από την ανωτέρω διάταξη συνάγεται ότι προϋπόθεση της παρεχόμενης με αυτή προστασίας είναι η συνδρομή παράνομης πράξης, από την οποία επέρχεται μειωτική διαταραχή της προσωπικότητας σε κάποια έκφανσή της. Τέτοια προσβολή δημιουργείται και όταν παρακωλύεται η χρήση κοινόχρηστης οδού. Από το συνδυασμό της ως άνω διατάξεως με εκείνες των άρθρων 966, 967 και 59 του ΑΚ προκύπτει ότι, με την καθιέρωση κάποιου πράγματος ως κοινοχρήστου, το άτομο αποκτά εξουσία χρήσεως αυτού, η οποία δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί ως άμεση εξουσία επί του πράγματος (νομή, οιονεί νομή ή κατοχή), είναι όμως απόρροια του επί της ιδίας προσωπικότητας ιδιωτικού δικαιώματος, η εξουσία δε αυτή χρήσεως, που προσβάλλεται εξωτερικώς σε περίπτωση παρακωλύσεως της κοινής χρήσεως, ως έκφανσης της προσωπικότητας του πολίτη, περικλείει την ικανότητα για ακώλυτη ανάπτυξη της ανθρώπινης ενέργειας και προστατεύεται από το άρθρο 57 Α.Κ., που επιβάλλει, όπως εκτέθηκε, την άρση της προσβολής και την παράλειψη της στο μέλλον, ενώ επί πλέον δικαιούται το προσβαλλόμενο φυσικό πρόσωπο να απαιτήσει, κατ' άρθρο 59 ΑΚ, χρηματική ικανοποίηση για την εκ της προσβολής ηθική του βλάβη. Με την καθιέρωση του πράγματος ως κοινοχρήστου δημιουργείται αφενός σχέση της πολιτείας ή άλλου φορέα δημόσιας εξουσίας (δήμου, κοινότητας κλπ) προς το πράγμα και αφετέρου σχέση του πολίτη προς αυτό, που συνίσταται στην εξουσία να το χρησιμοποιεί ελεύθερα μέσα στα όρια του προορισμού του. Η εξουσία του δε αυτή, που απορρέει από το προστατευόμενο δικαίωμα του επί της προσωπικότητας του (άρθρο 57 του ΑΚ), αποτελεί εκδήλωση της ελευθερίας που είναι στοιχείο της προσωπικότητας του ατόμου, συνταγματικώς προστατευόμενη (άρθρο 5 § 1 του Συντάγματος). Περαιτέρω κατά τις διατάξεις των άρθρων 966, 967, 969, 970, 971 και 1054 του ΑΚ εκτός συναλλαγής πράγματα είναι και τα κοινόχρηστα, στα οποία περιλαμβάνονται οι οδοί και οι πλατείες, ως προεκτάσεις και διευρύνσεις των οδών, οι οποίες, αν δεν ανήκουν σε δήμο ή κοινότητα ή ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, ανήκουν στο Δημόσιο και είναι ανεπίδεκτες νομής, άρα και κτήσης κυριότητας με χρησικτησία, αποβάλλουν δε τον κοινόχρηστο χαρακτήρα τους, αν έπαυσε να εξυπηρετείται ο εν λόγω προορισμός από φυσικά εμπόδια ή μεταβολές στη νομική κατάσταση αυτών. Τα κοινής χρήσεως πράγματα λαμβάνουν τον προορισμό τους αυτόν από το νόμο ή τη βούληση του ιδιοκτήτη τους, που μπορεί να εκδηλωθεί και με παραίτηση από την κυριότητα του πράγματος για να καταστεί αυτό κοινόχρηστο, τηρουμένων πάντοτε των νομίμων διατυπώσεων. Κατά το προϊσχύσαν του ΑΚ Β. Ρωμαϊκό δίκαιο (Ν.3 Πανδ. 43.7, ν.2 παρ.8 Πανδ.39.3, ν.28 Πανδ.22.3) ιδιωτικό ακίνητο ελάμβανε την ιδιότητα κοινοχρήστου και με την από αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητα (vetustas), με την οποία κυρούται ως νόμιμη η πραγματική κατάσταση που υπάρχει πριν από τόσο χρόνο, ώστε η ζώσα γενεά να την εγνώρισε ως έχει και να μη διέσωσε παράδοση από την παρελθούσα γενεά για την ύπαρξη άλλης διαφορετικής καταστάσεως για χρονική περίοδο 80 (40 + 40) ετών τουλάχιστον. Η από αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητα δεν προβλέπεται από τον ΑΚ, διατηρείται όμως η δυνάμει αυτής μέχρι την εισαγωγή του (23-2-1946) αποκτηθείσα ιδιότητα του πράγματος ως κοινής χρήσεως (άρθρου 51 ΕισΝΑΚ). Μετά την εισαγωγή του ΑΚ μπορεί εμμέσως να επιτευχθεί παρόμοιο με το εξ αυτής αποτέλεσμα, δυνάμει του άρθρου 281 Α.Κ., αν ο κύριος επί μακρό χρόνο άφησε το πράγμα εκτεθειμένο στην κοινή χρήση ανεχόμενος ή, πολύ περισσότερο, επιθυμών αυτό να καταστεί κοινής χρήσεως. Αυτό, ειδικότερα, μπορεί να συμβεί και στην περίπτωση που κάποιος χώρος αφήνεται από τον κύριο για να χρησιμεύσει ως κοινόχρηστη οδός ή πλατεία. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αρ.1 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των Πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Πρωτοδικείων επιτρέπεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με την απόδοση σ' αυτόν έννοιας μη αληθινής (μη αρμόζουσας), είτε με εσφαλμένη (μη ορθή) εφαρμογή, που υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου εφαρμόζεται ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή δεν εφαρμόζεται ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και όταν εφαρμόζεται εσφαλμένα (Ολ. ΑΠ 7/2006, 4/2005). Στην προκείμενη περίπτωση το Πολυμελές Πρωτοδικείο, το οποίο δίκασε την έφεση των αναιρεσιβλήτων-εναγόντων κατά της αποφάσεως του Ειρηνοδικείου, με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή τους ως ουσιαστικά αβάσιμη, ύστερα από ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε τα ακόλουθα……Eτσι όπως έκρινε το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο και δέχθηκε την αγωγή των δύο πρώτων εναγομένων αναιρεσιβλήτων, λόγω προσβολής του δικαιώματος της προσωπικότητας τους από τα αναιρούντα τη χρήση τους εμπόδια που έθεσαν οι δύο τελευταίοι αναιρεσείοντες-εναγόμενοι, κατά παραχώρηση της πρώτης από αυτούς, στο μεγαλύτερο τμήμα της κοινόχρηστης πλατείας, υποχρεώνοντας τους τελευταίους να άρουν τα αποκλείοντα την κοινοχρησία κατασκευάσματα από την κοινόχρηστη πλατεία και απορρίπτοντας τους ισχυρισμούς (ενστάσεις) τους περί καταχρηστικής ασκήσεως του αγωγικού δικαιώματος και παραιτήσεως της κυρίας του κοινόχρηστου πράγματος Κοινότητας……από το δικαίωμα κυριότητάς της, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 57-59, 966 έως 971, 1054, 281, 156 του ΑΚ, όπως και τους κατ' εφαρμογήν του άρθρου 51 ΕισΝΑΚ, κανόνες του προϊσχύσαντος Βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, ήτοι ν.3 Παν. 43.7, ν.2 §8 Πανδ. 39.3, ν.28 Πανδ. 22.3, καθ' όσον αναφέρονται στο αποδεικτικό του πόρισμα: 1) Τα παραγωγικά γένεσης του αγωγικού δικαιώματος περιστατικά, δηλαδή: α) Η από αμνημόνευτου χρόνου ένταξη από τους κατοίκους της κοινότητας (και μετέπειτα Δήμου)……της πλατείας με το όνομα……στην κοινή χρήση προ του έτους 1865 και η χρησιμοποίησή της έκτοτε ως κοινόχρηστου πράγματος για τη διέλευσή τους, την αναψυχή τους και την ικανοποίηση επαγγελματικών αναγκών τους επί χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των 80 ετών, μέχρι την εισαγωγή του ΑΚ (23-2-1946), έτσι ώστε η μέχρι τότε ζώσα γενεά των ανθρώπων αυτών να γνώρισε αυτή την πλατεία όπως έχει και να μην διέσωσε παράδοση από την παρελθούσα γενεά για την ύπαρξη άλλης διαφορετικής καταστάσεως, χωρίς να ασκεί επιρροή το ότι η κοινότητα……δεν ήταν εξ αρχής αναγνωρισμένη, αφού και από τους κατοίκους ανοργάνωτης Κοινότητας είναι δυνατή για λογαριασμό της η χρησιδεσποτεία και συνεκδοχικά η άσκηση πράξεων που συνιστούν διάθεση ακινήτου στην κοινή χρήση, ούτε ασκεί επιρροή ο φορέας του υποβαλλόμενου σε απόσβεση δικαιώματος στο καθιστάμενο κοινόχρηστο πράγμα, β) Η από την εισαγωγή του ΑΚ, ενόψει συμπληρώσεως μέχρι τότε των προϋποθέσεων αποκτήσεως της ιδιότητας της επίδικης πλατείας ως πράγματος κοινής χρήσεως, διατήρηση αυτής της ιδιότητάς της και η περιέλευσή της στην κυριότητα της τότε κοινότητας……(μετέπειτα Δήμου……), γ) Η από το πρώτο αναιρεσείον-εναγόμενο νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, που διατηρούσε όμορο με την κοινόχρηστη πλατεία Ιερό Ναό "μετά διωρόφου οικίας άνω του γυναικωνίτου" και περιτοιχισμένου νεκροταφείου και προαυλίου του ναού, κατόπιν δημοπρασίας εκμίσθωση και παραχώρηση από την επίδικη πλατεία, εμβαδού 335τμ, τμημάτων της 135 και 110τμ προς τη δεύτερη και τους τρίτο και τέταρτο από τους αναιρεσείοντες-εναγομένους αντιστοίχως, για αποκλειστική επαγγελματική χρήση τους. δ) Η από τους εν λόγω μισθωτές αναιρεσείοντες - εναγομένους κατάληψη του έτσι εκμισθωθέντος σ' αυτούς τμήματος (ποσοστού 73%) της κοινόχρηστης πλατείας, η δημιουργία μόνιμης επ' αυτής σιδηροκατασκευής με σκέπαστρο και η χρήση του τμήματος αυτού της πλατείας από αυτούς και μόνον προς εξυπηρέτηση πελατών των γειτονικών καταστημάτων τους, αποκλείοντας τη χρήση σε τρίτους, μεταξύ των οποίων και οι δύο πρώτοι αναιρεσίβλητοι. ε) Το παράνομο του αποκλεισμού της κοινής χρήσης στο καταληφθέν από τους δύο τελευταίους αναιρεσείοντες (κατά παραχώρηση του πρώτου από αυτούς) τμήμα της κοινόχρηστης πλατείας, ακόμα και αν το τελευταίο (Ιερός Ναός) είχε δικαίωμα παραχώρησης ιδιαίτερων ιδιωτικών δικαιωμάτων στην κοινόχρηστη πλατεία, αφού δεν ήταν νομικώς επιτρεπτό (άρθρο 970 ΑΚ) με μια τέτοια παραχώρηση να αναιρεθεί η κοινή χρήση της πλατείας. στ) Η προσβολή του δικαιώματος της προσωπικότητας των δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων (να κινούνται ελεύθερα στον κοινόχρηστο χώρο της πλατείας) με τον αποκλεισμό αυτής της χρήσης από τους αναιρεσείοντες και η θεμελίωση, ενόψει τούτων, δικαιώματος εκείνων να ζητήσουν την άρση της προσβολής και την παράλειψη της στο μέλλον. 2) Η μη αντίθεση του ασκούμενου από τους αναιρεσείοντες δικαιώματος στην καλή πίστη ή στα χρηστά ήθη ή στον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος, διότι η μεν προβαλλόμενη από τους αναιρεσείοντες "απώλεια σημαντικής πηγής εσόδων του Ιερού Ναού" από την εκμίσθωση του κοινόχρηστου πράγματος δεν περιέχει καθεαυτή κάποιο στοιχείο καταχρηστικότητας, ενώ η επιδίωξη συμμετοχής των αναιρεσιβλήτων σε δημοπρασίες εκμίσθωσης τμημάτων της κοινόχρηστης πλατείας στο παρελθόν δεν συνιστούσε άρνηση της κοινοχρησίας της επίδικης πλατείας, τόσο μάλλον που υπήρξαν και (δικαστικές και εξώδικες) διαμαρτυρίες τους για την εκμίσθωση του κοινόχρηστου πράγματος από τον πρώτο αναιρεσείοντα Ιερό Ναό κατά το παρελθόν. 3) Το αλυσιτελές της προβαλλόμενης παραιτήσεως της κυρίας της κοινόχρηστης πλατείας Κοινότητας……από το δικαίωμα της κυριότητάς της. Διότι η σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως γενόμενη από το Κοινοτικό Συμβούλιο της Κοινότητας…..με την 34/1994 απόφασή του, παραίτηση από το δικόγραφο αναγνωριστικής της κυριότητας επί της επίδικης πλατείας αγωγής της εν λόγω (μη διαδίκου εδώ) Κοινότητας κατά του πρώτου αναιρεσείοντος Ιερού Ναού, όπως και η μεταγενέστερη παραίτηση του Δημοτικού Συμβουλίου…….από το δικαίωμα που είχε ασκηθεί με την προαναφερόμενη αγωγή: α) εφόσον μεν αφορούσε το κοινόχρηστο πράγμα, ως μονομερής δικαιοπραξία κατάργησης της επ' αυτού κυριότητας της Κοινότητας (μετέπειτα Δήμου) μπορούσε κατ' αρχήν να επιφέρει απόσβεση του δικαιώματος της (άρθρο 156 ΑΚ), χωρίς όμως δυνατότητα μεταβιβάσεως τούτου στο πρώτο αναιρεσίβλητο νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, λόγω των νομικών περιορισμών του άρθρου 968 ΑΚ, που καθιστούσαν αυτοδικαίως διάδοχο της παραιτηθείσας Κοινότητας το Δημόσιο, β) με την εκδοχή δε ότι η παραίτηση αφορούσε και την κοινοχρησία της επίδικης πλατείας, ήταν ανίσχυρη, λόγω του αναπαλλοτρίωτου χαρακτήρα των κοινοχρήστων, εκτός συναλλαγής πραγμάτων (άρθρο 970 ΑΚ) και της μη δυνατότητας αποβολής του κοινόχρηστου χαρακτήρα τους, χωρίς προηγούμενη μεταβολή της νομικής ή πραγματικής καταστάσεώς τους. Τέλος με την εκδοχή ότι η γενόμενη παραίτηση περιείχε (κατά μετατροπή) πρόταση μεταβιβάσεως στον πρώτο αναιρεσείοντα Ιερό Ναό του δικαιώματος παραχωρήσεως σε τρίτους ιδιαιτέρων δικαιωμάτων στην κοινόχρηστη πλατεία, που εξυπηρετούσαν ή δεν αναιρούσαν την κοινή χρήση (άρθρο 266 ΑΚ), δεν προκύπτει από τις ως άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως ότι συντελέσθηκε μια τέτοια παραίτηση στα πλαίσια παρεχόμενης στο δικαιούχο ΟΤΑ από γενικές ή ειδικές διατάξεις διακριτικής ευχέρειας (βλ. άρθρα 240 § 4 και 246 § 1 του πδ 410/1995, τότε ισχύοντος Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα), πέραν του ότι θα απέβαινε και αλυσιτελής, αφού θα ήταν άκυρη οποιαδήποτε παραχώρηση δικαιωμάτων που αναιρούσαν την κοινή χρήση της πλατείας. Επομένως ο αντίθετος δεύτερος από το αναιρετήριο, εκ του άρθρου 560 αρ.1 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος, κατά το μέρος δε που υπό την επίκληση του λόγου αυτού αναιρέσεως πλήσσεται η εκτίμηση από το Πολυμελές Πρωτοδικείο πραγματικών γεγονότων, είναι απαράδεκτος (άρθρο 561 § 1 Κ.Πολ.Δ.).
Εργατικό αυτοκινητικό ατύχημα σε οδό που δεν είχε αφαιρεθεί από τη δημόσια κυκλοφορία. Ευθύνη ασφαλιστικής εταιρείας
26/2/2012 1:03:33 AM
Εργατικό αυτοκινητικό ατύχημα σε οδό που δεν είχε αφαιρεθεί από τη δημόσια κυκλοφορία. Ευθύνη ασφαλιστικής εταιρείας.

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ 111/2007
ΠΕΡΙΛΗΨΗ
Ευθύνεται σε αποζημίωση η ασφαλιστική εταιρεία στην περίπτωση θανάσιμου τραυματισμού εργαζομένων (εργοδηγού και εργάτη) που καταπλακώθηκαν από ανατροπή φορτηγού κατά τη διάρκεια εκφόρτωσης χαλικιού σε τάφρο τοποθέτησης αγωγού ομβρίων υδάτων σε οδό που δεν είχε αφαιρεθεί από τη δημόσια κυκλοφορία, παρά το γεγονός εκτέλεσης επικίνδυνων έργων σε αυτή.

ΑΠΟΦΑΣΗ
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ 111/2007
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Βασίλειο Ρήγα, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο και Χαράλαμπο Παπαηλιού, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Δεκεμβρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 15-10-2001 και 14-11-2001 αγωγές, την από 10-5-2002 παρεμπίπτουσα αναγωγή και την από 14-1-2002 προσεπίκληση με την σωρευόμενη παρεμπίπτουσα αναγωγή, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: …….οριστική του ίδιου δικαστηρίου και ……του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 15 Μαρτίου 2005 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Παπαηλιού ανέγνωσε την από 23 Νοεμβρίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως.
Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ο τρίτος αναιρεσίβλητος ……όπως προκύπτει από την…..ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου…….απεβίωσε στις 4-10-2005, οι δε μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του τέταρτη, πέμπτη, έκτη, έβδομη και όγδοη των αναιρεσιβλήτων, γνωστοποίησαν δια του πληρεξουσίου των δικηγόρου το ως άνω γεγονός με δήλωσή τους που καταχωρήθηκε στα πρακτικά του παρόντος δικαστηρίου, ενώ, περαιτέρω, δήλωσαν ότι επαναλμβάνουν εκουσίως τη διακοπείσα λόγω του θανάτου δίκη (άρθρ. 286 περ. α΄, 287 παρ. 1 και 290 ΚΠολΔ. Επομένως, νομίμως συνεχίζεται η δίκη μεταξύ των ανωτέρω αναιρεσιβλήτων και της αναιρεσείουσας. Σύμφωνα με το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικό ή διεθνούς δικαίου. Εξάλλου, κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 1 του ν. 2696/1999 (Κ.Ο.Κ.) "Ο κώδικας οδικής κυκλοφορίας εφαρμόζεται σε οδούς και σε χώρους που χρησιμοποιούνται για δημόσια κυκλοφορία οχημάτων, πεζών και ζώων", κατά δε τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 εδ. 36 του ίδιου νόμου "οδός είναι ολόκληρη η επιφάνεια η οποία προορίζεται για τη δημόσια κυκλοφορία". Τέλος, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης ιδρύεται, όταν από τις αιτιολογίες της αποφάσεως δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου στη συγκεκριμένη περίπτωση περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόστηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ. ΑΠ 30/1997). Στην προκείμενη περίπτωση με τους πρώτο, δεύτερο και τέταρτο, πρώτο μέρος, λόγους της αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία προβάλλει την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε κανόνες ουσιαστικού δικαίου και δη τις διατάξεις των άρθρων 1 και 2 παρ. 1 εδ. 36 του ν. 2696/1999 (Κ.Ο.Κ.) και περιέλαβε σ αυτήν ανεπαρκείς αιτιολογίες για ζήτημα που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι αυτή δέχθηκε ανελέγκτως, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : "Το έργο της μεταφοράς των υλικών και την επιχωμάτωση των τάφρων που προορίζονταν για την τοποθέτηση των αγωγών ομβρίων υδάτων, ανέθεσε η εναγόμενη κοινοπραξία στη δεύτερη εναγόμενη της ίδιας αγωγής και προσεπικαλούσα-ενάγουσα, ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία…… ασκούντος (η κοινοπραξία), ως εργοδότρια, το δικαίωμα γενικής διεύθυνσης και επίβλεψης της εκτέλεσης του έργου. Για την εκτέλεση τούτου είχαν προσληφθεί από την κοινοπραξία, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, ο…..γιός των εναγόντων της από 15-10-2001 κύριας αγωγής, ως εργοδηγός του έργου αυτού, και ο……γιός των δύο πρώτων και αδελφός των λοιπών εναγόντων της από 14-11-2001 κύριας, επίσης, αγωγής, ως εργάτης. Σ εκτέλεση του έργου αυτού ο…….ως επιβλέπων πολιτικός μηχανικός, κατασκεύασε όρυγμα πλάτους 1 μέτρου περίπου, βάθους 1,50 - 2,50 μέτρων και μήκους 45,40 μέτρων. Σε απόσταση 2,50 μέτρων από το αριστερό ρείθρο της οδού Σάμου με κατεύθυνση από.....προς .....τοποθετήθηκαν οι αγωγοί όμβριων υδάτων και άρχισαν οι εργασίες επανεπίχωσης της τάφρου. Όμως, μολονότι είχε υποχρέωση ως επιβλέπων μηχανικός, δεν επισήμανε με τις κατάλληλες πινακίδες (κινδύνου, ρυθμιστικές και πληροφοριακές) τη μειωμένη αντοχή του οδοστρώματος στο σημείο των εργασιών και δεν τοποθέτησε τ' αναγκαία στηρίγματα κατά μήκος της ανοιχτής τάφρου, για τη στήριξη των τοιχωμάτων, λαμβάνοντας μόνο ως προστατευτικό μέτρο την περίφραξη της ανοιγμένης τάφρου με κόκκινο πλαστικό πλέγμα. Κατά τ΄ άλλα η οδός....., στο σημείο όπου εκτελούνταν τα πιο πάνω έργα, ήταν προσιτή και σε τρίτους (κατάθεση του μάρτυρα…..ενώπιον προανακριτικού υπαλλήλου, κατά την οποία ο ίδιος οδηγώντας το ΙΧΕ αυτοκίνητό του στην οδό Σάμου έφθασε, έως το σημείο που η τάφρος ήταν ανοιχτή). Με τις εργασίες εκσκαφής, τοποθετήθηκαν οι αγωγοί όμβριων υδάτων, επιχωματώθηκε το μεγαλύτερο τμήμα της τάφρου και απέμεινε μήκος λίγων μέτρων για να τελειώσει η επαναχωμάτωσή της. Στις……οπότε και άρχισε το τελευταίο στάδιο της εργασίας αυτής, ο πρώτος εναγόμενος της πρώτης και δεύτερης κύριας αγωγής…… προστηθείς στην οδήγηση από τη δεύτερη εναγομένη της πρώτης και δεύτερης αγωγής και προσεπικαλούσα – ενάγουσα.......δηγούσε το ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στη τρίτη εναγόμενη και των δύο κύριων αγωγών ασφαλιστική εταιρία με αριθμό κυκλοφορίας……αυτοκίνητο ιδιοκτησίας της εναγόμενης……στην οδό Σάμου, με κατεύθυνση από …..προς……φορτωμένο με χαλίκι, παραλλήλως προς το επιχωματωμένο όρυγμα και σε απόσταση 1,50 μέτρων απ' αυτό, με σκοπό να φθάσει στο ήδη επιχωματωμένο τμήμα του ορύγματος και να αδειάσει το χαλίκι στο μη περατωθέν ακόμη από την άποψη της επιχωμάτωσης τμήμα της τάφρου. Την 11.15 ώρα, ενώ σκόπευε να εκφορτώσει το περιεχόμενο του οχήματός του (χαλίκι) στην ανοιχτή τάφρο της οδού Σάμου, δεν επέδειξε τη σύνεση και τεταμένη προσοχή που επιβάλλει ο νόμος, ώστε να είναι σε θέση να ενεργήσει τους απαιτούμενους χειρισμούς και συγκεκριμένα, για να πραγματοποιήσει την επιχωμάτωση του απομένοντος τμήματος της ανοιχτής τάφρου, οδήγησε το έμφορτο με χαλίκι φορτηγό παράλληλα προς το μη επιχωματωμένο άνοιγμα της τάφρου και σε απόσταση μόνον 1,50 μέτρων από αυτό, χωρίς να λάβει υπόψη του ότι το οδόστρωμα στο χώρο εκείνο ήταν μειωμένης αντοχής, εξαιτίας της βροχής της προηγούμενης ημέρας και της προηγηθείσας, πρόσφατης εκσκαφής του οδοστρώματος για τη δημιουργία της τάφρου. Ετσι, όταν έφθασε στο σημείο εκείνο της τάφρου, το έδαφος αριστερά υποχώρησε, το έμφορτο όχημα ανατράπηκε και πέφτοντας με την αριστερή του πλευρά στο όρυγμα καταπλάκωσε τον…..εργοδηγό και…….εργάτη, που εκείνες τις στιγμές αφαιρούσαν το κόκκινο πλαστικό πλέγμα περίφραξης της ανοιχτής τάφρου, για να γίνει επιχωμάτωση αυτής, με αποτέλεσμα το θανάσιμο τραυματισμό τους". Με αυτά που δέχθηκε η πληττόμενη απόφαση δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου με αντιφατικές αιτιολογίες τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1 και 2 παρ. 1 εδ. 36 του ν. 2696/1999, αφού αναφέρονται σ΄ αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου ότι το ατύχημα συνέβη σε οδό που δεν είχε αφαιρεθεί από τη δημόσια κυκλοφορία, ούτε περαιτέρω, απαιτούνταν για την πληρότητα της αιτιολογίας της απόφασης να αναφέρονταν οι εφαρμοζόμενες διατάξεις του νόμου, και οι εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 9 ΚΠολΔ αντίθετοι λόγοι της αναιρέσεως είναι αβάσιμοι. Τέλος, οι με τους λόγους αυτούς προβαλλόμενες αιτιάσεις, με τις οποίες, υπό την επίκληση της παραβιάσεως των άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, πλήττεται η από το Εφετείο εκτίμηση των αποδείξεων, που είναι ανέλεγκτη αναιρετικά (ΚΠολΔ 561 παρ. 1), είναι απαράδεκτες. Ως διδάγματα κοινής πείρας θεωρούνται γενικές αρχές που συνάγονται επαγωγικά από την καθ΄ ημέρα παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίσθηκαν. Εξάλλου, κατά την σαφή έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 1 παρ. 2 του ΚΠολΔ, η παραβίαση των διδαγμάτων αυτών ιδρύει λόγο αναιρέσεως μόνον αν αυτά χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα από το δικαστήριο κατά την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ΄ αυτούς των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών, αποκλειομένης έτσι της αναιρέσεως για την εσφαλμένη χρησιμοποίησή τους προς έμμεση απόδειξη ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίσθηκαν. Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως η αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία προβάλλει την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας, αφού δέχθηκε ότι η οδός Σάμου, όπου έγινε το ατύχημα, ήταν οδός που μπορούσαν να κυκλοφορήσουν αυτοκίνητα, και, επομένως, ότι υπάρχει ευθύνη αυτής από αυτοκινητικό ατύχημα, ως ασφαλίζουσα το ζημιογόνο αυτοκίνητο, ενώ με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας δεν μπορούσε να είναι ανοικτός ένας δρόμος, όπου ελάμβαναν χώρα επικίνδυνα έργα (ανοιχτοί τάφροι για την κατασκευή αγωγών ομβρίων υδάτων). Ο εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 παρ. 2 ΚΠολΔ, αυτός λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι υπό την επίκληση των ως άνω ως διδαγμάτων κοινής πείρας βάλλεται η αποδεικτική αξία των αποδεικτικών μέσων που προσκομίσθηκαν και έλαβε υπόψη της η προσβαλλόμενη απόφαση για να καταλήξει στο προαναφερόμενο αποδεικτικό της πόρισμα, περίπτωση η οποία δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως από την ως άνω διάταξη. Ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 17 ΚΠολΔ δημιουργείται αν η ίδια απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις. Για να ιδρυθεί λόγος αναιρέσεως με βάση την εν λόγω διάταξη πρέπει η αντίφαση μεταξύ των διατάξεων της προσβαλλόμενης αποφάσεως να υπάρχει στο διατακτικό της, έτσι ώστε να καθίσταται, εξαιτίας αυτής, αδύνατη η εκτέλεσή της ή να εμποδίζεται η παραγωγή και η ενέργεια του δεδικασμένου. Αν η αντίφαση υπάρχει στο αιτιολογικό ή ανάμεσα στο αιτιολογικό και το διατακτικό της αποφάσεως, δεν θεμελιώνεται ο ως άνω λόγος αναιρέσεως. Με τον τέταρτο, μέρος δεύτερο, λόγο της αναιρέσεως προβάλλεται ότι είναι αναιρετέα η προσβαλλόμενη απόφαση γιατί περιέχει στο αιτιολογικό της αντιφατικές διατάξεις και συγκεκριμένα δέχεται ότι το συγκεκριμένο ατύχημα ήταν εργατικό και αυτοκινητικό συγχρόνως, ενώ θα έπρεπε να δεχθεί ότι τούτο ήταν μόνο εργατικό. Ο εκ του άρθρου 559 αριθμ. 17 ΚΠολΔ λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος, γιατί η πλημμέλεια που αποδίδεται από την αναιρεσείουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση, δεν μπορεί να θεμελιώσει τον ως άνω λόγο αναιρέσεως.
662 συνολικά αντικείμενα 1  2  3  4  5  ...  34 
ΕΙΣΑΓΩΓΗΧΡΗΣΙΜΑΑΠΟΦΑΣΕΙΣ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΩΝΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ ΟΡΟΙ ΧΡΗΣΗΣ
Μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών